Σήμερα: 02/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

tarpagkos22.jpg

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο

Μπαίνουμε ήδη στην τέταρτη χρονιά, από το 2014 μέχρι σήμερα, όπου οι ισολογισμοί των 22.500 ιδιωτικών επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της ελληνικής οικονομίας που είναι καταχωρημένοι στη βάση δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν ανοδική πλέον τάση των κερδοφόρων αποτελεσμάτων τους. Κι’ αυτό αφήνοντας πίσω πλέον την πρώτη εξαετία της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία και διεθνώς, όπου η αποδοτικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας είχε φτάσει στο ναδίρ, σωρεύοντας υπερμεγέθεις ζημίες, εξ αιτίας ακριβώς της εγγενούς φύσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.

Η επεξεργασία και δημοσιοποίηση των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων [ICAP «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 10.696 ελληνικών επιχειρήσεων με δημοσιευμένους ισολογισμούς χρήσης 2016 / 2015»], είναι καταλυτική από κάθε άποψη, καταγράφοντας πλέον την οριστική μετάβαση του ελληνικού κεφαλαίου στον ορίζοντα μιας πολυσήμαντης ανάκαμψης της κερδοφορίας, παρόλη την σχετική στασιμότητα των υπολοίπων επιχειρηματικών μεγεθών, στο σύνολο των μεγάλων κλάδων της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας.

Υπερμεγέθης κερδοφορία με παρατεταμένη στασιμότητα

Έτσι στο σύνολο των μισών καπιταλιστικών επιχειρήσεων της χώρας καταγράφεται στους ισολογισμούς τους του 2016 σε σχέση με την προηγούμενη οικονομική χρήση του 2015, μια αύξηση της κερδοφορίας τους από τα 2.193 εκατομμύρια ευρώ στα 3.784 εκατομμύρια ευρώ, πράγμα που υποδηλώνει μια φαντασμαγορική πραγματικά ποσοστιαία εκτίναξη στο επίπεδο του 73%. Και αντίστοιχα τα μικτά τους κέρδη αυξήθηκαν κατά 6% περνώντας από τα 24.013 εκατομμύρια ευρώ στα 25.486 εκατομμύρια ευρώ, οδηγώντας εξ αυτού του λόγου στην πολυσήμαντη βελτίωση του συνολικού λειτουργικού αποτελέσματος κατά 46%, ενώ και τα συνολικά κέρδη EBITDA αυξήθηκαν από τα 10.275 εκατομμύρια ευρώ στα 11.938 εκατομμύρια ευρώ (αύξηση κατά 16%). Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη ολοκληρωμένη επιχειρηματική οικονομική χρήση του ελληνικού καπιταλισμού με τέτοια αποτελεσματικότητα στην καπιταλιστική αποδοτικότητα συμπίπτει με την οικονομική διαχείριση της μνημονιακής πραξικοπηματικής διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (πραξικοπηματικής κατά το ότι καταπάτησε την πλειοψηφική λαϊκή εντολή του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, μετατρέποντας το συντριπτικό 62% του «όχι» των λαϊκών τάξεων στο «ναι» των αστικών δυνάμεων).

Και το πολύ σημαντικό ζήτημα είναι ότι αυτή η αθροιστική εκτίναξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου δεν πραγματοποιήθηκε με μιαν αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη που παρέμενε αναιμική και με αρνητικό πρόσημο, δεν υλοποιήθηκε με τεχνολογικούς εκσυγχρονισμούς, δεν συνοδεύτηκε από την παραγωγή νέων προϊόντων, δεν μεταφράστηκε με το άνοιγμα και το κέρδισμα νέων αγορών. Και πραγματικά στην ίδια περίοδο 2016 / 2015 τα καθαρά πάγια (οι περίφημες «επενδύσεις») των 10.696 επιχειρήσεων παρέμειναν στάσιμα στα 122.833 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών (τζίρος) αυξήθηκε μόνον κατά 3% από τα 113.697 εκατομμύρια ευρώ στα 117.322 εκατομμύρια ευρώ. Βέβαια αυτά τα μεγέθη χαρακτηρίζουν τους μεγάλους τομείς της ελληνικής παραγωγής (μεταποίηση, εμπόριο, ενέργεια, μεταφορές επικοινωνίες, υπηρεσίες), ενώ κατά πολύ μικρότερη είναι η συμβολή των υπολοίπων τομέων (γεωργίας, ορυχείων, κατασκευών, επισιτισμού).

Να λοιπόν αφετηριακά ποιο είναι το «θαύμα» της μνημονιακής πολιτικής και της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου : Χωρίς την συνδρομή των παραμέτρων νέων επενδύσεων, διεύρυνσης του τζίρου, τεχνολογικής ανανέωσης, επέκτασης κλπ. να κατορθώνει να επιτυγχάνει προσαύξηση των καθαρών κερδών και του λειτουργικού επιχειρηματικού αποτελέσματος κατά 73% σε μια και μόνον οικονομική χρήση. Μέγιστο άρα το πολιτικό και οικονομικό επίτευγμα για την αστική τάξη και το τρίγωνο των μνημονιακών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), να επιτυγχάνουν με τα ατελεύτητα μέτρα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων (2010 – 17) της αποψίλωσης των μισθών, της αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, της υψηλής σταθερής ανεργίας, της υπέρ-φορολόγησης, της υποβάθμισης και ιδιωτικοποίησης των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, της κατακρεούργησης των συντάξεων κλπ., πλήρη ανάκαμψη της επιχειρηματικής κερδοφορίας απλούστατα χωρίς «καμία ανάπτυξη». Κι’ αυτό να επιτυγχάνεται με την αποκλειστική μεταφορά του εργατικού λαϊκού εισοδήματος στους έλληνες καπιταλιστές, ενώ ένα άλλο μέρος του μεταβιβάζεται για την εξυπηρέτηση του χρέους της αστικής τάξης στο ευρωπαϊκό τοκογλυφικό κεφάλαιο. Για ποιά «ανάπτυξη» γίνεται λόγος όταν εν μέσω βαθειάς οικονομικής ύφεσης ο μόνος δείκτης που «ευημερεί» είναι η καπιταλιστική κερδοφορία με την αυταρχική επιβολή αναδιανομής εισοδήματος από την εργατική τάξη στο κεφάλαιο…

Βέβαια αυτά δεν σημαίνουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κατορθώσει να υπερβεί την κρίση υπερσυσσώρευσης που τον έχει πλήξει : Μπορεί το 63% των επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της οικονομίας να έχει εισέλθει στις λεωφόρους της κερδοφορίας, το υπόλοιπο όμως 37% συνεχίζει να βρίσκεται στην τροχιά της ζημιογόνου επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αν τώρα πάρουμε μόνον το σύνολο των κερδοφόρων εταιριών του 2016 / 2015 τότε διαπιστώνουμε ότι οι 6.759 από τις 10.696 επιχειρήσεις του δείγματος της βάσης δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν κερδοφορία κατά πολύ υψηλότερη (αν τις απομονώσουμε από τις υπόλοιπες 3.937 που είναι ζημιογόνες), που φτάνει στο επίπεδο των 6.726 εκατομμυρίων ευρώ, διπλάσιο του συνόλου, εφόσον δεν παίρνονται υπόψη οι ζημιογόνες εταιρίες. Και μάλιστα αν αναχθούμε στο σύνολο των μονάδων του εταιρικού τομέα της οικονομίας (22.500 εταιρίες της βάσης δεδομένων), η τελική κερδοφορία που προκύπτει είναι της τάξης των 13.923 εκατομμυρίων ευρώ, επίπεδο που προσεγγίζει την αποδοτικότητα πλέον του ελληνικού κεφαλαίου στα προ της κρίσης επίπεδα της δεκαετίας του 2000.

Ακύρωση των μνημονίων = απαρχή σοσιαλιστικής μετάβασης

Ολόκληρη άρα η φιλολογία που αναπτύσσεται περί της θρυλούμενης «ανάπτυξης», κι’ αυτό από διάφορες πλευρές του πολιτικού φάσματος, ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων των τριών μνημονίων, αποδεικνύεται ανυπόστατη και φαντασιακή, ενώ το μόνο οικονομικό μέγεθος που επιδιώχθηκε και επιζητείται να αναπτυχθεί είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου. Κι’ αυτό μάλιστα με μοναδικό ταξικό όπλο των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων την βίαιη αναδιανομή πλούτου από την μισθωτή εργασία προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» επιδιώκεται σήμερα να σταθεροποιηθεί, με την διατήρηση σε ισχύ των εκατοντάδων εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, πέραν των φληναφημάτων περί προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, οι οποίες το μόνον ενδιαφέρον που εκδηλώνουν είναι για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων μονοπωλιακών επιχειρήσεων, με έτοιμες υποδομές δημόσια χρηματοδοτημένες, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία και εξασφαλισμένο κύκλο εργασιών (εφόσον πρόκειται για μονοπωλιακές δραστηριότητες), χωρίς την ανάληψη κανενός είδους επιχειρηματικού ρίσκου.

Αν με τις μνημονιακές πολιτικές και τις αναδεικνυόμενες σήμερα μετά – μνημονιακές προοπτικές (επιμονή στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων) επέρχονταν μια ορισμένη αντιστροφή της πορείας των πραγμάτων, δηλαδή διευρύνονταν η παραγωγική δραστηριότητα, αυξάνονταν ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, ενισχύονταν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, και έτσι συνολικά η εξέλιξη του ΑΕΠ έπαιρνε μια σαφή ανοδική πορεία, επιφέροντας παράλληλα τη μείωση της ανεργίας (με την δημιουργία θέσεων εργασίας 8ωρης απασχόλησης, αυξημένων μισθών συλλογικών συμβάσεων και αορίστου χρόνου, και όχι μερικής και προσωρινής απασχόλησης), τότε λογικά θα προέκυπτε και μια ορισμένη αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου και της αντίστοιχης επιχειρηματικής κερδοφορίας. Κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει : Ο ελληνικός καπιταλισμός ζει και αναπαράγεται όχι από την εξέλιξη αυτών των οικονομικών παραμέτρων, αλλά αποκλειστικά από αυτή τη συνεχή ροή εισοδήματος από τους εργαζόμενους στο κεφάλαιο, πράγμα που αποκλειστικά ερμηνεύει το ποσοστό αύξησης της κερδοφορίας κατά 73%, με στάσιμο σχεδόν το ενεργητικό και τον τζίρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτό το λόγο και οι προσανατολισμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό ορισμένων αριστερών δυνάμεων που θέτουν στο επίκεντρο της πολιτικής τους γραμμής την επίτευξη μιας «αναπτυξιακής άνοιξης», με εθνικά ανεξάρτητα και πατριωτικά περήφανα χαρακτηριστικά, μια «παραγωγική ανασυγκρότηση» της οικονομίας, (πράγμα στο οποίο η ίδια η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αφιερώνει τόσα περιφερειακά «αναπτυξιακά» συνέδρια), μια στήριξη και ενίσχυση του μικρομεσαίου επιχειρηματικού κεφαλαίου, ως προϋπόθεση μιας πολιτικής κοινωνικής δικαιοσύνης, αστοχούν ως προς τις επιδιώξεις τους και εμφανίζουν σαφή ανακολουθία στη λογική τους. Αυτή η λογική της πρωταρχικότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ταλάνισε αφόρητα το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα (και συνεχίζει να το κάνει και σήμερα), στην καλύτερη περίπτωση καταλήγει στην αναπαραγωγή λειτουργίας μορφών ενός κρατικού ή και ταυτόχρονα ιδιωτικού καπιταλισμού (τα παραδείγματα του σοβιετικού και του κινεζικού υποδείγματος είναι καθοριστικά), και σε καμία περίπτωση δεν απολήγει στον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης που δηλώνεται ότι υποστηρίζεται.

Μόνον η ριζική αναδιανομή αυτής της καπιταλιστικής κερδοφορίας που έχει ανακάμψει, με την ακύρωση του συνολικού φάσματος των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων, είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην βασική και θεμελιακή ικανοποίηση των εργατικών λαϊκών αναγκών, που έχουν πληγεί και αποψιλωθεί από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις. Αυτός ο κεντρικός πολιτικός στόχος της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος, εκφεύγει από το πεδίο της λογικής της πρωταρχικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, και βρίσκεται στην τροχιά της στρατηγικής μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που αντιπροσωπεύει και τον υπαρξιακό λόγο υπόστασης του κινήματος της εργατικής χειραφέτησης. Ωστόσο αυτό θέτει τα ζητήματα σε εντελώς διαφορετική βάση, δίνοντας την έμφαση στην ανάδειξη σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ως προϋπόθεσης για την πλήρη δημιουργική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων.

Μια τέτοια αντικαπιταλιστική προοπτική στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, που επιζητεί την ανατροπή της τάξης των «memorandum perennis», είναι φανερό ότι δεν μπορεί να συμβαδίσει με την ταυτόχρονη παραγωγική απογείωση της εθνικής οικονομίας, του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος. Κι’ αυτό γιατί ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός, αφού είδε την κερδοφορία του να εκσφενδονίζεται στα τάρταρα στα 2010 εξ αιτίας της εγγενούς του κρίσης υπερσυσσώρευσης, φρόντισε και κατόρθωσε να επιβάλει, από κοινού με τα όργανα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και σε διαπλοκή με τον εθνικό δανεισμό και τη λειτουργία της ευρωζώνης, τα τρία αλλεπάλληλα μνημόνια, προκειμένου να εξασφαλίσει τους όρους της αναπαραγωγής του, και αν όχι της ανάπτυξης, τουλάχιστον της ανάκαμψης της κερδοφορίας του. Συνεπώς το πριόνισμα των τριών θεμελιωδών μνημονιακών πυλώνων του συστήματος αστικής κυριαρχίας, σε σημαντικό βαθμό οδηγεί στην κατάργηση των προϋποθέσεων κερδοφόρας αναπαραγωγής του (νέες μορφές συσσώρευσης ζημιών, μαζικές εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων κλπ. δηλαδή τάσεις αστικής οικονομικής κατάρρευσης).

Γίνεται δηλαδή αντιληπτό ότι μια ριζοσπαστική αντιμνημονιακή πολιτική, που εκ της φύσεώς της έχει αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί παρά να προσλάβει ευθέως μια σοσιαλιστική φυσιογνωμία καθολικής παραγωγικής αναδιοργάνωσης με βάση τα κριτήρια ικανοποίησης των ζωτικών λαϊκών αναγκών, παραγωγικής διαχείρισης των ίδιων των εργατικών συλλογικοτήτων, γενικευμένου κοινωνικού ελέγχου, παραγκωνισμού της λειτουργίας των ανταγωνιστικών διαδικασιών, εγκαθίδρυσης της δημοκρατικής εξουσίας των εργαζομένων τάξεων κ.ά. : Σχετικά μ’ αυτή την αναγκαιότητα δεν μπορεί να υπάρχει καμία πολιτική αυταπάτη. Ανάμεσα στη σημερινή συγκυρία της ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της παράλληλης κοινωνικής εξαθλίωσης και στην αποκατάσταση μιας κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να διαμεσολαβούν κάποια «στάδια» επιχειρηματικής ανάπτυξης εθνικού ανεξαρτησιακού χαρακτήρα : Μόνον ένα ενδιάμεσο σοσιαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να έχει οργανική θέση. Ούτε κάτι περισσότερο (εδώ και τώρα «κομμουνισμός»), ούτε κάτι λιγότερο (παραπομπή του σοσιαλισμού στις ελληνικές καλένδες).

ΠΗΓΗ: ergasianet.gr

xanabathellada.jpg

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής.

«Η Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί, έχει ρόλο στα τεκταινόμενα» δήλωσε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του μετά τη σύνοδο της ΕΕ κάτι που παλαιότερα πριν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κανείς δεν το είχε ισχυριστεί τόσο ωμά.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα αποτελεί μια σαφέστατη στροφή σε αντιδραστική σαφώς κατεύθυνση ακόμα και σε σχέση με τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη ατλαντική πολιτική στα πλαίσια του «ανήκoμεν στη δύση».

Μια εξήγηση η οποία διατυπώνεται συγκρατημένα και με περίτεχνο τρόπο, είναι ότι η χώρα ευθυγραμμίζει τα συμφέροντα της με αυτά των ισχυρών για να αντιμετωπίσει τους όποιους κινδύνους διατρέχει, να λύσει τα πιο οξυμένα προβλήματα της και να επωφεληθεί από τις ευκαιρίες που δημιουργεί η νέα κατάσταση και τα δεδομένα που ο ιμπεριαλισμός διαμορφώνει.

Υπάρχει όμως, μπορεί να υπάρξει, πραγματική αντιστοίχιση των συμφερόντων Ελλάδας και ΗΠΑ, Κύπρου και ΗΠΑ; Μπορούν να συμπέσουν τα συμφέροντα μιας μικρής χώρας όπως η Ελλάδα με αυτά των ΗΠΑ; Κι ακόμη περισσότερο πρέπει να μπει η Ελλάδα με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο στην υπηρεσία των ΗΠΑ, να συνθλιβούν λαοί, να κατακρεουργηθούν χώρες, να κυριαρχήσουν απόλυτα για να ελέγξουν για λογαριασμό τους οι πολυεθνικές τους φυσικούς και ενεργειακούς πόρους, τους δρόμους μεταφοράς της ενέργειας, τις αγορές και συνολικά την περιοχή, συντρίβοντας κάθε αντίσταση και μάλιστα με κίνδυνο να πυροδοτηθεί ένας γενικευμένος πόλεμος; Μετά από μια τέτοια εξέλιξη, υπάρχει προοπτική για τους μικρούς λαούς, τις μικρές χώρες, τα λαϊκά κινήματα, τις ομαλές εξελίξεις και το καλύτερο αύριο της περιοχής; Μπορούν, σε τελική ανάλυση, τα συμφέροντα μιας μικρής χώρας και κυρίως του λαού της να αντιστοιχηθούν με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών χωρών;

Πόση αξία έχουν οι κυβερνητικές διακηρύξεις ότι η Ελλάδα είναι φιλειρηνική χώρα, ότι δεν διεκδικεί τίποτε και από κανένα, ότι είναι πυλώνας σταθερότητας, όταν στρατεύεται τόσο απροκάλυπτα στην προώθηση των σχεδίων και στη δράση του ιμπεριαλισμού, έστω και αν έχει απέναντί της την επιθετικότητα της «συμμάχου» Τουρκίας;

Η πολιτική αυτή βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και την αστική αντιπολίτευση. Το πρόβλημα της αντιπολίτευσης και κυρίως της ΝΔ είναι ότι η κυβέρνηση αναδεικνύεται ατλαντικότερη και πιο φιλοϊμπεριαλιστική απ' ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις γι’ αυτό και αποσπά τα εύσημα και τη στήριξή τους. Πιο ανοιχτά και πιο απροκάλυπτα, χωρίς κανένα δισταγμό η «αριστερή» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπηρετεί τους αμερικανούς, την ΕΕ και τα συμφέροντα τους.

Τι μένει για να συγκρουστούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση; Μόνο τα θέματα επί της διαδικασίας. Αν η κυβέρνηση ιεραρχεί ως πρώτη προτεραιότητα το θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στις τουρκικές φυλακές, αν ανοίγει όλα τα θέματα των σχέσεων της χώρας μας με τις γειτονικές ταυτόχρονα ή κλιμακωτά, ποιος είναι πιο υπεύθυνος και ικανός και πάει λέγοντας.

Ιστορικά, να σημειώσουμε ότι όσες φορές η Ελλάδα ανοιχτά στρατεύτηκε και υπηρέτησε τα επιθετικά σχέδια και στις πολεμικές επιχειρήσεις του ιμπεριαλισμού, πλήρωσε πολύ ακριβά το μάρμαρο. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τη μικρασιατική καταστροφή, την κυπριακή τραγωδία, οι οποίες δεν είναι πολύ μακριά για να ξεχαστούν. Επιπλέον ας θυμηθεί τη «συμμαχική» βοήθεια για να ξεπεράσει η χώρα τη μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση της στις μέρες μας.

Οι πρόθυμοι, οι υποτελείς δεν απολαμβάνουν και της μεγαλύτερης προστασίας και εμπιστοσύνης στις συνθήκες κυριαρχίας των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και του ανελέητου ανταγωνισμού.

Σε κάθε περίπτωση ο ελληνικός λαός δεν θα βγει κερδισμένος τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, ενδεχομένως και να αντιμετωπίσει και άμεσα πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από τα σημερινά, ακόμη και τραγωδίες.

Ο αγώνας του λαού εναντίον της ιμπεριαλιστικής δράσης και εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης πρέπει να ενταθεί. Τώρα είναι η ώρα για ένα ισχυρό αντιιμπεριαλιστικό αντιπολεμικό κίνημα που θα συσπειρώσει ευρύτερα τον ελληνικό λαό και θα δημιουργήσει νέα δεδομένα.

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

.jpg

Συνεχίζονται και κλιμακώνονται οι φασιστικές επιθέσεις εναντίον οργανώσεων – συλλογικοτήτων, μεταναστών και προσφύγων στις οποίες πρωταγωνιστής είναι η νεοναζιστική οργάνωση «Χρυσή Αυγή».

Μετά την επίθεση στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο ΦΑΒΕΛΑ ακολούθησε ο εμπρησμός των γραφείων της Αφγανικής Κοινότητας και τις τελευταίες μέρες έγιναν ανάλογες επιθέσεις νεοναζιστικών ομάδων εναντίον κλιμακίου της ΟΡΜΑ στις 24/3/2018 στην περιοχή της Παλιάς Κοκκινιάς ενώ επιθέσεις εξαπολύθηκαν από νεοφασιστικές συμμορίες εναντίον της ΚΕΕΡΦΑ στην Καλλιθέα και το Γαλάτσι κατά την μέρα της 25ης Μάρτη 2018.

Τα παραπάνω γεγονότα δείχνουν ότι τα νεοφασιστικά μορφώματα εξακολουθούν να αναπτύσσουν ανεξέλεγκτα την βία και την τρομοκρατία ενώ η κυβέρνηση, το αρμόδιο Υπουργείο προστασίας του πολίτη και οι υπηρεσίες του αδρανούν προκλητικά στα φαινόμενα της κλιμάκωσης αυτών των επιθέσεων.

Αντίθετα οι κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο στην αυταρχική αντιμετώπιση των εργατικών και λαϊκών αγώνων όπως αποδείχνεται και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις του κινήματος εναντίον των πλειστηριασμών της πρώτης λαϊκής – εργατικής κατοικίας.

Η ΠΕΝΕΝ καταδικάζει τις φασιστικές επιθέσεις και καλεί το εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα να παρέμβει ακόμη πιο αποφασιστικά για την απομόνωση πολιτική και ιδεολογική των νεοφασιστών, για την επίσπευση των διαδικασιών στην δίκη της νεοναζιστικής οργάνωσης και την καταδίκη της για τα εγκλήματα που έχει διαπράξει.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

Fists1.jpg

Συνέντευξη του Αντώνη Δραγανίγου, μέλους της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΠΕ του ΝΑΡ στον τόμο 23 του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» (Σεπτέμβρης 2017) που είχε κεντρικό θέμα το «Μέτωπο της Αριστεράς»: 

Ερώτηση 1.: Καθώς η κρίση και η άγρια λιτότητα συνεχίζονται αμείωτες, στη μέση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ζήτημα του Μετώπου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής - αντιμνημονιακής Αριστεράς έρχεται εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η γενική τοποθέτηση του ζητήματος σήμερα;

- Απάντηση: Μετά και την υπογραφή του σφαγιαστικού 4ου μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, το ζήτημα της συσπείρωσης δυνάμεων για την ανατροπή της πολιτικής και της κυβέρνησης «από κάτω και από αριστερά», με στόχο να μην εφαρμοστούν ποτέ τα ψηφισμένα μέτρα της δεύτερης αξιολόγησης, γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό.

Ιδιαίτερα σήμερα που το τεράστιο ζήτημα κοινωνικής επιβίωσης συνδέεται άρρηκτα με το δημοκρατικό δικαίωμα του λαού να αποφασίζει για το μέλλον του ενάντια στο καθεστώς επιτροπείας και τον ολοκληρωτισμό του πολιτικού συστήματος, και την υπεράσπιση της ειρήνης ενάντια στην όξυνση των αστικών ανταγωνισμών και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

Η ανατροπή αυτή προϋποθέτει μια μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων πρώτα από όλα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος, το ξεπέρασμα του αστικοποιημένου συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, η δημιουργία νέων συνδικάτων που να καλύπτουν την ελαστική εργασία και την νέα εργατική βάρδια, η ανασυγκρότηση των υπαρχόντων πάνω σε ταξική βάση και ο οριζόντιος συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και άλλων εργατικών και λαϊκών συλλογικοτήτων στην κατεύθυνση ενός ανεξάρτητου κέντρου αγώνα είναι ο πρώτος όρος για να συγκροτηθεί μια άλλη αριστερά!.

Σε αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ζήτημα είναι η κοινή δράση όλων των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς, της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς, της ΛΑΕ, του ΚΚΕ, για την οικοδόμηση ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης ανατροπής. Μιας κοινής δράσης που θα ενώνει και θα εμπνέει σε ένα αγώνα διαρκείας, σε ένα νέο κύμα ανυπακοής και ανατροπής ξεκόβοντας αποφασιστικά από την λογική, και την πρακτική ήττας του υποταγμένου συνδικαλισμού.

Παράλληλα απαιτείται αναμφίβολα να προχωρήσει η συσπείρωση πολιτικών δυνάμεων, η ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο ευρύτερο λαϊκό, αριστερόστροφο, αντιμνημονιακό ρεύμα, σε βάρος του αστικά μεταλλαγμένου μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ και υπέρ ενός πολιτικού μετώπου των δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου και των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που προωθεί το κεφάλαιο για το ξεπέρασμα της ιστορική του κρίσης σε βάρος των λαών, ενάντια στον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό και την πολεμική απειλή.

Αυτό σημαίνει αγώνα για την κατάργηση των μνημονίων, για την έξοδο από την ΕΕ, την διαγραφή του χρέους. Σημαίνει ρήξη με την αστική τάξη στην χώρα μας και συνολικά τον καπιταλιστικό μονόδρομο, δηλαδή άμεσα μέτρα μείωσης της εκμετάλλευσης (αυξήσεις στους μισθούς, μείωση του χρόνου εργασίας, εθνικοποίηση επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας), μέτρα που κλονίζουν την δύναμη του κεφαλαίου και ανοίγουν τον δρόμο για την κατάργησή του.

Απαιτείται, με άλλα λόγια, ένα μέτωπο όλων των δυνάμεων που υπερβαίνουν τις «κευνσιανές» λύσεις φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο.

Ερώτηση 2.: Η προγραμματική βάση έμπαινε πάντα σε πρώτο πλάνο σε συζητήσεις για τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας, πολύ συχνά όμως έμεναν στο περιθώριο οι στρατηγικές προοπτικές της. Πώς μπαίνουν αυτά τα ζητήματα σήμερα;

- Απάντηση: Αυτό που έχουμε σήμερα απέναντί μας είναι η βαθιά, ιστορική, δομική κρίση του καπιταλισμού. Αυτή η βαθιά κρίσηυπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου μπορεί να ξεπεραστεί τελικά είτε με την καταστροφή του κεφαλαίου, σαν κοινωνική σχέση, από την εργαζόμενη πλειοψηφία, είτε με μια γιγαντιαία καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, και πρώτα από όλα της πρώτης παραγωγικής δύναμης, της εργαζόμενης πλειοψηφίας, για να ξαναπάρει μπρος πάνω στα ερείπια η καπιταλιστική παραγωγική μηχανή.

Η κρίση αυτή παίρνει καθολικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων, την ιστορία και τις ειδικές συνθήκες σε κάθε περιοχή. Εκδηλώνεται σαν κρίση της αστικής δημοκρατίας, όπως αυτή οικοδομήθηκε την μεταπολεμική περίοδο, και συνολική στροφή στην πολιτική αντίδραση καθώς η περίοδος της «συναίνεσης έλαβε τέλος». Εκδηλώνεται σαν κρίση των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, όπως της ΕΕ και των μορφών της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, στο έδαφός της οποίας αναδύονται νέα κινήματα αυτοκαθορισμού, αλλά και εθνικιστικά και αντιδραστικά ρεύματα. Η προσπάθεια καπιταλιστικής υπέρβασης της κρίσης υπονομεύει την ζωή πάνω στον πλανήτη επιταχύνοντας την «εποικισμό της φύσης» και την περιβαλλοντική καταστροφή. Και τέλος, και πάνω από όλα, εντείνονται τα πολεμικά μέτωπα, που παίρνουν πλέον υπερτοπικά χαρακτηριστικά και οι ασύλληπτες πολεμικές δαπάνες και προετοιμασίες από όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η στρατηγική προοπτική σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι η συνολική επαναστατική ρήξη με τον καπιταλισμό, δηλαδή με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, το κράτος και τις ολοκληρώσεις του, η αντικαπιταλιστική επανάσταση, το άνοιγμα του ιστορικού δρόμου για μια νέα σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική.

Η στρατηγική αυτή προοπτική δεν ταυτίζεται με την σημερινή τακτική, αλλά την καθορίζει. Αποτελεί την πυξίδα και το μέτρο της επαναστατικής τακτικής. Δεν μπορεί για παράδειγμα στρατηγικά να θέτει κάποιος το ζήτημα της επανάστασης και τακτικά να βολοδέρνει διαρκώς, για δεκαετίες σε διάφορα αντινεοφιλελεύθερα, αντιμνημονιακά, ρεφορμιστικά σε τελική ανάλυση μέτωπα, που ο ορίζοντάς τους δεν ξεπερνάει διάφορες μορφές φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Ερώτηση 3.: Η σχέση Μέτωπο - κινήματα, της σύνδεσης του «από πάνω» με το «από κάτω», είναι επίσης ένα θέμα κομβικής σημασίας, όπως είναι και το θέμα της εξεύρεσης των κατάλληλων οργανωτικών μορφών οικοδόμησης ενός Μετώπου. Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία;

- Απάντηση: Η σχέση του αναγκαίου, στην προκειμένη περίπτωση του αντικαπιταλιστικού μετώπου, με το κίνημα από την μια και με το κόμμα από την άλλη αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα που έχει να λύσει η αριστερά.

Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο για να είναι πραγματικό και όχι μια γραφειοκρατική καρικατούρα πρέπει να συμπυκνώνει πολιτικά, κοινωνικές και κινηματικές διεργασίες σε ένα ανώτερο προγραμματικό επίπεδο. Οι «στρατηγοί χωρίς στρατό», που κάνουν «μέτωπα» ερήμην της τάξης –έστω της πρωτοπορίας της και της κοινωνίας δεν συμβάλλουν σε αυτό. Φυσικά όταν μιλάμε για κίνημα εννοούμε πάντα ένα ταξικά ανασυγκροτημένο, εργατικό και λαϊκό κίνημα με τις δικούς του στόχους και μορφές που θα παλεύει για την προοπτική της εργατικής τάξης και όχι για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Επίσης η προοπτική και η σταθερότητα του μετώπου εξαρτάται από την ανάπτυξη και τελικά την ηγεμονία των κομμουνιστικών ιδεών στο εσωτερικό του.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η μετωπική πολιτική προωθείται και «από πάνω» και «από κάτω». Οι οργανωτικές του μορφές ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες. Υπάρχει όμως ένα καθοριστικό στοιχείο, της δημοκρατίας!! Όπως έδειξε και η περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ (ακόμα και η περίπτωση του ΕΑΜ παλιότερα) αν δεν υπάρχει οργάνωση, ώστε να μπορεί να υπάρχει και αποφασιστική δημοκρατία των αγωνιστών στην βάση τότε τις κρίσιμες στιγμές οι ηγετικές ομάδες επιβάλλονται ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας της βάσης ακόμα και ενάντια στην θέληση της συλλογικής ηγεσίας. Αυτό έγινε και στην Βάρκιζα και στα μνημόνια. Δυο τραγωδίες για το λαϊκό μας κίνημα.

Ερώτηση 4.: Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα σχήμα ΛΑΕ - ΑΝΤΑΡΣΥΑ - Πλεύση Ελευθερίας και άλλων ομάδων του αριστερού αντικαπιταλιστικού - αντιμνημονιακού χώρου θα συγκέντρωνε ένα αξιόλογο ποσοστό. Πόσο ρεαλιστική είναι η συγκρότησή του; Ποια θεωρείτε ως κύρια εμπόδια και αντιρρήσεις;

- Απάντηση:Το θέμα δεν είναι αν ένα τέτοιο μέτωπο είναι εκλογικά ρεαλιστικό, αλλά αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της μάχης.

Πρέπει να αποφύγουμε οπωσδήποτε την «αρχαία σκουριά» της αριστεράς σύμφωνα με την οποία πρώτα διαλέγαμε τον σύμμαχο, συνήθως με κοινοβουλευτικά κριτήρια και εν συνεχεία το «πρόγραμμα» που μπορεί να συμφωνηθεί. Αυτή η μεθοδολογία έχει αποδειχτεί καταστροφική.

Σε ότι αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ το τι θέλει και τι παλεύει διατυπώθηκε ήδη. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα μέτωπο στην βάση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, που θα επιβληθεί με την δύναμη του εργατικού λαϊκού ξεσηκωμού και του αντικαπιταλιστικού μετώπου με προοπτική την εξουσία και την κυβέρνηση των εργαζομένων.

Η ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣείναι ένα μόρφωμα που παλεύει για την «απελευθέρωση από το μνημονιακό καθεστώς», για την «κοινωνική δικαιοσύνη», την «εξάλειψη της γραφειοκρατίας», «μια νέα σχέση κράτους –πολιτών», για μια «βουλή ανοιχτή στους πολίτες», το «χτύπημα της διαφθοράς» κλπ . Από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί δύο στοιχεία: την διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων και την «διαγραφή του απεχθούς και επονείδιστου μέρους του χρέους, στην βάση του λογιστικού ελέγχου», ενώ σε όλα τα άλλα στοιχεία είναι δεξιότερα! Πρόκειται επομένως καθαρά για ένα πρόγραμμα αστικού εκσυγχρονισμού, που δεν έχει καμιά σχέση με ρήξη, ούτε καν με την αριστερά, όπως άλλωστε η ίδια η επικεφαλής της διακηρύσσει.

Από την άλλη πλευρά η ΛΑΕ αναδείχνει σαν κρίκο το ζήτημα της εξόδου απ την ευρωζώνη ενταγμένη στο πλαίσιο της «ενίσχυσης της εθνικής παραγωγικής βάσης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας», που είναι το πρώτο ζήτημα που θέτει σαν στόχο της πολιτικής της. Την εξασφάλιση δηλαδή ενός «κύματος ρευστότητας για «παραγωγικές επενδύσεις και στήριξη κοινωνικών αναγκών» τον «παραγωγικό μετασχηματισμό και την αποδοτική αναδιαμόρφωση της οικονομίας με κοινωνική δικαιοσύνη», κατεύθυνση που εκτός των άλλων περιλαμβάνει την «ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων που οι καινοτόμες, τεχνολογικά σύγχρονες, οργανωτικές επιδόσεις τους υποβοηθούν τον δημοκρατικό αναπτυξιακό σχεδιασμό και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας», χαρακτηριστικά που προφανώς αντιστοιχούν στις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις!. Επιδιώκει «ισοσκελισμένους ή και πλεονασματικούς προϋπολογισμούς», «αλλά και τη γενναία ρύθμιση των δανείων των υπόλοιπων επιχειρήσεωνμετά από σε βάθος διαχειριστικό έλεγχο προσώπων και εταιρειών». Συνδέει το ζήτημα της αύξησης των μισθών με την «ανάκαμψη της παραγωγής», αρνούμενη την εδώ και τώρα αναδιανομή δηλαδή της μείωσης της εκμετάλλευσης.

Πρόκειται για ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα χωρίς ευρώ, που είναι τουλάχιστον ουτοπικό γιατί: πρώτον: διαχωρίζει μηχανιστικά την ευρωζώνη από την ΕΕ ενώ είναι σαφές ότι το ευρύτερο πολιτικό, οικονομικό, δημοσιονομικό πλαίσιο καθορίζεται από την ΕΕ, και εντός του δεν χωράει η παραμικρή αλλαγή. Δεύτερον γιατί προϋποθέτει την συνεργασία του μεγάλου κεφαλαίου –ή τμημάτων του- καθώς σε αυτό ανήκουν οι «καινοτόμες, εξαγωγικές» κλπ επιχειρήσεις που θα εξασφαλίσουν την «παραγωγική ανασυγκρότηση». Και τρίτον γιατί με αυτό το περιεχόμενο είναι δύσκολο να «ξεχωρίσει» από το σχέδιο της «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», της αστικής, αντιδραστικής εξόδου από το ευρώ, που αποτελεί σχέδιο τμημάτων της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας και –μετά την σύνοδο της Μάλτας- και επίσημη εκδοχή της ηγεσίας της ΕΕ. Τέταρτον γιατί το περιεχόμενο αυτό ανοίγει τον δρόμο για αναζήτηση συμμαχιών από ξεκάθαρα συντηρητικές δυνάμεις στο πλαίσιο του «αντιμνημονιακού πατριωτικού μετώπου»!.

Δεν υπάρχει λοιπόν πολιτική βάση για μια πολιτική και, επομένως, εκλογική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ-ΠΛΕΥΣΗ.

Ερώτηση 5.: Αρκετά συχνά ακούγεται στον κόσμο της Αριστεράς ότι οι υφιστάμενες διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις της είναι δευτερεύουσες και ότι η επίκλησή τους χρησιμεύει σαν άλλοθι για την αποφυγή της συνεργασίας. Πόσο αληθεύει αυτό;

- Απάντηση: Σε ότι αφορά τις διαφορές ανάμεσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ΛΑΕ και την ΠΛΕΥΣΗ, προσπάθησα να απαντήσω με το προηγούμενο ερώτημα. Θα ήθελα να αναφερθώ και στις εκτιμήσεις μας για την πολιτική του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ έχει κάνει εδώ και χρόνια μια στροφή η οποία στο 20ο του Συνέδριο εμπεδώθηκε και βάθυνε. Όλους τούς βασικούς άμεσης σημασίας πολιτικούς στόχους της αντιπαράθεσης με την κυρίαρχη τάξη σήμερα, τους μεταθέτει στο αόριστο μέλλον την λαϊκής-εξουσίας οικονομίας, έτσι ώστε ο αγώνας στο σήμερα να περιορίζεται στην οικονομική πάλη για την βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων, χωρίς αμφισβήτηση του συστημικού πλαισίου. Έτσι στο θέμα της ΕΕ, τάσσεται υπέρ της «οργάνωσης της πάλης με τέτοιο τρόπο ώστε –ο λαός- να διεκδικήσει ταυτόχρονα τα «κλειδιά» της οικονομίας», τον πλούτο που παράγει με το πέρασμα της εξουσίας στα δικά του χέρια.». Σε διαφορετική περίπτωση θα έχουμε σύμφωνα με το ΚΚΕ, χειροτέρευση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων.

Με τον τρόπο αυτό το ΚΚΕ όχι μόνο χάνει από τα οπτικό του πεδίο την ανάγκη το εργατικό λαϊκό κίνημα να παλέψει σήμερα για απελευθέρωση από τα δεσμά της ΕΕ, αλλά και αντιμάχεται την δυνατότητα να αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων και να επιβληθεί με την δύναμη του εργατικού λαϊκού κινήματος η ρήξη / έξοδος από μνημόνια, ΕΕ και ΕΥΡΩ πράγμα που θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις στον συσχετισμό δυνάμεων όχι μόνο στην χώρα μας αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Αντιμετωπίζοντας την έξοδο από την ΕΕ σαν αποτέλεσμα της «λαϊκής εξουσίας και όχι σαν προϋπόθεση της καθιστά ουτοπικά και τα δύο. Με αυτό το σκεπτικό δεν μπαίνει σε πολιτική μάχη σύγκρουσης με ΕΕ-ΕΥΡΩ στο σήμερα ενώ πορεία προς την λαϊκή εξουσία εντός ΕΕ δεν μπορεί προφανώς να υπάρξει.

Οι διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις της αριστεράς δεν αποτελούν ούτε αποτέλεσαν στην ιστορία της άλλοθι. Η ενότητα με βάση τη μία η την άλλη στρατηγική και τακτική αναδείχτηκε σε ζήτημα νίκης και πιο συχνά ήττας του κινήματος και της αριστεράς.

Το ζήτημα είναι ότι ενώ οι ηγεσίες της αριστεράς δεν τολμάνε να ριζοσπαστικοποιήσουν την πολιτική και τον λόγο τους, και να επιλέξουν μια κατεύθυνση της ρήξης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της ΕΕ σε ένα πρωτοπόρο κόσμο της αριστεράς και του κινήματος είναι περίπου αυτονόητο ένα πλαίσιο στόχων, ανατρεπτικού αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα και οι αναζητήσεις μιας ενότητας που θα το προβάλλει και θα το παλεύει με συνέπεια γίνονται όλο και πιο μάχιμες. 

Το ζήτημα κλειδί λοιπόν είναι η επιλογή όσων πολιτικών δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών συμφωνούν με ένα τέτοιο πρόγραμμα αυτό να κάνουν ένα ισχυρό μετωπικό βήμα. Να επιλέξουν άμεσα να κάνουν βήματα πολιτικής συνεργασίας με προοπτική το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, ξεπερνώντας ταλαντεύσεις, –δικαιολογημένους ή αδικαιολόγητους σκεπτικισμούς ή αυταπάτες ότι την δύναμη θα μας την δώσει ένα «ευρύτερο» δηλαδή στην πράξη ένα ρεφορμιστικά ηγεμονευόμενο μέτωπο.

Ερώτηση 6.: Από την άλλη μεριά, είναι αρκετά διαδεδομένη και η άποψη ότι ένα ευρύ Μέτωπο θα έχει αναπόφευκτα την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια διδάγματα απορρέουν από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ;

- Απάντηση: Το ζήτημα δεν είναι αν το μέτωπο είναι «ευρύ ή στενό», αλλά πάνω σε ποια πολιτική βάση θα χτιστεί. Διότι πράγματι στο ζήτημα αυτό η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ είναι δραματικά διδακτική και καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να γίνει, αν δεν την πάρει στα σοβαρά υπόψη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τι υποσχέθηκε;  Ότι θα καταργήσει τα μνημόνια μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης και της ΕΕ, σε συμφωνία με τις δυνάμεις του κεφαλαίου στο πλαίσιο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, με όχημα μια αριστερή κυβέρνηση. Και τα τρία αυτά στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της πολιτικής του πρότασης και της ηγεμονίας του στην αριστερά και το ευρύτερο, λαϊκό, αριστερόστροφο αντιμνημονιακό ρεύμα κατέρρευσαν και είναι ζήτημα ζωής να απορριφθούν για να μην επαναληφθούν.

Κάθε εργαζόμενος σήμερα καταλαβαίνει ότι εντός ευρωζώνης και ΕΕ, με σεβασμό στις συνθήκες τους δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο, παρά να εφαρμόζεις μια σκληρή νεοφιλελεύθερη υπεραντιδραστική πολιτική ενάντια στον ίδιο τον λαό σου.

Κοινωνικό συμβόλαιο με τις δυνάμεις του κεφαλαίου σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει, πρώτα από όλα λόγω της βαθιάς, δομικής και ιστορικού χαρακτήρα καπιταλιστικής κρίσης. Που καθιστά αναπότρεπτη για το κεφάλαιο μια πολιτική βαθιών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων για το ξεπέρασμά της. Αν το κεφάλαιο διέθετε σοσιαλδημοκρατική λύση είχε κόμματα να την εκπροσωπήσουν!

Τέλος η διεκδίκηση μιας «αριστερής κυβέρνησης» μέσα στο πλαίσιo της συνέχειας του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών από μια πρόταση κοινοβουλευτική αυταπάτης έχει μετατραπεί σε μια επικίνδυνη προοπτική. Οι πραγματικές δυνάμεις της εξουσίας δεν βρίσκονται στον περίβολο του κοινοβουλίου, αλλά στο βαθύ κράτος, τους κατασταλτικούς και ιδεολογικούς του μηχανισμούς, στην «ανεξάρτητη δικαιοσύνη». Βρίσκονται στον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες πραγματικά «πρακτορεία» του ιμπεριαλισμού, στην Φραγκφούρτη και τις Βρυξέλλες, στις αδιαπέραστες δομές και δίκτυα εξουσίας που δημιουργεί ακόμα και μέσα στα πλαίσια το κράτους η ΕΕ (βλ «ανεξάρτητες αρχές»).

Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι έχουμε ανάγκη από μια αριστερά που με την δύναμη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, να διαμορφώσει μια στρατηγική ρήξης με την ΕΕ, τον καπιταλιστικό μονόδρομο, και το αστικό κράτος, διεκδικώντας την πραγματική εξουσία για να αλλάξει πραγματικά την κατάσταση.

Ερώτηση 7.: Πέρα από το μέτωπο, υπάρχει η δυνατότητα ενός εκλογικού συνασπισμού, με διατήρηση της αυτοτελούς έκφρασης των δυνάμεων που θα μετάσχουν σε αυτόν, στο κοινοβούλιο, κ.λπ., το οποίο δεν συζητείται συχνά. Θα βρούμε σχετικές εμπειρίες στο κομμουνιστικό κίνημα στον 20ό αιώνα…

- Απάντηση: Από άποψη αρχών οι εκλογές – και οι εκλογικές συμμαχίες δεν αυτονομούνται από την πολιτική αντίληψη και γραμμή σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Δεν μπορεί να υπάρχει «μια πολιτική για την περίοδο» και μια «άλλη πολιτική» για τις εκλογές! Το περιεχόμενο και οι δυνάμεις που στην βάση του οποίου χτίζονται οι πολιτικές συμμαχίες χτίζουν και τις εκλογικές.

Στον 20ο αιώνα η εμπειρία από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκλογικών συνεργασιών είναι δυστυχώς αρνητική και στη χώρα μας. Ο μεγάλος, ο ενιαίος (με κορμό το ΚΚΕ) ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, με το πρόγραμμα και τις δυνάμεις που συσπείρωσε, οδήγησε στον εκφυλισμό και την ήττα της αριστεράς το 89-90. Σε προηγούμενες περιόδους τα αλλεπάλληλα επεισόδια πολιτικής ουράς της αριστεράς σε αστικά ρεφορμιστικά κόμματα αλλά και οι προτάσεις «δημοκρατικών κυβερνήσεων» την 10ετία του 80 οδήγησαν σε υποχωρήσεις και ήττες. Δραματική για το λαό αποδείχτηκε τελικά ή πολιτικοεκλογική συνεργασία πολλών δυνάμεων που οδήγησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Όλες αυτές οι εμπειρίες έχουν καταγραφεί αρνητικά στη συνείδηση των εργαζομένων και των αγωνιστών της αριστεράς. 

Για τη μαχόμενη αριστερά το συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι οι συμμαχίες που έχουν στόχο είτε τη διαχείριση του αστικού πλαισίου η ακόμα την εκλογική της επιβίωση με είσοδο στην Βουλή και, για το σκοπό αυτό, δεν τολμούν να συγκρουστούν με τις βασικές επιλογές της αστικής τάξης οδηγούνται σε τραγική ήττα.

Αν κοιτάξουμε ακόμα πιο πίσω μπορούμε να μελετήσουμε την λενινιστική πολιτική των πολιτικών και εκλογικών συμμαχιών. Για παράδειγμα στην περίοδο της δημοκρατικής επανάστασης θέτοντας ως βασικό καθήκον την επαναστατική ανατροπή του τσαρισμού με την ηγεμονία του προλεταριάτου αρνήθηκε κατηγορηματικά το «δημοκρατικό μέτωπο» με την αστική τάξη και διαμόρφωσε την τακτική του «αριστερού συνασπισμού» δηλαδή την συμμαχία της εργατικής τάξης με την επαναστατικό μικροαστική δημοκρατία, πάνω στην βάση ακριβώς της πολιτικής πρότασης της επαναστατικής ανατροπής του τσαρισμού ενάντια και στην αστική τάξη. Δυστυχώς αυτή η πολιτική αρχών έχει για πολλά χρόνια χαθεί κα έχει αντικατασταθεί από καιροσκοπικές λογικές, και με πρακτικές τύπου «άλλο η πολιτική και άλλο η εκλογική πρόταση».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιχειρεί να συμβάλει ώστε οι μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς να υπερβούν στην πράξη την όποια αρνητική ιστορική εμπειρία.. Με την πολιτική πρόταση της για τον κοινό πολιτικό βηματισμό και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών αντιιμπεριαλιστικών αντιΕΕ δυνάμεων έχει σαν στόχο να συμβάλλει σε μια πλατιά συσπείρωση δυνάμεων πάνω στην βάση του αναγκαίου πλαισίου πολιτικών στόχων, συσπείρωση που είναι απόλυτα αναγκαία και δυνατή και μπορεί να αποτελέσει ένα νέο σημείο αναφοράς, μια νέα ελπίδα στο λαϊκό και αριστερό κόσμο που δεν το βάζει κάτω.

Ερώτηση 8.: Όσους ανήκουμε στο μαρξιστικό χώρο μας απασχολεί το ζήτημα της πρωτοπορίας, που θέτει επιτακτικά η ίδια τη ζωή. Στο ΕΑΜ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο το ΚΚΕ, με τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπαγόταν τότε αυτό, σήμερα όμως το κόμμα αυτό ακολουθεί ένα στείρο σεχταρισμό. Βέβαια, οι εποχές διαφέρουν, είναι όμως ορατός ο κίνδυνος, αν οι άλλες δυνάμεις δεν ανταποκριθούν και κυριαρχήσει ως κατεύθυνση το ΚΚΕ, να έχουμε μια επανάληψη του γερμανικού 1929-33 ή της ελληνικής εμπειρίας του 1936…

- Απάντηση: Ο κίνδυνος είναι τρομακτικός από την επιδρομή του πιο βάρβαρου καπιταλισμού, από την κανιβαλική πολιτική της αστικής τάξης της ΕΕ και των κυβερνήσεων τους. Είναι ακόμα μεγαλύτερος από την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ που φέρνει μνημόνια και κοινωνική καταστροφή και φυσικά ανοίγει διάπλατα τον δρόμο σε δεξιές και ακροδεξιές δυνάμεις.

Το ΚΚΕ φέρει ιστορική η ευθύνη. Ο σεχταρισμός του έχει συγκεκριμένο σκοπό και περιεχόμενο: την άρνηση του πολιτικού ανατρεπτικού αγώνα και της κοινής δράσης για να μπορέσει το κίνημα να σταθεί νικηφόρα στη σύγκρουση αυτή. Παράλληλα αδιέξοδες είναι λογικές που αναπαράγουν ένα «νεοσυριζαίικο» εγχείρημα που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στα ίδια αποτελέσματα.

Οι εποχές δεν επαναλαμβάνονται αλλά η ιστορία μας διδάσκει πολλά..

Απαιτείται μια ιστορική τομή -υπέρβαση στην αριστερά πρωτίστως στην κομμουνιστική Ό «λαός της αριστεράς» πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.

Η αρνητική εμπειρία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, που εφαρμόζει αντιλαϊκή αστική πολιτική, αλλά εξακολουθεί να μιλά στο όνομα της Αριστεράς, η πολύχρονη κρίση και ενσωμάτωση της Αριστεράς στην Ευρώπη και διεθνώς σε συνδυασμό με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» υποχρεώνουν σε μια μάχιμη ανασυγκρότηση της ίδιας της έννοιας της Αριστεράς, για μια άλλη Αριστερά, αντάξια των άμεσων και στρατηγικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, της νεολαίας, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα απαιτείται να γίνει ένα καινούργιο μεγάλο βήμα μπροστά, να ανέβουμε σε μια νέα βαθμίδα συγκέντρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων..

Παλεύουμε για μια αριστερά αντικαπιταλιστική, επαναστατική, σύγχρονα κομμουνιστική, σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού και της ΕΕ και κάθε μορφής διαχείρισης του καπιταλισμού. Με πλήρη αυτοτέλεια από τον ρεφορμισμό αλλά με λογική επίδρασης και κερδίσματος των αντιφατικών ρευμάτων που γεννιούνται από την κρίση του και κινούνται σε λογική ανατροπής. Μαχητικής και ενωτικής στους αγώνες. Στηριγμένη στα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα. Με ανώτερη οργάνωση και δημοκρατία. Αυτή είναι η κύρια προϋπόθεση για να στραφεί αριστερά και όχι δεξιά και ακροδεξιά η βαθιά δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων που γιγαντώνεται απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, απέναντι στον μονόδρομο του κεφαλαίου και την ΕΕ..

- Ερώτηση 9.: Η πείρα των τελευταίων χρόνων, και του 20ού αιώνα γενικότερα, κάνει σαφείς τις τεράστιες δυσκολίες που θα συναντήσει ένα σύγχρονο επαναστατικό εγχείρημα. Το Μέτωπο και η πάλη των ιδεών για τη σοσιαλιστική προοπτική στην εποχή μας συνδέονται εμφανώς άρρηκτα…

- Απάντηση: Η δημιουργία μιας πραγματικής «εναλλακτικής» απέναντι στην ΤΙΝΑ του νεοφιλελεύθερου και καπιταλιστικού μονόδρομου, το ίδιο το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, προϋποθέτουν την παράλληλη ανάπτυξη και τελικά την ηγεμονία των κομμουνιστικών ιδεών.

Πράγματι όσο η συνείδηση του μαχόμενου κόσμου δεν μπορεί να υπερβεί τα ιδεολογικά όρια του συστήματος, όσο οι μοναδικές δυνατές μορφές κοινωνικής οργάνωσης είναι η αγορά και η καπιταλιστική ιδιοκτησία και οι μοναδικές δυνατές μορφές πολιτικής εξουσίας το σημερινό ολοκληρωτικό κράτος και η άδεια από κάθε περιεχόμενο κοινοβουλευτική δημοκρατία, το κίνημα και το μέτωπο θα ηγεμονεύονται από την αστική πολιτική.

Το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό και λαϊκό κίνημα, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο, και oσύγχρονος κομμουνιστικός φορέας αποτελούν τρεις πλευρές του επαναστατικού υποκειμένου της εποχής μας, που η μια ενισχύει και στηρίζει την άλλη. Σταθερό μέτωπο και κίνημα ανατροπής μπορούν να σταθούν αν υπάρχει ένας ισχυρό κομμουνιστικό ρεύμα που εμπνέεται από μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, από την κοινωνική ιδιοκτησία και την συλλογική οργάνωση των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, από την εργατική δημοκρατία και την λαϊκή αυτενέργεια, από την απελευθέρωση της επιστήμης από τα αλλοτριωτικά δεσμά του κέρδους, από την απελευθέρωση των ανθρώπινων σχέσεων από την βία, τον καταναγκασμό, την αποξένωση. Ναι σε μια τέτοια προοπτική αξίζει να στρατευτούμε και να παλέψουμε.

Αντώνης Δραγανίγος, μέλος της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΠΕ του ΝΑΡ, Ιούνιος 2017

ΠΗΓΗ: narnet.gr

Σελίδα 3468 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή