Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Από το κακό στο χειρότερο

Δραματικά είναι τα στοιχεία που παρουσίασε η ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την επιδείνωση της ζωής των Ελλήνων.
Δραματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων αποκαλύπτει έκθεση της ΓΣΕΕ Η Ετήσια Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2015 αναδεικνύει τη δραματική υποβάθμιση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων επισημαίνοντας τα εξής:
α) η αγοραστική δύναμη του πραγματικού κατώτατου μισθού την περίοδο 2010-2014 μειώθηκε κατά 24,9% και κατά 34,5% για τους νέους κάτω των 25 ετών.
β) η θέση της Ελλάδος στην κατάταξη των χωρών που έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό κατρακύλησε από την έβδομη στη δέκατη (ή στην ενδέκατη μετά την εισαγωγή του κατώτατου μισθού στη Γερμανία από το 2015). Είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο κατώτατο μισθό της Ισπανίας, της Μάλτας και της Σλοβενίας, σε αντίστοιχο επίπεδο με τον κατώτατο μισθό της Πολωνίας.
γ) η μερική απασχόληση έχει κατακλύσει την αγορά σε ποσοστό 70%. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν θέσεις πλήρους απασχόλησης ή ότι οι εργαζόμενοι δέχονται λόγω της ανεργίας να αμείβονται με τον μισθό της μερικής απασχόλησης, παρότι δουλεύουν 8ωρο.
δ) οι απόφοιτοι λυκείου θίγονται περισσότερο από την ανεργία (28,6%) συγκριτικά με τους πτυχιούχους ΑΕΙ/ΤΕΙ (20%) και τους κατόχους μεταπτυχιακών (12,5%).
ε) οι επιχειρήσεις, παρά την εσωτερική υποτίμηση, δεν μείωσαν τις τιμές, ούτε περιορίστηκαν τα φαινόμενα ολιγοπωλίων στην αγορά.
Ο αναπληρωτής καθηγητής του Οικονομικού Τμήματος Αθηνών και επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης που παρουσίασε σήμερα την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της ΔΕΘ, πρότεινε τρεις λύσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην έξοδο της οικονομίας από την κρίση.
Α) Επανασχεδιασμός της χρηματοδότησης των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας βάσει του άξονα: βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα - βιώσιμο χρέος.
Η ενεργοποίηση της εγχώριας ζήτησης με αύξηση των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης: βασικό προαπαιτούμενο για την αύξηση των επενδύσεων αποτελεί η χρηματοδότησή τους μέσω της «ρήτρας επανεπένδυσης των τόκων». Δηλαδή, να συμφωνηθεί να μην πληρώνονται οι τόκοι του χρέους για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και το κονδύλι που εξοικονομείται να διατίθεται για επενδύσεις και συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου τομέα κ.λπ.
Β) Για την ενίσχυση της κατανάλωσης, προτείνεται η θεσμοθέτηση «προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης»
Γ) Επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας και αποκατάσταση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτατου μισθού.
Ο κ. Αργείτης δήλωσε μεταξύ άλλων: «Η επιβολή βίαιης δημοσιονομικής και εισοδηματικής λιτότητας προκάλεσε τον εγκλωβισμό της ελληνικής οικονομίας σε τρεις θανάσιμες παγίδες: στην παγίδα δημόσιου χρέους, που κρατά την οικονομία συνεχώς στο χείλος της χρεοκοπίας και επιτρέπει στους δανειστές να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις σε βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Στην παγίδα λιτότητας, η οποία συρρικνώνει την οικονομική δραστηριότητα και καθιστά το τραπεζικό σύστημα εύθραυστο και τη χώρα αφερέγγυα υπονομεύοντας τη δυνατότητά της να αποπληρώσει το χρέος της. Στην παγίδα ρευστότητας, που πνίγει καθημερινά την πραγματική οικονομία και κάθε επενδυτική και παραγωγική δραστηριότητα, δημιουργώντας σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στους εργαζομένους και στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων. Στη δική μας μακροκοινωνική προσέγγιση, τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και η συρρίκνωση των μισθών και των συντάξεων δεν είναι διέξοδος αλλά μία από τις αιτίες της κρίσης. Δεν δημιουργούν ανταγωνιστικότητα και βιώσιμες επιχειρήσεις, αλλά ενισχύουν παρασιτικές συμπεριφορές και αναδιανέμουν πόρους σε βάρος παραγωγικών δραστηριοτήτων».
Η έκθεση σκιαγραφεί την αποτυχία της στρατηγικής οικονομικής προσαρμογής με κύριους άξονες τη δημοσιονομική λιτότητα, την εσωτερική υποτίμηση και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, έννοιες ασύμβατες με τη σημερινή δομή του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, καθώς δεν αποτυπώνουν τη δυναμική σχέση κατανάλωση → εγχώρια ζήτηση → οικονομική μεγέθυνση. Σύμφωνα με το ΙΝΕ, τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά θα έπρεπε να αποτελούν το βασικό πλαίσιο σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση χρέους και την οικονομική και κοινωνική κρίση.
Παράλληλα, αναδεικνύει ότι η ανάκτηση της φερεγγυότητας της χώρας είναι απολύτως εξαρτημένη από τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και την εξέλιξη των δανειακών υποχρεώσεων κυρίως των τόκων. Το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε., ενώ η ποιότητα των θέσεων εργασίας συνεχίζει να χειροτερεύει. Οι άτυπες και μη ηθελημένες μορφές απασχόλησης αυξάνονται, με σημαντικές αρνητικές συνέπειες στο εισόδημα των εργαζομένων, στο ανθρώπινο κεφάλαιο της οικονομίας και στην παραγωγικότητα. Τα εμπειρικά ευρήματα της έκθεσης δείχνουν επίσης ότι υπάρχει υψηλή συσχέτιση μεταξύ των επισφαλών θέσεων εργασίας και της φτώχειας, ενώ η μείωση των κατά κεφαλήν κοινωνικών δαπανών έχει συμβάλει στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και των συνταξιούχων.
Η ΓΣΕΕ οργανώνει συλλαλητήριο στο πλαίσιο της ΔΕΘ στο Άγαλμα Βενιζέλου, το Σάββατο στις 18.00 μμ.
πηγη: zougla.gr
Το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών

Γράφει ο Π. Μωραΐτης
Από τότε που η χώρα μπήκε στην σύντομη προεκλογική περίοδο, ο λαός παρακολουθεί, ακούει, διαβάζει και σκέφτεται, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει βαθύτερα και ουσιαστικότερα τις εξελίξεις. Το ερώτημα «ποιο ακριβώς είναι το διακύβευμα των εκλογών της και 20ης/9;» απασχολεί χιλιάδες πολίτες.
Κάθε κοινωνική τάξη και κοινωνική ομάδα (και μαζί οι πολιτικές δυνάμεις που τις εκπροσωπούν ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους και με βάση το γενικό ταξικό τους συμφέρον και τις επιδιώξεις τους) δίνουν τις δικές τους απαντήσεις. Η αστική τάξη και οι πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν, σταθερά και χωρίς ταλάντευση, έχουν ως πρώτο στόχο την υπεράσπιση και την υλοποίηση του μνημονίου και τη θέληση των «συμμάχων». Οι κοινωνικές και το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων προσπαθούν στις ιδιαίτερες διεκδικήσεις τους να δώσουν μια καθολικότητα, ένα χαρακτήρα εθνικών στόχων. Όσον αφορά τις πολιτικές δυνάμεις, σημαντικό ρόλο παίζουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά και οι επιδιώξεις καθεμιάς, η προσπάθεια τα μεγαλύτερα κόμματα να κυριαρχήσουν, ώστε να διεκδικήσουν ένα σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση, ενώ τα μικρότερα προσπαθούν να επιβιώσουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, αδυνατώντας να χρησιμοποιήσει πλέον το χαρτί της «αντιμνημονιακής δύναμης που δρα εναντίον των μνημονιακών δυνάμεων», προσπαθεί να αποδείξει ότι αφενός μεν το 3ο μνημόνιο δεν έχει μόνο αρνητικά, αλλά περιέχει και θετικά στοιχεία. Κι ακόμα ότι, κατά την εφαρμογή του, υπάρχει χώρος να προστεθούν φιλολαϊκά στοιχεία και ενέργειες, αρκεί ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι η επόμενη κυβέρνηση, ώστε να μπορέσει ακριβώς αυτές τις δυνατότητες να τις αξιοποιήσει. Κατά το ΣΥΡΙΖΑ το κύριο πρόβλημα δεν είναι το τραγικό 3ο μνημόνιο και η ιμπεριαλιστική εποπτεία στην οποία έχει περιέλθει η χώρα, αλλά να έρθει μια κυβέρνηση από κάποιους πιο ικανούς και πιο επιτήδειους για να το εφαρμόσει.
Η ΝΔ, διεκδικώντας το “knowhow” της εφαρμογής των μνημονίων, την πείρα και τη συνέπεια της σε αυτόν τον τομέα, προσδοκά αυξημένο εκλογικό ποσοστό -ει δυνατόν να είναι πρώτο κόμμα για να εγγυηθεί την υλοποίηση του- ώστε να περάσει η χώρα γρήγορα στην ανάπτυξη. Κατά παρόμοιο τρόπο μπορούν να περιγραφούν οι στόχοι και ο πυρήνας των προπαγανδιστικών επιχειρημάτων των άλλων πολιτικών κομμάτων.
Το ερώτημα που τίθεται από τους κομμουνιστές και τον αριστερό κόσμο είναι «ποιο είναι το διακύβευμα των εκλογών όσον αφορά τα εργατικά συμφέροντα και την εργατική και λαϊκή προοπτική και με ποιο τρόπο αυτό θα προωθηθεί;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί τον προσδιορισμό των στοιχείων που συνθέτουν τη συγκυρία και την προοπτική των εξελίξεων.
Το τρίτο μνημόνιο που ψηφίστηκε, έστω και αν δεν άρχισε ακόμη η εφαρμογή του και δεν έχουν φανεί οι πολύ αρνητικές επιπτώσεις του στη ζωή και την προοπτική του λαού και της νεολαίας, άλλαξε ήδη τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Οι αλλαγές θα συνεχιστούν και θα βαθύνουν. Θα προκύψει ένας εντελώς διαφορετικός πολιτικός χάρτης και μεγάλες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κεντροαριστερό αστικό κόμμα και σε ένα ριζοσπαστικό αριστερό, με μικροαστικά κατά βάση χαρακτηριστικά είναι μόνο η αρχή.
Η οικονομική κρίση είναι παρούσα, είναι βαθύτατη, δεν φαίνεται να ξεπερνιέται και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, είναι γενικότερη. Παρά τις προσπάθειες από πλευράς της κυρίαρχης τάξης και των αστικών πολιτικών δυνάμεων τα κρισιακά φαινόμενα στην πολιτική σκηνή και στα κόμματα δεν αντιμετωπίστηκαν, από μια άποψη μάλιστα έχουν μεγαλώσει. Η αποκατάσταση μιας ορισμένης αναγκαίας αξιοπιστίας τους και η διαμόρφωση σταθερού και αποτελεσματικού δικομματικού συστήματος διακυβέρνησης δεν φαίνεται ότι μπορεί να προκύψει, ενώ το κλίμα στον εργαζόμενο λαό είναι απόλυτα απαξιωτικό και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα θα φέρουν νέα δυσαρέσκεια και νέους αγώνες.
Οι εξελίξεις που οδήγησαν ως την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από το ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλαν ώστε ευρύτερα λαϊκά τμήματα να κατανοήσουν ότι οι δυνατότητες ουσιαστικών βελτιώσεων στη ζωή των λαϊκών τάξεων, η υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεων τους είναι αυταπάτη χωρίς ισχυρό μαζικό αγώνα, χωρίς σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του και δεν μπορεί να υπάρξει εντός της ευρωζώνης και της ΕΕ. Η ΕΕ είναι το θερμοκήπιο της λιτότητας, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της υποταγής. Παράλληλα όμως η κατάληξη του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, με ό,τι το συνόδευε, σκορπά απογοήτευση, ένα αίσθημα αναποτελεσματικότητας και ματαιοπονίας όσον αφορά τους αγώνες και κατ' επέκταση την πολιτική ένταξη και δραστηριοποίηση.
Η περίοδος που θα ακολουθήσει θα είναι περίοδος ρευστή, μεγάλης αστάθειας, πολιτικών ανακατατάξεων και περαιτέρω κατακερματισμού των πολιτικών δυνάμεων. Η εφαρμογή του μνημονίου θα επιδεινώσει τα τεράστια λαϊκά προβλήματα, θα αυξήσει τη δυσαρέσκεια, θα αναπτυχθούν αγώνες.
Συμπερασματικά, βρισκόμαστε μπροστά στη διαμόρφωση νέων δεδομένων στην πολιτική και την κοινωνία. Διαμορφώνονται οι όροι της ανάπτυξης και λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος και φυσικά οι όροι ανάπτυξης της ταξικής πάλης για ολόκληρη περίοδο και όχι απλά για ορισμένα χρόνια. Η εργατική τάξη και κυρίως η πρωτοπορία της, η Κομμουνιστική Αριστερά, οφείλουν να δημιουργήσουν τους όρους της εργατικής απάντησης στα νέα δεδομένα. Αυτό δεν είναι ζήτημα που θα λυθεί στις επόμενες εκλογές, ούτε κυρίως στις εκλογές, η τακτική όμως και το περιεχόμενο που η κομμουνιστική και γενικότερη Αριστερά θα δώσουν την εκλογική αναμέτρηση μπορεί να έχει ουσιαστική συμβολή.
Κατά τη γνώμη μας η εργατική απάντηση για την επόμενη περίοδο απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα.
Το πρώτο στοιχείο είναι η διαμόρφωση της σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, του κομμουνιστικού σχεδίου. Ένα σχέδιο που θα ξεκινά από τη μελέτη του σύγχρονου καπιταλισμού και της κρίσης του, θα πατάς σταθερά στο έδαφος του μαρξισμού λενινισμού, θα διατυπώνει την πολιτική εξόδου από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων και -μέσω των αγώνων- θα σφυρηλατεί τα επαναστατικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά των υποτελών τάξεων και πρωτίστως της εργατικής τάξης. Η σαφής και ολοκληρωμένη διατύπωση της στρατηγικής και της τακτικής και πιο άμεσα ενός επεξεργασμένου σχεδίου εξόδου από την κρίση από τη σκοπιά του εργαζόμενου λαού θα δημιουργήσει αφενός μεν τις προϋποθέσεις ουσιαστικότερης επικοινωνίας με την εργατική τάξη και κινητοποίησης της. Παράλληλα, θα δώσει σιγουριά και αυτοπεποίθηση ώστε οι πολιτικοί και συνδικαλιστικοί αγώνες να είναι σταθερά προσανατολισμένοι προς τους στρατηγικούς στόχους, χωρίς φυσικά να χάνουν την αναγκαία ευελιξία και την προσαρμογή κατά την αλλαγή των συνθηκών. Να μην ξεστρατίζουν στην αντιμετώπιση της άμεσης πραγματικότητας μόνο, ούτε να μετατοπίζονται όλα στο απώτερο, στο στρατηγικό μέλλον. Μόνο έτσι μπορεί να συνδεθεί διαλεκτικά το άμεσο με την προοπτική, η στρατηγική με την τακτική. Η διαμόρφωση κομμουνιστικού κόμματος με αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτό το πρόγραμμα είναι σήμερα επιτακτική ανάγκη.
Ευθύνη όλων των δυνάμεων της αριστεράς είναι η ανάπτυξη ισχυρού εργατικού και λαϊκού κινήματος το επόμενο διάστημα με στόχο την παρεμπόδιση της εφαρμογής των όρων και των διατάξεων του μνημονίου και με σταθερή την επιδίωξη κατακτήσεων για το λαό. Στόχος πρέπει να είναι η πιο πλατιά μαζική κινητοποίηση των εργαζομένων στη βάση κοινά αποδεκτού σχεδίου σε ενιαιομετωπική βάση, χωρίς αποκλεισμούς και με περιεχόμενο τις άμεσες διεκδικήσεις τους και τους αναγκαίους πολιτικούς στόχους που ήδη έχουν τεθεί.
Μόνο στη βάση αυτή είναι δυνατόν να διαμορφωθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για ένα μέτωπο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, μέτωπο αντίστασης του εργαζόμενου λαού και αμφισβήτηση της επικρατούσας τάξης πραγμάτων.
Σημαντικές πλευρές αυτής της δράσης είναι
- η εργατική τάξη μέσα από τις εμπειρίες των αγώνων της να ξεπερνά την παθητικότητα και την ενσωμάτωση της στα σχέδια της κυρίαρχης τάξης,
- να ξεφεύγει από την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της,
- να συνειδητοποιεί την ιστορική αποστολή της,
- τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα να απαλλάσσονται από τις μικροαστικές αυταπάτες και την αστική ηγεμονία ενδυναμώνοντας τη συμμαχία τους με την εργατική τάξη.
Ιδιαίτερη σημαντική παράμετρος με μεγάλη σημασία είναι ο συσχετισμός εντός της αριστεράς συνολικά. Αν ο συσχετισμός είναι υπέρ της επαναστατικής αριστεράς και των επαναστατικών ιδεών ή θα υπερισχύσουν και θα δίνουν τον τόνο και την κατεύθυνση αντιλήψεις ρεφορμιστικές, αντιλήψεις μεταρρυθμισμού και βελτιώσεων εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η κυριαρχία ρεφορμιστικών αντιλήψεων στην ουσία θα φράξει το δρόμο στις προσπάθειες επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας. Από αυτή την άποψη το εκλογικό αποτέλεσμα και η μετέπειτα περίοδος έχει μεγάλη σημασία και τα καθήκοντα των πολιτικών δυνάμεων με κομμουνιστική αναφορά είναι μεγάλα.
Η δράση αυτή κατά την προεκλογική περίοδο και το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα θα είναι ουσιαστικό στοιχείο για την επόμενη ημέρα.
Ο Εργατικός Αγώνας βλέποντας την αδυναμία διαμόρφωσης κοινωνικοπολιτικού μετώπου στο λίγο χρόνο που μεσολαβούσε ως τις εκλογές έκανε την πρόταση να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην ανάπτυξη της δράσης όλων των δυνάμεων, κοινωνικών και πολιτικών στη βάση συμφωνημένων πλαισίου, για δε τις εκλογές όσες δυνάμεις το θεωρούσαν σκόπιμο μπορούσαν να προχωρήσουν σε εκλογικές συνεργασίες.
Από την πλευρά μας, βλέποντας τον κίνδυνο να αξιοποιηθούν οι συζητήσεις για την κοινή δράση και τη συνεργασία για εκλογικές σκοπιμότητες ξεκαθαρίσαμε ότι ως τις εκλογές δεν θα πάρουμε μέρος στις συζητήσεις αυτές. Το ερώτημα είναι: «πώς βλέπουν το διακύβευμα των εκλογών οι κυριότεροι φορείς της αριστεράς και πώς τοποθετούνται με τη στάση τους στα παραπάνω ερωτήματα;».
Όσον αφορά τη ΛΑΕ. Φαίνεται από πρώτη ματιά ότι υποτάσσει την υπόθεση της συνεργασίας και της δημιουργίας μετώπου στις εκλογικές και στις πολιτικές επιδιώξεις της. Η πρωτοβουλία που πήρε για το ζήτημα αυτό και συζήτησε με άλλες πολιτικές δυνάμεις δεν ξεχωρίζει την εκλογική συνεργασία από την πολιτική συνεργασία και το κοινωνικοπολιτικό μέτωπο. Ακόμη περισσότερο όσον αφορά την οργανωτική συγκρότηση φαίνεται να κυριαρχεί η δημιουργία όχι ενός κοινωνικοπολιτικού μετώπου με την ΛΑΕ ως μια, την πιο σημαντική ενδεχομένως από πλευράς δυνάμεων συνιστώσα οργάνωση του, αλλά ως ενιαίο κόμμα που περιλαμβάνει συλλογικότητες με μια ορισμένη αυτονομία, αλλά στα πλαίσια του ενιαίου φορέα. Με λίγα λόγια, ένας νέος ΣΥΡΙΖΑ. Όσον αφορά τις πολιτικές θέσεις, όπως έχουν διατυπωθεί στο προγραμματικό κείμενο που προτάθηκε, πρόκειται για ένα άθροισμα φιλολαϊκών στόχων που αμφισβητεί ίσως τον νεοφιλελευθερισμό, τα μνημόνια και πλευρές της Ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, χωρίς να αμφισβητεί το καπιταλιστικό σύστημα, έστω όχι ολοκληρωμένα.
Το ΚΚΕ συνεχίζει την ίδια τακτική. Προβάλλει τις γνωστές θεωρητικές και πολιτικές θέσεις του, αδυνατεί να δει συγκεκριμένα τις επικρατούσες συνθήκες και σε αυτή τη βάση να διαμορφώσει την τακτική συσπείρωσης εργατικής τάξης και του λαού με στόχο την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Αδυνατεί να αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας, το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών και συνολικά της επόμενης περιόδου, να δει τις δυνατότητες και τους κινδύνους που αναδύονται για το εργατικό κίνημα, είτε για στερέωση της αστικής κυριαρχίας άμεσα, είτε για άνοδο και επικράτηση του μεταρρυθμισμού στο εργατικό και το λαϊκό κίνημα που θα οδηγήσει στην απώλεια μιας νέας ευκαιρίας για την εργατική τάξη να ξεφύγει από τoν καπιταλιστικό βρόγχο της εκμετάλλευσης και της ενσωμάτωσης. Κατά αυτό τον τρόπο οδηγείται στην οριοθέτηση των δυνάμεων του και την απομόνωση από ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων, αφήνει ελεύθερο το πεδίο στο ρεφορμισμό και την αστική τάξη. Επιμένει στην απόρριψη των πολιτικών συμμαχιών και βλέπει ως κύριο εχθρό όχι τα αστικά κόμματα αλλά την ΛΑΕ. Σε τελική ανάλυση δρα διαλυτικά τη στιγμή που έπρεπε να συμπεριφέρεται ως η ηγέτιδα δύναμη στο κίνημα και στους αγώνες και η ηγεμονεύουσα στο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο.
Η επιδίωξη κάθε πολιτικής δύναμης να αυξήσει την εκλογική επιρροή της είναι στόχος θεμιτός και δικαιολογημένος. Όταν όμως η επιδίωξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις άμεσες ανάγκες της εργατικής τάξης και με την προώθηση των ιστορικών της στόχων, τότε γίνεται τουλάχιστον αρνητική αν όχι καταστροφική. Είναι σε διάσταση με τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Μπροστά σε ένα τέτοιο φαινόμενο βρισκόμαστε σήμερα.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και η Λαϊκή Ενότητα

Γράφει ο Π. Μωραΐτης
Ο Εργατικός Αγώνας από την πρώτη στιγμή που δρομολογήθηκαν οι πρόσφατες εξελίξεις στο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε τη διάσπαση του θετικό γεγονός. Ήταν ένα κόμμα «παρά φύση», το οποίο προσπαθούσε με ασάφειες και γενικολογίες (και αποφεύγοντας να πάρει συγκεκριμένη θέση σε κρίσιμα ζητήματα) να τροφοδοτήσει την εκλογική επιρροή του από ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών δυνάμεων. Να εκφράσει ολόκληρο το φάσμα των δυνάμεων και των ιδεών από το νεοφιλελευθερισμό ως την κομμουνιστική αριστερά.
Όταν ήρθε η ώρα να μπει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων, να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διακυβέρνησης έκανε εκείνο που περίμενε η μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Συμφώνησε με την τρόικα και υπέγραψε νέο μνημόνιο, το πιο επαχθές από όσα μέχρι σήμερα ο λαός έζησε. Είχε τη φυσιολογική πορεία όλων των μικροαστικών κομμάτων αυτού του τύπου σε φάση που ο ταξικός συσχετισμός είναι υπέρ της αστικής τάξης.
Συνολικά πλέον το πολιτικό σκηνικό, οι πολιτικές δυνάμεις και τα συμφέροντα που αυτές εκφράζουν φάνηκαν σε μεγάλο βαθμό πιο καθαρά στα μάτια του λαού. Ο εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ έχει επί της ουσίας μεταβληθεί σε αστικό κυβερνητικό κόμμα που ανέλαβε πλέον την προώθηση του μνημονίου και τη διαχείριση των υποθέσεων της αστικής τάξης και του κράτους της. Είναι η πολιτική δύναμη που τέθηκε επικεφαλής του αστικού κόσμου σε μια συγκυρία δύσκολη για αυτόν, η διαχείριση της οποίας θα ματώσει επώδυνα τον ελληνικό λαό και αυτό θα έχει μεγάλες πολιτικές συνέπειες.
Φυσικά ένα τμήμα του λαού δεν θα αντιληφθεί και δεν θα αφομοιώσει αμέσως την εξέλιξη αυτή, αυτό θα πάρει χρόνο να το συνειδητοποιήσει και να το αποδεχθεί. Θα λειτουργεί ένα χρονικό διάστημα με τη δύναμη της αδράνειας. Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα ιστορικά παραδείγματα. Όμως η συνειδητοποίηση του θα έρθει σαν φυσικός νόμος. Για το λόγο αυτό η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έριξε στην κυκλοφορία και τα ανάλογα προπαγανδιστικά επιχειρήματα προκειμένου να θολώσει τα νερά.
«Δεν μας εκφράζει το μνημόνιο, δεν το θέλαμε αλλά μας επιβλήθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αριστερό κόμμα, δεν είναι μνημονιακό». Παρόμοιες δικαιολογίες με αυτές που έλεγαν και τα κόμματα που κυβέρνησαν πριν από αυτόν και υπέγραψαν τα πρώτα μνημόνια. Μόνο που εκείνα δεν δήλωναν αριστερά. Το αριστερό κόμμα, η αριστερή κυβέρνηση εκεί ακριβώς κρίνεται. Να κινητοποιήσουν το λαό και να εφαρμόσουν φιλολαϊκή πολιτική, να αποκρούσουν τις πιέσεις του κεφαλαίου και να προωθήσουν ρήξεις, έχοντας πάρει όλα τα αναγκαία μέτρα και έχοντας κάνει την κατάλληλη προετοιμασία. Αντ’ αυτού και παρά τις επισημάνσεις ολόκληρης της αριστεράς προεκλογικά, ο ΣΥΡΙΖΑ επαναλάμβανε ασταμάτητα ότι θα καταργήσει τη λιτότητα, θα σκίσει τα μνημόνια και θα απαλλάξει το λαό και τη χώρα από όλες τις συνέπειες τους και αυτό θα γίνει εντός της ευρωζώνης και σε συμφωνία με την τρόικα.
«Θα δρομολογήσουμε μέτρα και πολιτική», λένε σήμερα, «πέραν του μνημονίου που θα πείσουν το λαό και θα υπογραμμίζουν τον αριστερό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ», σαν να μην έζησε ο ελληνικός λαός έξι χρόνια μνημόνια και να μην αντιλαμβάνεται ότι τα περιθώρια για κάτι διαφορετικό πρακτικά είναι ανύπαρκτα. Και να θέλει πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί, έχει υποταχθεί, έχει σκύψει το κεφάλι. Το κυβερνητικό πρόγραμμα είναι πλέον το πρόσφατα υπογραφέν μνημόνιο.
Οι ευρωπαίοι παράγοντες που δεν μασάνε τα λόγια τους δείχνουν όχι μόνο ποιος είναι ο εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ αλλά δείχνουν και την προτίμησή τους σε αυτόν και στον πρόεδρο του. «Μόνο ο Τσίπρας έχει λαϊκό έρεισμα και μπορεί να σώσει την κατάσταση στην Ελλάδα στις συνθήκες αυτές» έγραφε προ ημερών μεγάλης κυκλοφορίας γερμανική εφημερίδα που εκφράζει την οικονομική ολιγαρχία και η Α. Μέρκελ που επισκέφθηκε πρόσφατα τη Βραζιλία έλεγε στην πρόεδρο της χώρας αυτής ότι «οι εκλογές στην Ελλάδα είναι μέρος της λύσης και όχι της κρίσης» ενώ και ο Γιούνκερ δια του εκπροσώπου του δήλωνε ότι «οι εκλογές μπορούν να διευρύνουν την υποστήριξη των πολιτών στο πρόγραμμα στήριξης, το οποίο υπέγραψε ο Αλέξης υπέγραψε». Αυτά για τον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ.
Οι αποχωρήσαντες από το ΣΥΡΙΖΑ, η Λαϊκή Ενότητα, τι τέλος πάντων είναι με βάση όσα έχουν δημοσιοποιήσει μέχρι τώρα, ποιες δυνάμεις αντικειμενικά εκφράζουν; Είναι κόμμα επαναστατικό που θέλει να καταργήσει τον καπιταλισμό με επανάσταση, είναι κόμμα της δραχμής, ή, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, τίποτα περισσότερο από ένα ανάχωμα στο ριζοσπαστισμό; Μόνο πάνω στη βάση της ορθής απάντησης στο ερώτημα αυτό μπορεί να διατυπωθεί μια ορθή πολιτική συμμαχιών από την εργατική τάξη και το κόμμα της.
Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι με αφορισμούς και θετικές είτε αρνητικές κρίσεις για μια πολιτική δύναμη, οι οποίες ξεφεύγουν από το επίπεδο της πολιτικής και της ιδεολογίας, από την αντικειμενική πραγματικότητα και περνούν στη μεταφυσική, σ' ένα άλλο κόσμο, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι. Η αντίληψη που διατυπώνεται ότι η Λ.Ε. πρόκειται για κατασκευασμένο ανάχωμα, έχει τη βάση της στην αντίληψη ότι στην πολιτική σκηνή αφενός μεν υπάρχει ένας αριθμός κομμάτων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «το απόλυτο κακό» και αφετέρου στην εντελώς αντίθετη πλευρά ένα κόμμα που ενσαρκώνει το «απόλυτο καλό». Ενδιάμεσα υπάρχει ένα ολοκληρωτικό κενό και κάποιοι που βυσσοδομούν, κατασκευάζουν κόμματα- αναχώματα με στόχο να εμποδίσουν την ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων, ώστε να μην προσεγγίσουν τη μοναδική σήμερα λαϊκή, επαναστατική δύναμη, το ΚΚΕ. Τόσο απλά.
Και οι πλέον αδαείς, όμως, γνωρίζουν ότι τα κόμματα δημιουργούνται και κυρίως ευδοκιμούν όχι επειδή κάποιος ή κάποιοι τα θέλουν ή όχι, τα υποστηρίζουν ή τα καταγγέλλουν, έστω και αν υπήρξαν στο παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον ανάλογες προσπάθειες δημιουργίας πολιτικών φορέων. Τα κόμματα μόνο αν εκφράζουν κοινωνικές δυνάμεις, αν εκφράζουν κοινωνικά- ταξικά συμφέροντα στη γενική μορφή τους και όχι σε απόλυτη αντιστοίχιση κοινωνικού και πολιτικού, π.χ. το τάδε κοινωνικό στρώμα το εκφράζει το τάδε πολιτικό κόμμα κ.λπ., αν καλύπτουν κάποιο υπαρκτό κενό στην πολιτική ζωή και οι θέσεις που διατυπώνουν εκφράζουν τις διεκδικήσεις τμημάτων του λαού, μόνο τότε υπάρχει πιθανότητα να ευδοκιμήσουν. Οι καταγγελίες σε βάρος τους δεν πρόκειται να καθορίσουν το μέλλον τους, όπως αντιστοίχως και η υποστήριξή τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μόνο παρά τη δύναμη που αυτά διαθέτουν.
Τα πολιτικά κόμματα χαρακτηρίζονται από το πρόγραμμά τους, τις πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις τους και ακόμη περισσότερο από την πρακτική τους, από τα μέσα και από τις μορφές που χρησιμοποιούν για την υλοποίηση των σκοπών τους. Πρόσφατα σε ομιλία του ο Δημήτρης Κουτσούμπας υποστήριξε ότι «οι εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα αντανακλούν και αποτυπώνουν όλο αυτό το σύνθετο κουβάρι των αντιθέσεων.
Σημαντικό στοιχείο αυτών των διεργασιών είναι και η διαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στους σημαιοφόρους του ευρώ και τους σημαιοφόρους της δραχμής. Παρά τις προνομιακές σχέσεις τους με διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου και οι δύο πλευρές υποκλίνονται στην εξουσία των μονοπωλίων», ενώ συνεχώς στην αρθρογραφία του ο Ριζοσπάστης προβάλλει αντίστοιχες θέσεις. Με βάση αυτή την τοποθέτηση η ΛΕ που πρόσφατα δημιουργήθηκε είναι αστικό κόμμα και εκφράζει μια μερίδα του κεφαλαίου διαφορετική από εκείνη που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση του και με σαφήνεια αναφέρει ότι υπηρετεί την εξουσία των μονοπωλίων.
Αναρωτιέται κανείς ποια σχέση έχει με την πραγματικότητα ο ισχυρισμός αυτός; Της αστικής τάξης της χώρας δεν της έφθαναν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ., το Ποτάμι, ο ΣΥΡΙΖΑ κι έρχεται να δημιουργήσει έναν νέο κόμμα για να την υπηρετεί; Κατακερματίζει με τέτοιο τρόπο τις δυνάμεις της, ώστε να μεγιστοποιεί το πρόβλημα που έχει, παρά να το αντιμετωπίζει; Στη βάση της αντίληψης αυτής μπορεί κανείς να διακρίνει πέρα από την αγωνία της επιβίωσης μια τεράστια σύγχυση σχετικά με το χαρακτήρα των κομμάτων. Όλα τα κόμματα, με βάση την αντίληψη αυτή είναι κόμματα του κεφαλαίου και μόνο το ΚΚΕ έχει αναφορά στην εργατική τάξη. Δεν υπάρχουν άλλες τάξεις και κοινωνικά στρώματα πέραν της αστικής και της εργατικής τάξης. Αφού η Λ.Ε. δεν εκφράζει αμιγώς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, τότε προφανώς είναι αστικό κόμμα. Τρίζουν τα κόκκαλα του Μαρξ και του Λένιν. Επιπλέον η θέση αυτή είναι εκ του πονηρού. Έρχεται εκ των υστέρων να δικαιολογήσει μια ολόκληρη τακτική του ΚΚΕ που αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία ακόμα και κοινή δράση για κάποιο πρόβλημα με οποιοδήποτε πολιτικό φορέα και αυτό στο όνομα της αμφισβήτησης του αυτοτελούς χαρακτήρα του. Φυσικά από τη στιγμή που Λ.Ε. χαρακτηρίζεται κόμμα του κεφαλαίου δεν μπορεί να υπάρξει καμία συνεργασία μαζί της. Έτσι όμως δεν ξεπερνιούνται τα πολιτικά προβλήματα και η πιεστική επιμονή της πραγματικότητας.
Η κοινωνία μας εκτός των δύο βασικών τάξεων -της αστικής και της εργατικής- έχει και μια μεγάλη γκάμα ενδιάμεσων στρωμάτων με συμφέροντα που δεν ταυτίζονται ούτε με αυτά της αστικής τάξης, ούτε φυσικά με τα συμφέροντα μου της εργατικής τάξης. Κι ούτε ταυτίζονται μεταξύ τους τα συμφέροντα διαφορών τμημάτων των ενδιάμεσων μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. Όλα αυτά τα συμφέροντα εκφράζονται στην πολιτική σκηνή από κάποιο κόμμα ή κόμματα. Τα μικροαστικά κόμματα εμφανίζουν όλα τα χαρακτηριστικά της μικροαστικής τάξης αφενός μεν τη ταλάντευση μεταξύ της εργατικής και της αστικής τάξης και αφετέρου την αδυναμία να διατυπώσουν ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση για την εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, δυνατότητα που διαθέτουν μόνο οι βασικές τάξεις και οι πολιτικοί εκφραστές τους.
Η Λ.Ε. θεωρούμε ότι, με βάση όσα μέχρι τώρα έχει πει, παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής δύναμης που εκφράζει κατά βάση μικροαστικά συμφέροντα. Πολιτικά εμφανίζεται ως ένα κόμμα αριστερό ριζοσπαστικό, το οποίο φιλοδοξεί να εκφράσει μισθωτά μικροαστικά τμήματα κυρίως, τα οποία προσεγγίζουν την εργατική τάξη, μικροϊδιοκτήτες και εργαζόμενους του δημόσιου. Είναι ένα κόμμα με πολύ αδύνατους δεσμούς με την εργατική τάξη και λόγω των θέσεων του και λόγω του παρελθόντος του, ως τμήμα του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί κανείς να προσκομίσει πλήθος στοιχείων για να υπερασπίσει το χαρακτηρισμό αυτό. Για την ταλάντευση της επί παραδείγματι αν κάποιος να ρίξει μια ματιά στη διαδρομή της εντός του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Για χρόνια ολόκληρα διαφωνούσαν τα στελέχη της με κεντρικές επιλογές της ηγεσίας του κόμματος στο οποίο ανήκε, καταψήφιζαν στα όργανα του και στο όνομα της κομματικής ενότητας πειθαρχούσαν πάντα. Ο ΣΥΡΙΖΑ σταθερά ακολουθούσε πορεία ολοκληρωτικής προσαρμογής στο σύστημα ακόμη και πριν από το 2012, χωρίς ουσιαστική αντίδραση εκ μέρους της και μόνο μπροστά στην ψήφιση από τη βουλή του 3ου μνημονίου υπήρξε ανοιχτή διαφοροποίηση. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος και φορτώθηκε ο λαός ένα επώδυνο μνημόνιο. Μπορεί κανείς επίσης να σημειώσει την ανάληψη υπουργείων από στελέχη της Λ.Ε. παρά το σαφέστατο προσανατολισμό και την πορεία που η κυβέρνηση είχε και μάλιστα τη διατήρηση των υπουργείων μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όσον αφορά τις θέσεις που εκφράζει μόνο δύο τρεις παρατηρήσεις. Ενώ διαφοροποιείται από τις επιδιώξεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, δεν κάνει ολοκληρωμένα βήματα προς θέσεις που απηχούν εργατικά συμφέροντα. «Αν χρειαστεί», αναφέρουν τα στελέχη της, «θα αποχωρήσουμε ακόμη και από την ευρωζώνη». Αν χρειαστεί. Και πώς θα κριθεί αυτό; Χωρίς να κάνουμε συσχετίσεις της αξιοπιστίας της Λ.Ε. με αυτή του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Τσίπρα, δεν φαίνεται να διαφέρει ουσιαστικά η θέση αυτή από παλαιότερη θέση που ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ διατύπωνε: «καμιά θυσία για το ευρώ». Αποχώρηση από την ευρωζώνη μόνο ή και από την ΕΕ; Όταν πολύ καλά ξέρουμε ότι εντός της ΕΕ καμιά προοπτική δεν υπάρχει; Η συνεπής ως προς τα εργατικά συμφέροντα θέση είναι ο αγώνας για την έξοδο από την ΕΕ.
Άλλο ζήτημα είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Μια θέση θολή, η οποία μπορεί κάλλιστα να ταιριάζει σε μια πολιτική και σε ένα αστικό πρόγραμμα ανάπτυξης της χώρας. Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν είναι κατ' ανάγκην φιλολαϊκή και φιλεργατική. Παραγωγική ανασυγκρότηση με σαφή φιλολαϊκά χαρακτηριστικά μέσα στην ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει.
Τις πρώτες ημέρες της ύπαρξης της η Λ.Ε. φαίνεται να προτιμά μόνο την κοινοβουλευτική δράση και τους θεσμούς. Φιλολαϊκό πρόγραμμα και φιλολαϊκή πολιτική όμως μέσω των θεσμών δεν πρόκειται να υπάρξει. Αν η εργατική τάξη και ο λαός δεν συσπειρωθούν, να οργανωθούν και δεν συγκρουστούν με την αστική εξουσία και τις επιλογές της δεν πρόκειται να υπάρξει καμία εξέλιξη υπέρ τους.
Μια παρατήρηση ακόμη. Φαίνεται ότι η αντίληψη της Λ.Ε. ως προς την υλοποίηση του προγράμματος που θα διατυπώσει είναι ότι θα γίνει μέσω της διεκδίκησης μιας κυβέρνησης της αριστεράς ή μιας κυβέρνησης προοδευτικών δυνάμεων. Το ζήτημα που εγείρεται είναι αν είναι επαρκής η θέση αυτή, όταν δεν είναι με σαφήνεια διατυπωμένες οι δυνάμεις τις οποίες θέλει η Λ.Ε. να εκφράσει, καθώς επίσης και με ποιες δυνάμεις θα συγκρουστεί για να το επιβάλει. Ποιος είναι δηλαδή ο βασικός αντίπαλος, ο οποίος θα πρέπει να νικηθεί για να ανοίξει ο δρόμος για την εφαρμογή του προγράμματος της και αν η αντίπαλη τάξη αντιδράσει πως θα αντεπεξέλθει η κυβέρνηση στις συνθήκες αυτές. Εδώ υπάρχουν μόνο πολύ γενικές και ασαφείς αναφορές.
Πρόσφατα ο Εργατικός Αγώνας έγραψε ότι η εργατική τάξη και η ιστορία δεν θα συγχωρήσουν στην κομμουνιστική, κυρίως, αριστερά μια επανάληψη των εξελίξεων του τέλους της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ‘80 όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία στη χώρα εκμεταλλευόμενο τη μεγάλη ριζοσπαστικοποίηση του λαού, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της δικτατορίας και ο Σύριζα πρόσφατα στην εποχή της κρίσης και των μνημονίων. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει κούμπωμα, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνει κανένα άνοιγμα και καμιά συνεργασία. Αντίθετα σημαίνει αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που δίνονται και παράλληλα πρέπει να αποφεύγονται χοντροκομμένα λάθη.
Η αλλαγή προσανατολισμού της Αριστερής Πλατφόρμας από τις εξελίξεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ και η δημιουργία της Λ.Ε., έστω και την τελευταία στιγμή, είναι θετική εξέλιξη, δίνει δυνατότητες. Σε ποια κατεύθυνση η Λ.Ε. θα εξελιχθεί θα επιδράσουν πολλοί παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι η σταθερή προσπάθεια των δυνάμεων κομμουνιστικής αναφοράς για τη διαμόρφωση ενός κινήματος αντίστασης και ανατροπής με ραχοκοκαλιά του στο πολιτικό επίπεδο ένα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο που θα συγκρούεται με την εξουσία του κεφαλαίου και θα διεκδικεί όχι μόνο τη βελτίωση της ζωής του λαού, αλλά βαθύτερες αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο στην προοπτική του σοσιαλισμού. Στην προσπάθεια αυτή οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στην Λ.Ε. μπορεί να έχουν σημαντικό ρόλο Αυτή πρέπει να είναι η σταθερή πυξίδα των δυνάμεων κομμουνιστικής αναφοράς. Σταθερός προσανατολισμός και επιμονή στο μαρξισμό λενινισμό και παράλληλα η επίδειξη της αναγκαίας και δυνατής ευελιξίας.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
