ΤΡΑΙΝΟΣΕ: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΞΕΠΟΥΛΑΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΜΟΙΡΑΖΟΥΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΜΕΤΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΕΖΟΥΣ "ΧΑΡΙΣΑΝ" ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ ΣΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ
Η ληστεία, υπό μορφή πειρατικής επιδρομής και κατοχικού πλιάτσικου, του ελληνικού Δημοσίου και του ελληνικού λαού, κλιμακώνεται, χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια και με έναν κυνισμό που δεν έχει προηγούμενο.
Κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ ξεπουλάνε άρον – άρον, με φωτογραφικό διαγωνισμό – μαϊμού, στον οποίο συμμετέχει, ως συνήθως, ένας και μόνος ενδιαφερόμενος, το σύνολο της στρατηγικής σημασίας επιχείρησης της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, έναντι του εξευτελιστικού, για το μέγεθος και τις δυνατότητές της, ποσού των 45 εκατ. ευρώ, ενώ την ίδια ώρα διασπαθίζονται δυσανάλογα ποσά σε χρηματοοικονομικούς, νομικούς και τεχνικούς συμβούλους για την “κάλυψη” μιας φωτογραφικής χαριστικής πράξης.
Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ “χαρίζεται” κυριολεκτικά στους Ιταλικούς κρατικούς σιδηρόδρομους και συγκεκριμένα στην ιταλική κρατική εταιρεία Ferrovie Dello Stato Italiane SpA. Για άλλη μια φορά έχουμε επανακρατικοποίηση στην ουσία μιας μεγάλης στρατηγικής επιχείρησης σε ξένο κράτος. Έτσι, η νεομνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεπούλησε λιμάνια, αεροδρόμια και σιδηρόδρομο σε ξένα κρατικά χέρια και συγκεκριμένα Κινέζικα, Γερμανικά και Ιταλικά. Η Ελλάδα μετατρέπεται σε φτηνό οικόπεδο λεηλασίας ξένων κρατών.
Αυτές οι φωτογραφικές χαριστικές πράξεις της κυβέρνησης, οι οποίες, μάλιστα, σημειώνονται σε περιόδους οικονομικής κρίσης και κατάρρευσης των αξιών αλλά και καθ' υπόδειξη των πιστωτών, οι οποίοι επιλέγουν και τους επενδυτές, μοιράζοντας τα ιμάτια και τα λάφυρα της αποικίας, συνιστούν μεγάλα σκάνδαλα, δεν διαθέτουν καμιά νομιμότητα και για την αδιαφανή πραγματοποίησή τους υπάρχουν μείζονες πολιτικές και ποινικές ευθύνες.
Αυτές οι ληστρικές μεταβιβάσεις οφείλουν να γνωρίζουν οι πάντες ότι δεν αναγνωρίζονται ούτε νομιμοποιούνται από τον ελληνικό λαό και ότι αυτοί που τις συνάπτουν θα λογοδοτήσουν όχι μόνο πολιτικά αλλά και ποινικά, ενώ οι ευθύνες τους θα αναζητηθούν μέχρι τέλους.
Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ ανήκει στο λαό και ως δημόσια στρατηγική επιχείρηση θα έπρεπε να εξυγιανθεί και να ανασυγκροτηθεί και να λειτουργήσει κερδοφόρα σε όφελος του τόπου, της ανάπτυξης της χώρας και του ελληνικού λαού, συμβάλλοντας στην εξυπηρέτηση των πολιτών και τη μετατροπή της Ελλάδας σε σύγχρονο κόμβο μεταφορών, αντί η πατρίδα μας να εκχωρείται σε κινέζικα και ιταλικά διαμετακομιστικά συμφέροντα.
Ν.Ζ.
πηγη: iskra.gr
Σχέδια «διάσωσης» εργοδοσίας-τραπεζών με …κόφτες στα εργατικά δικαιώματα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι επιχειρηματίες υπερδανείζονται για τις εταιρείες τους, και μετατρέπουν τα δάνεια σε ατομικό πλούτο
του Δημήτρη Σταμούλη
Πληθαίνουν μέρα με τη μέρα τα «κανόνια» που ανακοινώνονται με μεγάλες και άλλοτε κραταιές καπιταλιστικές επιχειρήσεις να οδεύουν στο περίφημο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα και χιλιάδες εργαζομένους να βιώνουν την απόλυτη ανασφάλεια και το φάσμα της ανεργίας. Μετά το πεντάστερο ξενοδοχείο Athens Ledra που, εν μέσω τουριστικής σεζόν, έβαλε λουκέτο και άφησε ξεκρέμαστους τους διακόσιους περίπου εργαζόμενους, και την Ηλεκτρονική πιο πριν, ακολούθησαν μέσα σε λίγες ημέρες άλλα δύο «ηχηρά» κραχ. Το ένα ήταν αυτό των σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος και το άλλο της εταιρείας πετρελαιοειδών Τζετόιλ που ίδρυσε ο Κ. Μαμιδάκης, ο οποίος αυτοκτόνησε πριν ακριβώς μία εβδομάδα. Και οι δύο αυτές εταιρείες απασχολούσαν μαζί περίπου 12.700 εργαζόμενους.
Η πορεία προς τη μνημονιακή κόλαση όλα αυτά τα χρόνια είναι σπαρμένη από κουφάρια μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, μα πιο πολύ από εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους-θύματα του άγριου κοινωνικού πολέμου που διεξάγει το εγχώριο και διεθνές κεφάλαιο. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΣΕΕ, πάνω από 245.000 λουκέτα μπήκαν σε επιχειρήσεις από το 2008 ενώ έμειναν χωρίς δουλειά πάνω από 840.000 εργαζόμενοι. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός των Συμφώνων Σταθερότητας και της σιδερόφρακτης λιτότητας «κόβει» τα «ξερά κλαδιά» του κεφαλαίου, αλλά πρωτίστως «κόβει» εργατικά δικαιώματα και όνειρα, αναζητώντας νέο «αίμα» και ανάταξη της κερδοφορίας του.
Πολλοί είναι αυτοί που αναρωτιούνται πώς είναι δυνατό τόσο ισχυροί όμιλοι στους κλάδους τους να καταβαραθρώνονται και να οδηγούνται σε χρεοκοπία. Σε εξορμήσεις που έγιναν από εργατικές λέσχες και εργατικά σχήματα σε διάφορες πόλεις και γειτονιές (Πατήσια, Γαλάτσι, Πρέβεζα κ.α.) πολλοί πελάτες διατύπωναν την απορία για το «τι έγινε» και για το «πού πήγαν τόσα χρήματα που μας έπαιρναν κάθε φορά που ψωνίζαμε».
Πραγματικά, πώς εξηγείται το γεγονός ότι μια εταιρεία, όπως ο Μαρινόπουλος, που εισέπραττε άμεσα ζεστό μετρητό χρήμα από τους πελάτες της, αλλά πλήρωνε επί πιστώσει και εκ των υστέρων τους προμηθευτές της, να συσσωρεύσει χρέη περίπου 1,3 δις ευρώ, κοντά στη μια μονάδα του ΑΕΠ της χώρας; Η εταιρεία αυτή, όπως και τόσες άλλες, δεν έκανε και κάτι …παράνομο. Τα προβλεπόμενα «παραθυράκια» των νόμων υπέρ του κεφαλαίου αξιοποιούσε. Κανείς, ωστόσο, δεν ενοχλήθηκε που επί τρία συναπτά έτη δεν είχε δημοσιεύσει ισολογισμό, ενώ ο τελευταίος, του 2014, εμφάνισε «εμπορικές και άλλες υποχρεώσεις» ύψους 750 εκατ. ευρώ. Κι όμως, οι τράπεζες συνέχιζαν να τη χρηματοδοτούν κανονικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι υποχρεώσεις της προς τον τραπεζικό τομέα προσεγγίζουν, σήμερα, το μισό δισ. ευρώ! Ωστόσο, αίσθηση προκάλεσε αποκάλυψη δικηγορικής εταιρείας πελατών στους οποίους χρωστά η Μαρινόπουλος, ότι η εταιρεία το 2011 μεταβίβασε την τεράστια ακίνητη περιουσία της σε φαντ στο Κατάρ που ελέγχεται από τον ίδιο τον μεγαλομέτοχο της Μαρινόπουλος ΑΕ.
Εύλογα κανείς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι τζίροι που έφταναν ως και 1,6 δις. ευρώ, οι 2.000 περίπου απλήρωτοι προμηθευτές, οι οφειλές 100 εκατ. ευρώ σε Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και 4,3 εκατ. ευρώ σε εργαζόμενους δεν …εξαϋλώθηκαν, αλλά κάπου έχουν καταλήξει αποφέροντας αμύθητο προσωπικό πλούτο για τους ιδιοκτήτες και ανείπωτη δυστυχία και ανέχεια για τους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται για κανένα «παράδοξο του ελληνικού καπιταλισμού», όπως υποκριτικά αναρωτιέται η Καθημερινή, αλλά για την κλασική ιδιοτέλεια του καπιταλιστή, που συσσωρεύει πλούτο κλεμμένο από τους εργάτες του. Ούτε πρόκειται για «κατάρρευση του παρασιτικού μοντέλου» ή της οικονομικής μεγέθυνσης μέσω της κατανάλωσης με δανεικά. Γιατί, με τον ίδιο τρόπο λίγο-πολύ κινείται το κεφάλαιο και στην Ελλάδα και αλλού. Με σκληρή εκμετάλλευση, ελαστική, κακοπληρωμένη ή απλήρωτη εργασία, που επιβάλουν οι κυβερνώντες ―ΝΔ και ΠΑΣΟΚ παλιότερα, ΣΥΡΙΖΑ σήμερα― με αδρές επιδοτήσεις από κράτος και ΕΕ, με φοροαπαλλαγές και με μύριες δυνατότητες εξαγωγής πλούτου σε εξωχώριες εταιρείες και «καμουφλαρισμένα» φαντ. Το μοντέλο του υπερδανεισμού των επιχειρήσεων και της μετατροπής των δανείων σε ατομικό πλούτο είναι πάγια τακτική του κεφαλαίου. Οι διάφοροι επιχειρηματίες όλο και πιο συχνά αρέσκονται να …κλέβουν τις επιχειρήσεις τους, να τις ρίχνουν στα βράχια, αφού πρώτα έχουν διασφαλίσει τα κέρδη τους με κάθε πρόσφορο μέσο. Ανάλογη ιστορία είναι και η εταιρεία Τζετόιλ, η οποία την περασμένη εβδομάδα προσέφυγε στο άρθρο 99, αφήνοντας ξεκρέμαστους 200 περίπου εργαζόμενους. Η εταιρεία καυσίμων είχε φτάσει να αποτελεί την τρίτη δύναμη της αγοράς, με μερίδιο 8,5%, δίκτυο 600 πρατηρίων και πέντε θυγατρικές στα Βαλκάνια. Ταυτοχρόνως, η οικογένεια δραστηριοποιήθηκε στη ναυτιλία, την εμπορία αυτοκινήτων, τα ξενοδοχεία, τους πολυχώρους, την παραγωγή και τυποποίηση ελαιολάδου και κρασιού. Μπορεί τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας να εμφανίστηκαν το 2008, στην αρχή της κρίσης, και τα κέρδη να έγιναν ζημίες ύψους μισού δις ευρώ, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Πώς άλλωστε βρέθηκαν τα 15 εκατ. ευρώ για να ανακαινιστεί ο πολυχώρος «Αθηναΐς» στο Γκάζι; Πού πήγαν τα έσοδα από το «Αθηναΐς Catering», ένα από τα μεγαλύτερα κέτερινγκ της Αθήνας, που είχε αναλάβει, με το αζημίωτο, την προμήθεια φαγητών των αποστολών της Ολυμπιάδας του 2004 αλλά και πολλές εκδηλώσεις του δημόσιου τομέα; Πώς μεσούσης της κρίσης το 2010, η εταιρεία προχώρησε στην εξαγορά των εταιρειών Ντρακόιλ και Ελ Πέτρολ, διευρύνοντας το δίκτυο πρατηρίων της; Σήμερα, οι υποχρεώσεις της Τζετόιλ ξεπερνούν τα 314 εκατ. ευρώ ενώ οφείλει 2,5 εκατ. ευρώ στο ελληνικό Δημόσιο, 650.000 ευρώ σε ασφαλιστικά ταμεία και 920.000 ευρώ προς τους εργαζομένους.
Ποια είναι όμως η μοίρα των εργαζόμενων των υπό πτώχευση εταιρειών σε όλη αυτή την ιστορία; Μπορούν να διασφαλιστούν τα συμφέροντά τους από την υπαγωγή των φεσωμένων εταιρειών στο άρθρο 99 και την υποτιθέμενη απέλπιδα προσπάθεια των ιδιοκτητών τους σε συνεργασία με τις τράπεζες και πιθανούς αγοραστές, να τις καταστήσουν «βιώσιμες»; Οι εργαζόμενοι του Μαρινόπουλου, της Τζετόιλ και όλων των άλλων εταιρειών που καταφεύγουν στον Πτωχευτικό Κώδικα δεν πρέπει να εφησυχάσουν, ούτε να εμπιστευτούν τις κινήσεις των ιδιοκτητών και τα «επενδυτικά σχέδια» που θα τους σερβίρουν.
Τα περί «άμεσης επιστροφής στην κανονικότητα», «διασφάλισης των θέσεων εργασίας» και «διευθέτησης των οφειλών» που λέει η Μαρινόπουλος είναι τόσο αλήθεια όσο και η ανακοίνωσή της ότι τα …άδεια καταστήματά της «συνεχίζουν κανονικά τη λειτουργία τους»… Ένα πρώτο δείγμα έδωσε η εταιρεία μετά την πρόσφατη συμφωνία με το επιχειρησιακό σωματείο που προέβλεπε ότι θα συνεχίσει την καταβολή των πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων όπως προβλέπει ο νόμος. Τα δεδουλευμένα Ιουνίου δεν καταβλήθηκαν ενώ και το επίδομα αδείας δόθηκε κουτσουρεμένο, καταντώντας ένα βοήθημα 200 ευρώ.
Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η εφαρμογή του άρθρου 99 από την περίοδο της θέσπισής του μέχρι σήμερα έχει αποδείξει ότι η υπαγωγή επιχειρήσεων σε αυτό οδηγεί σε πλήρη ατιμωρησία τους ιδιοκτήτες καπιταλιστές.
Πολλοί μεγαλοοφειλέτες επιχειρηματίες κατέφυγαν στο άρθρο 99, όχι για να διασώσουν τις επιχειρήσεις τους, αλλά για να αποφύγουν τη δίωξη από τους πιστωτές τους, μεταξύ των οποίων και το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη ευχέρεια ως παράθυρο αποφυγής των ποινικών και αστικών ευθυνών τους. Το άρθρο 99 συμπεριλαμβάνει στους πιστωτές και τους εργαζόμενους όσον αφορά τις απαιτήσεις τους από μισθούς και αποζημιώσεις απολύσεων. Ο προηγούμενος πτωχευτικός κώδικας τους εξαιρούσε από τους πιστωτές και αντιμετώπιζε κατά προτεραιότητα τις απαιτήσεις τους. Πλέον, μπαίνουν στην ίδια μοίρα με τις τράπεζες και τους μεγάλους προμηθευτές αλλά, τελικά, αυτοί δεν παίζουν κανένα ρόλο στις εξελίξεις, καθώς τα νήματα τα κινούν τράπεζες και ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Είναι σε τίποτα διασφαλισμένοι οι εργαζόμενοι μετά την υπαγωγή της εταιρείας τους στο άρθρο 99; Όχι! Η δικαστική απόφαση δεν υποχρεώνει την εργοδοσία να καταβάλει κανονικά τους μισθούς, ούτε βέβαια να διατηρήσει όλες τις θέσεις εργασίας που έχει σήμερα. Δηλαδή, ο Μαρινόπουλος έχει το «δικαίωμα» να μην καταβάλει μισθούς –όπως και το κάνει!― και να προβεί σε απολύσεις, εάν αυτό το ορίζει το πλαίσιο του σχεδίου «εξυγίανσης» που θα καταρτίσει μαζί με τις τράπεζες. Είναι φανερό ότι η εργοδοσία των Μαρινόπουλων, Τζετόιλ και Σία επιχειρούν να κερδίσουν χρόνο, ώστε να προωθήσουν είτε σχέδια αντεργατικής αναδιοργάνωσης, σε συνεννόηση με τις τράπεζες και τους πιθανούς αγοραστές, είτε να κηρύξουν πτώχευση. Στα συνήθη μέτρα «εξυγίανσης» που προτείνουν οι τράπεζες περιλαμβάνονται λουκέτα καταστημάτων, που σημαίνει απολύσεις. Να θυμίσουμε ότι η αρχική συμφωνία με τη «Σκλαβενίτης» προέβλεπε τη συν-λειτουργία μόνο των 33 υπέρ-μάρκετ της «Μαρινόπουλος», σε σύνολο 823 καταστημάτων που διατηρούσε εντός και εκτός Ελλάδας, μέχρι και τον Μάρτη του 2016… Ένα άλλο κρίσιμο θέμα αφορά στις οφειλές. Η «Μαρινόπουλος» και οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές της, για παράδειγμα, ζητάνε «κούρεμα» των χρεών της εταιρείας προς τις τράπεζες και τους προμηθευτές, που μπορεί να φτάσει ακόμα και στο 50% των οφειλών. Προφανώς, εάν επιβληθεί τέτοιο κούρεμα, δεν πρόκειται να μείνουν αλώβητα και τα 4,3 εκατ. ευρώ που οφείλει η εταιρεία στους εργαζόμενους.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ
Βίντεο αλληλεγγύης στο Hayat tv και στους δημοσιογράφους της Τουρκίας
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί και συγγραφείς από την Ελλάδα, εκφράζουν την αλληλεγγύη τους προς το κανάλι Hayat tv και τους διωκόμενους δημοσιογράφους της Τουρκίας
Το κανάλι Ηayat TV λειτουργεί από το 2007 με πρωτοβουλία εκατοντάδων συνδικαλιστών, εργατών, αγροτών, νεολαίων, ταξικών διανοούμενων και δημοσιογράφων. Απ’ την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του, στάθηκε αταλάντευτα στο πλευρό της εργατικής τάξης, του κόσμου της εργασίας. Στοχοποιήθηκε από όλες τις Τουρκικές κυβερνήσεις που υπήρξαν στα χρόνια λειτουργίας του.
Σε μια επίδειξη αυταρχισμού το καθεστώς της Τουρκίας φιμώνει το Hayat tv, ένα τηλεοπτικό κανάλι που δεν έχει καμιά εξάρτηση από την εξουσία, δεν το ελέγχουν καπιταλιστικοί όμιλοι και το οποίο αποτελεί φωνή των εργαζομένων, μέσο πληροφόρησης και προβολής των λαϊκών διεκδικήσεων.
Από το 2008 που κάλυπτε την κούρδικη γιορτή Νεβρόζ μέχρι την κάλυψη της εξέγερσης του πάρκου Γκεζί, έχει δεχτεί πληθώρα κυρώσεων και απειλών για την αναστολή του σήματος λειτουργίας του.
Την τελευταία χρονιά ειδικά, μετά την κάλυψη και την μετάδοση πληροφοριών για την βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα με τους εκατοντάδες νεκρούς και φυσικά την κάλυψη των επιθέσεων της κυβέρνησης Ερντογάν στους Κούρδους της νοτιοανατολικής Τουρκίας, το κανάλι Ηayat έχει βρεθεί ξανά στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Με κυρώσεις και πρόστιμα πολλών χιλιάδων ευρώ απειλείται ξανά με κλείσιμο.
Όπως βέβαια είναι γνωστό, διώξεις υφίστανται και άλλα μέσα ενημέρωσης καθώς και δημοσιογράφοι της Τουρκίας που δεν σκύβουν το κεφάλι στο καθεστώς Ερντογάν.
Σε αυτό το πλαίσιο, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί και συγγραφείς από την Ελλάδα, εκφράζουν με σύντομες δηλώσεις την αλληλεγγύη τους προς την άλλη πλευρά του Αιγαίου, στο κανάλι Ηayat και σε όλους τους διωκόμενους δημοσιογράφους της Τουρκίας.
Στο βίντεο που ακολουθεί, μιλούν κατά σειρά οι: (για καλύτερη παρακολούθηση, ενεργοποιήσετε τους υπότιτλους)
Σταμάτης Νικολόπουλος, πρόεδρος ΕΣΗΕΑ
Stamatis Nikolopulos, Yunanistan gazeteciler cemiyeti başkanı
Δημήτρης Μπελαντής, μέλος ΔΣ ΔΣΑ
Dimitris Beladis, Atina Barolar Birliği Yönetim Kurulu Üyesi
Γρηγόρης Καλομοίρης, μέλος ΕΕ ΑΔΕΔΥ
Grigoris Kalomiris, Yunanistan Kamu Emekçileri Sendikaları Konfederasyonu Yönetim Kurulu Üyesi
Μάριος Λώλος, πρόεδρος της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας
Marios lolos, Yunanistan Foto Muhabirleri birliği Başkanı
Α. Νταλακογεώργος, πρόεδρος ΠΕΝΕΝ
Antonis Dalakoyorgos, Yunanistan Deniz Ticareti Emekçileri Birliği Başkanı
Δέσποινα Κουτσούμπα, Περιφερειακή σύμβουλος Αττικής
Despina Kucuba, Atina Valiliği Meclis Üyesi
Σταύρος Μανίκας, οδηγός της ΕΘΕΛ, μέλος του ΔΣ ΕΚΑ
Stavros Manikas, Atina işçi merkezi konfederasyonu yönetim kurulu üyesi
Αιμιλία Τσαγκαράτου, μέλος ΔΣ ΔΟΕ
Emilia Cagkaratu, Yunanistan İlk Öğretim Öğretmenleri Federasyonu Yönetim Kurulu Üyesi
Άννα Μπαχτή, μέλος ΔΣ ΟΛΜΕ
Anna Bahti, Orta Dereceli Okul Öğretmenleri federasyonu Yönetim kurulu Üyesi
Κίμων Ρηγόπουλος, ηθοποιός – συγγραφέας
Kimon Rigopulos, Sanatçı-Yazar
Παντελής Βαϊνάς, μέλος ΕΕ ΑΔΕΔΥ
Pandelis Vaynas, Yunanistan Kamu Emekçileri Konfederasyonu Merkez Yürütme Kurulu Üyesi
Γιώργος Κάργας, πανεπιστημιακός
Yorgos Kargas, Eğitimci (Üniversite)
Αντωνία Βαφειάδου, δημ. Σύμβουλος Περιστερίου
Antonıa Vafiadi, Atina-Peristeri İlçesi Belediye Meclis Üyesi
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
Αυθόρμητα κινήματα και εξεγέρσεις της εργατικής τάξης
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Δημήτρης Γρηγορόπουλος
Η απελευθερωτική αποστολή της εργατικής τάξης δεν αναιρείται
Για μια ακόμη φορά η εργατική τάξη διαψεύδει τους νεκροθάφτες της. Τους αστούς ιδεολόγους και πολιτικούς που κατά καιρούς, μόνιμα και σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, επιχειρούν να ανασκευάσουν την επιστημονική ανακάλυψη που οι Μαρξ και Ένγκελς διατύπωσαν στη Γερμανική Ιδεολογία και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι η εργατική τάξη, αντικειμενικά και ιστορικά, αποτελεί το νεκροθάφτη του καπιταλισμού και των εκμεταλλευτικών συστημάτων γενικά:
«Η εκμεταλλευμένη και καταπιεσμένη τάξη (το προλεταριάτο) δεν μπορεί πια να απελευθερωθεί απ’ την τάξη (αστική) που την εκμεταλλεύεται και την καταπιέζει, χωρίς ταυτόχρονα ν’ απελευθερώσει για πάτα ολόκληρη την κοινωνία από την εκμετάλλευση, την καταπίεση και τους ταξικούς αγώνες» (Κομμουνιστικό Μανιφέστο).
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», την ταπεινωτική ήττα των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων και τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, οι αστοί αναλυτές, έμπλεοι χαράς διακήρυξαν το «τέλος της ιστορίας», την αιωνιότητα, δηλαδή, του καπιταλισμού και τη συστημική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, λόγω της γενικής ευημερίας που θα εξασφάλιζε ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός και η νεοφιλελεύθερη ασύδοτη απελευθέρωση της αγοράς, που αυτόματα χωρίς κρατικό παρεμβατισμό θα διορθώνει τις καπιταλιστικές αστοχίες…
Η ίδια ευσεβής προσδοκία είχε εκφραστεί τη δεκαετία κυρίως του ’60, εποχή «γενικής» ευημερίας, οπότε διατυπώθηκε και η θεωρία της σύγκλισης των συστημάτων και η εργατική τάξη θεωρήθηκε οριστικά ενσωματωμένη στο σύστημα ακόμη και από κύκλους μαρξιστών, όπως η σχολή της Φρανκφούρτης που έσπευσε να προσδιορίσει ως επαναστατικό υποκείμενο τους outsiders, τους κοινωνικά αποκλεισμένους. Αμφότεροι διαψεύστηκαν παταγωδώς.
Στη δεκαετία του ’60, χωρίς μάλιστα την έκρηξη καταλυτικής κρίσης, όπως αυτή του 1929 και του 2008, δέκα εκατομμύρια Γάλλοι εργάτες, παρά τη συστημική στάση των μεγάλων συνδικαλιστικών, αλλά και του αριστερού (τότε) σοσιαλιστικού κόμματος, ακόμη και του κομμουνιστικού με την κήρυξη γενικής απεργίας, δημιούργησαν όρους επαναστατικής κατάστασης και δυαδικής εξουσίας, ενώ στα δυσφημισμένα από μια υπερβολή του Ένγκελς οδοφράγματα, εργάτες, υπάλληλοι, διανοούμενοι, φοιτητές αμφισβητούσαν την αστική εξουσία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της (τα τανκς υπήρξαν η έσχατη καταφυγή του Ντεγκωλικού καθεστώτος).
Η μισοαυθόρμητη εξέγερση (δρούσαν και συνειδητές πολιτικές δυνάμεις στους κόλπους της) μεταδόθηκε και πυροδότησε την εύφλεκτη κοινωνική ύλη σε άλλες χώρες της ευημερούσας καπιταλιστικής Ευρώπης, πρώτιστα στην Ιταλία (εμβληματική απεργία στη Fiat), στη χώρα μας με τη μορφή της φοιτητικής εξέγερσης της Νομικής, αλλά και της φοιτητικής εργατικής εξέγερσης, εκτός και εντός του Πολυτεχνείου, που διεκδίκησε όχι κυρίως σπουδαστικά, αλλά ριζοσπαστικά κοινωνικοπολιτικά αιτήματα, που κλόνισαν τη σιδερόφραχτη Χούντα. Αλλά και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, το αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό κίνημα προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις θορυβώντας τους κρατούντες και εξαναγκάζοντάς τους να τερματίσουν τον βρόμικο πόλεμο στο Βιετνάμ.
Αυθόρμητα κινήματα και εξεγέρσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων
Αλλά και μετά την κρίση του 2008, αν και συστηματικά είχε καλλιεργηθεί η έννοια της οριστικής επικράτησης του συστήματος, της θατσερικής ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση), αν και η βαρβαρότητα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων διακοσμήθηκε με τον ευφημισμό της μεταρρύθμισης, αν και έντεχνα προωθούνταν το κλίμα της αποπολιτικοποίησης, της παραίτησης, της ατομικής λύσης και ενώ η αντιπροσώπευση από αυτοαποκαλούμενα προοδευτικά κόμματα, αποδεικνυόταν κίβδηλη (στα καθ’ ημάς ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ), αλλεπάλληλες εξεγέρσεις διαταράσσουν την κοινωνική νηνεμία που με τους υπεραναπτυγμένους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς επιχειρεί να επιβάλλει το σύστημα: Απ’ τις εξεγέρσεις στα προάστια του Παρισιού και του Λονδίνου (2005, 2011), την Αραβική Άνοιξη (Τυνησία, Αίγυπτο), τη Γουολ Στριτ, τις εκατοντάδες χιλιάδες στις πλατείες των αγανακτισμένων στην Ισπανία και Ελλάδα (2010-12), τη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα το 2015 κατά της λιτότητας και της ΕΕ, τις μαχητικές και μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία και του αντεργατικού νόμου του Ολάντ και την προσπάθεια βίαιης καταστολής τους, την ενεργοποίηση της εργατικής τάξης στη Βρετανία υπέρ της εξόδου απ’ την ΕΕ, παρά την ιδεολογική τρομοκρατία, στην οποία συνεισέφερε και ο θεωρηθείς αριστερός ηγέτης των Εργατικών, Κόρμπιν, ενώ στη θλιβερή φιλοΕΕ χορωδία συμμετείχαν τα διαχειριστικά κόμματα που εντάσσονται στην «Ευρωπαϊκή Αριστερά».
Τα κινήματα αυτά παρά την πολυχρωμία τους έχουν βασικά κοινά χαρακτηριστικά: Είναι κυρίως αυθόρμητα ή «μισοαυθόρμητα», με την έννοια ότι στους κόλπους τους δρουν αριστερές, κυρίως ριζοσπαστικές δυνάμεις, που δεν είναι όμως σε θέση να καθοδηγήσουν ιδεολογικοπολιτικά και να οργανώσουν το κίνημα. Συμμετέχουν πατριωτικές, εθνικιστικές ή και ακροδεξιές δυνάμεις (ΕΑΜ, Χρυσή Αυγή, UKIR κ.ά.).
Σ’ ένα βαθμό αυτοοργανώνονται με επιτροπές, καταλαμβάνουν τις πλατείες και τις μετατρέπουν σε ορμητήρια κινητοποιήσεων. Η απουσία μεγάλων πολιτικών οργανώσεων και συνδικάτων δημιουργεί οργανωτικό κενό που θεραπεύεται μ’ ένα σύγχρονο τρόπο οργάνωσης, ακόμη κα σε χώρες, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, δηλαδή με τα μέσα μαζικής κοινωνικής δικτύωσης.
Ο στρατός των εξεγέρσεων συγκροτείται απ’ τις κοινωνικές δυνάμεις, που είναι ο αποδέκτης της καπιταλιστικής επίθεσης: εργατική τάξη, άνεργοι και επισφαλώς εργαζόμενοι, μεσαία στρώματα, νέοι πτυχιούχοι, φοιτητές, μαθητές.
Πολιτικά κυριαρχεί μια πανσπερμία αριστερών πολιτικών δυνάμεων, ριζοσπάστες, αντικαπιταλιστές, ρεφορμιστές, Μ-Λ, αναρχικοί, χωρίς να ενοποιούνται σε μια πλατφόρμα που να ηγεμονεύει στο πλήθος. Η μεγάλη πλειοψηφία είναι μεν προοδευτικά πολιτικοποιημένη ή πολιτικοποιείται (ιδίως η νεολαία) χωρίς όμως να ριζοσπαστικοποιείται συνειδητά και συγκεκριμένα. Τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα, όσα επιβιώνουν της κατάρρευσης του σοβιετικού μοντέλου, όχι μόνο λάμπουν διά της απουσίας τους, αλλά απαξιώνουν και μηδενίζουν το κίνημα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΚΚΕ, που ενώ με τον παθολόγο σεχταρισμό του έχει τεράστια ευθύνη για το ότι το μεγάλο κίνημα των πλατειών δεν ιδεολογικοποιήθηκε ριζοσπαστικά, κατηγορεί το κίνημα ως γεννήτορα της Χρυσής Αυγής και της πολιτικής άνδρωσης του ΣΥΡΙΖΑ! Απεναντίας, ριζοσπαστικές δυνάμεις, όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΝΑΡ και άλλες αν και δεν διέθεταν την κρίσιμη μάζα δυνάμεων, για να συνάψουν στέρεους δεσμούς με τις μάζες των εξεγερμένων, είχαν διακριτή και αισθητή παρουσία στις συγκεντρώσεις, συζητήσεις, διαδηλώσεις και διέσπειραν ριζοσπαστικές θέσεις, όπως «δεν χρωστάω – δεν πληρώνω», «αγώνας, ρήξη, ανατροπή», που εγκολπώθηκαν ευρύτερες μάζες.
Στην πλειοψηφία των εργατολαϊκών μαζών κυριάρχησε η αυθόρμητη τάση εργατικής χειραφέτησης κατά της πολιτικής της λιτότητας, του αυταρχισμού, της ανεργίας, της ελαστικοποιημένης εργασίας, της συντριβής κατακτημένων δικαιωμάτων, της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων επιχειρήσεων και αγαθών. Η πολιτική όμως πρωτοπορία που αντιστοιχούσε σ’ αυτή τη συνείδηση δεν είχε επαρκείς δυνάμεις, ώστε η αντικειμενικά αναγκαία εμβολή της, ιδεολογική και οργανωτική, εν ονόματι των συμφερόντων και της κοσμοϊστορικής αποστολής της εργατικής τάξης στο σύνολό της να ενισχύσει ιδεολογικά την τάση χειραφέτησης. Ούτε βέβαια τη δυνατότητα να οργανώσει την πολιτική δράση των εργατικών, ιδίως τμημάτων ώστε ο αγωνιζόμενος εργάτης, μέσα απ’ την αγωνιστική του πείρα, όπως διαπίστωνε ο Λένιν, να συνειδητοποιεί την ταξική αντικαπιταλιστική και επαναστατική αποστολή του.
Τα κινήματα αυτά, λοιπόν, αυθόρμητα και εν μέρει συνειδητά από ιδεολογικοπολιτικές παρεμβάσεις, εκδηλώνουν μεν αντιστημικές τάσεις, αναμιγμένες όμως με συστημικές συντηρητικές ρεφορμιστικές, εθνικιστικές και απολίτικες (που αντικειμενικά λειτουργούν υπέρ της συστημικής ευστάθειας) που τελικά εμπεδώνουν στην εργατική συνείδηση, με πολλές μορφές, την τάση υποταγής. Αποτέλεσμα η υπονόμευση της ανατρεπτικής δυνατότητας του κινήματος, η καθίζησή του, η προσγείωση εκ νέου στο σύνδρομο του κοινοβουλευτικού κρετινισμού και της ματαιόπονης ανάθεσης σε συστημικές πολιτικές δυνάμεις, ιδίως ρεφορμιστικές που με υπερχειλίζουσα δημαγωγία αυτοπροβάλλονται ως προοδευτικές φιλολαϊκές δυνάμεις, ώσπου η βάσανος της εφαρμογής των επαγγελιών τους να αποδείξει την πολιτική αγυρτεία τους. Οι αριστερόστροφες μάζες δυστυχώς στρέφονται ακόμη και σε ακραιφνώς νεοφιλελεύθερες δυνάμεις (φρίκη πρέπει να προκαλεί η εναλλαγή Τσίπρα – Μητσοτάκη, της σοσιαλφιλελεύθερης με την ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη διαχείριση). Απ’ τη Σκύλλα στη Χάρυβδη…
Η αδυναμία διαμεσολάβησης των κινημάτων απ’ τη ριζοσπαστική πρωτοπορία στις δικές μας πλατείες ευνόησε τον ΣΥΡΙΖΑ. Στην αρχή της κάμψης του κινήματος απ’ την αδυναμία ικανοποίησης των αιτημάτων του, ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοπροβλήθηκε στις αποστοιχισμένες απ’ το ευτελισμένο ΠΑΣΟΚ μάζες ως το νέο «αποκαθαρμένο» ΠΑΣΟΚ, που εύκολα και «ανέξοδα» θα τις οδηγούσε στη «γη της επαγγελίας». Ο θαυμασμός αριστερών θεωρητικών και δημοσιολόγων για την έμπνευση και την τόλμη του ΣΥΡΙΖΑ να θέσει θέμα αριστερής κυβέρνησης, αν και επίσης δεν διέθετε μεγάλες δυνάμεις και αντίστοιχα η μομφή στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, γιατί δεν έθεσε αυτή το ίδιο θέμα, προλαβαίνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ… αποκαλύπτει απλώς τον καιροσκοπισμό και συστημισμό αυτής της άποψης. Πρώτο, είναι άλλο οι ενδοσυστημικές διαφορές (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ) που επιδέχονται σε μεγάλο βαθμό τακτικισμούς, εμπνεύσεις και «κόλπα» και άλλο η ταξική πάλη αστών και προλεταριάτου, που η έκβασή της εξαρτάται απ’ την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ενίσχυσή τους. Δεύτερο, οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις επιδιώκουν να επηρεάσουν τις εργατολαϊκές μάζες από αντικαπιταλιστικές και όχι αστικοδιαχειρστικές θέσεις, να χειραφετήσουν πνευματικά την εργατική τάξη όχι να τη χειραγωγήσουν και να την εξαπατήσουν, στάση που προνομιακά υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στην Αγγλία, εξάλλου, στο θέμα του Brexit διασταυρώθηκαν δύο κοινωνικές αντιθέσεις. Η αντίθεση της εργατικής τάξης και των πληβειακών στρωμάτων ενάντια στην αστική πολιτική της λιτότητας, της ανεργίας και των υπερεξουσιών της ΕΕ ολοκλήρωσης. Και η ενδοαστική αντίθεση υπέρ της παραμονής ή της εξόδου απ’ την ΕΕ ολοκλήρωση. Επικράτησε η τάση αναδίπλωσης, με αιχμή μάλιστα την εθνικιστική της έκφραση. Η νίκη αυτής της αστικής τάσης ηγεμόνευσε και στη στάση της εργατικής τάξης, διαβρώνοντας αλλά όχι εξαλείφοντας το ταξικό υπόβαθρό της. Αν και για πρώτη φορά στη Βρετανία συγκροτήθηκε ριζοσπαστική κίνηση για αριστερή έξοδο (Lexit) απ’ την ΕΕ, είχε ελπιδοφόρα ιδεολογικοπολιτικά κρυσταλλώματα, αλλά απέχει πολύ απ’ το να απειλήσει την υπεροχή της φιλοΕΕ Αριστεράς (Εργατικοί).
Τα (μισο) αυθόρμητα κινήματα και εξεγέρσεις κατά των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού δεν έχουν τη δυνατότητα μεγάλων νικών κατά της αστικής πολιτικής, εφόσον δεν ηγεμονεύονται απ’ την αντικαπιταλιστική κομμουνιστική πρωτοπορία, που θα συμβάλλει στην ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ανάτασή τους.
Ωστόσο, τα αλλεπάλληλα και πολύμορφα κινήματα δεν θα εκλείψουν. Θα πυκνώνουν στον απόηχο της κρίσης του 2008 και της γενικότερης δυστοκίας στην κερδοφορία του κεφαλαίου, που ως κύριο αντίρροπο μέτρο θα εξακολουθήσει να έχει τα αντιλαϊκά μέτρα. Παράλληλα, η άνοδος του πνευματικού επιπέδου της σύγχρονης εργατικής τάξης και οι δημιουργικές ικανότητες που αναπτύσσει μεγάλο τμήμα της είναι σε κατάφωρη αντίθεση με τους εξευτελισμούς στο βιοτικό επίπεδο, τα δικαιώματα και την εργασιακή προσφορά του σύγχρονου εργάτη. Ακόμη, όλο και μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας χειραφετείται, έστω και όχι ολοκληρωτικά απ’ τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα ΜΜΕ, γενικά απ’ τους αστικούς θεσμούς διεκδίκησης, διαπιστώνοντας μέσα από αλλεπάλληλες διαψεύσεις την απροθυμία και αδυναμία τους να δώσουν λύσεις σε στοιχειώδεις διεκδικήσεις τους.
Η αυξανόμενη επομένως αγανάκτηση και η ανυπαρξία μέσων λύσης στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό θα αυξάνει τα (μισο) αυθόρμητα λαϊκά ξεσπάσματα, στην αναζήτηση λύσης των συσσωρευμένων προβλημάτων. Παράλληλα, η πνευματική αναβάθμιση της εργατικής τάξης και η συνεχόμενη διάψευση των προσδοκιών θα οδηγεί την αυθόρμητη ταξική συνείδηση σ’ ένα επίπεδο ανώτερο απ’ το τρεντγιουνιστικό.
Γονιμοποίηση του αυθόρμητου απ’ το συνειδητό
Τα προβλήματα που δημιουργεί όλο και πιο έντονα η καπιταλιστική πραγματικότητα, η ένταση της εκμετάλλευσης, η αναποτελεσματικότητα των διεκδικήσεων μέσω αστικών θεσμών, η αυξημένη απαιτητικότητα της σύγχρονης εργατικής τάξης ωθούν όλο και περισσότερες μάζες, όλο και συχνότερα σε εκρηκτικές απαιτήσεις, σε εξεγέρσεις.
Αυτή η κατάσταση, απ’ τη μια, είναι ενθαρρυντική, γιατί ανασκευάζει τους ευσεβείς πόθους της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων ή την αποστράτευση και παθητικοποίησή τους.
Απ’ την άλλη, η πολυπλοκότητα της σημερινής κατάστασης, η αδιαλλαξία του κεφαλαίου, η ακόρεστη δίψα για άντληση περισσότερης υπεραξίας, ο ανώτερος ιδεολογικός και κατασταλτικός εξοπλισμός του κεφαλαίου περιορισμένες κατακτήσεις επιτρέπουν στ’ αυθόρμητα ξεσπάσματα και φυσικά αποκλείουν τη νίκη της επανάστασης και την κατάκτηση της εξουσίας, χωρίς τη συνειδητή οργανωμένη πάλη. Χωρίς τη γνώση, δηλαδή, των δυνάμεων του εχθρού, της τακτικής του, χωρίς τη συγκέντρωση, απ’ τη μεριά του κινήματος, των απαιτούμενων ανάλογα με το στόχο, δυνάμεων, τη διάταξη και το συντονισμό τους, την επιλογή των πρόσφορων, ανάλογα με το στόχο, μορφών πάλης, τη συνειδητή επιλογή της κλιμάκωσης ή της υποχώρησης, σποραδικές νίκες ευνοούνται, ασταθείς σε πολλές περιπτώσεις. Η πάλη χωρίς σχέδιο και οργάνωση, συχνότερα οδηγεί σε ήττες, σε διάψευση των διευρυμένων συνήθως προσδοκιών, στην επαναϊδιώτευση και τον παροπλισμό ή και στη συστημική ενσωμάτωση τμημάτων της αυθόρμητης ριζοσπαστικοποίησης.
Το οργανωμένο κίνημα χωρίς να υποκλίνεται στο αυθόρμητο και να το αποθεώνει, δεν πρέπει απ’ την άλλη να το απαξιώνει και να μηδενίζει τις αγωνιστικές του δυνατότητες, αλλά να αξιοποιεί τα σπέρματα δημιουργικότητας που περικλείει. Σε διαρκή διάλογο με το αυθόρμητο πρέπει να επιχειρεί, καλύτερα πριν το εκρηκτικό του ξέσπασμα – και στη διάρκειά του βέβαια – να το μπολιάσει με το σπόρο του συνειδητού και την αναγκαιότητα της δημοκρατικά σχεδιασμένης και οργανωμένης πάλης ενός ενωμένου αποτελεσματικού κινήματος. Η άποψη που αποθεώνει το αυθόρμητο και αρνείται την ηγεμόνευσή του απ’ το συνειδητό, ταυτίζει συνείδηση και είναι (Γ. Λούκατς, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση). Φρονεί ότι ο εργάτης απ’ την ίδια τη θέση του στην παραγωγή αποκτά ταξική συνείδηση. Δογματική είναι και η αντίληψη που πρεσβεύει το ΚΚΕ, κυρίως ότι όλα στην ταξική πάλη μπορούν και πρέπει να είναι προγραμματισμένα και προσχεδιασμένα. Αρνείται έτσι το αναπόφευκτο και αξιοποιήσιμο του αυθόρμητου, το απαξιώνει και αρνείται να το γονιμοποιήσει.
Δυναμική παρέμβαση στο συνειδητό και αυθόρμητο κίνημα
Ο Λένιν δεν αρνιόταν την ύπαρξη της αυθόρμητης συνείδησης, ορίζοντάς την ως τρεντγιουνιστική και αναγνωρίζοντας επομένως την ανάγκη αναβάθμισής της σε ταξική συνείδηση, σε μια συνολική διαδικασία μετατροπής της εργατικής τάξης από τάξη καθ’ εαυτήν σε τάξη δι’ εαυτήν. Αυτή η αναβάθμιση πραγματοποιείται με την ιδεολογική συνδρομή του κόμματος της εργατικής τάξης, στο οποίο πρέπει να κυριαρχούν οι συνειδητοποιημένοι σύγχρονοι εργάτες, όχι βέβαια με την έννοια του «απ’ έξω», με τον ιστορικό τρόπο γέννησης του επιστημονικού σοσιαλισμού απ’ την προοδευτική διανόηση. Για το Λένιν καθοριστική σημασία είχε η συγκρότηση ταξικής συνείδησης απ’ την προσωπική εμπειρία του κάθε εργάτη στην ταξική πάλη, όπως την οργάνωνε η κομμουνιστική πρωτοπορία με γνώμονα όχι ιδιαίτερα, αλλά τα γενικά συμφέροντα του προλεταριάτου ως τάξης, όρος που συνέβαλλε στη συνειδητοποίηση απ’ τον αγωνιζόμενο εργάτη της ιστορικής απελευθερωτικής αποστολής της εργατικής τάξης. Η Λούξεμπουργκ στην ασίγαστη πάλη της με τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό της ηγεσίας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που φρονούσε ότι όλοι οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μέσ’ απ’ το κοινοβούλιο, τόνιζε ότι στην επανάσταση δεν είναι δυνατόν να είναι όλα προσχεδιασμένα και μάλιστα εντός της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Μάλιστα, με διορατικότητα και πολιτικό αισθητήριο διαπίστωνε ότι το κόμμα πρέπει να παρεμβαίνει δραστήρια και να μην αναμένει την έκρηξη του αυθόρμητου γιατί όταν αυτή θα έχει πραγματοποιηθεί, η παρέμβαση στ’ αυτήν της πολιτικής πρωτοπορίας είναι σαφώς δυσκολότερο να τελεσφορήσει. Οι συγκλίνουσες αντιλήψεις Λένιν και Λούξεμπουργκ, για τη σχέση αυθόρμητου – συνειδητού σε συνδυασμό με τη θεωρητική αξιοποίηση της πείρας απ’ τις ταξικές μάχες της συγκυρίας αποτελούν το μίτο που οδηγεί στη σωστή στάση σ’ αυτό το ιδιαίτερα σημαντικό θέμα.
Ήδη στην ελληνική κοινωνία απ’ το 2008 (Γρηγορόπουλος), το 2010-12 (πλατείες), το 2015 (δημοψήφισμα) έχουν – με έντονες στιγμές αυθόρμητης ή μισοαυθόρμητης κινηματικής έκρηξης με οριακή αξιοποίηση της δυναμικής τους απ’ την αντικαπιταλιστική επαναστατική πρωτοπορία. Ο αντιφατικός χαρακτήρας του αυθόρμητου και ο συντριπτικός συσχετισμός (με την προσχώρηση απ’ το 2012 και του ΣΥΡΙΖΑ) υπέρ της αστικής πολιτικής καθόρισε μια ποικιλόμορφη χειραγώγηση αυτών των κινημάτων απ’ αυτήν την πολιτική, που αντανακλά το όριο και τις μορφές αντιμετώπισής τους απ’ την κρατούσα τάξη.
Το κίνημα του 2008 κατασυκοφαντήθηκε και εν μέρει διαβρώθηκε απ’ τις κρατικές υπηρεσίες, το κίνημα των πλατειών δεν είχε χειροπιαστά αποτελέσματα και στην αγωνιστική δύση του, σημαντικό τμήμα του ενσωματώθηκε στην κυβερνητική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, η εκρηκτική συγκέντρωση για το δημοψήφισμα κυρίως, με βαριά καρδιά, έδωσε μια τελευταία ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ. Η αφόρητη όξυνση της αντιλαϊκής επίθεσης του ΣΥΡΙΖΑ και συμπύκνωσής της στο διάστημα Σεπτέμβρη – Δεκέμβρη 2016 προοιωνίζεται οργανωμένες και αυθόρμητες κινηματικές εξάρσεις μαζικότητας έντασης. Το χτύπημα «ιερών» για το μέσο Έλληνα αγαθών, όπως η περαιτέρω μείωση των συντάξεων και η μαζική δήμευση κατοικιών, ενδεχομένως να εξελιχθούν σε αδύνατους κρίκους του συστήματος. «Για να τους πιάσουμε γερά», όπως περιέγραφε ο Λένιν πρέπει πρωταρχικά να ενεργοποιήσουμε, ενοποιήσουμε, εμψυχώσουμε την οργάνωσή μας (ΝΑΡ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ) για τις επικείμενες μεγάλες μάχες, να παρεμβαίνουμε μ’ όλες τις δυνάμεις μας στα προβλήματα, ιδιαίτερα τα πιο οξυνόμενα, από σήμερα (Λούξεμπουργκ), να παρεμβαίνουμε στο αυθόρμητο με κάποιο σχεδιασμό, ώστε όταν εκραγεί μαζί με τα συνειδητά κινήματα, να έχουμε δημιουργήσει όρους παρέμβασης σ’ αυτό για τη γονιμοποίησή του με το συνειδητό και για την κοινή δράση με το οργανωμένο κίνημα.
Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ

Μάθετε για τις ευεργετικές του ιδιότητες
Τρώτε λοιπόν μέλι! Το μέλι είναι μια πολύ καλή παραδοσιακή τροφή σχεδιασμένη για μας τους ανθρώπους κατευθείαν από την ίδια τη φύση.
1. Το μέλι είναι το μόνο γλυκαντικό που δεν έχει φτιαχτεί και δεν έχει επεξεργαστεί από τον άνθρωπο και που ταυτόχρονα έχει και αντιβακτηριδιακά στοιχεία αλλά και θεραπευτικές ιδιότητες
2. Με περίπου 18% νερό και pΗ 3-4, το μέλι είναι τόσο σταθερό που, εάν αποθηκευτεί σωστά, μπορεί να διατηρηθεί ακόμα και για αιώνες
3. Ενώ οι κενές θερμίδες στην επεξεργασμένη ζάχαρη συμβάλουν αρνητικά σε θέματα υγείας και παχυσαρκίας, το μέλι αντιθέτως μειώνει την συσσώρευση του λίπους στο καρδιαγγειακό μας σύστημα.
4. Σε αντίθεση με την επεξεργασμένη ζάχαρη, τη σουκρόζη, το μέλι δεν υφίσταται ζύμωση έτσι δεν θέτει το στομάχι μας σε κίνδυνο βακτηριδιακής εισβολής.
5. Το μέλι είναι ένας μονοσακχαρίτης, η απλούστερη μορφή ζάχαρης, και έτσι δεν δύναται να διασπαστεί περαιτέρω, ως εκ τούτου περνάει απ ‘ευθείας από το λεπτό έντερο στην κυκλοφορία του αίματος χωρίς να προκαλεί ερεθισμό στο πεπτικό μας σύστημα – όπως κάνει η σακχαρόζη.
6. Το μέλι είναι η πιο ιδανική μορφή ενεργειακής τροφής για το κάψιμο του λίπους κατά την διάρκεια του ύπνου-λόγω της 1: 1 αναλογίας φρουκτόζης και γλυκόζης.
7. Ως μια εξαιρετική τοπική θεραπεία για τα καψίματα ,το μέλι αφ ενός απαλύνει τον πόνο αποτελεσματικά και αφ έτερου επουλώνει την πληγή γρήγορα αφήνοντας ελάχιστες ουλές.
8. Το μέλι περιέχει βιταμίνες και αντιοξειδωτικά. Μάλιστα ένα μοναδικό αντιοξειδωτικό που ονομάζεται «πινοσεμπρίνη» βρίσκεται μόνο στο μέλι.
9. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το μέλι είναι η πιο αποτελεσματική και ασφαλής θεραπεία για το βήχα των παιδιών, καλύτερη ακόμα και από τα συνηθισμένα φάρμακα.
10. Το «αναβολικό μέλι» -μια συμπυκνωμένη πηγή φρουκτόζης και γλυκόζης, είναι η προτιμώμενη γλυκαντική επιλογή για τους αθλητές.
ΠΗΓΗ: newsbeast.gr
ΤΡΕΙΣ ΕΙΔΙΚΟΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΤΙΣ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΚΑΨΑΛΗΣ, ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, ΚΟΥΖΗΣ*
Η «Εφ.Συν.» ανοίγει τον φάκελο «συνδικαλισμός». Χωρίς αξιοπιστία και εμπιστοσύνη από την πλευρά των εργαζομένων, ο συνδικαλισμός βρίσκεται στο στόχαστρο εδώ και χρόνια και από την ίδια την κοινωνία. Ωστόσο, είναι το μόνο όπλο και ως τέτοιο οφείλουμε να το υπερασπιστούμε.
«ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΛΛΑΓΕΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΑΠΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ...»
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΖΗ, ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Οι επιδιωκόμενες αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο και στην άσκηση της απεργίας από τους δανειστές και τους εν Ελλάδι εκφραστές τους ολοκληρώνουν το πλήγμα απέναντι στον θεσμό του συνδικάτου μετά την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων με στόχο την πλήρη εξατομίκευση των όρων εργασίας.
Απορρέουν από την έκδηλη ή κρυφή αντιπαλότητα προς τον θεσμό των συνδικάτων, υπερτονίζοντας υπαρκτές παθογένειες και πρακτικές εκτροπής και δυσφήμισης του ρόλου τους, που, όμως, είναι διαχρονικά συνδεδεμένος με τις κοινωνικές κατακτήσεις.
Βάλλονται τα συνδικάτα ως αναχρονιστικά και αντιπαραγωγικά μορφώματα με λειτουργίες, συνήθως, στερούμενες δημοκρατικής νομιμοποίησης που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον.
Θέση που προέρχεται από τους ίδιους κύκλους που επιβάλλουν τον ευτελισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και την ισοπέδωση της κοινωνίας στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος υπηρετούμενου στο εξής από «επενδυτές» επωφελούμενους των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων.
Από τους ίδιους που επιβάλλουν, από το 2011, την ελαστικοποίηση και νόμιμη παράκαμψη του 8ωρου με απλή συμφωνία του εργοδότη και του 15% των εργαζόμενων σε επιχείρηση έως 20 ατόμων, δεσμεύοντας το σύνολό τους χάριν της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας!
Η βελτίωση της εικόνας των συνδικάτων, για όσους ειλικρινά την επιθυμούν, είναι, πρωτίστως, ζήτημα του κόσμου της εργασίας και των εσωτερικών λειτουργιών της συλλογικής τους εκπροσώπησης και όχι της νομοθεσίας.
Ο συνδικαλιστικός νόμος χρειάζεται αλλαγές, αλλά η συγκυρία δεν είναι κατάλληλη για αλλαγές που θα ενισχύουν, αντί να περιορίζουν, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Χρειάζονται αλλαγές που θα μειώνουν τον θεσμοθετημένο κρατικό παρεμβατισμό στην εσωτερική ζωή των συνδικάτων, που θα διευκολύνουν την ένταξη των επισφαλώς εργαζομένων και τη συνδικαλιστική δράση στις επιχειρήσεις που σε ποσοστό 99% αποκλείονται νόμιμα από τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση!
Το απεργιακό δικαίωμα δεν χρειάζεται πρόσθετους περιορισμούς στους ήδη υπάρχοντες, αλλά απλοποίηση της λειτουργίας του, η δε επαναφορά της ανταπεργίας με το επιχείρημα της ισοδυναμίας των όπλων στη φύσει άνιση σχέση κεφαλαίου και εργασίας απλά συνεπάγεται την όξυνση αυτής της ανισότητας.
«ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ...»
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΨΑΛΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ΠΡΩΗΝ Γ.Γ. ΤΟΥ ΣΕΠΕ
Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μην επαναφέρει καμία προστατευτική διάταξη της εργατικής νομοθεσίας, έστω στα προ μνημονίου επίπεδα, απαξιώνει καθημερινά το κύρος και το έργο των ελεγκτικών μηχανισμών της αγοράς εργασίας και θα κληθεί να υιοθετήσει επώδυνες νομοθετικές ρυθμίσεις με έντονο ουσιαστικό και συμβολικό φορτίο.
Οι επικείμενες αλλαγές στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου με πρόσχημα τις «καλές», δηλαδή εξίσου αντεργατικές, πρακτικές στο εσωτερικό της Ε.Ε. αναμένεται να περιορίσουν περισσότερο τη διαπραγματευτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ακόμη και στο πεδίο του καθορισμού του κατώτατου μισθού.
Υπενθυμίζεται ότι από την άνοιξη του 2015 έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διαβούλευσης (Γνώμη ΟΚΕ 306) για την κατάθεση ενός προοδευτικού και σύγχρονου πλαισίου συλλογικών διαπραγματεύσεων που για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το πρώτο νομοσχέδιο που θα ψήφιζε.
Ανατροπές στο πεδίο των συνδικαλιστικών ελευθεριών με άξονα την παρεμπόδιση της άσκησης της εν γένει συνδικαλιστικής δράσης και ιδίως της απεργίας αποσκοπούν στη διαιώνιση μιας κατάστασης εργασιακής ζούγκλας και στην επέκταση των φαινομένων εργοδοτικής αυθαιρεσίας.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία δεν αποκλείεται, ωστόσο, να διευκολυνθεί στο επίπεδο της κοινής γνώμης, αφενός, από την επιμελή προβολή και αναπαραγωγή ιδιαιτέρως προσφιλών στερεοτύπων σχετικά με φαινόμενα εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, νέου και παλαιού τύπου, και, αφετέρου, από την εν γένει απαξίωση του σημερινού συστήματος συνδικαλιστικής οργάνωσης και από την αναποτελεσματικότητα της συλλογικής δράσης των τελευταίων ετών.
Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις προτεινόμενες απορυθμίσεις αποτελούν διαχρονικά αντικείμενο συζήτησης και αυτόνομης αναθεώρησης στο εσωτερικό πολλών συνδικάτων στις χώρες-μέλη.
Η νέα παρέμβαση στο συλλογικό εργατικό δίκαιο, προφανώς χωρίς κοινωνική συμφωνία και με όχημα μια καρικατούρα «κοινοβουλευτικής» διαδικασίας-εξπρές:
α) θα σηματοδοτήσει στα μάτια ακόμη και των πλέον αφελών ή δύσπιστων το τέλος των αυταπατών για την «από τα πάνω» διευθέτηση των ζωτικών αναγκών του κόσμου του καθημερινού μόχθου και δη της μισθωτής εργασίας,
β) θα σημάνει την πανηγυρική διάρρηξη των πολιτικών σχέσεων της εξουσίας με τις υποτελείς τάξεις,
γ) θα εγκαινιάσει με κάθε επισημότητα μια νέα περίοδο συγκρουσιακού κοινωνικού μοντέλου στη χώρα,
δ) θα αναδείξει την αδήριτη ανάγκη για ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο την αντιστροφή του κλίματος τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς και την επιστροφή μέρους της ποσότητας βίας που διαχέεται καθημερινά στους εργαζόμενους τα τελευταία 6 χρόνια.
Το εργατικό κίνημα, εντός και εκτός των θεσμικών οργανώσεών του, θα έχει μια ακόμη, ίσως τελευταία για την περίοδο τούτη, ευκαιρία για ανασυγκρότηση και ανασύνταξη, ώστε να πρωτοστατήσει για την από τα κάτω ανατροπή των αντεργατικών μνημονιακών τετελεσμένων.
«ΜΑΧΕΣ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΑΚΩΝ...»
ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ
«Οι ευέλικτες μορφές εργασίας, που συγκροτούν τον πυρήνα των προτάσεων της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, αποσκοπούν στον συγχρονισμό της ελληνικής πραγματικότητας με το κυρίαρχο μοντέλο εργασιακών σχέσεων στις περισσότερες χώρες, σε ανατολή και δύση, της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το μοντέλο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από την κατάρρευση της σύντομης παρένθεσης του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου που στηριζόταν στους σταθερούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, στην ορατή δύναμη του εργατικού κινήματος και στη βεβαιότητα ότι η καρδιά της ευημερίας θα χτυπάει αδιάκοπα στον δυτικό κόσμο.
Σήμερα, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, και η ελληνική ανάμεσά τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με μία νέα πραγματικότητα η οποία με ανάλογο τρόπο απαιτεί τη ριζική μεταβολή των εργασιακών σχέσεων.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αλλαγή ή αν θα έχουμε τη διατήρηση των περίφημων κεκτημένων, αλλά το περιεχόμενο της αλλαγής αυτής. Στο ερώτημα αυτό οι δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος συχνά αδυνατούν να προσκομίσουν μια πειστική απάντηση.
Η μονότονη νοσταλγία για τον απολεσθέντα παράδεισο της μεταπολεμικής ευημερίας μετατρέπει τις εργατικές αντιστάσεις σε μάχες οπισθοφυλακών.
Ακόμα χειρότερα, στις μάχες αυτές απουσιάζουν οι νέοι και οι νέες εργαζόμενοι για τους οποίους η εποχή αυτή είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αποκλεισμένοι από τα συνδικάτα –που συστηματικά επιλέγουν να μην καλύπτουν τους πολλούς και τις πολλές με ευέλικτους όρους εργασίας- δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις γενικές καταγγελίες για την αναίρεση δικαιωμάτων που τους είναι παντελώς ανοίκεια.
Η πρόταση της νέας εργατικής βάρδιας θα μπορούσε να αποτελέσει τον αστάθμητο παράγοντα στις επικείμενες εξελίξεις γύρω από τα εργασιακά. Αν και δύσκολα μπορεί κανείς να προδιαγράψει το περιεχόμενό της, είναι μάλλον βέβαιο ότι τη χωρίζουν πολλά τόσο από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τις επιλογές των γραφειοκρατικών συνδικάτων.
*Πηγή: efsyn.gr
ΟΡΓΙΟ ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ ΓΥΡΩ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΥΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΑΙΕΙ
ΤΟΥ ΑΡΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ
Νέα επεισόδια στο καλοκαιρινό σίριαλ του εκλογικού νόμου, που προβλέπεται να ψηφιστεί στις 20 Ιουλίου, ήρθαν να προστεθούν τις τελευταίες ώρες, με φόντο το κυνήγι των 200 ψήφων βουλευτών, που απαιτούνται ώστε ο νέος νόμος να εφαρμοστεί στις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν στηθούν οι κάλπες.
Την πληθωρική σεναριολογία των ημερών ήρθε να τροφοδοτήσει η χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού με τον ανεξάρτητο βουλευτή Νίκο Νικολόπουλο, μετά την οποία διέρρευσαν πληροφορίες ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι πρόθυμος να μειώσει το ελάχιστο όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, που σήμερα είναι 3%, σε χαμηλότερα επίπεδα, ακόμη και στο 1%. Την ίδια στιγμή, διοχετεύονται από κυβερνητικούς βουλευτές σενάρια σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση, που θέλουν την κυβέρνηση να συζητά το ενδεχόμενο κάποιου μπόνους, της τάξης των 20 έως 30 εδρών, για το πρώτο κόμμα, εφ' όσον αυτό ξεπεράσει το 40% ή το 42% των ψήφων.
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση, προκειμένου να βρει τις ψήφους που της λείπουν (με τα σημερινά δεδομένα, φαίνεται ότι έχει εξασφαλίσει 197, με θετικές ψήφους από ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, Νικολόπουλο, Θεοχαρόπουλο) έχει αποδυθεί σε ένα παιχνίδι πιέσεων και εκβιασμών, κινούμενη ταυτόχρονα σε δύο ασύμβατες τροχιές. Με το “Σχέδιο Α”, της μείωσης δηλαδή του ορίου στο 1%, υποτίθεται ότι ευελπιστεί σε κάποιες διαρροές, που θα της δώσουν τις τρεις παραπανίσιες ψήφους που της χρειάζονται. Είναι πολύ πιθανό, όμως, το σενάριο αυτό να αποτελεί απλό μοχλό εκβιασμού προς το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ, καθώς η μείωση του ορίου στο 1% θα οδηγούσε στον απόλυτο κατακερματισμό της Κεντροαριστεράς, με την είσοδο στη Βουλή μικρών “θραυσμάτων” του χώρου, ευθέως ανταγωνιστικών της κ. Γεννηματά και του κ. Θεοδωράκη.
Τείνουμε να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν θέλει στην πραγματικότητα να δρομολογηθεί αυτή η λύση – για τον επιπρόσθετο λόγο ότι θα διεκόλυνε την είσοδο στη Βουλή κομμάτων της αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς... εκτός εάν η κυβέρνηση θεωρεί μακιαβελικά ότι με το 1% βοηθάει να αποτραπεί ένα πολύ πιο επικίνδυνο πλατύ μέτωπο αριστερών προοδευτικών πατριωτικών δημοκρατικών αντιμνημονιακών δυνάμεων, το οποίο θα συνιστούσε μια μεγάλη απειλή για το μνημονιακό σύστημα. Επομένως, είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιεί η κυβέρνηση αυτό το σενάριο ως φόβητρο για να σύρει το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ στο... Σχέδιο Β, που είναι η πραγματική της επιλογή: την υπερψήφιση, δηλαδή, ενός εκλογικού νόμου που θα διατηρεί το πλαφόν, έστω στο χαμηλότερο επίπεδο των 20 έως 30 εδρών. Βεβαίως, σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση θα χάσει τις ψήφους του ΚΚΕ, μαζί και το αριστερό άλλοθι που της προσέφερε η ηγεσία του, θα αφήσει όμως ανοιχτή την προοπτική σύμπραξης με το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ, μια κατεύθυνση απολύτως συμβατή με τη γενικότερη, σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι, βέβαια, πιθανό να μην τελεσφορήσει τελικά ούτε το Σχέδιο Α, ούτε το Σχέδιο Β της κυβέρνησης και η ποθητή πλειοψηφία των 200 να μην προκύψει ποτέ. Αν έτσι εξελιχθούν τα πράγματα, η κυβέρνηση θα υποστεί στις 20 Ιουλίου μια σημαντική πολιτική ήττα σε ένα ζήτημα που η ίδια άνοιξε, θεωρώντας το προνομιακό για τη διατήρηση της πολιτικής πρωτοβουλίας.
Για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, βέβαια, όλα αυτά μοιάζουν με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό. Αντιμέτωπος με την φοροκαταιγίδα και τις περικοπές στα εισοδήματά του, μέσα στο κατακαλόκαιρο, ο ελληνικός λαός πολύ μικρή αγωνία έχει για τον εκλογικό νόμο. Στα μάτια του, η κυβέρνηση Τσίπρα ακολουθεί με άφθονο κυνισμό τα χνάρια των προηγούμενων, αστικών κυβερνήσεων, καθώς το μόνο πράγμα για το οποίο αγωνιά πραγματικά είναι να βρει τρόπο να γραπωθεί στην εξουσία και όχι βέβαια οι αρχές της δημοκρατίας και του σεβασμού στη λαϊκή βούληση, τις οποίες τόσο βάναυσα ποδοπάτησε μετά το περσινό δημοψήφισμα.
Έτσι κι αλλιώς, οι εκλογές δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και η τύχη αυτής της κυβέρνησης δεν θα κριθεί από τα όποια εκλογομαγειρεία. Αυτά που θα σφραγίσουν τη μοίρα της είναι η πορεία της οικονομίας, που διαγράφεται καταστροφική με βάση τα αδιέξοδα της μνημονιακής πολιτικής της και η εξάντληση των ορίων της κοινωνικής ανοχής από την πληττόμενη, λαϊκή πλειοψηφία, κάτι που ήδη συντελείται με επιταχυνόμενους ρυθμούς.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ, Λυδία Λίθος για την αριστερά
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
(χαιρετισμός του Π. Μαυροειδή εκ μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε εκδήλωση της ΛΑΕ για το BREXIT)
Ας αφήσουμε για άλλους τις επιφανειακές υμνολογίες και πολύ περισσότερο τις πρόστυχες ελεεινολογίες, τις τόσο εύκολες στις οποίες οι σφουγκοκωλάριοι της εξουσίας καταφεύγουν όταν μιλούν για τη λαϊκή θέληση στην περίπτωση που αυτή είναι άλλη από αυτή που παρήγγειλαν.
Το Brexit δηλαδή η απόφαση του βρετανικού λαού για έξοδο από την ΕΕ, απαιτεί να σκεφτούμε και να συζητήσουμε σοβαρά. Με αισιοδοξία και απαιτητικότητα μαζί.
Πρώτο, το Brexit διέλυσε το μύθο (δυστυχώς κυρίαρχο και στη λεγόμενη ευρωπαϊκή αριστερά) ότι το φονικό υπερ-όπλο του κεφαλαίου που λέγεται ΕΕ, έχει, δήθεν, εξασφαλισμένη, δεδομένη και ακλόνητη μακροημέρευση. Ανέτρεψε την αντιδραστική θεωρία ότι το να τα βάζει κανείς μαζί της είναι σαν να κυνηγάει ανεμόμυλους.
Δεύτερο, το Brexit παρέδωσε στην κοινή χλεύη την άποψη που παρουσίαζε την άμεση έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ανέφικτη, αλλά και συνώνυμη λιμών, σεισμών και καταποντισμών. Καμία καταστροφή δεν έγινε, εκτός από αυτή στα κεφάλια των ιθυνόντων της ΕΕ.
Τρίτο, το Brexit, διαμορφωμένο καθοριστικά από την ταξική εργατική ψήφο των πληβείων των εργατικών περιοχών, μας φωνάζει δυνατά ότι στον πυρήνα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης βρίσκεται το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το ερώτημα «είτε συντριβή του κόσμου της εργασίας με μια ιστορικών διαστάσεων καταβύθιση της θέσης του ως προϋπόθεση για την ανάταξη του καπιταλισμού από την κρίση του, είτε εργατική απάντηση με στρατηγικούς όρους». Το Brexit δε μας έδωσε την απάντηση στο ερώτημα, αλλά μας δείχνει σε πιο πεδίο και ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να τη σηκώσουν στους ώμους τους.
Τέταρτο, το Brexit μας διδάσκει πως ο κοινωνικός κανιβαλισμός του κεφαλαίου, πάει μαζί με την ύβρη απέναντι στη δημοκρατία και σε κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και το δικαίωμα των λαϊκών τάξεων σε κάθε χώρα να καθορίζουν την πορεία της. Ανέστησε την ελπίδα ότι οι λαοί μπορούν να βγάλουν γλώσσα στη σύγχρονη απολυταρχία και τον ολοκληρωτισμό του κεφαλαίου.
Πέμπτο, το Brexit φωνάζει δυνατά πως υπάρχει και λαός! Λαός, που οι αντίπαλοι του τον υποτίμησαν μέσα στην ταξική αλαζονεία της εξουσίας τους. Λαός, που τον μισούν και τον εχθρεύονται. Αλλά και λαός, που μπορεί να ορθώνει το ανάστημά τους, κόντρα στην εκστρατεία φόβου και να γίνεται έτσι λαός που τον τρέμουν.
Έκτο, το Brexit μας υπενθυμίζει πως η μαζική, διακριτή αριστερά αντάξια των περιστάσεων, η αριστερά που θα τα βάλει με την ΕΕ και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που σήμερα πατούν επί πτωμάτων και εργατικών δικαιωμάτων, είναι το μεγάλο ζητούμενο, αλλά δυστυχώς όχι πραγματικότητα. Στο κρίσιμο δίλημμα μέσα ή έξω από την ΕΕ η περίφημη δήθεν αριστερή στροφή των Εργατικών κονιορτοποιήθηκε. Συντασσόμαστε με τις δυνάμεις του Lexit δηλαδή της αριστερής εξόδου, που τουλάχιστον κράτησαν όρθια αυτή την προοπτική.
Έβδομο, το Brexit ταρακουνάει το σύνολο των δυνάμεων που μιλούν στο όνομα της αριστεράς, φωνάζοντας δυνατά πως ο αποφασιστικός κρίκος για αυτή ή την άλλη κατεύθυνση των εξελίξεων, για την αντιδραστική ή αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική διέξοδο από τη σημερινή τραγωδία είναι το ερώτημα «έξοδος ή παραμονή στην ΕΕ;». Δεν είναι μόνο, αποσπασμένα και ασύνδετα, το ερώτημα της ευρωζώνης. Όταν αυτό το μήνυμα έρχεται από τη Βρετανία που είναι εκτός ευρωζώνης, που δεν έχει επικυρώσει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και έχει τόσες ισχυρές συμφωνίες εξαίρεσης από την εφαρμογή συνθηκών της ΕΕ, χρειάζεται διπλό και τριπλό διάβασμα σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου η ΕΕ καθορίζει τα πάντα, θέτοντας μέσω του Δημοσιονομικού Συμφώνου καθεστώς μόνιμης αντεργατικής σφαγής.
Όγδοο, το Brexit μας μαρτυράει ολοκάθαρα ότι η εργατική τάξη της Βρετανίας θεωρεί την ΕΕ εχθρό της. Δε θα μπορούσε ωστόσο και δε μας προσφέρει εγγύηση για το χρώμα και την πολιτική κατεύθυνση αυτής της απόρριψης. Απορρίπτουμε την προπαγάνδα όσων ασχημονούν ενάντια στη λαϊκή ψήφο παρουσιάζοντάς την, ολοκληρωτικά σχεδόν, ως ψήφο ξενοφοβική και συντηρητική.
Έχουμε επίγνωση ωστόσο της δραματικής ανάγκης της μάχης της ηγεμονίας, για αριστερή, αντικαπιταλιστική, διεθνιστική και σοσιαλιστική διέξοδο και όχι αστική, εθνικιστική.
Μάχη για ηγεμονία σε ποιο στρατόπεδο και με ποιο ερώτημα όμως;
Όποιοι βρεθούν στο στρατόπεδο της παραμονής στην ΕΕ ή έστω της παραπομπής στο μέλλον της μάχης για την έξοδο, για να δώσουν δήθεν τη μάχη με την αυταπάτη «πως μια άλλη ΕΕ είναι εφικτή», «είναι κιόλας νεκροί και ας μη το ξέρουν», όπως λέει ο ποιητής.
Όποιοι βρεθούμε στο στρατόπεδο της εξόδου από την ΕΕ– ελπίζουμε, θέλουμε, προτείνουμε, πασχίζουμε σαν ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσο το δυνατό περισσότεροι- με πρώτο σταθμό τη συμμετοχή στη σχετική πρωτοβουλία για την έξοδο από την ΕΕ (με προβολή και του αιτήματος για δημοψήφισμα), θα μπορέσουμε να θέσουμε το ζήτημα της εργατικής, διεθνιστικής και σοσιαλιστικής διεξόδου.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
ΛΑΕ: Μία ξαναζεσταμένη μερίδα ΣΥΡΙΖΑ με... απ' όλα!
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
του Θανάση Τσιριγώτη**
Το σχέδιο θέσεων που κατέθεσε η ΛΑΕ ενόψει της ιδρυτικής πανελλαδικής συνδιάσκεψης (24-26/6), επί της ουσίας επαναφέρει αναδιατυπωμένο το «μεταβατικό πρόγραμμα», με το οποίο έφτασε ως τις εκλογές του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στο εκτενές κείμενο και ανεξάρτητα με τις πολυάριθμες αντιφάσεις του, αποτυπώνονται οι πάγιες θέσεις του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Η αποσιώπηση των ζητημάτων του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης, ο ρόλος της ΕΕ και της Ελλάδας σε αυτήν, οι εκλογικές-διαχειριστικές αυταπάτες που αντιμετωπίζουν το κράτος της αστικής τάξης ως ουδέτερο υπερταξικό μηχανισμό, αναδύονται σε όλα τα κεφάλαια του κειμένου. Ακόμη με επιτακτικό τρόπο σημειώνεται η ανάγκη συμπόρευσης όλων των αποκαλούμενων αριστερών δυνάμεων στη βάση πάντα αυτού του προγράμματος, ενώ απουσιάζει κάθε ίχνος αυτοκριτικής, για μια πολιτική δύναμη που παρέμενε στον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνησή του, μέχρι και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου.
Αποσιώπηση του ρόλου και των ευθυνών των στελεχών της ΛΑΕ
«Η Λαϊκή Ενότητα είναι ένας νέος, μετωπικός πολιτικός φορέας, γεννημένος το καυτό καλοκαίρι του 2015, αμέσως μετά τη μεγάλη νίκη του ΟΧΙ στη μάχη του δημοψηφίσματος... Η επιλογή της κυβέρνησης Τσίπρα, που είχε αναφορά στην Αριστερά, να υποταχθεί στον εκβιασμό, προκάλεσε σύγχυση και ηττοπάθεια σε μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων. ...»(*)
Και μόνο από το εισαγωγικό (προοίμιο) του σχεδίου θέσεων, γίνεται φανερή η προσπάθεια των στελεχών της ΛΑΕ να παραδοθεί στη λήθη ο ρόλος τους στην καλλιέργεια των επώδυνων αυταπατών, της «σύγχυσης και της ηττοπάθειας». Όμως ο Αύγουστος είναι πολύ κοντά για να ξεχάσουμε ότι ο Λαφαζάνης και τα στελέχη της «αριστερής πλατφόρμας», ήταν αυτοί που με πάθος εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι της «πρώτη φορά αριστερά». Τώρα, σαν να μην γνωρίζονταν με τον ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρούν να αποσιωπήσουν το ρόλο τους για τα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, λέγοντας ότι αυτή ήταν η «κυβέρνηση Τσίπρα» που δεν ήταν αλλά «είχε αναφορά στην Αριστερά»! Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα. Αφού δεν ήταν αριστερά, γιατί η ΛΑΕ που εμφανίζεται ως «ριζοσπαστική αριστερά» ήταν στο ίδιο κόμμα και την ίδια κυβέρνηση μέχρι τον Αύγουστο; Και αυτό δεν έχει να κάνει με κανενός είδους σχολαστικισμό, αλλά με την ουσία του προβλήματος. Η προσπάθεια της ηγεσίας της ΛΑΕ να ξεμπερδέψει με αυτό τον τρόπο με τους ομογάλακτούς της, με το πολιτικό ρεύμα και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην οποία έδωσε την ψυχή της, έχει να κάνει με την υπαρκτή αδυναμία της να εξηγήσει πού πραγματικά διαφέρει από τον ΣΥΡΙΖΑ και γιατί το δικό της μεταβατικό πρόγραμμα θα πετύχει.
«2.22 Οι εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών παρά τις αρχικές μεγάλες προσδοκίες που δημιούργησαν, κατέληξαν τελικά σε ήττα για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Ο σοσιαλφιλελεύθερος μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ κατέδειξε την αποτυχία μίας στρατηγικής που βασιζόταν: α) στην αντίληψη περί ισχυρής διαπραγμάτευσης και διεργασιών ανατροπής της λιτότητας που θα βρουν ανταπόκριση στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, β) στην εκτίμηση ότι υπάρχουν αστικές πολιτικές δυνάμεις που θέλουν το τέλος της λιτότητας... γ) στο ότι μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας... δ) ότι οι κυρίαρχες τάξεις στην ΟΝΕ θα εκβιάζονταν από μία απειλή εξόδου της Ελλάδας..., ε) στο ότι μπορούσε να εφαρμοσθεί μία πολιτική τερματισμού της λιτότητας εντός ΟΝΕ... χωρίς την επίλυση του ζητήματος του χρέους, στ) στην αντίληψη ότι η άνοδος... στην κυβέρνηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει τομές και την αφετηρία αλυσιδωτών εξελίξεων...» (*)
Επαναλαμβάνοντας ότι όλα όσα καταλογίζει στον ΣΥΡΙΖΑ η ηγεσία της ΛΑΕ τα υπηρέτησε πιστά τα «τελευταία δύο χρόνια» και όχι μόνο, παραθέτουμε το απόσπασμα για να γίνει σαφές ότι τελικά τη ΛΑΕ δεν τη χωρίζουν σπουδαία πράγματα και μεγάλες διαφορές με το αμαρτωλό παρελθόν της. Όχι επειδή και στο δικό της σχέδιο θέσεων υπάρχουν αντίστοιχες θέσεις και θεωρήσεις ή επειδή γίνεται φανερό πως σε ό,τι αφορά την ΕΕ υπάρχει πολύ προσεχτική αναφορά σε Ευρωζώνη-ΟΝΕ, αλλά επειδή η αποτυχία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ και κάθε επίδοξου ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει απλά να κάνει με αυτά. Έχει να κάνει με τη βαθιά λαθεμένη ιδεολογικό-πολιτική προσέγγιση ττων ρεφορμιστικών δυνάμεων πάνω σε δύο θεμελιώδη ζητήματα. Αυτά ακριβώς που ανέδειξαν, με επώδυνο αλήθεια τρόπο, οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια και που έχουν να κάνουν:
- με τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης που ανέκυψαν με αφορμή το ρόλο της ΕΕ και τη θέση της Ελλάδας σε αυτήν.
- με τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες και την αντίληψη ότι μια άλλη διαχείριση μπορεί να μετατρέψει το κράτος της αστικής τάξης ή την ιμπεριαλιστική ΕΕ σε όργανα εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων.
Και στα δύο αυτά ζητήματα και παρά τις προσεχτικότερες διατυπώσεις, η ΛΑΕ αναπαράγει πιστά τις ρεφορμιστικές αυταπάτες, συμβάλλοντας και επιτείνοντας στον αφοπλισμό του κινήματος που απαιτούν οι συνθήκες.
Ένα ακόμη μεταβατικό πρόγραμμα στην υπηρεσία των αυταπατών και του αφοπλισμού του κινήματος
«4.1 Το πρόγραμμα της ΛΑΕ ξεκινά με την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, την έξοδο από την ευρωζώνη, τη διαγραφή του χρέους και την προώθηση ριζοσπαστικών κοινωνικών μετασχηματισμών... Οι στόχοι αυτοί κωδικοποιούνται ως εξής:
- Κατάργηση της λιτότητας, καταπολέμηση της ανεργίας, στήριξη των λαϊκών εισοδημάτων με αναδιανομή προς όφελος των εργαζόμενων τάξεων.
- Στάση πληρωμών- διαγραφή του χρέους.
- Εθνικοποίηση τραπεζών, «Σεισάχθεια» σε ιδιωτικά χρέη.
- Προετοιμασμένη έξοδο από την ευρωζώνη και μετάβαση στο εθνικό νόμισμα.
- Ανυπακοή, σύγκρουση και ρήξη με τις πολιτικές και τις συνθήκες της ΕΕ.
- Ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων, ανάκτηση του κοινωνικού πλούτου, παραγωγικός και οικολογικός μετασχηματισμός με εθνικοποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων, ενίσχυση της αυτοδιαχείρισης στις επιχειρήσεις που κλείνουν, πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για την καταπολέμηση της ανεργίας.
- Εξασφάλιση των κοινωνικών αναγκών σε υγεία-παιδεία-πολιτισμό.
- Συντακτική συνέλευση για μια νέα λαϊκή μεταπολίτευση - ευρεία κατοχύρωση δημοκρατικών δικαιωμάτων.
- Πολυδιάστατη, ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική».(*)
Το πρόγραμμα της ΛΑΕ, το οποίο είναι ενταγμένο σε μια «σοσιαλιστική προοπτική» όπως σημειώνεται στο ίδιο το κείμενο, αποτελεί ένα ακόμη ρεφορμιστικό σχέδιο όπως αυτά που κατά καιρούς κομίζουν διάφορες δυνάμεις (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ κλπ). Πιο ήπια σε καιρούς υποχώρησης και πιο ζωηρά σε καιρούς ανόδου του κινήματος, καταλήγουν να εγκλωβίζουν το κίνημα στη «σωτηρία» του εκλογικού παραβάν οδηγώντας τους εργαζόμενους σε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις. Παρακάμπτοντας τα δύο θεμελιώδη ζητήματα που αναφέρονται παραπάνω, γίνεται σαφές από μια συνολική ανάγνωση του κειμένου των θέσεων ότι όλα αυτά θα έρθουν με την εκλογική νίκη της ΛΑΕ και του μετώπου της. Και παρά τις όποιες αναφορές του προγράμματος για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και τους θεσμούς «λαϊκής εξουσίας που μαζί με τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς πρέπει να διαμορφώνουν την κίνηση των πραγμάτων...» (!) είναι προφανές για όποιον θέλει να σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι στην πραγματικότητα, ότι η παρουσίαση αυτού του προγράμματος στις σημερινές συνθήκες, οδηγεί τη σκέψη και τις συνειδήσεις των εργαζομένων στον κοινοβουλευτικό βούρκο.
Αταλάντευτα στο μονόδρομο της Ε.Ε
Και ενώ στο 4ο κεφάλαιο περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια η εθνικοποίηση των τραπεζών, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η αλλαγή νομίσματος, οι αλλαγές σε φορολογικό, υγεία, παιδεία, πρόνοια, σύνταγμα κλπ, (όλα αυτά με μεγάλες δόσεις εργατικού ελέγχου και αυτοοργάνωσης) στην παράγραφο 4.10 με τίτλο «Ανυπακοή, σύγκρουση και ρήξη με την ΕΕ» τη σαφήνεια και τη λεπτομέρεια αντικαθιστούν η αβεβαιότητα, τα ερωτηματικά και τα ...δημοψηφίσματα!
«...Δεν μπορούμε να γίνουμε προφήτες και να προεξοφλήσουμε με ποιους ρυθμούς θα προχωρήσει αυτή η διαδικασία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όταν όμως μια κυβέρνηση της μαχόμενης Αριστεράς στην Ελλάδα βρεθεί αντιμέτωπη με τον ωμό εκβιασμό ολόκληρης της Ε.Ε.- κάτι που με τα σημερινά δεδομένα είναι βέβαιο ότι θα συμβεί- τότε ασφαλώς και δεν πρέπει να ταλαντευτεί. Οφείλει να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό και να τον καλέσει να αποφασίσει με δημοψήφισμα, την επιμονή στην υλοποίηση του ριζοσπαστικού προγράμματος που έχει ο ίδιος επιλέξει, κι όχι την παραμονή του σε μια Ε.Ε...» (*)
Ενώ οι «προφητικές» αποφάσεις για την έξοδο από την ΟΝΕ και το ευρώ «λαμβάνονται» στο σχέδιο θέσεων, η έξοδος από την ΕΕ παραπέμπεται σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα! Όλα αυτά λοιπόν θα συμβούν χωρίς το ευρώ, αλλά εντός της Ε.Ε. Για όσους δεν μπορούν να γνωρίζουν καλά το ιδεολογικό ρεύμα της ΛΑΕ, η εξήγηση βρίσκεται στην εκτενή ανάλυση του σχεδίου θέσεων. Ο οικονομισμός και οι τεχνοκρατικές αντιλήψεις διαπερνούν όλες τις αναλύσεις για τις πολιτικές εξελίξεις σε Ελλάδα και Ευρώπη, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός ως υπαίτιος της σημερινής κατάστασης έχει την τιμητική του. Η Ε.Ε. δεν ήταν εξαρχής ένας θεσμός-όργανο του ευρωπαϊκού και κύρια του γερμανικού ιμπεριαλισμού, αλλά τα παραμύθια που γράφουν τα ιδρυτικά της κείμενα.
«Η συγκρότηση της Ευρωζώνης, αποτέλεσε συνολικό κοινωνικό, οικονομικό σχέδιο για την αναπαραγωγή και ενίσχυση της ισχύος των κυρίαρχων τάξεων έναντι των εργαζόμενων... Το ευρώ ήταν κατ' εξοχήν συνδεδεμένο με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και με το νεοφιλελεύθερο σχέδιο...(*2.3,24)» Όχι τυχαία για την Ελλάδα στη θέση 2.12 σημειώνεται: «Η Ελλάδα παρά την κρίση και τη σχετική υποβάθμισή της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, είναι μία χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού», ενώ στη 2.13 «Το ξένο κεφάλαιο με τους πολύμορφους δεσμούς με τις εγχώριες αστικές δυνάμεις αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού αστικού συνασπισμού εξουσίας, και παίζει ενεργό ρόλο στην εφαρμογή της πολιτικής που υπαγορεύεται από τους υπερεθνικούς μηχανισμούς.» (*)
Στην Ευρωζώνη και το ευρώ σύμφωνα με τη ΛΑΕ είναι το πρόβλημα και όχι συνολικά στην ιμπεριαλιστική ΕΕ που ονομάζουν «υπερεθνικό μηχανισμό»! Δέσμιοι πάντα της αστικής προπαγάνδας, εξωραϊστές και απολογητές της ΕΕ εξακολουθούν να κρύβουν την αλήθεια για τον χαρακτήρα της, όπως και το βάθεμα της εξάρτησης που σήμανε η ένταξη της Ελλάδας, την οποία βαφτίζουν υποβάθμισή της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Όλη η ανάλυση της ΛΑΕ δικαιολογεί την πάγια θέση του ευρωκομμουνιοστικού ρεύματος, ότι η ΕΕ μέσα από μια άλλη διαχείριση μπορεί να αλλάξει. Ότι μπορεί και να μην είναι το εργαλείο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, αλλά μια υπερεθνική «Ευρώπη των λαών, της ισοτιμίας και της δημοκρατίας». Με τον ίδιο τρόπο που το αστικό κράτος στην Ελλάδα μπορεί, σύμφωνα με τη ΛΑΕ και με το ρεύμα που υπηρετεί, να μετατραπεί σε υπερταξικό όργανο στην υπηρεσία των συμφερόντων των εργαζομένων μέσα από κοινοβουλευτικές αλλαγές.
Με αυτά ακριβώς ταιριάζουν και οι τεχνοκρατικές αντιλήψεις που θέλουν το ζήτημα της εξάρτησης και της καταδυνάστευσης της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, να λύνεται με αλλαγή νομίσματος. Με τις ίδιες ρεφορμιστικές αυταπάτες συνδέονται τα κοινοβουλευτικά περάσματα-προγράμματα μετάβασης στο σοσιαλισμό, μέσω των εθνικοποιήσεων των τραπεζών με εργατικό έλεγχο.
Για τη συγκρότηση του νέου εκλογικού μετώπου
«5.8. Το μέτωπο αυτό, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδικούμε να παίξει η ΛΑΕ, απαιτεί τη συσπείρωση σύμπασας της μαχόμενης Αριστεράς.... Και πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί αυτές οι δυνάμεις και τα ρεύματα, είτε μιλάμε για το ΚΚΕ είτε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.»(*)
Όχι τυχαία στο σχέδιο θέσεων της ΛΑΕ υπάρχουν αρκετές αναφορές στο ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αν δει κάποιος τα προγράμματά τους, παρά τις διαφορές στους τίτλους, είναι όμοια ως προς τον «μεταβατικό» τους χαρακτήρα. Ειδικά το μεταβατικό πρόγραμμα που εδώ και χρόνια παρουσιάζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σχεδόν συμπίπτει με αυτό της ΛΑΕ και οι διεργασίες ανάμεσα στους δυο χώρους βρίσκονται σε εξέλιξη το τελευταίο διάστημα. Άλλωστε το μέτωπο της ΛΑΕ χωράει πολύ περισσότερους αφού όπως γράφεται: «Ωστόσο, η έκταση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης θέτει την ανάγκη συμπόρευσης και με αντιμνημονιακές-δημοκρατικές-πατριωτικές δυνάμεις και ανένταχτους αγωνιστές ..., χωρίς κατ' ανάγκη να συμφωνούν στο σύνολο του προγραμματικού μας πλαισίου.» Κάτι που ήδη έχει γίνει πράξη με την ανακοίνωση της σύμπραξης της ... Χριστιανικής Δημοκρατίας με τη ΛΑΕ και που προϊδεάζει για το εύρος και το περιεχόμενο του μετώπου.
Ανεξάρτητα όμως με το αν οι εκλογικές συμπράξεις προχωρήσουν, αυτό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι οι νέοι εκβιασμοί για την «ενότητα της αριστεράς» που ήδη από το σχέδιο θέσεων διατυπώνονται. «Η ιστορία δεν θα συγχωρήσει τις ηγεσίες που... επιλέγουν το ναρκισσισμό των μικρών διαφορών και τον ενδοαριστερό εμφύλιο... η ηγεμονία δεν κερδίζεται με κηρύγματα από τον άμβωνα της ιδεολογικής καθαρότητας στην εκκλησία των πιστών. Κερδίζεται στον κοινό αγώνα των πολλών, τον αδέκαστο, ύστατο κριτή κάθε ηγεσίας και ιδεολογίας».(*3.9)
Επειδή τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες και με πολύ μεγάλη ένταση ειδικά τις περιόδους των εκλογικών αναμετρήσεων εκτόξευαν τα στελέχη της ΛΑΕ από τον άμβωνα του ΣΥΡΙΖΑ και επειδή όπως αποδείχθηκε αυτοί που σύρθηκαν σε αυτήν τη λογική βρέθηκαν να υπηρετούν με ανυπολόγιστες συνέπειες για το λαό και το κίνημα, την πολιτική που οδήγησε στο 3ο μνημόνιο, την απόγνωση και την ηττοπάθεια, καλό είναι να κρατούν ένα μέτρο.
* Σχέδιο θέσεων για την ιδρυτική πανελλαδική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ
**Ο Θανάσης Τσιριγώτης είναι, εκπαιδευτικός, στέλεχος του Μ-Λ ΚΚΕ
Αρχική δημοσίευση: efsyn.gr

Κόφτης» επικουρικών συντάξεων μπαίνει από τις 2 Αυγούστου στα ποσά που λαμβάνουν περίπου 400.000 συνταξιούχοι.
Οι μειώσεις θα γίνουν στο ποσό της επικουρικής τους σύνταξης εφόσον το άθροισμα μαζί με την κύρια ή οποιαδήποτε άλλη σύνταξη λαμβάνουν (γήρατος, αναπηρίας, ή θανάτου) είναι πάνω από 1.300 ευρώ μικτά.
Συνταξιούχοι με κύρια 1.000 ευρώ και επικουρική 200 ευρώ (άθροισμα 1.200 ευρώ) μπορεί φαινομενικά να μένουν έξω από το ψαλίδι, αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική, γιατί το άθροισμα που θα ληφθεί υπόψη για να δουν τα Ταμεία πόσοι ξεπερνούν τα 1.300 ευρώ, δεν θα είναι αυτό που βάζουν στην τσέπη τους οι συνταξιούχοι, αλλά θα είναι το μικτό ποσό του αθροίσματος κύριας και επικουρικής.
Στο μικτό ποσό συνυπολογίζονται ο φόρος, η εισφορά ασθένειας και οι αρχικές μειώσεις που επιβλήθηκαν το 2010 στις κύριες άνω των 1.400 ευρώ και το 2011 στις επικουρικές άνω των 300 ευρώ. Αυτές οι κρατήσεις έγιναν μεν στις συντάξεις, αλλά το υπουργείο δεν τις αφαιρεί από τα ποσά που παίρνουν οι συνταξιούχοι, με στόχο να ανέβει τεχνητά το άθροισμα κύριας και επικουρικής πάνω από τα 1.300 ευρώ και ο «κόφτης» να πιάσει περισσότερους.
Ο ακριβής αριθμός των συνταξιούχων που θίγονται από τις περικοπές θα είναι μεγαλύτερος από τους 250.000 που εκτιμούσε στην αρχή το υπουργείο Εργασίας.
Νεότερα στοιχεία από την επεξεργασία που κάνουν τα Ταμεία -και κυρίως η ΗΔΙΚΑ που τηρεί το μητρώο δικαιούχων σύνταξης όλων των φορέων- δείχνουν ότι από τις μειώσεις επικουρικών θίγονται σχεδόν 400.000 συνταξιούχοι είτε με ψαλίδι κατά μερικά ευρώ (2-10 ευρώ) είτε με μεγαλύτερες μειώσεις (άνω των 50 ευρώ το μήνα).
Οι περισσότεροι συνταξιούχοι που θα δουν μειώσεις προέρχονται από το ΙΚΑ. Στους πίνακες που αποκαλύπτει σήμερα το ένθετο «Ασφάλιση και Συντάξεις» και προέρχονται από επίσημα στοιχεία του Ιδρύματος, φαίνονται πόσοι παίρνουν κύρια μέχρι 1.000 και πόσοι πάνω από 1.000 ευρώ, καθώς και πόσοι είναι με επικουρική ως 200 και πόσοι με 200 ευρώ και άνω.
Τα στοιχεία για τους δικαιούχους κύριας σύνταξης δείχνουν ότι:
• Με κύρια σύνταξη (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) ως τα 1.000 ευρώ είναι 920.765 δικαιούχοι.
• Με κύρια σύνταξη (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) από 1.000,01 ως 1.300 ευρώ είναι 98.834 συνταξιούχοι.
• Με κύρια σύνταξη (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) από 1.300,01 ευρώ και άνω είναι 69.897 συνταξιούχοι.
Σύνολο δικαιούχων κύριας από το ΙΚΑ, χωρίς άλλους φορείς, 1.089.496 συνταξιούχοι.
Αντίστοιχα για την επικουρική έχουμε στο ΙΚΑ:
• Ως 150 ευρώ επικουρική γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου παίρνουν 278.818 συνταξιούχοι.
• Από 150,01 ως 200 ευρώ παίρνουν 233.362 συνταξιούχοι.
• Από 200,01 ευρώ και πάνω παίρνουν 206.039 συνταξιούχοι.
Σύνολο δικαιούχων επικουρικής μόνο ΙΚΑ, χωρίς άλλους φορείς, 718.219 συνταξιούχοι.
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι 206.039 δικαιούχοι επικουρικής ΙΚΑ που παίρνουν μικτό ποσό από 200 ευρώ και πάνω είναι στην πρώτη ζώνη κινδύνου για μειώσεις, εφόσον από κύρια σύνταξη παίρνουν μικτό ποσό από 1.100 ευρώ και άνω.
Στη δεύτερη ζώνη περικοπών είναι οι 233.362 συνταξιούχοι που παίρνουν μικτό ποσό επικουρικής από 150 ως 200 ευρώ, εφόσον η μικτή κύρια σύναξη είναι από 1.150 ευρώ και άνω.
Στην τρίτη ζώνη περικοπών βρίσκονται και όσοι έχουν υψηλότερη κύρια (άνω των 1.250 ευρώ) και χαμηλή επικουρική (80, 100, 120 ευρώ).
Από τους 470.000 συνταξιούχους του Δημοσίου, επικουρική έχουν σχεδόν το σύνολο των πολιτικών συνταξιούχων και οι απόστρατοι της Αστυνομίας που λαμβάνουν επικουρική από το ΤΕΑΠΑΣΑ. Εκτιμάται ότι μικτό άθροισμα από κύρια και επικουρική άνω των 1.300 ευρώ έχουν πάνω από 130.000 συνταξιούχοι του Δημοσίου.
Από τα Ταμεία των ΔΕΚΟ και τραπεζών υπολογίζεται ότι ο «κόφτης» πιάνει πάνω από 80.000 συνταξιούχους που ξεπερνούν κατά πολύ τα 1.300 ευρώ μικτά από κύρια και επικουρική.
Από το ΝΑΤ-ΚΕΑΝ οι συνταξιούχοι με άθροισμα κύριας και επικουρικής άνω των 1.300 ευρώ υπερβαίνουν τους 50.000, σε σύνολο 80.000 συνταξιούχων.
Πηγή: Ελεύθερος Τύπος
- Τελευταια
- Δημοφιλή