Σήμερα: 16/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

rompolis-mpetsis-betsis.jpg

Ενεργές πολιτικές για μείωση της ανεργίας αντί για συνεχή μείωση των συντάξεων ως μέσο για την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος της χώρας προτείνει ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββας Ρομπόλης. Η μείωση της ανεργίας κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2027 θα οδηγούσε σε αύξηση των εσόδων του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης κατά 800 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο τον χρόνο, καθιστώντας εφικτή την αποτροπή των νέων μειώσεων των συντάξεων μέσω της περικοπής στις προσωπικές διαφορές το 2019.

Σύμφωνα με μελέτη των καθηγητών Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση (υποψήφιου διδάκτορα του Παντείου Πανεπιστημίου), εφόσον η ανεργία περιοριζόταν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες – από το 23,5% που είναι σήμερα μέχρι το 2027 – θα δημιουργούνταν 500.000 θέσεις πλήρους και σταθερής απασχόλησης, και ως εκ τούτου τα έσοδα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 800 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο τον χρόνο.

«Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται μόνιμα και ισοπεδωτικά μέτρα περικοπών στις συντάξεις για συγκυριακούς λόγους και να μην συνυπολογίζονται οι απώλειες εσόδων που προκάλεσε η παρέμβαση» σημειώνει ο Σ. Ρομπόλης.

Σχέδιο εκκίνησης

Ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου επισημαίνει πως αν εφαρμοζόταν μια στοχευμένη πολιτική το 2018 γενναίας χρηματοδότησης της απασχόλησης με ένα δισ. ευρώ κυρίως σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας, πέραν της πρόσθετης απασχόλησης που θα δημιουργούσε η διαδικασία ανάπτυξης της οικονομίας, θα δημιουργούνταν 200.000 επιπλέον θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα τα έσοδα του ΕΦΚΑ να αυξηθούν κατά 500 εκατ. ευρώ.

Έτσι θα καλυπτόταν ήδη από τον πρώτο χρόνο το μισό προϋπολογισθέν έλλειμμα του Ασφαλιστικού για το 2017, πέραν των πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων στην οικονομία από τις νέες επιπλέον θέσεις εργασίας. Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη αυτής της προοπτικής -επισημαίνει ο Σ. Ρομπόλης- αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ενός αναπτυξιακού σχεδίου εκκίνησης της οικονομίας και στήριξης του στόχου της μείωσης της ανεργίας (για 15% περίπου το 2027).

Οι νέες περικοπές στις κύριες συντάξεις μέσω του επανακαθορισμού αυτών, με βάση τα νέα-μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης γίνεται με στόχο τη μείωση της κρατικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση του Ασφαλιστικού.

Λάθη του ΔΝΤ

Στη μελέτη σημειώνεται ότι το ΔΝΤ θεωρεί λανθασμένα ως έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης τη διαφορά εσόδων που προκύπτουν μόνο από τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, χωρίς την τριμερή χρηματοδότηση και την κρατική επιχορήγηση, καθώς και των δαπανών.

Αντίθετα, τονίζουν οι ειδικοί, το έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της ΕΕ είναι η διαφορά εσόδων -που προκύπτει από τις εισφορές εργαζομένων, εργοδοτών αλλά και τη συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης- και των δαπανών.

Το έλλειμμα αυτό που καλύπτει η κρατική επιχορήγηση στην Ελλάδα το 2016 ήταν 5% του ΑΕΠ – 8,7 δισ. ευρώ (ΑΕΠ 173,4 δισ. ευρώ το 2016) και όχι 11% του ΑΕΠ (19 δισ. ευρώ), όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ.

Η ευελιξία της απασχόλησης αποκρύπτει
την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες

Οι δύο καθηγητές σε άλλη μελέτη περιγράφουν την εικόνα της αγοράς εργασίας η οποία δείχνει τα εξής (εδώ για τη σχετική ανάρτηση).

– Η μερική απασχόληση αποτελεί, κατά το 2016, το 50,3% των νέων προσλήψεων.

– Η ανασφάλιστη εργασία αφορά έναν στους 5 εργαζομένους (500.000 άτομα).

– 300.000 εργαζόμενοι, ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται ως μισθωτοί, στην πράξη απασχολούνται ως αυτοαπασχολούμενοι.

– 200.000 άτομα, ενώ εργάζονται 8 ώρες, καταχωρίζονται ως μερικά απασχολούμενοι.

– 38% των εργαζομένων έχουν αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό.

Πηγή: ergasianet.gr

_ταξική_η_φύση_της_δικαιοσύνης.jpg

Ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Η εξάρτηση ή η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν καθορίζεται βασικά από τη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία αλλά από τη σχέση της με τη διεξαγωγή  της ταξικής πάλης και με τη συμπυκνωμένη επιβολή των κυρίαρχων επιλογών.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΛΑΝΤΗΣ

Η αντιπαράθεση κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και δικαστών το τελευταίο διάστημα για μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης (απόφαση Αρείου Πάγου για τα δεδουλευμένα, υπόθεση μη αναστολής εκτέλεσης ποινής για την Ηριάνα Β., υπόθεση πρόσληψης της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού, υποθέσεις φορολογικής ασυλίας επιχειρηματιών κ.α.) αναδεικνύει για άλλη μια φορά το πολυσυζητημένο σε όλη τη μεταπολίτευση ζήτημα της «ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης». Η μεν αντιπολίτευση καταγγέλλει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι επιδιώκει να καθυποτάξει τον μηχανισμό της Δικαιοσύνης και να παραβιάσει τη συνταγματικά προβλεπόμενη ανεξαρτησία της, η δε κυβέρνηση επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες είτε δεν συμφωνεί είτε επιδιώκει –αυτό βασικά συμβαίνει– να αποσείσει από πάνω της την πολιτική ευθύνη. Ταυτόχρονα, ως Πόντιος Πιλάτος, φαίνεται να λέει «εγώ έχω διαφορετική άποψη αλλά μην μου ζητάτε να παρέμβω».

Η αλήθεια είναι ότι για μια και μόνο φορά η μνημονιακή και νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει κάποιο δίκιο. Δεν μπορείς από τη μια πλευρά να κατηγορείς την κυβέρνηση ότι «υποτάσσει» τη Δικαιοσύνη σε αρνητική κατεύθυνση και, από την άλλη εσύ, να της ζητάς να την «υποτάξει» σε θετική κατεύθυνση. Η υπαρκτή Αριστερά συχνά πέφτει και αυτή σε αυτό το λογικό λάθος. Είναι σαν να λες: έ, αφού την κάνεις ούτως ή άλλως ό,τι θέλεις, κάνε τουλάχιστον το σωστό ή δώσε της τη σωστή εντολή (βλ. την αντίληψη ορισμένων συντρόφων στα 2013-2015 ότι η κυβέρνηση και η Δικαιοσύνη μπορούσαν και έπρεπε να καταστείλουν από κοινού τη ναζιστική Χρυσή Αυγή). Όμως, η κυβέρνηση δεν «παρεμβαίνει» συνήθως στη Δικαιοσύνη για να «κάνει το σωστό».

Προφανώς, το πρόβλημα της φύσης της Δικαιοσύνης δεν είναι, κυρίως, λογικό αλλά πολιτικό. Για όποιον μοιράζεται με τον μαρξισμό τις βασικές του έστω έννοιες, είναι αυτονόητο ότι ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Πάντοτε, ως γενική συνισταμένη εκφράζει τα συμφέροντα του συλλογικού κεφαλαίου και του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Αυτό εκφράζεται ιδίως στην κορυφή του δικαστικού μηχανισμού, υπό την έννοια ότι τα Ανώτατα Δικαστήρια και οι ηγεσίες τους (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) συμμερίζονται και κατά κανόνα –όχι όμως πάντοτε– επικυρώνουν την κεντρική στρατηγική γραμμή του πλέγματος εκτελεστική-νομοθετική εξουσία.

Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτά τα ανώτατα δικαστήρια επικύρωσαν τη συνταγματικότητα του Α’ Μνημονίου (απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ 668/2012), επικύρωσαν τη συνταγματικότητα των χαρατσιών και του ΕΝΦΙΑ, όπως επίσης και το καθεστώς ΤΑΙΠΕΔ και τη συνταγματικότητα της ολοσχερούς ιδιωτικοποίησης του δημοσίου πλούτου από το ελληνικό και το πολυεθνικό κεφάλαιο. Όσο κατεβαίνουμε την ιεραρχία των δικαστηρίων προς τα κατώτατα, εκεί η ταξική πάλη των «κάτω τάξεων» φαίνεται αρκετές φορές να διαπερνά τη δικαστική κρίση και να αμβλύνει την επιβολή της κυρίαρχης βούλησης (ελαφρύνσεις ιδιωτικών δανείων, αποφάσεις που κρίνουν ως αντισυνταγματικές ορισμένες μερικές μνημονιακές επιλογές, απαλλαγές σε ποινικές υποθέσεις με πολιτικό υπόβαθρο, ακυρώσεις παρανόμων απολύσεων κλπ).

Υπάρχουν μορφές ή περιπτώσεις «εξάρτησης» και «καθοδήγησης» από την εκτελεστική εξουσία; Σε κρίσιμες στιγμές και δικαστικές διαμάχες, όπως λ.χ. η κρίση για τη συνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου στα 2010-2012, θεωρώ δεδομένο ότι ασκούνται τέτοιες πιέσεις και υποδείξεις. Όμως, η κύρια πλευρά της ταξικότητας της δικαιοσύνης δεν συμπίπτει πλήρως ούτε και συμπυκνώνεται κυρίως στις «κυβερνητικές υποδείξεις» και στην υποταγή σε αυτές. Ο δικαστικός μηχανισμός –ιδίως δε αυτός των ανωτάτων δικαστηρίων– συγκλίνει και συμπαρατάσσεται πολιτικοϊδεολογικά με το πλέγμα κυβέρνηση-νομοθετική λειτουργία στην επικύρωση ενός ορισμένου ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ του κεφαλαίου. Υπάρχει βασικά «συναντίληψη» και «σύγκλιση» και δευτερευόντως «μονομερής επιβολή». Επίσης, «μονομερής επιβολή» υπάρχει περισσότερο στο εσωτερικό της ιεραρχίας του δικαστικού μηχανισμού και λιγότερο μεταξύ της κυβέρνησης και των δικαστών.

Εάν τα παραπάνω ισχύουν από στρατηγική άποψη, δεν είναι καθόλου αναγκαίο τακτικά οι δικαστές μεταξύ τους ή οι δικαστές σε σχέση με την κυβέρνηση να συμπίπτουν και να ταυτίζονται σε όλες τις στιγμές και σε όλα τα ζητήματα. Μπορεί, ακόμη, ο τρόπος εφαρμογής της κυρίαρχης βούλησης καθώς και η στάθμιση της κυρίαρχης βούλησης με αντίθετα κοινωνικά ή δημοκρατικά ρεύματα να οδηγούν και σε αντιφατικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η εκφραζόμενη διαφωνία της κυβέρνησης με την απόφαση μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής για την Ηριάνα δεν είναι απόλυτο ότι είναι προσχηματική. Βεβαίως, υπάρχει και η διάσταση της μετάθεσης της πολιτικής ευθύνης, πέρα από τον μηχανισμό της εκτελεστικής εξουσίας.

Τέλος, η διακριτή (κατασταλτική βασικά) λειτουργικότητα του δικαστικού μηχανισμού ως προς την κυβέρνηση, το γεγονός ότι δεν είναι «γρανάζι» της, δεν αποκλείει καθόλου τάσεις φεουδοποίησης και κατακερματισμού του μηχανισμού αυτού από τα αστικά κόμματα διακυβέρνησης καθώς και στρατηγικές συμμαχίες με τους επικεφαλής τους (σχέση κ. Θάνου με ΣΥΡΙΖΑ). Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το ότι η παρούσα κυβέρνηση στην περίπτωση της κ. Θάνου έδειξε τελείως «αποενοχοποιημένη».

Τελικά, η «πρώτη φορά Αριστερά» ίσως αυτό ακριβώς να σημαίνει. Την πλήρη δηλαδή απελευθέρωση των μανιασμένων για εξουσία επί δεκαετίες στελεχών της «Αριστεράς» από κάθε «αστική» ενοχή και κάθε «αστικό» συναίσθημα ντροπής. Την οργανωμένη δηλαδή ξεδιαντριοπιά.

Πηγή: prin.gr

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017 16:00

Κερατάδες και … ζημιωμένοι

Το γερμανικό κράτος κερδίζει 1,34 δισ ευρώ από τα δάνεια στην Ελλάδα

_και__ζημιωμένοι.jpg

Κέρδη 1,34 δισεκατομμυρίων ευρώ αποκομίζει το γερμανικό κράτος από τα δάνεια στην Ελλάδα, αλλά και τις αγορές ελληνικών ομολόγων.

Η είδηση δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung (SZ) (1)  και προκάλεσε μεγάλη συζήτηση,  αφού ανατρέπει τον ισχυρισμό της γερμανικής κυβέρνησης ότι τα δάνεια προς την Ελλάδα επιβαρύνουν τους Γερμανούς φορολογούμενους.  Ταυτοχρόνως δίνει ισχυρό πλήγμα στα περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».   

Η εφημερίδα του Μονάχου αναφέρεται σε ένα έμβασμα ύψους 412 εκατομ. ευρώ, τα οποία προορίζονταν για την Ελλάδα, όπως προέβλεπε ο γερμανικός προϋπολογισμός του 2015 υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πληρωμή προς την Ελληνική Δημοκρατία». Ωστόσο, όπως σημειώνει η SZ, «τα χρήματα δεν έφθασαν ποτέ στην Αθήνα. Και ως προς αυτό δεν προβλέπεται να αλλάξει κάτι.  «H  γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν σχεδιάζει αυτή την ώρα κανένα τέτοιο έμβασμα», έγραψε ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών Γενς Σπαν απαντώντας στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο των Πρασίνων για θέματα Προϋπολογισμού, Σβεν-Κρίστιαν Κίντλερ».

Όπως διευκρινίζει η SZ, το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου ποσού, «η ύπαρξη του οποίου μόνο σπανίως λαμβάνεται υπόψη στη Γερμανία: Πρόκειται για κέρδη από δάνεια και αγορές ομολόγων προς όφελος της Ελλάδας (σ.σ. για τη χρηματοδότηση της χώρας)». Το κέρδος ανέρχεται συνολικά σε 1,34 δις ευρώ, όπως προκύπτει από στοιχεία που έθεσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών στη διάθεση του κόμματος των Πρασίνων.

Όμως, από τα μνημονιακά δάνεια προς την Ελλάδα δεν βγαίνει κερδισμένη μόνο η Γερμανία, αλλά όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, στο μέτρο της συμμετοχής τους στα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και την αγορά ελληνικών ομολόγων. Για μεγάλες οικονομίες, όπως της Γαλλίας και της Ιταλίας, το ύψος των κερδών ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, ακόμα και η μικρή και φτωχή Μάλτα κερδίζει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο (2).

Σημειώνουμε ότι αυτά τα ποσά είναι μικρό μέρος των συνολικών κερδών που αποκομίζουν οι δανειστές της Ελλάδας από την εφαρμογή των προγραμμάτων – μνημονίων, αφού αφορούν μόνο στο διάστημα 2010- 2016 και δεν συνυπολογίζονται τα κέρδη που προκύπτουν είτε από ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών, είτε από τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, είτε από τη διαφορά των επιτοκίων δανεισμού.

Ειδικότερα για τη Γερμανία, θα πρέπει να συνυπολογίζονται ως κέρδη και τα ποσά που οφείλει στο ελληνικό κράτος για τις πολεμικές αποζημιώσεις και την κλοπή των αποθεματικών της Τράπεζας της Ελλάδος στην περίοδο της κατοχής. Ποσά τα οποία, η γερμανική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να διεκδικήσει.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα περί θυσιών των υπολοίπων εταίρων για τη σωτηρία της Ελλάδας είναι ένας μύθος που συντηρείται είτε για εσωτερική  κατανάλωση στις χώρες των δανειστών, είτε για την δικαιολόγηση των σκληρών μνημονιακών μέτρων στην Ελλάδα.

Μάλιστα, αυτός ο μύθος παρουσιάζεται κατά καιρούς με τον πιο προκλητικό και χυδαίο τρόπο, όπως, πριν λίγους μήνες από τον επικεφαλής του Eurogroup, Γερούντ Ντάισελμπλουμ, ο οποίος δήλωσε: «Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, οι χώρες του Βορρά έδειξαν αλληλεγγύη στις χώρες που επηρεάσθηκαν από την κρίση. Ως σοσιαλδημοκράτης, αποδίδω εξαιρετική σημασία στην αλληλεγγύη. (Αλλά) και αυτοί έχουν υποχρεώσεις. Δεν μπορούν να ξοδεύουν όλα τα χρήματα σε ποτά και γυναίκες και μετά να ζητούν βοήθεια»!(3

Με πιο κομψό τρόπο, αλλά στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανκ Σόιμπλε,  δήλωσε ότι οι Έλληνες «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους. Έχουν σε σχέση με το ΑΕΠ τους σημαντικά υψηλότερες κοινωνικές παροχές και συντάξεις από ό,τι για παράδειγμα οι Γερμανοί πολίτες»…(4)

Υπάρχουν, βεβαίως,   δεκάδες παρόμοιες δηλώσεις κρατικών, ή κοινοτικών αξιωματούχων, με προφανή σκοπιμότητα, να δικαιολογήσουν τις πολιτικές λιτότητας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν ονόματι της «αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα, φθάνοντας στο σημείο να επιρρίπτουν την ευθύνη στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό.

Τα νεώτερα στοιχεία έρχονται να προστεθούν σε όσα κατά καιρούς έχουν γίνει γνωστά, όπως τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, τον Αύγουστο του 2013 (5), σύμφωνα με τα οποία, τα κρατικά θησαυροφυλάκια στο Βερολίνο από το 2010 ως το 2014, μόνο, γέμισαν και θα γέμιζαν με επιπλέον έσοδα 40,9 δις ευρώ, επειδή η Γερμανία δανειζόταν με χαμηλά επιτόκια. Μάλιστα, η σχετική εγγραφή στον προϋπολογισμό είχε τον τίτλο «διαφορά επιτοκίων» και υπολογιζόταν κατ’ έτος από 8 ως 17 δις ευρώ.

Τα παραπάνω έρχονται να υπογραμμίσουν την υποκρισία και τον κυνισμό εκείνων που μιλούν για «αλληλεγγύη», την ώρα που αποκομίζουν τεράστια κέρδη, βγαλμένα από τη δυστυχία και την εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα και αλλού. Όπως του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε,  ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξη του στην εφημερίδα «Τα Νέα» είπε: «Σέβομαι την κυριαρχία της Ελλάδας. Η Ελλάδα χρειάζεται την αλληλεγγύη μας και εμείς την παρέχουμε. Έζησα για αυτό αρκετές επικριτικές συζητήσεις με τους πολίτες στη χώρα μου, στο κόμμα μου, στη Βουλή. Πρέπει να δείξουμε αλληλεγγύη για το κοινό μας συμφέρον, διαφορετικά δεν μπορεί να επιτύχει συνολικά η Ευρώπη. Οι ισχυρότεροι πρέπει να βοηθούν τους ασθενέστερους. Αλλά οι ασθενέστεροι πρέπει φυσικά οι ίδιοι να εργάζονται για την εξάλειψη των αιτίων που τους έφεραν τώρα σε αυτή τη θέση» (6).

Θα ήταν όμως λάθος να επιρρίπτουμε στον Σόιμπλε, τον Ντάισελμπλουμ και γενικότερα στους εκπροσώπους των δανειστών τις ευθύνες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνυπέγραψαν, εφάρμοσαν και εφαρμόζουν τα εξοντωτικά προγράμματα των μνημονίων, εξυμνώντας την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» και  με δηλώσεις ευγνωμοσύνης για τους  δανειστές- ευεργέτες. Αποδεχόμενες και όλες τις αιτιάσεις που προσβάλλουν βάναυσα τους Έλληνες εργαζόμενους.

ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Πηγή: imerodromos.gr

_ΔΝΤ_Νωρίτερα_μείωση_αφορολόγητου_αργότερα_αντίμετρα.jpg

Πιο νωρίς η μείωση του αφορολογήτου, το 2023 τα αντίμετρα, όχι στην επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων, «στοπ» στους συμβασιούχους του Δημοσίου, μεγαλύτερη κάλυψη τραπεζών στους πλειστηριασμούς.

Ένα χρόνο νωρίτερα, δηλαδή το 2019, «βλέπει» το ΔΝΤ την εφαρμογή του νέου μειωμένου αφορολογήτου, που θα αφήσει «ακάλυπτο» το 20% των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων, ενώ όσον αφορά στα περιβόητα αντίμετρα, το Ταμείο δεν βλέπει φως πριν από το 2023, δηλαδή πριν χαλαρώσουν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Αν και η έκθεση του ΔΝΤ επιχειρήθηκε να περάσει στα «ψιλά», ως «μια από τα ίδια», η προσεκτική ανάγνωση των διαπιστώσεων, των προβλέψεων και των συστάσεων που περιλαμβάνει, προμηνύει ένα «θερμό» Φθινόπωρο, με αμφίβολα τα χρονοδιαγράμματα της τρίτης αξιολόγησης, καθώς αμφισβητούνται βασικές παραδοχές των όσων ψηφίστηκαν μόλις πριν από ενάμιση μήνα.

Κατ’ αρχάς, το Ταμείο σημειώνει ότι «περιμένει την πλήρη εφαρμογή της μείωσης του αφορολογήτου το 2019», τινάζοντας στον αέρα τον προγραμματισμό της κυβέρνησης, που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να μεταθέσει το εν λόγω μέτρο το 2020. Όπως αναλύεται στην έκθεση του ΔΝΤ, το «ψαλίδισμα» της έκπτωσης φόρου κατά 650 ευρώ, δηλαδή του αφορολογήτου κατά περίπου 3.000 ευρώ, συνεπάγεται ότι εφεξής θα καλύπτει το 35% των μισθωτών και των συνταξιούχων, έναντι 55% που καλύπτονται αυτή τη στιγμή. Επιπλέον, το νέο αφορολόγητο θα καλύπτει το 40% του μισθού ενός μέσου εργαζόμενου, αντί 60%, μείωση που σύμφωνα με το Ταμείο δεν είναι αρκετή, καθώς ο μέσος όρος στην Ευρώπη βρίσκεται περίπου στο 22%. Αυτό που τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου είναι ότι αποτελεί αντικείμενο ανησυχίας πως βαίνει αυξανόμενος ο αριθμός των φορολογούμενων με εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο, λόγω της έξαρσης της μερικής και περιστασιακής απασχόλησης, επισήμανση που ανοίγει το «παράθυρο» για νέα μείωση του αφορολογήτου ορίου.

«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στο αφήγημα των αντίμετρων, καθώς αναφέρει ως βασικό του σενάριο ότι οι ψηφισμένες μειώσεις συντελεστών φυσικών- νομικών προσώπων, η μείωση της έκτακτης εισφοράς και το υπόλοιπο «πακέτο» κοινωνικών δαπανών, δεν θα ισχύσουν παρά μόνο το 2023, όταν χαμηλώνει ο πήχης των πρωτογενών πλεονασμάτων. Το ΔΝΤ «καρφώνει», μάλιστα, την Αθήνα ότι συμπεριέλαβε στα αντίμετρα την έστω μικρή μείωση του ΕΝΦΙΑ, παρά την αντίθετη άποψη του Ταμείου.

Υπενθυμίζεται ότι το αν η μείωση του αφορολογήτου θα έρθει το 2019 και το αν θα εφαρμοστούν τα αντίμετρα, θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση που θα λάβει χώρα λίγο πριν από την ολοκλήρωση του Προγράμματος κι αφού συνεκτιμηθούν οι προοπτικές επίτευξης πλεονασμάτων 3,5%.

«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στα Εργασιακά, στέλνοντας έτσι σαφές μήνυμα ότι η επόμενη αξιολόγηση, που ούτως ή άλλως συμπεριλαμβάνει τη θεσμοθέτηση αυξημένης πλειοψηφίας (50% + 1) για την προκήρυξη απεργιών στα πρωτοβάθμια σωματεία, θα είναι περιπετειώδης και σε αυτό το πεδίο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η αντιστροφή των όσων ισχύουν από το 2011 στο πεδίο των συλλογικών συμβάσεων (κατάργηση επεκτασιμότητας κλαδικών συμβάσεων), θα είναι «μεγάλο βήμα προς τα πίσω», καθώς όπως υποστηρίζει, θα περιορίσει την ευελιξία σε επίπεδο επιχειρήσεων, θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα, θα καθυστερήσει την πολυαναμενόμενη αύξηση απασχόλησης- επενδύσεων.

«Συμβουλεύουμε τις Ελληνικές Αρχές να το ξανασκεφτούν» τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου, σημειώνοντας ότι όντως η εσωτερική υποτίμηση απέτυχε και σημειώθηκε εκτεταμένη μείωση των πραγματικών αποδοχών, αλλά αυτό οφείλεται στις ανεπαρκείς μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ υπεραμύνεται της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας των επιχειρησιακών συμβάσεων, δείχνοντας να αγνοεί ότι με την κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, υπήρξε στροφή στις ατομικές συμβάσεις, με αποτέλεσμα η αγορά εργασίας να αποκτήσει χαρακτηριστικά «ζούγκλας».

Από τα πυρά του ΔΝΤ δεν γλίτωσαν ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο, οι οποίες σύμφωνα με το Ταμείο αυξάνονται δραματικά και τείνουν να ακυρώσουν τη μείωση του δημόσιου τομέα από το 2010 και μετά, με βάση τον κανόνα αποχωρήσεων- προσλήψεων. Σύμφωνα, μάλιστα, με το Ταμείο, «οι κανόνες για τις συμβάσεις πρέπει επειγόντως να σφίξουν», επισήμανση που έρχεται στον έντονο απόηχο των κινητοποιήσεων στην καθαριότητα και των σχεδιασμών της κυβέρνησης στους ΟΤΑ.

Η χαριστική βολή έπεσε στο «ευαίσθητο» πεδίο των πλειστηριασμών, όπου κατά το Ταμείο θα πρέπει να ενισχυθεί η κάλυψη των πιστωτών, δηλαδή των τραπεζών, έναντι του επίσης μνημονιακού κανόνα που ισχύει σήμερα και εγγυάται το 65% των απαιτήσεων. «Είναι μοναδικός κανόνας στην Ευρώπη», τονίζει το ΔΝΤ και ανάβει φωτιές, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναθεωρήσει τη σειρά (των καλύψεων), με στόχο ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας στα νέα δάνεια, με βάση τις βέλτιστες πρακτικές. Ποιες είναι αυτές; Οι απαιτήσεις των τραπεζών καλύπτονται πλήρως στην Αυστρία, στη Βουλγαρία, στη Γερμανία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Σουηδία, ενώ προβλέπεται μια κάποια ελάχιστη προστασία για τις αποδοχές των εργαζομένων μόνο στη Γαλλία, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία.

Ως παγίδα μπορεί να εξελιχθεί και η διαφορά εκτιμήσεων μεταξύ ΔΝΤ- Ευρωπαίων για το πλεόνασμα του 2018. Το Ταμείο επιμένει ότι δεν θα είναι υψηλότερο του 2,2%, αντί 3,5%, αφήνοντας έτσι μια «τρύπα» περίπου 2,5 δισ ευρώ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, υπάρχει συμφωνία με τους Ευρωπαίους ότι αν τελικά επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις του, τότε και οι Ευρωπαίοι θα αναθεωρήσουν το στόχο του 3,5%, δηλαδή δεν θα χρειαστεί να ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Ποια είναι, όμως, η προϋπόθεση; Οι Ελληνικές Αρχές να έχουν εφαρμόσει πλήρως όλα τα συμφωνηθέντα.

Πηγή: iskra.gr

Σελίδα 3699 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή