Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
10+1 σημεία για την εκλογική συνεργασία των δυνάμεων του ΌΧΙ μέχρι τέλους

Συλλογικό κείμενο μελών του ΝΑΡ και της νΚΑ *
1) Η αναγγελία των εκλογών για τις 20 του Σεπτέμβρη μας φέρνει μπροστά σε κρίσιμες εξελίξεις και αποφάσεις. Η εκλογική τακτική του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να λάβει υπόψη την εμπειρία του δημοψηφίσματος, το τρίτο μνημόνιο και το νέο τοπίο στην αριστερά. Το δημοψήφισμα συμπύκνωσε μια συγκλονιστική μάχη που έφερε το χνάρι των πιο σκληρών ταξικών και κοινωνικών αναμετρήσεων των τελευταίων χρόνων, του μίσους για το σάπιο πολιτικό σύστημα, του ταξικού ενστίκτου απέναντι στην τρομοκρατία που εξαπολύθηκε στους χώρους δουλειάς, των δομών αλληλεγγύης, της λαϊκής αυτοπεποίθησης που ξεπέρασε πρωτόγνωρους εκβιασμούς. Είναι σίγουρο ότι με όσα μεσολάβησαν τον Ιούλη ανοίγονται σήμερα νέες δυνατότητες και νέες δυσκολίες, αν και η έκφραση αυτή καταντάει κοινοτυπία αν αυτές δεν προσδιοριστούν συγκεκριμένα.
2) Το 62% του ΟΧΙ προφανώς δεν έμεινε ανέπαφο από τη μνημονιακή εξέλιξη, το νέο δόγμα του σοκ και το νέο «δεν υπάρχει εναλλακτική». Καταγράφονται διάφορες τάσεις μέσα σε αυτό το λαϊκό ρεύμα, μέσα στο οποίο ενυπάρχει ένα μαζικό τμήμα που μένει πιστό στο ΌΧΙ μέχρι τέλους και μέσα από την πείρα του Ιούλη εν δυνάμει σηκώνει το γάντι της ρήξης. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι σε αυτό επιχειρεί να απευθυνθεί και η εγκληματική συμμορία της Χρυσής Αυγής που επιδιώκει να βγει από το περιθώριο φορώντας δήθεν αντιμνημονιακό προσωπείο και παίζοντας το χαρτί του «όλοι ίδιοι είναι». Απ’ την άλλη η αντιπολιτική ακροδεξιά καθίσταται σοβαρή απειλή μόνο αν η ριζοσπαστική αριστερά αποτύχει να οργανώσει, να πολιτικοποιήσει και να εκπροσωπήσει τη δυναμική του ΌΧΙ μέχρι τέλους.
3) Το παραπάνω θα κριθεί καταρχήν μέσα από την αυτοοργάνωση αυτής της δυναμικής σε γειτονιές και χώρους δουλείας, στις επιτροπές του ΌΧΙ μέχρι τέλους που μπορούν να αποτελέσουν πρωτότυπα εργαστήρια πραγματικής δημοκρατίας, λαϊκής αυτενέργειας, συλλογικής ευφυΐας, αλληλεγγύης, αντίστασης, αντιφασιστικής πάλης, μάχης και ανατροπής. Άλλωστε, την κρίσιμη στιγμή της αντιπαράθεσης αν και πάντα δίνεις τη μάχη με όσα όπλα διαθέτεις, έγινε ξεκάθαρα αντιληπτό πόσο λείπουν θεσμοί επιβολής της λαϊκής – εργατικής θέλησης με πυρήνα ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα. Αυτό είναι δίδαγμα της μάχης του δημοψηφίσματος, όπου, παρά τις συγκλονιστικές και ιστορικές συγκεντρώσεις του λαού και το χαστούκι που έριξε στην κάλπη, καταγράφηκε σχετική αδυναμία να τσακιστεί έμπρακτα και να ακυρωθεί μαχητικά με όρους εργατικής – λαϊκής αυτοάμυνας και μαζικού κινήματος η τρομοκρατία των αφεντικών, τα λοκ άουτ, οι απολύσεις κτλ. πριν το δημοψήφισμα, ενώ κατώτερη των περιστάσεων ήταν και η λαϊκή αντίδραση στην πραξικοπηματική ακύρωση του ΌΧΙ από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
4) Η κοινωνική συγκρότηση του ΌΧΙ μέχρι τέλους μπορεί και επιβάλλεται να αλληλοτροφοδοτηθεί με μια πολιτική και εκλογική συνεργασία των δυνάμεων που συμβάλλουν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Είναι απολύτως αναγκαία μια πολιτική πρωτοβουλία καλέσματος, συσπείρωσης και συνεργασίας, που θα συμπεριλαμβάνει τις ριζοσπαστικές δυνάμεις που έδωσαν την μάχη για το «όχι της ρήξης» και το «όχι μέχρι το τέλος». Θεωρούμε αδιέξοδη την «αυταπάτη του κοινωνικού» που υποτιμά το πολιτικό πεδίο γενικά και τις πολιτικές και εκλογικές εκπροσωπήσεις ειδικά, σε μια περίοδο μάλιστα που η συνολική πολιτική διέξοδος, η υπέρβαση του κατακερματισμού και του μερικού και η προτεραιότητα μιας ηγεμονικής, ενοποιητικής δυναμικής προβάλλουν ως αμείλικτη ανάγκη. Άλλωστε, η μη (ή μη πετυχημένη) αναμέτρηση με το πεδίο των πολιτικών και εκλογικών εκπροσωπήσεων δεν αφήνει κενό – η πολιτική όπως και η φύση απεχθάνεται πάντα τα κενά – αλλά καλύπτεται από άλλου τύπου εκπροσωπήσεις με συνέπειες στον προσανατολισμό του κινήματος, όπως έδειξε και η εμπειρία της τελευταίας πενταετίας. Απ’ την άλλη, αδιέξοδη είναι και η «αυταπάτη του πολιτικού» που χωρίς σχέδιο και προσανατολισμό στο κίνημα και τη συγκρότηση του κοινωνικοπολιτικού υποκειμένου της ανατροπής, χωρίς με άλλα λόγια οργανωμένο λαό στο προσκήνιο, καταντάει όχι πολιτική διαμεσολάβηση της ταξικής πάλης αλλά αναπαραγωγή του φαύλου κύκλου αυτονόμησης – ανάθεσης – διαχείρισης. Η περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ είναι διδακτική και σ’ αυτό το σημείο. Μια εκλογική συμμαχία με δυνάμεις που βρίσκονταν μέχρι χθες εντός ΣΥΡΙΖΑ προφανώς δε σηματοδοτεί αυτόματα και την επαφή με τα ευρύτερα κοινωνικά μπλοκ που στήριξαν τη μάχη του ΟΧΙ. Ωστόσο, όπως γίνεται πάντοτε, η διάδραση με τις ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές που αναπτύσσονται σε κρίσιμες καμπές δε γίνεται μόνο αδιαμεσολάβητα και χωρίς ευρύτερες πολιτικές πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα για ένα χώρο σαν το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που παρά την κατοχυρωμένη συμβολή και απήχησή σε ευρύτερα ακροατήρια, απέχει πολύ από το να έχει την αναγκαία οργανωτική σχέση με την εργατική τάξη. Το ερώτημα δεν είναι αν είναι προτιμότερες οι εκλογικές συνεργασίες ή η δουλειά στο κίνημα, αλλά το πώς μια ενδεχόμενη επιτυχημένη εκλογική παρέμβαση – και πολύ πιθανά κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ενός μπλοκ της ρήξης – μπορεί να τροφοδοτήσει το μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα για το χτίσιμο της αντίστασης στη νέα μνημονιακή λαίλαπα, την εργατική – λαϊκή αντεπίθεση και την ανατροπή κυβέρνησης, ΕΕ, κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, σίγουρα δεν τεκμηριώνεται ότι όσα θετικά μετωπικά βήματα έχουν γίνει στο παρελθόν έδρασαν αποτρεπτικά στις κινηματικές αναμετρήσεις ή ότι μια εκλογική περιθωριοποίηση θα φέρει θετικά αποτελέσματα στους εργατικούς αγώνες.
5) Σήμερα, προβάλλει εξαιρετικά αναβαθμισμένα η δυνατότητα πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας των δυνάμεων του ΌΧΙ μέχρι τέλους, λόγω, συν τοις άλλοις, της ανταρσίας μελών, στελεχών και τάσεων του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο τρίτο μνημόνιο. Το ρεύμα αυτό δεν περιορίζεται στην Αριστερή Πλατφόρμα, αν και η τελευταία δίνει αυτή τη στιγμή τον τόνο. Ταξικά εκπροσωπεί το λαϊκό κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και τον πόθο της απαλλαγής από μνημόνια και λιτότητα, γι’ αυτό και βάλλεται συντεταγμένα από τα καθεστωτικά μίντια και τα αστικά κόμματα. Αποτελεί ένα ρεύμα αντιφατικό και ταλαντευόμενο, που φέρει μερίδιο ευθύνης για την πεντάμηνη διακυβέρνηση και τη χρεοκοπημένη στρατηγική του ευρωπαϊσμού, της εθνικής ενότητας και του «ιστορικού συμβιβασμού», την οποία τουλάχιστον ανέχτηκε. Οι όροι διαμόρφωσης αυτού του ρεύματος, αν και φέρουν τα βαρίδια του προηγούμενου διαστήματος, κυρίως θα σφραγιστούν από τις εξελίξεις «από τα κάτω» και «από τα πάνω» του επόμενου διαστήματος. Άλλωστε, η πιο έμπρακτη αυτοκριτική είναι η αλλαγή πολιτικού προσανατολισμού και το κριτήριο της πράξης που κρίνει αμετάκλητα και διαμορφώνει τα πολιτικά ρεύματα. Γνωρίζουμε τα ρίσκα και τους κινδύνους, αλλά ποντάρουμε στη δυνατότητα σφυρηλάτησης μιας νέας ανατρεπτικής λαϊκής ενότητας και όχι στην υπαρκτή πιθανότητα να αναπαραχθούν «μια απ’ τα ίδια». Σε αυτή τη φάση λοιπόν αν και δεν υπάρχουν άμεσα οι δυνατότητες κοινού πολιτικού μετώπου (που είναι κάτι που θα κριθεί και μπορεί να κατακτηθεί σε μια πορεία κοινής δράσης και δημοκρατικού διαλόγου), αποτελεί αναγκαιότητα και πρέπει να ιεραρχηθεί από το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η συνεργασία στις επερχόμενες εκλογές.
6) Το πολιτικό πλαίσιο αυτής της εκλογικής συνεργασίας έχει αναβαθμισμένη σημασία, όχι ως απλή ιδεολογική εμμονή αλλά ως συγκεκριμένη και έμπρακτη πολιτική αναγκαιότητα. Σήμερα, εκκινώντας από την ουσιαστική οριοθέτηση από ό,τι πραγματικά ηττήθηκε με την κατάρρευση της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ, και φτάνοντας ως τη συγκεκριμένη επεξεργασία του άλλου δρόμου και του μεταβατικού προγράμματος, η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει να σηκώσει το γάντι και όχι να κλείσει τη συζήτηση. Εξάλλου, η λογική ότι οι κοινωνικές και πολιτικές συνεργασίες και συμμαχίες γίνονται στη βάση του ελάχιστου δυνατού έδειξε τα όρια της μαζί με την κατάρρευση της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ. Μαζί με τη χρεωκοπία της στρατηγικής του ευρωπαϊσμού, χρεωκοπεί και η λογική του τακτικισμού, της αναμέτρησης αποκλειστικά με τον αμέσως επόμενο στόχο, της αποσύνδεσης τακτικής-στρατηγικής. Οι συνεργασίες γίνονται προωθητικά και με κουλτούρα ενότητας και πάλης για την ηγεμονία και συμφωνία σε κρίσιμους κόμβους, που κάθε φορά συγκροτούν το αναγκαίο, ώστε να μη βρεθούν πολύ γρήγορα αντιμέτωπες με τα ίδια τους τα όρια. Λογικές “ΣΥΡΙΖΑ του 2012”, απλών αντι-ευρώ αιτημάτων και μετά βλέπουμε, στείρου ενωτισμού χωρίς περιεχόμενο κλπ. όχι απλά δεν λειτουργούν προωθητικά αλλά είναι πολύ μακρυά από τις ανάγκες τις περιόδου και θα έχουν τελικά και τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν. Ο στόχος μας είναι η επίτευξη μιας νέας λαίκής αναταρεπικής ενότητας στη βάση του αναγκαίου περιεχομένου και όχι να προβάλλουμε ένα περιεχόμενο με κύριο στόχο τη μη επίτευξη της συνεργασίας. Πάντως, η ίδια η πείρα του τελευταίου διαστήματος αποδεικνύει, ότι η αποδέσμευση από ΕΕ και Ευρώ, η στάση πληρωμών – διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών και στρατηγικών τομέων της οικονομίας με εργατικό έλεγχο και η αναδιάταξη του παραγωγικού μοντέλου με ταξικό πρόσημο, αποτελούν τα «όπλα» στη μεγάλη σύγκρουση με το εγχώριο κεφάλαιο, τον ιμπεριαλισμό και την επιτροπεία, για την ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας, την απόσπαση κατακτήσεων προς όφελος των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και την εφαρμογή μιας φιλολαϊκής πολιτικής. Ιδιαίτερα το ΝΑΡ και ευρύτερες κομμουνιστικές δυνάμεις πρέπει να δώσουν τη μάχη του εργατικού προσανατολισμού, της αξιοπιστίας και των προϋποθέσεων του άλλου δρόμου, αλλά και τη σύνδεση με το στρατηγικό στόχο, το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την κομμουνιστική απελευθέρωση.
7) Η επιλογή εκλογικής συνεργασίας υπηρετεί μια ευρύτερη στοχοθεσία κοινής δράσης, ενότητας και διαπάλης για την ηγεμονία και το μετασχηματισμό ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που τάσσεται με τη ρήξη και την προσεγγίζει με διαφορετικά επίπεδα συνειδητότητας ως προς τις προϋποθέσεις της, το αναγκαίο μεταβατικό πρόγραμμα, το επίπεδο οργάνωσης του λαού, της συλλογικής πολιτικής αποφασιστικότητας και της διεθνούς υποστήριξης που απαιτεί. Η ιεράρχηση της εκλογικής συνεργασίας εκκινεί από τη μεγάλη εικόνα της διεργασίας που λαμβάνει χώρα στους κόλπους του λαού γύρω από το αν υπάρχει εναλλακτική και αν και πως καθίσταται βιώσιμη μια επιλογή ρήξης. Ταυτόχρονα, η συνεργασία αυτή ανοίγει με συγκεκριμένο τρόπο δυνατότητες για την επόμενη μέρα, αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενταχθεί σε αυτή ενιαία και με καθορισμένο σχέδιο: για τη συγκρότηση επιτροπών του ΟΧΙ παντού, αναβάθμιση της συγκρότησης στο εργατικό κίνημα, άμεσα επεξεργασία και αναβάθμιση του μεταβατικού προγράμματος (ώστε να μπορεί όχι απλά να απευθυνθεί σε μεγαλύτερα ακροατήρια, αλλά και να συμβάλλει στη συγκρότηση του υποκειμένου που είναι το πλέον κρίσιμο) Από την άλλη πλευρά, διπλά και τριπλά κατεβάσματα αριστερής αντιπολίτευσης στο ΣΥΡΙΖΑ που θα μιλάνε στο όνομα της ρήξης και του ΌΧΙ μέχρι τέλους υπονομεύουν τη δυνατότητα να βαθύνει το ρήγμα της 5ης Ιούλη και να μετασχηματιστεί σε κίνημα ανατροπής. Είναι προφανής η δυσκολία να υποστηριχθεί σε πλατιά λαϊκά ακροατήρια ενδεχόμενη αδυναμία συνεργασίας με τα κομμάτια που αποδεσμεύονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και ακόμα περισσότερο η υποτίμηση πιθανής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των δυνάμεων της ρήξης και του ΌΧΙ μέχρι τέλους.
8) Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η μάχη του περιεχομένου υποτιμάται ή ότι δεν υπάρχουν σοβαρά προγραμματικά ζητήματα ή θέματα φυσιογνωμίας του κοινού εκλογικού κατεβάσματος. Γι’ αυτό το λόγο, και με βάση το προγραμματικό κεκτημένο της κοινής μάχης για το ΌΧΙ της ρήξης από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη ΜΑΡΣ, το κίνημα «Δεν Πληρώνω», το Σύλλογο Γ. Κορδάτος και την κοινή δήλωση – κάλεσμα που συνυπέγραψαν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΜΑΡΣ, η Κίνηση Κομμουνιστών “Εργατικός Αγώνας” και το κίνημα “Δεν Πληρώνω”, το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΕΝΙΑΙΑ οφείλουν με ειλικρίνεια, ενωτική διάθεση, συντροφικότητα και συναίσθηση του πολιτικού κατεπείγοντος της περιόδου να απευθυνθούν στην Αριστερή Πλατφόρμα και σε όλες τις διαφοροποιήσεις του ΣΥΡΙΖΑ που συγκρούονται με τη αστική μνημονιακή πολιτική, την κυβέρνηση και το κόμμα που την εφαρμόζει, όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς, οργανωμένες και μη, για μια κοινή εκλογική κάθοδο. Σε αυτό τη συνεργασία θα είχε, κατά τη γνώμη μας, θέση και το ΚΚΕ, εάν η ηγεσία του δεν είχε τακτική σεχταρισμού, ηττοπάθειας και άρνηση επεξεργασίας πολιτικών στόχων και άμεσης ανατρεπτικής τακτικής. Ωστόσο, είναι κομβική η απεύθυνση σε δυνάμεις προερχόμενες από το ΚΚΕ, οργανώμενες και μη, και σε κόσμο που ασφυκτιά και πήρε θέση στο δρόμο και την κάλπη σε αντίθεση με την ηγεσία στη μάχη του δημοψηφίσματος. Έχουμε τη φιλοδοξία και την αυτοπεποίθηση ότι με μια τέτοια ψυχολογία και με πάλη για τη φυσιογνωμία μπορεί μια τέτοια πρωτοβουλία να αποτελέσει τομή για το «χώρο» και να συμβάλει στην επανεμφάνιση του κινήματος και τη μαχητική αντιπολίτευση.
9) Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το αντικαπιταλιστικό – αντιιμπεριαλιστικό – αντιφασιστικό, αντιρατσιστικό και διεθνιστικό στίγμα, την αυτοτέλειά της, το μεταβατικό πρόγραμμα, τη στρατηγική αναφορά σε μια σύγχρονη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική, τη σταθερότητα στις θέσεις, τους κατακτημένους δεσμούς με τον κόσμο των κινημάτων, τη συμβολή στους εργατικούς αγώνες, τα δημοκρατικά δικαιώματα, την αλληλεγγύη σε μετανάστες και πρόσφυγες, τη μάχη για το ΌΧΙ της ρήξης, την πανελλαδικότητά και το νεολαιίστικο δυναμικό της, μπορεί να δώσει τον τόνο στη συνεργασία διασφαλίζοντας και τη συνοχή – ενιαία εκλογική της παρέμβαση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Οφείλουμε να επιμείνουμε μέχρι τέλους στην ανάγκη μιας ενιαίας και προωθητικής στάσης από την πλευρά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Διακριτές κινήσεις, τακτικισμοί, θολές επιμέρους συσπειρώσεις μακρυά από τα κεκτημένα της συζήτησης και της φυσιογνωμίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όχι απλά δε συνεισφέρουν αλλά μπορούν να αποβούν καταστροφικά. Όλοι και όλες πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους, για την κοινή υπόθεση και μακρυά από μικροπολιτικούς σχεδιασμούς. Η μη εξασφάλιση της συνοχής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα διαλυτικά φαινόμενα θα αποτελέσουν συνολικό πισωγύρισμα και καταστροφή μιας πολύτιμης πολιτικής κατάκτησης. Προφανώς, η σημερινή κατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί αποτέλεσμα συσσώρευσης υπαρκτών προβλημάτων και αντιφάσεων, που δε δόθηκε χώρος και τρόπος δημοκρατικής επίλυσης. Ο μηδενισμός όμως μόνο κακές υπηρεσίες έχει να προσφέρει απέναντι σε ένα εγχείρημα που υπερβαίνει κατά πολύ το άθροισμα των οργανωμένων συνιστωσών του. Οφείλουμε να σκεφτούμε με όρους διαφορετικούς από το συνηθισμένο. Η κοινή εκλογική έκφραση του μπλοκ του ΟΧΙ μέχρι τέλους, είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από μια απλή συμμαχία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την Αριστερή Πλατφόρμα και μια εκλογική διακήρυξη. Μπορεί και πρέπει να τροφοδοτήσει μια τομή αλλαγής συσχετισμών στην Αριστερά συνολικά, που να συσπειρώσει ένα πολύ ευρύτερο δυναμικό γενικών και ειδικών πρωτοποριών, παλαιών και νέων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Ο στόχος μας δεν μπορει παρά να είναι η αποστοίχιση και άλλων δυνάμεων από τον ΣΥΡΙΖΑ (που πολλές φορές μπορεί να είναι και πιο ριζοσπαστικές από τη Λαϊκή Ενότητα, όπως π.χ. κομμάτια της νεολαίας, μέλη κοινωνικών κινημάτων κ.α.) και η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων της Αριστεράς και του κινήματος. Με τον τρόπο αυτό ανοίγει διαπλατα μια νέα και σοβαρή δυνατότητα για την Αριστερά της εποχής μας, για νέες ενότητες και διαφοροποιήσεις, που ξεπερνά κατά πολύ τα ίδια (και πολλές φορές φθαρμένα σε αγωνιζόμενο κόσμο) πρόσωπα.
10) Ειδικά για το ΝΑΡ η εκλογική συνεργασία, όπως περιγράφεται, αποτελεί ένα αποφασιστικό βήμα προώθησης αλλά και αναπροσαρμογής της μετωπικής πολιτικής στις νέες συνθήκες. Προκειμένου να δοθεί από καλύτερες θέσεις και η εκλογική μάχη και η ευρύτερη πάλη για την ηγεμονία και το μετασχηματισμό αυτού που ορίσαμε ως ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα που τάσσεται με τη ρήξη και την προσεγγίζει με διαφορετικά επίπεδα συνειδητότητας, το ΝΑΡ πρέπει σε άμεσο πολιτικό χρόνο να λάβει αποφασιστικές πρωτοβουλίες αφενός για τη συσπείρωση ευρύτερων κομμουνιστικών δυνάμεων και αφετέρου για την αναβάθμιση του αντικαπιταλιστικού μετώπου. Σήμερα, γίνεται ακόμα πιο σαφής η έλλειψη και η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός κομμουνιστικού φορέα που θα υπερβαίνει τον υπάρχοντα κατακερματισμό αλλά και το προγραμματικό και στρατηγικό έλλειμμα. Η αναβάθμιση του αντικαπιταλιστικού μετώπου περνάει, κατά τη γνώμη μας, από τη θετική υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού πόλου. Ένα τέτοιο σχέδιο είναι το ακριβώς αντίθετο μιας αρνητικής υπέρβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δια της διάλυσης εις τα εξ ων συνετέθη και η επιστροφή του ΝΑΡ σε ένα πολύ περιορισμένο εύρος πολιτικών συμμαχιών. Μια τέτοια εξέλιξη που κανείς δε τη θέλει γιατί είναι καταφανώς αναντίστοιχη με τις αναγκαιότητες της περιόδου και την ευρύτερη πολιτική στοχοθεσία μας, θα σηματοδοτήσει αντικειμενικά μια αρνητική πολιτική στροφή οριακή πλέον ακόμη και για τη συνοχή του ίδιου του ΝΑΡ και της νΚΑ. Δεν ευσταθεί μια προσέγγιση που εκτιμά ότι, παρά την ενδεχόμενη αποτυχία εκλογικής και πολιτικής συνεργασίας, οι πρωτοβουλίες του ΝΑΡ για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού πόλου και ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κόμματος θα προχωρήσουν απρόσκοπτα.
11) Και αν δε θέλει η Αριστερή Πλατφόρμα και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις; Τότε θα αναλάβουν τις ευθύνες των επιλογών τους. Σήμερα, η ανασύσταση του ΣΥΡΙΖΑ μιας προηγούμενης περιόδου δεν απαντά στα ερωτήματα και τα διλήμματα που τέθηκαν, απλά αναπαράγει την αντίφαση μιας χρεωκοπημένης στρατηγικής. Άλλωστε, «κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές». Σε κάθε περίπτωση, όσο καταστροφική είναι η μη αξιοποίηση της δυναμικής που μπορεί να προσφέρει η συνεργασία, άλλο τόσο δε συμβάλει μια πάση θυσία επιδίωξή της χωρίς αρχές, περιεχόμενο και προοπτική. Προλαβαίνουμε να προχωρήσουμε σε εκλογική συνεργασία σε τόσο λίγες μέρες; Το timing είναι η λυδία λίθος στην πολιτική. Εννοείται ότι το χρονικό πλαίσιο είναι ασφυκτικό. Το έθεσε ο αντίπαλος με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την πολιτική εκπροσώπηση του ΌΧΙ μέχρι τέλους. Δε μπορεί όμως το «δεν προλαβαίνουμε» να αποτελέσει δικαιολογία μη συνεργασίας. Οι καιροί ου μενετοί. Η μη επίτευξη της εκλογικής συνεργασίας υπονομεύει τις δυνατότητες πολιτικής συνεργασίας την επόμενη μέρα, και, κυρίως, υπονομεύει τη δυνατότητα μας να επικοινωνήσουμε με το ριζοσπαστικοποιούμενο δυναμικό που απελευθερώνεται. Κι αυτό δε βοηθάει την υπόθεση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Η ισχύς του αντιπάλου αλλά και οι μέγιστες δυνατότητες ριζοσπαστικών τομών που ανέδειξε η λαϊκή βούληση της 5ης Ιούλη δείχνουν ότι απαιτείται η μέγιστη συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε αυτή την κατεύθυνση. Ο χρόνος έτσι κι αλλιώς σε συνθήκες τρίτου μνημονίου μετράει αντίστροφα. Τώρα πρέπει να δουλέψουμε σε όλα τα επίπεδα με τη ματιά στραμμένη στους σεισμούς που μέλλονται για να ρθουν.
Πάντα στην ιστορία θα υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν μια ολόκληρη πορεία και οι εκάστοτε επιλογές θα λειτουργούν προωθητικά – ή αντιστρόφως ως σημαντικά πισωγυρίσματα. Τότε, που καταρρέει κάθε μηχανιστική αντίληψη και γραμμικότητα του χρόνου και απαιτείται και αποφασιστικότητα, η διατάραξη της κανονικότητας θα είναι πάντα επικίνδυνη, αλλά θα είναι η μόνη που εμπεριέχει τη δυνατότητα της ρωγμής σε προωθητική κατεύθυνση. Στις στιγμές αυτές λοιπόν, που πάντα θα έρχονται (και δεν αρκεί μόνο να αποτιμώνται ως τέτοιες εκ των υστέρων), εύκολος δρόμος δε θα υπάρχει. Ούτε θα υπάρξει ποτέ μια στιγμή που θα έχει να επιλέξει η Αριστερά και η εργατική τάξη ανάμεσα σε μια πλήρως εξασφαλισμένη ανατρεπτική επιλογή και σε ένα καταστροφικό δρόμο υποταγής. Αντίθετα, θα συνυπάρχουν οι προσδοκίες για τα μεγάλα άλματα με τις μεγαλύτερες καταστροφές και θα φαίνεται σε οριακές στιγμές να συγκλίνουν. Η δυνατότητα να επιλέξουμε σωστά θα κρίνεται πάντα από την αποφασιστική διάταξη δυνάμεων και το θάρρος να παρθούν τολμηρές αποφάσεις στις πιο πιεστικές καταστάσεις.
Ανδρίτσος Θάνος
Βουρεκάς Κώστας
Βλαχομήτρου Βάγια
Γαϊτάνου Ειρήνη
Γαλιατσάτου Βασιλική
Γούσης Κώστας
Ζόγκας Δημήτρης
Θεοδοσίου Αποστόλης
Καμμένος Γιάννης
Κατιντσάρος Τάσος
Κοτσαμπάσογλου Αντώνης
Κουτσούκος Αλέξανδρος
Κυριακάκης Γιάννης
Μανουράς Μάνος
Μανουράς Γιώργος
Μαριάς Γιώργος
Μινωτάκης Αλέξανδρος
Μοσχονάς Γιάννης
Παπαθωμάς Κίμων
Παπασπυρίδης Αλέκος
Σιδέρης Δημήτρης
Σουνάπογλου Θωμάς
Στασινού Μαρικαίτη
Φουρίκος Κώστας
Χαλκής Τόλης
Χριστοδουλόπουλος Ζάχος
πηγη: pandiera.gr
Εντός εκτός (ευρώ) και επί τα αυτά (ΕΕ) ή ρήξη για την ανατροπή;

Παναγιώτης Μαυροειδής
Όταν τέθηκε το ερώτημα του δημοψηφίσματος ΝΑΙ ή ΟΧΙ στις προτάσεις των δανειστών και της ευρωζώνης, ούρλιαξαν οι ευρωκράτορες και οι ντόπιοι μνημονιακοί βρυκόλακες, ότι τυχόν ΟΧΙ θα σήμαινε Έξοδο από Ευρωζώνη και ΕΕ.
Με ένα συντριπτικό 61,5% ο ελληνικός λαός απάντησε: ΟΧΙ, έστω και με ΕΞΟΔΟ, με συναίσθηση των κινδύνων, χωρίς να τους αγνοεί ή να πιστεύει κανείς ότι δεν τον απασχολούν.
Τρόμαξαν οι πάντες με το αποτέλεσμα. Ίσως περισσότερο οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ που το εισηγήθηκαν, καθώς το είχαν φανταστεί ως παίγνιο διαπραγμάτευσης και χειρισμού των διαθέσεων.
Τι έδειξε αυτό το ΟΧΙ;
Ότι ο κόσμος δε φοβάται τόσο όσο οι ηγεσίες της διαχειριστικής αριστεράς -κυβερνώσας ή μη- «φοβούνται» δήθεν, ότι φοβάται, ψάχνοντας για το δικό τους άλλοθι.
Ειδικά ο κόσμος που είναι χωρίς …ευρώ, δηλαδή ο εργατικός και λαϊκός κόσμος δε φοβάται την έξοδο, παρότι τον φοβερίζει διαρκώς η ίδια η αριστερά! Αντίθετα, συνειδητοποιεί πως είναι όρος για μια ζωή χωρίς μνημόνια, λιτότητα, εργασιακή βαρβαρότητα, γενική εμπορευματοποίηση των πάντων και ακρωτηριασμό της δημοκρατίας. Ή, σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνει ότι ακόμη και σε μια μετριοπαθή προσπάθεια αντίστασης σε όλα αυτά συναντά απέναντί του το οικοδόμημα της ευρωζώνης και της ΕΕ.
Λέει ο μνημονιακός και με τη βούλα πλέον ΣΥΡΙΖΑ: «Αν φύγουμε από το ευρώ, θα έχουμε μνημόνιο με δραχμή ή πλήρη εξαφάνιση μισθών και συντάξεων.
Συμπληρώνει το ΚΚΕ, με την υποτιθέμενη συνηγορία του διαχρονικού αντι-ΕΕ copyright: «αν φύγουμε τώρα από το ευρώ, όλα θα είναι χειρότερα»
Το βασικό αναγνωριστικό στοιχείο της (πρώην) Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ ως τώρα ήταν η πρόταση για έξοδο από την ευρωζώνη. Φαίνεται ωστόσο ότι το διάδοχο σχήμα Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ), μετά το χώρισμα των δρόμων με το ΣΥΡΙΖΑ, επιλέγοντας βασικά την κληροδότηση του «ριζοσπαστικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ», σταδιακά επανατοποθετεί το στόχο, με ένα διαφορετικό τρόπο.
Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης στην πρώτη συνέντευξη τύπου της ΛΑΕ, απάντησε πως «αν χρειαστεί για να καταργήσουμε τα μνημόνια να φύγουμε, θα το κάνουμε» (διαβάστε εδώ και σχετική κριτική από τον Τ. Τσίτσο, μέλος ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ)
Λίγες μέρες μετά ο Δημήτρης Στρατούλης, σε συνέντευξη του στην ΑΥΓΉ, δήλωνε σχεδόν πανομοιότυπα:
«Εάν για να προωθήσουμε το πρόγραμμά μας απαιτηθεί να συγκρουστούμε με την Ευρωζώνη και να επανέλθουμε στο εθνικό νόμισμα, δεν θα διστάσουμε να το κάνουμε». Με αρκετά μεγάλη αυστηρότητα, κάποιος σύντροφος έκανε λόγο για ..υποθετική αριστερά!
Συνεπώς δε πρόκειται για φραστικό σαρδάμ, αλλά για σταδιακή διολίσθηση λίγο ως πολύ στη γνωστή συνεδριακή θέση ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωζώνη: Πάμε να καταργήσουμε τα μνημόνια κατ’ αρχήν μέσα στην ευρωζώνη… Η διαφορά στην περίπτωση της ΛΑΕ είναι ότι δέχεται την έξοδο ως σχέδιο Β.
Η τραγική διάψευση αυτών των οδυνηρών αυταπατών της στρατηγικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που κατέληξαν στην αθλιότητα του Τρίτου Μνημονίου, πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να μας διδάξει περισσότερα πράγματα. Ή μήπως απέτυχε λόγω της ανικανότητας, απειρίας ή προδοσίας συγκεκριμένων ανθρώπων, ενώ άλλοι θα τα καταφέρουν στη «διαπραγμάτευση» καλύτερα;
Είναι και κάτι άλλο όμως: Πως δικαιολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ την απόλυτη υποταγή στα αφεντικά της ΕΕ, όταν σε μια νύχτα μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ, συνυπογράφοντας ένα πολύ χειρότερο σχέδιο συμφωνίας από αυτό που είχε καταψηφιστεί; «Αναγκαία ίσως η ρήξη, αλλά έτσι απροετοίμαστος που ήταν ο κόσμος, θα κατέληγε σε οδυνηρή ήττα»
Ο κόσμος όμως ήταν απροετοίμαστος, ακριβώς επειδή υπήρχε μια πολιτική γραμμή που αποκοίμιζε, που παρουσίαζε τους λύκους ως πρόβατα, ως εταίρους ή έστω στην πιο αγαθή περίπτωση είχε πλήρη άγνοια κινδύνου. Όταν ο εχθρός δεν εντοπίζεται, τότε ΠΑΝΤΑ, ο λαός θα είναι απροετοίμαστος και όλα πηγαίνουν στα βράχια.
Ξανά στο ίδιο έργο θεατές λοιπόν; Να δοκιμάσουμε ένα νέο γύρο ΣΥΡΙΖΑ 2 με άλλους πρωταγωνιστές; Θα πρόκειται για εκφυλισμό του λαϊκού ΟΧΙ.
Τι λέει όμως η ΛΑΕ για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Στις ως τώρα επίσημες τοποθετήσεις , δεν υπάρχει αναφορά.
Η καλύτερη εκδοχή θέσεων, σχετικά με την τοποθέτηση του συνδυασμού Λαϊκή Ενότητα για το ζήτημα της ΕΕ. σημειώνεται σε ρεπορτάζ της Εφημερίδας των Συντακτών, όπου αναφέρεται:
«Το ζήτημα της συμμετοχής ή αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε. μπορεί να τεθεί εκ των πραγμάτων στην ημερήσια διάταξη. Σ’ αυτή την περίπτωση, την απόφαση πρέπει να την πάρει ο ίδιος ο λαός, με δημοψήφισμα».
Το πόσο ακριβείς είναι οι πληροφορίες για το πρόγραμμα δεν το γνωρίζουμε ακόμη. Στη συνάντηση Λαϊκής Ενότητας με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ακόμη και η στοχοθεσία »ρήξη με την ΕΕ», δεν θεωρήθηκε σημείο συμφωνίας από την ΛΑΕ, με το επιχείρημα ότι «είναι η αποδέσμευση με άλλο όνομα» και ότι από μεριάς της μπορεί να γίνει αποδεκτή μια διατύπωση της μορφής «ρήξη με τις αντιλαϊκές πολιτικές της ΕΕ».
Στο ίδιο πνεύμα σε απάντηση του Χ. Κασίμη στην κριτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε άρθρο του στον ιστότοπο iskra διευκρινίζεται: «η έξοδος από την ευρωζώνη είναι απαραίτητη, ενώ θέση του μετώπου είναι και η ρήξη με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Η διαφοροποίηση είναι σαφής: Άλλο συνολική ρήξη και στόχος εξόδου από την ΕΕ και άλλο πράγμα η ρήξη με τις πολιτικές της. Όπως είναι και άλλης ποιότητας ο στόχος για ανατροπή μιας κυβέρνησης (ας πούμε της μνημονιακής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) με το στόχο της ανατροπής των επιμέρους πολιτικών της επιλογών.
Το σχήμα που φαίνονται να επιμένουν με τον ένα ή άλλο τρόπο οι εκπρόσωποι των νεότευκτου σχηματισμού στην καλύτερη περίπτωση είναι »εκτός ευρωζώνης, αλλά δε θέτουμε ζήτημα ΕΕ». Τουλάχιστον προς το παρόν…
Ο προβληματισμός αυτός δεν έρχεται από το πουθενά, αλλά διαθέτει πολυποίκιλο υλικό σε προσπάθεια υποστήριξης, που πρέπει να αξιολογηθεί.
Ο Κώστας Λαπαβίτσας που φέρεται ως ένας εκ των βασικών συντακτών του κειμένου υποστηρίζει προ πολλού αυτή τη θέση.
Στο βιβλίο του «Ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα για την Ελλάδα και την περιφέρεια της Ευρωζώνη» (Λιβάνης, 2014), ο αριστερός οικονομολόγος αναφέρει σχετικά:
«Στόχος η ‘’τριάδα του εφικτού’’: βαθιά διαγραφή χρέους (σ.σ. σε άλλο σημείο την προσδιορίζει στο 60%), αλλαγή οικονομικής πολιτικής και διαπραγμάτευση μιας νέας σχέσης με την ΕΕ και την ΟΝΕ. Μετά την έξοδο από το ευρώ και την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, είναι εφικτό να επινοήσει η Ευρώπη ένα σύστημα ελεγχόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών ή ένα σύστημα κοινού νομίσματος για τις διεθνείς συναλλαγές της ΕΕ στο σύνολό της».
Στο βιβλίο του «Κρίση και αριστερή διέξοδος. Θέσεις για ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο» (Λιβάνης, 2012) που έγραψαν από κοινού με τον Σ. Κουβελάκη, αναφέρεται σχετικά: «αν ο ελληνικός λαός κρίνει ότι πρέπει να αποχωρήσει και από την ΕΕ διότι δε θα μπορεί να κάνει πράξη το πρόγραμμα των αλλαγών που επιθυμεί, τότε θα φύγει και από την ΕΕ. Αλλά η κίνηση πρέπει να εξεταστεί σοβαρά, με τους δικούς της όρους, παίρνοντας υπόψη τους συσχετισμούς δύναμης που θα έχουν διαμορφωθεί μέχρι τότε σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και όχι απλώς ως αντίδραση σε ό,τι συμβαίνει τώρα».
Η ίδια λοιπόν φιλοσοφία: Επιβεβλημένη ή έξοδος από την ευρωζώνη, ενώ η έξοδος από την ΕΕ, αν τεθεί, θα πρέπει να αποφασίσει ο λαός.
Δεν έχουμε όμως αμφιβολία για τις δημοκρατικές προθέσεις.
Τίθεται όμως ή όχι ανάγκη εξόδου; Αυτό είναι το ουσιώδες ερώτημα. Διότι, αν τίθεται, (εμείς αυτό πιστεύουμε), χρειάζεται πολιτική προετοιμασία μάχης και συνειδητός σχεδιασμός ενεργειών, αλλιώς πάντα «ο λαός θα είναι απροετοίμαστος».
Ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε και κάτι άλλο: Για την μεν ΕΕ θα ρωτηθεί ο λαός, για το δε ευρώ, δε θα ρωτηθεί, αλλά θα υπάρξει απόφαση με …στρατιωτικό νόμο; Ρητορικό προφανώς το ερώτημα για να καταδειχθεί η αποφυγή τοποθέτησης πάνω στο στόχο της εξόδου από την ΕΕ από αυτό το ρεύμα.
Από τη μεριά του ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, ακολουθεί μια άλλη συλλογιστική με πολιτικά κριτήρια και στη βάση συγκεκριμένων εκτιμήσεων. Σε προεκλογική εκδήλωση (στις 6 Φλεβάρη 2015) της Αριστερής Πλατφόρμας για λογαριασμό της καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ και το στόχο του για «αριστερή κυβέρνηση», δήλωνε απαντώντας στο ερώτημα των προτεραιοτήτων δράσης αυτής της κυβέρνησης: «Δεν νομίζω πως τα πρώτα θέματα που πρέπει να θέσει η κυβέρνηση θα είναι αυτά του ευρώ και της ΕΕ. Το θέμα αυτό είναι το λιγότερο προνομιακό πεδίο για να δώσει τη μάχη. Διασταυρώνονται σε αυτό οι πιο μεγάλες ανασφάλειες» (http://rproject.gr/video/diimero-iskra-rproject-mahome-petros-papakonstantinoy).
Λίγο ως πολύ το ζήτημα αντιμετωπίζεται σε αυτή τη συλλογιστική ως ιδεολογικό ζήτημα που αφορά την αριστερά, ως επιλέξιμο ή όχι για συζήτηση και όχι ως ένα αντικειμενικό δεδομένο που θα τεθεί εκ των πραγμάτων και με το «καλημέρα» από τον αντίπαλο.
Καλό θα ήταν να γίνει απολογισμός για αυτές τις εκτιμήσεις, στο φόντο των δραματικών εξελίξεων που ακολούθησαν και να απαντηθεί αν αυτή συνέβαλε στην προετοιμασία του κόσμου για ρήξη ή έστω κάποιων στο ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτές οι τοποθετήσεις ήταν τότε λαθεμένες και στηριζόντουσαν σε εκτιμήσεις που δεν επιβεβαιώθηκαν. Σήμερα όμως η επαναφορά τους, είναι κάτι παραπάνω από επιζήμια και προβληματική, καθώς αγνοεί όλη την πολιτική πείρα της επτάμηνης πυκνής περιόδου κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (που παρεμπιπτόντως κάθε άλλο αριστερή αποδείχτηκε).
Θα αρκούσε ίσως η τεκμηρίωση της ανάγκης του στόχου για έξοδο από την ΕΕ, και μόνο λόγω του γενικού αντιδραστικού χαρακτήρα της ως υπερ-όπλο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού ενάντια στις εργατικές τάξεις όλων των χωρών της, αλλά ιδιαίτερα σε ότι αφορά αυτές της περιφέρειας όπως η Ελλάδα.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: Η ΕΕ είναι το βασικό πεδίο σχεδιασμού και επιβολής της δημοσιονομικής προσαρμογής, δηλαδή των μνημονιακών πολιτικών.
Είναι προτιμότερο να αφήσουμε να ‘’μιλήσει’’ η Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2015 της Ελληνικής Δημοκρατίας:
«Σύμφωνα με τη νέα οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όλες οι οικονομίες των κρατών-μελών της ΕΕ, υπόκεινται πλέον σε ενισχυμένη εποπτεία και υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν από την υιοθέτηση του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, καθώς και τους κανονισμούς (six-pack και two-pack) για την ενίσχυση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (fiscal pact) που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2013.
Το νέο πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας καθορίζει τις υποχρεώσεις κάθε κράτους-μέλους, οι οποίες περιλαμβάνουν:
- την τήρηση του κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού (σ.σ. στην περίπτωσή μας η υποχρέωση μεταφράζεται σε απαίτηση πλεονασματικού προϋπολογισμού, με στόχο την αποπληρωμή του χρέους σε ποσό τουλάχιστον σε ποσοστό 5% ετησίως του υπερβάλλοντος χρέους πέρα από το 60% του ΑΕΠ, πράγμα που αντιστοιχεί σε δημοσιονομικά μνημονιακά μέτρα κοντά στα 12 δις, όπως και γίνεται με το Τρίτο Μνημόνιο!),
- την εφαρμογή πολιτικών που οδηγούν σε διατηρήσιμα αποτελέσματα (μεταρρυθμίσεις), (σ.σ. εννοούν όλα τα μόνιμα αντεργατικά μέτρα και τομές, όπως αυτά που θεσπίστηκαν στα κατά καιρούς μνημόνια)
- την πρόβλεψη για μηχανισμό αυτόματης διόρθωσης τυχόν αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους, (σ.σ. πρόκειται για τον περίφημο αυόματο ‘’κόφτη’’ που ψηφίστηκε στη Βουλή ως βασικό προαπαιτούμενο)
- την προληπτική εποπτεία του εθνικού προϋπολογισμού (διαδικασία «ευρωπαϊκού εξαμήνου»), (σ.σ. βλέπε παρακάτω)
- τον έλεγχο του προϋπολογισμού και των μακροοικονομικών προβλέψεων από ανεξάρτητες εθνικές αρχές (Δημοσιονομικό Συμβούλιο), (σ.σ. ενσωματώθηκε στο Τρίτο Μνημόνιο)
- την υπαγωγή σε καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας» και τη σύναψη μνημονίου συνεννόησης όταν προσφεύγει στη χρηματοδοτική στήριξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ΕΜΣ)»
Τι μας λέει το παραπάνω απόσπασμα; Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει μνημόνια διαρκείας, αλλά και μόνιμη εποπτεία, δηλαδή κατάργηση κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας. Αν η παραμονή στην ευρωζώνη σημαίνει αφαίρεση του όπλου της νομισματικής ανεξαρτησίας, η παραμονή στην ΕΕ σημαίνει κάτι ευρύτερο και βαθύτερο, που είναι η μόνιμη δημοσιονομική προσαρμογή, σε καθεστώς επιτροπείας. Το πρώτο είναι φονικό όπλο του δεύτερου.
Αξίζει να σκαλίσουμε το θέμα λίγο παραπάνω.
Στο εξής ο προϋπολογισμός στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των γενικών απαιτήσεων της ΕΕ, θα αποτελεί επιμέρους στοιχείο της διαδικασίας του ‘’Ευρωπαϊκού Εξαμήνου’’ και εν τέλει θα υπαγορεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αντιγράφουμε από την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
‘’Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο είναι το πρώτο στάδιο του ετήσιου κύκλου καθοδήγησης και εποπτείας της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλύει τις δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των πολιτικών κάθε κράτους-μέλους, παρέχει συστάσεις και παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Στην δεύτερη φάση του ετήσιου κύκλου, που είναι γνωστή ως Εθνικό Εξάμηνο, τα κράτη μέλη θα εφαρμόσουν τις πολιτικές που έχουν συμφωνηθεί’’.
Θα πει κάποιος, ‘’μα πρόκειται για συστάσεις και σε κάθε περίπτωση εφαρμόζεται μια διαδικασία δημοκρατικής απόφασης’’.
Δεν είναι έτσι, ΟΥΤΕ θεωρητικά και να γιατί:
Οι αποφάσεις για τη διόρθωση και οι συστάσεις για ‘’προγράμματα μεταρρυθμίσεων’’ καταλήγονται με την αρχή της λεγόμενης ‘’αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας’’.
Αντιγράφουμε:
‘’Σύμφωνα με τη διαδικασία της ψηφοφορίας με αντίστροφη ειδική πλειοψηφία, η οποία έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, μια σύσταση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει εγκριθεί, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας που αρχίζει από τη στιγμή που η Επιτροπή εγκρίνει τη σύστασή της’’.
Με λίγα λόγια: Όποια σύσταση θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχύει εξ ορισμού. Είναι σα να λέμε …θεόσταλτη. Για να αναιρεθεί πρέπει να ψηφιστεί μια εναντίον της πρόταση αν:
‘’συγκεντρωθούν υπέρ αυτής τουλάχιστο 255 σταθμισμένες ψήφοι (από σύνολο 345 ψήφων) οι οποίες να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστο δύο τρίτα των μελών του Συμβουλίου’’.
Συνεπώς, σύμφωνα με τη νέα «δημοκρατική» γλώσσα της ΕΕ, μια απόφαση είναι κανονική αν απλά ταυτίζεται με μία σύσταση- μνημόνιο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά χρειάζεται ‘’ειδική πλειοψηφία’’ ή ποσοστό 75% υπέρ της αν διεκδικεί την απόρριψη της σύστασης.
Ο ορισμός της απολυταρχίας του κεφαλαίου!
Το να μιλά κανείς για παρέμβαση και διαπραγμάτευση σε αυτό το πεδίο, ισοδυναμεί όχι μόνο να παίζεις με πειραγμένα ζάρια, αλλά και να το γνωρίζεις και να το αποδέχεσαι.
Πέρα από το ζήτημα της δημοσιονομικής προσαρμογής, πρέπει να λάβει κανείς υπόψη ότι η ΕΕ επιβάλει ασφυκτικό πλαίσιο σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιων κοινωνικών αγαθών, επιβάλλοντας τις ιδιωτικοποιήσεις, εφαρμόζει την αγροτοκτόνα Κοινή Αγροτική Πολιτική, προωθεί όλο το αντιδραστικό οπλοστάσιο των αντεργατικών εργασιακών ρυθμίσεων με την επιβολή της ελαστικής εργασίας κλπ. Τι ταξικό πρόσημο μπορεί επομένως να έχει μια «παραγωγική ανασυγκρότηση» με την παραμονή σε αυτή;
Γενικό συμπέρασμα: Το ζήτημα της ΕΕ, δεν είναι θέμα του αύριο, αλλά του σήμερα, τίθεται ήδη και είναι καιρός να εγκαταλειφθεί η συμπεριφορά στρουθοκαμήλου από την αριστερά.
Επίσης, δεν είναι θέμα …ιδεολογικό για πανεπιστημιακά συνέδρια, αλλά σχετίζεται με την αξιοπρεπή ζωή της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας, στην εποχή της γενικευμένης κρίσης του καθολικού καπιταλισμού και της αντιδραστικής απάντησης σε αυτήν, ειδικά στα φύτρα των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων.
Το ζήτημα και οι διαφορές, δεν έγκεινται στο θέμα του χρόνου, της χρονικής συσχέτισης σε σχέση με την έξοδο από την ευρωζώνη και τις τακτικές, αλλά στην εκτίμηση (ρητά πρέπει να συμφωνήσουμε ότι ανατροπή μνημονίων και αντικαπιταλιστικός δρόμος μέσα στην ΕΕ, δεν μπορεί να υπάρξουν) και στο στόχο (με σαφήνεια πρέπει να συμφωνείται και να επιδιώκεται η προετοιμασία και συσπείρωση του λαού πάνω στο στόχο της εξόδου από την ΕΕ).
Μιλώντας πάντα για τον παροντικό χρόνο. Ούτε για το χθες, ούτε για το αύριο.
πηγη: pandiera.gr
Αντιμνημονιακή διαχείριση ή αντικαπιταλιστικό μέτωπο και πρόγραμμα;

Αναδημοσίευση από narnet.gr
Στο πλαίσιο των πολιτικών πρωτοβουλιών την περίοδο αυτή, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έστειλε κείμενο πολιτικής πρότασης σε ένα σύνολο δυνάμεων της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένης της «Λαϊκής Ενότητας-ΛΑ.Ε.» Με βάση αυτή την πολιτική πρόταση έγινε και η σχετική συνάντηση ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ την προηγούμενη Παρασκευή 22/08, όπου έγινε αναλυτική συζήτηση πάνω στα σημεία που τέθηκαν. Την Δευτέρα 24.08 εστάλη από την ΛΑ.Ε το κείμενο των θέσεών της, εκτεταμένα σημεία του οποίου έχουν παρουσιαστεί ήδη στον τύπο και στο διαδίκτυο.
Το παρόν κείμενο αποτελεί μία συντροφική κριτική της κατεύθυνσης και βασικών στόχων του κειμένου αυτού της ΛΑ.Ε.:
«ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΦΙΛΟΛΑΪΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ» Ή ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙ-ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙ-ΕΕ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ;
Αντώνης Δραγανίγος, μέλος της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της Π.Ε. του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση
1. Το κριτήριο για να κρίνουμε την πρόταση της ΛΑ.Ε.
Στην ΚΣΕ της ΑΝΑΡΣΥΑ κοινοποιήθηκε την Δευτέρα το βράδυ (24/8) η «τελική» -όπως αναφέρεται- πρόταση της ΛΑ.Ε. για την πολιτική και εκλογική συνεργασία (κείμενο με τίτλο «ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ & ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ «ΟΧΙ»). Κριτήριο για να κρίνουμε την πρόταση αυτή είναι το αντίστοιχο «Ανοιχτό Κάλεσμα πολιτικής συνεργασίας» που δημοσιοποίησε και απεύθυνε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλοντας την πρόταση συνεργασίας και διαλόγου της στις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς.
Κεντρικό σημείο στο «κάλεσμα πολιτικής συνεργασίας» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αυτό που θεωρεί ως το βασικό συμπέρασμα της περιόδου: «Από την μια ο δρόμος των φρικτών μνημονίων, της ανεργίας, της διαρκούς επιτροπείας. Και από την άλλη ο δρόμος της ρήξης με ΕΕ, ΔΝΤ, με τις πολυεθνικές και τους τραπεζίτες, έξω από ευρώ – ΕΕ, χρέος και μνημόνια. Ο δρόμος της ανατροπής της αντιδραστικής πολιτικής σήμερα, με προοπτική και στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού… Η ιστορική εμπειρία του προηγούμενου διαστήματος έδειξε καθαρά ότι αυτοί οι δύο δρόμοι είναι ασύμβατοι. Ότι δεν μπορεί να υπάρξει «ενδιάμεση» πρόταση, πρόταση «φιλολαϊκής διαχείρισης» μέσα στα πλαίσια της ευρωζώνης, της ΕΕ και του καπιταλιστικού μονόδρομου.»
Σε αυτό τα πλαίσιο πρότεινε το γνωστό πλαίσιο στόχων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ολόκληρο το κείμενο εδώ)
2. Γενικός χαρακτήρας του προγράμματος της ΛΑ.Ε.
Ως πολιτικός στόχος του μετώπου που προτείνεται από τη ΛΑ.Ε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ορίζεται η δημιουργία μιας «ριζοσπαστικής εναλλακτικής λύσης στη Μνημονιακή τραγωδία, προς όφελος των λαϊκών τάξεων, σε βάρος του μεγάλου κεφαλαίου, για την απαλλαγή της Ελλάδας από τη θανάσιμη επικυριαρχία των ιμπεριαλιστικών κέντρων» ή διαφορετικά σε μια «ριζοσπαστική, εναλλακτική λύση στη σημερινή Μνημονιακή πραγματικότητα»
Το μέτωπο που θα προωθήσει αυτή την «εναλλακτική λύση» είναι ένα «ευρύτατο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο ανατροπής των Μνημονίων και της εξοντωτικής λιτότητας, της αντιδημοκρατικής εκτροπής και της μετατροπής της Ελλάδας σε ευρωαποικία με μοχλό το χρέος».
Τόσο από το γενικό του προσανατολισμό, όσο και στους επιμέρους στόχους του προτεινόμενου κοινού προγράμματος, πέρα από κάποιες φραστικές αναφορές, θεωρούμε πως πρόκειται για πρόγραμμα φιλολαϊκής διαχείρισης εντός του καπιταλισμού και της ΕΕ, «ανάπτυξης της χώρας σε όφελος του λαού, κλπ» και όχι ένα πρόγραμμα ρήξης με το κεφάλαιο και την ΕΕ.
Στην ουσία περιγράφεται μια τέτοιου είδους «εναλλακτική λύση στα μνημόνια» και ένα «αντιμνημονιακό μέτωπο που θα την εφαρμόσει».
3. Ποιος και γιατί φέρνει τα μνημόνια;
Στην πρόταση της ΛΑΕ τα μνημόνια είναι πλήρως αποσυνδεμένα από τον καπιταλισμό και την κρίση του. Από τους ταξικούς και πολιτικούς στόχους που υπηρετούν. Τα μνημόνια δεν αποτελούν την δύναμη κρούσης στην επίθεση του επιχειρηματικών ομίλων και του κεφαλαίου, για το βάθεμα της εκμετάλλευσης και το ξεπέρασμα της κρίσης του, αλλά εξυπηρετούν τα συμφέροντα των «δανειστών» και των «τραπεζιτών». Όπως αναφέρει η πρόταση-πρόγραμμα της ΛΑ.Ε. «Εργαζόμενοι, αγρότες, νέοι, επαγγελματίες και μικροί επιχειρηματίες καταστρέφονται μόνο και μόνο για να εξασφαλισθούν οι δόσεις της δανειακής «βοήθειας», οι οποίες, πηγαίνουν την ίδια στιγμή, κατά το 99%, είτε στους δανειστές, είτε στους τραπεζίτες». Συνακόλουθα, το πρόβλημα είναι η «πραγματική οικονομία»: «Σταγόνα δεν πέφτει στην πραγματική οικονομία και τους πολίτες που βρίσκονται στο χείλος του οικονομικού αφανισμού». (θέση 2)
Αυτός ο ορισμός του προβλήματος αποτελεί την βάση όχι για μια πολιτική ρήξης με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, αλλά, -σε τελική ανάλυση- ταξικής συνεργασίας, όχι μεταβατικού προγράμματος για την υπέρβαση του καπιταλισμού, αλλά προγράμματος για την «σωτηρία της χώρας».
Σε αντίθεση με αυτό, στο σύντομο πολιτικό κάλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των 4 άλλων οργανώσεων, περιγράφεται έτσι: «Λίγες μέρες μετά η κυβέρνηση ψήφισε το τρίτο επαχθές μνημόνιο, με το οποία κλιμακώνεται η επίθεση του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ με στόχο το ξεπέρασμα της κρίσης του καπιταλισμού σε βάρος των εργαζόμενων και του λαού».
Μέχρι και στην ιδρυτική διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2013 χαρακτηριζόταν η κρίση σαν «παγκόσμια δομική κρίση του καπιταλισμού, μετά από δεκαετίες συσσώρευσης κερδών και μια τεράστια αναδιανομή πλούτου και εξουσιών υπέρ του κεφαλαίου» και τα μνημόνια συνδέονταν- αναγκαία αν και όχι άμεσα- με αυτή. Τώρα, μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ σε ολόκληρη διακήρυξη δεν υπάρχει καν η λέξη καπιταλισμός!!
Σε συνέπεια με αυτή την εκτίμηση, η απάντηση -στο κείμενο Θέσεων της ΛΑ.Ε.- είναι το «αντιμνημονιακό μέτωπο». Το μέτωπο «ανατροπής των Μνημονίων και της εξοντωτικής λιτότητας, της αντιδημοκρατικής εκτροπής και της μετατροπής της Ελλάδας σε ευρωαποικία με μοχλό το χρέος» (Θέση 3). Αφού στην εκτίμηση του προβλήματος δεν υπάρχουν οι δυνάμεις του κεφαλαίου, ούτε ο καθοριστικός ρόλος της ΕΕ (θα δούμε παρακάτω) το μέτωπο που προτείνει η ΛΑ.Ε στρέφεται ενάντια «στην λιτότητα, την αντιδημοκρατική εκτροπή, την ευρωαποικία»
Δεν καλεί τους εργαζόμενους, την άνεργη νεολαία, τους μικρομεσαίους, τους ελευθεροεπαγγελματίες στο δικό τους κοινωνικό και ταξικό μέτωπο ενάντια στις δυνάμεις του μαύρου μετώπου κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ, ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, το πολιτικό τους σύστημα και την ΕΕ, που ενώθηκαν σε ενιαίο μέτωπο στην περίοδο του δημοψηφίσματος. Δεν βγάζει καν αυτό το συμπέρασμα. Ένα φτωχό, πίσω από την «ταξική επιλογή» της μεγάλης πλειοψηφίας του δημοψηφίσματος «αντιμνημονιακο μέτωπο». Μια πιο φτωχή επανάληψη του βασικού σχήματος του ΣΥΡΙΖΑ του 2013.
4. Ποια είναι η εναλλακτική λύση που προτείνεται;
«Τα άμεσα μέτρα»
Ο νέος δρόμος δεν ορίζεται κοινωνικοταξικά, παρά με το φτωχό «πάλη ενάντια σε κάποια συμφέροντα»! Η περιγραφή του ξεκινάει μέσα από τον ορισμό των «άμεσων» και των γενικότερων στόχων του προγράμματος.
Στα άμεσα μέτρα του προγράμματος της ΛΑ.Ε. αναφέρονται τέσσερα:
«Η κατάργηση των μνημονίων και των αποικιοκρατικών δανειακών συμβάσεων, η διακοπή πληρωμών του χρέους με στόχο τη συνολική διαγραφή του χρέους ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του».. «η εθνικοποίηση των τραπεζών», και η «αναδιανομή του πλούτου».
Αλλά και σε αυτά τα άμεσα πρώτα βήματα η αίσθηση του «ρεαλισμού», ενός ρεαλισμού κυβερνητικού προγράμματος είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ας πούμε για το τεράστιο ζήτημα της ενίσχυσης της θέσης της εργατικής τάξης και της αλλαγής τη σχέσης μισθών-κερδών γράφει:
«Ο άμεσος τερματισμός της λιτότητας και η εφαρμογή μιας πολιτικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των εργαζόμενων στρωμάτων και σε βάρος των ολιγαρχών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τα πιο χτυπημένα από την κρίση κοινωνικά στρώματα- αύξηση των κατώτατων μισθών, συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας, εξασφάλιση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βασικών αγαθών (ρεύμα, νερό, θέρμανση) για όλους. Γενικότερα, στήριξη μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών. Σταδιακή αύξησή τους σε συνδυασμό ιδιαίτερα με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, ώστε να διασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση.»
Εδώ ξαναγυρνάμε στην λογική του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Οι αυξήσεις αφορούν μόνο τους «κατώτατους μισθούς», (πράγμα για το οποίο έγινε ολόκληρη διαπάλη στο εργατικό κίνημα όταν ο ΣΥΡΙΑ ξεπούλαγε στο όνομα του ρεαλισμού τις αυξήσεις στο σύνολο των μισθών ακόμα και την επαναφορά στο 2009) και συνδέεται με τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ελληνικού καπιταλισμού (κι όχι την αφαίρεση πλούτου από το κεφάλαιο)
Ακόμα και στο θέμα της μετανάστευσης ο συντάκτης του κειμένου της ΛΑ.Ε. νοιώθει την ανάγκη να επικαλεστεί σε ένα προγραμματικό κείμενο την διεκδίκηση «της στήριξης που οφείλει στη χώρα μας και στις άλλες χώρες «πρώτης γραμμής» η Ε.Ε»!!, λες και δεν είναι η Ε.Ε. που δημιουργεί και αναπαράγει το πρόβλημα.
Σε κάθε περίπτωση, τα όποια «άμεσα μέτρα» που επικαλείται το πρόγραμμα της ΛΑ.Ε. υπήρχαν και στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και ξέρουμε πλέον καθαρά πού σκόνταψαν. Έγιναν στάχτη όταν ήρθε η ώρα τη ρήξης με τις ενωμένες δυνάμεις του κεφαλαίου και της ΕΕ, όταν έγιναν αντικείμενο «διαπραγμάτευσης» με τον Γιουνκέρ τον Ολάντ και τον Σόιμπλε.
«Η παραγωγική ανασυγκρότηση»
Παράλληλα με αυτά τα «άμεσα μέτρα» η θέση της ΛΑ.Ε. είναι να «προωθηθούν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για την αλλαγή του χρεοκοπημένου μοντέλου ανάπτυξης και την ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών υπέρ του λαού και σε βάρος των διαπλεκόμενων ολιγαρχών» (Θέση 6).
Αυτό είναι η καρδιά του προγράμματός της. Αυτή η πλευρά ιεραρχείται στο πρόγραμμα, αυτό προβάλλουν πρώτα από όλα τα στελέχη της στον δημόσιο λόγο τους.
Η «παραγωγική ανασυγκρότηση» της ΛΑ.Ε περιγράφεται ως μια λογική για την ανάπτυξη/τακτοποίηση του καπιταλισμού, σε βάρος των «διαπλεκόμενων ολιγαρχών»!! (με εγκόλπωση των παραγωγικών φανταζόμαστε;). Πρόκειται για ένα μοντέλο «μικτής οικονομίας», με σχετικά αναβαθμισμένο ρόλο του κράτους (το πρόγραμμα μιλάει για «Τερματισμό των αρπακτικών ιδιωτικοποιήσεων επιχειρήσεων, δικτύων και υποδομών»… (ό,τι πουλήθηκε έως τώρα, πουλήθηκε, δηλαδή;), «εθνικοποίηση των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, δικτύων και υποδομών, οι οποίες θα αναλάβουν και το ρόλο της ατμομηχανής…», «ανάπτυξη του τρίτου-κοινωνικού- τομέα», «μετατόπιση του άξονα από την κατανάλωση στην παραγωγή» κλπ
Είναι άλλο πράγμα να θέτεις το ζήτημα της προστασίας των συλλογικών παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας –και πρώτα από όλα της εργατικής τάξης που είναι η πρώτη παραγωγική δύναμη-, σαν στόχο αγώνα, ορίζοντας από ποιον θα γίνει (εργατική τάξη –λαϊκά στρώματα) ενάντια σε ποιόν (την λογική του κέρδους, την ΕΕ, τον ανισομερή διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας) και είναι άλλο πράγμα να προτείνεις ένα άλλο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, εν είδη τεχνοκρατικά ορθολογικού, οικολογικού και «κοινωνικά ευαίσθητου σχεδίου», σαν καρδιά του προγράμματός σου. Τα ξέρουν αυτά οι αστοί, καλύτερα από μας.
Πόσες αυταπάτες πρέπει να πληρώσουμε. Πόσες απογοητεύσεις πρέπει να νοιώσουμε για να ξεπεράσουμε την «φιλοδοξία», να σώσουμε το σύστημα, να του βρούμε το «σωστό», «παραγωγικό», «μοντέλο ανάπτυξης», μαζί με τους «υγιείς», «μη διαπλεκόμενους» επιχειρηματίες; Τι διαφορετικό επιτέλους έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ; Το πρόγραμμα και η πρακτική του είναι γεμάτη από τέτοιες αυταπάτες. Αντιγράφουμε από το πρόγραμμά του ΣΥΡΙΖΑ:
«Διαμορφώνουμε τις προϋποθέσεις για την παραγωγική και οικολογική ανασυγκρότηση της χώρας, με άρση του υπερσυγκεντρωτισμού στην Αττική και των ανισοτήτων ανάμεσα στις περιφέρειες και ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο…. Η παραγωγή,..θα βασιστεί στο δημόσιο τομέα, σε συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριστικά σχήματα, εταιρίες λαϊκής βάσης, εγχειρήματα κοινωνικής οικονομίας, σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα αυτές με καινοτόμες δράσεις».
Παλιό, πολύ παλιό. Δοκιμασμένο και αποτυχημένο.
5. Τι λέει τελικά το πρόγραμμα της ΛΑ.Ε. για την ευρωζώνη και την ΕΕ;
Και αφού μάθαμε τα «άμεσα μέτρα» και το πρόγραμμα της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», φτάνουμε στο ζήτημα της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Εκεί που θα έπρεπε να ξεκινήσουμε με βάση την εμπειρία του δημοψηφίσματος.
Το κείμενο διατυπώνει τις θέσεις έτσι:
«Επομένως, το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη και της ρήξης με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της Ε.Ε., η οποία ακολουθεί όλο και πιο αντιδραστικούς και ολοκληρωτικούς δρόμους, τίθενται στην ημερήσια διάταξη, όχι με όρους ιδεολογικών εμμονών, αλλά με όρους στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού». (Θέση 8)
Και αφού μάθαμε ότι τίθεται στην «ημερήσια διάταξη», αμέσως μετά, μέσα από περίτεχνες εκφράσεις υποβαθμίζεται σε «ένα από τα εργαλεία», διότι «δεν αποτελεί αυτοσκοπό» για την «παραγωγική ανασυγκρότηση».
«Η ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και η καθιέρωση, με νέους, δημοκρατικούς, κοινωνικούς και αναπτυξιακούς όρους, εθνικού νομίσματος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά ένα από τα αναγκαία εργαλεία για την πραγματοποίηση των ριζοσπαστικών αλλαγών που περιγράψαμε- και για τις οποίες, βέβαια, τελικός εγγυητής δεν θα είναι το νόμισμα, αλλά ο αγώνας των λαϊκών τάξεων».
Αν ήθελε κανείς να δείξει την σημασία της ευρωζώνης θα έγραφε λόγου χάρη: «η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη αποτελεί άμεση προϋπόθεση για να καταργηθούν τα μνημόνια…». Δεν θα έγραφε ότι κατά βάση «δεν είναι αυτοσκοπός» και είναι «ένα από τα εργαλεία» κλπ. Μέσα από διατυπώσεις, απλά δικαιολογείται η κεντρική φυσιογνωμία της ΛΑ.Ε. που είναι η εξής: Βασικός στόχος μας είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Ένα από τα εργαλεία μας είναι το νόμισμα. Αν και εφόσον χρειαστεί είμαστε έτοιμοι να το δούμε. Η αλλιώς, με τα λόγια του Δ. Στρατούλη:
«Το βασικό θέμα δεν είναι ευρώ ή δραχμή. Βασική μας προτεραιότητα είναι να εφαρμοστεί ένα εθνικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτό χρειάζεται ο λαός και η πατρίδα. Και η νεολαία μας. Εμείς λέμε ότι για να προταθεί ένα τέτοιο σχέδιο για την ανασυγκρότηση της χώρας χρειάζεται να καταργηθούν όλα τα μνημόνια και το νέο και το παλιό, γιατί με υφεσιακές πολιτικές δεν μπορείς να έχεις ανάπτυξη»
Πολύ περισσότερο οι θέσεις της ΛΑ.Ε. είναι πολύ πίσω στο θέμα της ΕΕ. Το κείμενο είναι γεμάτο από την αναπαραγωγή των αυταπατών για τον ρόλο της ΕΕ. Δεν είναι μόνο το θέμα της εξόδου από αυτήν. Το ότι δεν μπαίνει το θέμα της εξόδου έχει να κάνει με την εκτίμηση για τον χαρακτήρα της και τον ρόλο της. Έτσι βλέπουμε ότι «η πικρά αποκτημένη πείρα των τελευταίων μηνών έδειξε και στους πιο δύσπιστους ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις στην ΕΕ δεν είναι «σύμμαχοι» και «εταίροι».» (Θέση 8). Οι κυρίαρχες δυνάμεις. Η Μέρκελ, ο Σοιμπλε. Όχι η ΕΕ σαν συνολικό πολιτικό και θεσμικό τερατούργημα των πολυεθνικών.
Αυτές οι «κυρίαρχες δυνάμεις» είναι που εφαρμόζουν «νεοφιλελεύθερες πολιτικές», οι οποίες «με την έξοδο από την ευρωζώνη και την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού, εναλλακτικού προγράμματος θα έρθουμε σε «σύγκρουση με τις επιλογές της ΕΕ και τα αντιδημοκρατικά, υπερεθνικά όργανά της». Τότε «μπορεί να τεθεί εκ των πραγμάτων το ζήτημα της αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε.» για το οποίο θα αποφασίσει ο λαός με δημοψήφισμα. (Θέση 11)
Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτή την θέση.
Πρώτον: Το ζήτημα της «σύγκρουσης με τις επιλογές της ΕΕ» παραπέμπεται στο μακρινό μέλλον, «αφού» βγούμε από την ευρωζώνη και «αφού» προωθήσουμε το «εναλλακτικό πρόγραμμα… κλπ». Εντωμεταξύ την αποφράδα 12η Ιουλίου 2015 είχε οριστεί το eurogroup για τις 5.00 ώρα και η συνοδός κορυφής για τις 7.00 ώρα, με το ερώτημα της «αποπομπής τη Ελλάδας», όπως έλεγαν. Τόση είναι η… διαφορά ΕΕ-ευρωζώνης. Θα το πάρουμε υπόψη μας;
Δεύτερο: το βασικό πεδίο επιβολής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεν είναι η ευρωζώνη, αλλά η Ε.Ε. Η ΕΕ με την πολιτική και θεσμική της εξέλιξη είναι αυτή που επιβάλλει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμού, ελέγχει την δημοσιονομική πολιτική ασκεί επιτροπεία σε κάθε πτυχή της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Μέσα στην ΕΕ δεν μπορείς να κάνει ούτε την παραγωγική …ανασυγκρότηση της ΛΑ.Ε!!
Τρίτο: Πόσο ακόμα θα καλλιεργούνται αυταπάτες για τον ρόλο και τον χαρακτήρα της Ε.Ε, αυτού του αντιδημοκρατικού τερατουργήματος και θα κρύβουμε ότι πρόκειται για ένα φύσει αντιδραστικό μηχανισμό, (υλοποιημένος νεοφιλελευθερισμός) που δεν μεταρρυθμίζεται; Και ποιο είναι το προγραμματικό προχώρημα από τον ΣΥΡΙΖΑ; («καμιά Θυσία για το Ευρώ και ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ΕΕ» έλεγε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ).
Συμπέρασμα
Θα μπορούσε κανείς να γράψει και άλλα, όπως σχετικά με τις αναφορές για την μεταρρύθμιση του κράτους, ή την επαναφορά του πυρήνα του αριστερού κυβερνητισμού. Το πρόγραμμα αυτό, όπως προτάθηκε από την ΛΑ.Ε δεν αποτελεί βάση πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας. Αποτελεί πρόγραμμα αντιμνημονιακό, αλλά μέσα στα όρια της αυταπάτης μιας φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού και του πλαισίου της ΕΕ. Δεν κάνει την αναγκαία τομή στον προγραμματικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, που μας οδήγησε ως εδώ. Είναι πολύ πίσω από τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από την μάχη του δημοψηφίσματος, και σε μεγάλο βαθμό αποκρυσταλλώθηκαν στην λαϊκή συνείδηση και στάση.
Τυχόν υιοθέτησή του από τις δυνάμεις τη αντικαπιταλιστικής αριστεράς θα είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα πίσω στην συνείδηση και στην συγκρότηση των πιο μάχιμων και πρωτοπόρων εργατικών και νεολαιίστικων δυνάμεων. Θα σήμαινε στην πράξη παραχώρηση της ηγεμονίας του ριζοσπαστικού ρεύματος του ΟΧΙ και της εργατικής και ρηξιακής του πλευράς στις «αντιμνημονιακές διαχειριστικές δυνάμεις». Οπισθοχώρηση και όχι προώθηση της συνείδησης. Αποσυγκρότηση και όχι συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού και επαναστατικού ρεύματος.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ευρύτερα η αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική, αντιΕΕ αριστερά πρέπει να απορρίψουν κάθε τακτική υποταγής σε ένα άλλο πολιτικό πρόγραμμα. Να ακολουθήσουν πολιτική πλήρους πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής αυτοτέλειας, και παράλληλα πολύμορφης κοινής δράσης (στις «επιτροπές του όχι»), οργανωμένου διαλόγου, συντροφικής κριτικής (και όχι μετώπου εξόντωσης όπως κάνει το ΚΚΕ), καθώς και πολύμορφων πρωτοβουλιών με τις πρωτοπόρες αντικαπιταλιστικές αναζητήσεις, στην κατεύθυνση του πόλου και της ευρύτερης δυνατής ανατρεπτικής πολιτικής συνεργασίας.
Αντώνης Δραγανίγος, μέλος της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της Π.Ε. του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση
26/8/2015
πηγη: narnet.gr
ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ
Η καθοριστική σύγκρουση στις εκλογές θα γίνει ανάμεσα στην ευρύτατη μνημονιακή συμπολίτευση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ/ΝΔ/Ποτάμι/ΠΑΣΟΚ και στη μόνη πραγματική αντιπολίτευση, τη Λαϊκή Ενότητα. Δύο παράγοντες θα κυριαρχήσουν: πρώτον, η αξιοπιστία και, δεύτερον, το πρόγραμμα κοινωνικής και οικονομικής ανάταξης της χώρας.
Η συμπολίτευση αντιμετωπίζει βαθύτατο πρόβλημα αξιοπιστίας γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε παντελώς αναξιόπιστος. Δεν υπάρχει παγκόσμιο προηγούμενο ένα κόμμα της Αριστεράς όχι απλώς να μην εφαρμόζει το πρόγραμμά του, αλλά να υιοθετεί πλήρως το πρόγραμμα του αντιπάλου! Η αξιοπιστία της ΝΔ έχει τραυματιστεί βαρύτατα από τις δεκαετίες διακυβέρνησης και από την πλήρη ανακολουθία του πρώην αρχηγού της, κ. Σαμαρά, στο θέμα των μνημονίων. Το Ποτάμι είναι ένα πολιτικό σύμφυρμα χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Όσο για το ΠΑΣΟΚ, εκεί πλέον έχουμε το ναδίρ της αξιοπιστίας, πρώην πρωθυπουργών, υπουργών, στελεχών και διαπλεκομένων.
Πρόγραμμα φυσικά έχουν τα πέντε κόμματα της συμπολίτευσης: είναι το νέο μνημόνιο που σχεδίασαν και επέβαλαν οι δανειστές. Δεν υπάρχει απολύτως καμία διαφορά ανάμεσα τους στο θέμα αυτό. Απλώς διαγκωνίζονται για το ποιος θα κάνει τις περιβόητες «μεταρρυθμίσεις», ποιος θα μετριάσει τις επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και ποιος θα βγάλει «ισοδύναμα» από το καπέλο του ταχυδακτυλουργού.
Το πρόβλημα είναι ότι το μνημονιακό πρόγραμμα οδηγεί σε πλήρες αδιέξοδο, πράγμα που γνωρίζει ο ελληνικός λαός από την εμπειρία των δύο προηγουμένων μνημονίων. Η λιτότητα, οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση των αγορών και η αγριότητα στην αγορά εργασίας μπορεί να βολεύουν τους τραπεζίτες, αλλά δεν δημιουργούν τις συνθήκες ταχύρρυθμης ανάπτυξης που χρειάζεται η χώρα. Με το νέο μνημόνιο η Ελλάδα θα γίνει τελειωτικά μια φτωχή, άνιση, παρηκμασμένη χώρα στις παρυφές της Ευρώπης, όπου η νεολαία θα μεταναστεύει και οι συνταξιούχοι θα παλεύουν να επιβιώσουν. Οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι μια μικρή δράκα πλουσίων και πολλαπλώς διαπλεκομένων που θα θριαμβεύσουν στο μνημονιακό καθεστώς.
Η Λαϊκή Ενότητα πάσχει από τα αναπόφευκτα οργανωτικά προβλήματα μιας παράταξης που στήθηκε σε χρόνο μηδέν και πρέπει αμέσως να συμμετάσχει σε εκλογές. Στα καίρια ζητήματα της αξιοπιστίας και του προγράμματος όμως, έχει τεράστια πλεονεκτήματα απέναντι στη μνημονιακή συμπολίτευση.
Η Λαϊκή Ενότητα έθεσε τις βάσεις της αξιοπιστίας της όταν είχε το θάρρος να πει Όχι στο νέο μνημόνιο, μένοντας πιστή στο Όχι που είπε ο ελληνικός λαός στο δημοψήφισμα. Οι υπουργοί της παραιτήθηκαν και οι βουλευτές της αγνόησαν τον κίνδυνο της μη επανεκλογής τους. Η Λαϊκή Ενότητα είναι ο συνεπής εκπρόσωπος της αντιμνημονιακής παράταξης στη χώρα μας. Θα προστατεύσει την αξιοπιστία της ως κόρην οφθαλμού: αυτά που υπόσχεται, αυτά θα κάνει.
Η Λαϊκή Ενότητα έχει επίσης το μόνο εφικτό και υλοποιήσιμο πρόγραμμα για τη χώρα σε αντίθεση με το πρόγραμμα των μνημονίων. Πολύ συνοπτικά, το πρόγραμμα στοχεύει μακροπρόθεσμα στην ανάταξη της ελληνικής οικονομίας, με περιορισμό του τομέα των υπηρεσιών και παράλληλη τόνωση της αγροτικής παραγωγής και της μεταποίησης. Αυτός είναι ο δρόμος για ταχύρρυθμη ανάπτυξη που θα είναι υπέρ του κόσμου της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Βραχυπρόθεσμα το πρόγραμμα περιλαμβάνει διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, άρση της λιτότητας, δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση του τραπεζικού συστήματος, δημόσιες επενδύσεις, στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς και αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου με απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.
Το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας θα φέρει βαθύτατες μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και την κοινωνία, αρχής γενομένης από το άρρωστο και εκμεταλλευτικό τραπεζικό σύστημα. Η Ελλάδα χρειάζεται ολοκληρωτική αναδόμηση των τραπεζών σε δημόσια βάση για να στηριχτεί η ανάπτυξη και παράλληλα «σεισάχθεια» στα χρέη των εταιρειών και των νοικοκυριών. Χρειάζεται επίσης ολοκληρωτική αλλαγή σε κεντρικούς τομείς εθνικής σημασίας, όπως η ενέργεια και οι μεταφορές. Χρειάζεται, τέλος, δομικές αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό για να δοθεί χτύπημα στη διαπλοκή και να υπάρξει μια νέα σχέση ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα που θα προωθεί την ανάπτυξη. Η πραγματική μεταρρυθμιστική δύναμη στην Ελλάδα είναι η Λαϊκή Ενότητα, έχοντας στόχο την ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη.
Το ερώτημα που πολύ φυσιολογικά προκύπτει είναι: μπορεί να υλοποιηθεί αυτό το πρόγραμμα, με το οποίο συμφωνεί η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, εντός της ΟΝΕ; Η ξεκάθαρη απάντηση είναι δυστυχώς όχι, όπως φάνηκε από την ντροπιαστική παλινωδία του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΟΝΕ έχει δικό της πρόγραμμα για την Ελλάδα, που είναι το νέο μνημόνιο. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα.
Η Λαϊκή Ενότητα δεν φοβάται να δηλώσει ότι θα θέσει θέμα συμμετοχής της χώρας μας στην ΟΝΕ με στόχο την εφαρμογή του προγράμματός της. Το εθνικό νόμισμα είναι βήμα και εργαλείο για την ανάταξη της χώρας – δεν είναι αυτοσκοπός. Η συντεταγμένη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα είναι απολύτως εφικτή, πράγμα που γνώριζε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν ήθελε επ’ ουδενί να εξετάσει με σοβαρότητα γιατί η ηγεσία του ήταν προσκολλημένη στο ευρώ. Ποτέ δεν υπήρξε κυβερνητικό Σχέδιο Β, παρά τα αβάσιμα που αναφέρουν τα ΜΜΕ εκ του πονηρού.
Η μετάβαση περιλαμβάνει μέτρα όπως στάση πληρωμών στο δημόσιο χρέος με στόχο τη διαγραφή του, μετατροπή χρεών, καταθέσεων και μισθών στο νέο νόμισμα με αναλογία 1:1, άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών και εξομάλυνση των κεφαλαιακών και τραπεζικών ελέγχων που έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με κρατικές εγγυήσεις, ιεράρχηση των εισαγωγών για να υπάρξει επάρκεια στα φάρμακα, τα τρόφιμα και τα καύσιμα. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για δελτίο, όπως συχνά και κακόβουλα λέγεται.
Το νέο νόμισμα θα δώσει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να δημιουργεί ρευστότητα μακριά από τα νύχια του κ. Ντράγκι, στηρίζοντας έτσι τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα. Αναμφίβολα το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί στις διεθνείς αγορές, ίσως κατά 15-20% όταν θα φτάσει στη νέα θέση ισορροπίας. Η υποτίμηση θα δώσει ώθηση στην εγχώρια παραγωγή, στη βιομηχανία και στον αγροτικό τομέα. Οι εργαζόμενοι θα έχουν όφελος γιατί θα τονωθεί η απασχόληση. Από την άλλη θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδημα των εργαζομένων και στο κόστος παραγωγής των μικρομεσαίων απαιτώντας κρατική παρέμβαση για τη στήριξή τους.
Η Λαϊκή Ενότητα έχει πλήρη συναίσθηση των δυσκολιών της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα. Καταλαβαίνει πολύ καλά όμως ότι δεν πρόκειται να υπάρξει βιβλική καταστροφή, ότι κι αν λένε τα ΜΜΕ ασκώντας τρομοκρατία. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι περίοδος της μεγαλύτερης δυσκολίας θα κρατήσει μερικούς μήνες και μετά η οικονομία θα αρχίσει να ανακάμπτει. Με κοινωνική συσπείρωση και στιβαρό χέρι στη διακυβέρνηση, οι επιπτώσεις θα είναι διαχειρίσιμες και η Ελλάδα θα περάσει σε ταχύρρυθμη ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη.
Η Λαϊκή Ενότητα είναι η μόνη ελπίδα που απέμεινε στον ελληνικό λαό μετά τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι επίσης η πραγματική νέα αρχή για μια άλλη πορεία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι πρώτες ενδείξεις φανερώνουν πολύ μεγάλη δυναμική και προσδοκία στο εκλογικό σώμα. Αν υπάρξει μεθοδικότητα και αυτοπεποίθηση, η Λαϊκή Ενότητα θα προκαλέσει σεισμό στις επερχόμενες εκλογές.
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
πηγη: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή