Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Ευρωλιγούρηδες» και «δραχμολάγνοι»

Ο διάλογος εντός της Αριστεράς, ακόμη και όταν διεξάγεται με τρόπο καλόπιστο και διάθεση αληθινά συντροφική -πράγμα έτσι κι αλλιώς ασυνήθιστο-, χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη τάση να διολισθαίνει σε εύκολες, ανέξοδες, όσο και αδιέξοδες δραματοποιήσεις. Τα πολιτικά επίδικα παύουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, προσλαμβάνοντας για τους εμπλεκόμενους χαρακτήρα σχεδόν «υπαρξιακό». Από το σημείο αυτό και μετά, στο επίκεντρο τίθεται η αγωνιώδης προσπάθεια για τη δικαίωση της ιστορικής διαδρομής και των ιδεολογικών προϋποθέσεων ενός εκάστου, εις βάρος της έμφασης που πρέπει να δίνεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.
Η συζήτηση για το νόμισμα εντός της Αριστεράς -μια συζήτηση που επί μακρόν είχε κατασταλεί και που είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει- κινδυνεύει να πέσει θύμα αυτής ακριβώς της «υπαρξιακής» τροπής, προτού καν ξεκινήσει. Μια τέτοια εξέλιξη, εάν την αφήσουμε να παγιωθεί, θα αδικούσε τόσο τη συζήτηση, όσο και εμάς τους ίδιους. Σε όποιο ρεύμα κι αν ανήκουμε, η βασιλική οδός για τη δικαίωση της ιδεολογικής μας σκευής και της ιστορικής μας παρακαταθήκης δεν είναι άλλη από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Άλλωστε, από την τριβή με τη συγκεκριμένη ανάλυση κανένα εννοιολογικό εργαλείο δε βγαίνει αλώβητο και κανένας στρατηγός δε βγαίνει νικητής αν επιμένει να χρησιμοποιεί απαράλλαχτα τα όπλα και τις τακτικές του προηγούμενου πολέμου.
Το θέμα του νομίσματος δε διαχωρίζει τους «διεθνιστές» από τη μια μεριά και τους «πατριώτες» από την άλλη. Αν βλέπουμε να ενεργοποιούνται «υπαρξιακά» αντανακλαστικά στη συζήτηση αυτή, τις διαχωριστικές γραμμές θα πρέπει μάλλον αλλού να τις αναζητήσουμε. Την ίδια τη συζήτηση για το νόμισμα, ως τέτοια, μπορούμε πλέον να τη διεξάγουμε αρκετά ψύχραιμα, έχοντας ήδη κατακτήσει ένα διευρυμένο πλαίσιο κοινών τόπων και παραδοχών, μετά και την επτάμηνη εμπειρία της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα.
Πρώτα απ’ όλα, οι αντιλήψεις ότι μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης είναι εφικτή η ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας δεν ηχούν καθόλου πειστικές πλέον. Την ίδια στιγμή, αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη αποτελεί όχι μόνο την αναγκαία, αλλά και την ικανή συνθήκη για την ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας είναι απόψεις που, χωρίς να απουσιάζουν εντελώς, σπανίζουν εντός της Αριστεράς – και ακόμα σπανιότερα διατυπώνονται ευθέως.
Το Σχέδιο Β για την Ευρώπη
Μια τελευταία, αναθεωρημένη και επί το ασθενέστερον αναδιατυπωμένη εκδοχή της πρώτης αντίληψης (ότι δηλαδή η Ευρωζώνη θα ήταν δυνατόν να επανασχεδιαστεί ριζικά εκ των έσω, μέσα από την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο) μπορεί κανείς να βρει στο κείμενο που επιγράφεται «Σχέδιο Β για την Ευρώπη» και φέρει τις υπογραφές των Γ. Βαρουφάκη, Ζ. Κωνσταντοπούλου, Ο. Λαφοντέν, Ζ.-Λ. Μελανσόν και Στ. Φασίνα. Μολονότι οι συντάκτες του κειμένου χαρακτηρίζουν το σχέδιό τους ως διεθνιστικό και ξορκίζουν το φάσμα της εθνικής αναδίπλωσης, προτείνοντας μια πανευρωπαϊκή διάσκεψη, είναι φανερό ότι (α) δε διστάζουν να περιγράψουν και πιθανές διεξόδους που απαιτούν τη χρήση νομισματικών εργαλείων και τεχνικών, που βρίσκονται εξ ορισμού στα χέρια του εθνικού κράτους, και (β) στρέφουν το βλέμμα στις εσωτερικές εξελίξεις συγκεκριμένων εθνικών κρατών, τα οποία θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο του «αδύναμου κρίκου» για το ξήλωμα της υπαρκτής Ευρωζώνης.
Πρόκειται λοιπόν για μια πρωτοβουλία που σίγουρα τείνει να υπερβεί τα μέχρι χτες εσκαμμένα του αριστερού ευρωπαϊσμού, μολονότι βεβαίως δεν ξεφεύγει ακόμα από τις επίμονες αυταπάτες του συγκεκριμένου ρεύματος. Επιπλέον, αν κρίνουμε από την έμφαση που δίνεται στην αναμονή των εξελίξεων στη Γαλλία, το κείμενο της πρωτοβουλίας μοιάζει να δυσπιστεί για τις δυνατότητες των μικρότερων χωρών της Ευρωζώνης να λειτουργήσουν σαν «αδύναμος κρίκος». Πέρα από το ότι είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιες θα μπορούσαν να είναι οι θετικές εξελίξεις στη Γαλλία (γιατί σίγουρα η προσμονή δεν αφορά την πιθανή νίκη του Εθνικού Μετώπου), μια τέτοια αντίληψη -έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί- στην ουσία υποβιβάζει την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο ρόλο της «αποικίας», που δε μπορεί να περιμένει την απελευθέρωσή της παρά μόνο από τις εξελίξεις στο αποικιακό κέντρο. Πρόκειται για μια αντίληψη που διατρέχει και τα παλιότερα γραπτά του Γ. Βαρουφάκη, η οποία ωστόσο έχει το προφανές μειονέκτημα να αφαιρεί κάθε νόημα από την πάλη στις χώρες της περιφέρειας, αφήνοντας παράλληλα ανεξήγητη την προσωπική εμπλοκή του ίδιου -προσωρινή έστω- στην πολιτική σκηνή μιας περιφερειακής χώρας.
Το Σχέδιο Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ
Αφήνοντας το στρατόπεδο των «ευρωκεντρικών», ας περάσουμε στο στρατόπεδο των θεωρούμενων ως «εθνοκεντρικών». Τον ίδιο περίπου καιρό με το «Σχέδιο Β για την Ευρώπη», δόθηκε στη δημοσιότητα το από μακρόν αναμενόμενο «Σχέδιο Κοινωνικής Αλλαγής και Εθνικής Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα» των Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ. Πρόκειται για την εκλαϊκευμένη παρουσίαση ενός «οδικού χάρτη» για τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση -ας μην το υποβαθμίζουμε- της παύσης εξυπηρέτησης του χρέους. Παρότι εξετάζεται επί τροχάδην το ενδεχόμενο μιας συναινετικής εξόδου από την Ευρωζώνη, το οποίο σωστά περιγράφεται ως απίθανο, οι συγγραφείς δικαιολογημένα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στο σενάριο μιας συγκρουσιακής εξόδου.
Είναι προφανές ότι, προς μεγάλη απογοήτευση του φιλοθεάμονος κοινού, Κ. Λαπαβίτσας και Χ. Φλάσμπεκ αντιμετωπίζουν το εθνικό νόμισμα ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπό. Ως μέσο για ποιο ακριβώς πράγμα όμως; Για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας («Εθνική Ανασυγκρότηση»), ή για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο («Κοινωνική Αλλαγή»); Η απάντηση δεν είναι πάντοτε σαφής. Φυσικά, το ένα δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην το άλλο. Ο καλόπιστος αναγνώστης ωστόσο αποκομίζει την εντύπωση ότι οι συγγραφείς, έστω κι αν δε χάνουν από το οπτικό τους πεδίο τη στόχευση της «Κοινωνικής Αλλαγής», στο επίκεντρο βάζουν τη στόχευση της «Εθνικής Ανασυγκρότησης», στην οποία φαίνεται να αποδίδουν τη λογική, αν όχι και τη χρονολογική, προτεραιότητα.
Ο κίνδυνος εδώ είναι σαφής: Αν ως προϋπόθεση για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο θέτουμε -έστω και υπόρρητα- την «αύξηση της πίτας», διολισθαίνουμε ασυναίσθητα στο έδαφος της κυρίαρχης ιδεολογίας και μπαίνουμε στον πειρασμό ν’ αποδεχτούμε «το 70% των Μνημονίων» ως απαραίτητο για την περιβόητη «ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας», ενώ παράλληλα βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε πώς ακριβώς θα επιτύχουμε το θαύμα μιας εθνικής οικονομικής ανάπτυξης μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η οποία δε δείχνει να είναι παροδική.
Αν, από την άλλη μεριά, θέσουμε την ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου προς όφελος της εργασίας και εις βάρος του κεφαλαίου ως αυτοσκοπό -αλλά και ως λογική προϋπόθεση για την «αύξηση της πίτας», στο βαθμό που κάτι τέτοιο μας ενδιαφέρει-, τότε η έξοδος από την Ευρωζώνη δε θα είναι συγκρουσιακή μόνο απέναντι στο ευρωσύστημα, αλλά κυρίως απέναντι στην ελληνική αστική τάξη και στο αστικό μπλοκ εξουσίας του ελληνικού εθνικού κράτους. Και, ας μη γελιόμαστε: Όποιος το πάρει απόφαση να συγκρουστεί με την αστική τάξη και το συνολικό αστικό μπλοκ εξουσίας στη χώρα του, δε θα το κάνει ούτε για το νόμισμα ούτε για την «ανάπτυξη».
Και κάτι τελευταίο: Σε αντίθεση με την καρικατούρα του συρμού, διεθνισμός δεν είναι η παραγνώριση του εθνικού πλαισίου, ως του βασικού και κατεξοχήν πεδίου της ταξικής πάλης. Το πρώτο και πλέον θεμελιώδες διεθνιστικό καθήκον είναι η πάλη απέναντι στη «δική μας» αστική τάξη. Όλα τα άλλα έπονται.
πηγη: rproject.gr
Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;
Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.
1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται
Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.
Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και τη μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κ.λπ., αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.
Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.
Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϊνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.
2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων
Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε τη μνημονιακή πολιτική.
Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ.) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.
Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.
Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’ όλη την ήττα που δεχθήκαμε από τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.
3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε
Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.
Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στο λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.
Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στο Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κ.λπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της Ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η Ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται γι’ αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.
Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϊνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέινς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μια κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις ο χρηματοπιστωτικός τομέας) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από τη σοσιαλδημοκρατία και τον κεϊνσιανισμό.
Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϊνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο, το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στη μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μια κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με το ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση/ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση/ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση - τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.
Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.
Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κ.λπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά τη μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κ.λπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.
4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά
Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.
Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να το εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον τη λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.
* Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.
πηγη: rproject.gr
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!

Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!

Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή