Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η διαγραφή του χρέους διαγράφεται ή ανταλλάσσεται με νέα βαρβαρότητα

του Παναγιώτη Μαυροειδή
Μέχρι πρότινος περίσσευαν οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή (του μεγαλύτερου μέρους) του χρέους. Στο εξής οι επιτρεπτές λέξεις είναι επιμήκυνση, ανασχεδιασμός, αναδιάρθρωση και άλλα παρόμοια. Η συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές έχει αποκλείσει ρητά την ονομαστική διαγραφή μέρους του χρέους. Ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ Ντάισελμπλουμ ανέφερε πρόσφατα πως ένα καλό μέτρο για την «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους θα ήταν να τεθεί όριο στο ετήσιο ποσό αποπληρωμής, στο 15%,του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει αιμοδοσία 27 δις το χρόνο!
Αρκετά συχνά, δηλώσεις παραγόντων του ΔΝΤ παρουσιάζουν μια άλλη προσέγγιση. Πρόσφατα ο επικεφαλής οικονομολόγος του, Ολιβιέ Μπλανσάρ, τόνισε πως οι υπολογισμοί που έχει κάνει το ΔΝΤ κατατείνουν στο συμπέρασμα πως είναι αναγκαία μια μείωση του χρέους της Ελλάδας, είτε μέσω κουρέματος, είτε αλλαγής στο χρόνο αποπληρωμής.
Από τη μια φαίνεται να βρίσκεται το ΔΝΤ, αλλά και οι ΗΠΑ και (πιο διστακτικά) η Γαλλία, που θεωρούν απαραίτητη την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, ακόμη και με κάποιο κούρεμα. Από την άλλη, η επιβεβλημένη στην ευρωζώνη γερμανική θέση, που θεωρεί ότι είναι καλύτερα το χρέος να παραμένει ακούνητο, έτσι ώστε να υπάρχει μοχλός πίεσης.
Δεν πρόκειται για διαφορετικούς κόσμους, αλλά για διαφορετικές οπτικές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αλλά και του καπιταλιστικού κόσμου γενικά, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του.
Ο κοινός παρανομαστής είναι ένας σκληρός διαγωνισμός λιτότητας και γενικά αντεργατικών μέτρων.
Είτε λοιπόν με «αναδιάρθρωση», είτε με «μερικό κούρεμα», οι απαιτήσεις είναι κοινές.
Πρώτο: Η κυβέρνηση υποχρεούται να …διαγράψει το αίτημα διαγραφής του χρέους. Πρέπει να συνομολογήσει ότι, το εάν και με ποια μορφή θα γίνει μια αναδιάρθρωση του χρέους, δεν αφορά αποφάσεις της ίδιας αλλά τους πιστωτές της.
Δεύτερο: Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση και πρόσθετο αντάλλαγμα αποτελεί ο σφαγιασμός της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα, με πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αποδεχθεί πλήρως και τα δύο. Απλά κάνει ευχέλαιο, μήπως και από σπόντα προκύψει κάποια ελάφρυνση χρέους οποιασδήποτε μορφής και την παρουσιάσει σαν δική της επιτυχία.
Ακόμη και αυτές οι υποσχέσεις για ενδελεχή έλεγχο ώστε να διαπιστωθεί τι πήγε στραβά και γιγαντώθηκε το δημόσιο χρέος και για απόδοση πολιτικών ή/και ποινικών ευθυνών, πήγαν στα αζήτητα. Η αντίφαση, από τη μια η κυβέρνηση να δεσμεύεται ότι «θα πληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλους τους δανειστές» και από την άλλη να αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στη «διαπραγμάτευση» ένα πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος περί «παράνομου και απεχθούς χρέους» που παρέπεμπε σε απειλή διαγραφής του, λύθηκε πλέον οριστικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δε δίστασε, σε μια επίδειξη πολιτικού αμοραλισμού, να πετάξει στα αζήτητα τόσο τη Ζ. Κωνσταντοπούλου όσο και το Μ. Γλέζο, που κυρίως συμβόλιζε τις διεκδικήσεις για τις Γερμανικές αποζημιώσεις.
Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με το χαρακτήρα της πολιτικής αστικής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με το χαρακτήρα του δημόσιου χρέους στην εποχή μας, που δε σχετίζεται κυρίως με εξαιρέσεις του κανόνα και «σκάνδαλα», αλλά αποτελεί σύμπτωμα δομικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου καπιταλισμού.
Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει το δημόσιο χρέος να είναι χαρακτηριστικό των υπανάπτυκτων μη οργανωμένων με σύγχρονο τρόπο κρατών. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Το 70% του παγκόσμιου δημόσιου χρέους ανήκει σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία, δηλαδή στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κέντρα. Το χρέος αναπτύσσεται και θεριεύει μαζί με την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Μια άλλη αγαπημένη αναφορά στις κυρίαρχες και επιδερμικές προσεγγίσεις περί χρέους, είναι η καταγγελία του αδηφάγου και «παρασιτικού χρηματοπιστωτικού τομέα» που λυμαίνεται το «παραγωγικό κεφάλαιο».
Πρόκειται για επιφανειακή ανάλυση. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι πολυεθνικοί πολυκλαδικοί μονοπωλιακοί όμιλοι έχουν ταυτόχρονα και παραγωγική και χρηματοπιστωτική δραστηριότητα.
Υπάρχει μια παροιμία: «Τζάμπα ξύδι, καλύτερο από το μέλι». Αν λοιπόν μια επένδυση αποδίδει σε ένα κάτοχο κεφαλαίου ένα κέρδος 10% ενώ μια χρηματοπιστωτική αξιοποίηση 5%, το θέμα έχει ενδιαφέρον, διότι το δεύτερο, αν και μικρότερο, είναι άκοπο. Τζάμπα ξύδι… Αν μάλιστα συμβαίνει οι αποδόσεις να είναι σχεδόν ίδιες ή και καλύτερες μέσω μιας δανειοδότησης άλλων, λόγω της τάσης να πέφτει το μέσο ποσοστό κέρδους στο σύγχρονο καπιταλισμό, τότε ακόμη καλύτερα! Δε μιλούμε για τζάμπα ξύδι, αλλά για τζάμπα μέλι…
Ένας άλλος αγαπημένος μύθος είναι αυτός που αρέσκεται να αποδίδει στα «σπάταλα» κράτη τη διόγκωση των χρεών.
Ας ψάξουμε καλύτερα: Στις αρχές του 1970, ορόσημου του τέλους της εποχής των «παχιών αγελάδων» και κατώφλι ενός κύκλου μιας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, ο νεοφιλελευθερισμός πραγματοποιεί μεγάλες και αλληλοσυνδεόμενες τομές:
- Το καπιταλιστικό κράτος σταδιακά αποχωρεί από βασικούς παραγωγικούς τομείς, αφήνοντας έτσι μεγαλύτερο πεδίο στην ιδιωτική καπιταλιστική δραστηριότητα.
- Μειώνει γενναία την φορολογία του κεφαλαίου που λειτουργούσε ως μηχανισμός μερικής αναδιανομής και εσόδων του, δημιουργώντας πλέον τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα στον εαυτό του.
- Αστικές κυβερνήσεις και κράτη μπαίνουν σε ένα κύκλο καθήλωσης και μείωσης τόσο του άμεσου όσο και του έμμεσου μισθού.
Η διαδικασία αυτή διευρύνει δανειστές και δανειζόμενους.
Από τη μια, το κεφάλαιο είναι σε θέση να δανείζει, καθώς έχει διευρύνει τα κέρδη του (λόγω επέκτασης δράσης σε νέους τομείς), έχει δυνατότητα αποθησαυρισμού καθώς φορο-απαλάσσεται, ενώ το αστικό κράτος του εξασφαλίζει καθηλωμένους μισθούς.
Από την άλλη, εμφανίζονται δύο κατηγορίες εχόντων ανάγκη δανεισμού. Αφενός, τα ίδια τα καπιταλιστικά κράτη διότι έχουν (τα ίδια) δημιουργήσει ελλείμματα και αφετέρου οι εργαζόμενοι, οι οποίοι μόνο μέσω του δανεισμού μπορούν πλέον να καλύπτουν (τεχνητά και προσωρινά) τα ελλείμματα του πορτοφολιού τους.
Έτσι, χρεομηχανή έχει πλέον στηθεί για τα καλά.Είναι μηχανισμός δημιουργίας (και ανάταξης) καπιταλιστικού κέρδους, μέσω της μεταφοράς εισοδήματος από τις εργατικές παραγωγικές τάξεις προς το κεφάλαιο και τους κηφήνες του.
Καθόλου τυχαία, με ταχύτατο ρυθμό, γιγαντώνεται το δημόσιο χρέος (εσωτερικό και εξωτερικό) στις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και το εσωτερικό χρέος των νοικοκυριών. Για το τελευταίο, δυστυχώς δεν μιλάμε όσο πρέπει.
Τα δάνεια όμως, τόσο προς τα κράτη, όσο και προς τα νοικοκυριά, δημιουργούν και βουνά χρέους, μεγαλώνοντας έτσι τα ρίσκα για τους δανειστές.
Κάποια στιγμή λοιπόν, αυτοί που δάνειζαν ακόμη και από αυτά που δεν είχαν, λένε: «Δε θα μπορείτε να πληρώσετε αύριο, οπότε για να διασφαλιστούμε και εμείς, πληρώστε τώρα». Πριν ακόμα αρχίσουν οι κλαψούρες των δανειζόμενων, έχουν την απάντηση: «Ξέρουμε ότι δεν μπορείτε να πληρώσετε τώρα, γι αυτό και έχουμε εναλλακτική διέξοδο».
Ας δούμε τις διάφορες εκδοχές «διεξόδου»:
- Πέρασμα ιδιοκτησίας των δανειζόμενων στους δανειστές ως μορφή εξασφάλισης.
- Νέα δανειοδότηση με βαρύτερους όρους, ακριβώς επειδή η επισφάλεια του δανεισμού είναι μεγαλύτερη.
- Έλεγχος της λειτουργίας από μεριάς των δανειστών.
- Εξασφάλιση αποκλειστικότητας στη δανειακή σχέση έναντι άλλων πηγών.
Ενίοτε, αν το ρίσκο είναι εξαιρετικά μεγάλο, μπορεί να γίνει και κάτι άλλο, που δεν αναιρεί αλλά συμπληρώνει τα προηγούμενα: Διαγράφεται μέρος του χρέους! Πιο σωστά, ανταλλάσσεται χρέος με ιδιοκτησία, εξουσία, κυριαρχία και έλεγχο. Πρόκειται για μια δεύτερη ζωτική λειτουργία της χρεομηχανής (εκτός της άντλησης κέρδους).
Αν σταματούσαμε στα προηγούμενα θα είχαμε απλά περιγράψει την τοκογλυφική, κερδοσκοπική δράση του καπιταλισμού, σα να είχαμε μία και μόνη, ενιαία, καπιταλιστική οικονομία. Ωστόσο, η άνιση οικονομική ανάπτυξη και ανισόμετρη κατανομή πολιτικής εξουσίας, αποτελεί νόμο. Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύουν ποικιλότροπα και καθοριστικά τη λειτουργία της χρεομηχανής, ειδικά για τις χώρες της περιφέρειάς της.
Εκτός των άλλων, η μετατροπή -μέσω των μηχανισμών της ΕΕ- του ελληνικού δημόσιου χρέους από ιδιωτικό χρέος (κατά βάση προς τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες), σε επίσημο κρατικό χρέος προς την ΕΕ, τους μηχανισμούς της και τα κράτη μέλη της, από τη μια έσβησε το ρίσκο του ιδιωτικού κεφαλαίου, από την άλλη αλυσόδεσε κυριολεκτικά το ζήτημα της διαγραφής του χρέους με αυτό της ρήξης με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Είναι η πρόκληση με την οποία πρέπει να αναμετρηθούμε.
πηγη: prin.gr
Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλδημοκρατία

του Δημήτρη Γρηγορόπουλου
Η αστική πολιτική είναι δεδομένο ότι ηγεμονεύει
Εν όψει της προδιαγραφόμενης ανάληψης της διακυβέρνησης απ’ το ΣΥΡΙΖΑ εύλογα το ερώτημα που αιωρούνταν στην ελληνική κοινωνία αφορούσε το χαρακτήρα της πολιτικής που θα εφάρμοζε ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνοντας τα ηνία της διακυβέρνησης. Η συζήτηση αυτή, όπως είναι φυσικό, διέτρεχε και τις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΝΑΡ.
Έπειτα από αναλυτική και δημιουργική συζήτηση και συλλογική διαδικασία το ΝΑΡ κατέληξε σ’ έναν επιστημονικά προσδιορισμένο και χρηστικό πολιτικά ορισμό του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ στην τότε συγκυρία. Ορίσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως μικροαστικό κόμμα που ηγεμονεύεται απ’ την αστική πολιτική. Στο καθοριστικό για το χαρακτήρα ενός κόμματος ζήτημα της ταξικής πολιτικής που ακολουθεί δώσαμε την απάντηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί και συνακόλουθα θα εφαρμόσει μιαν εκδοχή αστικής πολιτικής. Δεν τον χαρακτηρίσαμε τυπικά αστικό κόμμα λόγω της ύπαρξης δευτερευουσών αντιθέσεων ως προς την κυρίαρχη αστική ουσία του, οι οποίες εκφράζονταν κυρίως στην ύπαρξη ισχυρής αριστερής πτέρυγας, που κάλυπτε το ένα τρίτο, περίπου, των οργανωμένων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό, καταλήξαμε στο συνθετικό ορισμό για τον ΣΥΡΙΖΑ: «μικροαστικό κόμμα με ηγεμονία της αστικής πολιτικής».
Αναγνωρίζαμε έτσι υπαρκτές και ενδιαφέρουσες για το κίνημα τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ με σαφέστατη όμως δεσπόζουσα την αστική οντότητά του. Ταυτόχρονα αναιρούσαμε την άποψη που εκφραζόταν κυρίως στην ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, αλλά και εν μέρει στο ΝΑΡ, για το μικροαστικό απλώς χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, που διακυβευόταν από σχεδόν ισοδύναμες και απ’ τη μικροαστική «φύση» του αέναα ανταγωνιζόμενες τάσεις (αστική – εργατική λαϊκή). Το πολιτικό διά ταύτα αυτής της ανάλυσης απέβλεπε στη συμπαράταξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων αριστερών δυνάμεων σ’ ένα αριστερό (όχι όμως και αντικαπιταλιστικό) μέτωπο με το ΣΥΡΙΖΑ με τη βεβαιότητα ότι σ’ αυτό το μέτωπο θα εξασφαλιζόταν η ηγεμονία της εργατικής λαϊκής άποψης. Η ίδια προσδοκία καλλιεργήθηκε και στην περίπτωση της εκλογικής συμμαχίας με τη ΛΑΕ (που ασφαλώς δεν την ταυτίζουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ) όπου η προφανής απουσία όρων για τη σύμπηξη αντικαπιταλιστικής εκλογικής συνεργασίας μ’ αυτήν (κατά το πρότυπο ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ) αντισταθμιζόταν απ’ τη βεβαιότητα της ηγεμονίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο μέτωπο που θα σχηματιζόταν. Η ηγεμονιστική στάση της ΛΑΕ απέναντι σε ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, plan B κατέρριψε αυτή τη βεβαιότητα…
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Πώς και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσεται σε σοσιαλδημοκρατία
Ο ορισμός του ΝΑΡ για το ΣΥΡΙΖΑ εκτός απ’ τη «στατική» (για το παρόν» είχε και μια δυναμική (για το μέλλον, και μάλιστα το άμεσο) πλευρά. Πρόβλεπε ότι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε στην πολιτική διαχείρισης που είχε συνομολογήσει με κεφάλαιο – ΕΕ, αναπόδραστα και γρήγορα θα μεταλλασσόταν σε αστικό (σοσιαλδημοκρατικό – σοσιαλφιλελεύθερο) κόμμα. Αυτή η πρόβλεψη εδραζόταν όταν στην πραγματικότητα του υπεραντιδραστικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που με προγράμματα «μεταρρυθμίσεων» αποβλέπει στην απόσπαση υπεραξίας μεγαλύτερης κλίμακας και εξ ορισμού αποκλείει τη δυνατότητα έστω ανώδυνης φιλολαϊκής πολιτικής στα πλαίσιά του. Η «χρυσή» εποχή» του 1945-75, όταν η καπιταλιστική ανάπτυξη συνδυάστηκε με ορισμένες μεταρρυθμίσεις υπέρ των υποτελών τάξεων, αποτέλεσε ιστορική εξαίρεση. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση δαιμονοποίησε όχι μόνον το σοσιαλισμό, αλλά και τον κεϊνσιανισμό χρεώνοντάς τον με τον κρατισμό, την ύφεση και τον πληθωρισμό. Η αδυνατότητα εφαρμογής μιας στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής δημιούργησε κρίση ταυτότητας στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που είχαν ταυτιστεί με το κράτος πρόνοιας. Παρ’ όλα αυτά, αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως χρήσιμα για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Η φιλολαϊκή ταυτότητά τους τα κατέστησε καταλληλότερα απ’ τα συντηρητικά κόμματα στο να προωθήσουν ιδίως στη μεταβατική περίοδο τις νεοφιλελεύθερες «αντιμεταρρυθμίσεις» χωρίς ανατρεπτικές κοινωνικές εκρήξεις απ’ τις πληττόμενες τάξεις.
Η έλλειψη όμως ουσιαστικά ειδοποιού διαφοράς απ’ τα συντηρητικά κόμματα δημιούργησε κρίση ταυτότητας και αντιδημοφιλίας στη σοσιαλδημοκρατία και οδήγησε στη θεαματική συχνά μείωση της επιρροής της στο εκλογικό σώμα και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Η άνοδος της οποίας όμως οφείλεται γενικότερα στην κρίση αντιπροσώπευσης των αστικών κομμάτων, αλλά και στην αποδυνάμωση των κομμουνιστικών και γενικότερα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η διαφοροποίηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απ’ τα συντηρητικά περιορίζεται πλέον στη σχετική, ιδεολογική ιδιαιτερότητα της σοσιαλδημοκρατίας που αντιμετωπίζει κριτικά ή και «αρνητικά» τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και στην επίδειξη μεγαλύτερης ευαισθησίας στα θέματα βιοτικού επιπέδου και δημοκρατίας.
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που υπηρετούν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αυτό συνέβη με το αριστερόστροφο εργατικό κόμμα Αγγλίας υπό την ηγεσία του Τόνι Μπλερ και με θεωρητικό μέντορα τον Α. Γκίντενς που με τη θεωρία του νέου «τρίτου δρόμου» (μεταξύ κεϊνσιανής σοσιαλδημοκρατίας και καθαρού νεοφιλελευθερισμού) πρόσφερε στην πραγματικότητα τη θεωρητική πλατφόρμα για τη νεοφιλελεύθερη μεταβολή του Εργατικού Κόμματος. Το ίδιο συνέβη με το Δημοκρατικό Κόμμα Ιταλίας (μετάλλαξη του ιστορικού ΚΚ), το Γαλλικό, το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά. Την ίδια πορεία ακολούθησε στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ εσ., που μεταλλάχτηκε στην ΕΑΡ και στον εκσυγχρονιστικό ΣΥΝ, ο ΣΥΡΙΖΑ που από αντιμνημονιακό και αντινεοφιλελεύθερο κόμμα προσγειώθηκε στο βάλτο του τρίτου και επαχθέστερου μνημονίου. Τον ίδιο κίνδυνο στις Συμπληγάδες του σύγχρονου καπιταλισμού διατρέχει και η ΛΑΕ, αν δεν απογαλακτισθεί απ’ το σύμπλεγμα του «συνεπούς» ΣΥΡΙΖΑ, για να χαράξει μια πορεία αποφασιστικής ρήξης με το σύστημα. Το σπέρμα του σοσιαλδημοκρατισμού ενυπήρχε εκ γενετής στον ΣΥΡΙΖΑ με κύρια έκφραση την ισχυρή δεξιά πτέρυγα του ΣΥΝ, τμήμα της οποίας διασπάστηκε και συγκρότησε την κατ’ εξοχήν σοσιαλδημοκρατική ΔΗΜΑΡ.
Ωστόσο, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση δεν υπήρξε μια «φυσική» προδιαγεγραμμένη πορεία. Στην ισχυρή αριστερή τάση του ΣΥΝ το 2000 προστέθηκαν αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις που συναποτέλεσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αριστερή μάλιστα φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να αποκτά αδιαμφισβήτητη ηγεμονία μετά την αποχώρηση της σοσιαλδημοκρατικής τάσης (ΔΗΜΑΡ). Ο αρχικός ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς ένα «περιτύλιγμα» του ρεφορμιστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ύπαρξη ισχυρής αριστερής τάσης με αντιφάσεις και αυταπάτες, βέβαια, ήταν διακριτή στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τη διάσπασή της απ’ αυτόν. Το ερώτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι γιατί η κυρίαρχη στην αρχή αλλά μέχρι τέλους ισχυρή αριστερή πτέρυγα δεν μπόρεσε να αποτρέψει την προϊούσα σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η δεξιά και η αριστερή όμως πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ συνέπιπταν σε κορυφαίους στόχους που οδήγησαν στην ενσωμάτωση και τελικά στη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του: στην αντίληψη δηλαδή για τις δυνατότητες της αριστερής κυβέρνησης της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ και της συμμαχίας κατά του γερμανικού κέντρου, του εξανθρωπισμού και της εξυγίανσης του καπιταλισμού. Η δεξιά τάση είχε ως κίνητρο την εξουσιομανία, ενώ η αριστερή τάση τις ιδεοληψίες της, αν και τα όρια είναι σχετικά.
Αυτή η αστική πολιτική οδήγησε στην ακραία έκφανσή της, στο μνημόνιο που άνοιξε το δρόμο για τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτο, γιατί το αντιδραστικότατο μνημόνιο είναι ασύμβατο με την εικόνα ενός αριστερού εναλλακτικού κόμματος. Δεύτερο, λόγω της αποχώρησης της αριστερής πλατφόρμας που είχε ήδη αποβεί ξένο σώμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Τρίτο, γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει την αναδιοργάνωση της κομματικής βάσης σε αντιστοιχία με την πολιτική και ιδεολογία που υιοθετεί πλέον, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις λόγω αναντιστοιχίας. Τέταρτο, για να συνάψει συμμαχίες με τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, απομονώνοντας τη ΝΔ. Πέμπτο, για να προσεγγίσει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που επιδιώκει να ανανεώσει και να εξωραΐσει τη χαρακτήρα της με δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 18 Οκτώβρη 2015
Πόρισμα για το ασφαλιστικό: Σοφίες κατά δικαιωμάτων

Του Βασίλη Μηνακάκη
Νεοφιλελεύθερη σάλτσα για να περάσουν οι περικοπές
Το περιεχόμενο του Πορίσματος δεν αποτελείται από άγνωστες προτάσεις που έπεσαν ξαφνικά σε «άγραφο χάρτη». Πρόκειται για νεοφιλελεύθερες προτάσεις που έχουν πίσω τους τα αντιασφαλιστικά νομοθετήματα Λοβέρδου-Κουτρουμάνη της πρώτης μνημονιακής περιόδου -αλλά και τα προμνημονιακά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ-, ενσωματώνουν τις δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου και προλειαίνουν το έδαφος για τον νέο ασφαλιστικό νόμο που έχει δεσμευτεί ότι θα ψηφίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσα στον Δεκέμβρη. Για την ακρίβεια, ο κύριος σκοπός του είναι να στήσει το «επιστημονικό» υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα πατήσει ο νόμος αυτός, το δικαιολογητικό πλαίσιο που θα τον κάνει αποδεκτό σε όσο το δυνατόν ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, συνταξιούχων και νέων.
Η κατεύθυνση της ριζικής αναμόρφωσης που προτείνεται γίνεται ορατή από τις «παθογένειες» που εντοπίζουν οι «Σοφοί» στο υπάρχον ασφαλιστικό μοντέλο. Από την πρώτη κιόλας σελίδα μάς λένε ότι «δεν είναι βιώσιμο», χωρίς ωστόσο να μιλούν για τα 70 δις που λεηλάτησε τα προμνημονιακά χρόνια από τα ταμεία η «τριάδα των ληστών» (κράτος, τράπεζες, εργοδότες), για τα 15 δις που εξανεμίστηκαν με το κούρεμα του PSI, για ό,τι χάθηκε με τα σκάνδαλα τύπου ΤΕΑΔΥ. Αντιθέτως, αποδίδουν τη μη βιωσιμότητά του στην πίεση των συνδικαλιστικών-επαγγελματικών οργανώσεων, στον κατακερματισμό του συστήματος και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των ταμείων, στο πελατειακό σύστημα που οδηγούσε σε «επίμονη τάση διόγκωσης των δαπανών», στην έλλειψη ισότητας μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, στη σύγχυση μεταξύ ασφάλισης και αλληλεγγύης-πρόνοιας κ.λπ.
Με οδηγό αυτήν την άποψη, το πόρισμα προτείνει «επαναδιαπραγμάτευση των θεμελιακών κοινωνικών επιλογών» και ένα «μεγάλο εθνικό σχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση», που «θα αποτελέσει το επιστέγασμα των διαχρονικών (και ανεπιτυχών) παραμετρικών μεταρρυθμίσεων» καθώς, όπως αναφέρει, οι νόμοι Λοβέρδου-Κουτρουμάνη του 2010 «δεν ήταν μια ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα», ήταν μια «ημιτελής μεταρρύθμιση» που «δεν προσάρμοσε τη βασική λογική του συστήματος στα νέα δεδομένα».
Η προτεινόμενη τομή ντύνεται, βέβαια, με φληναφήματα για ένα νέο κοινωνικό ή συνταξιοδοτικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών, για ισότητα, γενναιόδωρη κοινωνική σύνταξη, εγγύηση ενός μέσου επιπέδου ευημερίας κ.λπ. Όλα αυτά καταρρέουν εν ριπή οφθαλμού στις ίδιες τις σελίδες του Πορίσματος, που ισχυρίζεται ότι οι συντάξεις για άτομα με πλήρη επαγγελματική διαδρομή δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές (!) και ξεκαθαρίζει ότι οι πληρωμές συντάξεων (δηλαδή οι λαϊκές ανάγκες) βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Ας δούμε όμως τα κεντρικά στοιχεία του Πορίσματος.
Πρώτα απ’ όλα συγκεκριμενοποιείται η πρόβλεψη του νόμου Λοβέρδου-Κουτρουμάνη για χωρισμό της σύνταξης σε δύο μέρη: την εγγυημένη από το κράτος εθνική ή κοινωνική σύνταξη, η οποία στόχο έχει να προστατεύσει κυρίως τα άτομα που ζουν κάτω από το ανεκτό όριο διαβίωσης (τους χαμηλόμισθους), και την αναλογική ή ανταποδοτική, που βασίζεται σε ένα σύστημα εικονικών ατομικών λογαριασμών.
Η εθνική σύνταξη -όπως προβλέπει το μνημόνιο- θα δίνεται μόνο σε όποιον έχει συμπληρώσει τα 67 χρόνια. Το δε ύψος της -που αρχικά υπολογιζόταν στα 360 ευρώ- δεν θα είναι σταθερό. Θα μειώνεται όσο αυξάνεται η αναλογική σύνταξη είτε το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα του δικαιούχου. Επιπλέον, θα μειώνεται όταν δεν εκπληρώνονται οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις των μνημονίων (οπότε θα επιπίπτει η λαιμητόμος των «αυτόματων οικονομικών σταθεροποιητών») ή όταν δεν είναι ισοσκελισμένοι οι ασφαλιστικοί προϋπολογισμοί (οπότε η εθνική σύνταξη θα μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη της «ρήτρας μηδενικού ελλείμματος»). Η εθνική σύνταξη θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό – στην ουσία από τη φορολογία των λαϊκών στρωμάτων που εισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων.
Η αναλογική-ανταποδοτική σύνταξη, από την άλλη, στηρίζεται στη σύνδεση εισφορών-παροχών και μπορεί να την πάρει κάποιος όποτε επιθυμεί. Στη χρηματοδότησή της δεν συμμετέχει η πολιτεία, ενώ δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα ούτε το ποσοστό συμμετοχής των εργοδοτών. Το ύψος της στηρίζεται στις εισφορές όλου του ασφαλιστικού βίου και όχι των τελευταίων χρόνων δουλειάς – γεγονός που οδηγεί σε μείωση της σύνταξης. Επιπλέον, δεν καθορίζεται συγκεκριμένα τι ποσοστό επί των αποδοχών θα είναι η σύνταξη (ποσοστό αναπλήρωσης).
Η αναλογική σύνταξη θα διαμορφώνεται από τις εισφορές που θα καταβάλλει ο εργαζόμενος καθ’ όλη την εργασιακή του ζωή. Οι εισφορές αυτές θα συσσωρεύονται σε έναν ατομικό λογαριασμό, ο οποίος όμως θα είναι εικονικός, μιας και από τα χρήματα αυτά θα παρέχονται οι συντάξεις στους τωρινούς συνταξιούχους.
Σύνταξη αναλόγως το χρέος και το έλλειμμα
Η αναλογική σύνταξη προβάλλεται ως η μεγάλη καινοτομία της «Επιτροπής Σοφών». Μερικές… λεπτομέρειές της, όμως, είναι αποκαλυπτικές.
Το ύψος της δεν είναι σταθερό. Εξαρτάται από το κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί στο λογαριασμό του εργαζόμενου τη στιγμή της αποχώρησής του από την εργασία. Με τη σειρά του, το ύψος του κεφαλαίου αυτού εξαρτάται από το εικονικό επιτόκιο με το οποίο τοκίζονται οι εισφορές του. Αν αυτό, όπως λέγεται, κινείται παράλληλα με τη μεταβολή του ΑΕΠ, είναι φανερό ότι σε περιόδους ύφεσης και αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης το κεφάλαιο του ασφαλιζόμενου θα μειώνεται. Επιπλέον, αν τα αποθεματικά που θα δημιουργηθούν «αξιοποιηθούν» σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα -όπως σαφέστατα προτείνει το Πόρισμα-, υπάρχει εμφανής κίνδυνος περαιτέρω μείωσης της σύνταξης αν αυτή η επένδυση αποβεί ζημιογόνα. Γι’ αυτό πολύ… σοφά οι «Σοφοί» δεν υπόσχονται ένα εγγυημένο από το κράτος ύψος αναλογικής σύνταξης, αλλά μιλούν απλώς για εγγύηση της λειτουργίας ενός τέτοιου συστήματος από το κράτος.
Δεν προχωρούν σε τέτοια υπόσχεση και για δύο ακόμη λόγους που τους αναφέρουν ευθαρσώς. Ο πρώτος είναι οι «αρνητικές δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις», οι οποίες θα ενεργοποιήσουν τους ενσωματωμένους στο νέο σύστημα αυτόματους σταθεροποιητές (= αυτόματοι κόφτες που θα μειώνουν τις συντάξεις). Ο δεύτερος έχει να κάνει με το πού θα συγκεντρώνονται αυτοί οι λογαριασμοί. Στόχος, αναφέρει το Πόρισμα, δεν είναι η συγκέντρωσή τους σε έναν ασφαλιστικό κουμπαρά, αλλά η «πλήρης ενσωμάτωση των εσόδων των ασφαλιστικών οργανισμών στη φορολογική διοίκηση». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Σκεφτείτε μόνο τι έγινε το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν «σκουπίστηκαν» στην κυριολεξία τα λιγοστά εναπομείναντα αποθεματικά των ταμείων για να αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες δόσεις προς το ΔΝΤ. Αν αυτή η αφαίμαξη έγινε σε συνθήκες που ο ασφαλιστικός και ο φορολογικός κουμπαράς δεν ταυτίζονται, φανταστείτε τι μπορεί να γίνει όταν θα αποτελούν «κοινό ταμείο» σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το ύψος της αναλογικής σύνταξης.
Ενοποίηση προς τα κάτω
Η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων αποτελεί κεντρικό ζήτημα στο Πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» – όπως, άλλωστε, και στο τρίτο μνημόνιο και στη φιλολογία των κρατούντων το τελευταίο διάσημα. Προβάλλεται μάλιστα με λογικοφανή επιχειρήματα: ως λύση που θα εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη, την ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, την αντιμετώπιση του κατακερματισμού, τη μείωση των λειτουργικών δαπανών, την «ανοσία» (sic!) απέναντι σε πιέσεις επαγγελματικών ομάδων για εξαιρέσεις και ειδικά καθεστώτα.
Ποιος, ωστόσο, μπορεί να πιστέψει ότι αυτός είναι ο πραγματικός τους στόχος; Χωρίς αμφιβολία κανείς. Ο πραγματικός τους στόχος -η ενοποίηση προς τα κάτω της ασφαλιστικής «προστασίας» και προς τα πάνω της ασφαλιστικής επιβάρυνσης των εργαζομένων- αποκαλύπτεται, μεταξύ άλλων, από τα εξής στοιχεία: από το γεγονός ότι τα προτεινόμενα ενιαία ποσοστά εισφορών οδηγούν από τη μια σε τριπλασιασμό της εισφοράς ορισμένων κατηγοριών (π.χ. αγρότες) και, από την άλλη, όπως αρκετές φορές αναφέρεται στο Πόρισμα, σε «ανακαθορισμό» -στα απλά ελληνικά, μείωση- των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων στη βάση των νέων κανόνων του συστήματος.
Υποζύγια
Βασικός κανόνας του νέου συστήματος είναι ότι το μεγαλύτερο αν όχι όλο το βάρος της ασφαλιστικής προστασίας πρέπει να φορτωθεί στους ίδιους τους εργαζόμενους, έμμεσα ή άμεσα.
Αυτοί θα πληρώνουν για την εθνική σύνταξη, μέσω της φορολογίας.
Αυτοί θα συνεισφέρουν στη δημιουργία του αποθεματικού κεφαλαίου που θα καλύπτει τα ελλείμματα του συστήματος, είτε με εισφορά στους υψηλά αμειβόμενους (όσους παίρνουν πάνω από 1.000 ευρώ, αν κρίνουμε από το τι θεωρείται υψηλή σύνταξη) είτε με τραπεζικό φόρο.
Αυτοί θα επιφορτίζονται το συντριπτικά μεγαλύτερο -αν όχι όλο- μέρος των εισφορών που θα τροφοδοτήσουν την αναλογική σύνταξη.
Τέλος αυτοί θα εισφέρουν με το παραπάνω τον οβολό τους -αν και όταν έχουν- στα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Πρόκειται για ταμεία που είναι προαιρετικά (αποτελούν, δηλαδή, φορείς συμπληρωματικής ασφάλισης, ωστόσο έχουν «γενναία φορολογική ενθάρρυνση» και ενδέχεται να αποτελούν μια διέξοδο για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν συνταξιοδοτικά κάτι καλύτερο από αυτό που τους παρέχει το άθροισμα εθνικής και αναλογικής σύνταξης.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 18 Οκτώβρη 2015
ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΠΟΛΥΝ/ΔΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ "ΣΟΦΩΝ" ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ΣΥΝΕΝΩΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΑ ΜΠΛΟΚ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, ΤΟΥ ΠΑΜΕ, ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΤΟΥ ΕΠΑΜ
Μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας πολλών χιλιάδων πολιτών πραγματοποιήθηκε σήμερα Παρασκευή (16/10) έξω από τη Βουλή, η οποία κατέκλυσε την οδό Αμαλίας στο Σύνταγμα.
Η συγκέντρωση στρεφόταν ενάντια στο μνημονιακό πολυν/διο έκτρωμα που ψηφίζεται σήμερα τα μεσάνυκτα στη Βουλή και ενάντια στην πρόταση των κυβερνητικά εγκάθετων ψευδο-"σοφών", η οποία δίνει τη χαριστική βολή στις συντάξεις και διαλύει κάθε ίχνος από το δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος.
Πολιτικοί παρατηρητές τόνιζαν ότι η συγκέντρωση έξω από το Σύνταγμα είναι η πρώτη αντικυβερνητική συγκέντρωση, η οποία έλαβε χώρα τόσο νωρίς μετά τις εκλογές και από αυτήν την άποψη την χαρακτήριζαν μαζική και πετυχημένη και ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας. Οι ίδιοι παρατηρητές τόνιζαν ότι η συγκέντρωση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί αφετηρία ενός νέου μεγάλου αντιμνημονιακού κινήματος, το οποίο θα έχει τώρα νέα ποιοτικά και αγωνιστικά χαρακτηριστικά συνέπειας, σταθερότητας, προσανατολισμού και αποτελεσματικότητας. Αναλυτές, τέλος σημείωναν ότι αν από τόσο νωρίς σημειώνονται τόσο μαζικές αντιδράσεις κατά της κυβέρνησης, τότε είναι βεβαιον ότι σε πολύ λίγο διάστημα, ίσως μηνών, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα γιγάντιο μαζικό κίνημα στη βάση μιας πραγματικής ριζοσπαστικής προοοδευτικής εναλλακτικής λύσης.
Στη συγκέντρωση έξω από το Σύνταγμα έδωσε το παρόν η Λαϊκή Ενότητα με ένα ιδιαίτερα ισχυρό μπλοκ και αρκετά πανώ. Η ιδιαίτερη παρουσία της Λαϊκής Ενότητας, η οποία είναι σημαντική σε όλες τις τελευταίες κινητοποιήσεις (ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ στη Δραπετσώνα, πορεία αλληλεγγύης στους Κούρδους κλπ), δείχνει ένα ζωντανό κινηματικό προσανατολισμό της παράταξης και αποτελεί μια ελπιδοφόρα εξέλιξη που μπορεί να αποβεί καθοριστική για το λαϊκό κίνημα και συνολικά την Αριστερά και το νικηφόρο μέλλον της, ενώ μπορεί να προσδώσει στην ίδια τη Λαϊκή Ενότητα ένα νέο πρωτοπόρο και ενωτικό ρόλο στον αριστερό, προοδευτικό, πατριωτικό και δημοκρατικό χώρο και μια ιδιαίτερη δυναμική επιρροής στο λαό και τη νεολαία.
Στο μπλοκ της Λαϊκής Ενότητας έδινε το παρόν μεγάλη αντιπροσωπεία ηγετικών στελεχών της με επικεφαλής τον Παναγιώτη Λαφαζάνη. Ανάμεσα στα στελέχη που διακρίναμε ήταν ο Δημ. Στρατούλης, ο Στ. Λεουτσάκος, ο Παναγ. Σωτήρης, ο Δημ. Σαραφιανός, η Σόφη Παπαδόγιαννη, ο Νίκος Γαλάνης, η Νάντια Βαλαβάνη, η Μαρία Μπόλαρη, η Αγλαϊα Κυρίτση και πολλοί άλλοι/ες.
Στη διάρκεια της συγκένρωσης ο Παν. Λαφαζάνης έκανε δήλωση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η οποία, ως συνήθως αποσιωπήθηκε από τα περισσότερα, τα οποία παίζουν ένα βρώμικο καθεστωτικό ρόλο, αναγνωρίζοντας στη Λαϊκή Ενότητα την κύρια, αν όχι και μοναδική στην πράξη, απειλή του συστήματος. Κύκλοι της Λαίκής Ενότητας τόνιζαν ότι θα ανοίξουν σκληρό μέτωπο ενάντια στα συστημικά μέσα το επόμενο διάστημα.
Ο Παναγ. Λαφαζάνης τόνισε μεταξύ άλλων στη δήλωση του ότι "Η πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα συνοψίζεται στη φράση: Γερνάμε πρόωρα με την ανεργία τη νεολαία, στέλνοντας τα καλύτερα μυαλά της στην ξενιτειά, ενώ σκοτώνουμε τα "άλογα" όταν γεράσουν με συντάξεις εξαθλιώσης. Η χώρα με το τρίτο μνημόνιο δεν έχει παρόν και κυρίως δεν έχει μέλλον. Ζούμε την αφετηρία γιγάντιων μαζικών αγώνων, που θα σαρώσουν πραγματικά τα μνημόνια και θα αποδείξουν ότι η χώρα διαθέτει αληθινή ριζοσπαστική εναλλακτική λύση".
Να τονιστεί, επίσης, ότι ιδιαίτερα μαζική ήταν η συγκέντρωση του ΠΑΜΕ στην Ομόνοια και ογκώδης η πορεία του που κατέληξε στο Σύνταγμα. Στη συγκέντρωση του Συντάγματος μαζικό παρών έδωσαν, επίσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΠΑΜ, το ΑΚΕΠ και άλλες οργανώσεις και κινήματα.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι στο Σύνταγμα επί της οδού Αμαλίας, συνενώθηκαν εκ των πραγμάτων όλα τα μπλοκ που συμμετείχαν στη διαμαρτυρία, από αυτά των συνδικάτων, της ΑΔΕΔΥ και της Λαϊκής Ενότητας μέχρι αυτό του ΠΑΜΕ. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι μπορεί, χωρίς να "μολυνθεί" καμία πλευρά, να υπάρξει κοινή δράση στην Αριστερά και να προσδώσει νέα αποτελεσματικότητα στους αγώνες.
Τέλος, μαζικές και επιτυχείς συγκεντρώσεις διαμρτυρίας πραγματοπιήθηκαν σε πολλές πόλεις ανά την Ελλάδα, όπως στη Θεσ/κη, το Ηράκλειο Κρήτης, τα Χανιά κ.α.
Να υπογραμμίσουμε, επίσης, τα απαράδεκτα και διαστρεβλωτικά ρεπορτάζ για τις συγκεντρώσεις και πορείες από τις διάφορες συστημικές ιστοσελίδες αλλά και την επιτηδευμένη υποβάθμιση της σημαντικής συμμετοχής της Λαϊκής Ενότητας στις διαμαρτυρίες, κάτι που δεν θα αφήσουμε χωρίς σχολιασμό με αναφορά σε συγκεκριμένα site την επόμενη φορά.
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015
πηγη: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή