Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Κερατάδες και … ζημιωμένοι
Το γερμανικό κράτος κερδίζει 1,34 δισ ευρώ από τα δάνεια στην Ελλάδα

Κέρδη 1,34 δισεκατομμυρίων ευρώ αποκομίζει το γερμανικό κράτος από τα δάνεια στην Ελλάδα, αλλά και τις αγορές ελληνικών ομολόγων.
Η είδηση δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung (SZ) (1) και προκάλεσε μεγάλη συζήτηση, αφού ανατρέπει τον ισχυρισμό της γερμανικής κυβέρνησης ότι τα δάνεια προς την Ελλάδα επιβαρύνουν τους Γερμανούς φορολογούμενους. Ταυτοχρόνως δίνει ισχυρό πλήγμα στα περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».
Η εφημερίδα του Μονάχου αναφέρεται σε ένα έμβασμα ύψους 412 εκατομ. ευρώ, τα οποία προορίζονταν για την Ελλάδα, όπως προέβλεπε ο γερμανικός προϋπολογισμός του 2015 υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πληρωμή προς την Ελληνική Δημοκρατία». Ωστόσο, όπως σημειώνει η SZ, «τα χρήματα δεν έφθασαν ποτέ στην Αθήνα. Και ως προς αυτό δεν προβλέπεται να αλλάξει κάτι. «H γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν σχεδιάζει αυτή την ώρα κανένα τέτοιο έμβασμα», έγραψε ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών Γενς Σπαν απαντώντας στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο των Πρασίνων για θέματα Προϋπολογισμού, Σβεν-Κρίστιαν Κίντλερ».
Όπως διευκρινίζει η SZ, το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου ποσού, «η ύπαρξη του οποίου μόνο σπανίως λαμβάνεται υπόψη στη Γερμανία: Πρόκειται για κέρδη από δάνεια και αγορές ομολόγων προς όφελος της Ελλάδας (σ.σ. για τη χρηματοδότηση της χώρας)». Το κέρδος ανέρχεται συνολικά σε 1,34 δις ευρώ, όπως προκύπτει από στοιχεία που έθεσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών στη διάθεση του κόμματος των Πρασίνων.
Όμως, από τα μνημονιακά δάνεια προς την Ελλάδα δεν βγαίνει κερδισμένη μόνο η Γερμανία, αλλά όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, στο μέτρο της συμμετοχής τους στα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και την αγορά ελληνικών ομολόγων. Για μεγάλες οικονομίες, όπως της Γαλλίας και της Ιταλίας, το ύψος των κερδών ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, ακόμα και η μικρή και φτωχή Μάλτα κερδίζει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο (2).
Σημειώνουμε ότι αυτά τα ποσά είναι μικρό μέρος των συνολικών κερδών που αποκομίζουν οι δανειστές της Ελλάδας από την εφαρμογή των προγραμμάτων – μνημονίων, αφού αφορούν μόνο στο διάστημα 2010- 2016 και δεν συνυπολογίζονται τα κέρδη που προκύπτουν είτε από ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών, είτε από τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, είτε από τη διαφορά των επιτοκίων δανεισμού.
Ειδικότερα για τη Γερμανία, θα πρέπει να συνυπολογίζονται ως κέρδη και τα ποσά που οφείλει στο ελληνικό κράτος για τις πολεμικές αποζημιώσεις και την κλοπή των αποθεματικών της Τράπεζας της Ελλάδος στην περίοδο της κατοχής. Ποσά τα οποία, η γερμανική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να διεκδικήσει.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα περί θυσιών των υπολοίπων εταίρων για τη σωτηρία της Ελλάδας είναι ένας μύθος που συντηρείται είτε για εσωτερική κατανάλωση στις χώρες των δανειστών, είτε για την δικαιολόγηση των σκληρών μνημονιακών μέτρων στην Ελλάδα.
Μάλιστα, αυτός ο μύθος παρουσιάζεται κατά καιρούς με τον πιο προκλητικό και χυδαίο τρόπο, όπως, πριν λίγους μήνες από τον επικεφαλής του Eurogroup, Γερούντ Ντάισελμπλουμ, ο οποίος δήλωσε: «Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, οι χώρες του Βορρά έδειξαν αλληλεγγύη στις χώρες που επηρεάσθηκαν από την κρίση. Ως σοσιαλδημοκράτης, αποδίδω εξαιρετική σημασία στην αλληλεγγύη. (Αλλά) και αυτοί έχουν υποχρεώσεις. Δεν μπορούν να ξοδεύουν όλα τα χρήματα σε ποτά και γυναίκες και μετά να ζητούν βοήθεια»!(3)
Με πιο κομψό τρόπο, αλλά στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανκ Σόιμπλε, δήλωσε ότι οι Έλληνες «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους. Έχουν σε σχέση με το ΑΕΠ τους σημαντικά υψηλότερες κοινωνικές παροχές και συντάξεις από ό,τι για παράδειγμα οι Γερμανοί πολίτες»…(4)
Υπάρχουν, βεβαίως, δεκάδες παρόμοιες δηλώσεις κρατικών, ή κοινοτικών αξιωματούχων, με προφανή σκοπιμότητα, να δικαιολογήσουν τις πολιτικές λιτότητας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν ονόματι της «αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα, φθάνοντας στο σημείο να επιρρίπτουν την ευθύνη στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό.
Τα νεώτερα στοιχεία έρχονται να προστεθούν σε όσα κατά καιρούς έχουν γίνει γνωστά, όπως τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, τον Αύγουστο του 2013 (5), σύμφωνα με τα οποία, τα κρατικά θησαυροφυλάκια στο Βερολίνο από το 2010 ως το 2014, μόνο, γέμισαν και θα γέμιζαν με επιπλέον έσοδα 40,9 δις ευρώ, επειδή η Γερμανία δανειζόταν με χαμηλά επιτόκια. Μάλιστα, η σχετική εγγραφή στον προϋπολογισμό είχε τον τίτλο «διαφορά επιτοκίων» και υπολογιζόταν κατ’ έτος από 8 ως 17 δις ευρώ.
Τα παραπάνω έρχονται να υπογραμμίσουν την υποκρισία και τον κυνισμό εκείνων που μιλούν για «αλληλεγγύη», την ώρα που αποκομίζουν τεράστια κέρδη, βγαλμένα από τη δυστυχία και την εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα και αλλού. Όπως του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξη του στην εφημερίδα «Τα Νέα» είπε: «Σέβομαι την κυριαρχία της Ελλάδας. Η Ελλάδα χρειάζεται την αλληλεγγύη μας και εμείς την παρέχουμε. Έζησα για αυτό αρκετές επικριτικές συζητήσεις με τους πολίτες στη χώρα μου, στο κόμμα μου, στη Βουλή. Πρέπει να δείξουμε αλληλεγγύη για το κοινό μας συμφέρον, διαφορετικά δεν μπορεί να επιτύχει συνολικά η Ευρώπη. Οι ισχυρότεροι πρέπει να βοηθούν τους ασθενέστερους. Αλλά οι ασθενέστεροι πρέπει φυσικά οι ίδιοι να εργάζονται για την εξάλειψη των αιτίων που τους έφεραν τώρα σε αυτή τη θέση» (6).
Θα ήταν όμως λάθος να επιρρίπτουμε στον Σόιμπλε, τον Ντάισελμπλουμ και γενικότερα στους εκπροσώπους των δανειστών τις ευθύνες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνυπέγραψαν, εφάρμοσαν και εφαρμόζουν τα εξοντωτικά προγράμματα των μνημονίων, εξυμνώντας την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» και με δηλώσεις ευγνωμοσύνης για τους δανειστές- ευεργέτες. Αποδεχόμενες και όλες τις αιτιάσεις που προσβάλλουν βάναυσα τους Έλληνες εργαζόμενους.
Πηγή: imerodromos.gr
Πυρ ΔΝΤ: Νωρίτερα μείωση αφορολόγητου, αργότερα αντίμετρα, αντεργατικές ρυθμίσεις, εντατικοί πλειστηριασμοί

Πιο νωρίς η μείωση του αφορολογήτου, το 2023 τα αντίμετρα, όχι στην επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων, «στοπ» στους συμβασιούχους του Δημοσίου, μεγαλύτερη κάλυψη τραπεζών στους πλειστηριασμούς.
Ένα χρόνο νωρίτερα, δηλαδή το 2019, «βλέπει» το ΔΝΤ την εφαρμογή του νέου μειωμένου αφορολογήτου, που θα αφήσει «ακάλυπτο» το 20% των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων, ενώ όσον αφορά στα περιβόητα αντίμετρα, το Ταμείο δεν βλέπει φως πριν από το 2023, δηλαδή πριν χαλαρώσουν οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Αν και η έκθεση του ΔΝΤ επιχειρήθηκε να περάσει στα «ψιλά», ως «μια από τα ίδια», η προσεκτική ανάγνωση των διαπιστώσεων, των προβλέψεων και των συστάσεων που περιλαμβάνει, προμηνύει ένα «θερμό» Φθινόπωρο, με αμφίβολα τα χρονοδιαγράμματα της τρίτης αξιολόγησης, καθώς αμφισβητούνται βασικές παραδοχές των όσων ψηφίστηκαν μόλις πριν από ενάμιση μήνα.
Κατ’ αρχάς, το Ταμείο σημειώνει ότι «περιμένει την πλήρη εφαρμογή της μείωσης του αφορολογήτου το 2019», τινάζοντας στον αέρα τον προγραμματισμό της κυβέρνησης, που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να μεταθέσει το εν λόγω μέτρο το 2020. Όπως αναλύεται στην έκθεση του ΔΝΤ, το «ψαλίδισμα» της έκπτωσης φόρου κατά 650 ευρώ, δηλαδή του αφορολογήτου κατά περίπου 3.000 ευρώ, συνεπάγεται ότι εφεξής θα καλύπτει το 35% των μισθωτών και των συνταξιούχων, έναντι 55% που καλύπτονται αυτή τη στιγμή. Επιπλέον, το νέο αφορολόγητο θα καλύπτει το 40% του μισθού ενός μέσου εργαζόμενου, αντί 60%, μείωση που σύμφωνα με το Ταμείο δεν είναι αρκετή, καθώς ο μέσος όρος στην Ευρώπη βρίσκεται περίπου στο 22%. Αυτό που τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου είναι ότι αποτελεί αντικείμενο ανησυχίας πως βαίνει αυξανόμενος ο αριθμός των φορολογούμενων με εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο, λόγω της έξαρσης της μερικής και περιστασιακής απασχόλησης, επισήμανση που ανοίγει το «παράθυρο» για νέα μείωση του αφορολογήτου ορίου.
«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στο αφήγημα των αντίμετρων, καθώς αναφέρει ως βασικό του σενάριο ότι οι ψηφισμένες μειώσεις συντελεστών φυσικών- νομικών προσώπων, η μείωση της έκτακτης εισφοράς και το υπόλοιπο «πακέτο» κοινωνικών δαπανών, δεν θα ισχύσουν παρά μόνο το 2023, όταν χαμηλώνει ο πήχης των πρωτογενών πλεονασμάτων. Το ΔΝΤ «καρφώνει», μάλιστα, την Αθήνα ότι συμπεριέλαβε στα αντίμετρα την έστω μικρή μείωση του ΕΝΦΙΑ, παρά την αντίθετη άποψη του Ταμείου.
Υπενθυμίζεται ότι το αν η μείωση του αφορολογήτου θα έρθει το 2019 και το αν θα εφαρμοστούν τα αντίμετρα, θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση που θα λάβει χώρα λίγο πριν από την ολοκλήρωση του Προγράμματος κι αφού συνεκτιμηθούν οι προοπτικές επίτευξης πλεονασμάτων 3,5%.
«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στα Εργασιακά, στέλνοντας έτσι σαφές μήνυμα ότι η επόμενη αξιολόγηση, που ούτως ή άλλως συμπεριλαμβάνει τη θεσμοθέτηση αυξημένης πλειοψηφίας (50% + 1) για την προκήρυξη απεργιών στα πρωτοβάθμια σωματεία, θα είναι περιπετειώδης και σε αυτό το πεδίο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η αντιστροφή των όσων ισχύουν από το 2011 στο πεδίο των συλλογικών συμβάσεων (κατάργηση επεκτασιμότητας κλαδικών συμβάσεων), θα είναι «μεγάλο βήμα προς τα πίσω», καθώς όπως υποστηρίζει, θα περιορίσει την ευελιξία σε επίπεδο επιχειρήσεων, θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα, θα καθυστερήσει την πολυαναμενόμενη αύξηση απασχόλησης- επενδύσεων.
«Συμβουλεύουμε τις Ελληνικές Αρχές να το ξανασκεφτούν» τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου, σημειώνοντας ότι όντως η εσωτερική υποτίμηση απέτυχε και σημειώθηκε εκτεταμένη μείωση των πραγματικών αποδοχών, αλλά αυτό οφείλεται στις ανεπαρκείς μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ υπεραμύνεται της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας των επιχειρησιακών συμβάσεων, δείχνοντας να αγνοεί ότι με την κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, υπήρξε στροφή στις ατομικές συμβάσεις, με αποτέλεσμα η αγορά εργασίας να αποκτήσει χαρακτηριστικά «ζούγκλας».
Από τα πυρά του ΔΝΤ δεν γλίτωσαν ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο, οι οποίες σύμφωνα με το Ταμείο αυξάνονται δραματικά και τείνουν να ακυρώσουν τη μείωση του δημόσιου τομέα από το 2010 και μετά, με βάση τον κανόνα αποχωρήσεων- προσλήψεων. Σύμφωνα, μάλιστα, με το Ταμείο, «οι κανόνες για τις συμβάσεις πρέπει επειγόντως να σφίξουν», επισήμανση που έρχεται στον έντονο απόηχο των κινητοποιήσεων στην καθαριότητα και των σχεδιασμών της κυβέρνησης στους ΟΤΑ.
Η χαριστική βολή έπεσε στο «ευαίσθητο» πεδίο των πλειστηριασμών, όπου κατά το Ταμείο θα πρέπει να ενισχυθεί η κάλυψη των πιστωτών, δηλαδή των τραπεζών, έναντι του επίσης μνημονιακού κανόνα που ισχύει σήμερα και εγγυάται το 65% των απαιτήσεων. «Είναι μοναδικός κανόνας στην Ευρώπη», τονίζει το ΔΝΤ και ανάβει φωτιές, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναθεωρήσει τη σειρά (των καλύψεων), με στόχο ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας στα νέα δάνεια, με βάση τις βέλτιστες πρακτικές. Ποιες είναι αυτές; Οι απαιτήσεις των τραπεζών καλύπτονται πλήρως στην Αυστρία, στη Βουλγαρία, στη Γερμανία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Σουηδία, ενώ προβλέπεται μια κάποια ελάχιστη προστασία για τις αποδοχές των εργαζομένων μόνο στη Γαλλία, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία.
Ως παγίδα μπορεί να εξελιχθεί και η διαφορά εκτιμήσεων μεταξύ ΔΝΤ- Ευρωπαίων για το πλεόνασμα του 2018. Το Ταμείο επιμένει ότι δεν θα είναι υψηλότερο του 2,2%, αντί 3,5%, αφήνοντας έτσι μια «τρύπα» περίπου 2,5 δισ ευρώ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, υπάρχει συμφωνία με τους Ευρωπαίους ότι αν τελικά επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις του, τότε και οι Ευρωπαίοι θα αναθεωρήσουν το στόχο του 3,5%, δηλαδή δεν θα χρειαστεί να ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Ποια είναι, όμως, η προϋπόθεση; Οι Ελληνικές Αρχές να έχουν εφαρμόσει πλήρως όλα τα συμφωνηθέντα.
Πηγή: iskra.gr
Τα προτεινόμενα μέτωπα και ο αγώνας για τα λαϊκά συμφέροντα

Του Γεράσιμου Αραβανή.
Καιρό τώρα στο χώρο της αριστεράς πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες για συνεργασίες, η αρθρογραφία και οι εκδόσεις για την ανάγκη δημιουργίας μετώπων, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια μετωπολογία.
Προφανώς το φαινόμενο αυτό το τροφοδοτούν οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, η μεγάλη αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος και η κατάσταση στο χώρο της αριστεράς κυρίως της κομουνιστικής. Οι μεγαλύτεροι κομματικοί σχηματισμοί της είτε δεν θέλουν καμία συνεργασία ή έστω κοινή δράση, είτε την βλέπουν με βάση την πολιτική τους πρόταση. Οι πολιτικές συνεργασίες και τα μετωπικά σχήματα βέβαια δεν είναι πρόβλημα των περιόδων που στο κίνημα εμφανίζονται δυσκολίες, αλλά και των περιόδων ανάπτυξής του, πάντα θα είναι, αλλά για σήμερα η καθίζηση του κινήματος, ή «παρέλαση» της πολιτικής του κεφαλαίου χωρίς ουσιαστική αντίσταση, ο κατακερματισμός των δυνάμεων της μαχόμενης και της κομμουνιστικής αριστεράς και η αγωνία των αγωνιστών για τα οξύτατα προβλήματα του λαού και την προοπτική της υπόθεσης του σοσιαλισμού οδηγεί σε πρωτοβουλίες και εναγώνιες προσπάθειες να συγκεντρωθούν κάποιες δυνάμεις, κάτι να αρχίσει να γίνεται.
Κατά μία έννοια όλες αυτές οι επεξεργασίες, οι πρωτοβουλίες και οι συμφωνίες για κοινή δράση κάτι θετικό περιέχουν και κατά τούτο είναι χρήσιμες. Κάποιες πλευρές ορισμένα πλαίσια δράσης τις επεξεργάζονται πιο ολοκληρωμένα π.χ. τα οικονομικά προβλήματα που θα δημιουργηθούν κατά την εφαρμογή φιλολαϊκής ριζοσπαστικής πολιτικής εξόδου από την κρίση, τα αναγκαία βήματα και τις προϋποθέσεις τους, κάπου αλλού προτείνονται αποσαφηνίσεις όρων και ιδεών κλπ. Επειδή όμως ότι σπείρουμε σήμερα θα το θερίσουμε στο μέλλον και τις λάθος απόψεις, τις ουτοπικές και μεσοβέζικες θέσεις θα τις βρούμε μπροστά μας ιδιαίτερα αν αποκτήσουν κάποια επιρροή, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και ευθύνη.
Τα πολιτικά προγράμματα και ιδιαίτερα των κομμάτων της αριστεράς και δη της Κομμουνιστικής που αναφέρονται στην απελευθέρωση των εργαζομένων, δηλαδή στην κομμουνιστική κοινωνία, πρέπει να είναι ολοκληρωμένα.
Να αναφέρονται στις επιδιώξεις του συγκεκριμένου φορέα, ποιος είναι ο τελικός σκοπός του και να τον περιγράφουν.
Θα είναι αγώνας για την βελτίωση της ζωής των εργαζομένων απλώς ή η ανατροπή της αστικής τάξης και η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Συγκροτείται εξαρχής το μέτωπο, γίνεται πάνω στην επιδίωξη του τελικού σκοπού ή είναι εξελισσόμενο και αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν, το βάθος της συνειδητότητας των εργαζομένων, την ισχύ του κινήματος και τον συσχετισμό δύναμης και στην πορεία της δράσης εξελίσσεται βαθαίνει και ριζοσπαστικοποιείται ο χαρακτήρας του όσον αφορά τους στόχους, ενδεχομένως στενεύει το πολιτικό εύρος της σύνθεσής του, αν και αυτό δεν είναι αναγκαίο να συμβεί.
Αναφέρεται, επίσης, στα μέσα και στις μορφές που χρησιμοποιεί, σε γενικές γραμμές στην τακτική που θα ακολουθήσει. Στις κοινωνικές δυνάμεις που αντικειμενικά εκφράζει και επιδιώκει να αποσπάσει την υποστήριξή τους, αποσπώντας τες από την αστική επιρροή. Αναφέρεται στην εξουσία που δημιουργεί μετά την επικράτησή του. Αν όλα αυτά δεν λύνονται πολύ συγκεκριμένα, παρακάμπτονται ή αποσιωπούνται, πολύ φοβόμαστε ότι μπορεί να αποτελέσει το εισιτήριο για τον εκφυλισμό του.
Βέβαια δεν είναι πάντα αναγκαίο και δυνατό κάθε μέτωπο να έχει ολοκληρωμένο πρόγραμμα και ρητά διατυπωμένο τελικό σκοπό, συνήθως για το λόγο ότι δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις και επιδιώκεται μέσα από τις συνεργασίες και την κοινή δράση να δημιουργηθούν. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος γίνεται για μια μετωπική συμφωνία τακτικού χαρακτήρα, ενδεχομένως μεγάλης σημασίας, που δεν υπερβαίνει όμως ένα στενό ορίζοντα. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει ο χαρακτήρας του να αποσαφηνιστεί και να δηλωθεί ανοικτά. Ότι δηλαδή η συμφωνία έχει στόχο την δράση από κοινού πάνω σε σοβαρά ζητήματα, αλλά πιο περιορισμένου χαρακτήρα χωρίς μεγάλα λόγια και αναφορές στο σοσιαλισμό.
Μπορεί να είναι συμφωνία πολιτικών φορέων ή συνδικαλιστών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων για ζητήματα τοπικού ή γενικότερου ενδιαφέροντος, ακόμη και εκλογική συνεργασία. Κλασσικό παράδειγμα είναι η πρόταση της Κομιντέρν προς τις σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού διεθνείς για ενιαίο μέτωπο και δράση πάνω στα εξής πέντε ζητήματα: Υπεράσπιση των εργαζομένων από την επίθεση του κεφαλαίου, πάλη ενάντια στην αντίδραση και την προετοιμασία νέων ιμπεριαλιστών πολέμων, βοήθεια στη σοβιετική Ρωσία, εναντίον της συνθήκης των Βερσαλλιών και για την ανόρθωση των κατεστραμμένων περιοχών. Ούτε η στρατηγική ούτε ο σοσιαλισμός τέθηκε ως προϋπόθεση για την συγκρότηση του μετώπου.
Πιστεύουμε ότι ο ανοιχτός συντροφικός και ειλικρινής διάλογος είναι απόλυτα αναγκαίος, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες γι αυτό και θα προχωρήσουμε σε ορισμένες παρατηρήσεις πάνω στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο των Θ. Μαργιόλη, Δ. Καλτσώνη, και Κ. Παπουλή με τίτλο «Μετωπικό πρόγραμμα δι-εξόδου από την κρίση». Το βιβλίο περιέχει πολλές ενδιαφέρουσες επεξεργασίες πάνω σε οικονομικά κυρίως προβλήματα, αναπτύσσοντας μια οικονομική πρόταση που την ονομάζει «Νέα οικονομική πολιτική».
Στα καθαρά πολιτικά, όμως ζητήματα αυτά που συγκροτούν και τον χαρακτήρα του προγράμματος έχουμε σημαντικές επισημάνσεις και διαφωνίες. Πρώτο: Για ποιο λόγο και με ποιό στόχο επιδιώκουν οι δυνάμεις του «λαϊκού μετώπου» να πάρουν την κυβέρνηση, να την αξιοποιήσουν πως και για πιο σκοπό; Είναι καίριο ζήτημα θεωρούμε στο οποίο δεν χωρούν εκπτώσεις. Την ιδέα να υποστηρίξουν ή και να συμμετάσχουν υπό προϋποθέσεις οι κομμουνιστές σε εργατική κυβέρνηση πριν την επανάσταση την εισήγαμε η ίδια η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν το 1922, σε συνθήκες υποχώρησης του επαναστατικού κύματος, ανάκαμψης της αστικής τάξης και πέρασμα της εργατικής τάξης στην άμυνα εφαρμόζοντας την πολιτική του ενιαίου μετώπου. Η θέση ήταν η εξής: «Η εργατική κυβέρνηση πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι πολύ λίγο ασφαλής και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη…… Μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, αν στηριχθεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αγώνα και δημιουργημένα από τα πιο πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων μαζών. Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το εργατικό λαϊκό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως και σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει επαναστατικούς αγώνες .…».
Επίσης το 4ο συνέδριο της Κομιντέρν σχολιάζοντας εσφαλμένες θέσεις του Κ.Κ. Γερμανίας έγραφε ότι αυτές οδηγούν στην διάδοση δεξιών οπορτουνιστικών αυταπατών για την δυνατότητα μακράς ύπαρξης της εργατικής κυβέρνησης, στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, την στιγμή που η Κομιντέρν θεωρούσε την κυβέρνηση αυτή ως μέσο πάλης ενάντια στην αστική τάξη για την οριστική ανατροπή της.
Από αυτή και άλλες τοποθετήσεις της Κομιντέρν συνάγεται ότι η ανάδειξη εργατικής κυβέρνησης είναι μια πιθανότητα όχι η μεγαλύτερη στα πρόθυρα της επαναστατικής κατάστασης ή τουλάχιστον σε μεγάλη αδυναμία της αστικής τάξης και ισορροπίας δυνάμεων, όταν στο λαό η ιδέα μιας άλλης διακυβέρνησης πέρα από την αστική έχει κατακτήσει σημαντικό έδαφος, γίνεται λαϊκή απαίτηση και πάλι με πολύ μεγάλη προσοχή και αίσθηση των κινδύνων. Ο λόγος της υποστήριξής της είναι να αξιοποιήσει η εργατική τάξη την κυβερνητική εξουσία για να ανοίξει ο δρόμος προς την επανάσταση. Η διάρκεια της θα είναι περιορισμένου χρόνου ως συνέπεια της οξύτατης επίθεσης της αστικής τάξης και του δυσμενούς για την εργατική τάξη συσχετισμού δύναμης, ειδάλλως στο βάλτωμα της διαδικασίας αυτής και η ανατροπή της κυβέρνησης κάτω από το βάρος των προβλημάτων και των αδιεξόδων που θα δημιουργούσαν ήταν πολύ πιθανή.
Η ιστορική εμπειρία το επιβεβαίωσε. Η περίπτωση της Χιλής 1970-73, της Πορτογαλίας κατά την επανάσταση των «γαρυφάλλων», οι σύγχρονες περιπτώσεις της Βενεζουέλας και άλλες. Επιτυχία είχε η διαδικασία αυτή στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο 1945-48 σε εξαιρετικά ευνοϊκές όμως συνθήκες, με ένα Κομμουνιστικό κόμμα πανίσχυρο και εκλογικά, την εργατική τάξη οργανωμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό κάτω από την επιρροή των Κομμουνιστών και τη δυνατότητα επέμβασης του ιμπεριαλισμού μηδαμινή.
Το πρόγραμμα στο οποίο αναφερόμαστε και περιέχεται στο συγκεκριμένο βιβλίο προτείνει να υποστηριχθεί η ανάδειξη Λαϊκής Δημοκρατικής κυβέρνησης ως μοναδικό δρόμο για την έξοδο από την κρίση υπέρ του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό, κάτι σαν νομοτελειακή εξέλιξη. Η κυβέρνηση αυτή θα διαρκέσει χρόνια, τουλάχιστον εφτά χρόνια θα διαρκέσουν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, χρόνος υπερβολικά αισιόδοξος, οικονομικό πρόγραμμα που θα εξελιχθεί σε τρεις φάσεις, κοντοπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο, μέσω των διαδικασιών αυτών θα δημιουργηθούν βαθιές αλλαγές στο εποικοδόμημα και όλα αυτά θα αποτυπωθούν σε νέο «λαϊκό δημοκρατικό» σύνταγμα.
Τις διαδικασίες αυτές ουσιαστικά το πρόγραμμα τις περιγράφει να εξελίσσονται σε συνθήκες απουσίας ταξικής πάλης, κάτι σαν να είναι η κυβέρνηση μόνη της, να μην υπάρχει πανίσχυρη ακόμη αστική τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής και ουσιαστικά την εξουσία και οι λαϊκές δυνάμεις μόνο την κυβέρνηση. Πρέπει να είναι σε όλους σαφές ότι αν απειλείται πράγματι η αστική κυριαρχία θα ακολουθήσει λυσσαλέα αντίδραση της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών με στόχο την παρεμπόδιση της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος και μεταστροφής των λαϊκών διαθέσεων. Εξ αυτού συνάγεται ότι η νίκη και ο σχηματισμός λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης πρέπει να αξιοποιηθεί για την ωρίμανση των προϋποθέσεων της επαναστατικής ανατροπής και εκεί να κριθεί το ζήτημα της εξουσίας και όχι για μια λαϊκή δημοκρατική αλλαγή στην κοινωνία μακρόχρονη και ύστερα να επιδιωχθεί η κατάκτηση της εξουσίας και η πορεία στον σοσιαλισμό.
Όλη αυτή η διαδικασία έχει προϋπόθεση την ανάδειξη λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης, κάτι σαν νομοτελειακή εξέλιξη όπως ήδη σημειώσαμε. Τέτοια κυβέρνηση μέσω εκλογικών διαδικασιών είναι κατ’ αρχήν πολύ δύσκολο να προκύψει. Ιστορικά οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ περιορισμένες, δεν καταγράφονται αντίστοιχες στον αναπτυγμένο καπιταλισμό και συνδέονται σχεδόν πάντα με ιδιαίτερες συνθήκες, πράγμα που σημαίνει ότι ουσιαστικά η προοπτική ανάδειξης λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης με μια τέτοια τακτική δεν είναι πιθανή.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι εκλογές και συνολικά οι αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και οι κρατικοί θεσμοί δεν είναι φτιαγμένοι για να αξιοποιηθούν για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, αλλά για την στερέωση της κυριαρχίας του. Ταξική συνείδηση διαμορφώνει η ταξική πάλη μέσα στους αγώνες με την επίδραση του μαρξισμού λενινισμού και της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, αντίθετα οι εκλογές και η δράση κυρίως στο αστικό πολιτικό σύστημα ομογενοποιούν τον εργαζόμενο λαό στο επίπεδο της συνείδησης του πολίτη, αμβλύνοντας την αίσθηση των ταξικών διακρίσεων και των ταξικών συμφερόντων υπέρ μιας αντίληψης που κυριαρχείται από το εθνικό συμφέρον και γενικά την πορεία της χώρας. Η εκλογική νίκη μέσω των συνηθισμένων εκλογικών διαδικασιών οδηγεί στο στρογγύλεμα των θέσεων ώστε να διευρυνθούν οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στο μέτωπο θέτοντας πιο ελαστικά κριτήρια για να εισρεύσουν στην κάλπη του λαϊκού μετώπου περισσότερες ψήφοι. Χάριν της εκλογικής επιτυχίας νοθεύεται ο ριζοσπαστισμός και ο ταξικός προσανατολισμός. Η αξιοποίηση των εκλογών υπέρ του λαού είναι «μια στιγμή» και δεν μπορεί να είναι το κύριο στον προσανατολισμό του.
Ισχυρή ταξική συνείδηση, ισχυρό εργατικό κίνημα ταξικά προσανατολισμένο και προσανατολισμός στις εκλογικές διαδικασίες και στη δράση στους αστικούς θεσμούς είναι σε αντίθεση, δύσκολα μπορούν να συνδυαστούν.
Η επιδίωξη της εκλογικής νίκης του μετώπου και του σχηματισμού κυβέρνησης πρέπει να υπάρχει στο οπλοστάσιό μας, όχι ως αναγκαία διαδικασία, αλλά επικουρικά. Αν προκύψει τέτοια δυνατότητα το κίνημα πρέπει να την αξιοποιήσει.
Η εκλογική νίκη των λαϊκών δυνάμεων μέσα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες είναι μάλλον η εξαίρεση και δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ως η διαδικασία προσέγγισης στην κοινωνική ανατροπή. Επιπλέον το μακροχρόνιο μιας λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης που πρώτα θα μετασχηματίσει την ελληνική κοινωνία με κοινοβουλευτικές διαδικασίες κατά βάση και με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό μοιάζει απίθανο και μπορεί να αποδειχθεί κίνδυνος θάνατος.
Εντύπωση προκαλεί επίσης ο τρόπος που το συγκεκριμένο πρόγραμμα αντιλαμβάνεται το μέτωπο που προτείνει. Στο μέτωπο αυτό πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, εργατική τάξη και μικροαστικά στρώματα, κόμμα της εργατικής τάξης και κόμματα έκφρασης των μικροαστικών στρωμάτων που συμμετέχουν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν βλέπει το κείμενο έναν ιδιαίτερο ρόλο της εργατικής τάξης, της δύναμης που είναι φορέας των νέων, των σοσιαλιστικών κοινωνικών σχέσεων και στο κόμμα της, ρόλο που αντικειμενικά έχουν και πρέπει φυσικά να τον κατακτήσουν στην πράξη.
«Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις των εργαζομένων αποτελούν βάση και διαμέσου του μετωπικού προγράμματος, τις συνιστώσες ανάδειξης της λαϊκής κυβέρνησης», αναφέρει το κείμενο, που σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις έχουν αντίστοιχο πρωτοπόρο ρόλο είναι εξίσου πρωτοπορία. Ιστορικά όμως στα μεγάλα γεγονότα και ακόμη περισσότερο στις επαναστάσεις αυτό δεν υπήρξε ποτέ. Ανάλογα με τον χαρακτήρα κάθε επανάστασης ή βαθιάς κοινωνικής τομής κάποια κοινωνική τάξη είχε τον πρωτοπόρο ρόλο. Τις αστικές επαναστάσεις κατά την περίοδο της ανόδου της, τις καθοδήγησε η αστική τάξη και οι υπόλοιπες τάξεις εργατική, αγρότες και μικροαστοί, αγωνίστηκαν για την εγκαθίδρυση αστικών κοινωνικών σχέσεων, για εξ’ αντικειμένου ξένα προς αυτές συμφέροντα που όμως η επιβολή τους διαμόρφωνε καλύτερες συνθήκες και για τις ίδιες. Στην πορεία όμως ανάπτυξης του καπιταλισμού και όπου παρέμεναν φεουδαρχικά υπολείμματα όταν η εργατική τάξη είχε δυναμώσει αρκετά και είχε αποκτήσει συνείδηση της αποστολής της και μια ικανή πολιτική πρωτοπορία τότε επεδίωξε στην αστική επανάσταση να μην μπει η σφραγίδα της αστικής τάξης αλλά της εργατικής και εκμεταλλευόμενη τις επαναστατικές διαθέσεις του λαού να μετεξελιχτεί η αστική επανάσταση σε σοσιαλιστική. Σε όλες αυτές τις επαναστάσεις ο ρόλος των μικροαστικών δυνάμεων ήταν επικουρικός και όχι πρωτοπόρος.
Η ίδια σύγχυση επικρατεί και σε άλλα σημεία του προγράμματος. «Το παρόν μετωπικό πρόγραμμα στοχεύει κατ’ αρχάς στην ανάταξη και εν συνεχεία στην ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής και τελικά των παραγωγικών δυνάμεων με γνώμονα τα γενικά εθνικά συμφέροντα αλλά δίνοντας, όταν απαιτείται, προτεραιότητα σε κείνα των μισθωτών εργαζομένων». Εδώ πρόκειται για ανάπτυξη επ’ ωφελεία του συνόλου της κοινωνίας και θα προσθέταμε ιδιαίτερα των επιχειρηματιών και δευτερευόντως των εργαζομένων.
Θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει σχέδιο εξόδου από την κρίση υπέρ των εργαζομένων και να οδηγήσει σε βαθιές τομές στο δρόμο του σοσιαλισμού.
Επισημαίνοντας τα παραπάνω επιδιώκουμε να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται και καθόλου δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθούν οι καλές προθέσεις των συγγραφέων. Αυτές για μας είναι δεδομένες. Επειδή όμως η ιστορία δεν γράφεται με βάση τις προθέσεις κανενός αλλά με βάση τις ιδέες και τα προγράμματα που κινούν τους ταξικούς αγώνες θεωρήσαμε αναγκαίο να προβούμε σ’ αυτές τις παρατηρήσεις.
Πηγή: ergatikosagwnas.gr
Η κρίση «βάζει φρένο» στο προσδόκιμο ζωής

«Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια υπήρξε αύξηση της θνησιμότητας σε κάποιες ηλικίες και αυτό πιθανότατα σχετίζεται με τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν να επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανόδου του προσδόκιμου ζωής, ο οποίος υπό αυτές τις συνθήκες θα παραμείνει χαμηλός».
Με αυτές τις λέξεις, ο Έλληνας επιστήμονας, Βασίλης Κόντης, που έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Cambridge, στο Bath και στο Imperial και εργάζεται ως στατιστικός αναλυτής στη Βρετανία, περιγράφει στην «Καθημερινή» τα σημερινά δεδομένα για το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας.
Ο ίδιος, πριν από λίγους μήνες, πήρε μέρος σε μια πολύ σημαντική έρευνα που δημοσίευσε μία μικρή ομάδα ερευνητών του Imperial College του Λονδίνου για το προσδόκιμο σε 35 χώρες του πλανήτη, μέχρι το 2030. Ανάμεσα σε αυτές, ήταν και η Ελλάδα, που εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής κρίσης από την οποία δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει για τους επιστήμονες ειδικό ενδιαφέρον.
Ανοδική πορεία
Από το 1960 μέχρι και τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, η καμπύλη που αποτυπώνει το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας έχει πορεία ανοδική. Τα στοιχεία για τη θνησιμότητα που είχε η ομάδα των ερευνητών στη διάθεσή της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έφταναν μέχρι το 2012, έτος κατά το οποίο το προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες ήταν περίπου στα 83 έτη και για τους άνδρες στα 78.
Αβεβαιότητα
Ωστόσο ο καθηγητής Βασίλης Κόντης εξηγεί πως στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον, είναι δύσκολο να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις.
«Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι σημαντικές, καθώς η Ελλάδα έχει μειώσει δραματικά τις δαπάνες για την Υγεία. Οι χώρες με γρήγορη αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι αυτές με ισχυρά συστήματα υγείας και επιτυχίες στους τομείς της περίθαλψης και της δημόσιας υγείας, όπως για παράδειγμα η πρόγνωση και αντιμετώπιση χρόνιων παθήσεων ή η μείωση της παχυσαρκίας και του καπνίσματος», λέει στην «Κ».
Και αν στην Ελλάδα η κατάσταση περιγράφεται έτσι, στην άλλη άκρη του πλανήτη, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η έρευνα του Imperial College, έδειξε ότι η Νότια Κορέα είναι η χώρα που παρουσιάζει εντυπωσιακή αύξηση την τελευταία δεκαετία στο προσδόκιμο ζωής.
«Αν συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς θα σπάσει το φράγμα των 90 ετών στις γυναίκες, ξεπερνώντας την Ιαπωνία, χώρα που κατέχει εδώ και πολλά χρόνια την πρώτη θέση», λέει ο κ. Κόντης.
Στο πέρασμα των δεκαετιών, το προσδόκιμο της ζωής στις ανεπτυγμένες χώρες έχει διαγράψει μια πορεία σταθερά ανοδική. Η πρόοδος της ιατρικής, η πρόσβαση των πολιτών σε καλύτερη περίθαλψη, αλλά και η βελτίωση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, είναι παράγοντες που έχουν συντελέσει στη μακροζωία.
Η αύξηση αυτή, εκτιμούν οι επιστήμονες του Imperial που εργάστηκαν επί ενάμιση χρόνο πάνω σε αυτή την έρευνα, αναμένεται να συνεχιστεί σε όλες τις χώρες, σε άλλες λιγότερο και σε άλλες περισσότερο, ενώ η «ψαλίδα» ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες (που ζουν περισσότερα χρόνια) θα κλείσει περισσότερο, προστίθεται στο δημοσίευμα της Καθημερινής.
Μετατόπιση «βάρους»
«Οι ανεπτυγμένες χώρες», λέει ο κ. Κόντης, «έχουν αντιμετωπίσει σε μεγάλο βαθμό τη βρεφική και παιδική θνησιμότητα και το “βάρος” έχει μετατοπιστεί στα χρόνια νοσήματα που εμφανίζονται κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Αν καταφέρουμε να προσπεράσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, όπως για παράδειγμα τα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας, μπορούμε να ελπίζουμε ότι στο μέλλον θα ζούμε ακόμη περισσότερο».
Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, καταλήγουν οι επιστήμονες, θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές που θα εξασφαλίζουν καλή ποιότητα ζωής στους ηλικιωμένους και θα βοηθήσουν να μην επιβαρυνθεί πολύ το σύστημα υγείας κάθε χώρας.
- Τελευταια
- Δημοφιλή