Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«ΤΑΡΑΧΗ» ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΛΥΣΣΩΔΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ
Tα νεοαποικιακά αντανακλαστικά των κυρίαρχων κύκλων του ευρωπαϊκού κατεστημένου και κυρίως του Βερολίνου, έχει προκαλέσει η αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων, καθώς δεν ανέχονται καμιά χώρα της ΕΕ να ακολουθεί μια εθνικά συμφέρουσα ανεξάρτητη πολιτική, παρά μόνο να σέρνεται πίσω από τις συντηρητικές νεοφιλελεύθερες ψυχροπολεμικές επιλογές τους, ακόμη κι αν αυτές είναι καταστροφικές για τους λαούς και υπονομεύουν την ειρήνη.
Χαρακτηριστικές από αυτήν την άποψη είναι οι σημερινές λυσσώδεις επιθέσεις και ωμοί εκβιασμοί Ευρωπαίων αξιωματούχων, που αποτυπώνονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, με αφορμή το ταξίδι κυβερνητικού κλιμακίου στη Μόσχα με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα, την επόμενη βδομάδα.
«Ταξίδι στη Ρωσία: Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Σούλτς προειδοποιεί τον Τσίπρα» είναι ο τίτλος του δημοσιεύματος του Spiegel, σύμφωνα με το οποίο ο Μάρτιν Σούλτς απεύθυνε αυστηρή προειδοποίηση στον Έλληνα πρωθυπουργό ενόψει του ταξιδιού του στη Ρωσία και τη συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στην Τετάρτη.
Ο Μάρτιν Σούλτς, σπεύδει να... νουθετήσει την ελληνική κυβέρνηση και να ζητήσει, να μην στραφεί για βοήθεια στη Ρωσία και να μην βάλει σε κίνδυνο την κοινή ευρωπαϊκή στάση, ανεξάρτητα αν αυτή ζημιώνει το συμφέρον της χώρας μας!
Είναι προφανές ότι στο στόχαστρο του ευρωπαϊκού κατεστημένου βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση επειδή προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ενεργειακή συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Ρωσίας, καθώς και στη γενικότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Παρόμοια αντίδραση υπήρξε και από τον αντικαγκελάριο της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. «Δεν μπορώ να πιστέψω, με όλη την καλή διάθεση, ότι οποιοσδήποτε στην Αθήνα παίζει πραγματικά με την σκέψη να στρέψει την πλάτη στην Ευρώπη και να πέσει στην αγκαλιά της Μόσχας», είπε σε συνέντευξή του στη Rheinische Post.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι δηλώσεις στην Hannoversche Allgemeine Zeitung του προέδρου της επιτροπής ευρωπαϊκών υποθέσεων της γερμανικής Βουλής, Κούντερ Κρισμπάουμ: "Αν η ελληνική κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να βρει την ψυχή της στη Μόσχα, τότε είναι σε λάθος πλευρά. Όποιος θέλει να συνεχίσει να έχει ευρωπαϊκή βοήθεια, η πυξίδα του πρέπει να δείχνει προς τις Βρυξέλλες και όχι τη Μόσχα", είπε παρουσιάζοντας ως μονόδρομο την κηδεμονία της χώρας από τη Γερμανική ΕΕ.
Διαφορετική βέβαια είναι η άποψη που εξέφρασε η επικεφαλής της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο, Γκάμπι Τσίμερ. «Το θέμα δεν είναι να στραφούν η ΕΕ και η Ρωσία η μία εναντίον της άλλης», δηλώνει και προσθέτει ότι η Αθήνα επιδιώκει κυρίως να χαλαρώσει η Ρωσία τον αποκλεισμό των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από την Δύση. «Η Ελλάδα έχει τεράστιο συμφέρον από τη δυνατότητα εξαγωγής αγροτικών προϊόντων. Αυτές είναι φυσιολογικές διαπραγματεύσεις», τονίζει.
Είναι προφανές ότι στο στόχαστρο του ευρωπαϊκού κατεστημένου βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση επειδή προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ενεργειακή συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Ρωσίας, καθώς και στη γενικότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, που σε τελευταία ανάλυση είναι σε όφελος όλων των λαών της Ευρώπης. Αυτό ακριβώς δεν αντέχουν, επειδή η πολιτική αυτή ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και έρχεται σε αντίθεση με τα επικίνδυνα ψυχροπολεμικά παιχνίδια που παίζουν, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, και που υπονομεύουν το κλίμα της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή.
ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΑΝΑΣ
πηγη: iskra.gr
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ «ΜΕ ΚΟΡΜΟ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ», ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖA

Του ΑΝΤΩΝΗ ΝΤΑΒΑΝΕΛΟΥ*
Η «σκληρή αντιπολίτευση» θυλάκων της πραγματικής εξουσίας –με εμβληματικές τις προκλήσεις στελεχών της οικονομικής και δικαστικής γραφειοκρατίας, αλλά και μια πρώτη προειδοποίηση από τα ΟΥΚ στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου – υπενθυμίζουν σε όλους, αλλά και κυρίως στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, τη σημασία της συνεδριακής-ιδρυτικής απόφασης του ΣΥΡΙΖΑ που έβλεπε την κυβέρνηση της Αριστεράς όχι ως «τελικό σταθμό» (όπου αναλαμβάνεται το καθήκον «σωτηρίας της χώρας») αλλά, αντίθετα, ως «μεταβατικό σταθμό» μέσα στη συνέχεια της πορείας προς τη γενικότερη σοσιαλιστική απελευθέρωση.
Η όχι τόσο ισχυρή (τουλάχιστον όσο νομίζουν πολλοί) θέση της κυβέρνησης «με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» παρουσιάζεται ασθενέστερη αν ιδωθεί μέσα στον διεθνή συσχετισμό δύναμης. Ο ασύστολος εκβιασμός των δανειστών, μέσω των ευρωπαϊκών «θεσμών» και του ΔΝΤ, επιχειρεί να οδηγήσει την κυβέρνηση στο δίλημμα: άμεση υποταγή ή γρήγορη κατάρρευση. Παραφράζοντας μια διάσημη φράση των πρωταγωνιστών της εποχής της ρωσικής επανάστασης, θα μπορούσαμε και σήμερα να εκτιμήσουμε: χωρίς μια νέα πολιτική ανατροπή στην Ευρώπη (στην Ισπανία; στην Ιρλανδία;), χωρίς το ξέσπασμα μιας πολιτικής αντεπίθεσης του κινήματος και της Αριστεράς στη Γαλλία ή την Ιταλία, θα χαθούμε... Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί πρόσθετες υποχρεώσεις στο κόμμα ΣΥΡΙΖΑ και στην ηγεσία του. Η πολιτική μας οφείλει να διατηρεί «ζεστό» το κάλεσμα για πανευρωπαϊκό ξεσηκωμό για την ανατροπή της λιτότητας.
Η συνειδητοποίηση αυτών των δυσκολιών, που θα πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένη μαζική πολιτική, δεν ξετυλίγεται μέσα σε συνθήκες της δικής μας επιλογής. Η υποχώρηση του μεγάλου ανατρεπτικού κινήματος του 2010-12 (που εν πολλοίς δημιούργησε τον μαζικό και εκλογικά νικηφόρο ΣΥΡΙΖΑ) έχει δημιουργήσει τις συνθήκες της «ανάθεσης», της προσωρινής αναμονής για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του «εκλογικού δρόμου». Όμως αυτή η αναμονή περιορίζει τις πολιτικές δυνατότητές μας, η απουσία της άμεσης παρέμβασης του κόσμου στις εξελίξεις δημιουργεί ευκαιρίες στους ντόπιους και διεθνείς αντιπάλους μας. Η όποια τακτική αντοχής μας μέσα στις προφανώς δύσκολες συνθήκες προϋποθέτει την αναζήτηση πρωτοβουλιών που θα ξαναβάλουν τον κόσμο στο προσκήνιο.
ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ
Η εκτίμηση αυτή οδηγεί κατευθείαν στον κρίσιμο ρόλο του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ. Στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης η συζήτηση για το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ φωτίζεται με αρνητικό χρώμα: το κόμμα ως «βαρίδι», που εμποδίζει την ηγεσία να κάνει τις τολμηρές προσαρμογές (στις επιθυμίες των δανειστών και των αγορών), το κόμμα ως φωλιά «κολλημένων»-μαρξιστών, που δεν επιτρέπουν στα «φωτισμένα» στελέχη της κυβέρνησης και του κράτους να κάνουν τα αναγκαία «ανοίγματα» (π.χ. στο Ποτάμι) και να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στα ήρεμα νερά της Κεντροαριστεράς, των συναινέσεων, της προόδου και της οριστικής παραμονής στο ευρώ.
Το κόμμα παίζει, πράγματι, έναν σημαντικό «αμυντικό» ρόλο. Μέσα στις συνθήκες των τεράστιων εσωτερικών και διεθνών πιέσεων, είναι αναντικατάστατος παράγοντας προκειμένου η κυβέρνηση να κρατηθεί σε επαφή με το αρχικό πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα. Ακριβώς γι’ αυτό η λογοδοσία προς τη βάση και τις Οργανώσεις Μελών πρέπει να διαφυλαχτεί και να ενισχυθεί αποφασιστικά.
ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ
Όμως αυτός ο αμυντικός ρόλος δεν είναι αρκετός. Οι Οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να πάρουν επιθετικά πρωτοβουλίες που, επιχειρώντας να κινητοποιήσουν τον κόσμο, θα πιέζουν πολιτικά τους αντιπάλους όλων μας, δηλαδή τους μεγάλους και επικίνδυνους αντιπάλους της κυβέρνησης. Πρωτοβουλίες που θα διεκδικούν ριζοσπαστικές αλλαγές και κοινωνικές κατακτήσεις με βάση, αρχικά, τις προεκλογικές δεσμεύσεις της ΔΕΘ, αλλά και συνολικότερα με βάση το συνεδριακό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Για παράδειγμα, οι δυνατότητες της κυβέρνησης να αντισταθεί στις εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις για ιδιωτικοποιήσεις, θα εξαρτηθούν άμεσα από το να συνεχίσει ένας ολόκληρος κόσμος να δρα ενάντια στο ΤΑΙΠΕΔ, για την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων και αγαθών, για να σταματήσει το έγκλημα στις Σκουριές κ.ο.κ. Οι δυνατότητες της κυβέρνησης να αντισταθεί στην ισοπέδωση της δημόσιας υγείας θα εξαρτηθούν άμεσα από το εάν και κατά πόσο οι Οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα μπουν μπροστά στο χορό των κινητοποιήσεων, των απαιτήσεων, των ελπίδων των εργαζομένων στην Υγεία, αλλά και της κοινωνικής πλειοψηφίας που χρησιμοποιεί και χρειάζεται τα δημόσια νοσοκομεία. Αυτά ασφαλώς θα πρέπει να γίνουν συντεταγμένα, με πολιτική τακτική, με πρόγραμμα, αλλά επίσης πρέπει να γίνουν αποφασιστικά και γρήγορα. Γιατί ο χρόνος δουλεύει, πλέον, για τους απέναντι.
ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ
Η επιμονή στο ριζοσπαστικό-αριστερό πρόγραμμα, η επιμονή στη διεκδίκηση του κόσμου, η επιμονή στην κοινωνική κινητοποίηση, είναι μονόδρομος για το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ. Στην πραγματικότητα είναι ο μοναδικός δρόμος και για την υπεράσπιση της κυβέρνησης που βρίσκεται υπό την απειλή της Σκύλλας και της Χάρυβδης, του ντόπιου και του διεθνούς κεφαλαίου.
Τα ΜΜΕ υποδεικνύουν με απέχθεια την ύπαρξη στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ μιας μαρξιστικής-ριζοσπαστικής πτέρυγας και ζητούν τον εξοβελισμό της, ως προϋπόθεση για να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση ως «εξημερωμένη». Η «πτέρυγα» αυτή είναι πραγματική και πλατύτερη από ό,τι μετρούν οι πάσης φύσεως «αναλυτές». Μέχρι σήμερα απέδειξε πολλές φορές, πέρα από τα φυσιολογικά για ένα μαζικό κόμμα ενδο-τασικά επεισόδια, ότι είναι πολύτιμος και αναντικατάστατος παράγοντας της πολιτικής δυναμικής του ΣΥΡΙΖΑ. Όλος αυτός ο κόσμος, που σε μεγάλο βαθμό είναι μη καταγραμμένος σε «τάσεις», αναλαμβάνοντας σήμερα την αγωνιστική ενεργοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, με βάση το αριστερό-ριζοσπαστικό πρόγραμμα, είναι η δύναμη που μπορεί να ανοίξει τον αναγκαίο δρόμο. Το δρόμο της μεταβατικής πολιτικής που, ξεκινώντας από τη διεκδίκηση όσων προεκλογικά υποσχεθήκαμε, θα επιμένει στον γενικότερο στόχο της ανατροπής.
Πηγή : rproject.gr
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
OΙ ΛΕΞΕΙΣ, ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΙΚΗ ΑΒΥΣΣΟΣ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Οι ιδιωτικοποιήσεις ως στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού ήδη από τη δεκαετία του ’80 δεν ήταν παρά η αναζήτηση διεξόδου από την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου.
Η λέξη μεταρρύθμιση κυριαρχεί στην ειδησεογραφία και στον δημόσιο πολιτικό λόγο των τελευταίων ετών. «Μεταρρυθμίσεις» ονομάστηκε το σύνολο των μνημονιακών πολιτικών που έχουν διαλύσει βασικές υποδομές του κράτους, έχουν καταργήσει στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα κι έχουν απαξιώσει το σύνολο των αξιών και των περιουσιακών στοιχείων, δημόσιων και ιδιωτικών, κινητών και ακινήτων, υλικών και άυλων. Δηλαδή, το σύνολο των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεις ονομάζει και η κυβέρνηση όλα τα μέτρα, εντός και εκτός προεκλογικού της προγράμματος, που υποβάλλει στους δανειστές ως προαπαιτούμενα για μια συμφωνία άρσης του χρηματοδοτικού αποκλεισμού.
Εδώ υπάρχει πρόβλημα κώδικα επικοινωνίας, γλώσσας, εννοιών που χρησιμοποιούν δυνάμεις που, κατά τεκμήριο, τις χωρίζει ταξική άβυσσος.
Όταν οι «ταλιμπάν» του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις τάξεις των δανειστών μιλούν για «μεταρρυθμίσεις», μιλούν για έναν ριζικό μετασχηματισμό του κράτους, της κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων υπέρ του κεφαλαίου, και δη του σκληρού πυρήνα του, του χρηματοπιστωτικού, εν ονόματι του οποίου άλλωστε προκλήθηκε και η κρίση χρέους. Το να καταστήσει, λοιπόν, μια κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας συμβατή τη μεταρρυθμιστική της ατζέντα με την αντίστοιχη ατζέντα των δανειστών και της ευρωκρατίας αποτελεί πολιτικό άθλο. Και μάλιστα όχι και πολύ ρεαλιστικό.
Χαρακτηριστικό πεδίο της αβυσσαλέας αντίθεσης ανάμεσα στο μεταρρυθμιστικό πνεύμα της μιας και της άλλης πλευράς είναι η δημόσια περιουσία.
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Οι ιδιωτικοποιήσεις ως στρατηγική «αξιοποίησης» δεν ήταν μια παρεμπίπτουσα ανάγκη για την εξυπηρέτηση των έκτακτων, μνημονιακών δημοσιονομικών αναγκών, και ιδιαίτερα της εξόφλησης του χρέους. Είναι μια στρατηγική που προϋπάρχει των μνημονίων τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Σε μεγάλο βαθμό είχε ενσωματωθεί θεσμικά στην «κανονική» διαδικασία επιτήρησης των χωρών της ΕΕ λόγω υπερβολικού ελλείμματος. Και, πολύ περισσότερο, μέσω της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων και απελευθέρωσης των αγορών, προκάλεσε τερατώδεις «αποκρατικοποιήσεις», με εμβληματικά παραδείγματα στην Ελλάδα τον αφανισμό της Ολυμπιακής, την αρπαγή του ΟΤΕ από την κατά 32% κρατική Deutsche Telekom ή το ενεργειακό σκάνδαλο των Energa και Hellas Power.
Τα μνημόνια κατέστησαν αυτή τη στρατηγική ολοκληρωτική. Οι ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν μία από τις συνιστώσες της «εσωτερικής υποτίμησης» που δεν ήταν παράπλευρη απώλεια, αλλά σκόπιμη και διακηρυγμένη πολιτική με δυο διακεκριμένους στόχους: μια εξευτελιστικά χαμηλή τιμή εργατικής δύναμης και μια εξευτελιστική απαξίωση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας της χώρας, ώστε να καταστεί πάμφθηνο και πανεύκολο το μεγάλο πλιάτσικο. Οι ιδιωτικοποιήσεις ως στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού ήδη από τη δεκαετία του ’80 δεν ήταν παρά η αναζήτηση διεξόδου από την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Οι ιδιωτικοποιήσεις με όρους μνημονίου πρόσθεσαν σ’ αυτή τη μακρόχρονη στρατηγική του κεφαλαίου χαρακτηριστικά αποικιοποίησης της χώρας. Γι’ αυτό και το ΤΑΙΠΕΔ συγκροτήθηκε εξ αρχής ως ταμείο εμπράγματης εγγυοδοσίας υπέρ των δανειστών.
ΤΑ ΘΟΛΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Τι προβάλλεται ως αντίποδας στην τέτοιου τύπου «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας της χώρας; Ποιος είναι ο μεταρρυθμιστικός αντίλογος της Αριστεράς στην αποικιοποίηση; Στο προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ οι αναφορές είναι φειδωλές: «Αναπτυξιακή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αντί για τις μνημονιακές ιδιωτικοποιήσεις και την εκποίηση αντί πινακίου φακής… Προστασία και αξιοποίηση, όχι ξεπούλημα… Το Δημόσιο θα ασκήσει πλήρως τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα στις ανακεφαλαιοποιημένες με κρατικό χρήμα τράπεζες».
Στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης οι αναφορές έγιναν λίγο πιο συγκεκριμένες και με βασικούς άξονες τους εξής: 1) κατά περίπτωση εξέταση κάθε πρότασης αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας με κριτήρια το σεβασμό της εργατικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας και το δημόσιο συμφέρον, 2) μη παραχώρηση δικτύων και υποδομών που αποτελούν εθνικό κεφάλαιο, 3) κίνητρα για ξένες επενδύσεις, διακρατικές συμφωνίες και αναπτυξιακές κοινοπραξίες με συμμετοχή του Δημοσίου, 4) όχι ξεπούλημα, αλλά αξιοποίηση του φυσικού και ορυκτού πλούτου, 5) Ταμείο Εθνικού Πλούτου και Κοινωνικής Ασφάλισης στο οποίο θα εισφέρονται έσοδα από αξιοποίηση (με παραχώρηση και όχι πώληση) ακίνητης περιουσίας και από την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου.
Το μόνο νομοθετικό δεδομένο που έχουμε μέχρι στιγμής από την κυβέρνηση είναι η απορρόφηση της ΕΤΑΔ και της Παράκτιο Μέτωπο από το ΤΑΙΠΕΔ που θα εξελιχθεί σε φορέα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας υπέρ κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πολιτικής. Έχουμε, όμως, ενδείξεις ότι στη μεταρρυθμιστική λίστα που υποβλήθηκε στο Brussels Group περιλαμβάνεται η πρόβλεψη για έσοδα 1,5 δισ. από αποκρατικοποιήσεις και με κατονομαζόμενες πηγές τον ΟΔΙΕ, τον ΟΛΠ και τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια. Παρότι πρόκειται για ήδη δρομολογημένες ιδιωτικοποιήσεις για τις οποίες έχει διατυπωθεί η διαπραγματευτική δέσμευση έναντι των δανειστών ότι δεν θα ακυρωθούν, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι δύο –ΟΛΠ και αεροδρόμια– αφορούν εξ ορισμού στρατηγικού χαρακτήρα υποδομές και δίκτυα. Δυο ακόμη αμφιλεγόμενες ενδείξεις για τις κυβερνητικές προθέσεις αποτελούν η επαμφοτερίζουσα θέση στο θέμα της επένδυσης του χρυσού στη Χαλκιδική, αλλά πολύ περισσότερο η τοποθέτηση του Π. Καμμένου υπέρ μιας συνεκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων του Αιγαίου με τις ΗΠΑ. Αλλά και η προβολή του ΟΤΕ ως εξαιρετικού παραδείγματος καλής συνεργασίας από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη θολώνει το τοπίο, παρότι πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση ιδιωτικοποίησης με… επανακρατικοποίηση, αλλά με αλλαγή κράτους-ιδιοκτήτη. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί χαρακτηριστική τάση στις χώρες του καπιταλιστικού «Βορρά». Παρότι επιβάλλουν γενική εκποίηση των φιλέτων του δημοσίου τομέα στις περιφερειακές χώρες, κρατούν για τις ίδιες το προνόμιο του άμεσου ή έμμεσου κρατικού ελέγχου στους στρατηγικούς τομείς των ενεργειακών, επικοινωνιακών κα μεταφορικών δικτύων. Αυτό δίνει στις ιδιωτικοποιήσεις που επιβάλλονται στην καπιταλιστική περιφέρεια έναν ακόμη πιο εξόφθαλμο ιμπεριαλιστικό, νεοαποικιακό χαρακτήρα.
ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
Το πρόβλημα με τις ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι ούτε το ύψος του τιμήματος που μπορεί να επιτευχθεί για ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο, ούτε ο συμβολισμός του στοιχείου αυτού, ούτε η νομική μορφή της μεταβίβασης –πώληση ή παραχώρηση. Θα μπορούσε κανείς να αποδεχθεί, για παράδειγμα, ότι το κράτος δεν χρειάζεται τα χιλιάδες διάσπαρτα μικρής αξίας ακίνητα που έχουν περιέλθει με διάφορους τρόπους στην κατοχή του και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν ως δημόσιες ή κοινωφελείς υποδομές. Αν πρόκειται να προσθέσουν κάτι αξιόλογο στον κουμπαρά της κοινωνικής πολιτικής, καλώς να πέσουν. Όταν, όμως, προβάλλεται ως πρόταγμα μια φιλολαϊκή παραγωγική ανασυγκρότηση μιας οικονομίας κυριολεκτικά ισοπεδωμένης και μοιραία στρεβλωμένης από τη μαζική «υπηρεσιοποίησή» της, με τσακισμένη βιομηχανική ραχοκοκαλιά, χωρίς στοιχειώδη διατροφική αυτάρκεια, χωρίς εξαγωγική δυναμική, είναι αυτοχειρία η παραίτηση από τον δημόσιο έλεγχο στρατηγικών πόρων, υποδομών και δικτύων. Είναι απίθανο να σχεδιάσει κανείς παραγωγική ανασυγκρότηση με τα αεροδρόμια σε γερμανικά χέρια, τα τρένα σε γαλλικά, τα λιμάνια σε κινεζικά, τα ενεργειακά δίκτυα σε ιταλικά, τα κοιτάσματα σε αμερικανικά ή ισραηλινά. Το αποτέλεσμα θα είναι η μετατροπή της παραγωγικής βάσης της χώρας σε παρακολούθημα άλλων, και μάλιστα ανταγωνιστικών, «εθνικών σχεδίων».
Ακόμη και μια κεϊνσιανής έμπνευσης επιχείρηση ανάταξης της οικονομίας, είναι αδύνατη χωρίς μια επιθετική πολιτική δημοσίων επενδύσεων, με πρώτη ύλη την ήδη υπάρχουσα δημόσια περιουσία. Έστω κι αν η αξιοποίησή της, στις υπάρχουσες συνθήκες ταμειακής ασφυξίας, απαιτεί ένα γεωπολιτικά καλοζυγισμένο μίγμα διακρατικών συνεργασιών και επενδυτικών κοινοπραξιών.
Το ερώτημα είναι αν ακόμη κι αυτό το μίγμα δημόσιων και ξένων επενδύσεων είναι δυνατό να περάσει από τη στενή κρησάρα των «θεσμών». Οι οποίοι συχνά λειτουργούν πιο πολύ ως θλιβεροί ντίλερ των «εθνικών πρωταθλητών» τους, παρά ως εκφραστές κάποιου κοινού «ευρωπαϊκού σχεδίου».
Πηγή: rproject.gr
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥΣ ΕΕ ΚΑΙ ΔΝΤ: ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ!

Toυ ΠΑΝΟΥ ΚΟΣΜΑ*
Μπαίνουμε ίσως στο πιο αποφασιστικό δεκαήμερο ύστερα από τις εκλογές. Η χρηματοδοτική ασφυξία του ελληνικού Δημοσίου έχει φτάσει στο οριακό σημείο όπου είναι αδύνατο πλέον να συνεχίσουν να πληρώνονται ταυτόχρονα μισθοί και συντάξεις αλλά και τοκοχρεολύσια του κρατικού χρέους, οπότε η κλεψύδρα του πολιτικού χρόνου αδειάζει. Είναι η ώρα που δεν μπορεί να «αγοραστεί» χρόνος και που τα διλήμματα γίνονται απόλυτα. Είναι η ώρα των μεγάλων και καθαρών αποφάσεων.
ΤΟ ΔΙΛΛΗΜΑ
Ύστερα από τη συνάντηση Μέρκελ-Τσίπρα, η Γερμανίδα καγκελάριος δήλωσε ότι πλέον δεν είναι οι δανειστές που βιάζονται αλλά η ελληνική κυβέρνηση, που είναι αναγκασμένη να «τρέξει» με τις «μεταρρυθμίσεις», ώστε να ανοίξει η στρόφιγγα της χρηματοδότησης. Πράγματι, η συμφωνία στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου δεν εξασφάλισε ανάσα χρόνου για την κυβέρνηση αλλά για τους δανειστές. Καθώς δεν προέβλεπε καμία χρηματοδότηση του ελληνικού Δημοσίου για το άμεσο διάστημα του Μαρτίου και του Απριλίου, η κυβέρνηση βρέθηκε «με το πιστόλι στον κρόταφο», να πρέπει να πληρώνει τόσο μισθούς και συντάξεις όσο και τοκοχρεολύσια, ενώ τα ρευστά διαθέσιμα δεν επαρκούσαν για την κάλυψη και των δύο αυτών κατηγοριών δαπανών. Έχοντας αποκλείσει τη στάση πληρωμών στα τοκοχρεολύσια, η κυβέρνηση κατέφυγε στη «λύση» να «σκουπίσει», δεσμεύοντας με repos, τα ρευστά διαθέσιμα οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα για να συνεχίσει να πληρώνει τους τοκογλύφους. Ο χρόνος που κερδήθηκε έτσι είναι πληρωμένος με «αίμα»: αυτά τα χρήματα πρέπει να επιστραφούν σύντομα στα ταμεία των οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για να μην κάνουν αυτοί πλέον στάση πληρωμών σε δικές τους πιεστικές ανάγκες.
Στο μεταξύ όμως, ακόμη κι έτσι, και αυτή η πηγή ρευστότητας έχει «στραγγίξει». Τώρα η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη είτε να επιβάλει με νομοθετική ρύθμιση τη δέσμευση ρευστών διαθεσίμων και άλλων οργανισμών, για να «κερδηθεί» λίγος ακόμη χρόνος πληρωμένος με αίμα, είτε να απαντήσει άμεσα στο δίλημμα «στάση πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις ή στα τοκοχρεολύσια;».
Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ
Οι δανειστές προτείνουν εδώ μια νέα «λύση», που θα μας βάλει ακόμη πιο βαθιά στην παγίδα: το παράλληλο νόμισμα. Λένε: Αφού δεν κάνετε στάση πληρωμών στα τοκοχρεολύσια και ταυτόχρονα θέλετε να πληρώνετε και μισθούς και συντάξεις, μία λύση υπάρχει: να πληρώνετε τοκοχρεολύσια σε σκληρό νόμισμα (ευρώ) και μισθούς-συντάξεις ή και άλλες κατηγορίες κοινωνικών δαπανών σε παράλληλο νόμισμα. Αυτό το παράλληλο νόμισμα είναι κουπόνια του Δημοσίου που θα λειτουργούν ως μέσο πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Για τους τοκογλύφους το σκληρό νόμισμα, για τους μισθωτούς και συνταξιούχους το «εσωτερικό νόμισμα», που θα υποτιμηθεί ταχύτατα, θα ανταλλάσσεται με ευρώ σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από την ονομαστική του ισοτιμία και εν ολίγοις θα σημαίνει μια γενναία υποτίμηση του εργατικού μισθού στην πράξη, δηλαδή μια καθολική και σκληρή μνημονιακή ρύθμιση αναδιανομής του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου!
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Όταν το δίλημμα γίνεται τόσο απόλυτο και τόσο πιεστικό χρονικά, η μόνη αποδεκτή απάντηση από τη σκοπιά της Αριστεράς είναι η στάση πληρωμών στα τοκοχρεολύσια. Όμως, η «ιδρυτική» αυτή πράξη της ρήξης με τους δανειστές και το σύστημα έχει αυτόματες συνεπαγωγές, που όλες εντάσσονται στη γενική κατεύθυνση «οι κοινωνικές ανάγκες πάνω από το χρέος», στη διαγραφή του χρέους, ώστε να μπορέσει να υλοποιηθεί μια πολιτική κατάργησης των μνημονίων, ανατροπής της λιτότητας και υλοποίησης μέτρων και πολιτικών με μεταβατικό χαρακτήρα και σοσιαλιστική κατεύθυνση.
Η δέσμευση των ρευστών διαθεσίμων των οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα βάζει στα χέρια των δανειστών άλλο ένα όπλο εκβιασμού (να χρηματοδοτήσουν αυτοί την επιστροφή αυτών των χρημάτων, αλλά βέβαια στο πλαίσιο μιας νέας χρηματοδοτικής σύμβασης και του τρίτου μνημονίου) ή μας οδηγεί στο διπλό νόμισμα και μάλιστα στην απόλυτα μνημονιακή και αντεργατική εκδοχή του: να πληρώνουμε τους τοκογλύφους δανειστές-εκβιαστές σε ευρώ και τους εργαζόμενους με υποτιμημένα «χαρτιά»!
Όπως για κάθε νομισματική επιλογή, έτσι και για το παράλληλο νόμισμα, η πραγματική του λειτουργία καθορίζεται από το συνολικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί, από το συνολικό σχέδιο στο οποίο εντάσσεται. Είναι άλλη η λειτουργία του διπλού νομίσματος (όπως και του εθνικού νομίσματος γενικότερα) όπως την προτείνουν οι δανειστές και άλλη η λειτουργία του αν επρόκειτο για επιλογή ενταγμένη σε ένα πολιτικό σχέδιο στάσης πληρωμών στους τοκογλύφους δανειστές πλαισιωμένη με μέτρα δέσμευσης των ευρώ των πλουσίων. Πρέπει λοιπόν να σπάσει η μυθολογία που θεωρεί το παράλληλο νόμισμα αυτονόητα συνώνυμο της ρήξης.
*Πηγή: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή