Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ξεκινάει από τα μεσάνυχτα η 24ωρη απεργία της ΠΕΝΕΝ στα Ε/Γ – Ο/Γ πλοία της Αδριατικής.

Δελτίο Τύπου
Βάζουμε μπροστά και ανυποχώρητα τα δίκαια αιτήματα του κλάδου και όλων των Ναυτεργατών
Διεκδικούμε:
- -Εξίσωση των μισθών ενεργείας στα πλοία Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Ιταλία – σύμφωνα με την ΣΣΕ Ακτοπλοΐας.
- -Θέσπιση – κατοχύρωση και εφαρμογή 2 ρεπό εκτός πλοίων για κάθε μήνα.
- -Επαναφορά των οργανικών συνθέσεων (επάνδρωση) με βάση το ΠΔ 177/74.
- -Κατοχύρωση express δρομολογίων στη γραμμή εφόσον τα πλοία έχουνε άμεσες αφιξο-αναχωρήσεις (κάτω των 6 ωρών).
- -Ουσιαστική αύξηση στις extra εργασίες και τα επιδόματα.
Ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία η πολυήμερη ενημερωτική και οργανωτική προετοιμασία της Διοίκησης της ΠΕΝΕΝ για την απεργία 2 – 3 Απρίλη 2025.
Η απεργία ισχύει για τα λιμάνια Πάτρας – Ηγουμενίτσας – με έναρξη την Τετάρτη, 2/4, 00:01. Όποιο πλοίο προσδέσει στα λιμάνια αυτά μετά την αποβίβαση επιβατών και οχημάτων το πλήρωμα καταστρώματος κατέρχεται σε 24ωρη απεργία.
Με την συμπλήρωση των 24 ωρών απεργίας το κάθε πλοίο μπορεί ν΄ αναχωρήσει.
Η 24ωρη απεργία γίνεται στο διήμερο 2- 3 Απρίλη με σκοπό σε αυτή να συμμετάσχουν όλα τα πλοία που θα κατέλθουν στα ανωτέρω λιμάνια.
Η απεργιακή μας κινητοποίηση ολοκληρώνεται τα μεσάνυχτα στις 24:00 στις 3 Απρίλη.
Διευκρινίζουμε ότι η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ δεν συμφώνησε και δεν υπέγραψε την διετή ΣΣΕ 2025 – 2026 στην κατηγορία αυτή των πλοίων που συνομολόγησαν από κοινού η ΠΝΟ και ο ΣΕΕΝ.
Σημειώνουμε ότι τα αιτήματα μας που περιλαμβάνονται στο βασικό διεκδικητικό μας πλαίσιο τα θέτουμε έντονα, επίμονα και επανειλημμένα όλα τα τελευταία χρόνια, ενώ ορισμένα από αυτά τα έχει υιοθετήσει και η ΠΝΟ η οποία όμως όπως και πριν έτσι και τώρα τα απεμπολεί και στην πράξη τα εγκαταλείπει στο όνομα του ρεαλισμού… του εφικτού… και της αντοχής… των Ναυτιλιακών εφοπλιστικών επιχειρήσεων!
Με άλλα λόγια στο κοινό τους όραμα της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των εφοπλιστών.
Η κατάσταση των Ναυτεργατών στα πλοία στη γραμμή της Αδριατικής έχει χειροτερέψει δραματικά μετά την είσοδο του Ιταλού μεγαλοεφοπλιστή, Εμ. Γκριμάλντι, ο οποίος έχει επιβάλλει όρους στα εργασιακά – μισθολογικά και κοινωνικά ασφαλιστικά ζητήματα, δυσμενέστερους από ποτέ!
Η μακροχρόνια προσπάθεια μας στα πλαίσια της ΠΝΟ να αντιμετωπιστεί η αντεργατική επέλαση του Γκριμάλντι, που είναι όρος απαράβατος για να γίνουν βήματα μπροστά στα εργασιακά μας δικαιώματα, σκοντάφτει (πριν και τώρα) στις δεσμεύσεις πάνω και κάτω από το τραπέζι να μην θιγούν τα συμφέροντα του μεγιστάνα Ιταλού εφοπλιστή!
Την κατάσταση αυτή αξιοποιεί ο ΣΕΕΝ προβάλλοντας τον μπαμπούλα του Ιταλού… Θυμίζουμε ότι με δική τους απαίτηση θεσπίστηκε το 2013 ο αντεργατικός νόμος 4150/2013 με τον οποίο δόθηκε χαριστική βολή στην στοιχειώδη επάνδρωση που ίσχυε με το ΠΔ 177/74.
Οι ευθύνες όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, σήμερα της ΝΔ ήταν και είναι βαρύτατες για την εγκληματική πολιτική τους που βάζει τα Ναυτεργατικά δικαιώματα ακόμη και την ασφάλεια των πλοίων κάτω από το δόγμα της ανταγωνιστικότητας και των κερδών των εφοπλιστών!
Η απεργία στις 2 – 3 Απρίλη αποτελεί ορόσημο για το Ναυτεργατικό Σ.Κ από πλευράς σχεδιασμού, οργάνωσης, αιτημάτων και κυρίως έχει από τα κάτω, την απόλυτη στήριξη, αποδοχή και συμμετοχή του ιστορικού μας κλάδου.
Δεν αποφάσισε η Διοίκηση από τα πάνω, η απόφαση λήφθηκε έπειτα από πολυήμερη εξαντλητική και πραγματική συζήτηση από καράβι σε καράβι.
Η διαδικασία αυτή συνέβαλε τα μέγιστα, η απόφαση να είναι ομόφωνη, καθολική και το κυριότερο ν’ ανοίγει νέους δρόμους για την αντιμετώπιση και επίλυση των Ναυτεργατικών προβλημάτων.
Οι εφοπλιστές (ΣΕΕΝ), η κυβέρνηση και το Υπουργείο Ε.Ν. οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους!
Το μήνυμα θα σταλεί και θα είναι ισχυρό- μαζικό και βροντερό!
Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν κάνουμε πίσω, ούτε βήμα από την διεκδίκηση των ώριμων και δίκαιων αιτημάτων μας.
Οι ευθύνες το επόμενο διάστημα βρίσκονται στα χέρια εφοπλιστών – κυβέρνησης – ΥΕΝ.
Η απόφαση του κλάδου μας για αγωνιστική διεκδίκηση είναι οριστική και τελεσίδικη.
Όλοι οφείλουν επιτέλους ν αναλάβουν τις ευθύνες τους!
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Φωτο από τις συσκέψεις της ΠΕΝΕΝ στα πλοία της Αδριατικής






Το Εργατικό Κέντρο Θεσπρωτίας στηρίζει την απεργία της ΠΕΝΕΝ στα πλοία της Ηγουμενίτσας.

Το εργατικό κέντρο Θεσπρωτίας στηρίζει τον αγώνα των εργαζομένων ναυτών και την 24ωρη απεργία στα πλοία της Αδριατικής και στο λιμάνι της πόλης μας και της Πατρας για τις 2 και 3 Απρίλη ( Τετάρτη-Πέμπτη)
Ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας
Τα τελευταία χρόνια, και κυρίως μετά την ψήφιση και εφαρμογή του αντεργατικού νόμου 4150/2013 καθώς και των Υπουργικών Αποφάσεων, που ακολούθησαν, η κατάσταση στα εργασιακά δικαιώματα των Ναυτεργατών στη γραμμή της Αδριατικής έχει μεταβληθεί δραματικά. Ως αποτέλεσμα, έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς εκμετάλλευσης, υπερεργασίας, έντονης εντατικοποίησης και αυξημένου άγχους για τα πληρώματα, τα οποία έχουν μειωθεί σημαντικά στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της αύξησης της κερδοφορίας των Ναυτιλιακών εταιρειών, που δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη γραμμή.
Αυτό έχει δημιουργήσει μια σύγχρονη εργασιακή ζούγκλα, την οποία βιώνει καθημερινά το πλήρωμα καταστρώματος, αλλά και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, καθώς τα πλοία εξακολουθούν να είναι γεμάτα όσον αφορά το γκαράζ, ενώ το πλήρωμα έχει μειωθεί στο ελάχιστο, γεγονός που οδηγεί σε έναν πραγματικό εργασιακό Γολγοθά για τους Ναυτεργάτες.
Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο κυριότερων ομίλων, της Grimaldi και του Attica Group, έχει ενταθεί, με θύματα τα πληρώματα και τα εργασιακά τους δικαιώματα. Και οι δύο εταιρείες έχουν επιβάλει ένα επικίνδυνο και αναχρονιστικό μοντέλο, το οποίο ισοπεδώνει τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Οι κυβερνήσεις, που πέρασαν όλα αυτά τα 12 χρόνια από την χώρα, διατήρησαν αυτό το αντεργατικό καθεστώς και νομιμοποίησαν την υπερεργασία και τις ελλιπείς συνθέσεις, παρά το γεγονός ότι δυο τραγικά δυστυχήματα ("Norman Atlantic", "Euroferry Olympia" της εταιρίας Grimaldi) έφεραν στο προσκήνιο ότι οι συνθέσεις, που δίνονται στο όνομα της κερδοφορίας των Ναυτιλιακών επιχειρήσεων συνιστούν τεράστιο κίνδυνο για την ασφάλεια και τη ζωή των επιβατών, των πληρωμάτων και των ίδιων των πλοίων!».
Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ


Τα κρυπτονομίσματα ως μια ακόμη πτυχή των ιδιωτικοποιήσεων.

Τον περασμένο Φεβρουάριο ο πρόεδρος της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, απειλείται από την αντιπολίτευση με παραπομπή στο Κογκρέσο καθώς «διαφήμισε» κρυπτονόμισμα το οποίο κατέρρευσε μέσα σε λίγες μόλις ώρες. Ο Μιλέι συνέστησε στους ακολούθους του σε ανάρτησή του στο Χ (πρώην Twitter) το κρυπτονόμισμα «Libra», η αξία του οποίου εκτοξεύτηκε αμέσως μετά την ανάρτηση στα πέντε δολάρια, ενώ χρειάστηκαν μόνο λίγες ώρες για να πέσει κάτω από το ένα δολάριο.
Σε συνέχεια των όσων ακολούθησαν, ο Αργεντίνος πρόεδρος διέγραψε την εν λόγω ανάρτηση, υπογραμμίζοντας πως ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση με το συγκεκριμένο κρυπτονόμισμα. Ο Μιλέι παρέμεινε στη θέση του και συνέχισε την προεδρία του χωρίς νομικές συνέπειες σχετικά με αυτό το ζήτημα.
Η Αργεντινή, αντιμέτωπη με υψηλό πληθωρισμό και υποτίμηση του πέσο, έχει στραφεί στη χρήση κρυπτονομισμάτων ως εναλλακτικό μέσο αποταμίευσης. Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο 2023, η κυβέρνηση του προέδρου Χαβιέρ Μιλέι αναγνώρισε επίσημα τη χρήση του Bitcoin σε συμβόλαια, επιτρέποντας τη συμφωνία και πληρωμή τους με αυτό.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφέρουμε ανάμεσα σε άλλες ατυχείς ‘’συμπτώσεις’’ και φιλίες, ότι ο Χαβιέρ Μιλέι ήταν ανάμεσα σε αυτούς που έσπευσαν να υπερασπιστούν τον Ίλον Μασκ μετά το ναζιστικό του χαιρετισμό, δηλώνοντας: «Ας προσέχουμε αυτούς που εκτοξεύουν, με κοινότοπο τρόπο, κατηγορίες περί ναζισμού σε οποιονδήποτε δεν συμφωνεί με τον τρόπο σκέψης τους, όπως εκφραστές αριστερών απόψεων έκαναν με τον φίλο μου Ίλον Μασκ, ο οποίος είναι ένας άψογος προασπιστής του Κράτους του Ισραήλ».
Και πηγαίνοντας λίγο ακόμη παραπέρα ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει στην Αμερική αυτή τη στιγμή. Ο Τραμπ, στη μάταιη προσπάθεια του να ανεβάσει την επιρροή και τη χρήση του δολαρίου η οποία έχει πάρει την κάτω βόλτα (και κατ’ επέκταση να αναβαθμίσει τη θέση των ΗΠΑ ως κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος) έχει αξιοποιήσει τη διέξοδο που προσφέρει η χρήση των κρυπτονομισμάτων. Για την ακρίβεια, έχει καταβάλει κάθε προσπάθεια τόσο προεκλογικά αλλά και μετά, για να καταστήσει την Αμερική ως παγκόσμια πρωτεύουσα των κρυπτονομισμάτων. Η άνθησή τους είναι τέτοια ώστε το Forbes καταγράφει σε όλον τον κόσμο 17.164 κρυπτονομίσματα, με την κεφαλαιοποίησή τους να φτάνει στα 2,82 τρισ. δολ. δολ. Στο πλευρό του έχει πληθώρα ιδρυτών κρυπτονομισμάτων, με τον Ίλον Μασκ να διατηρεί τα πρωτεία, καθώς ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου και χορηγός του Τραμπ έχει εκδώσει το δικό του κρυπτονόμισμα, ονόματι DOGE. Η εκλογική νίκη του Τραμπ δεν μπόρεσε ωστόσο να συγκρατήσει την αξία του Dogecoin το οποίο από το Νοέμβριο του 2024 έχει χάσει πάνω από το 50% της αξίας του, κατρακυλώντας από 0,4 ευρώ στα 0,17 ευρώ. Ο Μασκ μάλιστα επιλέγοντας να ονοματίσει το υπουργείο του οποίου προΐσταται (Υπουργείο Κυβερνητικής Αποδοτικότητας ή Department of Government Efficiency – DOGE) με το όνομα του κρυπτονομίσματός του πίστευε ότι θα το καταστήσει ακόμη πιο δημοφιλές. Στην πραγματικότητα το έκανε ακόμη πιο απεχθές καθώς το υπερ-υπουργείο του έχει ταυτιστεί με απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και λουκέτα σε νευραλγικές υπηρεσίες όπως εκείνες που ασχολούνται με το περιβάλλον.
Τι σημαίνει όμως η προώθηση των κρυπτονομισμάτων;
Ο Τραμπ πρωτοστατεί και εφαρμόζει την επαναφορά του ιδιωτικού χρήματος. Τα κρυπτονομίσματα αποτελούν τη μόνη μορφή χρήματος του οποίου η αξία καθορίζεται απόλυτα και μοναδικά από την προσφορά και τη ζήτηση του. Εν ολίγοις αποτελεί ένα προϊόν εξαιρετικά κερδοφόρο για τον εκάστοτε ιδρυτή του και φυσικά για τους πολιτικούς που το στηρίζουν ενώ από την άλλη οι αγοραστές του δεν χαίρουν καμίας βεβαιότητας καθώς μιλάμε απλά για τζόγο υψηλού ρίσκου.
Επιπλέον, η ιδιωτικοποίηση του χρήματος ενέχει τον κίνδυνο που φέρνει μαζί της οποιαδήποτε ιδιωτικοποίηση. Δηλαδή, την απουσία οποιασδήποτε εποπτείας και ελέγχου σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και την αύξηση του πλούτου του και της ελεύθερης και ανεξέλεγκτης διενέργειας των χρηματικών συναλλαγών προς χάριν των κεφαλαιοκρατών. Η «οικονομική ελευθερία» που επικαλούνται οι υπερασπιστές των κρυπτονομισμάτων μεταφράζεται στην πραγματικότητα σε ενίσχυση της κερδοφορίας των λίγων σε βάρος των φτωχότερων.
Από τη μία ως την άλλη άκρη της γης, οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν κίνδυνο για κάθε πτυχή της ζωής της πλατιάς πλειοψηφίας και παράλληλα αποτελούν πηγή πλούτου στα χέρια λίγων. Τα κρυπτονομίσματα είναι ένα ακόμη εργαλείο του κεφαλαίου σε αυτή τη διαδικασία και ως τέτοιο δε πρέπει να υποτιμηθεί.
Η προσπάθεια του Τραμπ για την επικράτηση των κρυπτονομισμάτων δεν επηρεάζει μόνο την Αμερική, όπως καθιστά σαφές και το παράδειγμα της Αργεντινής.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο παίρνει και θα πάρει ακόμη μεγαλύτερη έκταση και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί και από την κομμουνιστική αριστερά εάν θέλουμε να μπορούμε να δώσουμε απαντήσεις και λύσεις στο επίπεδο που απαιτεί η εποχή μας.
Πηγή: kommon.gr
Στο ράβε-ξήλωνε ο κατώτατος μισθός και το ωράριο και στην Ισπανία

Πάρθια βέλη κινδυνεύουν να γίνουν για τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ τα όποια κοινωνικά μέτρα η κυβέρνησή του σχεδιάζει να θεσπίσει σε πείσμα της ακραίας νεοφιλελεύθερης τροπής που ακολουθεί -κι ενόψει του επανεξοπλισμού ολόκληρης της Ευρώπης.
Τόσο η μείωση του εργασιακού χρόνου κατά μισή ώρα την ημέρα, δηλ. τη μετατροπή της εβδομαδιαίας απασχόλησης σε 37,5 ώρες, η αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και τα μέτρα για την ισότιμη υποδοχή και ένταξη των μεταναστευτικών ροών, έχουν να περάσουν από τις Συμπληγάδες της κυβερνητικής συνεργασίας. Ιδίως δε, έχει να αναμετρηθεί με τον πάντα επικίνδυνο σκόπελο των δεξιών Καταλανών εθνικιστών «Junts per Catalunya» του Κάρλες Πουτζδεμόν, ο οποίος ούτε και πιστός είναι -καθώς σε κάθε ευκαιρία εξοκείλει προς το στρατόπεδο του Λαϊκού Κόμματος (ΡΡ) και του ακροδεξιού Vox- αλλά και διαρκώς επιδιώκει να καρπωθεί οφέλη, είτε για τα όποια θετικά περιλαμβάνουν τα μέτρα, είτε εκβιάζοντας για την ψήφισή της προωθώντας τη δική τους ατζέντα.

Ο Σάντσεθ για άλλη μια φορά έρχεται αντιμέτωπος με τις εκάστοτε απαιτήσεις και πάνω σε κάθε θέμα που του αντιτάσσει ο Πουτζδεμόν. Ο Καταλανός συστηματικά δυναμιτίζει κάθε ‘ζωτική ορμή’ (élan vitale) των μεταρρυθμιστικών μέτρων του, απειλώντας την ίδια την ψήφιση του προϋπολογισμού -που πια μοιάζει περίπλοκος γρίφος. Οι Junts προβάλλουν «ανισόρροπες» απαιτήσεις υπέρ της Καταλονίας για να συναινέσουν στα πάντα: 50 δισεκ. σε υποδομές στην περιοχή για να ψηφίσει τον προϋπολογισμό, ξεχωριστό κατώτατο μισθό 1.400 ευρώ για την Καταλονία, δικές τους αρμοδιότητες για το μεταναστευτικό. Ο Κάρλος Πουτζδεμόν κατόρθωσε να σύρει και τον Σοσιαλιστή πρόεδρο της Καταλονίας Σαλβαδόρ Ίγια στο μέρος του όσον αφορά τον κατώτατο μισθό στην περιοχή, πάνω από τα 1148 που αφορά την πρόταση για αύξηση που έχει καταθέσει η Ντίαθ.

Βέβαια, το ίδιο το οικονομικό επιτελείο του Σάντσεθ κατόρθωσε να πυροβολήσει τα ίδια τα πόδια της κυβέρνησης, συναρτώντας την αύξηση του κατώτατου μισθού με ταυτόχρονη σύνδεσή του με αυξημένα ποσοστά φορολόγησης. Γεγονός που ώθησε ακόμη και τους συμμάχους του Σάντσεθ στην κυβέρνηση, το κόμμα Sumar της υπουργού Εργασίας Γιολάντα Ντιαθ να συνταχθεί με το Vox και το ΡΡ για να μην ψηφισθεί το μέτρο στο Κοινοβούλιο (οι Junts απείχαν). Στο τελευταίο επεισόδιο «ανυπακοής», οι Junts, μαζύ με το ΡΡ και το Vox, ώθησαν σε ναυάγιο στη σχετική επιτροπή το νομοσχέδιο για την επιτροπή δημόσιας υγείας, που θα συντονίζει κι ελέγχει τα προγράμματα για την ενδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα των παροχών υγείας στη χώρα.
Η αμφιταλαντευόμενη στάση των Junts μοιάζει να ενταφιάζει, τουλάχιστον προς το παρόν την εργασιακή μεταρρύθμιση. Οι Καταλανοί διεμήνυσαν το «όχι» τους στη μείωση του ωραρίου, συντασσόμενοι με τις ενώσεις εργοδοτών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας πως οι 37,5 ώρες θα σημάνουν το τέλος τους. Η εξέλιξη αυτή εξανέμισε τις ελπίδες της κυβέρνησης να βρει σύμμαχο στη σκληρή αυτή διαπραγμάτευση, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χάρις στα αντισταθμιστικά μέτρα στήριξής τους, τα οποία σχεδιάζει να θέσει σε διαβούλευση.
Ελπίδες που βασίζονταν στο ότι η εργασιακή μεταρρύθμιση θα ωφελήσει περίπου 12 εκατ. εργαζόμενους και περιλαμβάνει επίσης κι άλλες σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς των απολύσεων, αλλά και στην απασχόληση των ασκουμένων, τη δήλωση της εργασίας και του ελέγχου τήρησης του ωραρίου, με την εισαγωγή προηγμένων τεχνολογικών εργαλείων για την καταγραφή και ειδοποίηση.
Δεξιά και εργοδοσία… συμμαχία
Η στάση των Junts ταυτίζεται απόλυτα με τους εργοδότες, οι οποίοι προσπαθούν από την αρχή να δυναμιτίσουν τον διάλογο, πότε προτείνοντας η μείωση ωραρίου να «ισχύσει μόνο για τα ΜΜΕ» και σε δημόσιους φορείς και πότε, προκλητικά δηλώνοντας όπως επισήμανε η Ντίαθ, «πως θα κάνουν προτάσεις όταν πέσει η κυβέρνηση». Με αυτόν τον τρόπο κινδυνεύει να τελειώσει πριν καν αρχίσει η τελευταία εντυπωσιακή μεταρρύθμιση στον εργασιακό κλάδο στην Ισπανία που χρονολογείται από το 1983, την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Φελίπε Γκονθάλεθ. Πριν 42 χρόνια η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση στη μετά Φράνκο εποχή είχε μειώσει το εβδομαδιαίο ωράριο από 48 σε 40 ώρες. Και τότε, όπως και σήμερα, η εργοδοσία είχε, στυλώσει τα πόδια, όμως η κοινωνική πίεση ήταν τέτοια που την είχε αναγκάσει να αποδεχθεί τα νέα δεδομένα.
Σήμερα, η ισπανική οικονομία είναι από τις μόνες ανθεκτικές κι εύρωστες στην Ε.Ε. και με τάση μάλιστα περαιτέρω ανάπτυξης, όμως η διαπραγμάτευση είναι ιδιαίτερα ακανθώδης, έως και πολεμική. Τι και αν η Ντίαθ υπενθυμίζει πως οι μεγάλες επιχειρήσεις ήσαν οι κυριότερα ωφελημένοι από τα πακέτα ενίσχυσης (πάνω από 40 δισεκ. ευρώ) για την πανδημία και τη μοιρασιά των πόρων για το εθνικό σχέδιο του ευρωπαϊκού ταμείου Next Generation. Κι ας παροτρύνει την εργοδοσία να μην κάνει πολιτική, αλλά να σχεδιάζει την ανάπτυξη της χώρας, που περνάει και μέσα από τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Υπονοώντας και σωστά πως η ικανοποίηση των μισθολογικών και εργασιακών συνθηκών των εργαζομένων, σε μία όλο και πιο κοινωνικοποιημένη μορφή της εργασίας όπως αυτή μορφοποιείται στις μέρες μας, είναι ο πιο ασφαλής δρόμος για την ανάπτυξη της παραγωγής και την κερδοφορία, που τόσο πολύ προτάσσουν ως μάντρα οι νεοφιλελεύθεροι κύκλοι.
Κι αυτό γιατί η παραγωγή δεν μπορεί να είναι, όπως ένας από τους προπάτορες του φιλελευθερισμού ο Τζον Στιούαρτ-Μιλ υποστήριζε διαχωρισμένη από την κατανομή των αγαθών και να διέπεται μόνον από τους πολυθρύλητους φυσικούς της νόμους. Η εμπειρία έχει καταδείξει πόσο εξαρτάται η ουσιαστική ανάπτυξη από την ποιότητα των συνθηκών στην εργασία και την καθημερινή ζωή των εργαζομένων, που συμβάλλουν αμέριστα στη βελτίωση της παραγωγής και των μέσων που διευκολύνουν το έργο τους. Άλλωστε κι ο Μαρξ στη Grundrisse υπογράμμιζε πως δεν είναι δυνατή η παραγωγή χωρίς παραγωγικό μέσο και δίχως προηγούμενη συσσωρευμένη εργασία -ακόμη και στα πιο πρωτόγονα επαγγέλματα.
Η άνοδος της Δεξιάς
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο για τον Σάντσεθ, καθώς τα δημοσκοπικά δεδομένα, που δείχνουν ότι ΡΡ και Vox φλερτάρουν με την αυτοδυναμία. Κυρίως γιατί η ακροδεξιά ενισχύεται δημοσκοπικά με ραγδαίο τρόπο μετά την επικράτηση του Τραμπ στις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση δεν είναι βέβαιο ούτε ότι μπορεί να βασισθεί στη στήριξη των συνδικάτων. Ακόμη και μετά τη διάλυση του πρόσκαιρου ειδυλλίου τους με το ΡΡ -μετά την αρνητική στάση του απέναντι στην αύξηση των συντάξεων- τα συνδικάτα πιέζουν την κυβέρνηση για αυξήσεις στο Δημόσιο. Δεδομένου ότι το Vox, απαιτεί ακόμη περισσότερες αυξήσεις στους μισθούς και την προϊστορία της προσέγγισης με το ΡΡ, με τον Αλβέρτο Νούνιεθ Φειχόο, να γίνεται ο πρώτος δεξιός ηγέτης που παρακολούθησε συνέδριο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CGT) τα συνδικάτα μπορεί κάλλιστα να γυρίσουν σελίδα. Παρακάμπτοντας τα σαρκαστικά βέλη του Φεϊχόο εναντίον τους στη μεγάλη διαδήλωσή τους ενάντια στην απόφαση του ΡΡ να ψηφίσει κατά της αύξησης των συντάξεων, βλέπουν σε αυτόν έναν πολιτικό καιροσκόπο, που τα χρησιμοποιεί μόνον για τους μικροκομματικους του υπολογισμούς.

Τα πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας
Σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει για την κυβέρνηση Σάντσεθ και η κοινωνική πίεση στην προσπάθεια του Σάντσεθ να περάσει τα μέτρα (εργασιακό, αύξηση κατώτατου μισθού, συντάξεις), που κωλυσιεργούν στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες τα κόμματα της δεξιάς (ΡΡ και ακροδεξιό Vox), κυνικά εφαρμόζοντας τη μικροπολιτική τους ατζέντα με στόχο να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Αντίθετα, η κοινωνία αντιδρά. Μεγάλες διαδηλώσεις, όπως οι 150.000 που πλημμύρισαν το κέντρο της Μαδρίτης, συνεχίζουν να συνταράσσουν την Ισπανία για το στεγαστικό πρόβλημα. Ένα ζήτημα που έχει μετατραπεί στον κατεξοχήν δείκτη της κοινωνικής και ταξικής διαίρεσης στη χώρα. Με τα ενοίκια, μόνο μέσα στον Ιανουάριο, να έχουν αυξηθεί ακόμη 2% και τις εξώσεις να γίνονται καθημερινότητα (μόνο στη Μαδρίτη έξι οικογένειες χάνουν τα σπίτια τους καθημερινά), η βελτίωση των βιοτικών συνθηκών αποτελεί πλέον αίτημα για όλο και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα–όχι μόνον για τις ευάλωτες ομάδες.

Ο κόσμος της εργασίας κι ιδίως οι κακοπληρωμένοι νέοι στην Ισπανία βλέπει το χάσμα που τη χωρίζει από τα πλουσιότερα στρώματα να διευρύνεται σε όλες τις βαθμίδες της καθημερινότητας. Ακόμη και στην αντιμετώπισή τους από το κράτους, οι πλούσιοι, καίτοι ευνοημένα, να επιμένουν να αρνούνται να δεχθούν να συμβάλουν στη στήριξη του κοινωνικού συνόλου. Ιδίως όταν ακόμη και στο θέμα της φορολογίας βγαίνουν εξίσου ευνοημένοι. Και τούτο γιατί, ενώ θεωρητικά και στο ισπανικό φορολογικό σύστημα η συνεισφορά των κοινωνικών τάξεων θα έπρεπε να είναι κλιμακωτή -όσο περισσότερα εισοδήματα έχεις, τόσο πληρώνεις υψηλότερους φόρους -όσο πλησιάζουμε προς το «ταβάνι» η κατάσταση αλλάζει τελείως. Και ξαφνικα το 1%, το πλουσιότερο κομμάτι, εμφανίζεται να πληρώνει λιγότερους φόρους από εκείνους που βρίσκονται στο κατώτερο άκρο της φορολογικής κλίμακας!
Αποτέλεσμα: Το 2022 η πλουσιότερη φέτα του πληθυσμού κατέβαλε κατά μέσο όρο φόρους στο 24,1% του εισοδήματος, πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο του 35,1% και επίσης ακόμη χαμηλότερο από 27,5% που κατέβαλε το 20% των φτωχότερων φορολογουμένων στη χώρα.
Η κοινωνική πίεση στην Ισπανία ήδη έχει ξεκινήσει να εκφράζεται σε όλους τους τομείς. Και η εργασιακή μεταρρύθμιση εμφανώς λάβει ταξικό χαρακτήρα και μπορεί να αποδειχθεί η Λυδία Λίθος, όχι μόνον για τις πολιτικο-οικονομικες εξελίξεις στη χώρα, αλλά κυρίως να αποτελέσουν πρόπλασμα για νέα δεδομένα στο εσωτερικό της Ε.Ε.. Ιδίως όταν, με πρόφαση την προστατευτική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και την αφήγηση της αμυντικής αυτονομίας της Ένωσης, μεθοδεύεται απ’ άκρου εις άκρον στην ήπειρο ακόμη μια εργασιακή και κοινωνική απορρύθμιση.
Πηγή: kosmodromio.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή