Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Με μια άθλια και πίσω από τις πλάτες των Ναυτεργατών ενέργεια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ αποφάσισε την ενοποίηση του Κ.Ε.Α.Ν (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης Ναυτικών) με το Ε.Τ.Ε.Α (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης) και η οποία ήδη δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 94Α/14-8-2015 με βάση τον νόμο 4336/2015 για την κύρωση του σχεδίου σύμβασης οικονομικής ενίσχυσης από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της συμφωνίας χρηματοδότησης. Η κατάργηση της αυτοτέλειας του ΚΕΑΝ έγινε από την 1/9/2015.
Παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του αρμόδιου Υπουργού κ. Κατρούγκαλου ότι θα παραταθεί έως τέλος του Δεκέμβρη του 2015 η εφαρμογή της σχετικής διάταξης για το ΚΕΑΝ, η κυβέρνηση και το Υπουργικό δίδυμο Κατρούγκαλου – Χαϊκάλη προχώρησαν στην ενοποίηση ενώ εκκρεμούσε αίτημα για συνάντηση με την Διοίκηση της ΠΝΟ και των Ναυτεργατικών Σωματείων προκειμένου να γίνει αναλυτική ενημέρωση σχετικά με τις ιδιαιτερότητες του Επικουρικού Ταμείου των Ναυτικών και της ανάγκης αυτό να εξακολουθήσει την αυτόνομη λειτουργία του. Η συνάντηση αυτή είχε ορισθεί για τις 13/8/2015 και η οποία αναβλήθηκε με πρωτοβουλία των αρμόδιων Υπουργών και όπως προκύπτει από την δημοσίευση του ΦΕΚ μια μέρα αργότερα, η κυβέρνηση εν κρυπτώ προχώρησε στην ενοποίηση του ΚΕΑΝ με το ΕΤΕΑ αγνοώντας για άλλη μια φορά την θέληση των ελλήνων Ναυτεργατών.
Σημειώνουμε ότι στο νέο ενοποιημένο ΕΤΕΑ στο οποίο υπάγεται και το ΚΕΑΝ, η χρηματοδότησή του θα στηρίζεται αποκλειστικά – και μάλιστα από την 1/1/2015 – από τις ίδιες τις εισφορές του!!! Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει με βεβαιότητα στην διολίσθηση και στην παραπέρα κατρακύλα των επικουρικών συντάξεων!!!
Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση με την ενοποίηση του ΚΕΑΝ καθώς και μια σειρά άλλων επικουρικών ταμείων στο ΕΤΕΑ συμμορφώνεται και υποτάσσεται στις επιταγές των τοκογλύφων δανειστών και υπονομεύει απροκάλυπτα τον θεσμό της επικουρικής ασφάλισης στην χώρα μας. Σύμφωνα δε με τις δεσμεύσεις, όπως αυτές καταγράφονται στο 3ο μνημόνιο που σύσσωμο το αντιδραστικό πολιτικό μνημονιακό μέτωπο ψήφισε στην Βουλή (ΣΥΡΙΖΑ – Ν.Δ – ΑΝΕΛ – ΠΑΣΟΚ – ΠΟΤΑΜΙ), προβλέπονται σαρωτικές αντιασφαλιστικές αλλαγές στην κατεύθυνση αύξησης των ορίων ηλικίας, μείωσης των συντάξεων, κατάργησης της επικουρικής ασφάλισης, παραπέρα συρρίκνωση των εφάπαξ αποδοχών!!
Ταυτόχρονα πληροφορούμαστε ότι στο Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχει ήδη συγκροτηθεί επιτροπή με σκοπό την ενοποίηση των ταμείων κύριας σύνταξης η οποία προτείνει την κατάργηση της αυτοτέλειας του ΝΑΤ στα πλαίσια των μνημονιακών δεσμεύσεων που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.
Με αφορμή τις παραπάνω εξελίξεις η ΠΕΝΕΝ καλεί τον Ναυτεργατικό κόσμο της χώρας μας να είναι σε αγωνιστική ετοιμότητα για τον σχεδιασμό και την οργάνωση αγωνιστικών και απεργιακών αγώνων ενάντια στα παλιά και νέα μνημόνια για να μην περάσουν οι καταστροφικές αντιλαϊκές και αντιασφαλιστικές επιλογές των υποταγμένων ελληνικών κυβερνήσεων με όποιο σχήμα κι αν αυτές διαμορφωθούν την μετεκλογική περίοδο.
Ο Ναυτεργατικός κόσμος της χώρας μας πρέπει να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα μπροστά στην κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Να αποκρούσει τα ψευτοδιλλήματα, τα απατηλά συνθήματα, να απορρίψει με την ψήφο του τις πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν τα μνημόνια, το μεγάλο κεφάλαιο, τις μνημονιακές πολιτικές των ΔΝΤ – ΕΕ – ΕΚΤ.
Επιβάλλεται να υπάρχει αγωνιστική συνέχεια του μεγάλου παλλαϊκού ΟΧΙ του δημοψηφίσματος, τόσο στις κάλπες όσο και στους αγώνες που θα αναπτυχθούν κόντρα και ενάντια στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο εντός και εκτός Ελλάδας που επιδιώκει να μετατρέψει την χώρα μας σε προτεκτοράτο και αποικία χρέους.
Με εντολή Διοίκησης
Ο Πρόεδρος Ο Γεν. Γραμματέας
Νταλακογεώργος Αντώνης Κροκίδης Νικόλαος
Και έρχεται η στιγμή να αποφασίσεις… με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις

Συλλογικό κείμενο μελών του ΝΑΡ και της νΚΑ*
«Οι εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη θέτουν νέα επείγοντα καθήκοντα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ». Σίγουρα δεν διαφωνεί κανείς με αυτή τη γενική διατύπωση. Ποια είναι, όμως, τα επείγοντα καθήκοντα; Συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, το επείγον λειτουργεί ως άλλοθι, ώστε πολιτικά σχέδια που έχουν δοκιμαστεί και αποτύχει στην πράξη να φορέσουν τον μανδύα του νέου, του ριζοσπαστικού και να επαναληφθούν, αυτή τη φορά όχι σαν τραγωδία αλλά σαν φάρσα.
Από τον Δεκέμβρη του 2008 και την εξεγερτική δυνατότητα, από τη σπίθα των νικηφόρων μπλόκων στην Κερατέα μέχρι τις πλατείες, από την ανάδειξη των ορίων του παλιού εργατικού κινήματος μέχρι τις εμβρυακές, αντιφατικές και ανολοκλήρωτες προσπάθειες να αναδειχθεί ένας νέος πόλος κοινωνικών δυνάμεων σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, κάθε φορά κάποια εφήμερη συμμαχία κορυφής ερχόταν να καλύψει τη δική μας αδυναμία: Να μετατρέψουμε την κρίση ηγεμονίας και την πολιτική αστάθεια σε υπαρκτή αμφισβήτηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας από την πλευρά του κόσμου της εργασίας και των σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων.
Τώρα, το χαμένο στοίχημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ με «εθνική ανεξαρτησία» σε μια «ευρωπαϊκή προοπτική» πήρε μαζί του όλα τα χαμένα στοιχήματα αυτού του πρόσφατου παρελθόντος, κατέληξε σε ένα τρίτο σκληρό μνημόνιο και διέψευσε τις ελπίδες της πληττόμενης πλειοψηφίας όσο και τις αυταπάτες όσων στήριξαν «κριτικά» το εγχείρημα της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης». Καθ’ όλη τη διάρκεια της περίφημης διαπραγμάτευσης, στη πραγματικότητα της εσωτερικής διαπραγμάτευσης-ταξικού συμβιβασμού του κεφαλαίου με την εργασία μέσω της κυβέρνησης, ως αναγκαίας προϋπόθεσης της «διαπραγμάτευσης με τους ξένους εταίρους» και η πιο «Αριστερή Πτέρυγα» του ΣΥΡΙΖΑ έβαζε πλάτη στο δρόμο προς τη μνημονιακή στροφή. Ή καμιά φορά πρωταγωνιστούσε κιόλας μέσα από υπουργεία, όπως στο ξεπούλημα του αγώνα των Σκουριών ή στη συγκάλυψη του εργοδοτικού εγκλήματος στα ΕΛΠΕ, που άλλωστε συμβάλλει με τα πετρέλαιά της στην «παραγωγική ανασυγκρότηση». Όλα αυτά τα κομμάτια, συγκροτώντας τώρα την ΛΑ.Ε, αφού τους έδειξε ο Τσίπρας την πόρτα της εξόδου από τον ΣΥΡΙΖΑ, υποτίθεται ότι εκφράζουν τόσο την «αριστερή αντιμνημονιακή διαφωνία» όσο και το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα.
Η μάχη όμως, για την ερμηνεία του ΟΧΙ αντανακλά σε τελική ανάλυση δύο διαφορετικούς δρόμους απάντησης στη κρίση του καπιταλισμού. Από τη μία μεριά, εκλογικές συνεργασίες και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του ΟΧΙ, με πρόταγμα την παραγωγική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού και την επανάκαμψη της κερδοφορίας του με ένα νέο σχέδιο, που περιλαμβάνει ίσως και εθνικό νόμισμα, όσο και μια «αριστερή-φιλολαϊκή-πατριωτική» κυβέρνηση. Από την άλλη μεριά, το ΟΧΙ μέχρι το τέλος που περιλαμβάνει τη σύγκρουση με το κράτος και το κεφάλαιο ως κοινωνικές σχέσεις, και την αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την Ε.Ε. Αυτές ακριβώς οι δύο λογικές, που εκφράζονται από συλλογικότητες και ομαδοποιημένες αντιλήψεις και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι που συγκρούονται με αφορμή την προκήρυξη των εκλογών και τις προτάσεις για κοινό εκλογικό κατέβασμα με δυνάμεις όπως η ΛΑ.Ε, το Ε.ΠΑ.Μ, κ.α. Το «πάντρεμα» της αντικαπιταλιστικής ανατροπής με το σχέδιο ανοικοδόμησης του ελληνικού καπιταλισμού, υποστηρίζεται με μια επιχειρηματολογία που είναι περίπου η εξής:
«Η επιλογή εκλογικής συνεργασίας υπηρετεί μια ευρύτερη στοχοθεσία κοινής δράσης, ενότητας και διαπάλης για την ηγεμονία και το μετασχηματισμό ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που τάσσεται με τη ρήξη και την προσεγγίζει με διαφορετικά επίπεδα συνειδητότητας ως προς τις προϋποθέσεις της, το αναγκαίο μεταβατικό πρόγραμμα, το επίπεδο οργάνωσης του λαού, της συλλογικής πολιτικής αποφασιστικότητας και της διεθνούς υποστήριξης που απαιτεί». Το επιχείρημα φαίνεται απλό και αποτελεσματικό: η κατασκευή μιας «πραγματικής αριστεράς», που θα καλύψει το αριστερό κενό της διακυβέρνησης και θα κρύψει στο κουκούλι της την αντικαπιταλιστική συνιστώσα -το χαμένο μονοπάτι της επανάστασης που θα εμφανιστεί ξανά σε μια επόμενη γενιά ή σε κάποιες επόμενες συνθήκες.
Η πρόταση για εκλογική συνεργασία και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του ΟΧΙ, πριν από τις κινηματικές διεργασίες που θα οξύνουν το περιεχόμενό του και θα απελευθερώσουν τις ριζοσπαστικές δυνατότητές του, δεν καταλήγουν σε τίποτα άλλο από συρρίκνωση του τριπλού ΟΧΙ (ενάντια σε κάθε συμφωνία, παλιά και νέα μνημόνια, την ΕΕ το ΔΝΤ και τους διεθνείς μηχανισμούς του κεφαλαίου) σε ένα μοναδικό όχι: Το όχι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Δεν γνωρίζουμε αν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που προτείνουν επιτακτικά ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο συνεργασίας και μοναδικού εκλογικού κατεβάσματος το καταλαβαίνουν έτσι, αλλά αυτή η διαδικασία είναι η καλύτερη κολυμβήθρα του Σιλωάμ τόσο για τα εκβιαστικά διλήμματα της κυβέρνησης όσο και για αυτούς που συμμετείχαν επί ένα εξάμηνο στην διαχείριση της, αλλά και σε όλη την ιστορική διαδρομή ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ σε πυλώνα σταθεροποίησης (τουλάχιστον βραχύβιο) του αστικού συστήματος, αλλά τώρα συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει καλύτερο κυβερνητικό σχέδιο. Δυστυχώς, η αδυναμία να τεθεί το ζήτημα της πτώσης της κυβέρνησης μετά την συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, η έλλειψη κινηματικών πρωτοβουλιών που θα όξυναν τον τριπλό αντιεργοδοτικό-αντικυβερνητικό-αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα της πολιτικής πάλης και η ιεράρχηση ως δευτερευουσών των αναγκαίων διεργασιών για την εμφάνιση του Νέου Εργατικού Κινήματος και μιας διαφορετικής εργατικής πολιτικής προλείανε το έδαφος για την κυριαρχία των παραπάνω αντιλήψεων.
Μια τέτοια συγκόλληση δύο διαφορετικών (έως και αντιπαραθετικών) πολιτικών σχεδίων (και δεν μπορούμε να υποθέτουμε ότι η αντικαπιταλιστική/επαναστατική Αριστερά συγκλίνει προγραμματικά με τη σοσιαλδημοκρατία της δραχμής!) θα ευνοήσει το φορέα που έχει πραγματικό σχέδιο αστικής διαχείρισης της κρίσης και αναδιαμόρφωσης του αναγκαίου κρατικού μηχανισμού εντός, μάλιστα, της Ε.Ε. Αν δει κανείς τις εξαγγελίες της ΛΑ.Ε και τις συσχετίσει με το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μπορεί να καταλάβει ότι -με ιστορικούς όρους μιλώντας- δεν τίθεται ζήτημα να γονιμοποιηθούν κάποιες ρεφορμιστικές τάσεις ρήξης με τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ από το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα των δυνάμεων της ανατροπής. Αντιθέτως, οι ανολοκλήρωτες και ανοργάνωτες (με ευθύνη αυτών που τις ανέπτυξαν και έκλεισαν τη συζήτηση σε κάτι λιγότερο από τα μισά του δρόμου) θέσεις για ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής καλούνται να γίνουν μια υποσημείωση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, σε ένα Τ.Ι.Ν.Α που επιφυλάσσει (η αριστερά αυτή τη φορά) για το εργατικό κίνημα ή περιθωριακές απόψεις εντός ήδη έτοιμων κομματικών μηχανισμών που έχουν διαπλοκή με το κράτος.
Δεν πιστεύουμε ότι το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μπορεί να υποβαθμιστεί σε μεμονωμένα αιτήματα προς κυβερνήσεις ή να γίνει κουρελόχαρτο στο αλισβερίσι ανάμεσα σε κρατικούς/κοινοβουλευτικούς ή/και μη παράγοντες. Αντιθέτως, θεωρούμε την υλοποίησή του ταυτόχρονα άμεση ανάγκη στο σήμερα και περιγραφή ενός αναγκαίου δρόμου άρνησης της παρούσας κατάστασης πραγμάτων με τον οργανωμένο λαό να είναι αυτός που θα το επιβάλλει. Το βλέπουμε ως μια ακολουθία αλληλένδετων κόμβων μιας ενιαίας διαδικασίας με ορίζοντα της επαναστατικής τακτικής την αντικαπιταλιστική επανάσταση και στρατηγικό ορίζοντα την κομμουνιστική απελευθέρωση. Ας μην ξεχνάμε δε, ότι μια πολιτική συμπόρευση για να είναι αποτελεσματική, οφείλει να χτίζεται επάνω στις διαχωριστικές γραμμές που θέτει το σύστημα και η κυρίαρχη στρατηγική του, καθώς και σε αυτές που αναδεικνύει η ίδια η ταξική πάλη.
Στις σημερινές συνθήκες λοιπόν, οι δυο βασικές διαχωριστικές γραμμές που κάνουν εκ των πραγμάτων φανερή την παρουσία τους είναι το ζήτημα της εξόδου ή όχι από την Ε.Ε, καθώς και το ζήτημα του αν η βελτίωση της κατάστασης της πληττόμενης πλειοψηφίας θα έρθει μέσα από θεσμικούς/κοινοβουλευτικούς δρόμους ή μέσα από την επανεμφάνιση/αντεπίθεση του κινήματος, καθώς η ίδια η ζωή ανέδειξε τους τελευταίους μήνες ότι οι αντιμνημονιακές/πατριωτικές κορώνες και το χτίσιμο συμμαχιών σε αυτή τη βάση έχουν κοντά ποδάρια και σπέρνουν αυταπάτες και απογοήτευση. Θα ήταν ιστορικό λάθος, επομένως για την αντικαπιταλιστική Αριστερά να γίνει το δεκανίκι ενός τέτοιου, ήδη αποτυχημένου, εγχειρήματος. Δεν πρέπει, επίσης, να υποτιμούμε (εφόσον μένουμε προσηλωμένοι στην κατεύθυνση χτισίματος του αντικαπιταλιστικού πόλου στη βάση του αναγκαίου προγράμματος) το ότι η μετωπική μας πολιτική οφείλει, όχι απλά να ενοποιεί σε ανώτερο επίπεδο επαναστατικές και ημιρεφορμιστικές δυνάμεις, αλλά να αποτελεί και πεδίο διαχωρισμού από την επιρροή της αστικής πολιτικής. Έτσι, λοιπόν, όποιος θέλει να καλύψει το υπαρκτό πολιτικό κενό στην αριστερά θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι η ΛΑ.Ε έχει διαλέξει συγκεκριμένους αστικούς κύκλους για προνομιακούς συνομιλητές. Αυτή τη στιγμή, στις πιο ακραίες συνθήκες κρίσης και καταθλιπτικών συσχετισμών, βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο, αλλά και ελπιδοφόρο, σταυροδρόμι η αντικαπιταλιστική Αριστερά. Αυτό, φυσικά, θα σημάνει το να κοιταχτεί κατάματα με την επαναστατική προοπτική της.
Σίγουρα υπάρχουν στην εποχή αυξημένες δυνατότητες. Τέτοιες, όμως, βρίσκονται, κυρίως, στη «συσσώρευση» των απελπισμένων, στην εξαθλιωμένη εργατική τάξη, στη νεολαία της εργασιακής περιπλάνησης, στους ανέργους, στα κύματα των προσφύγων. Φοβικός θα είναι όποιος δεν τολμήσει μια σύγχρονη επαναστατική γραμμή που θα ενώσει και θα δώσει δύναμη και ελπίδα. Χρειάζεται με κέντρο τις προσπάθειες για ένα Νέο Εργατικό Κίνημα να φτιάξουμε άλλα όργανα εργατικής πολιτικής και να φτάσουμε μέσω της ανάπτυξής τους στο κεντρικό ζήτημα της εξουσίας.
Μια τέτοια προσπάθεια δεν πρόκειται να είναι περιθωριακή. Θα παρασύρει ανένταχτους αγωνιστές, αγωνιστές και ρεύματα που υπάρχουν μέχρι και στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ, θα βρεθεί με χιλιάδες αγωνιστές και ρεύματα που κάθε μέρα, πλέον, διαφοροποιούνται και αποστοιχίζονται από φορείς αστικής πολιτικής και στη βάση της ιεράρχησης που περιγράφουμε πιο πάνω θα επιδιώξει και πολιτική έκφραση αυτών των τάσεων. Όχι με το βλέμμα κοντόθωρα προσαρμοσμένο στις εκλογές που, ούτως ή άλλως, εκφράζουν μια απαίτηση για κοινωνική ειρήνη και ομαλότητα, αλλά με το βλέμμα στραμμένο στην αποσταθεροποίηση! Κυρίως, θα μπορεί να κάνει με άλλα κριτήρια συμμαχίες, πέρα από την κοπτοραπτική αιτημάτων, σημείων και συνθημάτων και μακριά από το να αντιμετωπίζει το λαό απλά ως εκλογικό σώμα. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το «λαμπρότερο παράδειγμα» κοινωνικοπολιτικής αναφοράς της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, η ΕΑΑΚ, δεν διαμορφώθηκε ως προϊόν πολιτικής συνεργασίας ή συμφωνίας κάποιων οργανώσεων ή διασπάσεων. Αντιθέτως, ήταν πολιτικό αποτέλεσμα ενός φοιτητικού κινήματος που αμφισβήτησε την ολοκληρωτική κυριαρχία των κυβερνήσεων συνεργασίας και εθνικής ενότητας του Ενιαίου Συνασπισμού, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, ενός κινήματος που έκανε ορατές δυνατότητες εκείνης της εποχής, κατέδειξε τα όρια των προηγούμενων πολιτικών σχεδίων και τους δρόμους υπέρβασής τους. Φυσικά και έπαιξαν ρόλο οι υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί, κλήθηκαν όμως, να μετασχηματίσουν τα κοινωνικά υποκείμενα και να μετασχηματιστούν μέσα από αυτά. Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του ΝΑΡ, ακόμα και του αντικαπιταλιστικού μετώπου στη μορφή της σημερινής ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει στον πυρήνα του τέτοια παραδείγματα και δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Αυτή την ιστορία καλούμαστε να υπερβούμε, όχι να εγκαταλείψουμε.
Απέναντι στην «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για την οποία μιλούν οι «από πάνω», χρειάζεται να προκαλέσουμε μια «πραγματική κατάστασης έκτακτης ανάγκης» με την έννοια της βαθύτερης αποσταθεροποίησης της αστικής κυριαρχίας. Η πορεία της ταξικής πάλης δεν κρίνεται σε μια ζαριά και σε αυτό συμφωνούμε όλοι και όλες. Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε ότι δεν κρίθηκε ούτε από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, όπως δεν θα κριθεί και από τις επερχόμενες εκλογές. Αν ο λαός σήκωσε το γάντι που του πετούν τα αφεντικά και τα αστικά κόμματα, τα οποία έδωσαν στο δημοψήφισμα χαρακτήρα απόφασης για την παραμονή ή όχι στην Ε.Ε., χρειάζεται να πριμοδοτήσουμε αυτή τη νοηματοδότηση του δημοψηφίσματος και να δώσουμε τη δική μας απάντηση.
Εξάλλου, η στάση των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων απέναντι σε ένα ερώτημα που τέθηκε από τον αντίπαλο, και το κατά πόσο είχαν την πολιτική βούληση να μετατρέψουν την αντιπαράθεση πριν και μετά το δημοψήφισμα σε ταξικό πόλεμο, είναι ενδεικτική των διαφορετικών πολιτικών γραμμών και σχεδίων που συγκρούονται εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα ήρθε σαν χιονοστιβάδα από την εργοδοσία και το κεφάλαιο η de facto επιβολή των εργασιακών συνθηκών και των εργασιακών σχέσεων που επικύρωσε η συμφωνία της κυβέρνησης με τους εταίρους στις 12 Ιουλίου. Αλήθεια, για όσους από εμάς μιλούν για πραξικοπηματική μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ, πρέπει να αναρωτηθούμε σε ποιά τέτοια διαδικασία (έστω και μικρή) βάλαμε φρένο, ποιά πρακτική εργοδοτικής τρομοκρατίας μπλοκάραμε ώστε να μην υπάρχει το κοινωνικό έδαφος μιας τέτοιας συμφωνίας ως μονοδρόμου;
Χρειαζόταν ή όχι κήρυξη απεργιών, καταλήψεις σε δημόσια κτήρια και ΟΑΕΔ από το πολυπληθές τμήμα των ανέργων, δημιουργία κέντρων αγώνα στο κέντρο των πόλεων και σε κάθε γειτονιά με την μετατροπή των εργατικών λεσχών / κοινωνικών κέντρων / στεκιών σε κοινότητες αγώνα; Μήπως αυτές οι κοινότητες αγώνα θα μπορούσαν να γίνουν οι από τα πριν, από τα κάτω και από ταξική σκοπιά, επιτροπές του ΟΧΙ, αντί να μοιάζει η σημερινή προσπάθεια συγκρότησης τέτοιων επιτροπών -κάτω από το βάρος του 3ου μνημονίου- μια κακή αντιγραφή των λαϊκών συνελεύσεων του 2011; Χρειαζόταν ή όχι η αναζωογόνηση -με άλλο περιεχόμενο και σε ένα άλλο μοντέλο κινηματικής δράσης- της λογικής του «δεν πληρώνω»; Αν πιστεύουμε ότι η επαναστατική και εργατική πολιτική είναι, όντως, για τις κρίσιμες ώρες, τότε επιτροπές οι οποίες θα ανοίξουν αντικειμενικά όλη τη «βεντάλια» και το εύρος του προγράμματος για να αντιμετωπίσουν και να ανατρέψουν την επίθεση στην εργαζόμενη πλειοψηφία μπορούν να γίνουν το πρόπλασμα τόσο για την ανάδειξη αντιθεσμών επιβολής της λαϊκής θέλησης όσο και ένα ευρύ κοινωνικό εργαστήρι ενοποίησης του αγώνα για την επιβίωση με τον κομμουνισμό ως άμεση ανάγκη της εποχής μας. Έπρεπε να προτείνουμε έμπρακτα στο κίνημα δράσεις που θα έκαναν μόνιμη κατάσταση τις δωρεάν μετακινήσεις, την αναστολή πληρωμής σε νερό, επικοινωνίες, ρεύμα, ακόμα κι όταν η κυβέρνηση το έδωσε σαν κρατική παροχή (για κάποια, μάλιστα, μόνο σε ανέργους);
Αλήθεια, σε μια πραγματική κατάσταση που τα ATM δεν θα βγάζουν τίποτα, και αυτό θα είναι μια κατάσταση εβδομάδων ποιό είναι το πλάνο, πέρα από ένα μοναδικό κομματικό ΟΧΙ στην κάλπη των βουλευτικών εκλογών; Τί θα κάνει το κίνημα σε μια περίπτωση που το «χάος» θα ξεσπά στους δρόμους και θα ζυμώνεται από το καθεστώς και από τους απελπισμένους η επιστροφή στην τάξη και την ασφάλεια; Εκεί λοιπόν, όταν έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα οι προσπάθειες και οι δομές κοινωνικής και εργατικής αλληλεγγύης των από τα κάτω και έχουμε όλοι αναλωθεί στο πώς θα απαντούσαμε στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, θα αναθεωρήσουμε ίσως πως το να επιβιώσει η τάξη σήμερα, χωρίς το κράτος και το κεφάλαιο δεν ήταν πρωταρχικός στόχος του κινήματος.
Έτσι, λοιπόν, στην προσπάθειά μας να οξύνουμε τις αντιφάσεις οφείλουμε, μέσα από συλλογικές αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, να προχωρήσουμε σε αντικυβερνητικές, αντιΕΕ διαδηλώσεις και απεργίες που να υπερβαίνουν τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, καθώς και στη δημιουργία ανεξάρτητων κέντρων αγώνα, με κύριο στόχο την επιβίωση και την πολιτικοποίηση των πληττόμενων ανεξάρτητα από το κράτος και το κεφάλαιο, που θα τους εντάσσει σε κοινότητες αγώνα που θα τους κάνει υποκείμενα της ταξικής πάλης και όχι αντικείμενα της κρατικής φιλανθρωπίας. Τα μόνα πολιτικά κενά που μας αφορούν, είναι τα κενά εκπροσώπησης αυτών των πολιτικών υποκειμένων, των μεταναστών, των μισθωτών χωρίς φωνή και δικαιώματα, και όχι τα πολιτικά κενά που προκύπτουν από την αναδιάταξη του αστικού πολιτικού συστήματος.
Τα άμεσα αλλά και συνολικότερα, τα έκτακτα αλλά και σχεδιασμένα (από το ίδιο το οργανωμένο κίνημα) μέτρα ανακούφισης της κοινωνικής πλειοψηφίας, η συγκρότηση δομών αλληλεγγύης, η κάλυψη των κοινωνικών αναγκών ως μορφή άρνησης πληρωμής σε κεφάλαιο και κράτος είναι η άλλη -συμπληρωματική- πλευρά του πολιτικού και κοινωνικού αγώνα που καλείται και θα κληθεί το εργατικό κίνημα και τα όργανά του να δώσει κεντρικά ενάντια στην πολιτική της καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, επιβάλλοντας:
-Μονομερή διαγραφή όλου του χρέους που αφορά στον κόσμο της εργασίας και στην κοινωνική πλειοψηφία, που είναι δέσμιοι των τραπεζών, ελληνικών και ξένων, και που ταυτόχρονα αδυνατούν να πληρώσουν λογαριασμούς δημοσίων αγαθών (ρεύμα, νερό, ΜΜΕ κτλ). Να γίνει σαφές για το δημόσιο χρέος ότι αυτό, εφόσον αφορά στις ροές κεφαλαίων ανάμεσα σε κράτη, σε πολυεθνικά-πολυκλαδικά μονοπώλια, σε κρατικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, συνδέεται, για εμάς, άρρηκτα με μια συνολική αντικαπιταλιστική ανατροπή και με την επιβολή μιας νέας πολιτικής εξουσίας. Η κλεμμένη μας υπεραξία δεν μπορεί να μετρηθεί σε καμιά εθνική επιτροπή λογιστικού ελέγχου.
-Ανατροπή-διάλυση της Ε.Ε και των υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών μηχανισμών μέσα από τη συνεύρεση των κινημάτων διεθνιστικής αλληλεγγύης και πάλης, κάτι που συνδέεται, για εμάς, άρρηκτα με μια συνολική αντικαπιταλιστική ανατροπή και με την επιβολή μιας νέας πολιτικής εξουσίας.
-Πέρασμα χωρίς αποζημίωση όλων των τραπεζών (και της Τράπεζας της Ελλάδος), καθώς και όλων των κοινωφελών και στρατηγικής σημασίας οργανισμών, στο Δημόσιο υπό εργατικό, λαϊκό έλεγχο, μέσα από τα συλλογικές διαδικασίες βάσης για την αυτοοργανωμένη κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Για κάθε εταιρεία που κλείνει ή μεταφέρεται αλλού, να επιδιώξουμε την απαλλοτρίωση των εταιρικών περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη και τη λειτουργία της επιχείρησης κάτω από τον έλεγχο των εργαζόμενων. Επιδιώκοντας δωρεάν δημόσια περίθαλψη για όλους και όλες να συμβάλουμε στη δημιουργία δικτύου υγειονομικών δομών υπό κοινωνικό έλεγχο.
-Μείωση του χρόνου εργασίας και νέες θέσεις δουλειάς. Καμιά μορφή ελαστικής εργασίας. Mόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους με μισθό που να καλύπτει το σύνολο των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.
-Κατάργηση των πλειστηριασμών. Απαλλοτρίωση δημόσιων ή εκκλησιαστικών και ανεκμετάλλευτων κτηρίων για την κάλυψη των αναγκών στέγης Ελλήνων και μεταναστών, αλλά και της ανάγκης για ελεύθερη πρόσβαση σε κάλυψη βιοτικών αναγκών και πολιτισμό. Ανεξαρτησία αυτής της διαδικασίας από τοπικό και κεντρικό κράτος, ΜΚΟ και «ιδρύματα κοινωνικής πολιτικής», ως «ευεργεσίες» πλουσίων.
-Ενίσχυση των μικρών αγροτών και κτηνοτρόφων , κόντρα στο κυρίαρχο αγροτοβιομηχανικό-πολυεθνικό τραστ που ελέγχει τη διατροφική αλυσίδα , από την παραγωγή και εισαγωγή (κυρίως) μέχρι και την διάθεση (σούπερ μάρκετ).
Με βάση όλα τα παραπάνω, θεωρούμε ότι δεν στοιχειοθετείται κανένας λόγος για εκλογική συνεργασία με τη ΛΑ.Ε, αντιθέτως, πρόκειται για μια κίνηση που θα μας στιγματίσει στη συνείδηση του αριστερού κόσμου ως επαναστάτες της συνδιαλλαγής και θα σφραγίσει την ενσωμάτωση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε νεορεφορμιστικά σχέδια, αφήνοντας ορφανό το διάχυτο (οιονεί) αντικαπιταλιστικό δυναμικό στην κοινωνία. Καλούμε τις οργανώσεις αλλά και τους αγωνιστές και αγωνίστριες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να διαφοροποιηθούν επίσημα και δημόσια από όλους όσοι εξ ονόματός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαστρεβλώνουν το περιεχόμενο του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Καλούμε τα μέλη της να υπερασπιστούν το όποιο αντικαπιταλιστικό και δημοκρατικό περιεχόμενο έχει απομείνει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκτιμούμε δε, ότι η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να παρέμβει στη μάχη των εκλογών με την πλήρη πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική αυτοτέλεια και τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που έχει κατοχυρώσει.
Θεωρούμε, τέλος, πως παραμένει επίκαιρο το σύνθημα της ανατροπής «της ασκούμενης πολιτικής αλλά και κάθε επίδοξου διαχειριστή της» και αυτό είναι το κριτήριο που υπαγορεύει τη στάση μας απέναντι σε οποιοδήποτε αποτέλεσμα αυτών των εκλογών και σε οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει.
Χρειάζεται να αναλογιστούμε όλοι και όλες το βάρος της ιστορικής ευθύνης που μας αναλογεί και να αποφασίσουμε όπως αυτό το βάρος ορίζει. Χρειάζεται να θυμηθούμε, για μια ακόμα φορά, πως ό,τι πρόκειται να αποφασίσουμε και να πράξουμε, μαζί με το συνολικό κοινωνικό και πολιτικό αντικαπιταλιστικό δυναμικό, αντιστοιχεί λίγο ή πολύ στο ιστορικό περιεχόμενο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Ή θα την διαλύσουμε μέσα στα κυβερνητικά/κοινοβουλευτικά μονοπάτια
Ή θα την υπερβούμε με τον επαναστατικό δρόμο…
Αντωνάτου Άννα
Γρηγοροπούλου Ρέα
Δεληγιάννης Δημήτρης
Δήμου Λουκάς
Ευσταθίου Γιάννης
Ζουρτσάνου Κατερίνα
Καλουδιώτης Βαγγέλης
Κανδηλώρος Κώστας
Κοσμάς Αλέξανδρος
Κεχρής Δημήτρης
Κορδαλής Νίκος
Κουνούκλας Κώστας
Κουσινόβαλη Κατερίνα
Λαμπρόπουλος Νίκος
Μανιάτης Πέτρος
Μανίκας Δήμος
Μανίκας Σταύρος
Μανώλης Χάρης
Μονοτράκης Βασίλης
Μουλός Χρήστος
Μουρμούρης Γιώργος
Ντόβολος Σεραφείμ
Nτούρος Στάθης
Ντρενογιάννη Κωνσταντίνα
Παπαγεωργίου Θανάσης
Παπαδήμα Άντα
Παπασπύρου Ηρώ
Πέτα Αγγελική
Πετροβίτσος Κώστας
Ποτηράκης Σήφης
Τσέλιος Σωκράτης
Χαραλαμπόπουλος Νίκος
πηγη: pandiera.gr
Συμπόρευση τώρα, της αριστεράς που «δεν παραδέχτηκε την ήττα» [1], της αριστεράς που δεν αρκείται στη μισή αλήθεια

Γράφει ο Χρήστος Δουλγεράκης
Μέρος 1ο
Το τελευταίο δίμηνο είχαμε τρεις πολύ σημαντικές πολιτικές εξελίξεις.
1) Το εκκωφαντικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη από το 61% του ελληνικού λαού, με συντριπτικά μεγαλύτερα ποσοστά στον κόσμο της εργασίας.
2) Την ταχυδακτυλουργική μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, τη ντροπιαστική προσχώρησή του στην ανυπόληπτη «εξημερωμένη αριστερά»[2] και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου από κοινού με ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ.
3) Τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τις προεκλογικές διεργασίες στον χώρο της «μη εξημερωμένης αριστεράς».
Θα επιχειρήσω μια σύντομη ερμηνεία των εξελίξεων 1 και 3, με ό,τι συνεπάγεται αυτή η ερμηνεία για την παρούσα πολιτική συγκυρία. Όσο για την προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην «εξημερωμένη αριστερά», αυτή θα την αφήσω στη χλεύη του ελληνικού λαού, στη χλεύη ακόμα κι αυτών που προτίθενται να τους ξαναψηφίσουν.
Σχετικά με το δημοψήφισμα
«Ω του θαύματος» ο ελληνικός λαός – ο μαραζιάρης αλλά και εξοργισμένος, ο συμφεροντολόγος αλλά και κατατρεγμένος, ο ηττημένος που αντιστέκεται – δεν λέει το αναμενόμενο ΝΑΙ, αλλά λέει ΟΧΙ:
«Να πάτε στα τσακίδια, εσείς και τα μνημόνιά σας»
«Δεν ξεπουλάμε τον τόπο μας»
«Δεν ξεπουλάμε την ελπίδα για μας και τα παιδιά μας»
Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
Γιατί, απλούστατα, στην πραγματική ζωή δεν υπάρχει ο μανιχαϊσμός του καλού ή του κακού. Γιατί, απλούστατα, «δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει το είναι, αλλά το είναι που καθορίζει τη συνείδηση»[3]. Αυτή η ξεχασμένη μαρξική αλήθεια είναι που έφερε το πολιτικό ένστικτο του μαραζιάρη, αλλά και εξοργισμένου, ελληνικού λαού πολλά βήματα μπροστά, τόσο από τα σχέδια όσο και από τις αντοχές της «επίσημης» αριστεράς: της «εξημερωμένης», αλλά και της «μεσσιανικής».[4]
Σχετικά όμως με την ερμηνεία του δημοψηφίσματος, ας σταθούμε λίγο στο «τίποτα περισσότερο». Το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος είχε εμφανές ταξικό πρόσημο. «Το ΟΧΙ όμως αυτό εκφράστηκε από κοινωνικά υποκείμενα, που πόρρω απέχουν, τουλάχιστον προς το παρόν, από τη συγκρότηση ενός συνεκτικού, κοινωνικού, αγωνιστικού μετώπου»[5], σημειώνει εύστοχα ο Α. Χρύσης (1/8/2015), προλαβαίνοντας όσους ονειρεύονται σήμερα νέες «αριστερές κυβερνητικές λύσεις», στηριγμένες και πάλι σε ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ (χωρίς δηλαδή την ανάγκη αποδέσμευσης από την ΕΕ) και σε «ευνοϊκούς» συσχετισμούς δύναμης, που απλά δεν υπάρχουν. Τώρα, λένε, είναι η στιγμή κι αν δεν το κάνουμε τώρα, «αν δεν γίνει εφικτή η δημιουργία μιας αριστερής κυβερνητικής εξουσίας, τότε η διάρκεια των μνημονίων θα παρατείνεται αέναα, οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι άστεγοι θα πολλαπλασιάζονται…, το μέλλον αυτής της κοινωνίας θα μεταναστεύει. Και τότε η ιστορία θα είναι αμείλικτη απέναντί μας».[6] Όμως, το γκραμσιανό «ιστορικό μπλοκ», του οποίου την ηγεμονία υπαινίσσεστε ότι πρέπει να διεκδικήσουμε – απλά και ολοφάνερα – δεν υπάρχει σήμερα σ. Σ. Σακελλαρόπουλε και σίγουρα δεν χτίζεται στηριγμένο σε μισές αλήθειες. Για τούτο, σε εμένα τουλάχιστον, όλη αυτή η υπόθεση και η επίκληση της εκδίκησης της ιστορίας, δεν μου ακούγεται σαν συναίσθηση της «ιστορικής ευθύνης», αλλά σαν μια γκροτέσκα απόπειρα επανάληψης του «τσιπρικού πειράματος» με πιο αριστερούς όρους. Δηλαδή, άλλο ένα κωμικοτραγικό άλμα στο κενό.
Όταν, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κόσμου της εργασίας, αντιλαμβάνεται μέσα από τα ίδια τα γεγονότα, ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ανεξάρτητης – φιλεργατικής – εθνικής πολιτικής μέσα στο δημοσιονομικό, θεσμικό, πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ, τότε το ζητούμενο της «αριστερής κυβερνητικής εξουσίας», που αποσιωπά ή θέτει σε δεύτερη μοίρα το αίτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ, είναι πολλά βήματα πίσω από την ήδη διαμορφούμενη κοινωνική συνείδηση και γι’ αυτό δεν λέγεται «συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης», αλλά κυβερνητισμός.
Όλοι γνωρίζουμε πια ότι «μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο με τον όρο ότι θα χρησιμοποιήσεις… την κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη διαφόρων χωρών ή στο εσωτερικό κάθε χώρας, όπως επίσης αποκτώντας έναν ισχυρό σύμμαχο, ας είναι προσωρινός, ασταθής και με όρους. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κουκούτσι από μαρξισμό»[7]. Θέλω να πω ότι ασφαλώς και χρειάζεσαι ευρύτερες συμμαχίες, αρκεί βέβαια να συμπλέουν με την κοινωνική δυναμική και να μην σε οδηγούν σε εκπτώσεις αξιακού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, υποστηρίζω ότι ήταν σεχταριστική και μικρόνοη η καχυποψία ενός μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για κάποιες από τις απόπειρες «κοινής καθόδου» στις δημοτικές εκλογές. Όπως, ας πούμε, στο Χαλάνδρι. Εκεί όμως ούτε ήμασταν κόντρα στον παλμό της κοινωνίας (αποδείχθηκε με την εκλογή του δημάρχου), ούτε έμπαιναν ζητήματα αρχών, αλλά μόνο μικροκομματικές, κατά τη γνώμη μου, επιφυλάξεις.
Αντίστοιχα, σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι μια εκλογική συμπόρευση όλων των εκλογικών δυνάμεων της «μη εξημερωμένης αριστεράς», δεν θα ήταν (υπό τους όρους που προαναφέρθηκαν) ένα τεράστιο βήμα, που μάλιστα θα ενίσχυε καθοριστικά και την ανάπτυξη ενός ευρύτερου κοινωνικού μετώπου.
Από την άλλη, ας μην κοροϊδευόμαστε. Κανείς δεν θέτει σήμερα ένα δίλημμα του τύπου «πολιτικό ή κοινωνικό μέτωπο;». Αν ετίθετο ειλικρινά ένα τέτοιο ερώτημα, θα ήταν απλά κουτό. Γι’ αυτό και νομίζω πως όσοι το θέτουν, το κάνουν λίγο «εκ του πονηρού» προκειμένου να στηρίξουν την άποψή τους, με την απάντηση σε ένα ερώτημα, που θέτουν μόνο οι ίδιοι. Ταυτόχρονα βέβαια θέτουν και άλλα ερωτήματα (κρίσιμα ή όχι), προκειμένου να μην απαντηθεί το ΕΠΙΔΙΚΟ: Το ζήτημα της στάσης απέναντι στην ΕΕ, που είναι σαφώς ζήτημα αξιακού χαρακτήρα.
Η ΕΕ δεν υπήρξε ποτέ μια «οικογένεια δημοκρατίας και πολιτισμού». Ήταν ανέκαθεν ένα κυνικό όργανο του μεγάλου κεφαλαίου, όργανο καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων (ειδικά στον Νότο), όργανο που χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τις πιο αντιδημοκρατικές μεθόδους, για την εμπέδωση ενός ολοκληρωτικού νεοφιλελευθερισμού (Γιουγκοσλαβία, Β. Αφρική, Ουκρανία). Μάλιστα, δεν χρειάζονται πάντα ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις, προκειμένου να καταλύσουν την εθνική κυριαρχία μιας χώρας και να ληστέψουν τον κόσμο της εργασίας. Συνήθως αρκεί η υποδαύλιση εσωτερικών αντιθέσεων και η ενθρόνιση πρόθυμων εκσυγχρονιστών ή και ακραίων εθνικιστών. Κυρίως, όμως, αρκεί το κλείσιμο της ρευστότητας από την ΕΚΤ και ο έλεγχος των επενδυτικών κεφαλαίων. Το «χρέος», που από τη δεκαετία του ’70 ήταν ο κύριος μηχανισμός κατάκτησης πολλών χωρών ανά την υφήλιο, αποτελεί πλέον τον κύριο μηχανισμό και για την κατάκτηση του ευρωπαϊκού Νότου, με «πιλότο» βέβαια την Ελλάδα. Η δική μας «εξημερωμένη αριστερά» (ΣΥΡΙΖΑ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ κλπ) αρνείται να δει αυτήν την πραγματικότητα, υπερασπιζόμενη την ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ «αλλαγή εκ των έσω» της ΕΕ. Λες και υπήρξε ποτέ, τα τελευταία 3.000 χρόνια, προηγούμενο τέτοιας «εκ των έσω αλλαγής» μιας αντίστοιχης υπερδομής ή αυτοκρατορίας (όλες είτε ανατράπηκαν είτε κατέρρευσαν). Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα – από την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων για αλλαγή εκ των έσω της ΕΕ – η πραγματική ανάγκη για έναν νέο διεθνισμό ή ακόμα και για μια νέα «διεθνή». Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα οι «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», που όμως, ο ίδιος ο Λένιν, που τις οραματίστηκε, έλεγε πως «σε συνθήκες καπιταλισμού ή είναι αδύνατον να υπάρξουν, ή θα ‘ναι αντιδραστικές».
Ας αφήσουμε όμως για μια στιγμή τις ιδεολογικές εμμονές του καθενός μας και τα όποια πολιτικά σχέδια. Ας αφήσουμε τα «δικά μας» ερωτήματα κι ας αναλογιστούμε: Ποιο είναι το πρώτο ερώτημα που έχει σήμερα η ελληνική κοινωνία για το μέλλον της και το μέλλον των παιδιών της. Τουλάχιστον το 61% του ελληνικού λαού – όπως κι αν το έχει κατ’ αρχήν απαντημένο – έχει στο μυαλό του ως πρωτεύον ερώτημα, αυτό της ΕΕ. Τα γεγονότα μάλιστα του τελευταίου διμήνου, το αναδεικνύουν ως «λυδία λίθο» για την πορεία του τόπου: «Μπορούμε χωρίς αυτούς;» – «Θα μας αφήσουν να κάνουμε κουμάντο στο σπίτι μας;» – «Θα βρούμε αλληλέγγυους σε μια ενδεχόμενη ρήξη;», αναλογίζεται ο κόσμος του ΟΧΙ.
Αυτό είναι λοιπόν το ΕΠΙΔΙΚΟ ερώτημα, στο οποίο οφείλει να απαντήσει ξεκάθαρα, η όποια πολιτική συλλογικότητα:
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΟΡΕΙΑ, ΦΙΛΕΡΓΑΤΙΚΗ – ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ – ΙΣΟΡΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ – ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ, ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ – ΘΕΣΜΙΚΑ – ΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΕ;
Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θέτει «το σήμερα» σε οποιαδήποτε συμπόρευση της Αριστεράς (πολιτική ή κοινωνική). Και όσοι αρνούνται να απαντήσουν σ’ αυτό ή το θέτουν σε δεύτερη μοίρα, απλά κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα, με τον ενδόμυχο φόβο να μην τρομάξουν πάλι οι ψηφοφόροι ή ίσως και οι ίδιοι. Πιθανά (λόγω της γνωστής αδυναμίας της Αριστεράς να μην αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα, παρά μόνον όταν αυτή έχει γίνει πια ιστορία) δεν βλέπουν ότι οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν φέρει ενστικτωδώς τον κόσμο της εργασίας πολύ μπροστά στο ζήτημα της ΕΕ. Στο κάτω – κάτω, παρά τον ευρωλάγνο καταιγισμό των ΜΜΕ, ακόμα και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με το παρελθόν, αντίθεση του ελληνικού λαού στο ευρώ και την ΕΕ. Ειδικά, από τον κόσμο του ΟΧΙ ένα πολύ μεγάλο μέρος, απαντά ενστικτωδώς: «ΟΧΙ δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πορεία μέσα στα πλαίσια της ΕΕ». Τα ίδια δηλαδή, που υποστήριζαν τόσον καιρό οι σύντροφοι και οι συναγωνιστές, που σήμερα τα «κάνουν γαργάρα» για χάρη μιας θρυλούμενης ισχυρής εισόδου στη Βουλή. Η επωαζόμενη συμπόρευση υπό την ομπρέλα της Λ.Ε. δεν αντιλαμβάνεται τον παλμό της κοινωνίας. Επιλέγει ξανά τα μισόλογα και ξεπέφτει έτσι σε έναν νέο αντιμνημονιακό βερμπαλισμό. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ. Πίσω από την ανάγκη του κόσμου για ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Χαρίζοντας την αντι – ΕΕ δυναμική στη Χρυσή Αυγή.
Μετά και την τελευταία τούμπα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, που τόσο ξεκάθαρα, ο κόσμος «δεν δίνει δυάρα» για τους κοινοβουλευτικούς ή εσωκομματικούς συσχετισμούς και γυρεύει μόνο «ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ».
Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη νέα κοινωνική δυναμική, αυτός θα ‘χει να λογαριαστεί με την ιστορία, σ. Σακελλαρόπουλε και Σαραφιανέ.
Σχετικά με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τις προεκλογικές διεργασίες στον χώρο της μη «εξημερωμένης Αριστεράς».
Κατ’ αρχήν είναι, νομίζω, τουλάχιστον ατυχής, η τοποθέτηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, κατά την ανακοίνωση της συγκρότησης της Λαϊκής Ενότητας (ΛΕ). Και τούτο γιατί όχι μόνο δεν υπήρξε έστω και μια νύξη για έξοδο από την ΕΕ, αλλά γιατί ακόμα και για την έξοδο από το ευρώ, είπε ότι θα προκύψει – «εφόσον χρειαστεί»! – ως κατάληξη του αγώνα για κατάργηση των μνημονίων. Έχουμε λοιπόν μια – αναπάντεχη για μένα – σαφή υποχώρηση από την προσωπική θέση του ίδιου του Π. Λαφαζάνη και την επιστροφή στην παλιότερη «ενδιάμεση» θέση του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, «καμιά θυσία για το ευρώ». Και πάλι δηλαδή «ΜΙΣΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ» σε μια επανάληψη – φάρσα της προσπάθειας να μην τρομάξουν αυτή τη φορά οι υποψήφιοι ψηφοφόροι της ΛΕ.
Ακόμα όμως πιο ατυχείς ήταν, κατά τη γνώμη μου, οι ανακοινώσεις – τοποθετήσεις σ. στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις οποίες είτε δεν γινόταν καθόλου λόγος για αποδέσμευση από την ΕΕ (κοινή ανακοίνωση της Πλατφόρμας και των σ. Σακελλαρόπουλου, Σαραφιανού), είτε έθεταν αυτό το ζήτημα σε δεύτερη μοίρα (κείμενα των σ. Σακελλαρόπουλου, Νικολαΐδη, Παπακωνσταντίνου, Σωτήρη). Υποψιάζομαι, μάλιστα, ότι τόσο ο υποβόσκων «κυβερνητισμός» των Λαφαζάνη, Σακελλαρόπουλου, Σαραφιανού, όσο και η υποβάθμιση της αποδέσμευσης από την ΕΕ των υπολοίπων σ., βρίσκεται αρκετά πίσω και από την αντίληψη μεγάλου μέρους συναγωνιστών και οπαδών της ΛΕ, για το χατήρι των οποίων υποτίθεται ότι γίνονται αυτές οι «εκπτώσεις» (βλέπε κείμενο των 86 μελών του ΣΥΡΙΖΑ). Η ευκταία από όλους συμπόρευση δεν μπορεί να στηριχτεί άλλη μια φορά σε «μισές αλήθειες», δηλαδή στην κοροϊδία ξανά του ελληνικού λαού, προκειμένου «να μπούμε δυνατά στη Βουλή». Δεν μπορεί να γίνει άλλοτε με υπερτίμηση και άλλοτε με υποτίμηση του ταξικού ενστίκτου και των διαθέσεων του λαϊκού παράγοντα, ανάλογα με το τι μας συμφέρει. Στην προκειμένη περίπτωση υποστηρίζω, ότι όπως λέει και ο Α. Χρύσης, υπερτιμάμε τον λαϊκό παράγοντα όταν υπερφίαλα ισχυριζόμαστε ότι έχουμε σχεδόν έτοιμο ένα συνεκτικό μέτωπο του ΟΧΙ. Από την άλλη, τον υποτιμάμε όταν δεν αντιλαμβανόμαστε πως ήδη ένα πολύ μεγάλο μέρος «του κόσμου του ΟΧΙ» νοιώθει έστω κι ενστικτωδώς πως «δεν γίνεται τίποτα» μέσα στο πλαίσιο – διαρκές μνημόνιο της ΕΕ.
Ο σ. Π. Παπακωνσταντίνου αναδημοσιεύει αποσπάσματα από τον Guardian, υπερασπιζόμενος την έξοδο από την ευρωζώνη, χωρίς όμως καμιά νύξη για έξοδο από την ΕΕ. Και αυτά σε άρθρο με τον πομπώδη τίτλο «Είναι η οικονομία, όχι το νόμισμα, ηλίθιε»! (η υπογράμμιση είναι δική μας).
Ο σ. Γιώργος Νικολαΐδης σημειώνει σωστά πως «το πρώτιστο καθήκον είναι η αντιπαράθεση… στο νέο μνημόνιο… και η ολομέτωπη σύγκρουση με την κυβέρνηση που το ψήφισε και το υλοποιεί». Όταν όμως το θέμα πάει στις επερχόμενες εκλογές και στους όρους του «πολιτικού μετώπου», ο σ. Γιώργος: α) υποβαθμίζει συστηματικά σ’ όλες του τις παρεμβάσεις το ζήτημα της εξόδου ή ακόμα και της ρήξης με την ΕΕ, β) αρκείται σε επιθετικούς χαρακτηρισμούς: πλατύ, λαϊκό, ριζοσπαστικό, αριστερό, αντιμνημονιακό μέτωπο, γ) επισείει τον κίνδυνο ότι, οτιδήποτε λιγότερο από ένα τέτοιο αντιμνημονιακό μέτωπο (κυριολεκτώντας θα έλεγε κανείς «οτιδήποτε περισσότερο») θα κατακερματίσει τις «φυλές του ΟΧΙ». Έτσι, αρνούμενος να δει μια άλλη υπάρχουσα κοινωνική δυναμική, ταυτίζεται με τον αντιμνημονιακό βερμπαλισμό και τη φοβική στάση της ΛΕ (μην τους τρομάξουμε).
Ο σ. Π. Σωτήρης στις 20/8/2015 μας δίνει μια πραγματικά πολύ χρήσιμη, λεπτομερειακή ανάλυση για την έξοδο από το ευρώ, όπου απαντά αναλυτικά, τόσο στις πολιτικές, όσο και σε πολύτιμες πρακτικές πλευρές του ζητήματος. Αποφεύγει όμως κι αυτός να σταθεί ευθέως στο – αυτονόητο μετά απ’ όσα αναλύει – βήμα της εξόδου από την ΕΕ. Στις 25/8/15 όμως, λέει το εντυπωσιακό «Ναι, θα ήταν πιο σωστό να πούμε έξω από το ευρώ και από την ΕΕ, γιατί αυτή θα είναι στην πραγματικότητα η ακολουθία των γεγονότων… όμως ας μη γελιόμαστε, έξοδος από το ευρώ μαζί με παύση πληρωμών σημαίνει σύγκρουση με το μεγαλύτερο μέρος των συνθηκών της ΕΕ… βάζει τέλος στα ΕΣΠΑ και στην ΚΑΠ… σηματοδοτεί ρήξη με τον πυρήνα της στρατηγικής του κεφαλαίου.» Τότε, σ. Σωτήρη, γιατί δεν λέμε το σωστό και κόβουμε στη μέση την ομολογημένη αλήθεια; Γιατί δεν είμαστε σίγουροι για το αν μπορεί να υπάρξει έξοδος από την ΕΕ μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού; Ή απλά ως θυσία για την πολυπόθητη συμπόρευση – είσοδο στη Βουλή;
Ο κόσμος στον οποίο απευθυνόμαστε (και δεν εννοώ το στενό ακροατήριο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) μπορεί να μην γνωρίζει ακριβώς τι σημαίνει «κυβερνητισμός», γνωρίζει όμως πολύ καλά τι σημαίνει κοροϊδία.
Οι τοποθετήσεις των τριών σ. και αρκετών ακόμα που κινούνται στο ίδιο πνεύμα αποτελούν – συνειδητά ή ασυνείδητα – την αποθέωση του «βαθμιαίου». Όμως, οι ίδιοι γνωρίζουν, ίσως πολύ καλύτερα από μένα, τη χεγκελιανή εκτίμηση, για το πόσο χωράει το «βαθμιαίο» στη λογική της ιστορίας. «Ως προς τι διαφέρει το διαλεκτικό πέρασμα από το μη διαλεκτικό; Ως προς την αντιφατικότητα, ως προς τη διακοπή του βαθμιαίου» [8].
Για να συνοψίσω:
Το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη και η σημερινή πολιτική συγκυρία ασφαλώς και αναδεικνύουν την ανάγκη για πολιτική και κοινωνική συμπόρευση της «μη εξημερωμένης Αριστεράς».
Η συμπόρευση όμως αυτή:
1) (και κυριότερο) Οφείλει να εκφράσει ολόκληρες και όχι μισές αλήθειες. Οφείλει να έχει πολιτικό πλαίσιο, που να μην βρίσκεται πίσω από την κοινωνική δυναμική, από αυτό που απέδειξαν τα ίδια τα γεγονότα, από αυτό που ξεκινά να αντιλαμβάνεται, έστω κι ενστικτωδώς, η πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας.
2) Πρέπει να περιλαμβάνει και άλλες δυνάμεις, πέραν της παραδοσιακής Αριστεράς, γιατί οφείλει να έχει την προοπτική δημιουργίας του κρίσιμου «κοινωνικού – ιστορικού μπλοκ». (Αριστερή Οικολογία – Συλλογικότητες Αλληλεγγύης και Ανέργων – Πρωτοβάθμια Σωματεία – Συλλογικότητες Συνεταιρισμένων Ατομικών Παραγωγών – Κομμάτια του «πολιτικού» αντεξουσιαστικού χώρου κλπ).
Όλοι έχουμε την έμφυτη τάση να λογαριάζουμε την ιστορία με το μέτρο της δικής μας ζωής. Δηλαδή, «ανθρωπομετρικά», ρηχά και εγωιστικά. Είναι βέβαια αλήθεια πως υπήρξαν και θα υπάρξουν πάλι στιγμές, που οφείλεις να ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙΣ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙΣ. Και είναι επίσης αλήθεια, πως στην πραγματική ζωή, αυτό δεν έγινε ποτέ «σύμφωνα με το σχέδιο». Η ιστορία όμως πάλι έχει δείξει πως αν είναι να πας κόντρα στην κοινωνική δυναμική ή να αναγκαστείς να κάνει εκπτώσεις ή υπερβάσεις σε αξιακό επίπεδο, τότε είναι προτιμότερο να κάνεις δυο βήματα πίσω, παρά ένα βήμα στο κενό. Στο κάτω – κάτω, όπως έλεγε ο Λούκατς, ας μην «απογοητευόμαστε πολύ εύκολα όταν η έκφραση ορισμένων αληθειών παράγει περιορισμένο αντίλαλο».
ΥΓ1: Με την παρούσα παρέμβαση, ασφαλώς δεν γυρεύω «δηλώσεις μετανοίας» ούτε να χωρίσουμε τα τσανάκια μας με όσους «δεν υπογράφουν» την έξοδο από την ΕΕ. Τις ώρες αυτές, η «τράπουλα» στη δική μας Αριστερά μοιράζεται κυριολεκτικά από την αρχή. Πέρα από ιδεολογικές προελεύσεις, κομματικές εντάξεις και προσωπικές συμπάθειες. Γι’ αυτό, θα ‘πρεπε ίσως ο καθένας μας να σκεφτεί πολύ και με μεγάλη νηφαλιότητα πριν αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.
ΥΓ2: Στο δεύτερο μέρος, θα προσπαθήσω να περιγράψω αδρά πώς αντιλαμβάνομαι την κατεύθυνση, τις πιθανές δομές και τα υποκείμενα αυτής της συμπόρευσης (ποιοι χωράνε και ποιοι δεν χωράνε σ’ αυτή).
Κύμη 27/8/2015
Βιβλιογραφία – σχόλια
[1] Από το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη «Κι ήθελε ακόμη»
[2] «Εξημερωμένη Αριστερά»: Όρος του Ν. Ψυρούκη, χρησιμοποιούμενος και από τον Π. Κονδύλη και σημαίνει:
• Την Αριστερά που αποδέχεται πλήρως την κυριαρχία των αγορών,
• Την Αριστερά που αποδέχεται τα «ανθρώπινα δικαιώματα», όπως τα χρησιμοποιεί ο «αντίπαλος». Δηλαδή, όλα εκτός από το δικαίωμα στη δίκαιη κατανομή του προϊόντος της ανθρώπινης εργασίας.
• Την Αριστερά που υιοθετεί τα ιδεολογήματα και επιχειρήματα του «αντιπάλου» και γι’ αυτό ακριβώς είναι τελεσίδικα ηττημένη και ανίκανη να παίξει τον ρόλο της ως Αριστερά.
* Στην ΕΑ δεν περιλαμβάνεται η Αριστερά που θέτει την ανάγκη λύσης αστικοδημοκρατικών εκκρεμοτήτων μέσα στο δικό της «μεταβατικό στάδιο».
[3] Κ. Μαρξ «Γερμανική ιδεολογία»
[4] Μεσσιανική Αριστερά: Εννοεί το ΚΚΕ και κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
[5] Α. Χρύσης 11/8/2015
[6] Σ. Σακελλαρόπουλος 30/7/2015 (εδώ)
[7] Λένιν «Αριστερισμός η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού»
[8] Λένιν «Χέγκελ “Διαλέξεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας”». Από παρέμβαση του Α. Χρύση στο «Ιμπεριαλισμός, Αντιθέσεις και Αντιστάσεις»
πηγη: pandiera.gr
ΟΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

Του ΠΕΤΡΟΥ Ι. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗ*
Πολλές συζητήσεις λαμβάνουν χώρα γύρω από τον «καταγγελιτικό λόγο» κρατών-μελών που αφορούν στη δημιουργία του ελληνικού χρέους, στο «ανεύθυνο» των κρατών-μελών για τη δημιουργία του ελληνικού χρέους και στο ότι πλήττονται οι λαοί της Ένωσης για να εξυπηρετούν τον υπερχρεωμένο λαό της Ελλάδας.
Επίσης σαν μην υφίσταται συνέχεια νομιμοποίησης, μέλη της Επιτροπής απευθύνονται προς τον Ελληνικό λαό από καθέδρας ως εάν να υπάρχει το ανεύθυνο της Επιτροπής (διαχρονικά) για την απόκρημνη κατάσταση που έχει περιέλθει η Ελληνική κοινωνία. Δεν αναφέρομαι δε ιδιαιτέρως (με το κείμενό μου αυτό) στα μνημόνια και στις επαχθέστατες δανειακές συμβάσεις. Αυτά αποτελούν άλλης τάξης ζήτημα που επιδεινώνουν τις ευθύνες της Επιτροπής και των κρατών-μελών, ως μελών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ασφαλώς τα ενταύθα αναφερόμενα επουδενί απαλλάσσουν ή αμβλύνουν τις τεράστιες ευθύνες του εγχώριου πολιτικού προσωπικού (και κάθε άλλου εμπλεκόμενου) που υπηρέτησε και εξακολουθεί να υπηρετεί τη δημιουργία και αναπαραγωγή του χρέους (απολύτως μη βιώσιμου), που υποχρεώνει την Ελληνική κοινωνία να βιώνει ανθρωπιστική κρίση.
Με τούτη την προδιάθεση θεωρώ καθήκον μου να θέσω υπ’ όψιν του αναγνώστη τα παρακάτω.
ΤΟ «ΑΝΕΥΘΥΝΟ» ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ
Πέραν του ότι η διάσωση της Ελλάδας δεν αφορά τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ιδιαιτέρως γαλλογερμανικών συμφερόντων, χρήσιμο και κρίσιμο είναι να λεχθούν και τα εξής:
1) Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα ως προς την Επιτροπή και ως προς τα κράτη-μέλη που συγκροτούν το Συμβούλιο δεσμευτικές είναι [1] οι παρακάτω διαδικασίες που συνεπάγονται ιδιαίτερες υποχρεώσεις και ευθύνες:
α) Τα κράτη-μέλη έχουν υποχρέωση να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Όμως:
β) Προς την κατεύθυνση αυτή η Επιτροπή έχει τη ρητή δέσμευση και ευθύνη:
i) να παρακολουθεί την εξέλιξη της δημοσιονομικής κατάστασης και το ύψος του δημοσίου χρέους των κρατών-μελών,
ii) να εντοπίζει τις μεγάλες αποκλείσεις του χρέους,
iii) να προβαίνει σε σχετικές εκθέσεις και
iv) να ενημερώνει το Συμβούλιο.
Επίσης,
2) Το Συμβούλιο, από πλευράς του, έχει τη ρητή υποχρέωση και ευθύνη να αποφασίζει για το υπερβολικό έλλειμμα. (Για τις υποχρεώσεις αυτές αναφορά γίνεται αμέσως παρακάτω).
3) Βεβαίως στο πρωτογενές Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο λειτουργεί και η λεγόμενη «ρήτρα μη διάσωσης» [2].
Η ρήτρα αυτή θεσπίζει το καταρχήν ανεύθυνο:
α) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
β) των κρατών-μελών για υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα κράτους-μέλους.
Η ρήτρα αυτή επέβαλε τη δημιουργία «παράπλευρων μηχανισμών» (βλ. π.χ. EMS) ώστε να θεωρηθεί ότι σε περίπτωση στήριξης καταστάσεων που προέρχονται από «παρεκτροπή» πολιτικών, δεν παρεμβαίνει δήθεν αυτοτελώς η Ευρωπαϊκή Ένωση με τους Θεσμούς και τα Όργανά της, αλλά παρεμβαίνουν «κάποια άλλα μορφώματα». Και τούτο για να τηρείται ο όρος της προαναφερόμενης ρήτρας, που ωστόσο η ρήτρα αυτή εισάγει ευθεία εσωτερική αντίφαση στο όλο οικοδόμημα, αφού ευρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με την επιβαλλόμενη Αρχή της Αλληλεγγύης και της Αμοιβαίας Συνεργασίας [3].Άλλωστε, ιδιαίτερη σημασία και αξία έχει το καθήκον της Ευρωπαϊκής Ένωσης «να προάγει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών».
Η ΡΗΤΡΑ ΜΗ ΔΙΑΣΩΣΗΣ
4) Ωστόσο, η ρήτρα αυτή, περί μη διάσωσης, μπορεί να λειτουργήσει, μόνο εάν έχουν λάβει χώρα-προηγηθεί οι θεσπισμένες πρόνοιες(!) των ευθυνών τόσο της Επιτροπής όσο και του Συμβουλίου.
Δηλαδή: η «ρήτρα μη διάσωσης» μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον έχει προηγηθεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο η στενή παρακολούθηση της δημοσιονομικής κατάστασης και έχουν υπάρξει οι σχετικές παρεμβάσεις ως προς τις παρεκκλίσεις της δημοσιονομικής πολιτικής του κράτους-μέλους. Αυτό όμως δεν έχει λάβει χώρα όσον αφορά στην περίπτωση του ελληνικού χρέους.Και τούτο γιατί στην περίπτωση της Ελλάδας έχουν πλήρως αγνοηθεί (ορθότερα παραβιασθεί) αυστηρές δεσμεύσεις της ενωσιακής έννομης τάξης. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 126 ΣΛΕΕ:
α) Το Συμβούλιο όταν διαπιστώσει ότι το κράτος-μέλος που παρεκτρέπεται δεν έχει συμμορφωθεί με τις συστάσεις του για τον περιορισμό του ελλείμματος, και μάλιστα εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε το Συμβούλιο (Όργανο που συγκροτείται από τα κράτη-μέλη), έχει την υποχρέωση να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση προτού το παρεκτρεπόμενο κράτος-μέλος «εκτεθεί στις αγορές».
β) Σε περίπτωση δημοσιονομικής παρεκτροπής, το Συμβούλιο έχει τη ρητή δέσμευση και ευθύνη να υποχρεώσει το παρεκτρεπόμενο κράτος να μην «εκδώσει ομολογίες και χρεόγραφα», προτού προβεί σε δημόσια ενημέρωση των στοιχείων της δημοσιονομικής του κατάστασης. Επίσης
γ) Το Συμβούλιο καθορίζει το εύρος και τα ακριβή στοιχεία που απαιτούνται για πρόσθετες δημόσιες πληροφορίες, πριν το παρεκτρεπόμενο κράτος προβεί στην «έκδοση ομολογιών και χρεογράφων». Και τέλος
δ) Το Συμβούλιο στερεί το παρεκτρεπόμενο κράτος (υπό προϋποθέσεις αφορά το έσχατο μέτρο), ακόμη και από το δικαίωμα της ψήφου.
Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, το Συμβούλιο (άρα τα κράτη-μέλη) με ευθύνη του, θέτει στο παρεκτρεπόμενο κράτος-μέλος προϋποθέσεις προτού αυτό εκτεθεί σε δημόσιο δανεισμό.Τα «πρόσθετα»δε «στοιχεία» που απαιτούνται προφανώς δεν αφορούν τα όσα (μόνο) η οικεία (Εθνική) Στατιστική Υπηρεσία παρέχει αλλά και οι αντίστοιχες ενωσιακές υπηρεσίες.
Υπ’ όψιν δε ότι οι προαναφερόμενες πρόνοιες των πρωτογενών Συνθηκών δεν αφορούν μόνο τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, αλλά αποτελούν πάγιες πολιτικές και διαχρονικές ευθύνες [4].
Η ΑΝΑΝΤΙΡΡΗΤΗ ΕΥΘΥΝΗ
5) Με βάση τα προεκτεθέντα αναντίρρητο είναι ότι για την περίπτωση του ελληνικού χρέους αφενός μεν δεν λειτούργησαν οι Θεσμοί για την αποτροπή του παράνομου χρέους και αφετέρου βέβαιον είναι ότι τα αρμόδια Όργανα της Κοινότητας και ήδη Ένωσης, δεν πολιτεύθηκαν στο πλαίσιο της Αρχής της Νομιμότητας και για το λόγο αυτό συντρέχουν ευθύνες και οι ευθύνες αφορούν τόσο την Επιτροπή όσο και τα κράτη-μέλη, αλλά και κάθε αρμόδιο Όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [5].
6) Υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση (δια της Επιτροπής), ούτε τα κράτη-μέλη να ισχυρισθούν ότι μπορεί να λειτουργεί υπέρ αυτών η ρήτρα μη διάσωσης, αλλά ούτε και να ισχυρίζονται ότι ουδεμία ευθύνη έχουν στο ότι η Ελληνική κοινωνία βιώνει ανθρωπιστική κρίση.
Τα προαναφερόμενα διατυπώνονται δημοσίως, γιατί είναι πρόδηλο ότι υφίσταται ένα συνολικό σύστημα παραγωγής πολιτικών και εξυπηρέτησης συμφερόντων, το οποίο θα επιδιώξει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου να παρέμβει για τη διαμόρφωση συγκεκριμένου πολιτικού αποτελέσματος. Μόνο που η παρέμβαση αυτή θα πρέπει να αποκρουσθεί από τον Ελληνικό λαό και ειδικότερα από το εκλογικό σώμα που θα πρέπει να αναδείξει από τις κάλπες τη Λαϊκή Ενότητα ως την κύρια δύναμη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του Ελληνικού λαού και του δημοσίου συμφέροντος.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
-
Βλ. άρθρο 126 ΣΛΕΕ
-
Βλ. άρθρο 125 ΣΛΕΕ
-
Βλ. παρ. 3 άρθρου 4 ΣΕΕ.
-
Το άρθρο 126 ΣΛΕΕ είναι το αυτό με το προϊσχύσαν άρθρο 104 ΣυνθΕΚ.
-
Πρβλ. ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) υποθ. C-237/98 P (Dorsch) Συλλ. 2000, Ι-4549, ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) υποθ. 153/73 (Holz) Συλλ. 1974, 675, υπ. C-308/87 (Grifoni) Συλλ. 1990, Ι-1203. Ενωσιακό Όργανο θεωρείται κάθε Όργανο που ενεργεί στο όνομα της Ένωσης. Επίσης πρβλ. ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) υποθ. C-370/89 (SGEEM) Συλλ. 1992, Ι-6211 που αφορούσε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) υποθ. 5/71 (Schoppenstedt) Συλλ. 1971, 975, υπ. 281/84 (Zuckerfabrik) Συλλ. 1987, 49, αλλά και ΠΕΚ (ήδη ΓΔΕ) υποθ. Τα-190/99 (Area) Συλλ. 2001, ΙΙ-3597.
*Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια Στρασβούργου και Λουξεμβούργου (E.C.H.R. /GC-EU).
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015
πηγη: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή