Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ο θεσμός της διαιτησίας στο μνημονιακό στόχαστρο

Ενώ η 4η αξιολόγηση βρίσκεται σε εξέλιξη, ενισχύεται η αμφισβήτηση του κυβερνητικού αφηγήματος της «καθαρής εξόδου» και αυστηροποιείται, όπως δείχνουν τα πράγματα, το πρόγραμμα μεταμνημονιακής επιτήρησης. Ενδεικτικό του διαμορφωνόμενου κλίματος είναι το γεγονός ότι ο ένας μετά τον άλλον οι εκπρόσωποι των «θεσμών» τονίζουν ταυτόχρονα και εμφατικά την επιτακτική ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης των «μεταρρυθμίσεων», βάζοντας στο στόχαστρό τους τα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα και ειδικά τη διαιτησία.
Αυτό επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά από τις σχετικές δηλώσεις των Κοστέλο και Ρέγκλινγκ στο Συνέδριο των Δελφών. Ωστόσο, οι θεσμοί δεν φείδονται επαίνων για την ελληνική κυβέρνηση που τη θεωρούν ως την πιο συνεπή και αποτελεσματική στην εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων.
Παρά την -σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβανόμενη- άρνηση της κυβέρνησης, εφόσον επιβληθεί τελικά η «προληπτική γραμμή στήριξης», ως νομοτελειακά αναπόφευκτη εμφανίζεται η συνέχιση των «μεταρρυθμιστικών» πολιτικών. Αυτό αφορά κατά κύριο λόγο την αγορά εργασίας, ιδίως δε τους θεσμούς του συλλογικού εργατικού δικαίου. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι μεταξύ των πιο σημαντικών προαπαιτούμενων της τρέχουσας αξιολόγησης βρίσκονται ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές βασικά σχέσεις εργασίας.
Η επανεξέταση της διαιτησίας
Έτσι, πέραν από τις «ήπιες», πλην προαγγελτικές νέων δραστικότερων μέτρων, παρεμβάσεις στο δίκαιο του εργασιακού αγώνα (βλ. σχετικά Τραυλού-Τζανετάτου, Η ανταπεργία στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, 2018, σ. 10 επ., 199 επ., του ίδιου, Μνημονιακών προσταγμάτων συνέχεια, σε «Δρόμος της Αριστεράς», 3.03.2018, σ. 12-13), η προσοχή στρέφεται βασικά στο κρίσιμο ζήτημα της διαιτησίας.
Η «επανεξέταση» της διαιτησίας αποτελεί προαπαιτούμενο της 4ης αξιολόγησης. Εφόσον επαληθευθούν οι όχι αβάσιμοι φόβοι ότι η επανεξέταση αυτή θα ενταχθεί στην μέχρι σήμερα υλοποιηθείσα πολιτική της «μεταρρύθμισης» των εργασιακών σχέσεων, ιδίως των συλλογικών (δηλαδή νεοφιλελεύθερης μετάλλαξής τους) το πλήγμα στο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων θα είναι δεινό.
Σημειωτέον ότι ο ψηφισθείς από την ελληνική Βουλή επί Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα Ν. 1876/1990 προέβλεψε ένα σύστημα διαιτησίας που ίσχυσε αδιατάρακτα για μία 20ετία. Έτυχε, μάλιστα, τουλάχιστον κατά την πρώτη 10ετία, ευρύτατης αποδοχής από τους κοινωνικούς ανταγωνιστές. Πάντως, ήδη από τη 10ετία του ’90, ασκήθηκε κριτική κατά της υποχρεωτικότητας του συστήματος αυτού, όπως εκφράζεται μέσω της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής, θεωρούμενου μάλιστα ως αντισυνταγματικού (έτσι βασικά Παπασταύρου, ΕΕργΔ 1996, σ. 949 επ., διαφορετικά, ωστόσο ΟλΑΠ 25/2004, ΔΕΝ 2004, 1399).
Το καίριο πλήγμα
Ο θεσμός της διαιτησίας δέχθηκε ένα καίριο διπλό πλήγμα από την επιβληθείσα από τους «θεσμούς» Π.Υ.Σ. 6/2012 (άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 4). Τούτο δε καθώς, αφενός μεν απαγορεύθηκε η μονομερής προσφυγή, αφετέρου δε περιορίστηκε δραστικά το έργο του διαιτητή, σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιεχόμενο της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, με αποτέλεσμα την ουσιαστική αναίρεση της διαιτητικής απόφασης ως επικουρικού, λειτουργικού υποκατάστατου της Συλλογικής Σύμβασης.
Ωστόσο, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 2307/2014 απόφασή της, αποκλίνοντας από τη γενικότερη φιλομνημονιακή της κατεύθυνση (βλ. για το ζήτημα αυτό Τραυλού-Τζανετάτου, Ανώτατα Δικαστήρια και εργασιακές σχέσεις στην εποχή των μνημονίων, 2015), έκρινε ως αντισυνταγματικές τις επίμαχες ρυθμίσεις. Η συμμόρφωση του νομοθέτη προς την απόφαση αυτή πραγματοποιήθηκε με τον, συνταγματικά πολλαπλώς προβληματικό και δυσλειτουργικό, Ν. 4303/2014 (βλ. Καζάκου, ΕΕργΔ 2015, σ. 1000 επ.).
Η προβληματικότητα των ρυθμίσεων του Ν. 4303/2014 θα μπορούσε βεβαίως να οδηγήσει στη σκέψη ότι η επιδιωκόμενη από το τρίτο μνημόνιο αξιολόγηση θα εκινείτο στην κατεύθυνση βελτίωσης και όχι χειροτέρευσής του. Ωστόσο, η ιστορία των προηγηθεισών στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου διαπραγματεύσεων και η παραπομπή στις καλένδες του νομοσχεδίου Σκουρλέτη για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεν φαίνεται να δικαιολογούν την όποια αισιοδοξία. Πολλώ μάλλον καθώς η συνδεόμενη με τη μονομερή προσφυγή υποχρεωτικότητα της διαιτησίας εξακολουθεί να αποτελεί «κόκκινο πανί» για τους «θεσμούς».
Βεβαίως η πλήρης ανατροπή της μονομερούς προσφυγής και η επαναφορά στο σύστημα της «συμφωνημένης διαιτησίας» αποκλείεται ως ασύμβατη προς την προαναφερθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η υπονόμευσή της μέσω διαδικαστικής ή ουσιαστικής δυσχέρανσης άσκησης του επίμαχου δικαιώματος, δηλαδή λειτουργικού εκφυλισμού της σε άκρως εξαιρετικό έσχατο μέτρο (ultima ratio). Πολλώ μάλλον καθώς μέρος της θεωρίας ενστερνίζεται παρόμοιες απόψεις (βλ. ενδεικτικά Ζερδελή, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2017, σ. 251 επ.).
Νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα
Στη θέση αυτή πρέπει πάντως να επισημανθεί η εξιδανίκευση της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας στο πεδίο των σχέσεων εργασίας. Τούτο δε καθώς συγκαλύπτουν το πανθομολογούμενο γεγονός της κρατούσας στη χώρα μας κατάστασης αποδιάρθρωσης των συλλογικών σχέσεων εργασίας. Η κατάσταση αυτή με τη σειρά της καθιστά ακόμα περισσότερο ασθενή τη δυνατότητα των ευρισκόμενων ήδη σε βαθιά και πολλαπλή κρίση συνδικάτων να επιτελέσουν την κρίσιμη για τη διασφάλιση μιας στοιχειώδους προστασίας των εργαζομένων αποστολή τους.
Χαρακτηριστικό του ιδεοληπτικού χαρακτήρα των θέσεων αυτών είναι η επιχειρούμενη αντιπαράθεση της μονομερούς προσφυγής προς την απεργία. Την ίδια στιγμή παραβλέπεται ή αποσιωπάται τόσο η καίρια, ιδίως στη σημερινή περίοδο κρίσης, λειτουργία της μονομερούς προσφυγής, όσο και τα εγγενή όρια του απορρυθμισμένου σε σημαντικό βαθμό δικαιώματος απεργίας.
Ενδιαφέρουσα είναι η επισήμανση της «αδήριτης ανάγκης», ως οιονεί de facto, αν όχι de jure, μόνιμου προαπαιτούμενου, προσφυγής στα «φώτα» του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO) για την νομοθετική αντιμετώπιση των επίμαχων ζητημάτων. Σημειώνεται δε ότι αυτή η επισήμανση είναι ενδεικτική της, μη τηρούσας ούτε τα προσχήματα, απεμπόλησης της δικαιοπολιτικής και νομοθετικής αυτονομίας της χώρας στο κρίσιμο πεδίο των εργασιακών σχέσεων.
Στην ίδια λογική κηδεμόνευσης της λαϊκής κυριαρχίας ανήκει και η ανάθεση του δικαιοπολιτικού σχεδιασμού του ζητήματος της διαιτησίας, σε κάποιο εξειδικευμένο, ιδεολογικοπολιτικά αποστειρωμένο και «ουδέτερο» δικηγορικό γραφείο. Πρόκειται πράγματι για ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο μεταδημοκρατικού εκφυλισμού, του οποίου την διαχείριση έχει αναλάβει εργολαβικά η «κυβερνώσα αριστερά»: την μετάλλαξη ενός στρατευμένου κοινωνικοπολιτικά υπέρ της εργασίας θεσμού σε απλό τεχνικό, απονευρωμένο κοινωνικά, ζήτημα.
Και η Χούντα το προσπάθησε
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η επιδιωκόμενη επαναρρύθμιση της διαιτησίας, ανεξαρτήτως τελικής νομοθετικής μορφής, εφόσον, όπως προκύπτει από την μνημονιακή δέσμευση, πραγματοποιηθεί εντός της τρέχουσας αξιολόγησης, θα συμπεριληφθεί στην διαβόητη «κωδικοποίηση» του εργατικού δικαίου. Πρόκειται για ένα εγχείρημα ιδιαιτέρως δυσχερές και απαιτεί μακροχρόνιες και άρτια τεκμηριωμένες επεξεργασίες από πολυμελή ομάδα ειδικών. Είναι δυσχερές λόγω του γενετικού κώδικα και της φύσης του αντικειμένου του, της πολυπλοκότητας, της δυναμικής και της ευαισθησίας του στις οικονομικοτεχνικές μεταβολές. Για τους λόγους αυτούς, και όχι μόνον, έχουν αποτύχει προηγούμενες προσπάθειες.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η τελευταία, αποτυχημένη προσπάθεια έγινε το 1973, επί χούντας. Η δε σύνταξη του γαλλικού Κώδικα Εργασίας άρχισε το 1901 και περατώθηκε το 1927! Πάντως, η περίοδος γενικευμένης απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας που διανύουμε δεν είναι η πιο κατάλληλη και ενδεδειγμένη για την ανάληψη της βαριάς ευθύνης ενός τέτοιου εγχειρήματος. Είναι μια συγκυρία όπου αμφισβητείται ο ίδιος ο ιστορικός, γενετικός και αξιακός κώδικας του εργατικού δικαίου, ενόψει μάλιστα και της επικείμενης, πολλαπλώς προβληματικής, αναθεώρησης του Συντάγματος.
Βεβαίως ο προαναφερθείς κίνδυνος περαιτέρω απορρύθμισης του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της τρέχουσας αξιολόγησης, μέσω περιθωριοποίησης του στοιχείου της υποχρεωτικότητας, δεν αποτελεί απλή εικασία. Ούτε προϊόν μιας κινδυνολάγνας φαντασίας, ενός αυθαίρετου κασσανδρικού χρησμού. Αντιθέτως, συνιστά μια πρόβλεψη που, καθώς διαθέτει σημαντικά ερείσματα στην τρέχουσα μνημιοκρατούμενη δικαιοπολιτική πραγματικότητα και τις εγγενείς τάσεις μετεξέλιξής της, περιέχει την δυναμική υλοποίησής του.
Ενδεικτικές, ενδεχομένως και σηματοδοτικές των τρεχουσών δικαιοπολιτικών ζυμώσεων, είναι οι προσφάτως δημοσιευθείσες θέσεις για την ανάγκη επανοργάνωσης της όλης διαδικασίας του συστήματος διαιτησίας (βλ. Κουκιάδη, ΕΕργΔ 2018, σ. 1 επ., ιδίως 7 επ.). Ο κίνδυνος αυτός γίνεται μεγαλύτερος, σε περίπτωση που η επίμαχη επανεξέταση δεν θα αποτελέσει μια απλή μεμονωμένη παρέμβαση στο -αν και με σοβαρά προβλήματα λειτουργίας- διατηρούμενο ακόμη σε ισχύ θεσμικό οικοδόμημα του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, αλλά θα συνδεθεί με την ανατροπή ή μετάλλαξή του.
Το σπιράλ θανάτου, στο οποίο έχουν εμπλακεί οι εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας, σε πείσμα της όποιας ιδεοληπτικής άρνησης της πραγματικότητας ή συνειδητής παραχάραξής της, δεν τελειώνει με το τρίτο μνημόνιο. Το ελληνικό πειραματόζωο φαίνεται ότι θα συνεχίσει την διατεταγμένη αποστολή του, τόσο την εκφοβιστική – παραδειγματική όσο και, κυρίως, την πιλοτική-σηματοδοτική της κυοφορούμενης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δυστοπίας και μεταδημοκρατικής μετάλλαξης.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Οι «βρόμικες συναλλαγές» Μέρκελ–Ερντογάν με φόντο το Αφρίν

Η ηγέτης του αριστερού κόμματος HDP της τουρκικής αντιπολίτευσης Pervin Buldan κατηγορεί ανοιχτά τη γερμανική κυβέρνηση για εμπλοκή σε συμφωνίες με την Τουρκία, στην οποία συνεχίζει να πουλά όπλα την ώρα που ο τουρκικός στρατός καταλαμβάνει το Αφρίν.
Από το Αννόβερο της Γερμανίας, όπου βρέθηκε το Σάββατο για τον κουρδικό εορτασμό του Newroz, η Buldan προειδοποίησε τη γερμανική κυβέρνηση να μην αγνοήσει το αίτημα του κουρδικού λαού για ελευθερία.
«Γνωρίζουμε ότι εξοπλίζετε την Τουρκία με τανκς και πυροβολικό. Οι συμφωνίες αυτές μας παρεμποδίζουν ακόμα και στο να γιορτάσουμε το Newroz εδώ. Γίνονται έφοδοι ακόμα και σε κουρδικές πολιτικές οργανώσεις στη Γερμανία», είπε η Buldan.
Οι εξαγωγές όπλων από τη Γερμανία προς την Τουρκία έχουν αυξηθεί μέσα στο 2018, παρά τις πολιτικές και διπλωματικές διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.
Σε ανακοίνωση του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών επιβεβαιώνεται ότι τις πρώτες πεντέμισι εβδομάδες των τουρκικών επιθέσεων στο Αφρίν εγκρίθηκαν 20 εξαγωγές γερμανικών όπλων στην Τουρκία. Οι εξαγωγές που έχουν γίνει μέσα στο 2018 έχουν συνολική αξία 4,4 εκατομμυρίων ευρώ, τη στιγμή που πέρσι την αντίστοιχη περίοδο είχαν γίνει 14 εξαγωγές αξίας 3,6 εκατομμυρίων.
Οι αεροπορικές επιδρομές και οι βομβαρδισμοί που πραγματοποίησε ο τουρκικός στρατός είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 250 ανθρώπων στο Αφρίν.
Μάλιστα η Pervin Buldan αναφέρθηκε στην πρόσφατη απελευθέρωση του γερμανού δημοσιογράφου Deniz Yucel για να αποδείξει τις συνεννοήσεις που γίνονται κάτω από το τραπέζι μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας. Ο Yucel -που είχε φυλακιστεί κατηγορούμενος για κατασκοπεία και τρομοκρατία επειδή είχε πραγματοποιήσει συνεντεύξεις με ηγέτες του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK)- αφέθηκε ελεύθερος μετά από μυστικές συζητήσεις μεταξύ μελών της Γερμανικής κυβέρνησης με Τούρκους αξιωματούχους.
Πηγή: info-war.gr
Πρωταθλήτρια σε φόρους, τελευταία σε ανάπτυξη και στήριξη ανέργων η Ελλάδα (ΟΟΣΑ)

Πριν καν προσμετρήσει το μειωμένο αφορολόγητο, το οποίο “βλέπει” να εφαρμόζεται από το 2019 (δηλαδή έναν χρόνο νωρίτερα), ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι τα φορολογικά βάρη στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των 46 οικονομιών ανά τον κόσμο που εξετάζει. Καταγράφει επίσης αρνητική “πρωτιά” σε χρηματοδοτική/επιδοματική στήριξη των ανέργων, αλλά και στην πορεία του ΑΕΠ.
Ο Οργανισμός κάνει λόγο, επίσης, για μεγάλο “μαύρο” τομέα εργασίας στην Ελλάδα και επισημαίνει ότι “η αντιμετώπισή του απαιτεί μεταρρυθμίσεις” μαζί με την μείωση των φορολογικών βαρών στην εργασία (σ.σ. εργοδοτικές εισφορές), “των χαμηλά αμειβομένων εργαζόμενων στους οποίους αυτή παραμένει υψηλή”.
Τι λέει για τους φόρους
Ο ΟΟΣΑ στην ετήσια έκθεσή του “Going for Growth” που δημοσιεύθηκε χθες καταγράφει πάρα πολύ μεγάλα φορολογικά βάρη στην Ελλάδα. Υπολογίζει ότι το μέσο φορολογικό βάρος στην Ελλάδα για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά που λαμβάνουν το μέσο μισθό, είναι στο 38,2% του εισοδήματός τους, έναντι 13,6% φορολογικών βαρών της Ιρλανδίας.
Η επιβάρυνση είναι από τις υψηλότερες μεταξύ των 46 κρατών ανά τον κόσμο που συγκρίνει αναφορικά με τα φορολογικά βάρη. Μεγαλύτερες υποχρεώσεις έχουν μόνο πλούσιες χώρες όπως το Βέλγιο, η Σουηδία, η Γαλλία και η Γερμανία, ενώ ο μέσος όρος είναι στο 28,6%.
4.3 Average tax wedge on labour
Φορολογικό βάρος για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά
Απροστάτευτοι οι άνεργοι
Σε κανένα κράτος μέλος του ΟΟΣΑ η κάλυψη των ανέργων (μέσω επιδομάτων) δεν είναι τόσο μικρή όσο στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ η κρατική χρηματοδότηση (επίδομα ανεργίας κλπ) που λαμβάνει ένας άνεργος (στην Ελλάδα) αμέσως μετά την απόλυσή του φτάνει στο 42% αυτού που είχε ως εργαζόμενος. Έπεται η Κορέα με 51,4%, ενώ ακολουθούν η Αυστραλία και η Τουρκία. Κατά μέσο όρο στα 37 κράτη που μελετά ο ΟΟΣΑ στο συγκεκριμένο πεδίο ο απολυμένος θα λάβει μέσω επιδομάτων το 70% του προηγούμενου εισοδήματός του.
Αλλά και 60 μήνες μετά την απόλυσή του ο μακροχρόνια άνεργος στην Ελλάδα λαμβάνει ελάχιστο εισόδημα (από κάποια επιδόματα), έναντι του 46,9% κατά μέσο όρο στα κράτη που συγκρίνει ο ΟΟΣΑ.
Net income replacement rates for unemployment
Τεράστια η “ψαλίδα” σε ανάπτυξη
Ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του καταγράφει την πάρα πολύ μεγάλη υστέρηση στην ανάπτυξη της Ελλάδος λόγω της κρίσης. Υπολογίζει ότι η Ελλάδα υπέστη τη μεγαλύτερη απώλεια κατά κεφαλήν ΑΕΠ με αποτέλεσμα πλέον να βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση ανάμεσα στα 25 περίπου κράτη – μέλη του μετά την Λετονία ανάμεσα σε περίπου 35 κράτη τα οποία συγκρίνει. Πολύ μεγάλες παραμένουν -όπως εκτιμά- και οι αποκλίσεις σε παραγωγικότητα εργασίας από τα υπόλοιπα “ανεπτυγμένα” κράτη μέλη που εξετάζονται.
Στην εκπαίδευση ναι μεν η Ελλάδα έχει υψηλή αναλογία αποφοίτων Λυκείου και πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά έχει πάρα πολύ χαμηλές επιδόσεις σε σχέση με άλλα κράτη στην ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος (με βάση τον δείκτη PIZA).
Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στο πεδίο της συνταξιοδοτικής δαπάνης εκτιμάται ότι δεν υπάρχει κανένα επιπλέον όφελος από την παραμονή στην εργασία μετά τα 60, καθώς κατά κανόνα δεν μπορεί να περιμένει ο Έλληνας εργαζόμενος μία αύξηση των συντάξιμων απολαβών του.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Όταν η έλλειψη νερού φτάσει στην πόρτα μας

Συνήθως το περιβαλλοντικό ζήτημα που μονοπωλεί τις παγκόσμιες συνόδους είναι η κλιματική αλλαγή. Αλλά εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα των αποθεμάτων νερού σε όλο τον κόσμο. Το πρόβλημα της έλλειψης νερού αλλά και οι τρόποι καλύτερης διαχείρισης των υδάτινων πόρων βρίσκονται στο επίκεντρο του όγδοου Παγκόσμιου Συμβουλίου Υδάτων (World Water Council) που συνεδριάζει αυτές τις μέρες στην πρωτεύουσα της Βραζιλίας Μπραζίλια (μέχρι τις 23 Μαρτίου).
«Βασικό θέμα είναι η βελτίωση της κοινής χρήσης των υδάτινων πόρων. Για παράδειγμα υπάρχουν 260 κοίτες ποταμών που 'μοιράζονται' δύο ή περισσότερες χώρες», ανέφερε σε συνέντευξή του στη DW o επικεφαλής του WWC Mπενεντίτο Μπράγκα. Εκτός αυτού στη φετινή διοργάνωση, που είναι μια από τις σημαντικότερες στον κόσμο για το νερό, θα συζητηθεί το θέμα της χρηματοδότησης επενδύσεων που αφορούν τη διαχείριση υδάτων, το θέμα της αστικοποίησης και τις εξοικονόμησης νερού σε αστικό περιβάλλον, τα σύγχρονα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης αλλά και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για πρόσβαση σε πόσιμο νερό. «Σχεδόν 1,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε περιοχές που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το νερό. Έτσι λοιπόν ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων επηρεάζεται από την έλλειψη νερού», σημειώνει ο Μπ. Μπράγκα.
Το πρόβλημα αφορά και την Ευρώπη
Οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο από την έλλειψη νερού εντοπίζονται κυρίως στη Μέση Ανατολή, όπου οι φυσικοί υδάτινοι πόροι είναι ελάχιστοι και δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού. Ωστόσο, τελευταία ολοένα περισσότερες περιοχές του πλανήτη αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα. «Στην Αφρική για παράδειγμα η Κένυα ή η Νότια Αφρική. Στη Λατινική Αμερική η βορειοδυτική Βραζιλία, στις ΗΠΑ η Καλιφόρνια. Αλλά και στην Ευρώπη, η Πορτογαλία – η Πορτογαλία ειδικότερα αντιμετωπίζει πολύ έντονη ξηρασία» αναφέρει ο επικεφαλής του WWC, τονίζοντας βέβαια ότι η Ευρώπη, όπως και άλλες οικονομικά εύρωστες χώρες, διαθέτουν περισσότερα μέσα ώστε να αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά ακραία φαινόμενα που σχετίζονται με τους υδάτινους πόρους.
Σε κάθε περίπτωση αυτό που απαιτείται, εκτιμούν οι ειδικοί, σύμφωνα με δημοσίευμα της deutsche welle, είναι η δημιουργία υποδομών που μπορούν να αντεπεξέλθουν στα ακραία φαινόμενα -είτε τις απότομες πλημμύρες είτε την παρατεταμένη λειψυδρία και ξηρασία. Όπως εκτιμά ο Μπενετίτο Μπράγκα, ένα σημαντικό στοιχείο για την μελλοντική αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων που σχετίζονται και με την κλιματική αλλαγή είναι η δυνατότητα προσαρμογής των εκάστοτε πληθυσμών. «Για παράδειγμα όταν οι πλημμύρες αυξάνονται, θα πρέπει οι επιπλέον ποσότητες νερού να αποθηκεύονται», σημειώνει ο ίδιος. Έτσι όταν έρχεται η ξηρασία θα είναι δυνατό να αξιοποιούνται οι αποθηκευμένες ποσότητες νερού για την κάλυψη κάποιων αναγκών και να εξοικονομείται έτσι τρεχούμενο νερό.
«Σύμφωνα με τη γνώση που έχουμε σήμερα, είναι πιθανό να αντιμετωπίσουμε πολλά τέτοια προβλήματα στο μέλλον. (…) Το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε από το WWC είναι ότι και οι πολιτικοί πρέπει να καταλάβουν ότι αυτό που συμβαίνει τώρα σε μακρινές περιοχές, μπορεί να συμβεί μελλοντικά και στη δική μας πόρτα. Πρέπει να προετοιμαστούμε ολοι καλύτερα για το μέλλον», σημειώνει τέλος ο επικεφαλής του WWC.
ΠΗΓΗ: newsbeast.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή


