Σήμερα: 04/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

Αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία

Προεκλογικά, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ευρύτερη ρεφορμιστική Αριστερά διατυμπάνιζαν τη δυνατότητα της «αριστερής» κυβέρνησης ν’ αλλάζει ριζικά τη χώρα και ειρωνεύονταν τη μαρξιστική κριτική ως «παλαιολιθική». Βέβαια, οι περισσότεροι και τότε γνώριζαν και τώρα γνωρίζουν ότι χωρίς ρήξη με το σύστημα σ’ ένα μείγμα διαχείρισής του θα αρκεστούν με προεξάρχουσα τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που αποτελεί νομοτελειακή επιλογή του κεφαλαίου στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

Στον κολοφώνα της δημοκοπίας η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν ότι το ζήτημα του χρέους θα λυνόταν με ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη, συμμαχία του Νότου και παρεμφερή φληναφήματα. Η παραγνώριση της υπερεξουσίας του κεφαλαίου, διεθνούς και εθνικού (δευτερευόντως), η ιδεαλιστική απολυτοποίηση της πολιτικής έναντι της οικονομίας, που θα παραμέριζε τα δυσθεόρατα εμπόδια, δεν έπειθε παρά τους ορυμαγδούς της ούτε τον χιλιοπροδομένο λαό μας, που απλώς αναζητούσε μια αχτίδα φωτός στο σκοτάδι των μνημονίων. Αυτή την ελάχιστη ελπίδα εξέφρασε χαρακτηριστικά το λαϊκό μότο: «Και το ένα δέκατο να κάνετε από όσα υπόσχεστε, θα είμαστε ευχαριστημένοι»! Αλλά και αυτό το «ένα δέκατο» απομακρύνεται, οι επιπτώσεις των μνημονίων θα μας καταδυναστεύουν, αφού αποτελούν στρατηγικές αναδιαρθρώσεις του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ενώ οι ελαφρύνσεις, όταν και όσο υπάρξουν, θα συνοδεύονται και από νέες επιβαρύνσεις, που θα επιβάλει το νέο, αναπόφευκτο, όπως φαίνεται μνημόνιο, που θα συναφθεί τον Ιούνιο…

Η επίκληση του σκληρού πυρήνα του κράτους για τα ανυπέρβλητα όρια που θέτει ακόμη και σε απλές ρυθμίσεις σε μεγάλο βαθμό γίνεται εκ του πονηρού, για να δικαιολογηθεί η αδυναμία της μεταρρυθμιστικής ορμής ακόμη και στις «πρώτες εκατόν ημέρες» που αποτελεί κλαστικό πλέον γνώρισμα της διαχειριστικής πολιτικής, για να υπάρξει μια δέσμη αλλαγών ικανή να προδιαθέσει θετικά για ένα διάστημα τουλάχιστον τις μάζες. Αλλά η σκληρότητα του κράτους και γενικότερα της πολιτικής εξουσίας του ολοκληρωτικού ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και του «μισοκράτους» των Βρυξελλών αποτελούν πραγματικότητα και όχι απλό άλλοθι αβελτηρίας. Όταν, για παράδειγμα, ο υπουργός Υγείας εξανίσταται για την αδυναμία αλλαγής διοικητών νοσοκομείων δεν ψεύδεται υποχρεωτικά. Το ίδιο ισχύει και για τις δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για την ανεξέλεγκτη δράση της αστυνομίας στις Σκουριές. Και αυτή η αδυναμία δεν θα είναι παροδική, αλλά διαρκής για όποιον επιλέγει την κυβερνητική διαχείριση και όχι τη σύγκρουση και τη ρήξη με το σύστημα, για να υπάρξουν έτσι προωθητικές κατακτήσεις με ολοκλήρωσή τους στην επανάσταση.

popova1Το ζήτημα της εξουσίας δεν λύνεται με εκλογές

Γιατί η αστική θεωρία, αλλά και η μικροαστική ρεφορμιστική που επαγγέλλεται την κοινωνική αλλαγή, αδυνατούν να διατυπώσουν μια ριζοσπαστική θεωρία του κράτους; Όχι κυρίως λόγω γνωστικών ή λογικών αδυναμιών, αλλά κυρίως λόγω των ταξικών περιορισμών του γνωστικού ορίζοντά τους. Την αστική και μικροαστική σκέψη κυριαρχεί η θετικισμός, δηλαδή η απολυτοποίηση του θετικού, του υπάρχοντος, άρα και η αλλαγή του, το αρνητικό περιορίζεται στη βελτίωση του υπάρχοντος απ’ τις παθογένειές του, δεν οδηγεί στην ανατροπή του.

Η πρόβλεψη του Μαρξ για την επαναστατική κατάργηση του καπιταλισμού επαληθεύτηκε σε περιορισμένο χώρο (σε ορισμένες χώρες) και χρόνο (περιορισμένη διάρκεια). Απεναντίας, η αστική και μικροαστική θεωρία και πολιτική (ακόμη κι όταν αυτοαποκαλείται μαρξιστική) στην καλύτερη περίπτωση βελτιώνουν το σύστημα απλώς δεν παράγουν μια ανώτερη κοινωνία. Αλλά οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού και οι αναπόφευκτες κρίσεις του καθιστούν παροδικές και αυτές τις βελτιώσεις, οδηγούν σε επιδείνωση οικονομική, κοινωνική πολιτική, ηθική. Ο θετικισμός δεν εμβαθύνει στο κοινωνικό υπάρχον και στις αντιθέσεις του. Μένει στο φαίνεσθαι και σε δευτερεύουσες αντιθέσεις. Τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές σχέσεις δεν τις προσδιορίζει με το κριτήριο της ταξικής αντιθετικότητας, τις αναγνωρίζει ως σχέσεις πραγμάτων (φετιχισμός). Το κράτος δεν θεωρείται όργανο, με σχετικό αυτοτέλεια, της αστικής τάξης, για να εμπεδώνει την εξωοικονομική και την οικονομική κυριαρχία της, αλλά «πράγμα» που δύναται να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν απ’ τον πολιτικά κυρίαρχο (αστικός πλουραλισμός – εργαλειακή θεωρία). Κατ’ εξοχήν μορφή φετιχιστικού κράτους αποτελεί η αστική δημοκρατία: Η υποτιθέμενη λαϊκή κυριαρχία μέσω γενικών εκλογών, ο πολυκομματισμός, η ανάδειξη κυβέρνησης απ’ την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η διάκριση των εξουσιών, η ισότητα έναντι του αστικού δικαίου (κράτος δικαίου).

Στην πραγματικότητα, η αστική δημοκρατία είναι μορφή δικτατορίας της αστικής τάξης. Το αστικό κράτος θεμελιώνεται στη διχοτόμηση της ανθρώπινης πραγματικότητας σε πολίτη και ιδιώτη. Ως ιδιώτης ο άνθρωπος δεν έχει συμμετοχή στη δημόσια ζωή, ως πολίτης συμμετέχει σ’ αυτήν στοιχειωδώς με τις βουλευτικές εκλογές, ενώ η βούλησή του αλλοιώνεται με τους νοθευτικούς τρόπους διεξαγωγής τους και την αναντιστοιχία, κατά κανόνα, της διακυβέρνησης προς τη λαϊκή εντολή.

Η ανάλυση του πολιτειακού συστήματος της αστικής δημοκρατίας ιδιαίτερα στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό της ως κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Αυτός ο χαρακτήρας της αστικής δημοκρατίας επιβεβαιώνεται και απ’ τον αποκλεισμό στη διαχείρισή της δυνάμεων αντιπάλων του συστήματος ή απλώς αφερέγγυων. Αυτός ο αποκλεισμός συντελείται με τους αντιδημοκρατικούς όρους των εκλογών, την κινδυνολογία, τον πόλεμο των ΜΜΕ, την ακατάσχετη δημαγωγία. Αλλά αν μια ανεπιθύμητη δύναμη περάσει απ’ αυτά τα φίλτρα αλώβητη και καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, τότε θ’ ακολουθήσει πολύπλευρη συστηματική υπονόμευση και τελικά ανατροπή (Βενεζουέλα, Χιλή, Νικαράγουα κ.ά.). Εξάλλου, ακόμη και για τον ακίνδυνο για το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ είχε εξαπολυθεί προεκλογικά έντονη κινδυνολογία.

Ο θεσμός της κυβέρνησης στην αστική δημοκρατία διευθύνει συνολικά το κράτος και τους μηχανισμούς του. Δημιουργείται η εντύπωση ότι έχει απόλυτη εξουσία επί όλων των μηχανισμών και λειτουργιών του κράτους και συνακόλουθα ότι όποιος κατέχει την κυβερνητική εξουσία κατέχει και την κρατική εξουσία συνολικά. Στην πραγματικότητα, οι κρατικοί θεσμοί έχουν αυτοτέλεια, ιδιαίτερα οι κατασταλτικοί.

Μάλιστα, όταν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μια αφερέγγυα δύναμη, οι μηχανισμοί αυτοί στεγανοποιούνται πλήρως και συγκεντρώνουν την πραγματική εξουσία. Η ιστορική εμπειρία είναι αψευδής μάρτυρας αυτής της αλήθειας. Παράλληλα, στο σύγχρονο αστικό κράτος έχει δημιουργηθεί ένα πλήθος «ημικρατικών» οργάνων (ανεξάρτητες αρχές, επιμελητήρια, επιτροπές της Βουλής ή των υπουργείων, όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, διαιτητικοί θεσμοί) που με την ευρύτερη έννοια εντάσσονται στο κράτος και διευρύνουν την εξουσία του. Τα συστημικά κόμματα που δεν ασκούν κυβερνητική εξουσία, συμμετέχοντας στη Βουλή, αλλά και ως εξωκοινοβουλευτικά, αποτελούν ενεργό παράγοντα της αστικής εξουσίας. Ιδιαίτερα, αν τα κυβερνητικά ηνία αναλάβει αφερέγγυα δύναμη, αναβαθμίζουν το ρόλο τους ως ομάδες πίεσης και υπονόμευσης της κυβέρνησης.

Τμήμα ισχυρό της εξωκρατικής εξουσίας αποτελεί ευρύτατο δίχτυ θεσμών, γεγονός που κύρια ώθησε τον Γκράμσι να διατυπώσει τη θεωρία του πολέμου θέσεων: Ιδιωτικά ΜΜΕ, Εκκλησία, συνδικαλιστική γραφειοκρατία, συνδικάτα, οργανώσεις, παντός είδους σύλλογοι, που τάσσονται υπέρ του συστήματος και του κράτους. Τα ιμπεριαλιστικά κράτη και οι διεθνείς ενώσεις, όπως η ΕΕ, παρεμβαίνουν συστηματικά και θεσμικά στα κράτη – μέλη τους, επηρεάζουν την πολιτική τους με θεσμούς δανεισμού, «συναπόφασης» ελέγχου και επιτροπείας όπως το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που επιβάλει διαρκή λιτότητα, ελέγχοντας τους προϋπολογισμούς με θεσμούς ελέγχου και επιτροπείας.

Τεράστια και άμεση επίδραση ασκούν στο κράτος τα διεθνή και εθνικά μονοπώλια. Η σχετική αυτοτέλεια του κράτους απ’ το κεφάλαιο έχει σαφώς μειωθεί, όσον αφορά την υπεράσπιση στοιχειωδών συμφερόντων των εργαζομένων απ’ τις απαιτήσεις των κεφαλαίων, όπως και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, απ’ την εντεινόμενη συγκεντροποίηση των μονοπωλίων. Παράλληλα, όλο και πιο έντονα παρεμβαίνουν στο κράτος τα όργανα των καπιταλιστών (όπως ο ΣΕΒ που τάχτηκε αναφανδόν υπέρ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), ενώ αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός ανώτατων στελεχών των μεγάλων επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν κυβερνητικά και κρατικά αξιώματα. Η μείωση της σχετικής αυτοτέλειας του κράτους συνδυάζεται με την αύξηση του επιτελικού λειτουργικού ρόλου του, ακόμη και στην οικονομία (ρύθμιση μισθών, εισφοροαπαλλαγές και φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, εξασφάλιση αγορών, δάνεια προνομιακά στο κεφάλαιο, ιδιωτικοποιήσεις κ.ά.). Είναι προφανές ότι όποιος θεωρεί ότι το ζήτημα της εξουσίας ισοδυναμεί με απλό κοινοβουλευτικό περίπατο πλανάται και αποπλανά…

Ο Μαρξ γράφοντας την Κριτική του προγράμματος της Γκότα άσκησε σκληρή κριτική στον Φ. Λασσάλ για τις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις του με τον Μπίσμαρκ, που αποσκοπούσαν στην αποδοχή του αστικού κράτους και του αστικού θεσμικού πλαισίου απ’ την εργατική τάξη. Η κριτική ισχύει και για τα σημερινά ανάλογα…

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 11.4.2015

DSCN0031.jpg

Μπανάσιος Απόστολος:

Ο απαράδεκτος διαχωρισμός λόγω επικινδυνότητας του καιρού μεταξύ ενός επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου και ενός πλοίου τύπου RORO έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, με άμεσους κινδύνους της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων αυτών των πλοίων.

Τα πρόσφατα κρούσματα στα πλοία "ΤΑΛΟΣ" και "ΠΕΛΑΓΙΤΗΣ" τύπου RORO έδειξαν σαφέστατα πως χρειάζεται άμεσα να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση η οποία δεν δίνει την δυνατότητα στις υπηρεσίες του ΥΝΑ και των τοπικών λιμεναρχείων στην λήψη της απόφασης για απαγόρευση του απόπλου του πλοίου λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και το αφήνει στην κρίση της εταιρείας και του Πλοιάρχου.

Η ΠΕΝΕΝ έχοντας πλήρη επίγνωση των γεγονότων λόγω και της πληρέστερης ενημέρωσης από τα μέλη της τα οποία απασχολούνται επαγγελματικά σε τέτοιου είδους πλοία διαπιστώνει πως οι μειώσεις των οργανικών συνθέσεων μέσω των Υπουργικών αποφάσεων από τις εκάστοτε κυβερνήσεις αγνόησαν επιδεικτικά τον παράγοντα άνθρωπο - ναυτεργάτη ωφελώντας οικονομικά τις εφοπλιστικές εταιρίες οι οποίες απαιτούσαν την μείωση των οργανικών συνθέσεων κυρίως όμως στον χώρο του καταστρώματος αφού απαλλάχθηκαν από 4-5 θέσεις εργασίας σε κάθε πλοίο.

Από την νέα ηγεσία του ΥΝΑ και κυρίως από τον αναπληρωτή Υπουργό κ. Θ. Δρίτσα ζητάμε να επανεξετάσουν το σοβαρό ζήτημα που αφορά τα δύο θέματα που αναφέραμε (απαγόρευση απόπλου, αύξηση των οργανικών συνθέσεων) για τα πλοία τύπου RORO αποκαθιστώντας την νομιμότητα και όχι τον διαχωρισμό στην ομαλή λειτουργία του πλοίου, σεβόμενοι κυρίως την ανθρώπινη ζωή και ακεραιότητα των Ναυτεργατών και παράλληλα η αποκατάσταση της οργανικής σύνθεσης που θα καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των πλοίων αυτών και η οποία δεν θα δημιουργεί συνθήκες υπερεργασίας και εντατικοποίησης.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015 00:00

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τη ρήξη;

----------1111111111111liosis.jpg

Του ΒΑΣΙΛΗ ΛΙΟΣΗ*

Μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ η συζήτηση για το προς τα πού το πάει το κυβερνόν κόμμα είναι υπαρκτή στους κόλπους της κομμουνιστικής αριστεράς αλλά και σε εκατομμύρια εργαζόμενους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, μπορεί να κάνει τη ρήξη; Το ερώτημα μοιάζει σαφές, αλλά γίνεται καταστροφικά ασαφές, αν δεν προσδιοριστεί η έννοια της ρήξης.  

Η ΡΗΞΗ (ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ)

Η ρήξη δεν είναι έννοια μονοσήμαντη, αλλά προσδιορίζεται κάθε φορά από το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο όπως και από το χρήστη (ή αλλιώς από το ταξικό πρόσημό της). Έτσι, κατά μία εκδοχή ως ρήξη μπορεί να εννοηθεί η αλλαγή του διαχειριστικού παραδείγματος στο πλαίσιο μιας αστικής λογικής. Εντούτοις στο πλαίσιο μιας επαναστατικής λογικής η ρήξη έχει άλλο νόημα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μερική ρήξη, αν αναφερόμασταν στην εφαρμογή ενός μεταβατικού προγράμματος (προθάλαμου μιας συνολικής κοινωνικής ανατροπής) ή για καθολική ρήξη στην περίπτωση της ίδιας της κοινωνικής επανάστασης. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να εξετάσουμε ποιες από τις εκδοχές πρεσβεύει που μόλις παραθέσαμε. Πριν, όμως, από αυτό είναι κομβικής σημασίας και αλληλένδετο με την απάντησή μας η εξέταση της φύσης του ΣΥΡΙΖΑ.  

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Είναι μάλλον κοινότοπο να πει κάποιος πως τα κόμματα εκπροσωπούν ταξικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα αυτά συχνά εκπροσωπούνται στρεβλά, άλλοτε πάλι ένα κόμμα αλλάζει στρατόπεδο και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ένα κόμμα να εκπροσωπεί ένα στρώμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πριν τα εκλογικά του άλματα εκπροσωπούσε κυρίως μια μικροαστική μάζα. Αυτό μπορεί να συναχθεί τόσο από την ταξική ανάλυση της ψήφου όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, όσο και από την πολιτική του διαδρομή (ευαισθησία σε ζητήματα αστικής δημοκρατίας, αλλά πλήρη αποδοχή του ευρωενωσιακού πλαισίου). Επιπλέον, το πρόγραμμά του δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για άλλα συμπεράσματα.

Όμως, το μικροαστικό στρώμα βρίσκεται ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις. Η ρευστότητά του, το ύψος του εισοδήματος του που παλινδρομεί, το γεγονός ότι ένα μέρος του αναγκάζεται να επιβιώσει και με ιδία δουλειά και με την κάρπωση υπεραξίας, όλα αυτά δε μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για τάξη που θα μπορούσε μάλιστα να παίξει έναν αυτόνομο ιστορικό ρόλο. Αργά ή γρήγορα το στρώμα ή μέρος αυτού και το κόμμα που το εκπροσωπεί θα πάρουν θέση. Ο Πουλαντζάς, αν και ευρωκομμουνιστής έκανε μια εύστοχη παρατήρηση λέγοντας πως «οι ενδιάμεσες τάξεις»  δε δύνανται να έχουν αυτοτελή κόμματα.

Σήμερα, η ταξική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, το πρόγραμμά του και η πρακτική του, δε δημιουργούν κάποια νέα πραγματικότητα. (Πώς μπορεί κανείς να συνάγει συμπέρασμα για την ταξική του σύνθεση; Με έμμεσο τρόπο. Η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι περιορισμένη). Δίπλα στα τρία κλασικά κριτήρια θα προσθέταμε κι ένα τέταρτο. Αυτό της στήριξης της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε ένα κόμμα. Κι εδώ έχουμε ένα γεγονός. Μία πλειάδα αστών δηλώνουν πλέον τη στήριξη της στη νέα κυβέρνηση.

Αν, λοιπόν, τα πράγματα είναι έτσι τότε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει καμία ριζοσπαστική στροφή και να πραγματοποιήσει την πολιτικοοικονομική τομή στην ελληνική κοινωνία. Μήπως, όμως, μπορεί να κάνει την τομή, έστω με όρους διαχειριστικούς;  

ΠΕΡΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι ακρωτηριασμένη αν έστω κι ακροθιγώς δε δοθεί απάντηση στο γιατί εφαρμόστηκε και εγκαταλείφθηκε το κεϋνσιανό μοντέλο. Όσον αφορά στο γιατί, η απάντηση βρίσκεται στην κρίση του 1929. Η ανάγκη να τονωθεί η ζήτηση, να δοθεί λύση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, να συγκεντρωθούν κεφάλαια που μόνο το κράτος (συλλογικός καπιταλιστής) μπορούσε να συλλέξει, να δημιουργηθεί ένα καθεστώς κοινωνικής συναίνεσης με το εργατικό κίνημα και να απαντηθεί το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν αυτά που καθιέρωσαν τις ιδέες του Κέυνς μεταπολεμικά. Η κρίση του 1973 σήμανε και τον επιθανάτιο ρόγχο του λεγόμενου κράτους πρόνοιας. Προεξάρχουσας της σχολής του Σικάγου, πρόβαλλε στο ιστορικό προσκήνιο το νέο διαχειριστικό μοντέλο: ο νεοφιλελευθερισμός. Η αιτία; Η πτώση του ποσοστού κέρδους. Η απάντηση; Αποκρατικοποιήσεις, επίθεση στα εργατικά εισοδήματα και στο εργατικό κίνημα, φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο και συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών.

Επομένως, ο νέος τρόπος διαχείρισης δεν ήταν το απότοκο της σκέψης διεστραμμένων μυαλών αλλά ανάγκη του κεφαλαίου να απαντήσει στην κρίση. Η ανάγκη αυτή δεν έχει εκλείψει.  

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΡΙΖΑ: ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟ ΛΑΚΤΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΕΟΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΥ;

Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια προβάλλουν όλο και περισσότερες φωνές που αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία. Δεν πρόκειται για διανοητές ή συλλογικότητες ενταγμένες στη μαρξική λογική, ούτε καν στη μαρξίζουσα, αλλά για δυνάμεις που επαγγέλλονται ένα μείγμα διαχείρισης. Ποιες είναι οι βασικές παράμετροι της πρότασής τους;

α) Ασκούν κριτική στον καζινοκαπιταλισμό. Με άλλα λόγια η κριτική τους στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι της κυκλοφορίας είναι χλιαρή ή απούσα (Στίγκλιτς, Τουρέν).

β) Προτρέπουν σε μια επανάληψη του «παλιού καλού κεϋνσιανισμού» με την επανεκκίνηση δημόσιων έργων (Κρούγκμαν, Τουρέν).

γ) Κάνουν γενικές επικλήσεις, σχεδόν με τη μορφή έκθεσης ιδεών για κοινωνική πρόνοια, εξάλειψη της φτώχιας  (Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη).

δ) Συμφωνούν με τη διατήρηση ή επαναφορά του «κράτους πρόνοιας» στην υγεία, παιδεία και τις κοινωνικές παροχές (Γκίντενς).

ε) Θεωρούν πως πρέπει να αμβλυνθούν μέχρι εξαφάνισης οι διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ των χωρών (Γκάλμπρεϊθ). Αυτό σημαίνει πως δε λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι απαράβατος νόμος στον καπιταλισμό.

Η παραπάνω δέσμη μέτρων δε συνιστά  μία αντιπρόταση στο νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι καν μία επανάληψη του παλιού κεϋνσιανισμού, αφού σε πολιτικό επίπεδο η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία είχε ακόμη αναφορές στο σοσιαλισμό, ενώ στο οικονομικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε ένα εκτεταμένο κύμα κρατικοποιήσεων με μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας να ανήκει στον κρατικό τομέα. Πρόκειται για νεοφιλελευθερισμό πασπαλισμένο με ψήγματα κεϋνσιανισμού. Σε μία έκφανση αυτής της «νέας» πρότασης σε πολιτικό επίπεδο, αναφύεται το μείγμα του σοσιαλφιλελευθερισμού στο οποίο  οι ιδέες του φιλελευθερισμού επιχειρείται να συμφιλιωθούν με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Να θυμίσουμε μόνο πως οι ιδέες του φιλελευθερισμού εξέφραζαν τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης την περίοδο της θνήσκουσας φεουδαρχίας με το περίφημο laissez faire. Αυτό το προτεινόμενο μείγμα διαχείρισης στοχεύει στην άρση των αντιφάσεων του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, αλλά και στην αποφυγή κοινωνικών εντάσεων. Άλλωστε όλα τα διαχειριστικά μοντέλα ποτέ δεν είναι «στεγνές» οικονομικές προτάσεις αλλά αποτελούν συνάμα ένα πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο.  

Η ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

[1] Σήμερα δεν υπάρχουν οι συνθήκες για να ζήσουμε μια επανάληψη του κεϋνσιανισμού.

[2] Το οικονομικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ απέχει πόρρω από το να χαρακτηριστεί ως κεϋνσιανό (π.χ. θα επανακρατικοποιηθεί ο ΟΤΕ;)

[3] Ακόμη κι αν υπήρχαν οι συνθήκες επανάληψης του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, οι κοινωνικές και οικονομικές δομές δε θα μεταβάλλονταν (αυτό από την άλλη δε σημαίνει με κανένα τρόπο και σε καμία περίπτωση πως σήμερα το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να παλεύει για μεταρρυθμίσεις βυθιζόμενο σε μία αριστερίστικη αφασία).

[4] Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δανείζεται από την ιδεολογική τράπεζα διανοητών που η σχέση τους με την επαναστατική κοσμοθεωρία είναι αδύναμη ή και ανύπαρκτη. Όταν η ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ αποκτά κάποια ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά τότε μετατρέπεται σε ένα ουτοπικό σχέδιο γιατί διακηρύσσει ότι θα αλλάξει την ΕΕ. Εν τέλει ενισχύει τα πάγια αστικά φληναφήματα ότι η ΕΟΚ/ΕΕ αποτέλεσε προϊόν ευγενών ιδεών τύπου Ζαν Μονέ αποκρύπτοντας ότι αποτέλεσε και εξακολουθεί να είναι δημιούργημα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

*  *  *  *

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην είναι μια απλή επανάληψη της προηγούμενης κυβέρνησης. Μπορεί να φιλοξενεί μια πανσπερμία ιδεών κάποιες από τις οποίες είναι κομμουνιστογενείς. Μπορεί να μην ταυτίζεται με τη «μεταμοντέρνα» σοσιαλδημοκρατία. Μπορεί μεγάλα τμήματα εργατικά και λαϊκά να τον στηρίζουν. Όμως σε κάθε περίπτωση η διασπορά αυταπατών σχετικά με τη φύση και το ρόλο του μόνο επιζήμια μπορεί να αποβεί για το κίνημα.

Πηγή: prin.gr

.jpg

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ TOY ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΑΦΑΖΑΝΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΓΟΡΑ» ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟ

ΕΡ: Η πρόταση με τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που συζητά η κυβέρνηση με τους θεσμούς σας βρίσκει σύμφωνο; Υπάρχουν ασάφειες σε ζητήματα όπως τα εργασιακά το ασφαλιστικό κ.α. που προεκλογικά αποτελούσαν κόκκινες γραμμές;

AΠ: Δεν είναι ώρα για προσωπικές απόψεις και τη διατύπωση δημόσιων κριτικών. Το βέβαιον είναι ότι οι περίφημοι «θεσμοί» και κυρίως το γερμανικό κατεστημένο, αντιμετωπίζουν με δογματική προκατάληψη την κυβέρνηση μας και περίπου ως μισο-αποικία τη χώρα μας. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο το τι λένε οι προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά το ότι λέγονται από μια κυβέρνηση που έχει ως κορμό δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που επιδιώκουν μια ανεξάρτητη και προοδευτική πορεία της χώρας. Αυτό ενοχλεί μέχρι υστερίας τη γερμανική και βαθιά συντηρητικο-νεοφιλελεύθερη Ευρώπη. Μια τέτοια Ευρώπη, όμως, και το γερμανοκατασκευασμένο νόμισμα της, αν συνεχίσουν την ίδια πορεία, δεν θα έχουν κανένα μέλλον. Αν η Ευρώπη δεν αλλάξει εκ βάθρων αντιμετωπίζει την παρακμή και τη διάλυση.  

ΕΡ: Πέρασαν δυο μήνες διαπραγματεύσεων, τα ταμεία έχουν «στραγγίξει». Με αυτά τα δεδομένα η κυβέρνηση πρέπει να συμβιβαστεί βάζοντας τέλος στην ασφυξία ή πρέπει να προχωρήσει στη ρήξη;

ΑΠ: Η κυβέρνηση μας αυτό που πρέπει και οφείλει να κάνει είναι να προχωρήσει με πολύ ταχύτερους ρυθμούς στη συνεπή και σταθερή υλοποίηση των ριζοσπαστικών προγραμματικών δηλώσεων της. Καμία συμφωνία με τους λεγόμενους «θεσμούς» και κανένας «συμβιβασμός» δεν μπορεί και δεν πρέπει να ακυρώσει, να αλλοιώσει ή να βάλει στο «ψυγείο» τις πιο ριζοσπαστικές μας δεσμεύσεις. Η κυβέρνηση μας ή θα είναι μια κυβέρνηση των μεγάλων τομών και προοδευτικών ανατροπών ή δεν θα έχει μέλλον. Εμείς στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αγωνιστήκαμε επί δεκαετίες στην Αριστερά και τους κοινωνικούς αγώνες για να ξεχάσουμε τις αρχές και τις αξίες μας χάρη κάποιων άχαρων και εφήμερων κυβερνητικών θώκων ή για να «χωνευθούμε» κλεισμένοι και περιχαρακωμένοι μέσα στην κρατική γραφειοκρατία και συντήρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να εφαρμόσει το πρόγραμμα του επιμένοντας αν χρειαστεί, μέχρι τέλους σε όλες τις δυνατές εναλλακτικές λύσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει την κακή τύχη, που είχαν άλλα ριζοσπαστικά κόμματα, που μεταλλάχθηκαν μέσα στη νομή της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται και θα προχωρήσει σε ένα δεύτερο κύμα ριζοσπαστικοποίησης του.

EΡ: Ο κ. Σαμαράς κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι δεν μπορεί να περάσει μια συμβιβαστική συμφωνία με τους εταίρους και πιστωτές λόγω των εσωκομματικών αντιδράσεων. Υπάρχει ενδοκομματικό και ενδοκυβερνητικό θέμα αν υποχωρήσει η κυβέρνηση;

ΑΠ: Η κυβέρνηση δεν πρέπει και δεν θα ενδώσει στις νεοφιλελεύθερες σειρήνες και στους κράχτες που επιθυμούν τη μετάλλαξη της. Οι αγκαλιές του κατεστημένου, της ολιγαρχίας του πλούτου και των δυνάμεων της διαπλοκής δεν είναι καθόλου αναπαυτικές αλλά πνιγηρές και δηλητηριώδεις. Η κυβέρνηση μας θα πρέπει να έχει ως αμετάθετο στόχο τη ριζική αλλαγή του συστήματος και ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό πρότυπο ανάπτυξης που θα είναι ταυτόχρονα αποδοτικό και δίκαιο και θα έχει ως προοπτική ένα σύγχρονο και βιώσιμο σοσιαλισμό. Η κυβέρνηση μας δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τις δεσμεύσεις της εξαιτίας άθλιων εκβιασμών και παραπλανητικών  διλημμάτων, όχι για λόγους ενδοκομματικής πίεσης αλλά γιατί μια τέτοια υποχώρηση θα αντιπροσώπευε ένα πραγματικό «βατερλώ» για την ίδια και κυρίως για τον τόπο μας. Διανύουμε, ίσως, την τελευταία ευκαιρία και δεν υπάρχει περιθώριο να την αφήσουμε να χαθεί.

EΡ: Αν δεν υπάρξει «έντιμος συμβιβασμός» προσφυγή στο λαό; Με εκλογές η δημοψήφισμα;

AΠ: Προσφυγή στο λαό με εκλογές έγινε πρόσφατα και ο ελληνικός λαός μας έδωσε σαφή εντολή ριζοσπαστικής ανατροπής. Προσφυγή στο λαό γίνεται, επίσης, με ποικίλους άλλους τρόπους καθημερινά και κυρίως με την επαφή μας με τα λαϊκά στρώματα και αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι διευρύνεται συνεχώς  η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία η οποία μας ζητά να πάμε ριζοσπαστικά και μπροστά, ανυποχώρητοι στο πρόγραμμα μας και να μην οπισθοχωρήσουμε και αναδιπλωθούμε.

EΡ: Τα ανοίγματα για δανεισμό από το Ιράν ή την Κίνα αλλά και η ενεργειακή προσέγγιση με τη Μόσχα βρίσκονται σε αντίθεση με τις επιλογές των Ευρωπαίων αλλά και υπερατλαντικών συμμάχων. Είναι κινήσεις διαπραγματευτικής πίεσης ή πολιτική επιλογή;

ΑΠ: Το ταξίδι μου στη Μόσχα πιστεύω ότι μπορεί να ανοίξει ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο όχι μόνο στις ενεργειακές αλλά και στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία, πράγμα που θα αλλάξει την εικόνα στην περιοχή μας και την Ευρώπη. Αυτό το νέο κεφάλαιο στις ελληνορωσικές σχέσεις είναι δυνατόν να κατοχυρωθεί και να επισφραγιστεί με τη συνάντηση Τσίπρα – Πούτιν στη Μόσχα στις  8 Απριλίου. Η διεύρυνση των διεθνών ερεισμάτων της χώρας και η πολυεπίπεδη ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική με βάση το εθνικό μας συμφέρον συνιστά αδιαπραγμάτευτη πολιτική επιλογή της κυβέρνησης μας και όχι σημαία ευκαιρίας.

EΡ: Προεκλογικά ξεκαθαρίζατε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν κόκκινη γραμμή. Τώρα η κυβέρνηση ανοίγει τη συζήτηση για 14 αεροδρόμια, τα λιμάνια παρόχους ενέργειας μέχρι και το Ελληνικό. Αυτό δεν συνιστά υπαναχώρηση;

ΑΠ: Ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών επιχειρήσεων και ακινήτων «φιλέτων», δεν πρόκειται να γίνουν και σας διαβεβαιώ γι αυτό. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα υπό εκποίηση και υπό παράδοση.

ΕΡ: Πως σχολιάζετε το άρθρο του Γιάννη Πανούση στα ΝΕΑ;

AΠ: Δεν συνηθίζω να σχολιάζω δηλώσεις ή αρθρογραφία συναδέλφων μου. Μερικές φορές, μάλιστα, η σιωπή είναι το προτιμότερο σχόλιο.

ΕΡ: Είχατε δεσμευθεί για μειώσεις τιμολογίων της ΔΕΗ. Πότε θα υλοποιηθεί χρονικά αυτή σας η δέσμευση;  

ΑΠ: Όπως θα γνωρίζετε έσπευσα από την πρώτη στιγμή να ακυρώσω τις αυξήσεις στα ηλεκτρικά τιμολόγια που επέβαλε η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Αυτήν την ώρα εγκαθίσταται στη ΔΕΗ η νέα διοίκηση της, την οποία επέλεξε η κυβέρνηση μας και σε συνεργασία μαζί της  θα εκπονήσουμε γρήγορα ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που ως έναν από τους πιο βασικούς στόχους του θα έχει της σταδιακή μείωση των υπέρογκων τιμολογίων στο ηλεκτρικό ρεύμα, στα οποία ενσωματώνονται ποικίλες χρεώσεις.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

Σελίδα 4353 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή