Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Συμπόρευση για ένα νέο ΣΥΡΙΖΑ ή συσπείρωση για ισχυρή Αντικαπιταλιστική Αριστερά;

Ζέττα Μελαμπιανάκη – Παντελής Αυθίνος
Το τελευταίο διάστημα πυκνώνουν οι διεργασίες για τη συγκρότηση πολιτικών συσπειρώσεων, τη δημιουργία πολιτικών μορφωμάτων και συμμαχικών σχημάτων της Αριστεράς που θα στοχεύουν να υποδεχτούν την φθορά του ΣΥΡΙΖΑ απ’ τα αριστερά, εν όψει εκλογών. Καλλιεργούνται μάλιστα προσδοκίες για μια «εύκολη» επανάληψη του φαινομένου «ρουκέτας» του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να βρεθεί το κατάλληλο πρόγραμμα, οι κατάλληλες συμμαχίες και να δοθεί η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε «όπως πρέπει» και δεν θα επαναληφθεί η «προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ». Στο χώρο της ΛΑΕ, πιο συγκεκριμένα, προωθείται ένα σχέδιο συνεργασιών το οποίο απ’ ό,τι φαίνεται συμπεριλαμβάνεται το Σχέδιο Β’ (Αλαβάνος), την Πλεύση Ελευθερίας (Κωνσταντοπούλου), το ΕΠΑΜ (Καζάκης) κ.ά. Στο σχέδιο αυτό, απ’ ό,τι έχουμε κατανοήσει από τις επανειλημμένες δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας του Αριστερού Ρεύματος «ΙΣΚΡΑ», μπορεί να γίνει δεκτό (!) και ένα μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αφού βεβαίως διασπαστεί από το σεχταριστικό κορμό του…
Πόση βάση και πόση βαρύτητα έχουν αυτές οι προοπτικές;
Α) Σε τι περίοδο βρισκόμαστε;
Έχει νόημα η επανάληψη του 2004 και η στήριξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε ένα νέο εγχείρημα «τύπου» ΣΥΡΙΖΑ σε λίγο πιο ριζοσπαστική εκδοχή;
Ζούμε πράγματι σε μια περίοδο διαρκών και επαναλαμβανόμενων κυμάτων ριζοσπαστικοποίησης αλλά και διαδοχικών απογοητεύσεων των λαϊκών μαζών από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες. Στην ρίζα αυτής της ιστορικής τάσης βρίσκεται το βάθεμα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε το 2008. Αυτή ακριβώς η επίθεση αποκλείει την επιτυχία ενός ρεφορμιστικού προγράμματος, κλιμακώνει τον θυμό των προλεταριακών μαζών και υπονομεύει την δυνατότητα των αρχουσών τάξεων να οικοδομήσουν σταθερές κοινωνικές συμμαχίες. Σε μια τέτοια περίοδο, είναι ανοιχτό το ζήτημα των διαρκών πολιτικών ανατροπών. Ο πολιτικός χρόνος είναι συμπυκνωμένος εξαιρετικά και οι επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται από την άρχουσα τάξη σε παγκόσμιο επίπεδο, γεννούν ρεύματα αντιστάσεων τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έχουν διαλύσει και ανακατασκευάσει πλήρως ή εν μέρει το πολιτικό σκηνικό σε πολλές χώρες. Πιο πρόσφατα, αυτό συνέβη στη Γαλλία αλλά και στη Μ. Βρετανία. Στο παρελθόν είχαμε δει το φαινόμενο αυτό να εξελίσσεται σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Τουρκία κλπ.
Οι πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες των Κόρμπιν και Μελανσόν, όπως επίσης και η πολύ σημαντική -αλλά αποτυχημένη- προσπάθεια για πολιτική έκφραση του κινήματος στις ΗΠΑ μέσα από την υποψηφιότητα Σάντερς, εντάσσονται σε αυτό το φαινόμενο και έχουν μεγάλη σημασία. Παρά τη διαφορετικότητα των τριών περιπτώσεων, σε επίπεδο πολιτικών προγραμμάτων, πρόκειται σαφέστατα για απόπειρες διατύπωσης μιας νέο-κεϋνσιανής διαχείρισης σαν απάντηση στο σκληρό και καταστροφικό νεοφιλελευθερισμό του συστήματος. Η σαφής τοποθέτησή τους με την πλευρά της μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μειώνει τη σημασία τους στα μάτια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Γιατί συνδέονται με νέες και σοβαρές απόπειρες των υποτελών τάξεων να επανέλθουν στο προσκήνιο μετά από μεγάλα χρονικά διαστήματα ήττας. Ιδιαίτερα, όταν τέτοιες απόπειρες εξελίσσονται στις κεντρικές χώρες του διεθνούς ιμπεριαλισμού, τότε πράγματι, η πολιτική αστάθεια εισβάλλει στο προσκήνιο μαζί με την οικονομική κρίση και τα ζητήματα γίνονται πολύ εκρηκτικά.
Στην Ελλάδα, όμως, μετά την εμπειρία από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο πολιτικός προβληματισμός της αντικαπιταλιστικής αριστεράς οφείλει να βρίσκεται κάποια βήματα πιο μπροστά από τους απλούς πανηγυρισμούς για την «εμφάνιση της νέας αριστεράς». Η ελληνική αριστερά υπήρξε ένα «εργαστήρι» μέσα στο οποίο δοκιμάστηκαν ήδη και απέτυχαν με το σκληρότερο τρόπο τα αντίστοιχα πολιτικά σχέδια. Κυρίως απέτυχε η επιλογή του τμήματος εκείνου της ελληνικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς, (οργανωμένου και ανοργάνωτου) το οποίο είχε ακολουθήσει την πρακτική να στηρίξει το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ, από το 2004, συμβαδίζοντας με μια εξίσου αποτυχημένη πρακτική της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία οδήγησε σχεδόν το σύνολό της σε διάλυση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μοναδικό εγχείρημα εκείνης της περιόδου που όχι απλώς διασώθηκε κοινοβουλευτικά –με δωρητή σώματος ένα τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (ας μην ξεχνάμε το 3,2% του Μάρτη του 2004)- αλλά επιπλέον, σκαρφάλωσε μέχρι την εξουσία, με την κατάρρευση των παλιών μνημονιακών κομμάτων.
Σήμερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει κάνει πλέον φανερό και στους πιο «αθώους» ψηφοφόρους της, ότι δεν διαχειρίζεται το μνημόνιο «με ανθρώπινο τρόπο», αλλά έχει αναλάβει την ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού σχηματισμού στην Ελλάδα με ό,τι αυτό σημαίνει. Εξάλλου και η ίδια έχει σταματήσει να αρνείται την «ιδιοκτησία του προγράμματος» και έχει περάσει στην αφήγηση του success story δηλώνοντας περήφανη για τη σωστή εφαρμογή του.
Στις λαϊκές μάζες υπάρχει οργή εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Η οργή καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις και στις εκλογές των σωματείων. Ο ΣΥΡΙΖΑ καταρρέει και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά. Όμως στο επίπεδο του κινήματος, μέχρι στιγμής, μπορεί να έχουμε ελπιδοφόρα δείγματα αγώνων από κλάδους όπως οι ΟΤΑ, αλλά δεν υπάρχει εύκολη γενίκευση αυτών των μετώπων. Αυτό το γεγονός σημαίνει ότι, ούτε η κατεύθυνση ούτε η ποιότητα της φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να θεωρείται λυμένο ζήτημα. Δεν έχει κριθεί ότι ο κόσμος που εγκαταλείπει το ΣΥΡΙΖΑ πάει προς τα δεξιά ή προς την παθητικότητα και την αποχή, αλλά ούτε έχει κριθεί ότι βρίσκεται σε αριστερή αναζήτηση.
Β) Πού θα γείρει η ζυγαριά; Πώς θα τροποποιηθούν οι συσχετισμοί;
Πολιτική και εκλογική συνεργασία στη μίνιμουμ κοινή συνισταμένη;
Για να κάνουμε τι;
Αν θέλουμε να αντλήσουμε διδάγματα από το παρελθόν, πρέπει να ξεπεράσουμε τοποθετήσεις που κλίνουν την «ενότητα της αριστεράς» σε όλες τις πτώσεις αποφεύγοντας ή αναβάλλοντας τη συζήτηση για το περιεχόμενο.
Πρέπει να θέσουμε οπωσδήποτε κάποια βασικά κριτήρια για να αρχίσει μια σοβαρή και χωρίς υπεκφυγές συζήτηση:
Α. Το πολυσυζητημένο ζήτημα:
Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, ή έξοδος από την ευρωζώνη και βλέπουμε; Είναι κοινό μίνιμουμ έδαφος η έξοδος από την ευρωζώνη; Μπορούμε να παλέψουμε μαζί για τον κοινό μίνιμουμ στόχο και στη συνέχεια, αναπτύσσοντας και παλεύοντας ο καθένας την άποψή του για παρακάτω, ας κερδίσει ο καλύτερος;
Η απάντηση είναι σαφέστατα όχι. Γιατί δεν δικαιούμαστε να λέμε ψέματα. Η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ έχει ένα σοβαρότατο επίδικο: προς όφελος ποιανού θα γίνει; ή αλλιώς, ποιος «θα πληρώσει το μάρμαρο»; Και η απάντηση που δίνει ο κάθε πολιτικός χώρος, έχει απόλυτη σχέση με την τοποθέτηση για το ενιαίο ή όχι της διαδικασίας. Κατά την άποψή μας, η διαδικασία είναι ενιαία και είναι διαδικασία ρήξης, είναι κομμάτι μιας επαναστατικής προοπτικής. Η έξοδος μόνο από την ευρωζώνη, δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως τμήμα ενός προγράμματος συναινετικής διαδικασίας εξόδου σε συνεργασία με τον Σόιμπλε και την ΕΚΤ. Μια συναινετική έξοδος που θα συμπεριλαμβάνει νέα μνημόνια και νέες θυσίες και θα έχει πολιτικό προσανατολισμό τη συμμαχία με εκείνα τα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης τα οποία πλήττονται από την ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού που επιχειρεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.
Β. Συνέπεια του παραπάνω, είναι το βασικότατο ζήτημα: Σε μια τέτοια προοπτική, βρίσκονται σε πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα οι εργατικές ανάγκες και δικαιώματα ή όχι; Γιατί, δεν είναι αποδεκτό για εμάς ένα πλαίσιο συζήτησης στο οποίο προτεραιότητα έχει ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης με στόχο την αύξηση του ΑΕΠ από την πορεία του οποίου εξαρτάται η ικανοποίηση μέρους των εργατικών αιτημάτων.
Γ. Συζητάμε ή όχι για πλήρη ρήξη με όλους τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, δηλαδή για έξοδο από ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΠΤ και για ρήξη με το βασικό διεθνή άξονα στον οποίο έχει ενταχθεί ο ελληνικός καπιταλισμός, τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου; Ποια είναι η τοποθέτηση για τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του ελληνικού καπιταλισμού και τα επικίνδυνα παιχνίδια που προκαλεί ο ανταγωνισμός του με τον τουρκικό καπιταλισμό τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο;
Θεωρούμε ότι σε όλα τα παραπάνω ζητήματα, υπάρχουν στρατηγικού χαρακτήρα διαφορές με τον κορμό που συγκροτεί τη ΛΑΕ. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να υπάρξει κεντρική-εκλογική συνεργασία. Υπάρχουν και έχουν παγιωθεί στρατηγικές διαφορές για το ποια είναι η απάντηση στην καπιταλιστική κρίση. Και από ποιανού την πλευρά δίνεται αυτή η απάντηση. Από την πλευρά των υποτελών τάξεων ή από την πλευρά των πτωχών πλην τιμίων Ελλήνων καπιταλιστών που καταδυναστεύονται από τους Γερμανούς;
Γ) Ταξικό ή εθνικό το ζήτημα;
Το δίλημμα που πρέπει να τεθεί είναι αν χρειάζεται σήμερα «πατριωτικό-δημοκρατικό-αντιμνημονιακό μέτωπο» ή αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο. Αυτό, πρέπει να απαντηθεί σαφώς από όλες τις δυνάμεις. Εκεί βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή. Και αυτή αφορά και από εκείνες τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που επιχειρούν εντός της ΛΑΕ να επαναλάβουν το αποτυχημένο και βλαβερό εγχείρημα συγκρότησης ενός «τίμιου ΣΥΡΙΖΑ».
Δ) Είναι επομένως η αντικαπιταλιστική αριστερά «ανάδελφο» ρεύμα;
Πώς θα σχετιστεί με τη «νέα αριστερά», πώς θα βρεθεί μαζί με τον κόσμο που εγκαταλείπει το ΣΥΡΙΖΑ και θα συζητήσει μαζί του πολιτικά για να επηρεάσει την εξέλιξή του προς τον αντικαπιταλισμό;
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέθεσε πριν από μερικούς μήνες μια διπλή πρόταση. Μια πρόταση για κινηματική συνεργασία και για πολιτική συνεργασία.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην πρόταση κινηματικής και πολιτικής συνεργασίας είναι απαραίτητος. Υπάρχουν δυνάμεις με τις οποίες πρέπει να επιδιωχθεί -και έχει καθυστερήσει- η κινηματική συνεργασία αλλά η πολιτική συνεργασία έχει πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Οι σοβαρές πολιτικές συνεργασίες, ξεκινάνε μέσα στο κίνημα. Πολιτική συνεργασία, μπορεί να γίνει μόνο ανάμεσα σε δυνάμεις που μπορούν να βρεθούν μαζί σε πραγματική κινηματική ενιαιομετωπική δράση. Έτσι προχώρησε και η διαδικασία συγκρότησης της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Βασίστηκε σε μια μακρόχρονη διαδικασία κοινής δράσης πολλών οργανώσεων και ανένταχτων και στη συνύπαρξή τους σε πολλά κοινωνικοπολιτικά μέτωπα. Αλλιώς δεν μπορεί να δοκιμαστεί αν προωθείται μια κοινή κινηματική και πολιτική απάντηση.
Στο βαθμό που φαίνεται ποιες δυνάμεις μπορούν από κοινού να προωθήσουν μέσα στο κίνημα ένα σχέδιο για αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής, τότε μπορεί να προχωρήσει και η συζήτηση για τη βάση μιας πολιτικής συνεργασίας.
Σήμερα, οι ομαδοποιήσεις που έχουν αποχωρήσει από το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητές τους, σε επί μέρους σημεία έχουν κάνει κάποια περισσότερα βήματα προς το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, απ’ ό,τι η ΛΑΕ σαν σύνολο. Και, κυρίως δεν αποτελούν οργανωμένες και αποκρυσταλλωμένες γραφειοκρατίες, που έχουν περάσει μεγάλο μέρος της πολιτικής τους ζωής τους στα υπουργεία, στα κοινοβούλια κλπ. Ας μην ξεχνάμε, ότι και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από την αρχή συμπεριέλαβε ένα κομμάτι ριζοσπαστικού ρεφορμισμού το οποίο τελικά δεν κερδήθηκε στην επαναστατική αριστερά αλλά κατευθύνθηκε προς τη ΛΑΕ.
Η αντικαπιταλιστική ανασύνθεση, είναι απαραίτητο να συμπεριλάβει όλα αυτά τα κομμάτια. Μαχητικές ριζοσπαστικές ομαδοποιήσεις και ανένταχτους αγωνιστές, που έχουν σπάσει με τις αποκρυσταλλωμένες ρεφορμιστικές γραφειοκρατίες. Μπορεί λοιπόν και πρέπει να υλοποιηθεί απόπειρα και πολιτικής σύγκλισης με αυτές τις ομαδοποιήσεις.
Μια πολιτική σύγκλιση που θα δοκιμαστεί και αυτή στο καμίνι της κοινής προσπάθειας για ένα αγωνιστικό μέτωπο που θα ανατρέψει την καπιταλιστική επίθεση, που θα οργανώσει την εργατική αντεπίθεση, που θα βάλει τα θεμέλια για έναν παλλαϊκό ξεσηκωμό μέχρι την νίκη. Ένα αγωνιστικό μέτωπό σε σύγκρουση με τις γραφειοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων και με την χωροταξική και οργανωτική διάσπαση που προωθεί το ΠΑΜΕ. Ένα αγωνιστικό μέτωπο που θα ανακαταλάβει τα συνδικάτα -την ίδια την ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ- και θα τα καταστήσει μαχητικά όργανα της ταξικής πάλης.
Αυτά, είναι ζητήματα που πρέπει να τεθούν και να επανασχεδιαστούν συγκεκριμένα και από την ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Και κυρίως, θα πρέπει να αλλάξει η στρεβλή αντίληψη των οργανώσεων που εγκλωβίζει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια ατέρμονη αναζήτηση εκλογικών συμμαχιών και μετώπων, που μπλοκάρει την οικοδόμηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σήμερα και δεν επιτρέπει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ να δράσει και να αξιοποιήσει τις τεράστιες δυνατότητες που διαφαίνονται στην περίοδο που βρισκόμαστε.
Πηγή: elaliberta.gr
Αναζητώντας το μέρος που κρύβει την εξωγήινη ζωή

Οι επιστήμονες της NASA για χρόνια έψαχναν στον Άρη εξωγήινη ζωή. Όμως πλέον απογοητεύτηκαν από τον κόκκινο πλανήτη, που είναι ξηρός και αφιλόξενος. Τα βλέμματά τους είναι στραμμένα πια στον Εγκέλαδο, το παγωμένο φεγγάρι του Κρόνου.
Σύμφωνα με όσα έχει δείξει το διαστημόπλοιο Cassini, στους επιστήμονες της NASA αλλά και της ESA, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος, κάτω από τα δεκάδες χιλιόμετρα πάγων υπάρχει ένας υγρός ωκεανός. Το «νερό» του είναι πλούσιο σε άνθρακα, άζωτο και υδρογόνο.
Παρόλο που το Cassini πλησιάζει προς τον θάνατό του, βουτώντας στην ατμόσφαιρα του Κρόνου, οι έρευνες για εξωγήινη ζωή συνεχίζονται αμείωτες, όσο εκείνο θα πετά ανάμεσα στα αέρια δαχτυλίδια του γιγάντιου πλανήτη.
Δεν είναι όμως μόνο ο Εγκέλαδος ένα παγωμένο φεγγάρι που κρύβει νερό, στο ηλιακό μας σύστημα. Τέτοια είναι και τα φεγγάρια του Δία: η Ευρώπη, η Καλλιστώ και ο Γανυμήδης. Ακόμη και ο μακρινός Τρίτων του Ποσειδώνα είναι ικανός με αυτά τα σενάρια να φέρει ζωή.
Μέχρι στιγμής, πάντως κορυφαίος «προορισμός» των αστρολόγων είναι η Ευρώπη, που αποδεδειγμένα κρύβει έναν ωκεανό περίπου 20 χιλιόμετρα κάτω από τους πάγους της. Ενδεχομένως, κατά τους επιστήμονες, να υπάρχουν και λίμνες εγκλωβισμένες σε πολύ «ρηχότερες» περιοχές.
Σύμφωνα με το BBC, η ESA ετοιμάζεται να στείλει ένα διαστημόπλοιο στον Δία το 2022 που θα μελετήσει τα φεγγάρια του πλανήτη. Το όνομα της αποστολής ακούγεται λίγο αστείο, όμως ο σκοπός της δεν είναι καθόλου: Juice (μτφ.: χυμός), που σημαίνει Jupiter Icy Moons Explorer (μτφ.: Εξερευνητής των Παγωμένων Φεγγαριών του Δία). Την ίδια περίοδο η NASA προγραμματίζει να εκτοξεύσει τον Europa Clipper. Πρόκειται για ένα ρομποτικό τρυπάνι που θα σκάψει 40 τρύπες στην επιφάνεια της Ευρώπης για να δει τι υπάρχει από κάτω, και να την αναλύσει χημικά.
Καινοτόμοι επιστήμονες έχουν ήδη σχεδιάσει τρια πρότυπα ρομπότ που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα σε αυτές τις αποστολές. Και τα τρια θα χρησιμοποιούν θερμότητα για να μπορέσουν είτε να καρφώσουν στους πάγους τα απαραίτητα για τους αστρολόγους εργαλεία, είτε για να εισχωρήσουν τα ίδια ολόκληρα.
Για τους ίδιους όμως, το ενδεχόμενο να βρεθεί ζωή σε άλλον πλανήτη θα είναι ίσως μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις στην ιστορία του κόσμου. Πιθανότατα αυτό να σημαίνει πως η ζωή δεν είναι κάτι μοναδικό στη Γη, αλλά κάτι κοινό στο σύμπαν.
Το παράδοξο του Φέρμι
Ήταν το 1950, κατά τη διάρκεια ενός χαλαρού μεσημεριανού γεύματος με συναδέλφους του στο Los Alamos, του New Mexico, όταν ο νομπελίστας φυσικός Ενρίκο Φέρμι έθεσε ένα ερώτημα που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το «παράδοξο του Φέρμι». Η συζήτηση αφορούσε την ύπαρξη των εξωγήινων, που εκείνη την περίοδο απασχολούσε καθημερινά την κοινή γνώμη και τα μέσα ενημέρωσης. «Αν υπάρχουν εξωγήινοι… τότε που είναι; Γιατί δεν έχουμε βρει καμία απόδειξη για την ύπαρξή τους, γιατί δεν τους έχουμε δει ακόμη;» διερωτήθηκε.
Αν και το ερώτημα έμεινε στην ιστορία ως μια πεσιμιστική προσέγγιση του ζητήματος δεν ήταν τέτοια. Ήταν περισσότερο μια διαπίστωση για τις περιορισμένες τεχνολογικές δυνατότητες της ανθρωπότητας και μια απάντηση στην υστερία που επικρατούσε εκείνη την περίοδο γύρω από το ζήτημα. Μάλιστα σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ο Φερμι έθεσε το ερώτημα βλέποντας μια γελοιογραφία για τους εξωγήινους στο περιοδικό «The New Yorker»,
Το «παράδοξο του Φέρμι» μεταφράστηκε κατά το δοκούν και έτσι έφτασε μέχρι τις μέρες μας βασανίζοντας την επιστημονική κοινότητα και την κοινή γνώμη. Μια από τις πιο διαδεδομένες υποθέσεις που απαντούν στο «παράδοξο» είναι η εξής:
Κατοικώντας σε ένα γαλαξία με 100 έως 400 δισεκατομμύρια αστέρια, και έχοντας γνώση ότι υπάρχουν στο ορατό μας σύμπαν άλλοι 200 δισεκατομμύρια τέτοιοι γαλαξίες, ο αριθμός των αστεριών συνολικά που θα μπορούσαν να κρύβουν την ζωή είναι άπειρος. Μάλιστα η NASA ανέτρεψε τις έως τώρα υποθέσεις της και δήλωσε ότι μάλλον πρόκειται για αριθμό 10 φορές μεγαλύτερο! Εάν, λοιπόν, υπάρχει η Γη, όπως την γνωρίζουμε, σίγουρα θα υπάρχουν εκατομμύρια άλλοι αντίστοιχοι πλανήτες.
Όμως κατά τον φιλόσοφο Νικ Μποστρομ, υπάρχουν διάφορα στάδια εξέλιξης της ζωής σε έναν πλανήτη όπως η Γη. Ίσως, σύμφωνα με τον ίδιο, να μην γνωρίζουμε ακόμη το στάδιο εκείνο που θα μας επιτρέψει να επικοινωνήσουμε με άλλους πλανήτες. Επίσης, ένα εμπόδιο θα μπορούσε να ανακόψει την εξέλιξη. Ο Μπόστρομ ονομάζει αυτό το εμπόδιο «Μεγάλο Φίλτρο». Κατά τους επιστήμονες το δικό μας «μεγάλο φίλτρο» ίσως είναι η κλιματική αλλαγή. Πολλοί κλιματολόγοι και βιολόγοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να βρισκόμαστε μπροστά στην έκτη μαζική εξαφάνιση των ειδών από τον πλανήτη ή ακόμη και να την διανύουμε ήδη.
Πηγή: tvxs.gr
Το σχέδιο των «παράλληλων πληρωμών» και οι απλήρωτοι

Ζούμε στη χώρα τους ενός εκατομμυρίου απλήρωτων εργαζομένων. Ζούμε στη χώρα που ο Άρειος Πάγος αποφάσισε ότι «δεν είναι βλαπτικό» – για τον εργαζόμενο – να μην πληρώνει ο εργοδότης τα δεδουλευμένα. Και όμως. Σε αυτή τη χώρα είναι που ο κ. Βαρουφάκης, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ και λοιπές μνημονιακές δυνάμεις τσακώνονται μεταξύ τους για το πώς τάχα μου θα μας …πλήρωναν ή δεν θα μας πλήρωναν με αφορμή τα περί «παράλληλων συστημάτων πληρωμών».
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, βρήκε «δουλειά». Εδώ και μερικές μέρες περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι. Προβαίνει σε «αποκαλύψεις» για το περιβόητο σχέδιο των «παράλληλων πληρωμών».
Τελευταία του εμφάνιση στο ΣΚΑΪ, όπου έδωσε «ονοματεπώνυμα» και «απόκρυφες» πληροφορίες. «Είχα κάνει μια σειρά από ομιλίες για το σχέδιο του παράλληλου συστήματος. Όταν παρουσίασα την ιδέα μου, οι αντιδράσεις ήταν θετικές γιατί ήταν ένα καλό σχέδιο που θα έπρεπε να έχουν υλοποιήσει πολλές χώρες. Παρουσίασα την κεντρική ιδέα στο γραφείο του Τσίπρα (στην Κουμουνδούρου), και ήταν παρόντες ο Τσακαλώτος, ο Δραγασάκης και ο Σταθάκης τον Ιούνιο του 2013. Η αντίδραση ήταν πολύ θετική, όπως είναι πάντα θετική, γιατί είναι πολύ καλή ιδέα. Ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 2014 παρουσίασα επίσημα στο σπίτι του Αλέξη Τσιπρα, παρουσία Γιάννη Δραγασάκη, και Νίκου Παππά το σχέδιο. Τους έκανα μια πλήρη περιγραφή, τις τεχνικές προδιαγραφές αυτού του συστήματος. Εκείνο το βράδυ μου πρότειναν να αναλάβω το υπουργείο Οικονομικών. Εντυπωσιάστηκαν σε τέτοιο βαθμό που να μού το ζητήσουν και εγγράφως (…) τους έστειλα δεκασέλιδο έγγραφο με τις τεχνικές προδιαγραφές του συστήματος».
Σύμφωνα λοιπόν με τον Γ. Βαρουφάκη, υπήρχε έτοιμο σχέδιο για την εφαρμογή παράλληλων πληρωμών. Θα μοίραζε «κουπόνια» στους δημοσίους υπαλλήλους, ως μέρος του μισθού τους για να πληρώνουν φορολογικές υποχρεώσεις, ενώ θα ήταν συνδεδεμένο με την υλοποίηση του προγράμματος της ανθρωπιστικής κρίσης.
Ο Τσίπρας «εντυπωσιάστηκε». Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές. Ο ίδιος έγινε υπουργός, προφανώς για το εφαρμόσει. Αλλά το σχέδιο έμεινε στα «συρτάρια». Ακόμα και όταν ο Ντράγκι, σταμάτησε την χρηματοδότηση και ο Γιάνης έκλεισε τις τράπεζες. Γιατί; Σύμφωνα με τον κ. Βαρουφάκη, γιατί: «Όταν η τρόικα μας »έστησε» στον τοίχο, τους είπα ότι πρέπει να τρέξουμε το παράλληλο σύστημα. Υπήρξε μόνο ένας που με στήριξε! Προφανώς δεν μειοψήφησε ο πρωθυπουργός. Έθεσε βέτο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης, με όλους σχεδόν τους υπουργούς να τάσσονται κατά του σχεδίου».
Αυτό ήταν λοιπόν. Οι Τσίπρας και Δραγασάκης, που το 2014 είχαν «ενθουσιαστεί» με τον σχέδιο Βαρουφάκη, το 2015 τον «άδειασαν». Οι περιγραφές με πρόσωπα και λίγο από «ίντριγκα» ομολογουμένως μπορεί να κερδίσουν το κοινό, αλλά δυστυχώς για το Βαρουφάκη, δεν μπορούν να «σβήσουν» τα πραγματικά γεγονότα.
«Καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο»…
«Καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο», όπως λέει και ο λαός μας. Δεν αμφισβητούμε την ύπαρξη σχεδίου «παράλληλου συστήματος πληρωμών». Όμως είναι «παραμύθι» ότι η τυχόν εφαρμογή του, θα οδηγούσε σε ρήξη με τους δανειστές. Γιατί ακόμα και αν εφαρμοζόταν θα αποτελούσε ένα πλήγμα κατά των λαϊκών συμφερόντων, αφού θα ήταν κίνηση «αντιπερισπασμού» σε μια δρομολογημένη πορεία.
Όπως «παραμύθι» είναι και η σημερινή στάση της ΝΔ και των υπόλοιπων μνημονιακών κομμάτων της αντιπολίτευσης που ζητούν εξεταστική επιτροπή κάνοντας λόγο για σχέδιο καταστροφής της χώρας.
Πίσω από τους «αλαλαγμούς» προσπαθούν να κρύψουν, ότι η μόνη καταστροφή ήταν αυτή που συνυπέγραψαν όλοι μαζί στις 14 Αυγούστου 2015, όταν ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι υπερψήφιζαν τη λαίλαπα του 3ου μνημονίου.
Η πρώτη φορά «Αριστερά», όπως και ο Βαρουφάκης, ποτέ δεν διανοήθηκαν να εφαρμόσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα οδηγούσε σε ρήξη. Το «πάση θυσία στο ευρώ» και στη ΕΕ και άρα στην πολιτική των μνημονίων, αποτελούσε «ευαγγέλιο» για τον ΣΥΡΙΖΑ. «Ισχυρίζομαι και το λέω με όλη τη δύναμη της φωνής μου ότι η χώρα πράγματι είναι μια χώρα που ανήκει στο δυτικό πλαίσιο, ανήκει στην Ε.Ε,. στο ΝΑΤΟ, αυτό δεν αμφισβητείται». Αυτό δήλωνε ο αριστερός Τσίπρας ήδη από τον Μάιο του 2014, σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1.
Η «περιβόητη» διαπραγμάτευση, του πρώτου εξαμήνου του 2015, αποτέλεσε το προπέτασμα καπνού. Το κατάλληλο εργαλείο για την εξαπάτηση του λαού. Την αναγκαία συνθήκη για να συνεχίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, την πολιτική των μνημονίων και των ευρωενωσιακών πολιτικών, πουλώντας στο πόπολο το ρόλο του «εκβιαζόμενου» που συνθηκολόγησε…
Ο Βαρουφάκης λοιπόν, δίνοντας νέα «στοιχεία» για τα δήθεν ανατρεπτικά σχέδια του που προσωρινά είχε υιοθετήσει και η ηγεσία ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται να λανσάρει το δικό του αφήγημα. Αυτού του «διωκόμενου υπουργού», που δεν τον άφησαν να εφαρμόσει την πολιτική του. Πιθανά να προετοιμάζει το έδαφος για μια νέα κάθοδο στον εγχώριο «πολιτικό στίβο».
Σε αυτό το πλαίσιο για να γίνει ακόμα πιο πειστικός, δηλώνει: «Ένα μήνα πριν από τις εκλογές (του Ιανουαρίου του 2015) 14 Δεκεμβρίου του 2014, είχα πει ότι αν δεν είμαστε διατεθειμένοι σε περίπτωση ρήξης, να κλείσουμε το τηλέφωνο στον Ντράγκι όταν απειλήσει με κλείσιμο των τραπεζών τότε δεν υπάρχει λόγος να εκλεγούμε, και τότε πρέπει να βρούμε δικό μας σύστημα να παράξουμε τη δική μας ρευστότητα. Δεν θέλουμε τη ρήξη, αλλά και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε».
Πουλάει λοιπόν εκ’ νέου ότι δεν φοβάται τη ρήξη αλλά σπεύδει να ξεκαθαρίσει σε όλους τους τόνους, ότι: «Σε καμία περίπτωση δεν προετοίμαζα έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και είχα μόνιμη στάση ότι μια έξοδος θα ήταν καταστροφικό σενάριο. Έλεγα να μη φοβηθούμε τόσο το Grexit έτσι ώστε να δεχτούμε παράλογα πράγματα»…
Τα έργα και η ημέρες του υπουργού Βαρουφάκη
Με απλά ελληνικά να αποδεχτούμε τα μνημόνια, την ΕΕ και τη «δικτατορία» του ευρώ, αλλά με …σκληρή διαπραγμάτευση. Αυτή την τακτική ακολούθησε και ως υπουργός Οικονομικών, τότε που στα λόγια «συγκρούονταν» με τους δανειστές, αλλά στα χαρτιά υπέγραφε τις εντολές τους, οδηγώντας τη χώρα το τρίτο μνημόνιο.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2015, ο Γ. Βαρουφάκης, μιλώντας στη Βουλή στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δηλώνει: «Η δική μας πρόταση είναι η εξής: Ούτε θα σκίσουμε το ισχύον πρόγραμμα, ούτε εσείς θα απαιτήσετε την τυφλή εφαρμογή του, λες και δεν έγιναν εκλογές (…) Ως σώφρονες άνθρωποι, δεν έχουμε καμία αντίρρηση στο 70% των μεταρρυθμίσεων που περιέχει το Μνημόνιο». Το 70% των μέτρων που περιέχει το μνημόνιο που πρότειναν τότε οι δανειστές στην κυβέρνηση ήταν «καλό».
Στις 11 Φεβρουαρίου 2015, ο Γ. Βαρουφάκης που δήθεν είχε έτοιμο σχέδιο ρήξης με τους δανειστές, μετά το πρώτο Eurogroup στο οποίο συμμετείχε δήλωνε: «Η Ελλάδα έχει κάνει μια τεράστια προσαρμογή την τελευταία πενταετία (…) Η νέα κυβέρνηση θεωρεί αυτή την προσαρμογή ως σημείο εκκίνησης. Τώρα θέλουμε να πάμε παραπέρα (…) Όσον αφορά στις ιδιωτικοποιήσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η κυβέρνηση είναι απολύτως μη δογματική. Οι αναφορές των μίντια ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά ακυρώθηκε δεν θα μπορούσαν να απέχουν περισσότερο από την αλήθεια».
Στις 20 Φερβουαρίου 2015, ο Γ. Βαρουφάκης μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα, βάζουν την υπογραφή τους για τη συνέχιση του μνημονίου. Με την επαίσχυντη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραφε με κάθε κόστος την παραμονή της Ελλάδα στην ευρωζώνη και την ΕΕ. Σε λιγότερο από ένα μήνα στην εξουσία αποδεχόταν τα μνημόνια, αλλά ο Βαρουφάκης συνέχιζε να πουλά «παραμύθια» περί ανατροπών. Με την υπογραφή της στην συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση Τσίπρα είχε ανανεώσει τη Δανειακή Σύμβαση παρότι δεν πήρε χρήματα καθώς και το αγγλικό της δίκαιο μαζί με τις 41 αναφορές της στα Μνημόνια.
Όπως όριζε το κείμενο της συμφωνίας της 20ης Φερβουαρίου:
- «Οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν τη σθεναρή δέσμευσή τους σε μια ευρύτερη και βαθύτερη διαδικασία εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», δηλαδή την επιβολή νέων μέτρων.
- «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τιμήσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς όλους τους πιστωτές τους πλήρως και εγκαίρως», δηλαδή αποδέχονταν το σύνολο του δημόσιου χρέους και να πληρώσουν όλες τις δόσεις των δανείων προς τους πιστωτές. Ο Γ. Βαρουφάκης, εκταμίευσε κανονικά όλες τις δόσεις προς τα δάνεια, μέχρι τον Ιούνιο του 2015, αδειάζοντας τα κρατικά ταμεία και βάζοντας ταυτόχρονα χέρι στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων. Βέβαια σήμερα, ο ίδιος ισχυρίζεται η εφαρμογή του σχεδίου παράλληλων πληρωμών προϋπέθετε την απομόνωση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος με αλλαγή του νομικού πλαισίου της ΤτΕ και κούρεμα ομολόγων ύψους 27 δισεκ. ευρώ. Την κρίσιμη στιγμή όμως ούτε ομόλογα κούρεψε, ούτε τις δόσεις των δανειστών άφησε απλήρωτες για να ενίσχυση τη θέση του.
- «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012», δηλαδή να εφαρμόσουν νέες πολιτικές λιτότητες, όπως και τελικά έπραξαν προκειμένου να διασφαλιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα.
- «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους», αποδέχονταν πλήρως όλα τα μνημονιακά μέτρα των προηγούμενων κυβερνήσεων που είχαν υποσχεθεί ότι θα καταργούσαν με ένα νόμο.
- «Βάσει του αιτήματος, των δεσμεύσεων των ελληνικών αρχών, των γνωμοδοτήσεων των θεσμών και τη σημερινή συμφωνία, θα ξεκινήσουμε τις εθνικές διαδικασίες με σκοπό να καταλήξουμε σε μια οριστική απόφαση για την παράταση της τρέχουσας Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης του ΕΤΧΣ για έως και τέσσερις μήνες από το διοικητικό συμβούλιο του ΕΤΧΣ». Προχώρησε σε ανανέωση της δανειακής σύμβασης αλλά και των μέτρων που έπρεπε να επιβάλει με την ψήφιση τρίτου μνημονίου.
- «Τα κεφάλαια που μέχρι σήμερα ήταν διαθέσιμα στο πλαίσιο του HFSF θα τεθούν στην ευθύνη του EFSF, χωρίς κανείς τρίτος να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα πάνω τους καθ’ όλη τη διάρκεια του παρατεινόμενου προγράμματος (…) Τα κεφάλαια αυτά θα εκταμιευθούν μόνο μετά από αίτημα της ΕΚΤ και του SSM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εποπτείας των Τραπεζών)». Η κυβέρνηση αποδεχόταν να επιστρέψει τα 11 δισ. του ταμείου ανακεφαλαίωσης των τραπεζών που είχε στην κατοχή της και υποτίθεται θα τα χρησιμοποιούσε για την εφαρμογή του προγράμματος της Θεσσαλονίκης.
Στις 23 Φεβρουαρίου 2015, ο κ.Βαρουφάκης στην επιστολή που έστειλε στο «Eurogroup», ανέφερε:
«Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα»…
Παράλληλα, φρόντιζε να ξεκαθαρίσει ότι:
«Οι ελληνικές αρχές θα δεσμευτούν ότι δεν θα καταργήσουν τις ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ολοκληρωθεί» όπως και εκείνες τις ιδιωτικοποιήσεις για τις οποίες «ο διαγωνισμός έχει προκηρυχτεί» καθώς και ότι η ελληνική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση «μέσω ιδιαίτερα στοχευμένων μη χρηματικών μέσων (π.χ. κουπόνια τροφίμων)» και με «πρόγραμμα κουπονιών σίτισης»…
Αυτά έπραττε ο κ. Βαρουφάκης παρέα με τον κ. Τσίπρα. Σήμερα, ωστόσο ισχυρίζεται ότι «μειοψήφησε» όταν πρότεινε να εφαρμοστεί το σύστημα των «παράλληλων πληρωμών» που θα οδηγούσε σε δήθεν σύγκρουση με τους δανειστές.
Τα έργα και οι ημέρες του, παρά τις σημερινές φιλότιμες προσπάθειες του, είναι αποκαλυπτικά. Τα μόνα «κουπόνια» που ξέμειναν σε τούτο τον τόπο από τα σχέδια του Βαρουφάκη, είναι αυτά που δίνονται στα πλέον φτωχοποιημένα τμήματα του πληθυσμού της χώρας, για να «φυτοζωούν» μέσα στα μνημόνια των πολιτικών θιασωτών της ευρω-ενωσιακής εξαθλίωσης…
Πηγή: imerodromos.gr
Η ευελιξία της απασχόλησης αποκρύπτει την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες

Από Σαβ. Ρομπόλης Βασ. Μπέτσης
Το κεντρικό αίτημα των διαδηλωτών στο Αμβούργο της Γερμανίας, στο πλαίσιο της Συνόδου τoυ G-20 (7-8/7/2017), ήταν η αποτελεσματική αντιμετώπιση τόσο του εργασιακού και κοινωνικού αποκλεισμού, όσο και των κοινωνικών – εισοδηματικών ανισοτήτων που πλήττουν, ιδιαίτερα, τα τελευταία τριάντα χρόνια τους πολίτες των χωρών τους, εξαιτίας των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών της απελευθέρωσης και της ευελιξίας της αγοράς εργασίας.
Πράγματι, ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του 2010, η διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική απήντησε και απαντά, μεταξύ άλλων, στην κρίση της παγκοσμιοποίησης και της ανεξέλεγκτης διεύρυνσης του χρηματο-πιστωτικού και τραπεζικού τομέα, με την επέκταση της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, την διεύρυνση της ευελιξίας της απασχόλησης, την αύξηση των κοινωνικών – εισοδηματικών ανισοτήτων και την φτωχοποίηση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού.
Χαρακτηριστική περίπτωση της αύξησης της ανισοκατανομής του εισοδήματος και των κοινωνικών ανισοτήτων αποτελεί, εκτός από την Ευρώπη, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το ποσοστό εισοδήματος του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού, αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, σε τέτοιο βαθμό, που αντιστοιχεί με το επίπεδο εισοδήματος εκατόν ετών πριν. Ταυτόχρονα, όπως προκύπτει από την έρευνα, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας (επέκταση κάθε μορφής ευελιξίας, δηλαδή της απασχόλησης, του χρόνου εργασίας, των αμοιβών, του τρόπου και του χρόνου καταβολής των αμοιβών, κλπ) σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο (αλλαγή του οικονομικού, κοινωνικού και εργασιακού παραδείγματος), βασίζεται, κατά βάση, στην στρατηγική καταπολέμησης της ανεργίας και των εισοδηματικών – κοινωνικών ανισοτήτων διαμέσου της ευελιξίας της απασχόλησης.
Όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, η στρατηγική αυτή επιλογή αποδείχθηκε λανθασμένη και αναποτελεσματική, εξαιτίας της αντικειμενικής ανεπάρκειας της ευελιξίας της αγοράς εργασίας και της απασχόλησης να συμβάλλουν, σε συνθήκες στασιμότητας ή ύφεσης της οικονομίας, τόσο στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο και στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Αντίθετα, συμβάλλουν στην απόκρυψη του υψηλού, στην πραγματικότητα, επιπέδου της ανεργίας, στην διεύρυνση των ανισοτήτων και των διακρίσεων καθώς και στην διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Οι δυσμενείς αυτές επιπτώσεις της ευελιξίας της αγοράς εργασίας και των μορφών απασχόλησης, εξηγούνται από το γεγονός ότι οι ανισότητες μεταξύ εργασίας – τεχνολογίας βασίζονται στην άνιση κατανομή του κόστους (σε χρήμα με το χαμηλό επίπεδο των μισθών και σε είδος με το χαμηλό επίπεδο της απασχόλησης) σε βάρος της εργασίας και των ευέλικτα εργαζομένων.
Στις δυσμενείς αυτές συνθήκες της αγοράς εργασίας, η ευελιξία, δηλαδή η ανασφάλεια της απασχόλησης, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, ασκεί, μεταξύ των άλλων, σοβαρή πίεση στους ανέργους και ιδιαίτερα στους νέους, να αποδεχθούν ως γέφυρα μετάβασης στην είσοδο τους στην αγορά εργασίας την βραχυχρόνιας διάρκειας ευέλικτη απασχόληση, η οποία όμως στην πράξη της λειτουργίας της αγοράς εργασίας μετεξελίσσεται σε μόνιμης διάρκειας ευέλικτη, χαμηλά αμειβόμενη, αδήλωτη και ανασφάλιστη απασχόληση. Στις συνθήκες αυτές παρατηρείται η ταυτόχρονη συρρίκνωση του ΑΕΠ με τη δημιουργία περισσότερων αλλά ευέλικτων και χαμηλά αμειβόμενων θέσεων απασχόλησης.
Πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα, η σημερινή δυσμενής και ευέλικτη πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, αναδεικνύει στην πράξη ότι η γενικευμένη ευελιξία των μορφών απασχόλησης στην χώρα μας, αποτελεί εξίσου σοβαρό πρόβλημα της αγοράς εργασίας αντίστοιχο με αυτό του κατώτατου μισθού και γενικότερα των αμοιβών της μισθωτής εργασίας, των ομαδικών απολύσεων, της κυριαρχίας των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων έναντι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κλπ. Έτσι, σήμερα στην Ελλάδα, η στατιστική ανεργία βρίσκεται στο επίπεδο του 21,5% (η πραγματική ανεργία σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΕΚΤ είναι 31,5%) και η μερική απασχόληση αποτελεί το 11,5% της συνολικής μισθωτής απασχόλησης, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζει το 21%. Πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα αξίζει να σημειωθεί ότι σε έξι κλάδους αιχμής (βιομηχανία τροφίμων και ποτών, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, καταλύματα, δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, εκπαίδευση) της μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα, σε σύνολο μισθωτής απασχόλησης 949.015 ατόμων, τα 794.451 άτομα εργάζονται με πλήρη απασχόληση και 154.474 άτομα (16,3%) εργάζονται με μερική απασχόληση.
Ειδικότερα, από αυτόν τον αριθμό των 154.474 εργαζομένων με μερική απασχόληση στους έξι κλάδους αιχμής της ευέλικτης απασχόλησης, οι περισσότεροι μερικώς απασχολούμενοι (53.251 άτομα – 19,3%) εργάζονται στο Λιανικό εμπόριο και ακολουθούν με 50.204 μερικώς απασχολούμενους (30,9%) ο κλάδος των δραστηριοτήτων υπηρεσιών εστίασης και με 34.827 μερικώς απασχολούμενοι (12,6%) ο κλάδος της εκπαίδευσης. Παράλληλα, η μερική απασχόληση αποτελεί (2016) το 50,3% των νέων προσλήψεων, η ανασφάλιστη εργασία αφορά 1 στους 5 εργαζόμενους και 38% των εργαζομένων έχουν αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό.
Στις δυσμενείς αυτές εξελίξεις των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αναθεωρώντας την άποψη της, υποστηρίζει ότι η ευελιξία της αγοράς εργασίας μπορεί να μη καταπολεμά την ανεργία αλλά συμβάλλει στην μείωση των ανισοτήτων, στο πλαίσιο της κατάτμησης της αγοράς εργασίας, με την έννοια ότι κάποιοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε επισφαλείς και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας (393 ευρώ μικτά τον μήνα στην Ελλάδα), συμβάλλοντας στην διεύρυνση της φτωχοποίησης, ιδιαίτερα, του νεανικού πληθυσμού και κάποιοι άλλοι εργαζόμενοι σταδιοδρομούν επαγγελματικά σε σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Όμως, η προσφυγή στην ανάλυση των στατιστικών στοιχείων, αποδεικνύει ότι οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης ακόμη και από την μεθοδολογική οπτική της κατάτμησης της αγοράς εργασίας αυξάνουν τις εισοδηματικές – κοινωνικές ανισότητες τόσο μεταξύ των ευέλικτα εργαζομένων, όσο και μεταξύ των ευέλικτα και των μη ευέλικτα απασχολουμένων.
Κι΄ αυτό γιατί η τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας ουσιαστικά αποτελεί μία αντιθετική σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και ως εκ τούτου οι ασκούμενες πολιτικές της ευελιξίας της απασχόλησης ικανοποιούν μονομερώς τα αιτήματα των επιχειρήσεων, επιφορτίζοντας το κόστος της προσαρμογής της εργασίας, στην τεχνολογία και στο νέο εργασιακό και κοινωνικό παράδειγμα, στην εργασία και ιδιαίτερα στην ευέλικτη απασχόληση. Ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός της Γερμανίας, όπου η αναπτυξιακή προοπτική, κατά βάση, μέσης τεχνολογικής εξειδίκευσης, εκτιμάται ότι θα συνυπάρχει, κατά τα επόμενα χρόνια, με ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ της τάξης του 1%-1,5%, επίπεδο ανεργίας της τάξης του 10%, αύξηση της ευελιξίας της αγοράς εργασίας και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, ως στρατηγικής επιλογής χαμηλού κόστους και υψηλών ανισοτήτων, με την προσδοκία βελτίωσης του επιπέδου ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Αντίθετα, στο σύνολό της, η παραγωγική – τεχνολογική προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις νέες διεθνείς προκλήσεις της ρομποτικής, του αυτοματισμού, της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, της νανοτεχνολογίας, κ.λ.π., προϋποθέτει την ισορροπία μεταξύ της τεχνολογικής αναβάθμισης – ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ποιοτικής βελτίωσης της εργασίας. Έτσι, η αλλαγή και οργάνωση ενός νέου προτύπου παραγωγής προϊόντων – υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και διεθνώς εμπορεύσιμων, θα συνδυαστεί με πολιτικές ρύθμισης της αγοράς εργασίας και των μορφών απασχόλησης καθώς και με πολιτικές αποτροπής των ανισοτήτων και των συνθηκών φτώχειας στην εργασία (Ευρωπαϊκός Πυλώνας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2017), στοχεύοντας στην βελτίωση του επιπέδου της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας με όρους παραγωγικότητας, τεχνολογίας – καινοτομίας και ποιότητας της εργασίας.
*Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης είναι Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου
Πηγή: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή