Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
UNICEF Αύξηση της παιδικής φτώχειας σε πρωτόγνωρα επίπεδα στα χρόνια της πανδημίας

Σχετική έκθεση για τον παγκόσμιο πληθυσμό δημοσιοποιήθηκε στις αρχές Δεκέμβρη
Σε πρωτόγνωρα επίπεδα εκτινάσσονται τα στοιχεία για την παιδική φτώχεια και την αδυναμία πρόσβασης παιδιών σε βασικά αγαθά.
Στις αρχές Δεκέμβρη η UNICEF δημοσιοποίησε σχετική έκθεσή της με τίτλο «Αποτρέποντας μια χαμένη δεκαετία: Επείγουσα δράση για να αντιστραφεί ο καταστροφικός αντίκτυπος της COVID-19 σε παιδιά και νέους». Σε αυτήν επισημαίνει διάφορους τρόπους με τους οποίους η COVID-19 εμποδίζει την πρόοδο στην αντιμετώπιση βασικών προκλήσεων που έχουν να κάνουν με τα παιδιά, όπως η φτώχεια, η υγεία, η πρόσβαση στην Εκπαίδευση, η διατροφή, η παιδική προστασία και η ψυχική ευημερία. Η έκθεση επίσης προειδοποιεί ότι σχεδόν δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας ο εκτεταμένος αντίκτυπος της COVID-19 συνεχίζει να βαθαίνει, αυξάνοντας τη φτώχεια, την ανισότητα και απειλώντας τα δικαιώματα των παιδιών σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί προηγουμένως.
Οπως ειπώθηκε στην παρουσίαση της έκθεσης, «ενώ ο αριθμός των παιδιών που πεινούν, δεν πηγαίνουν σχολείο, κακοποιούνται, ζουν στη φτώχεια ή εξαναγκάζονται να παντρευτούν αυξάνεται, ο αριθμός των παιδιών με πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, εμβόλια, επαρκές φαγητό και βασικές υπηρεσίες μειώνεται». Με άλλα λόγια, η διαχείριση της πανδημίας από τα καπιταλιστικά κράτη βάθυνε τις ταξικές ανισότητες, πλήττοντας ακόμα περισσότερο τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες.
Βάσει της έκθεσης υπολογίζεται ότι 100 εκατομμύρια επιπλέον παιδιά ζουν σήμερα σε συνθήκες πολυδιάστατης φτώχειας λόγω της πανδημίας, μια αύξηση της τάξης του 10% από το 2019. Περίπου 60 εκατομμύρια περισσότερα παιδιά ζουν πλέον σε φτωχά νοικοκυριά σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία, και επιπλέον η UNICEF εκτιμά ότι για να επιστρέψουμε στα επίπεδα παιδικής φτώχειας προ της πανδημίας θα χρειαστούν 7 έως 8 χρόνια.
Επιπροσθέτως, το 2020 πάνω από 23 εκατομμύρια παιδιά δεν είχαν πρόσβαση σε απαραίτητα εμβόλια - αύξηση σχεδόν 4 εκατομμυρίων από το 2019 και ο υψηλότερος αριθμός που σημειώθηκε τα τελευταία 11 χρόνια.
Ακόμα και πριν από την πανδημία, περίπου 1 δισεκατομμύριο παιδιά σε όλο τον κόσμο δεν είχαν πρόσβαση σε τουλάχιστον ένα από τα βασικά αγαθά και υπηρεσίες: Εκπαίδευση, Υγεία, στέγαση, διατροφή, υπηρεσίες υγιεινής, νερό. Αυτός ο αριθμός τώρα αυξάνεται, όπως και οι διαφορές μεταξύ πλούσιων και φτωχών παιδιών, με τα πιο περιθωριοποιημένα και ευάλωτα άτομα να πλήττονται περισσότερο.
Ανάμεσα στα στοιχεία που σημειώνει η έκθεση σταχυολογούμε:
- Στο αποκορύφωμα της πανδημίας πάνω από 1,5 δισ. μαθητές έμειναν εκτός σχολείου λόγω διακοπής λειτουργίας των εκπαιδευτικών μονάδων στη χώρα τους. Τα σχολεία έκλεισαν σε όλο τον κόσμο για σχεδόν 80% της ακαδημαϊκής περιόδου κατά το πρώτο έτος της πανδημίας.
- Για παραπάνω από το 13% των εφήβων ηλικίας 10 - 19 ετών παγκοσμίως, η πανδημία επηρέασε σημαντικά την ψυχική τους υγεία. Μέχρι τον Οκτώβρη του 2020 η πανδημία διατάραξε ή κλόνισε σημαντικά την παροχή υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στο 93% των χωρών παγκοσμίως.
- Η παιδική εργασία επίσης έχει ενταθεί και πλέον αφορά 160 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως - αύξηση 8,4 εκατομμυρίων τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Επιπλέον, 9 εκατομμύρια παιδιά κινδυνεύουν να ωθηθούν στην παιδική εργασία μέχρι το τέλος του 2022, ως αποτέλεσμα αύξησης της φτώχειας που προκλήθηκε από την πανδημία, ενώ για τους ίδιους λόγους εκτιμάται ότι θα αυξηθούν και οι γάμοι παιδιών.
- 50 εκατομμύρια παιδιά υποφέρουν από παιδική καχεξία ή ατροφία, την πιο απειλητική για τη ζωή μορφή υποσιτισμού. Ο αριθμός αυτός ενδέχεται να αυξηθεί κατά 9 εκατομμύρια έως το 2022, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στη διατροφή των παιδιών, στις υπηρεσίες διατροφής και στις πρακτικές σίτισης.
Πέρα από την πανδημία, η έκθεση προειδοποιεί και για περαιτέρω προκλήσεις που απειλούν τα δικαιώματα των παιδιών, ξεχωρίζοντας τις πολεμικές συγκρούσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο, 426 εκατομμύρια παιδιά - σχεδόν 1 στα 5 - ζουν σε ζώνες πολεμικών συρράξεων, που γίνονται όλο και πιο έντονες και έχουν βαρύτερες επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό, επηρεάζοντας τα παιδιά με δυσανάλογο τρόπο. Οι γυναίκες και τα κορίτσια διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με συγκρούσεις.
Για την αντιμετώπιση όλων αυτών, βέβαια, η UNICEF και όλοι οι αντίστοιχοι οργανισμοί κλείνουν τα μάτια στην κύρια αιτία, που είναι ακριβώς ότι ο καπιταλισμός διαχειρίζεται την πανδημία αντιμετωπίζοντας τις ανθρώπινες ανάγκες ως κόστος. Ως εκ τούτου, οι συστάσεις της UNICEF καταλήγουν σε ευχολόγια για επενδύσεις στην κοινωνική προστασία, διασφάλιση ποιοτικής εκπαίδευσης, προστασίας και καλής ψυχικής υγείας για κάθε παιδί, ανάπτυξη καλύτερων τρόπων πρόληψης, αντιμετώπισης και προστασίας των παιδιών από κρίσεις...
Η εικόνα στη χώρα μας
Σύμφωνα με τους δείκτες που καταμετρά η Unicef σχετικά με τη φτώχεια και τους αποκλεισμούς στις παιδικές ηλικίες, το πρόβλημα είναι έντονο και στη χώρα μας και μάλιστα ανεξάρτητα από την πανδημία.
Ετσι, με βάση σχετική έκθεση του Γραφείου της Unicef στην Ελλάδα, που παρουσιάστηκε πρόσφατα στη Βουλή, το ποσοστό των παιδιών στη χώρα μας που κινδυνεύουν από τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό βρίσκεται στο 30,5%, αφορά πάνω από μισό εκατομμύριο παιδιά και είναι ένα από τα τρία υψηλότερα ποσοστά χωρών της ΕΕ (το μέσο ποσοστό στην ΕΕ είναι 25,5%).
Η φτώχεια των εργαζομένων είναι υψηλότερη στα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά, σε σχέση με τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά. Εντονότερα αντιμέτωποι με τη φτώχεια είναι οι Ρομά, οι αλλοδαποί υπήκοοι που διαμένουν στην Ελλάδα και επίσης τα μονογονεϊκά νοικοκυριά.
«Η ελλιπής παροχή κοινωνικών υπηρεσιών επιδεινώνει την ευαλωτότητα των παιδιών», σημειώνει η Unicef, επισημαίνοντας ότι κινδυνεύουν περισσότερο τα παιδιά των μεταναστών, τα παιδιά Ρομά, τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα, προσωρινά καταλύματα ή στους δρόμους, «παιδιά που συχνά παραμένουν αόρατα στις εθνικές αξιολογήσεις της φτώχειας», όπως λέει.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω είναι η περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας, τα αυξημένα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας, τα προβλήματα ψυχικής υγείας, η μεγάλη ανεργία των νέων και οι αποκλεισμοί από την Εκπαίδευση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Unicef, η Ελλάδα έχει τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής και εφηβικής (2 - 14 ετών) παχυσαρκίας (37%) στην Ευρώπη. «Η αγοραστική δύναμη και πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας θρεπτικά τρόφιμα για τις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα παραμένει πρόκληση για πολλούς», σημειώνει χαρακτηριστικά, αφού τα ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών είναι περίπου δύο φορές μεγαλύτερα σε οικογένειες με χαμηλότερο εισόδημα σε σύγκριση με εκείνες που έχουν υψηλότερο εισόδημα.
Αντίστοιχα για την ψυχική υγεία σημειώνει ότι σε όλη την Ευρώπη, ένας στους πέντε εφήβους αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και μόνο το ένα τρίτο αυτών που έχουν ανάγκη λαμβάνουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας. «Υπάρχουν σημαντικά κενά στην κάλυψη και την ποιοτική παροχή υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας για παιδιά και εφήβους, με σημαντικές ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό και υπηρεσίες, ιδιαίτερα ορατές σε απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα περιοχές», προσθέτει για τη χώρα μας.
Αναφορικά με την ανεργία η Unicef εντοπίζει ότι το 2019 το ποσοστό ανεργίας στους νέους 15 - 24 ετών στην Ελλάδα ήταν 35,2%, υπερδιπλάσιο δηλαδή του μέσου όρου της ΕΕ (15,1%) και αφορούσε 387.000 νέους. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα κατέχει την προτελευταία θέση μεταξύ των κρατών - μελών της ΕΕ στο ποσοστό των νέων (15-29) εκτός Εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (NEETs), επηρεάζοντας 295.000 νέους κάθε χρόνο.
Αναφορικά με την Εκπαίδευση, σημειώνεται ότι «ως ποσοστό του ΑΕΠ ή με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα, η Ελλάδα εμφανίζει σημαντικά χαμηλές δαπάνες για την Εκπαίδευση των παιδιών, με μια αλληλουχία αρνητικών επιπτώσεων στα παιδιά». Το 2020 οι συνολικές κρατικές δαπάνες για την Εκπαίδευση ήταν 3,9% του ΑΕΠ (μέσος όρος ΕΕ 4,6%) και από αυτές, το 1/3 ήταν οι ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών κυρίως για φροντιστήρια.
Σημειώνεται ότι η πρόσβαση στην Εκπαίδευση δεν είναι πάντα για όλους εξασφαλισμένη. Χαρακτηριστικά, η πρόσβαση των παιδιών προσφύγων και μεταναστών είναι μόλις στο 42% και αντίστοιχα των παιδιών Ρομά στο 57%. Προσθέτοντας σε αυτές τις κατηγορίες και παιδιά με αναπηρίες που δεν φοιτούν στο σύνολό τους τακτικά στα σχολεία, σημειώνει ότι «συχνά τα παιδιά αυτά γίνονται αόρατα, παρά τις ισχύουσες θεσμικές προβλέψεις για τη διασφάλιση της φυσικής τους πρόσβασης».
Ενώ ειδικά για την Προσχολική Αγωγή προσθέτει ότι προβλήματα «πρόσβασης στους παιδικούς σταθμούς παραμένουν ακόμα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για τη δημιουργία περισσότερων χώρων» και ποιοτικών υπηρεσιών για παιδιά κάτω των 4 ετών, καθώς και παιδιά από ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»)
πηγη: 902.gr
Eurostat: Πόσους νεκρούς από τροχαία μετρά ετησίως η Ελλάδα - Δείτε το Ιnfographic

Eurostat: Οι χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από τροχαία δυστυχήματα και η θέση της Ελλάδας στο Ιnfographic του Newsbomb.gr
Τραγικός είναι ο απολογισμός από τροχαία δυστυχήματα ανά εκατομμύριο κατοίκους στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να βρίσκεται πάνω απο τον πανευρωπαϊκό μέσο όρο τον 52 θανάτων ανά εκατομμύριο που καταγράφηκαν το 2019 στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.
Σε επίπεδο περιφερειών, οι περισσότεροι θάνατοι από τροχαία καταγράφηκαν στην επαρχία του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο (171 ανά εκατομμύριο κατοίκων), στις νήσους Μαδέρα (165) και την περιφέρεια του Αλεντέζου στην Πορτογαλία (156).
Οι λιγότεροι θάνατοι από δυστυχήματα ανά εκατομμύριο κατοίκους την ίδια περίοδο καταγράφηκαν στην Βιέννη στην Αυστρία (6), στην Στοκχόλμη στη Σουηδία (9) και στο Βερολίνο στη Γερμανία (11).
Τα στοιχεία για την Ελλάδα
Ειδικότερα, στην Ελλάδα το 2019 τα περισσότερα δυστυχήματα από τροχαία καταγράφηκαν σύμφωνα με τη Eurostat στην περιφέρεια του Νότιου Αιγαίου (113 ανά εκατομμύριο κατοίκων) και στην Πελοπόννησο (106).
Ακολουθούν η Δυτική Ελλάδα, η Στερεά Ελλάδα, η Κρήτη, η Δυτική Μακεδονία, η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η Κεντρική Μακεδονία , η Θεσσαλία και η Αττική. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το Βόρειο Αιγαίο και για τα νησιά του Ιουνίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο αριθμός των θανάτων από δυστυχήματα στην ΕΕ μειώθηκε κατά 32% μεταξύ του 2009 και του 2019.
Η μεγαλύτερη μείωση πανευρωπαϊκά καταγράφηκε στην πόλη της Μελίγια (υπερπόντια περιοχή της Ισπανίας στη βόρεια Αφρική) όπου υπήρξε 100% μείωση.
Ανω του 60% μείωση καταγράφηκε ακόμα στη Στερεά Ελλάδα και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, καθώς και στη Βιέννη στην Αυστρία, την περιφέρεια της Δυτικής Σουηδίας και το Λουξεμβούργο.
Ωστόσο σε 19 περιφέρειες σε όλη την ΕΕ σημειώθηκε αύξηση των θανάτων σε οδικά δυστυχήματα την ίδια περίοδο.
πηγη; newsbomb.gr
Φωταγωγημένη μελαγχολία

του Θανάση Σκαμνάκη
Δεν λέω πως οι γιορτές δεν έχουν λάμψη. Εσωτερική πρωτίστως. Δεν λέω πως δεν μας βοηθάνε να βρούμε μια διάθεση παιδική, εύκολη, χωρίς κόμπους και ασφυξίες. Δεν λέω πως δεν μας φέρνουν κοντά και προκαλούν μια πρόσθετη τρυφερότητα. Ούτε θα ισχυριστώ πως δέντρα, μπαλίτσες, αγιοβασίληδες δεν μετατρέπουν το τοπίο σε κάτι που επιχειρεί μια μαγική υπέρβαση. Το αντίθετο.
Προσωπικά μου προκαλούσαν και μου προκαλούν ενθουσιασμό. Σχεδόν ακράτητο. Σα να βλέπω να γίνεται η ζωή όπως θα ήθελα, ίσως και όπως θα έπρεπε να είναι. Γιατί όχι; Μια χαρούμενη γιορτή της πραγματικότητας. Σα να είναι ο σοσιαλισμός που υπερασπίζομαι, κάτι σαν Χριστούγεννα με διάρκεια – και προφανώς χωρίς θεούς, χριστούς και μητροπολίτες.
Ξέρω, είναι μαζί κι όλα εκείνα τα θλιμμένα που συνυπάρχουν με το πανηγυρικό κλίμα, τα οποία μάλιστα ακριβώς γιατί είναι πανηγυρικό επιτείνει, η μοναξιά, η απουσία, η αρρώστια…
Οι μόνιμες αντιθέσεις!
Όλα μαζί αυτά είναι τα πάγια, τα σχεδόν συνηθισμένα. Όσο κι αν μερικά δεν συνηθίζονται.
Φέτος όμως υπάρχουν πολλά ακόμη. Κι έτσι, μαζί με το πνεύμα των γιορτών είναι και το πνεύμα μιας διαθλώμενης λύπης που μας καταβάλλει.
Με τη συνήθεια που έχουμε οι άνθρωποι να ξεπερνάμε ό,τι δεν μας αφορά προσωπικά, μπορεί να καταφέρναμε ίσως να υπερβούμε τους πάνω από 20.000 νεκρούς του ιού. Και τους νοσηλευόμενους και τους διασωληνωμένους. Να αφήναμε στους συγγενείς την αγωνία και τη θλίψη.
Όμως εγκαθιστούν ένα πικρό αίσθημα που δεν το ξέρεις, δε το μετράς, αλλά εγκαθίσταται στο βάθος και δεν μπορείς ποτέ να πεις τι ακριβώς είναι. Και επί πλέον υπάρχει αυτή η διάχυτη δυσπραγία. Οικονομική, κοινωνική, πολιτική.
Τα άδεια μαγαζιά, οι σχεδόν μόνοι μαγαζάτορες, οι πλατείες χωρίς ανθρώπους, οι πολλαπλές απαγορεύσεις, οι ανοησίες κυβερνητικών και συμπαρομαρτούντων, αντιεμβολιαστών και άλλων, η ευφορία των αριθμών και η πτώχευση των ανθρώπων, οι επαγγελίες που δεν ξέρουν πως να επαναληφθούν…
Όλα αυτά επιτείνουν τη μοναξιά και την απόσταση.
Και σαν αντιπερισπασμό, σα να μην θέλουμε να υποκύψουμε, εμείς ανάβουμε φωτάκια. Σαν να προσθέτουμε σε λαμπιόνια όσα αφαιρούμε σε συναναστροφή ανθρώπων και σε ικανοποιήσεις. Δε θυμάμαι ποτέ ως τώρα τόσες πολλές φωταψίες. Να ξορκίζουν το σκοτάδι και το κακό. Παράθυρα, μπαλκόνια, διάδρομοι και διαδρομές φωτισμένα άπλετα, για να υποδέχονται μια μοναξιά ανθρώπων που βαδίζει με μάσκες και κατεβασμένα βλέμματα. Ένας συναγωνισμός φωτισμού
Με κάποιο τρόπο να διεκδικήσουμε το αίτημα μας για χαρά.
Επίσης, δήμοι και κοινότητες καταβάλλουν μια μεγάλη προσπάθεια, αφού τους λείπουν οι γιορτές, να βρουν λίγη λάμψη σε τεχνητούς φωτισμούς. Συμμεριζόμενοι την μελαγχολική διάθεση.
Μονάχα κάτι Μαρίες Αντουανέττες του καιρού μας, καθώς οι ιθαγενείς δεν έχουν ψωμί και διάθεση, προτείνουν και μας προσφέρουν, νομίζουν, να καταναλώσουμε παντεσπάνι, εν είδει ακριβού θεάματος. Και μας χλευάζουν γιατί δεν καταλαβαίνουμε πως οι βελούδινες πολυτέλειές τους και τα ασύδοτα έξοδά τους είναι για το χατίρι μας, αντίδοτο στη μιζέρια, όπως κάνει ο κληρονόμος Μητσοτάκης του δήμου Αθηναίων.
Και μ’ όλα αυτά, και με τα δύσκολα και με το εύκολα, εμείς ανταλλάσσουμε και πάλι ευχές μεταξύ μας. Τις έχουμε βέβαια περικόψει σε ένα πιο «ρεαλιστικό» μέγεθος: να είναι ο επόμενος χρόνιος καλύτερος.
Αλλά δεν θα μας σταματήσουν να διεκδικούμε και να ευχόμαστε μια ολόκληρη ευτυχία!
πηγη: kommon.gr
Υπεραξίες θανάτου

Excess mortality. Υπερβάλλουσα θνησιμότητα. Αυτό είναι το πιο χοτ στατιστικό τρεντ (πολλά γκρίκλις μαζί, ε;) που επέβαλε η πανδημία στην καθημερινότητά μας. Αν και κανείς δεν μπορεί να πει με σαφήνεια ποιο ακριβώς μέτρο θνησιμότητας είναι «κανονικό» ή «φυσιολογικό», η Eurostat, η ΕΛΣΤΑΤ και όλες οι στατιστικές υπηρεσίες στις «πολιτισμένες» κοινωνίες και αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου μετρούν με ζήλο και με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις υπεραξίες θανάτου που αποδίδει η ίδια η ασθένεια. Ή η αδυναμία των συστημάτων υγείας και η εγκληματική αδιαφορία των κυβερνήσεων να αποτρέψουν την ακραία συνέπεια της Covid-19. Η στατιστική δεν διαχωρίζει το αιτιακό βάρος κάθε συνιστώσας στην παραγωγικότητα του θανάτου. Δεν θέλει ή δεν μπορεί. Απλώς καταγράφει.
Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Από τα προϊστορικά χρόνια και τα πρώτα έθιμα περί τη γέννηση και τον θάνατο, την τεκνοθεσία και την ταφή, οι μικρές ανθρώπινες κοινότητες αντιμετώπιζαν τη ζωή σαν ένα τέρμιναλ ακατάπαυστων αφίξεων και αναχωρήσεων, που το ισοζύγιό του παραμένει για χιλιετίες πλεονασματικό υπέρ των πρώτων, παρά τα αιματηρά διαλείμματα επιδημιών, γενοκτονιών, πολέμων που απάλλασσαν τις κοινωνίες και τους κυριάρχους τους από πλεονάζον ανθρώπινο φορτίο.
Ο παρεξηγημένος και παρερμηνευμένος Μάλθους προσπάθησε να εξηγήσει το παράδοξο της «υπερβάλλουσας ανθρωπότητας» στις συνθήκες του πρωτόγονου βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ακατέργαστη ουτοπία του άνοιξε ένα παράθυρο ρεαλισμού στη δυστοπία του μέλλοντός -ή του παρόντος μας;- στην οποία ο ανθρώπινος πληθυσμός φτάνει σε ένα όριο που οι γήινοι πόροι δεν φτάνουν για να τον συντηρήσουν πια. Δύσκολα θα μπορούσε να φέρει κανείς αντίρρηση σήμερα σ’ αυτό. Ακόμη και οι υπεράνω μαλθουσιανικού στίγματος οπαδοί της αποανάπτυξης, οι τεχνοπολιτικοί της πράσινης μετάβασης ή οι πολιτικές του ενός τέκνου που για δεκαετίες επιβάλλονταν στην Κίνα ελάχιστα απέχουν από τον πυρήνα της ανάλυσης του καημένου Ρόμπερτ Τόμας Μάλθους.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι ταξικά ιεραρχημένες κοινωνίες αντιλήφθηκαν ότι ο πλούτος κάθε έθνους είναι ο πληθυσμός του- δηλαδή το παραγωγικό δυναμικό του-, η ανάγκη να μετριέται κι αυτός με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, δίπλα στους όγκους των σιτηρών, των ορυκτών, των μεταλλευμάτων, των πρώτων υλών, των βιομηχανικών αγαθών, των εισαγωγών, των εξαγωγών ή του χρήματος, κατέστησε τα ληξιαρχεία το ίδιο απαραίτητα με τα δημόσια θησαυροφυλάκια, τα γενικά λογιστήρια του κράτους και τα λογιστήρια των επιχειρήσεων. Το μεγάλο βιβλίο του κόσμου, όπου ο ληξίαρχος σημειώνει αφίξεις και αναχωρήσεις, γεννήσεις και θανάτους, είναι το βιβλίο εσόδων- εξόδων της αστικής βιοπολιτικής.
Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα της πανδημίας που μετρούν οι ευρωπαϊκές στατιστικές εκπέμπει κάτι καθησυχαστικό και κάτι ανησυχητικό ταυτόχρονα. Γιατί υπάρχει μια ανατριχιαστική αναλογία ανάμεσα στο επίπεδο ανάπτυξης και πλούτου κάθε χώρας με τις «υπεραξίες θανάτων» που αποδίδει. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα ήταν από 2% έως 10% για τις σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία ή τη Γερμανία, 25% για την Ελλάδα, 50% για τις βαλτικές χώρες, 75% για τη Βουλγαρία και 110% για τη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης, τη Ρουμανία. Ναι, ναι, βέβαια, παίζουν ρόλο και τα εμβόλια και η κατάσταση των συστημάτων υγείας, αλλά το βασικό μήνυμα που εκπέμπει το πλεόνασμα θανάτων είναι ότι τελικά μάλλον φταίνε οι ίδιοι οι λαοί για τη φτώχεια τους, την καθυστέρησή τους και την υπερβολική έκθεσή τους στους εκτός «κανονικότητας» θανάτους. Εμμέσως, η ψυχρή στατιστική αφήνει το άθλιο υπονοούμενο ότι κάποιοι πληθυσμοί μάλλον το αξίζουν αυτό το θανατικό. Κι αν η στατιστική απλώς το υπονοεί, ο ασεβής Μωυσής το λέει σχεδόν κυριολεκτικά: οι ανεμβολίαστοι είναι άξιοι της τύχης τους. Και η ελληνική υπερβάλλουσα θνησιμότητα είναι το δίκαιο αντίτιμο της ελευθερίας των υπολοίπων να λουστούμε ανέμελα στο φως των εκατομμυρίων χριστουγεννιάτικων λαμπιονιών. Να ψωνίσουμε, να φάμε, να πιούμε να αυξήσουμε τους τζίρους, να συντηρήσουμε το τέμπο της ανάπτυξης, να κάνουμε την Ελλάδα παγκόσμιο επενδυτικό χαμπ, να αξιοποιήσουμε τα 70 δισ. του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, να πρασινίσουμε και να ψηφιοποιηθούμε μέχρι εξαϋλώσεως και εντέλει να χεστούμε στο τάλιρο. Στο κάτω κάτω δεν είμαστε και Ρουμανία…
Η καθημερινή τελετουργία της ανακοίνωσης των αριθμών της πανδημίας, η καταγραφή του «πλεονάσματος θανάτων» που παράγει η Covid-19, έχει κι αυτή την αναπόφευκτη λειτουργία. Αν ο πρώτος θάνατος από κορονοϊό πριν περίπου 20 μήνες αναγγέλθηκε με πανικό και δέος, δίνοντας στον πρώτο νεκρό και τους λίγους που ακολούθησαν τον ελάχιστο σεβασμό που δικαιούνταν, ένα δίκαιο ξόδι για τις «αχρείαστες απώλειες» που θα ’λεγε κι ο κυνικός Μωυσής, οι σχεδόν 20.000 που ακολούθησαν μετατράπηκαν σε στατιστική.
Η τρομακτική εξοικείωσή μας με την «υπερβάλλουσα θνησιμότητα», που συνοδεύεται από υπογραμμίσεις για τη μεγάλη ηλικία ή την ιδιοτροπία των αδικοχαμένων να μένουν ανεμβολίαστοι, «καταλαμβάνοντας για εβδομάδες τα κρεβάτια των ΜΕΘ», καταλήγει σ’ έναν απάνθρωπο συμβιβασμό μας με μια υπόρρητη πολιτική «υπερβάλλουσας βιωσιμότητας»: κάποιοι περισσεύουν λόγω επιλογών, ηλικίας, πετριάς, πνευματικής υστέρησης, έλλειψης παραγωγικότητας, χαμηλών δεξιοτήτων, αδυναμίας να προσαρμοστούν στον γενναίο νέο κόσμο. Και κάποιοι αποφασίζουν ποιων οι ζωές τιμολογούνται τόσο χαμηλά, ώστε η χρησιμότητά τους εξαντλείται στην παραγωγή υπεραξιών θανάτου.
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών
Αναδημοσίευση από kibi-blog.blogspot.com
- Τελευταια
- Δημοφιλή
