Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Τι (δια)πραγματεύονται;
Νίκος Μπογιόπουλος
Την προηγούμενη πενταετία ζήσαμε με το γνωστό τροπάρι αν «θα έρθει η δόση ή δεν θα έρθει η δόση». Πάνω στο έδαφος αυτού του τύπου τον… «δοσηλογισμό» εξελισσόταν η επιχείρηση κοινωνικής τρομοκράτησης. Τρομοκράτηση που κάθε φορά ξεκινούσε από το «τι θα πάθουμε αν δεν έρθει η δόση» και κάθε φορά κατέληγε στις νέες θυσίες που θα έπρεπε να υποβληθεί ξανά και ξανά ο ελληνικός λαός.
Οι θυσίες, όπως μας έλεγαν οι κυβερνώντες, ήταν «αναγκαίες» για να μην πάθει ο λαός όσα – τελικά – έπαθε! Και τα έπαθε όχι γιατί δεν ήρθαν, αλλά επειδή ακριβώς ήρθαν οι δόσεις των δανείων! Των δανείων που, όπως έχουν ομολογήσει οι πάντες, από τον Ολι Ρεν μέχρι τον Γιούνκερ και από τον Ρέγκλινγκ μέχρι τα μέλη του ΔΣ του ΔΝΤ, οι δανειστές και η «τρόικα» (νυν «θεσμοί») τα χορηγούν για να σώσουν τις δικές τους, τις γερμανικές, τις γαλλικές και κάθε εθνικότητας τράπεζες. Αυτό που απομένει, δε, για τον ελληνικό λαό από αυτά τα δάνεια, είναι να πληρώνει τόκους μέσα από τις περικοπές των μισθών, των συντάξεων και των δικαιωμάτων του.
Σήμερα η φιλολογία περί το επαπειλούμενο «χρηματοδοτικό κενό» επανέρχεται. Θα έρθει ή δεν θα έρθει η δόση των 7,2 δισ. ευρώ (που όμως η κυβέρνηση έλεγε ότι δεν τη θέλει…). Και αν δεν έρθει πως θα αποπληρώσουμε τις οφειλές σε ΔΝΤ και ΕΚΤ τις οποίες «πρέπει» να αποπληρώσουμε. Αλλά: Γιατί «πρέπει» να αποπληρώνει ο λαός οφειλές για δάνεια που πήγαν σε γαλλογερμανικές τράπεζες;...
Η νέα κυβέρνηση, που ήδη με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου βάζει χέρι στα διαθέσιμα των Ταμείων για να κάνει τις αποπληρωμές των προηγούμενων δανείων, υποστηρίζει ότι οι νέες δοσοληψίες δεν θα συνοδευτούν με νέα λιτότητα. Αλλά την ίδια ώρα όλες οι πληροφορίες μιλούν για έναν «έντιμο συμβιβασμό». Τι είδους «εντιμότητα», όμως, είναι αυτή που περιλαμβάνει από συνέχιση του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας (και πάλι στο όνομα της αποπληρωμής του χρέους) μέχρι «αναστολή» ακόμα και του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης»;…
Η νέα κυβέρνηση λέει ότι διαπραγματεύεται χωρίς να παρεκκλίνει από τις εκείνες τις έρμες «κόκκινες γραμμές» που εδώ και πέντε χρόνια μετατράπηκαν σε ανέκδοτο στο στόμα όποιων τις έπιαναν στο στόμα τους. Αλλά, αλήθεια: Μια διαπραγμάτευση που ξεκινάει από το ότι το 70% του Μνημονίου είναι καλό, συνιστά παρέκκλιση;
Ο κ. Τσίπρας στη συνάντησή του με την κυρία Μέρκελ μιλώντας για την κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής, δήλωσε ότι «άρα, το συμπέρασμα που πρέπει να βγει είναι ότι δεν πρέπει να γκρεμίσουμε ό,τι θετικό έγινε...» το προηγούμενο διάστημα. Αλήθεια, όμως: Κατά την προηγούμενη «μνημονιακή» περίοδο έγιναν και «θετικά»; Που μάλιστα «δεν πρέπει να (τα) γκρεμίσουμε»; Και ποια είναι αυτά τα «θετικά» για τα οποία μέχρι τις εκλογές δεν είχαμε ακούσει τίποτα από τον ΣΥΡΙΖΑ;
Στην ίδια συνάντηση ο κ. Τσίπρας αντί της «ανατροπής» της πολιτικής των τελευταίων 5 χρόνων, εκείνο που τούτη τη φορά έθεσε σαν στόχο ήταν «να αλλάξουμε - όπως είπε - το μείγμα πολιτικής». Αλλά η «γέφυρα» από την υπεσχημένη «ανατροπή πολιτικής» στην «αλλαγή του μείγματος πολιτικής», δεν συνιστά παρέκκλιση;
Ανεξαρτήτως της σύνθεσης της ομάδας διαπραγμάτευσης, της αναβάθμισης ή της υποβάθμισης του Βαρουφάκη (άλλο σήριαλ κι αυτό…) η πολιτική αντίληψη αυτής της διαπραγμάτευσης έχει διατυπωθεί από τον πρωθυπουργό. Ως Ελλάδα, δηλώνει ο κ.Τσίπρας, δεσμευόμαστε στους εταίρους ότι θα «ολοκληρώσουμε τη διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής...». Αλλά αυτό ήταν το αίτημα του ελληνικού λαού στις εκλογές; Ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε την «ολοκλήρωση» της λεγόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής που φτωχοποίησε και κατέστρεψε τον λαό ή τη ματαίωση και την ακύρωση αυτής της «προσαρμογής»;
Σε κάθε περίπτωση εκείνο που ήδη ξέρουμε είναι ότι στο έργο των δόσεων ισχύει το «τι είχες Γιάννη (με Στουρνάρα), τι είχα πάντα (με Βαρουφάκη)». Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι οι εκβιασμοί, οι απειλές, οι ύβρεις του Σόιμπλε, αλλά και η πολιτική γραμμή της εσωτερικής «πέμπτης φάλαγγας» - των ίδιων που από θέσης κυβερνητικές διακινούσαν από το 2010 το «Μνημόνιο ή τανκς» - εκδηλώνονται πάνω σε ένα έδαφος πουο κ.Τσίπρας το περιέγραφε προεκλογικά έτσι: «Η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ δεν αμφισβητείται»…
Αυτό το έδαφος, που ναρκοθετεί κάθε ελπίδα του ελληνικού λαού για βελτίωση της ζωής του, η νέα ελληνική κυβέρνηση το αποδέχτηκε περίτρανα και με την υπογραφή της στις 20 Φεβρουαρίου όταν δήλωσε πως «οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα».
Κατά τα λοιπά είναι ακριβές και χιλιοδιαπιστωμένο το καθημερινό φαινόμενο ότι ο κ.Σόιμπλε και οι «Σόιμπλε» γενικώς, είτε τους λένε Ντάισελμπλουμ, είτε Σουλτς, είτε Τόμσεν, είτε Ντράγκι, άλλος χωρίς προσχήματα και άλλοι με «κομψότητα» επιδεικνύουν μια ιταμή συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα και στον λαό της. Απειλές, εκβιασμοί, υποδείξεις βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Όμως το θέμα δεν είναι να συνεχίζεται είτε η καταγραφή είτε η εγχώρια αποδοκιμασία αυτής της συμπεριφοράς.
Το θέμα πολύ περισσότερο δεν είναι τα παιχνίδια εξουσίας και πυγμής να εγείρουν είτε εθνικιστικού τύπου αντανακλαστικά στο εσωτερικό της χώρας, από τη μια, ούτε να επιφέρουν την παραίτηση του λαού από τα δίκαιά του αποδεχόμενος το «ρεαλισμό» της συνθηκολόγησης με την ισχυρή Γερμανία και τους υπολοίπους των Βρυξελλών – όπως επιθυμούν διάφοροι «κοσμοπολίτες» της υποταγής.
Το θέμα ήταν και είναι ένα: Η απαλλαγή του τόπου και του λαού από τέτοιου είδους εκβιασμούς. Αλλά για να συμβεί αυτό δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά μόνο ένας: Ο δρόμος που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις (εντός και εκτός Ελλάδας) για απεγκλωβισμό της χώρας από εκείνα τα δεσμευτικά (και αποδεκτά από την κυβέρνηση) πλαίσια που διαμορφώνουν τις συνθήκες των εκβιασμών.
Τέτοιος είναι μόνο ο δρόμος της οργανωμένης, σχεδιασμένης και ανυποχώρητης σύγκρουσης με τα συμφέροντα του κεφαλαίου (ελληνικό, γερμανικό, γαλλικό και… κογκολέζικο), που δεν βαφτίζει «έντιμο συμβιβασμό» τα ψίχουλα ή τις κάθε φορά νέες θυσίες του λαού. Αλλά τέτοιο πράγμα μια κυβέρνηση που έχει ως στόχο όχι την ανατροπή αλλά την «αλλαγή του μείγματος» της ίδιας πολιτικής, ούτε το διαπραγματεύεται στο εξωτερικό, ούτε – φυσικά - το πραγματεύεται στο εσωτερικό.
ΠΗΓΗ: enikos.gr
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Toυ ΣΤΑΘΗ ΛΕΟΥΤΣΑΚΟΥ*
Τρεις μήνες διαπραγμάτευσης και όλες οι κινήσεις των «θεσμών» δείχνουν με τον πιο σαφή τρόπο ότι Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ δεν έχουν εγκαταλείψει την αρχική τους επιδίωξη, που εκδηλώθηκε από την επομένη των εκλογών και που δεν είναι άλλη από το να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να αναδιπλωθεί από τις φιλολαϊκές ριζοσπαστικές προγραμματικές της δεσμεύσεις και να προσαρμοστεί στα μνημονιακά πλαίσια.
Ο χρόνος που «προσέφερε» η ετεροβαρής συμφωνία της 20ης Φλεβάρη δεν δείχνει μέχρι τώρα να οδηγεί σε κανενός είδους επωφελή συμφωνία αλλά στην κλιμάκωση της επίθεσης εναντίον της χώρας και στη χρηματοδοτική ασφυξία έως ότου ολοκληρωθεί ο στραγγαλισμός του «θύματος», αν αυτό δεν παραδοθεί άνευ όρων.
Τόσο η υπό γερμανική κυριαρχία Ε.Ε., σε πλήρη σύμπνοια και συμπόρευση με την ΕΚΤ, όσο και οι ΗΠΑ και το αμερικανοκίνητο ΔΝΤ, θέλουν να οδηγήσουν τη χώρα και τον ελληνικό λαό σε οικονομική και κοινωνική διάλυση. Όπλα τους «το μαρτύριο της σταγόνας» της ρευστότητας και η διακοπή της χρηματοδότησης, με την εκταμίευση του οποιουδήποτε ποσού να εξαρτάται από την «ολοκλήρωση της αξιολόγησης» δηλαδή την υλοποίηση των διαβόητων «μεταρρυθμίσεων» μνημονιακού χαρακτήρα στα εργασιακά, το ασφαλιστικό, τις ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.
Απροκάλυπτος πλέον στόχος των «θεσμών», που μιλούν στο όνομα των δανειστών, είναι η ακύρωση του αποτελέσματος των εκλογών της 25ης Γενάρη και η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι τυχαίο το δημοσίευμα των Financial Times στις 5 Απριλίου στο οποίο ανώνυμοι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι της Ε.Ε. νουθετούσαν την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό να αποβάλλουν τα ακραία στοιχεία με πρώτη την Αριστερή Πλατφόρμα και να προχωρήσουν σε συνεργασία με την μνημονιακή «Κεντροαριστερά», το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Το φάντασμα του ΣΥΡΙΖΑ που πλανάται πάνω από την Ευρώπη και απειλεί τις κυρίαρχες ελίτ πρέπει να εξαφανισθεί και μαζί του να εξαφανισθεί η ελπίδα των εργαζομένων και των λαών της Ευρώπης για απαλλαγή από τον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό.
Σε αυτή την οριακή συγκυρία, όπου οι εκβιασμοί, εντείνονται, η κυβέρνηση καλείται να μην κάνει βήμα πίσω από τις προγραμματικές της δεσμεύσεις και να πάρει από τον αντίπαλο την πρωτοβουλία των κινήσεων, για να είναι η ίδια που θα καθορίσει τους όρους της εξελισσόμενης σύγκρουσης στην κορύφωσή της. Ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά και το «ξεχείλωμα» των διαπραγματεύσεων βοηθάει μόνο την πλευρά των δανειστών, που συνεχίζουν την τακτική της οικονομικής ασφυξίας για να οδηγηθεί η κυβέρνηση, με εξαντλημένα τα ταμειακά αποθεματικά, σε άτακτη υποχώρηση και σε υποταγή.
Σε αυτές τις συνθήκες, το πρώτο που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση είναι να ενεργοποιήσει το πιο ισχυρό της όπλο που είναι η λαϊκή υποστήριξη. Να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό και η αλήθεια είναι ότι αμοιβαία επωφελής λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Η κυβέρνηση πρέπει να στείλει προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι πρώτα και πάνω απ΄ όλα θέτει τις λαϊκές ανάγκες και όχι την εξυπηρέτηση του χρέους, τους νεοφιλελεύθερους κανόνες της Ευρωζώνης και τα συμφέροντα των δανειστών και αυτό αφορά και τους πόρους που θα προέλθουν από τη μεταφορά ταμειακών διαθέσιμων των φορέων του δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδας.
Απέναντι στο εκβιαστικό δίλημμα των δανειστών υποταγή ή οικονομικό στραγγαλισμό, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προετοιμάσει τους εργαζόμενους και το λαό για τη μεγάλη ταξική αναμέτρηση με τις εγχώριες και ξένες πολιτικές – οικονομικές ελίτ.
Η άμεση επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών λύσεων στη χρηματοδότηση της Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ μπορεί να σπάσει το φόβο που καλλιεργείται συστηματικά εδώ και πέντε χρόνια από το εγχώριο και ευρωπαϊκό κατεστημένο και την προπαγάνδα του ότι δήθεν δεν υπάρχει ζωή για τη χώρα στο ενδεχόμενο ρήξης με τους κυρίαρχους κύκλους της Ευρωζώνης, που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα και στην έξοδο από αυτήν.
Μια τέτοια, όμως, εξέλιξη, την οποία χρησιμοποιούν ως «μπαμπούλα» για να διατηρούν την επικυριαρχία τους συνιστά πρωτίστως απειλή για τους ίδιους και το σαθρό ακραία νεοφιλελεύθερο οικοδόμημά τους, και όχι για τον ελληνικό λαό. Αντίθετα, αν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υλοποιηθεί μέσα στο ασφυκτικό και εχθρικό πλαίσιο της Ευρωζώνης και εφόσον δεν υλοποιηθούν άμεσες και ριζικές αλλαγές στο χαρακτήρα της Ευρωζώνης – εξέλιξη που δε φαίνεται πραγματοποιήσιμη – τότε όλα τα ενδεχόμενα πρέπει να είναι ανοικτά. Η συντεταγμένη νομισματική αλλαγή, ενταγμένη στο συνολικό προοδευτικό ανορθωτικό πρόγραμμα, συνιστά επιλογή που δεν είναι η συντέλεια του κόσμου, όπως διατείνονται οι κυρίαρχοι κύκλοι και την οποία πρέπει να έχει στο οπλοστάσιό του ο ΣΥΡΙΖΑ και εφ’ όσον χρειαστεί, να είναι έτοιμος να την υλοποιήσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει εκβιασμούς και απειλητικά διλήμματα.
*Ο Στάθης Λεουτσάκος είναι μέλος της ΠΓ και βουλευτής Α' Πειραιά του ΣΥΡΙΖΑ
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΝΤΙΜΗΣ ΡΗΞΗΣ

Του ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ*
Η απόφαση της κυβέρνησης να καταστήσει υποχρεωτική, με την ψήφιση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, την μεταφορά διαθέσιμων των φορέων του δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Τράπεζα της Ελλάδας σηματοδοτεί αναμφίβολα σημείο καμπής στις πολιτικές εξελίξεις. Η υψηλού ρίσκου αυτή κίνηση αναδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο την κρισιμότητα της κατάστασης έτσι όπως έχει διαμορφωθεί δύο μήνες μετά την συμφωνία της 20ης Φλεβάρη. Το βασικό, και στην ουσία το μόνο ουσιαστικό, επιχείρημα που είχε τότε διατυπωθεί υπέρ της συμφωνίας ήταν ότι «αγόραζε χρόνο», έστω και με επώδυνο αντίτημο, έτσι ώστε να προετοιμαστεί με καλύτερους όρους η «μεγάλη διαπραγμάτευση» του καλοκαιριού.
Ο ισχυρισμός ήταν ότι για ένα τετράμηνο η ΕΚΤ θα σταματούσε το «μαρτύριο της σταγόνας» στο οποίο υποβάλλει το τραπεζικό σύστημα, και κατ’επέκταση την οικονομία, από τις 5 Φεβρουαρίου, όταν αποφάσισε να διακόψει τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών. Διότι όπως είναι πλέον ευρύτερο αποδεκτό, η ελληνική κυβέρνηση σύρθηκε στην υπογραφή αυτής της ετεροβαρούς συμφωνίας υπό το φάσμα της διογκούμενης φυγής καταθέσεων και της απειλούμενης κατάρρευσης των τραπεζών.
Τώρα, με τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν για να μην διακοπεί η εξυπηρέτηση του χρέους και ορισμένων ασυμπίεστων υποχρεώσεων του κράτους είναι πλέον σαφές ότι ο μόνος χρόνος που κερδήθηκε είναι αυτός που λειτουργεί υπέρ των Ευρωπαίων, και ότι η ελληνική πλευρά βρίσκεται εκτεθειμένη στους διαρκώς εντεινόμενους εκβιασμούς τους από μια διαρκώς επιδεινούμενη θέση. Το πρωτοφανές κλίμα του Eurogroup της Ρίγας, με τον Ελληνα ΥΠΟΙΚ να προπηλακίζεται λεκτικά και να λοιδωρείται από τους ομολόγους του (ακόμη κι από αυτούς χωρών του βεληνεκούς της... Σλοβενίας) πιστοποιεί με τον πιο εύγλωττο την έκταση της διολίσθησης που έχει συντελεσθεί εντός διμήνου.
ΕΝΑ «ΛΑΘΟΣ»... ΚΑΙ Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ
Σε μια αξιοσημείωτη τοποθέτησή του αυτήν την εβδομάδα, ο αναπληρωτής υπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων Ευκλείδης Τσακαλώτοςδήλωσε χαρακτηριστικά: «εμείς κάναμε ένα λάθος, όταν μπήκε η υπογραφή στη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, ότι δεν σιγουρέψαμε πως αυτή η συμφωνία θα ήταν το σήμα προς την ΕΚΤ για να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τη ρευστότητα»[1]. Το "λάθος" όμως αυτό, που δεν αφορά κάποια δευτερεύουσα όψη αλλά το κεντρικό σημείο της συμφωνίας, δεν είναι προϊόν αβλεψίας. Εχει μια συγκεκριμένη αιτία, που είναι πολιτικού και όχι τεχνικού χαρακτήρα. Η ελληνική πλευρά δεν έλαβε υπ'όψη της αυτό που ήταν προφανές εξ'αρχής, ότι η ΕΚΤ και η ΕΕ δεν θα κάθονταν με σταυρωμένα χέρια με μια αριστερή κυβέρνηση απέναντί τους. Το πιο βαρύ όπλο που διαθέτουν είναι αυτό της ρευστότητας, πολύ λογικά και προβλέψιμα λοιπόν προσέφυγαν αμέσως σ’αυτό. Και φυσικά οι δανειστές είχαν και έχουν κάθε λόγο να συνεχίσουν να σφίγγουν τη «θηλειά» (ο όρος είναι του Αλέξη Τσίπρα στην συνέντευξή του στο Der Spiegel στις 7 Μαρτίου[2]) μέχρις ότου οδηγήσουν την ελληνική πλευρά σε πλήρη υποχώρηση – ή στον συντελούμενο στραγγαλισμό.
Για να το πούμε διαφορετικά, εάν με τη συμφωνία της 20 Φλεβάρη οι δανειστές δέχονταν να "εξασφαλίσουν ρευστότητα", εάν δηλαδή αποσυνέδεαν την παροχή της από τους συγκεκριμένους (και εξόχως μνημονιακούς) όρους που θέλουν να επιβάλλουν, τότε θα είχαν απλά παραιτηθεί από το βασικό μέσο πίεσης που διαθέτουν. Το να πιστεύει κανείς κάτι ότι μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο αποτελεί ένδειξη μέγιστης πολιτικής αφέλειας, αν όχι τύφλωσης, όταν μάλιστα σημαντικό τμήμα του ίδιου του κόμματος προειδοποιούσε εξ’αρχής για το αναπόδραστο αυτής της εξέλιξης. Το «λάθος» απορρέει λοιπόν από μια θεμελιακά λανθασμένη υπόθεση εργασίας, που στηρίζει εξαρχής την όλη στρατηγική της κυβέρνησης: ότι "θα τα βρούμε εν τέλει" με τους δανειστές υλοποιώντας το πρόγραμμα του Σύριζα εντός ευρωζώνης, με άλλα λόγια από την λογική του «αριστερού ευρωπαϊσμού».
ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Οσο κι αν έχει γίνει κατάχρηση της λέξης, δεν βρίσκουμε άλλη για να επισημάνουμε ότι η κατάσταση είναι απολύτως οριακή.
Με την μέθοδο και το περιεχόμενο της ΠΝΠ η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον σε μια πολύ δύσκολη θέση στο πολιτικό και όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Ισως έχουν αρχίσει να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για «κατσαρολάδες» αλά ελληνικά, κατά το πρότυπο των όσων υποκινούν εναντίον των αριστερών κυβερνήσεων οι αντιδραστικές και ξενόδουλες αντιπολιτεύσεις στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Η μόνη οδός διαφυγής από τον κίνδυνο εγκλεισμού στο μνημονιακό κλουβί και την απειλούμενη εκτροπή είναι η ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα και η επανασύνδεση με το μαχητικό και ελπιδοφόρο κλίμα που επικρατούσε ως τις 20 Φεβρουαρίου.
Οχι, δεν είναι αργά, αντίθετα τώρα ακριβώς είναι η ώρα για καθαρές κουβέντες, οι μόνες που μπορούν να αγγίξουν και να κινητοποιήσουν τον λαό ακριβώς επειδή τον αντιμετωπίζουν με τον πρέποντα σεβασμό, ως ενήλικα και πρωταγωνιστή των εξελίξεων .
Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι η ριζική αλλαγή πορείας και το άνοιγμα δρόμων ανατροπής και χειραφέτησης για τον λαό της, για τις εργαζόμενες τάξεις, αλλά και για το μέλλον των λαών και των εργαζόμενων της Ευρώπης.
Σ’αυτήν την ιστορική προσπάθεια, «το μόνο πράγμα που έχουμε να φοβηθούμε είναι τον ίδιο τον φόβο», όπως είπε ο Ρούζβελτ όταν, αναλαμβάνοντας τα προεδρικά του κάθηκοντα, πρότεινε το «μεγάλο άλμα» (για τα δεδομένα των ΗΠΑ) του New Deal. Τον φόβο με όποιο όνομα κι αν εμφανίζεται σήμερα, και ειδικότερα με αυτό του Grexit.
Είναι λοιπόν η ώρα να ξεκαθαριστεί κατ’αρχήν ότι οι όποιοι πόροι εισρέουν τώρα στα δημόσια ταμεία μέσω της ΠΝΠ προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας και όχι για την αποπληρωμή των δανειστών-τοκογλύφων.
Είναι η ώρα να τελειώνουμε με την ξύλινη και αποκοιμιστική γλώσσα περί "διαπραγμάτευσης που πάει καλά" και "συμφωνίας που, ας μην ανησυχούμε, έρχεται».
Είναι η ώρα να σταματήσουν άμεσα οι σουρεαλιστικές αναφορές στις "αμοιβαία επωφελείς λύσεις" και τους «εταίρους» με τους οποίους είμαστε δήθεν «συνιδιοκτήτες της ΕΕ».
Είναι η ώρα να δημοσιοποιηθούν στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη τα στοιχεία που αποδεικνύουν τον ανηλεή πόλεμο που δέχεται η κυβέρνηση γιατί αρνείται την υποταγή.
Και είναι, πάνω απ’όλα, η ώρα να προετοιμαστούμε επιτέλους, πολιτικά, τεχνικά και πολιτισμικά, για την μοναδική «έντιμη» διέξοδο, την ρήξη με αυτόν τον εσμό αδίστακτων τοκογλύφων και τζιχαντιστών του νεοφιλελευθερισμού.
Είναι η ώρα να συγκεκριμενοποιηθεί το περιεχόμενο και να εξηγηθεί η βιωσιμότητα της απελευθερωτικής για την κοινωνική πλειοψηφία πορείας που ξεκινά με το δίπτυχο «στάση πληρωμών (έναντι των δανειστών) – εθνικοποίηση τραπεζών» και προεκτείνεται, αν χρειαστεί, στην επιλογή του εθνικού νομίσματος, με την απαραίτητη προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία.
Είναι η ώρα της σκέψης αλλά και της απόφασης,
η ώρα που αναμετριούνται η καταστροφή και η λύτρωση,
η ώρα της μάχης.
[2] http://www.spiegel.de/international/europe/spiegel-interview-with-greek-prime-minister-tsipras-a-1022156.html
Πηγή: Thepressproject.gr
ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*
Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία η κυβέρνηση μετέφερε τα ταμειακά αποθέματα πολλών δημοσίων φορέων στην Τράπεζα της Ελλάδας ήταν μια δύσκολη κίνηση που θα ήταν δικαιολογημένη μόνο σε έκτακτες συνθήκες. Δεν υπάρχει φυσικά καμία αμφιβολία για το ότι οι συνθήκες είναι έκτακτες, όπως και ότι μας τις κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.
Στις 26 Ιανουαρίου το υπουργείο Οικονομικών παρέδωσε στη νέα κυβέρνηση ταμειακά διαθέσιμα 1,634 δις ευρώ. Επαίρονται πολλοί της κυβέρνησης Σαμαρά για το πλεόνασμα αυτό και το παρουσιάζουν ως απόδειξη του αλήστου μνήμης ‘σαξές στόρι’. Μόνο που η πρόβλεψη εσόδων-εξόδων που επίσης παρέδωσε το υπουργείο Οικονομικών εμφάνιζε ταμειακό έλλειμμα 429 εκ ευρώ για τις 24 Φεβρουαρίου, το οποίο μάλιστα θα ανέβαινε σε πάνω από 700 εκ ευρώ τις επόμενες δύο μέρες. Δηλαδή όταν θα πληρώνονταν οι μισθοί και οι συντάξεις. Αυτή ήταν η ‘επιτυχία’ της κυβέρνησης Σαμαρά.
Αλλά μήπως η κατάσταση θα γινόταν καλύτερη τον Μάρτιο; Θα στενοχωρήσω τους ζηλωτές των Μνημονίων, αλλά ακριβώς η ίδια πρόβλεψη έδινε αρνητικό πρόσημο για όλες τις μέρες του Μαρτίου. Προβλέπονταν ταμειακά ελλείμματα για όλο το μήνα, που μάλιστα θα έφταναν σε εφιαλτικά ύψη 3, 4, ακόμη και σχεδόν 5 δις ευρώ μετά τις 20 Μαρτίου. Το κράτος που παρέδωσε ο κ. Σαμαράς ήταν απολύτως χρεοκοπημένο.
Tι έπρεπε λοιπόν να κάνει η νέα κυβέρνηση;
Μήπως να ομολογήσει ανοιχτά την κατάσταση και να ρίξει την ευθύνη στους προηγούμενους, όπως σας θυμίζω ότι είχαν κάνει και ο κ. Καραμανλής και ο κ. Παπανδρέου στο παρελθόν; Όχι βέβαια. Οι κουτόφραγκοι βλέπετε, δεν διαχωρίζουν ανάμεσα σε ‘καλούς’ και ‘κακούς’ Έλληνες όπως μερικοί στη χώρα μας δυστυχώς πιστεύουν. Ακόμη περισσότερο, πως θα μπορούσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να μπει σε σκληρή διαπραγμάτευση, αν ομολογούσε στους δανειστές ότι οι προηγούμενοι είχαν αφήσει πίσω τους κυριολεκτικά άδεια ταμεία;
Η νέα κυβέρνηση, πολύ λογικά, σιώπησε κι έτρεξε να μαζέψει το χάος. Κι επειδή δεν υπάρχουν μαγικές μέθοδοι στην οικονομία, αναγκάστηκε να κάνει εξονυχιστικό έλεγχο στις δαπάνες και να μεταθέσει πληρωμές του Δημοσίου. Το ποσό των πληρωμών που μετατέθηκαν όλο αυτό το διάστημα πλησιάζει σωρευτικά τα 2 δις. Είναι αναμφίβολα σοβαρό, έχει προκαλέσει σημαντική στενότητα στην αγορά και έχει επιτείνει την επενδυτική δυστοκία, αλλά δεν είναι τεράστιο, ούτε και εξαρτάται το μέλλον της Ελλάδας από αυτό. Δυστυχώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το χάος που άφησε πίσω του ο κ. Σαμαράς.
Τα κατάφερε λοιπόν η νέα κυβέρνηση να μετατραπούν τα ελλείμματα του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου σε πλεονάσματα, ώστε να γίνουν τακτικά οι πληρωμές μισθών και συντάξεων. Αλλά επειδή στην οικονομία δεν υπάρχουν ούτε μαγικά αλλά ούτε και θαύματα, ο Απρίλιος αποδείχθηκε δυσκολότατος. Ο λόγος είναι ότι πληρώνουμε τακτικά τα χρέη μας προς το ΔΝΤ, χωρίς να λαμβάνουμε ούτε ένα ευρώ χρηματοδότησης από ΕΕ/ΔΝΤ, καθώς μάλιστα η ΕΚΤ έχει περιορίσει την τραπεζική ρευστότητα με τρόπο εχθρικό προς τη χώρα μας. Όσο και να μεταθέτει το κράτος τις πληρωμές και να κάνει οικονομίες το ταμείο θα γίνει κάποια στιγμή αρνητικό.
Η πρόβλεψη για τον Απρίλιο ήταν ότι θα εμφανιζόταν ξανά ταμειακό έλλειμμα από τις 24 και μετά. Για να υπάρξει ασφάλεια λοιπόν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετέφερε τα αποθεματικά των δημοσίων φορέων με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου. Ας είμαστε ξεκάθαροι: πρόκειται για μια αναγκαστική κίνηση που έγινε υπό τεράστια πίεση.
Την πίεση μας την κληροδότησε η κυβέρνηση Σαμαρά και την έκανε απείρως χειρότερη η πολεμική συμπεριφορά των δανειστών και εταίρων μας, οι οποίοι απλώς δεν αποδέχονται εύλογα επιχειρήματα. Ο στόχος τους είναι να ακυρωθεί το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου και να παραδοθεί άνευ όρων η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Τα γεγονότα του Γιούρογκρουπ της 24ης Απριλίου με την προσπάθεια διασυρμού του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών καταδεικνύουν του λόγου το αληθές. Μια ΕΕ που κυριαρχείται από τις φιλοδοξίες και τους στόχους της Γερμανίας θέλει να εξευτελίσει την αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας και ότι αυτή αντιπροσωπεύει.
Οι επιδιώξεις των δανειστών συμπίπτουν με αυτές της ‘Τρόικας Εσωτερικού’ που απαρτίζεται από τα μεγάλα εγχώρια συμφέροντα και εκφράζεται πολιτικά από τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι και βρίσκει άπλετη στήριξη από τα μεγάλα ΜΜΕ. Το σύνθημά της είναι ‘ευρώ πάση θυσία’ και άρα συμφωνία της Ελλάδας με τους ‘θεσμούς’ γρήγορα και με οποιουσδήποτε όρους. Στην πράξη επιδιώκει την επιστροφή της χώρας στο καθεστώς των Μνημονίων που προκάλεσε τεράστια καταστροφή την τελευταία πενταετία και απορρίφθηκε αποφασιστικά στις 25 Ιανουαρίου από τον λαό. Αν επικρατήσουν οι δανειστές και η Τρόικα Εσωτερικού, η Ελλάδα θα καταδικαστεί οριστικά ως κοινωνία, ως χώρα και ως έθνος.
Τα πράγματα έχουν πλέον φτάσει σε οριακό σημείο για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και πλησιάζει η ώρα της κρίσιμης επιλογής. Οι εκροές του Δημοσίου για τον Μάιο προβλέπονται περί τα 4δις, με μια πληρωμή άνω των 700 εκ στο ΔΝΤ στις 12 του μηνός. Η πρόβλεψη συνεπώς είναι για μεγάλα ταμειακά ελλείμματα και όσο και να νοικοκυρέψει το Γενικό Λογιστήριο τις δαπάνες, υπάρχουν αξεπέραστα όρια.
Tι έπρεπε να γίνει;
Το τελευταίο διάστημα έχει εμφανιστεί πλημμύρα πρόθυμων ερμηνευτών της ψήφου του ελληνικού λαού στις πρόσφατες εκλογές. Η Τρόικα Εσωτερικού μας βομβαρδίζει συστηματικά με την άποψη ότι ο λαός δεν ψήφισε για ρήξη, ότι θέλει συμβιβασμό, ότι πάνω απ’ όλα θέλει να μείνει στο ευρώ και ούτω καθεξής. Ας μου επιτραπεί λοιπόν κι εμένα μια ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος, αφού στο κάτω-κάτω επιδίωξα τη λαϊκή ψήφο και η Ημαθία με τίμησε με τη δική της. Ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο: ο λαός δεν ψήφισε για να επιστρέψει στα Μνημόνια, να υποταχθεί άνευ όρων στους δανειστές και να έχει ξανά την Τρόικα Εσωτερικού στο κεφάλι του.
Είναι εμφανές ότι η μόνη μεγάλη πολιτική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε πορεία προόδου παραμένει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνησή μας έχει τεράστια κοινωνική και εθνική ευθύνη. Από την απόφασή της θα εξαρτηθεί η ευημερία, αλλά και η ανεξαρτησία του έθνους. Αν διαπιστώσει – όπως ήδη διαφαίνεται – ότι δεν υπάρχει ‘έντιμος συμβιβασμός’, οφείλει καταρχήν να ενημερώσει το λαό. Οφείλει επίσης να αντιταχθεί στους δανειστές διαλέγοντας το δρόμο της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων και στηριζόμενη στη λαϊκή συσπείρωση. Δεν υπάρχει καμία επιλογή που δεν είναι διαχειρίσιμη. Αν ο δρόμος της κοινωνικής και εθνικής ανασυγκρότησης περνάει από τη ρήξη, ούτε ο λαός, ούτε η πολιτική του ηγεσία πρέπει να τη φοβηθούν.
- Τελευταια
- Δημοφιλή