Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Νίκος Μπελογιάννης: Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
Σαν σήμερα το 1952, ο Νίκος Μπελογιάννης με τρεις συντρόφους του - Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση -, στήνονται απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, στο Γουδί και εκτελούνται δια τυφεκισμού.
Διαβάστε το αφιέρωμα του tvxs.gr για τον "Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο".
Χρονολογία παραγωγής 1980
Σενάριο-Σκηνοθεσία: ΝΙΚΟΣ ΤΖΙΜΑΣ
Μουσική Σύνθεση: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Δ/ντής Παραγωγής: ΑΡΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ,
Δ/ντής Φωτογραφίας: ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΟΥΚΙΔΗΣ,
Σκηνογραφία: ΤΑΣΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ, ΕΡΣΗ ΔΡΙΝΗ,
Στίχοι Τραγουδιών: ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ,
Τραγουδούν: ΖΟΡΜΠΑΛΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, ΧΟΡΩΔΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ,
Παραγωγή: ARMA FILMS ( ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ )
Παίζουν: ΦΟΙΒΟΣ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ, ΠΕΤΡΟΣ ΦΥΣΣΟΥΝ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΖΑΝ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΖΑΚΟΣ,ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ, ΑΙΜΙΛΙΑ ΥΨΗΛΑΝΤΗ, ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ΑΝΕΣΤΗΣ ΒΛΑΧΟΣ, ΜΙΡΚΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΖΟΓΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΑΝΗΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΒΑΣΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ, ΜΙΡΚΑ ΚΑΛΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΛΟΒΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΣΑΡΗΣ, ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ, ΦΟΙΒΟΣ ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ
Ο Γιάννης Ρίτσoς, εξόριστος στον Άη Στράτη, μαθαίνει για την εκτέλεση και γράφει το ποίημα «ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο».
«Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.
Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Ένας άνεμος που πέρασε μες απ' το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Τους σκότωσαν.
[...]
Ήταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν
ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο -
ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.
Μπορεί να 'ταν ο τροχός της ιστορίας.
Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα
το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της
πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε
τι μαύρο που 'ναι το μαύρο χρώμα
σα να 'δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα: μεθαύριο,
μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.
Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της άνοιξης
πολλές χρυσές βελόνες, πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες
να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού
να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας
να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι, ένα σπασμένο κρανίο - λέγαμε.
Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο,
απ' τη μια το ψωμί και το φιλί
απ' την άλλη το χρέος - θα σμίξει, λέγαμε,
μεθαύριο Απρίλης. Κάτου απ' τα δέντρα η ειρήνη,
θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι μες απ' τα δίχτυα των αχτίνων
το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη
θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα
ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν
κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές - γραμμές
σαν τις αχτίνες του ήλιου που χαράζουν τα παιδιά στον άμμο.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:
μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα
θα φιληθούνε οι άνθρωποι.
Τους σκότωσαν.
Τούτα τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.
Τι ώρα να 'ναι; Τι ώρα να 'ναι σήμερα;
Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια;
Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;
Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνου στις πόρτες;
Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τι ώρα να 'ναι;
Ποιος έκοψε στα δυο την ελπίδα; Τι ώρα να 'ναι; Πέστε μου λοιπόν.
Η κυρα-Λένη γύρισε απ' την αγορά μ' άδειο το καλάθι της.
Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.
Όπου πηγαίνω βρίσκουμαι μπροστά στους σκοτωμένους.
Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω.
Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους. Το φουστάνι μου
αγγριώνει στους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.
Ό,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου,
αυτοί πέθαναν για να ζήσεις.
Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.
[...]
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Όχι δε σου ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος
τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης
τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.
Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα,
οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις,
ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου
η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη
που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.
[...]
Εσύ σκαρφάλωσες στη ράχη του χάρου
κουρντίζοντας με γρήγορο χέρι το ρολόι του ήλιου.
Να φύγουν πιο γρήγορα οι δείχτες.
Να φύγει τούτη η μέρα.
Να φύγει το μαύρο απ' τα μάτια μας.
Να φύγει τ' άδικο απ' τον κόσμο.
[...]
Νίκο, είχες μια καρδιά γεμάτη απ' το αίμα του ήλιου.
Όταν περπατούσες στα ερείπια του φθινοπώρου
είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας,
γι' αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.
Έφυγες τώρα Νίκο
ανάβοντας μ' ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,
ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,
πάνω απ' τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.
Έπεσες, Νίκο, με τ' αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,
ν' ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,
ν' ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ' το γέλιο των παιδιών και των κήπων.
[...]
Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ' όνειρο.
Ένα δέντρο κάνει φτερά. Ένα παιδί μεγαλώνει.
Ορκιστείτε να 'χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του
να μάθει να γράφει σ' αγαπώ,
να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ' ένα ανθισμένο περιβόλι.
Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου,
η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου. Ορκιστείτε.
[...]
Αύριο μεθαύριο θα επιστρέψουμε απ' το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,
θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο
όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.
Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.
Μα και την ώρα που θα τρώμε θα 'μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε
είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη -
θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.
Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο -
θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.
Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.
Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.
Καλημέρα σύντροφοι
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.
Τώρα, ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.
Καλημέρα Μπελογιάννη.
Ακόμη μια φορά. Ακόμη μια φορά
εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας
εσύ νίκησες για όλους μας
εσύ απόδειξες
πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα,
[...]
μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις
για τη χαρά του κόσμου.
[...]
Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά
να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ' τον κόρφο σου
για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.
[...]
Καλημέρα ανθρώποι μου
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη».πηγη: tvxs.gr
Αθέτηση πληρωμών στο ΔΝΤ: Αλήθειες και μύθοι

Το ενδεχόμενο είναι θεωρητικό και, κατά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης, θεωρητικό θα παραμείνει. Οι αλλεπάλληλες όμως – και επί το πλείστον – ανώνυμες διαρροές στον ξένο Τύπο κρατούν στο προσκήνιο τα σενάρια της αθέτησης πληρωμής ή των λεγόμενων «σιωπηλών καθυστερούμενων» προς το ΔΝΤ, εν όψει της καταβολής της δόσης των 448 δις ευρώ.
«Η Ελλάδα επεξεργάζεται δραστικά σχέδια εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος και εισαγωγής παράλληλου νομίσματος, εάν η ευρωζώνη δεν κάνει βήματα για να επιλυθεί η κρίση», είναι η χαρακτηριστική αρχή ρεπορτάζ της Telegraph που επικαλείται ως πηγή «κορυφαίο έλληνα αξιωματούχο». Κατά την εφημερίδα, ο συγκεκριμένος αξιωματούχος δήλωσε ότι «ίσως χρειαστεί να προχωρήσουμε σε μια διαδικασία σιωπηλών καθυστερούμενων προς το ΔΝΤ. Αυτό θα προκαλέσει μια φρενίτιδα στις αγορές και σημαίνει ότι το ρολόι θα αρχίσει να χτυπά πολύ πιο γρήγορα…».
Ως κίνηση τακτικής ή όχι, τα «σιωπηλά καθυστερούμενα» είναι το νέο στοιχείο στην ορολογία της ελληνικής κρίσης. Τι είναι και τι ακριβώς σημαίνουν; Στην πράξη, πρόκειται για αθέτηση πληρωμών. Το πού όμως μπορεί να οδηγήσει και το εάν μπορεί να καταλήξει στην πλήρη χρεοκοπία είναι ζήτημα ερμηνείας των κανονισμών του ΔΝΤ, της αντίδρασης των αγορών, αλλά και των πολιτικών αποφάσεων των πιστωτών.
«Η εμπλοκή σε διαδικασία σιωπηλών καθυστερούμενων προς το ΔΝΤ – ακόμη και για λίγες ημέρες – είναι μια στρατηγική εξαιρετικά υψηλού ρίσκου», υποστηρίζει η Telegraph προσθέτοντας ότι καμία αναπτυγμένη χώρα δεν έχει κάνει ποτέ στάση πληρωμών σε θεσμό του Bretton Woods.
Oι κανονισμοί προβλέπουν ότι πρέπει να περάσει διάστημα έξι εβδομάδων πριν το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ κηρύξει και τεχνικά την αθέτηση. Από εκεί και πέρα, σύμφωνα με την ανάλυση της Bank of America, «θα ξετυλιχτεί μια αλυσίδα καταλυτικών γεγονότων»: Με βάση την δανειακή σύμβαση μπορεί να κηρυχθεί παράλληλη χρεοκοπία προς το ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, τον EFSF, γεγονός που με τη σειρά του ενδέχεται να οδηγήσει τον EFSF να ακυρώσει το δανειακό πακέτο και να απαιτήσει άμεση αποπληρωμή. Το ντόμινο μπορεί να συνεχιστεί με αθέτηση πληρωμών και των ελληνικών κρατικών ομολόγων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της «συμφωνίας διάσωσης».
Στη δική του ανάλυση, το think tank Open Europe θεωρεί μάλλον απίθανη μια απόφαση του EFSF που θα έθετε το σύνολο του ελληνικού δανείου σε καθεστώς αθέτησης. Όπως επισημαίνει, δε, στην δανειακή σύμβαση υπάρχει πρόβλεψη που αναφέρει ότι o EFSF «δεν είναι υποχρεωμένος» να προχωρήσει αναγκαστικά σε μια τέτοια κίνηση.
Όμως, και οι αναλυτές του Open Europe εκτιμούν ότι μια αθέτηση πληρωμής προς το ΔΝΤ θα προκαλούσε δραστικές πολιτικές κινήσεις από κράτη-μέλη και κοινοβούλια της ευρωζώνης, ανεβάζοντας κατακόρυφα τον πήχη των απαιτήσεων από την Ελλάδα. Θεωρούν επίσης πολύ πιθανό ότι η ΕΚΤ θα αναθεωρούσε την πολιτική της σε σχέση με τον ELA και, κατ’ ελάχιστο, θα αρνείτο οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών μέσω του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας.
«Συνολικά», επισημαίνει το Open Europe, «οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες της μη πληρωμής του ΔΝΤ δεν θα ήταν άμεσες και σκληρές σε οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, παρ΄ότι βεβαια θα επέρχετο σοβαρό πλήγμα στο κύρος της Ελλάδας και θα διευρυνόταν ακόμη περισσότερο το ήδη τεράστιο χάσμα με τους πιστωτές της. Μπορεί να περάσει ένας μήνας έως ότου ενεργοποιηθούν οι ρήτρες παράλληλης χρεοκοπίας κι αυτό ακόμη εξαρτάται από τις αποφάσεις οργανισμών που έχουν πολιτικό στάτους και κριτήρια, όπως ο EFSF. Λιγότερο προβλέψιμη είναι η αντίδραση της ΕΚΤ, που για μια ακόμη φορά είναι ο παίκτης-κλειδί.
Εν κατακλείδει, δεν θα συνιστούσε κανείς στην ελληνική κυβέρνηση να δοκιμάσει αυτή τη μορφή δράσης. Εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι θα υπάρξει συμφωνία, που θα βασίζεται κυρίως στους ευρωπαϊκούς όρους».
πηγη: tvxs.gr
Κορύφωση του «δράματος» σε Βρυξέλλες και Αθήνα: Η λύση και το τίμημα

Νικόλ Λειβαδάρη
Με μια διήμερη συνεδρίαση του EuroWorkingGroup στις 8 και 9 Απριλίου και με ένα – προδιαγεγραμμένο – κρεσέντο διαρροών για αθέτηση πληρωμών το «ελληνικό δράμα» θα κορυφωθεί μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η λύση όμως και η, μερική έστω, «ανάσταση» μάλλον θεωρείται δεδομένη. Διότι, όπως πολύ απλά επεσήμανε στην ανάλυσή του το CNBC, «Greece is too big to fail»: Η Ελλάδα είναι μια πολύ μεγάλη υπόθεση, σε ό,τι αφορά τις διεθνείς γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες, για να αφεθεί να πτωχεύσει. Το ερώτημα, όμως, είναι με ποιο κόστος και τίμημα θα έρθει τελικά αυτή η λύση.
Το εν λόγω ερώτημα είναι εκείνο που καθορίζει και την «στρατηγική δράματος» τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Αθήνα. Με αμφότερες τις πλευρές να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν ότι «το κλίμα έχει βελτιωθεί» και οι «βάσεις για συμφωνία έχουν τεθεί». Και με αμφότερες όμως να μοιάζουν καταδικασμένες να πάνε το θρίλερ στην παράταση έως την έσχατη ώρα – σε μια παράταση τακτικής αλλά και εκατέρωθεν πολιτικών συσχετισμών.
Στις Βρυξέλλες η επίσημη γραμμή, όπως διατυπώθηκε από τον Γερούν Ντάισελμπλουμ, είναι ότι «η κατάσταση βελτιώνεται, αλλά υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος». Στην ουσία, ο στόχος των πιστωτών είναι να εξαντλήσουν τα χρονικά περιθώρια για να αποσπάσουν όσο το δυνατό περισσότερες παραχωρήσεις από την ελληνική πλευρά. Σύμφωνα, δε, με ευρωπαϊκές πηγές θεωρείται ότι το ρίσκο της καθυστέρησης είναι ελεγχόμενο καθώς οι εταίροι εκτιμούν πως τα ταμειακά αποθέματα της Ελλάδας «είναι επαρκή για την πληρωμή της δόσης του ΔΝΤ, ενδεχομένως και για λίγες εβδομάδες ακόμη».
Παραπλεύρως, παίζεται και η μάχη των πολιτικών συσχετισμών που θα αποτυπωθεί και στην τελική μορφή της όποιας συμφωνίας. Η ευρωπαϊκή στροφή της «ειλικρινούς συμμάχου» Μέρκελ και ο μετριοπαθής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ αφήνουν ανοιχτό το παράθυρο για μια σταδιακή εκταμίευση χρηματοδότησης προς την Αθήνα με αντάλλαγμα μια πρώτη, έστω, δέσμη μεταρρυθμίσεων. Στην άλλη όχθη οι «σκληροί» Σόιμπλε και Eurogroup επιμένουν στη γραμμή «όλα τα μέτρα, όλα τα λεφτά».
Στην Αθήνα, η μάχη δίνεται με ακριβώς αντίθετο στόχο: Να περιοριστούν στο ελάχιστο οι εκπτώσεις του «έντιμου συμβιβασμού». Και να περάσει η συμφωνία χωρίς να ψαλιδιστεί το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό η τακτική διαχείριση προβλέπει δημόσια νηφαλιότητα και υπόγειες… χειροβομβίδες για πιθανή μη πληρωμή της δόσης του ΔΝΤ. Ο Γιάννης Βαρουφάκης διέψευσε κατηγορηματικά χθες δημοσίευμα του Reuters, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική πλευρά προειδοποίησε τους πιστωτές ότι τα λεφτά τελειώνουν στις 9 Απριλίου. «Τέτοια δημοσιεύματα υπονομεύουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς», διαμήνυσε το υπουργείο Οικονομικών. Λίγη ώρα αργότερα όμως, ένας ακόμη έλληνας αξιωματούχος φέρετο να δηλώνει στην Telegraph: «Είμαστε αριστερή κυβέρνηση. Εάν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε μια στάση πληρωμών προς το ΔΝΤ και μια στάση πληρωμών προς τον λαό μας, δεν υπάρχει δίλημμα…».
Το μήνυμα, όπως και η τακτική είναι σαφής, αλλά όπως αναγνωρίζουν και κυβερνητικές πηγές εμπεριέχει έναν ικανό βαθμό ρίσκου. Κι ίσως το πρόβλημα, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του και το Startfor, είναι πως Αθήνα και Βερολίνο μάλλον θέλουν εξίσου τη συμφωνία αλλά οι κυβερνήσεις τους έχουν αντικρουόμενες πολιτικές ατζέντες στο εσωτερικό:
«Ο Τσίπρας», τονίζουν οι αναλυτές του Stratfor, «υποσχέθηκε να τερματίσει τα μέτρα λιτότητας, να διαπραγματευτεί το χρέος της Ελλάδας και να κρατήσει τη χώρα στην ευρωζώνη. Είναι όμως απίθανο να καταφέρει να τηρήσει ταυτόχρονα όλες του τις δεσμεύσεις. Η Μέρκελ διακηρύσσει ότι θα διαφυλάξει με κάθε τρόπο τη νομισματική ένωση, αλλά θα προστατεύσει και τα χρήματα των γερμανών φορολογουμένων – μια ισορροπία, που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να κρατηθεί από το Βερολίνο.
Η Ελλάδα και η Γερμανία θα φθάσουν σε συμφωνία, αλλά και οι δύο κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν τη δύσκολη πρόκληση να «πωλήσουν» αυτή τη συμφωνία στο εσωτερικό… Κι εκείνο που περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση είναι πως Αθήνα και Βερολίνο συζητούν τώρα μόνον για μια συμφωνία τεσσάρων μηνών – γεγονός που σημαίνει ότι ο τρέχον γύρος δεν είναι παρά το πρελούδιο της μεγαλύτερης κρίσης που θα έρθει στο δεύτερο μισό της χρονιάς»…
πηγη: tvxs.gr
ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ; Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΚΡΙΣΙΜΟΙ ΜΗΝΕΣ

Κείμενο του Πάνου Δαμέλου που δημοσιεύθηκε στο rproject.gr με "σκέψεις που πηγάζουν από την ειλικρινή αγωνία να μην οδηγηθεί η αριστερά και το κίνημα σε μια ιστορική ήττα, ένα ενδεχόμενο που είναι πολύ πιο κοντά από όσο ίσως φαίνεται" καθώς θεωρούμε ότι θα συμβάλει στον προβληματισμό στο χώρο της Αριστεράς που αγωνιά για την πορεία των εξελίξεων.
Oλόκληρο το κείμενο έχεις ως εξής:
Δυο μήνες μετά τις εκλογές, είναι εφικτό –αλλά και απαραίτητο- να βγάλουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα τόσο για τον χαρακτήρα της κυβέρνησης, όσο και για τα πολιτικά καθήκοντα της αριστεράς, εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ, στις νέες συνθήκες. Οι επόμενοι μήνες θα είναι εξαιρετικά κρίσιμοι, τόσο για τη δικαίωση των αγώνων των τελευταίων χρόνων και την αλλαγή των υλικών όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης, όσο και μακροπρόθεσμα για την πορεία της αριστεράς και του εργατικού-λαϊκού κινήματος στη χώρα μας – και συνεπακόλουθα και στην Ευρώπη.
Πλέον θα πρέπει να έχουν καταρρεύσει και οι τελευταίες αυταπάτες περί «αριστερής κυβέρνησης» ή περί ακύρωσης των μνημονίων εντός του ευρώ και της ΕΕ, με τη θηλιά του χρέους γύρω από το λαιμό του λαού. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, σπεύδοντας να αναγνωρίσει το σύνολο του χρέους με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, αλλά και δηλώνοντας σε όλους τους τόνους ότι ανήκουμε στην ΕΕ και ότι έξοδος από το ευρώ θα ισούται με «αμοιβαία καταστροφή», ουσιαστικά απεμπόλησε οικειοθελώς κάθε δυνατότητα ακύρωσης του μνημονίου και αντιστροφής της λιτότητας – αυτά δηλαδή τα οποία υποσχέθηκε και για τα οποία εξελέγη. Η αντιστροφή της πραγματικότητας με τον ισχυρισμό ότι δήθεν «ο κόσμος ψήφισε ευρώ» έχει κοντά ποδάρια: ο κόσμος ήξερε ότι ο ιδανικός για να εξασφαλίσει την παραμονή στο ευρώ ήταν ο Σαμαράς. Ο κόσμος ψήφισε για ακύρωση των μνημονίων, γνωρίζοντας ότι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν «καμία θυσία για το ευρώ» ή ότι «το νόμισμα δεν είναι φετίχ», όπως είχε ειπωθεί και προεκλογικά από τον κ. Τσίπρα. Το ότι δήθεν αναγκάστηκε η κυβέρνηση να υπογράψει την αναγνώριση του χρέους και τη συνέχιση του μνημονίου λόγω του εκβιασμού με τη ρευστότητα, είναι εξίσου σαθρό επιχείρημα: Γνωρίζαμε όλοι εδώ και δύο χρόνια, από το παράδειγμα της Κύπρου, ότι αυτή θα ήταν η αντίδραση της ΕΚΤ.
Αντί για κυβέρνηση ακύρωσης των μνημονίων, λοιπόν, έχουμε μια κυβέρνηση συνέχισης και νομιμοποίησής τους στο όνομα της αριστεράς, κυβέρνηση αστικής διαχείρισης που –χωρίς να ταυτίζεται, φυσικά, με τους προηγούμενους- έχει δηλώσει ήδη ότι δεν σκοπεύει να ξεριζώσει τα μνημονιακά «κεκτημένα» ή να αμφισβητήσει τις δομικές επιλογές του συστήματος. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα συνεχιστούν, η αποπληρωμή του συνόλου του χρέους επίσης, οι τράπεζες παραμένουν ιδιωτικές, η καταστολή συνεχίζεται –τα ΜΑΤ δεν διαλύονται, αντίθετα ήδη έχουν εμφανιστεί αρκετές φορές πάνοπλοι αστυνομικοί κάνοντας και χρήση χημικών-, ακόμα και ο ΕΝΦΙΑ παραμένει μέχρι νεωτέρας. Συνολικά η κυβέρνηση φαίνεται να έχει αποδεχτεί ότι η «συνέχεια του κράτους» και οι δεσμεύσεις έναντι των «εταίρων» προέχουν έναντι των προεκλογικών της δεσμεύσεων στον ελληνικό λαό, και ότι η πολιτική της θα εγκρίνεται από την τρόικα (ή «θεσμούς» ή «Brussels Group» - ή όπως λέγεται αυτή την εβδομάδα).
Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι εξελίξεις οφείλονται απλά σε λάθος εκτιμήσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κατά τα άλλα «έχει καλές προθέσεις» και «κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί». Δυστυχώς όμως, αυτή η πορεία προσαρμογής από το «σκίσιμο των μνημονίων» στη διαχείρισή τους και τη… ΔΗΜΑΡίτικη «σταδιακή απαγκίστρωση» (που τόσο είχε λοιδορηθεί τότε) έχει στοιχεία συνειδητής πολιτικής εξαπάτησης. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το ότι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2012 έλεγε την αυτονόητη αλήθεια, ότι μνημόνιο και δανειακή σύμβαση είναι αλληλένδετα και ότι πρέπει να καταργηθούν και τα δύο, ενώ λίγους μήνες αργότερα, με ορατό πια το ενδεχόμενο ανάληψης της κυβέρνησης, βγήκε από το καπέλο το εύρημα περί ακύρωσης των μνημονίων αλλά με διατήρηση και «αναδιαπραγμάτευση» της δανειακής σύμβασης.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι συζητήσεις και τι συμφωνίες έγιναν εκείνο το διάστημα. Ωστόσο, σαφώς κάτι άλλαξε, και αυτή η αλλαγή ήταν συνειδητή. Ήταν άλλωστε τότε που ανατέθηκε στον Γιώργο Σταθάκη να παρουσιάζει το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και να προετοιμάζει το έδαφος για την υπαναχώρηση και στο ζήτημα του χρέους, δηλώνοντας πως το επαχθές κομμάτι είναι κάτω από 10% και ότι το όποιο κούρεμα θα έπρεπε να γίνει «σε συνεννόηση με τους δανειστές» - όπως το PSI.
Τη συνέχεια και την υλοποίηση αυτής της γραμμής είναι που ζούμε σήμερα, που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει τη δική της διαστρεβλωμένη και τεχνητά αισιόδοξη εκδοχή της πραγματικότητας, παίρνοντας τη σκυτάλη από το «success story» του Σαμαρά, ισχυριζόμενη ότι τα μνημόνια και η τρόικα τελείωσαν. Όμως, επειδή το ψέμα έχει κοντά ποδάρια και ο λαός θα δει σύντομα ότι η οικονομική του κατάσταση και το βιοτικό του επίπεδο δεν αλλάζουν με την πολιτική της τρόικας, με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση κινδυνεύει πολύ σύντομα να χάσει και το ηθικό πλεονέκτημα που είχε έναντι των προηγούμενων. Δεν είναι τυχαία ούτε η τοποθέτηση της εκλεκτής του ΔΝΤ κ. Παναρίτη στην πρώτη γραμμή χάραξης της οικονομικής πολιτικής, ούτε η (φαινομενικά παράλογη) επιλογή του Προκόπη Παυλόπουλου. Άλλωστε η τρόικα, γνωρίζοντας ότι οι επαχθείς πολιτικές της δύσκολα θα γίνουν αποδεκτές από τον λαό, επεδίωκε σταθερά ευρύτερες πολιτικές συνεργασίες για να αποσπάσει συναίνεση – βλέπε τρικομματικές κυβερνήσεις με ΛΑΟΣ αρχικά και ΔΗΜΑΡ στη συνέχεια.
Όπως και να έχει, ακόμα κι αν κάποιος θεωρεί πως οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι αγαθές και ότι δεν πρόκειται περί συνειδητού σχεδίου με συνεννοήσεις τόσο πάνω όσο και κάτω από το τραπέζι, το γεγονός παραμένει: η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι διατεθειμένη να επεξεργαστεί ένα εναλλακτικό σχέδιο διαγραφής του χρέους, ρήξης με ευρώ και ΕΕ, εθνικοποίησης των τραπεζών – μέτρων, δηλαδή, που πλέον είναι σαφές πως είναι απαραίτητα αν θέλουμε να μιλήσουμε για ακύρωση των μνημονίων και αντιστροφή της πολιτικής λιτότητας. Μήπως χρειάζεται λοιπόν το υποκείμενο που θα σηκώσει το βάρος της κατάρτισης και υποστήριξης ενός τέτοιου σχεδίου;
Ας δούμε πρώτα, με αυτά τα δεδομένα, τι εξελίξεις μπορούμε να περιμένουμε τους επόμενους, κρίσιμους μήνες αυτής της πρωτότυπης περιόδου. Αν μείνει η γενική εικόνα ως έχει, σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:
Πρώτο ενδεχόμενο, η κοινωνία να αποδεχθεί ότι αυτό είναι «το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε», να σκύψει το κεφάλι, να αποδεχτεί τη μεγάλη ανεργία, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας με τους πενιχρούς μισθούς και την εξαντλητική φορολόγηση, μέχρι το κεφάλαιο να ξεπεράσει την κρίση του, ελπίζοντας κάποτε να έρθουν καλύτερες μέρες και οι «εταίροι» να επιτρέψουν φιλολαϊκότερες πολιτικές.
Δεύτερο ενδεχόμενο, και ίσως πιο πιθανό, ο κόσμος της εργασίας να μην αντέξει τη συνέχιση των πολιτικών της τρόικας, με όποιο «μίγμα» κι αν αυτές παρουσιαστούν – το να αλλάξει οικειοθελώς η τρόικα τη συνολική κατεύθυνση της πολιτικής της, αποτελεί προφανώς όνειρο θερινής νυκτός. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει στην κοινωνία τις ρίζες που είχαν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ μετά από 35 χρόνια διακυβέρνησης. Αυτό μπορεί σε πρώτη φάση να σημαίνει ότι ως «άφθαρτη» η νέα κυβέρνηση θα χαίρει το πρώτο διάστημα μιας ανοχής, όμως επίσης μπορεί να σημαίνει ότι η κοινωνική συναίνεση μπορεί να σπάσει πολύ συντομότερα.
Κανένα από τα δύο αυτά ενδεχόμενα δεν είναι θετικό. Το δεύτερο ενδεχόμενο, ωστόσο, είναι αυτό που κρύβει και μεγαλύτερους κινδύνους αλλά και δυνατότητες – αν αποφασίσουμε να κινηθούμε αλλιώς. Αν λοιπόν η πορεία των πραγμάτων κυλήσει προς αυτή την κατεύθυνση, καθοριστικός παράγοντας θα είναι το αν θα υπάρχει μία αξιόπιστη, στοιχειωδώς μαζική και ελπιδοφόρα αφήγηση πραγματικής ακύρωσης των μνημονίων από τα αριστερά. Αν όχι, τότε η οργή του κόσμου δεν θα είναι καθόλου απίθανο να στραφεί στην ακροδεξιά. Άλλωστε, το ότι η «κυβέρνηση της αριστεράς» υποσχέθηκε αξιοπρέπεια και αντ’αυτής βλέπουμε στην ουσία συνέχιση της υποτέλειας και του ταπεινωτικού καθορισμού της πολιτικής από τους δανειστές, είναι βούτυρο στο ψωμί του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Αν η αριστερά δεν εκπληρώσει την υπόσχεσή της για αξιοπρέπεια, θα βρεθούν άλλοι να την υποσχεθούν και να κερδίσουν έτσι τη στήριξη του κόσμου, που κάτω από την εξαθλίωση έχει αποδείξει ότι μπορεί να στραφεί στην αλληλεγγύη, μπορεί όμως να στραφεί και στο μίσος και στο φασισμό.
Η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει τις ευθύνες της για το πού βρισκόμαστε τώρα. Σίγουρα πολλοί αγωνιστές και αγωνίστριες δεν περίμεναν μια τέτοια εξέλιξη - ή ίσως να την υποψιάζονταν, μιας και τα σημάδια ήταν εκεί, αλλά να είχαν ανάγκη να ποντάρουν σε μία πιο αισιόδοξη ανάγνωση της πραγματικότητας. Υπάρχουν άλλωστε και ιστορικοί, συντροφικοί, συναισθηματικοί δεσμοί που επηρεάζουν καθοριστικά την πολιτική και οργανωτική ένταξη του καθενός και της καθεμιάς μας. Δεν μπορεί, επίσης, να μην υπήρχαν δυνάμεις που έβλεπαν καθαρά πού πήγαινε η ιστορία, όμως καλλιέργησαν αυταπάτες ότι μπορεί να αποτραπεί η δεξιά στροφή με την εσωκομματική πάλη.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει τις δικές της ευθύνες: Υποτίμησε τον κομβικό ρόλο που έπαιζε στη συνείδηση πλατιών λαϊκών στρωμάτων η αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο, αναλώθηκε για μεγάλο διάστημα κυρίως σε μία αντικαπιταλιστική ρητορεία (που είναι απαραίτητη αλλά όχι αρκετή), υπονόμευσε εγκληματικά τη δυνατότητα που υπήρχε για την έγκαιρη συγκρότηση ενός πόλου της αντισυστημικής αριστεράς με κομμάτια που διαφοροποιούνταν από τον ρεφορμισμό, απευθυνόμενη μόνο στα ιστορικά ρεύματα της επαναστατικής αριστεράς. Όχι μόνο δεν έκανε επίθεση φιλίας το 2010 στο τότε Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής (και μάλιστα μετά τις περιφερειακές εκλογές έχοντας ευνοϊκούς συσχετισμούς τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά, καθώς το κατέβασμα του ΜΑΑ στην περιφέρεια Αττικής είχε καταγράψει χαμηλότερο ποσοστό από αυτό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αλλά ακόμα και το 2012 αρνήθηκε τη συνεργασία με τα απομεινάρια, έστω, του ΜΑΑ. Έπρεπε να φτάσουμε στις αρχές του 2015 για να προχωρήσει η συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ – ωστόσο, έστω και τώρα, αποτελεί ένα σημαντικό κεκτημένο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για τη συνέχεια.
Σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα. Η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των αριστερών/προοδευτικών πολιτών και του κόσμου της εργασίας είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ έχει το ηθικό πλεονέκτημα ότι δεν συνέβαλε στην εξαπάτηση περί ακύρωσης των μνημονίων με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (όπως είπε κι ο Μανώλης Γλέζος). Με δεδομένη την εγκληματική άρνηση του ΚΚΕ να συμβάλει σε οποιοδήποτε μέτωπο και την επιλογή του να περιορίζεται στην προπαγάνδιση της «λαϊκής εξουσίας» και την κομματική οικοδόμηση, η όποια ελπίδα από τα αριστερά μάλλον μπορεί να προέλθει μόνο από την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ, μαζί με όποιους ακόμα αγωνιστές και δυνάμεις συμφωνούν στην ανάγκη ενός ρηξιακού μεταβατικού προγράμματος που θα ακυρώσει πραγματικά τα μνημόνια αλλά και θα ανοίξει τον δρόμο για μία σύγχρονη αντικαπιταλιστική αφήγηση.
Πρέπει εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Σαφώς και η κυβέρνηση δεν ταυτίζεται με αυτήν του Σαμαρά, σαφώς και είναι πιο ευάλωτη στην πίεση του κινήματος. Σαφώς και αυτό πρέπει η αριστερά και το κίνημα να το εκμεταλλευτούν και να πιέσουν για να κερδίσουν ό,τι μπορούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πεδίο όπου θα κριθεί η ταξική πάλη είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα. Στην αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το αρχικό σοκ μετά τις εκλογές, προς το παρόν επικρατούν ακόμα, σε ένα βαθμό, οι αυταπάτες περί εσωκομματικής πάλης και αλλαγής των συσχετισμών. Πρόκειται για μία μάταιη μάχη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατραπεί σε ένα αρχηγοκεντρικό κόμμα, όπου οι αποφάσεις παίρνονται από μια κλειστή ομάδα γύρω από τον Τσίπρα και που το υπόλοιπο κόμμα αναγκάζεται να ακολουθήσει στο όνομα της κομματικής ενότητας. Υπάρχει πραγματικά δυνατότητα να αλλάξει αυτό; Η πορεία από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ το 2013 δείχνει πως όχι. Η πάλη πχ της αριστερής πλατφόρμας να περάσει τροπολογίες ή να επηρεάσει τις συλλογικές αποφάσεις, ακόμα κι αν μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα, θα ήταν πρακτικά ανώφελη από τη στιγμή που οι αποφάσεις θα υλοποιούνταν από τη συγκεκριμένη ηγεσία. Έχει αποδειχθεί άλλωστε ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει δείξει ιδιαίτερο σεβασμό και συνέπεια απέναντι στις ως τώρα αποφάσεις, οι οποίες μάλιστα προήλθαν από δικές της εισηγήσεις! Αν δεν σέβεται λοιπόν τις αποφάσεις που η ίδια πρότεινε, τι τύχη θα είχαν αποφάσεις που προήλθαν μετά από πίεση και προτάσεις της μειοψηφίας; Άλλωστε το κόμμα δεν έχει ουσιαστική παρέμβαση στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Ποιος ρωτήθηκε πχ για την επιλογή Προκόπη Παυλόπουλου ή για τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου;
Η αριστερή πλατφόρμα έχει εγκλωβιστεί σε ένα αέναο κυνήγι των δεξιών μετατοπίσεων της ηγεσίας, σε έναν κύκλο που πάει περίπου ως εξής: μη αποδοχή των προτάσεων της αριστερής πλατφόρμας και επικράτηση της σχετικά δεξιότερης εισήγησης της ηγεσίας > νέα δεξιά μετατόπιση της ηγεσίας > υπεράσπιση από την αριστερή πλατφόρμα της προηγούμενης θέσης της ηγεσίας (που λίγους μήνες πριν θεωρούνταν «δεξιά»!). Έτσι, είδαμε την αριστερή πλατφόρμα να υπερασπίζεται την απόφαση του συνεδρίου (στο οποίο μειοψήφησε) όταν η ηγεσία απεμπόλησε τη θέση «καμία θυσία για το ευρώ», ενώ τώρα τη βλέπουμε να υπερασπίζεται το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, το οποίο όταν εξαγγέλθηκε το θεωρούσε -ορθώς- δεξιά μετατόπιση σε σχέση με το συνεδριακό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο φαύλος κύκλος, στην πραγματικότητα, μπορεί να σπάσει μόνο με αλλαγή ηγεσίας. Υπάρχει όμως σοβαρά τέτοιο ενδεχόμενο; Πέρα από το ότι δεν υπάρχει προς το παρόν κανείς από την αριστερή πλατφόρμα που θα μπορούσε να διεκδικήσει με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας τη θέση, το επόμενο σύνεδριο προβλέπεται για τα μέσα του 2016 – όμως και τότε η αριστερή πλατφόρμα θα έχει πολύ μικρές πιθανότητες επικράτησης, καθώς η αθρόα εγγραφή μελών των τελευταίων χρόνων έγινε κυρίως προς τα δεξιά, με την ηγετική ομάδα να χαίρει της εμπιστοσύνης της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών.
Μια ενδεχόμενη διάσπαση από τα αριστερά είναι λάθος να θεωρείται πως θα διευκολύνει την πλήρη συστημική ενσωμάτωση της κυβέρνησης. Αντίθετα, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν νιώθει ιδιαίτερη πίεση από τα αριστερά του, τόσο η ηγεσία θα νιώθει ελεύθερη να διολισθαίνει προς τα δεξιά. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται το ηθικό (ή επικοινωνιακό) πλεονέκτημα που του δίνει το «πρώτη φορά αριστερά». Με μία ρήξη και με τη συγκρότηση-διεύρυνση ενός μαζικού χώρου στα αριστερά του (που δεν θα έχει την αναχωρητική γραμμή του ΚΚΕ), θα αναγκαζόταν να «αποδεικνύει» πως είναι αριστερά. Επίσης κάτι τέτοιο θα βοηθούσε το κίνημα να γίνει πιο διεκδικητικό και να ξεφύγει από την παραλυτική λογική της ανάθεσης στην οποία, λίγο ως πολύ, εγκλωβίζεται όσο υπάρχει η αίσθηση σε πλατιά κομμάτια του ότι τώρα «κυβερνάμε εμείς».
Αν αποδειχθεί σωστό το δεύτερο ενδεχόμενο που περιγράψαμε παραπάνω, τότε το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ είναι να πιστεύει ότι έχει χρόνο, και ότι όταν αρχίσει η κοινωνία να εγκαταλείπει τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε θα μπορεί να συγκροτήσει άλλο πολιτικό υποκείμενο – και ότι ο κόσμος που θα έχει απογοητευτεί τότε από την «κυβέρνηση της αριστεράς», θα είναι δεκτικός στη νέα πρόταση που θα του παρουσιαστεί. Στην πραγματικότητα δίνουμε μία μάχη με το χρόνο: θα είναι καθοριστικό για το αν η πολιτική της κυβέρνησης θα αμφισβητηθεί από τα αριστερά ή από τα δεξιά, το αν θα φύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτα το αριστερό κομμάτι του ή αν θα τον εγκαταλείψει πρώτα η εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Αν γίνει το δεύτερο χωρίς να υπάρχει ήδη το κατάλληλο πολιτικό υποκείμενο στα αριστερά (δεν είναι βέβαιο ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ θα μπορέσει από μόνη της να παίξει αυτόν τον ρόλο), τότε είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει το «την είδαμε και την αριστερά, μία από τα ίδια με τους προηγούμενους» - και αυτό το ρεύμα να είναι μη αναστρέψιμο. Μπορεί λοιπόν αυτή τη στιγμή να φαίνεται ότι υπάρχει χρόνος – αυτό όμως μπορεί πολύ εύκολα να γίνει παθητική αναμονή μέχρι τη στιγμή της συνειδητοποίησης ότι τελικά θα είναι πολύ αργά.
Τι πρέπει να κάνουμε, λοιπόν; Πρώτη, άμεση προτεραιότητα είναι να δημιουργήσουμε με κινηματικούς όρους το πεδίο κοινής δράσης και ζύμωσης μεταξύ των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς. Πρωτοβουλίες όπως αυτή για την κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ, και κυρίως αυτή για τη διαγραφή του χρέους, είναι ευκαιρίες που δεν επιτρέπεται να μείνουν ανεκμετάλλευτες, αντίθετα πρέπει να στελεχωθούν ολόψυχα από όσες και όσους κατανοούν την ανάγκη για μια εναλλακτική αφήγηση από τα αριστερά, την αφήγηση της πραγματικής ακύρωσης των μνημονίων και της ταξικής αντίκρουσης της επίθεσης. Αυτές οι πρωτοβουλίες κοινής δράσης (με προεξέχουσα, μάλλον, τη «Διαγραφή του Χρέους Τώρα») σύντομα θα πρέπει να αναβαθμιστούν και να αρχίσουν να συγκεκριμενοποιούν αυτόν τον άλλο δρόμο, να καταρτίσουν ένα «πρόγραμμα 100 ημερών» για το απαραίτητο Grexit με τους δικούς μας όρους, ένα πρόγραμμα το οποίο θα μπορέσει να εμπνεύσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς, ότι τα μνημόνια και η επιτροπεία από την τρόικα δεν είναι μονόδρομος, ότι δεν είναι αυτή η απάντηση της αριστεράς. Αυτές οι πρωτοβουλίες τελικά μπορούν -και πρέπει- να αποτελέσουν το πρόπλασμα για το πολιτικό υποκείμενο που θα εκφράσει την ανάγκη υλοποίησης αυτού του προγράμματος ρήξης, τον αναγκαίο δηλαδή πόλο της αντισυστημικής αριστεράς.
Ίσως τα παραπάνω να φαίνονται σαν άκομψη προσπάθεια παρέμβασης στα εσωκομματικά του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, όμως, απλά σκέψεις που πηγάζουν από την ειλικρινή αγωνία να μην οδηγηθεί η αριστερά και το κίνημα σε μία ιστορική ήττα, ένα ενδεχόμενο που είναι πολύ πιο κοντά από όσο ίσως φαίνεται. Μπροστά σε αυτό, ζητήματα πολιτικού τακτ μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα – όπως και οι, μέχρι χθες, διαχωριστικές γραμμές. Ο χρόνος δεν μετράει υπέρ μας. Μπορούμε όμως ακόμα να γυρίσουμε το παιχνίδι.
- Τελευταια
- Δημοφιλή
