Σήμερα: 04/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

tarpagkos.jpg

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

«Η ελληνική κυβέρνηση είναι έτοιμη να παγώσει ή να καθυστερήσει υποσχέσεις που έγιναν προεκλογικά, ώστε να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στους εταίρους μας … Δεν υποσχεθήκαμε ούτε ένα ευρώ σε όποιον κερδίζει πάνω από 700 ευρώ. Υπάρχουν μόνο μικρές αυξήσεις για τις χαμηλές συντάξεις και πληρωμές για ανθρώπους που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας» [Δηλώσεις Γ. Βαρουφάκη στο Κόμο της Ιταλίας με αφορμή το συνέδριο του Ιδρύματος Ambrosetti].  

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΞΙΚΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ

Σ’ όλες τις αντιπαραθέσεις που διατρέχουν την σημερινή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, παρατηρεί κανείς ότι η αστική τάξη της χώρας διατηρείται στο απυρόβλητο της ριζοσπαστικής κριτικής και των οικονομικών και κοινωνικών μέτρων της κυβέρνησης κοινωνικής και εθνικής σωτηρίας με κύριο κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Και προφανώς το αντίστοιχο συμβαίνει με τον ιστορικό συνασπισμό των αστικών τάξεων στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης, που επικαθορίζουν σημαντικά τις εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μέσα από τον μηχανισμό εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και την επιβολή του μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης που βασίζεται πολύμορφα πλέον στην εκτεταμένη κυριαρχία μορφών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας (πλήρης υποβάθμιση των μισθών, αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, αποδόμηση του ασφαλιστικού συστήματος κ.ά.). Στο εσωτερικό μέτωπο κυριαρχεί η λογική του «κοινωνικού εταιρικού συμβολαίου» ανάμεσα στην αστική τάξη, την μισθωτή εργασία και τα μικροαστικά στρώματα, ενώ στο πεδίο των σχέσεων με τα κέντρα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού των ευρωπαϊκών θεσμών διακηρύσσεται η νομιμοφροσύνη, η τήρηση των δεσμεύσεων, η αποχή από την κατάργηση των εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, η πρόταξη της πληρωμής των τόκων και χρεολυσίων έναντι της ικανοποίησης των εκρηκτικών λαϊκών αναγκών.

Στην όλη εξέλιξη της τελευταίας εξαετίας (2008 – 14) ο κυρίαρχος παράγοντας που έχει προκαλέσει την οικονομική καταστροφή και τον κοινωνικό όλεθρο στη χώρα δεν ήταν προφανώς οι ασκούμενες πολιτικές των αστικών κομμάτων που «απέτυχαν», αλλά απεναντίας η κρίση του συστήματος αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτή ήταν που από τη μια πλευρά προκάλεσε και διεύρυνε το δημόσιο χρέος της ελληνικής οικονομίας (χαμηλή φορολόγηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και των ανώτερων μικροαστικών τάξεων, επιδοτήσεις και απαλλαγές του επιχειρηματικού κεφαλαίου), και από την άλλη πλευρά υπαγόρευσε την επιβολή του μοντέλου του καπιταλισμού της εξαγωγής της απόλυτης υπεραξίας με όλες τις επιζήμιες λαϊκές επιπτώσεις. Έτσι οι πολιτικές εφαρμογής των μνημονίων όχι μόνον δεν «απέτυχαν», αλλά απεναντίας στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία γιατί πέτυχαν τους στόχους τους : Να καταστήσουν την εργατική δύναμη «φθηνή, ευέλικτη και πειθήνια» και έτσι να τονώσουν την αναιμική κερδοφορία του κεφαλαίου μέσα στην κρίση. Μ’ αυτή την έννοια οι όροι της ταξικής κυριαρχίας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αποτελούν μια ενιαία διαδικασία, στην οποία είναι πλήρως ενσωματωμένες οι επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης : Οι πολύχρονες μνημονιακές υπαγορεύσεις αποτέλεσαν τον «κοινό τόπο» επιβολής των ταξικών συμφερόντων της ελληνικής και των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων.  

ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Απέναντι σ’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη επέλαση του συστήματος της αστικής ταξικής κυριαρχίας σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο αναπτύχθηκε το αντιμνημονιακό λαϊκό και εργατικό κίνημα, το οποίο αδυνατώντας να προκαλέσει την ανάσχεση αυτής της επίθεσης, επένδυσε τελικά πολιτικά στην Ριζοσπαστική Αριστερά που την ανέδειξε κατ’ αρχήν στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (Ιούνιος 2012). Η συνέχιση παρ’ όλα αυτά της ίδιας άτεγκτης μνημονιακής πολιτικής από την κυβερνητική σύμπραξη ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, επιτείνοντας την απονομιμοποίηση του αστικού πολιτικού προσωπικού εξ αιτίας των νέων αντιδραστικών μεταλλάξεων (με εμβληματική την περίπτωση του ΕΝΦΙΑ), οδήγησε στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ (Ιανουάριος 2015). Κυρίαρχη κατεύθυνση αυτής της λαϊκής εντολής στάθηκε ο τερματισμός του κοινωνικού κατήφορου και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο η ακύρωση ολόκληρου του πλέγματος των μνημονιακών ρυθμίσεων, πράγμα που υπαγόρευε έναν σκληρό ταξικό επαναπροσδιορισμό έναντι των αστικών τάξεων της χώρας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ (οι συνεδριακές και της Θεσσαλονίκης) δεν απέπνεαν βέβαια έναν επαναστατικό αντικαπιταλισμό, ούτε όμως τοποθετούνταν στο πεδίο της ενσωμάτωσης στην αστική κατάσταση πραγμάτων. Περισσότερο προσέγγιζαν έναν προσανατολισμό λαϊκού και μικροαστικού ριζοσπαστισμού, που επέμενε να διατηρεί ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με την σοσιαλιστική στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι όλα αυτά συμπυκνώθηκαν σε ένα σύνολο άμεσων στόχων κυβερνητικής πολιτικής που έθετε σε έμπρακτη αμφισβήτηση το νέο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης της εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας καθώς και την «παγίδα» του δημόσιου χρέους που με περισσή οικονομική τέχνη είχε στηθεί στην ελληνική οικονομία.

Εντούτοις, διατρέχοντας τον δεύτερο αυτό μήνα της διακυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕ.ΕΛΛ., διαπιστώνει κανείς ότι από τη μια πλευρά συνεχίζεται η φρενήρης κούρσα για την πληρωμή των τόκων και χρεολυσίων του ελληνικού χρέους, πράγμα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο «ανάσας» στην ελληνική παραγωγή με την επιβολή συνέχισης της λιτότητας, στη διακηρυγμένη λογική της «εις το ακέραιον» εκπλήρωσης των δανειακών υποχρεώσεων προς το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κατεστημένο. Από την άλλη πλευρά καταγράφεται ένας «άτακτος» υποχωρητισμός σε σχέση με τις δεσμεύσεις για την υλοποίηση των στοιχειωδών λαϊκών ριζοσπαστικών στόχων, με το κλασικό πλέον επιχείρημα : Τι να κάνουμε αφού ο βρόγχος του χρέους σφίγγει στο λαιμό της ελληνικής οικονομίας και απειλεί να προκαλέσει ασφυξία, πώς να αντιδράσουμε εφόσον η κυρίαρχη αστική τάξη παραμένει οχυρωμένη σε μια ανυποχώρητη ταξική θέση, η οποία μάλιστα όλο και περισσότερο αποθρασύνεται.  

ΕΝΑΣ ΥΠΟΧΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΑΚΥΡΩΤΙΚΑ

α) Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 750 ευρώ, μέτρο που αφορά τις σχέσεις εργατικής τάξης – επιχειρηματικού κεφαλαίου, μετατίθεται για το 2016 και το 2017 (δηλαδή στις ελληνικές καλένδες) εξ αιτίας των αντιδράσεων των «κοινωνικών εταίρων (καπιταλιστικής εργοδοσίας), με αποτέλεσμα το συνολικό φάσμα των μισθών των εργαζομένων να παραμένει σε καθηλωμένα επίπεδα. Μ’ αυτά τα δεδομένα και την συνέχιση του κατώτατου μισθού να βρίσκεται στο επίπεδο των 580 ευρώ, δυσχεραίνεται αν δεν αποκλείεται η δυνατότητα λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες πάντοτε ξεκινούν από το επίπεδο του κατώτατου μισθού. Άλλωστε ένα τέτοιο μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης δεν παρουσιάζει καμία δημοσιονομική επιβάρυνση εφόσον αφορά στην λειτουργία του καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση δεν πρόκειται για ένα μείζον διεθνοπολιτικό ζήτημα που χρήζει «οδικού χάρτη» όπως το παλαιστινιακό, αλλά για απλή και κατεπείγουσα αποκατάσταση μιας αντισυνταγματικής παρανομίας της μνημονιακής συγκυβέρνησης, που δεν μπορεί να χάνεται στο βάθος του ιστορικού ορίζοντα, όταν μάλιστα σήμερα το επίσημα καταγραμμένο όριο της φτώχειας ξεπερνάει τα 900 ευρώ, κατά πολύ πάνω από τον κατώτατο μισθό, που θα έπρεπε τουλάχιστον να αγγίζει αυτό το όριο της φτώχειας για πλήρως απασχολούμενο μισθωτό εργάτη ή υπάλληλο.

β) Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων κοινωφελών επιχειρήσεων βρίσκεται ουσιαστικά στο δρόμο της ολοκλήρωσης υλοποίησής της, εφόσον οι συμφωνίες αποκρατικοποιήσεων δεν θίγονται κατά κανέναν τρόπο (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, Αγροτική Τράπεζα κλπ.), αυτές όπου έχουν προκηρυχθεί διαγωνισμοί συνεχίζονται (περιφερειακά αεροδρόμια, ΟΛΠ και ΟΛΘ, Ελληνικό κ.ά.), ενώ τίθενται για επανεξέταση οι περιπτώσεις που έχουν παγώσει (ΕΛΤΑ, Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, περιφερειακοί λιμένες κλπ.). Κατ’ αυτό τον τρόπο τείνει να απωλεσθεί ολοσχερώς ο δημόσιος τομέας της ελληνικής οικονομίας που αποτελεί, για κάθε εκδοχή της αριστερής πολιτικής, ατμομηχανή της ανάκαμψης, πλαίσιο ανάδειξης του εργατικού ελέγχου, τομέα παροχής αγαθών και προσφοράς υπηρεσιών δημόσιου κοινωνικού χαρακτήρα.

γ) Η δημιουργία 300 χιλιάδων θέσεων εργασίας, προφανώς προσωρινής απασχόλησης και μέγιστης διετούς διάρκειας, με την χρησιμοποίηση ενός σημαντικού μέρους (περί τα 5 δισεκατ. ευρώ) του τρέχοντος ΕΣΠΑ, που θα τροφοδοτούσε ορισμένες τάσεις οικονομικής ανάκαμψης φαίνεται ότι απομακρύνεται από το προσκήνιο. Εκείνο μάλιστα που εμφανίζεται στο προσκήνιο είναι η προκήρυξη πρόσληψης περί των 32 χιλιάδων ανέργων στα προγράμματα απασχόλησης των ΟΤΑ, με πεντάμηνες συμβάσεις εργασίας, σε θέσεις όπου η επαναπρόσληψη απαιτεί την ενδιάμεση παρέλευση ενός δεκαοκτάμηνου διαστήματος εκ νέου ανεργίας, και μάλιστα με αποδοχές στο επίπεδο των 490 ευρώ μικτά, κατά πολύ κατώτερες του βασικού μισθού ανειδίκευτου εργάτη, και στο μισό του επίσημα αναγνωρισμένου ορίου της φτώχειας. Μ’ αυτή την έννοια αναπαράγεται στο επίπεδο της αντιμετώπισης της υπερμεγέθους ανεργίας η μεθοδολογία των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, χωρίς καμία ριζοσπαστικοποίηση.

δ) Ενώ ιστορικά το αριστερό ριζοσπαστικό σύνθημα ήταν κεντρικά «να πληρώσουν οι πλούσιοι», πράγμα που σημαίνει ότι απαιτούνταν μια ισχυρή αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων, στο μέτρο που το επιχειρηματικό κεφάλαιο πραγματοποίησε μια σημαντική πρόσθετη κερδοφορία στην πενταετία της μνημονιακής πολιτικής, ο στόχος αυτός περιέρχεται σε αδρανοποίηση. Μάλιστα, ενώ ο συντελεστής φορολόγησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας έχει ταπεινωθεί στο 25% (από το 45% που ήταν παλιότερα), δεν προβλέπεται η έκτακτη τουλάχιστον άνοδός του στο 60% ή 70%, με αποτέλεσμα η είσπραξη φορολογικών εσόδων από την καπιταλιστική εργοδοσία να διατηρείται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Άλλωστε αντί αυτής της καθαρής και δίκαιης φορολόγησης των προ φόρων ή των λειτουργικών κερδών του εταιρικού τομέα της οικονομίας, ανασύρεται η λογική της αντιμετώπισης των «κλεπτοκρατών», της σύλληψης της «φοροκλοπής – φοροδιαφυγής» κλπ., που και αν ακόμη δραστικά προαχθεί δεν μπορεί παρά να έχει πενιχρά αποτελέσματα, σε σχέση με την αναγκαία υψηλή φορολόγηση της επίσημης καπιταλιστικής κερδοφορίας, όπως αυτή καταγράφεται στους ισολογισμούς των μεγάλων επιχειρήσεων (μόνον οι 500 μεγαλύτερες είχαν καθαρά προ φόρων κέρδη για το 2013 της τάξης των 7,5 δισεκατ. ευρώ), κατά τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο.

ε) Η ίδια η αποκατάσταση της λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της διαιτησίας και της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων, τίθεται σε συνάρτηση με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και κλάδων της οικονομίας, παράμετρος που είναι ανεξάρτητη από την απασχόληση των εργαζομένων και εξαρτάται ολοσχερώς από την επιχειρηματική πρακτική της εργοδοσίας, όπως η εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία ή οι όροι ανταγωνισμού στην ελληνική και τις ευρωπαϊκές αγορές. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι κατ’ αυτό τον τρόπο, στο μέτρο που δεν επιτυγχάνεται οποιαδήποτε αύξηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις (που ούτως ή άλλως τελούν υπό την δαμόκλειο σπάθη των απολύσεων και της μαζικής ανεργίας) δεν θα μπορούν να θίξουν ζητήματα αύξησης των μισθών της εργατικής τάξης στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.  

ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ

Πρόκειται για ορισμένα μόνον, μεταξύ πολλών άλλων, παραδείγματα που αναδεικνύονται στην σημερινή συγκυρία, όπου οι προγραμματικές θέσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν περισσότερο από σαφείς, και που περιέρχονται σε κατάσταση αναβολής, παγώματος, είτε μακροχρόνιας κλιμάκωσής τους. Αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα δεν μπορούν να απωθούνται στο περιθώριο και την θέση τους να καταλαμβάνουν «μεταρρυθμίσεις» με σαφές αστικό εκσυγχρονιστικό πρόσημο, όπως η «μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων», η «ενστάλαξη κουλτούρας διαφάνειας και ακεραιότητας», η «ενίσχυση του φορολογικού συστήματος», τα «νέα διαδικτυακά συστήματα» ή τα «επιχειρηματικά οικοσυστήματα», όπως αυτά εκτέθηκαν στην γενική συνέλευση του ΟΟΣΑ και προβλήθηκαν ως απαύγασμα της «κοινωνικής προοδευτικότητας». Όλα αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα δεν έχουν άλλωστε κανένα απολύτως δημοσιονομικό κόστος, μάλιστα οδηγούν στην αύξηση των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών στον κρατικό προϋπολογισμό. Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού των 750 ευρώ (τη στιγμή μάλιστα που πρέπει να γίνεται πλέον λόγος για κατώτατο μισθό τουλάχιστον στο «όριο της φτώχειας», δηλαδή άνω των 900 ευρώ), η οικονομική ανάπτυξη των κοινωφελών επιχειρήσεων με δημόσια ιδιοκτησία και εργατικό έλεγχο, η ισχυρή φορολόγηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η λειτουργία των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων κλπ. δεν επιφέρουν καμία επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού και μάλιστα αυξάνουν τα φορολογικά του έσοδα. Αλλά και οι πόροι που προβλέπονταν για την αντιμετώπιση της ανεργίας προέρχονται από κονδύλια του ΕΣΠΑ που νομίμως δικαιούται η χώρα, και δεν έχουν ως αφετηρία τους την αύξηση των δημόσιων δαπανών.

Κατά συνέπεια ο λόγος που δεν έχουν προωθηθεί από τον πρώτο ήδη μήνα της διακυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας, έχει να κάνει με την αποδοχή των εξω-θεσμικών απαιτήσεων της ελληνικής αστικής τάξης, των υπαγορεύσεων του συνασπισμού των αστικών τάξεων σε ευρωπαϊκό οικονομικό και νομισματικό επίπεδο. Η θέση του επιχειρηματικού κεφαλαίου στο απυρόβλητο, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι περισσότερο από εμφανής, και δεν έχει να κάνει με τις «δανειακές υποχρεώσεις», εφόσον άλλωστε αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα λειτουργούν βελτιωτικά για τη δημοσιονομική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας. Σ’ αυτό το επίπεδο έτσι τοποθετείται η «αχίλλειος φτέρνα» της κυρίαρχης κυβερνητικής πολιτικής : Ότι δηλαδή εμφανίζεται απρόθυμη να επιφέρει ριζοσπαστικούς μετασχηματισμούς σε κεντρικούς τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που την φέρνουν αντιμέτωπη με την αστική ταξική κυριαρχία τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Δεν είναι άρα οι «ασφυκτικές πιέσεις», η «θηλιά στο λαιμό της χώρας», οι «εκβιασμοί» του ευρωπαϊκού κατεστημένου και μόνον που λειτουργούν αποτρεπτικά για την εφαρμογή αυτών των ριζοσπαστικών μέτρων, αλλά η αντίληψη ότι μπορεί «να γίνει ομελέτα χωρίς να σπάσουν αυγά». Ακόμη και αν αποκατασταθεί στο επόμενο διάστημα μια ορισμένη διευθέτηση και ισορροπία στις σχέσεις της χώρας με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τους «θεσμούς» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ), με τον οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των εκρηκτικών λαϊκών ζητημάτων εφόσον το επιχειρηματικό κεφάλαιο τίθεται στο απυρόβλητο της αριστερής κυβερνητικής πολιτικής. Κατά συνέπεια η υλοποίηση των ριζοσπαστικών προγραμματικών κατευθύνσεων (των άμεσων της Θεσσαλονίκης και των μεσοπρόθεσμων των συνεδριακών αποφάσεων) δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς την ανάπτυξη της αντιπαλότητας με τις οικονομικές δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας, της αστικής τάξης της χώρας και των αστικών τάξεων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.  

πηγη: iskra.gr

_ΑΛΜΠΑΝΗΣ.jpg

Toυ ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΜΠΑΝΗ*

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στο Eurogroup αποτέλεσε την καλύτερη δυνατή επιλογή (ή τουλάχιστον τη λιγότερο κακή) μεταξύ των πραγματικών εναλλακτικών που είχε μπροστά της εκείνη τη στιγμή η νέα ελληνική κυβέρνηση. Με τη συμφωνία η κυβέρνηση μπόρεσε να ξεφύγει από την «παγίδα θανάτου» (μέσω του στραγγαλισμού του τραπεζικού συστήματος) που της είχαν στήσει οι διεθνείς κι εγχώριοι σκληροπυρηνικοί της λιτότητας. Επιπλέον, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης, σε ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο καταγράφηκαν στοιχεία μιας εναλλακτικής λογικής για την αντιμετώπιση της κρίσης, στον αντίποδα των αντιλήψεων με βάση τις οποίες διαμορφώθηκαν τα μνημόνια. Από την άλλη, μιας και δεν πρέπει να ωραιοποιούμε την κατάσταση, η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη εμπεριείχε και σημαντικές παραχωρήσεις από την ελληνική πλευρά, τουλάχιστον συγκριτικά με το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ –οι ΑΝΕΛ δεν έχουν ζήτημα με τις ιδιωτικοποιήσεις...  

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ  

Σχεδόν ένα μήνα μετά τη συμφωνία Ελλάδας-Eurogroup, η κατάσταση έχει διαμορφωθεί ως εξής. Η κυβέρνηση αρχίζει να εφαρμόζει το πρόγραμμά της (Μέτρα Αντιμετώπισης Ανθρωπιστικής Κρίσης, Ανασύσταση ΕΡΤ, Ρύθμιση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών στο Δημόσιο-100 δόσεις), ενώ τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών είναι στην Αθήνα για να αντλήσουν στοιχεία σχετικά με την πραγματική κατάσταση της οικονομίας. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει παραβιάσει σε κανένα σημείο τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη. Αντιθέτως, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή το Εurogroup, δεν την εφαρμόζει. Για την ακρίβεια, διάφοροι κύκλοι του έχουν προβεί σε σειρά πράξεων και παραλείψεων που οδηγούν στην πλήρη υπονόμευσή της.  

Η υπονόμευση της συμφωνίας από τους ακραία συντηρητικούς ευρωπαϊκούς κύκλους έχει δύο εκφάνσεις. Η πρώτη είναι η διαρκής προσπάθεια να διολισθήσουμε από το περιεχόμενο της συμφωνίας σε αυτό του Μνημονίου και της 5ης αξιολόγησης. Δεν είναι μόνο οι συνεχείς αναφορές διαφόρων ιθυνόντων (με προεξάρχοντα τον Σόιμπλε) σε «μνημόνιο» και «τρόικα». Πιο σημαντική είναι η προσπάθεια επαναφοράς στο τραπέζι πολιτικών που κινούνται έξω από το συμφωνημένο πλαίσιο και συνιστούν μέρος όσων είχε αποδεχτεί η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.  

Αλλά η βασική έκφανση της υπονόμευσης της συμφωνίας αποτελεί το μπλοκάρισμα της χρηματοδότης του ελληνικού Δημοσίου. Σχεδόν ένα μήνα μετά τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, όχι μόνο δεν έχει ανοίξει η στρόφιγγα της δανειακής χρηματοδότησης, αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν επιτρέπει καν μια μικρή αύξηση του επιτρεπόμενου ορίου για την έκδοση έντοκων γραμματίων ώστε να καλυφθούν όπως-όπως οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου. Με πιο απλά λόγια, αν τον Φλεβάρη ήταν το τραπεζικό σύστημα που απειλούταν με ασφυξία, τώρα είναι η σειρά του Δημοσίου.  

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΑΔΥΣΩΠΗΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ;  

Χωρίς να έχουμε την παραμικρή ροπή στις θεωρίες συνωμοσίας, και διατηρώντας πάντα την αυτοσυγκράτηση που είναι αναγκαία όταν πρόκειται κανείς να προβεί σε πολιτικές εικασίες, η μέχρι τώρα συμπεριφορά των ακραία συντηρητικών ευρωπαϊκών κύκλων μπορεί να οδηγήσει στο εξής συμπέρασμα: Μέσω της χρηματοδοτικής ασφυξίας , επιχειρούν να θέσουν την ελληνική κυβέρνηση προ του αδυσώπητου διλήμματος «Τρίτο μνημόνιο ή Grexit». Θέλουν δηλαδή να φέρουν τα πράγματα σε εκείνο το οριακό σημείο που η κυβέρνηση θα πρέπει να υποταχτεί και να προδώσει τη λαϊκή εντολή προκειμένου να καλύψει τις στοιχειώδεις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου και να παραμείνει στην ευρωζώνη.  

Η συμπεριφορά τους δεν υπαγορεύεται βέβαια από τη όποια οικονομική λογική. Τα χρήματα που έχει ανάγκη η Ελλάδα (λίγα δισεκατομμύρια) είναι σταγόνα στον ωκεανό της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ο δε ελληνικός προϋπολογισμός έχει σταθερά πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ η νέα κυβέρνηση διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά με χρηστό τρόπο.  

Το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό. Οι κυρίαρχες δυνάμεις της ευρωπαϊκής συντήρησης θέλουν να συντρίψουν πολιτικά τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ για να δολοφονήσουν εν τη γενέσει του ένα εναλλακτικό πολιτικό παράδειγμα με πανευρωπαϊκή ακτινοβολία. Χτυπάνε τον ΣΥΡΙΖΑ για να τελειώσουν με το Podemos και το Sinn Fein.  

Επιπλέον, η ραγδαία άνοδος του δεξιού λαϊκισμού στη Γερμανία ωθεί τον συνασπισμό εξουσίας υπό την Μέρκελ στη συντηρητικοποίηση και, κυρίως, την εθνική περιχαράκωση. Το δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε λειτουργεί πολύ περισσότερο σαν μια γερμανική ηγεσία, παρά σαν μια ευρωπαϊκή ηγεμονική δύναμη.  

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ  

Η κυβέρνηση μέχρι τώρα έχει αποδείξει ότι έχει σαν θεμελιώδη αρχή το σεβασμό στη λαϊκή εντολή. Για πρώτη φορά έχουμε μια κυβέρνηση που βασική έγνοια της είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των πολλών και όχι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των λίγων. Επίσης, η κυβέρνηση, σε αυτές τις πρώτες εβδομάδες, έδειξε ότι εκτός από εντιμότητα, διαθέτει και πολιτικό κριτήριο, αφού και ελιγμούς έκανε και συμμαχίες οικοδόμησε. Αυτό που λογικά πράττει τώρα η κυβέρνηση είναι η συνέχιση της οικοδόμησης συμμαχιών με στόχο να αρθεί το αδιέξοδο και να μην ευοδωθούν τα σχέδια των σκληροπυρηνικών της λιτότητας. Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να τα καταφέρει.  

Ωστόσο, αν τα πράγματα φτάσουν στο έσχατο σημείο, και το δίλημμα είναι «Τρίτο Μνημόνιο ή Grexit», η απάντηση μια κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας επουδενί μπορεί να είναι «Τρίτο Μνημόνιο». Και αυτό όχι γιατί ο Grexit είναι η βασιλική οδός προς την ανάπτυξη, όπως αφελώς ορισμένο διατείνονται –κάθε άλλο: το Grexit θα σημάνει πτώση του ΑΕΠ και θα υπαγορεύσει περιοριστικές πολιτικές. Ούτε μόνο γιατί πολιτικά αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να «σηκώσει» μνημονιακές πολιτικές –το διακύβευμα αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο σημαντικό από το όποιο (καλώς εννοούμενο) κομματικό συμφέρον.  

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι που πρέπει να οδηγήσουν στην (πραγματικά επώδυνη) επιλογή του Grexit αν τα πράγματα εντέλει φτάσουν στο όριο. Ο πρώτος είναι ότι τα όποια μνημονιακά υφεσιακά μέτρα αναγκαστεί να πάρει η κυβέρνηση, δεν θα είναι ούτε τα τελευταία ούτε θα ανοίξουν το δρόμο στην ανάκαμψη για τους πολλούς. Αντιθέτως, η διατήρηση του μνημονιακού πλαισίου εγγυάται, από τη μια μεριά, τη διαρκή λήψη νέων μέτρων όταν δεν πιάνονται οι (άπιαστοι) στόχοι του προγράμματος, και από την άλλη, παγιώνει την οικονομική στασιμότητα (με ύφεση ή πολύ μικρούς ρυθμούς ανάπτυξης), αφού δεν προβλέπει πολιτικές για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Το Grexit είναι πολύ επώδυνο (γι’ αυτό και ορθά δεν ήταν η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ), αλλά σε βάθος χρόνου μπορεί να ανοίξει προοπτικές που δεν υπάρχουν στο μνημονιακό πλαίσιο.  

Ο βασικός όμως λόγος που αν τα πράγματα (με ευθύνη των Ευρωπαίων) φτάσουν στο όριο, δεν μπορεί να αποτελέσει επιλογή το τρίτο Μνημόνιο, δεν είναι αυστηρά οικονομικός. Το τρίτο Μνημόνιο θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου ταπείνωση του λαού, ιδιαίτερα σε μια στιγμή που οι εκλογές έχουν φέρει έναν άνεμο ελπίδας και ανάτασης. Ένας λαός ταπεινωμένος όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί πολιτικά αξιοπρεπής μέσα στην Ευρώπη, αλλά ούτε και να φανεί δημιουργικός στο οικονομικό πεδίο –η ψυχολογία συνιστά βασική πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας. Ο ταπεινωμένος λαός θα βυθιστεί στον κυνισμό και την απάθεια, με κίνδυνο να στραφεί στις δυνάμεις του φασιστικού σκότους, Παράλληλα, η ταπείνωση του ελληνικού λαού θα ενταφιάσει την αριστερή ελπίδα σε όλη την Ευρώπη.  

Αν λοιπόν τα πράγματα φτάσουν στο όριο, κι έχουμε να διαλέξουμε αυστηρά μεταξύ πολύ επώδυνων επιλογών, πρέπει να προτιμήσουμε τη λιγότερό κακή, αυτήν δηλαδή που δεν αποκλείει και την παραμικρή ακτίνα φωτός.

*Πηγή: rednotebook.gr

chanis58.jpg

ΑΝΑΓΚΗ ΑΜΕΣΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΩΝ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ

Οι επικυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ συνεχίζουν ακάθεκτοι στην εφαρμογή του σχεδίου τους να επιβάλουν αδίστακτα οικονομική ασφυξία στη χώρα. Νέο επεισόδιο στο ξεδίπλωμα των εκβιαστικών σχεδιασμών τους αποτελεί η προκλητική και νεοαποκιακρατικού χαρακτήρα παρέμβαση της Κομισιόν την Τρίτη (17/3), η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και τις 100 δόσεις ως «μονομερείς ενέργειες», επιχειρώντας να μπλοκάρει τα σχετικά νομοσχέδια.

Απώτερος σκοπός της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας της γερμανοκρατούμενης ΕΕ είναι να υποχρεώσει την ελληνική κυβέρνηση σε άτακτη υποχώρηση και πλήρη αθέτηση του ριζοσπαστικού προγράμματός της, ώστε να συνεχίσει να εφαρμόζει τις μνημονιακές δεσμεύσεις  των απορρυθμίσεων, από το σημείο που τις άφησε η συγκυβέρνηση των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Ο ελληνικός λαός που δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί πολιτικές λιτότητας και εξαθλίωσης οι οποίες επιβάλλονται από τους «ευρωδικτάτορες»  και μετατρέπουν τη χώρα σε προτεκτοράτο, είναι αναγκαίο να αντιδράσει αγωνιστικάΝα βάλει τη σφραγίδα τους σε θετικές εξελίξεις και μαζί με την Αριστερά και τις συνεπείς πατριωτικές προοδευτικές δυνάμεις της χώρας, να χαράξουν μέχρι τέλους εναλλακτικούς προοδευτικούς δρόμους, που θα ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του ελληνικού λαού αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών λαών.

ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΑΝΑΣ

ΒΡΩΜΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΥΡΩΜΠΛΟΚΟ ΣΤΑ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ 100 ΔΟΣΕΙΣ

Με επιστολή του ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στους θεσμούς Ντέκλαν Κοστέλο θέτει βέτο στα νομοσχέδια για την ανθρωπιστική κρίση και τις 100 δόσεις, ισχυριζόμενος προκλητικά ότι πρόκειται για "μονομερείς κινήσεις" κατά παράβαση των αποφάσεων του Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου».

«Ουδέν σχόλιο» ανέφεραν κυβερνητικές πηγές.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Πολ Μέισον του Channel 4, η επιστολή του Ντ. Κοστέλο αναφέρει:

«Κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης μας χθες το βράδυ (Δευτ. 16/3), αναφέρατε το προγραμματισμένο να περάσει από το Κοινοβούλιο αύριο νομοσχέδιο για την "ανθρωπιστική κρίση". Καταλαβαίνουμε επίσης ότι άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των δόσεων, πρόκειται να πάνε στο Κοινοβούλιο σύντομα.

»Θέλουμε να παροτρύνουμε έντονα σε κατάλληλες διαβουλεύσεις πολιτικής πρώτα, συμπεριλαμβανομένης της συνοχής με τις προσπάθειες μεταρρυθμίσεων. Υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν και πρέπει να το κάνουμε ως ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο πακέτο.

»Διαφορετικά πράττοντας, συνιστά μονομερή και αποσπασματική κίνηση η οποία δεν συνάδει με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί, συμπεριλαμβανομένης εκείνων του Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου».

Όπως σημειώνει ο γνωστός δημοσιογράφος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε θεωρηθεί ως η πιο διαλλακτικός από τους φορείς που ήταν παλαιότερα γνωστοί ως «τρόικα»...

Η επιστολή του Ντ. Κοστέλο -προσθέτει- λέει ουσιαστικά ότι αν ο νόμος ψηφιστεί, θα πρόκειται για παραβίαση της συμβιβαστικής συμφωνίας που υπεγράφη από τον υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη στις 20 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες.

ΝΤΑΪΣΕΛΜΠΛΟΥΜ: Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΕΞΕΤΑΖΕΙ ΚΑΙ «ΣΕΝΑΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ» ΜΕ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ !!!

«Η Eυρωζώνη έχει εξετάσει όλες τις εναλλακτικές λύσεις, σε περίπτωση κατά την οποία η Ελλάδα δεν κατορθώσει να εκπληρώσει μέχρι τον Ιούλιο τους όρους που έχουν συμφωνηθεί, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μέτρων ανάλογων με αυτών που εφαρμόστηκαν στην Κύπρο», υποστήριξε την Τρίτη (17/3) ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντεϊσελμπλούμ.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ολλανδικό ραδιοφωνικό σταθμό BNR, ο Γ. Ντάισελμπλουμ είπε ότι το να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ και, γενικότερα, να μην υπάρξει καμία διάσπαση της ευρωζώνης, αποτελεί βασική του προτεραιότητα.

Ωστόσο, πρόσθεσε, η ευρωζώνη έχει φροντίσει να εξετάσει όλα τα σενάρια και κυρίως τις λύσεις που έχουν ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία.

«Σκεφτείτε τι έγινε στην Κύπρο. Οι τράπεζες εκεί έκλεισαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, οι εισροές και εκροές κεφαλαίων μέσα στη χώρα αλλά και έξω από αυτή τέθηκαν υπό διάφορους περιορισμούς. Επομένως, υπάρχουν διάφορα σενάρια, που μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε περίπτωση και εξετάζονται» τόνισε ο επικεφαλής του Eurogroup.

Παρ' όλα αυτά, τόνισε ότι «πρέπει να κρατήσουμε την Ελλάδα σε τροχιά. Η ανάκαμψη πήγε πολύ καλά, αλλά λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας θα υπάρξουν καθυστερήσεις. Η δέσμευσή μου είναι να κρατήσουμε ενωμένη την Ευρωζώνη», για να συνεχίσει: «Τα πιο δύσκολα για την ελληνική οικονομία πέρασαν. Υπάρχει πλεόνασμα για να πληρώνονται τα χρέη. Το σημαντικό είναι να διατηρηθεί η δημοσιονομική ισορροπία και να μην αφήσουμε την κατάσταση να επιδεινωθεί».

Παράλληλα, επανέλαβε ότι υπάρχει καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης, τονίζοντας ότι «μετά τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, πέρασαν δύο εβδομάδες χωρίς να έχει γίνει τίποτε. Τόνισα ότι έχουμε ένα Eurogroup τη Δευτέρα (σ.σ. 9 Μαρτίου) και πρέπει να είστε εκεί».

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΝΤΑΪΣΕΛΜΠΛΟΥΜ: Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΕΚΒΙΑΖΕΤΑΙ

Την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσαν οι δηλώσεις Ντάισελμπλουμ ακόμα και για «σενάριο Κύπρου» στην περίπτωση που η Ελλάδα δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εώς τον Ιούλιο.

Η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Γ.Σακελλαρίδη έχει ως εξής: «Θα ήταν χρήσιμο για όλους ο κ. Ντάισελμπλουμ να σεβαστεί τη θεσμική του θέση στην Ευρωζώνη. Δεν αντιλαμβανόμαστε εύκολα τους λόγους που τον ωθούν να κάνει δηλώσεις που δεν ταιριάζουν στο ρόλο που του έχει ανατεθεί. Όλα τα υπόλοιπα είναι σενάρια φαντασίας.

» Θεωρούμε περιττό να του υπενθυμίσουμε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν εκβιάζεται

πηγη: iskra.gr

antoniou-vaggelis.jpg

Tου ΒΑΓΓΕΛΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δυο εβδομάδες μόνο μετά τη σύγκληση της Κ.Ε. και δέκα ημέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασής της, ήταν αρκετές για να καταδείξουν ότι η σχετική συζήτηση που πυροδοτήθηκε και ο εσωκομματικός διάλογος που ακολούθησε ή/και συνεχίζει να διεξάγεται, με επίκεντρο την αξιολόγηση της συμφωνίας του eurogroup και τους επιθετικούς προσδιορισμούς που θα χαρακτηρίζουν τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε, έχει ήδη καταστεί ανεπίκαιρη. Αυτό που ήδη (θα οφείλαμε να) συζητούμε σήμερα είναι η άμεση απεμπλοκή μας από την «παγίδα θανάτου» (και τη συμφωνία που την εμπεδώνει).

Θα ήταν χρήσιμο, πάντως, να διαπιστώσουμε πως και στον παρόντα εσωκομματικό διάλογο δεν λείπουν, ορισμένες φορές, φόρμες και στερεότυπα άλλων περιόδων, όχι βεβαίως χρονικά μακρινών, που όμως φαντάζουν σαν να μην εδράζονται καθόλου στην παρούσα εξαιρετικά πιεστική και απαιτητική συγκυρία.  

Στην άκαιρη και περιττή αυτή τη στιγμή – ωστόσο όχι και τόσο άδικη - επισήμανση του τύπου «εμείς τα λέγαμε», αντιπαρατίθεται, συχνά μάλιστα χωρίς η προηγούμενη επισήμανση να εκφωνείται καν, γκάμα «επιχειρημάτων» και «απαντήσεων», που περιλαμβάνει από την προτροπή «να πάτε να κρατήσετε την ομπρέλα του Κουτσούμπα» μέχρι και την, ασφαλώς πιο εύηχη, παρατήρηση πως «δεν είναι δυνατόν με κάθε αφορμή να επαναφέρετε προς συζήτηση όλο το corpus των συνεδριακών αποφάσεων». Λες και αυτό με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι σήμερα είναι το πήδημα του ψύλλου και όχι διακύβευμα επιβίωσης ή λες και το corpus – που αν «ψαχτούμε» θα διαπιστώσουμε ότι «άλλοι» κι όχι «εμείς» το έχουν καταντήσει φάντασμα – του ιδρυτικού συνεδρίου μας είναι το «ευρώ και ξερό ψωμί».

Όσο για τον Κουτσούμπα, ας μην ανησυχούν οι σ., κρατάει γερά ο ίδιος την ομπρέλα, μην τυχόν και ξανοιχτούμε σε «περιπέτειες». Όπως σήμερα ξορκίζει το δημοψήφισμα, δηλώνοντας (δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή του η δήλωση υποδηλώνει μόνο τη συνήθη χαιρεκακία της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. απέναντι στη λαϊκή ετυμηγορία), ότι ο λαός ψήφισε ΟΚ στην ευρωζώνη, έτσι και προεκλογικά – και όχι μόνο μια φορά – δήλωνε σε συνεντεύξεις του (πρόχειρα αναφέρω μια στο «Βήμα», στις 11.1.15) ότι η έξοδος από το ευρώ είναι τυχοδιωκτισμός, … αν δεν προηγηθεί η δικτατορία του προλεταριάτου, συγνώμη, η «λαϊκή εξουσία με κατάργηση των μονοπωλίων…».

Οι παραπάνω διαπιστώσεις, ωστόσο, έχουν χρηστικότητα μόνο αν η συνειδητοποίηση της ανάγκης να ξεφύγουμε από τη μηχανιστική αναπαραγωγή άγονων αντιπαραθέσεων, μας οδηγήσει όλους μαζί βήματα μπροστά – για την ακρίβεια, όσους τουλάχιστον, τους συντριπτικά, φρονώ, περισσότερους, που δεν έχουν κάνει ήδη τις «μικροσκοπικές» επιλογές της απόλυτης προσαρμογής. Αν είμαστε, δηλαδή, επιτέλους έτοιμοι, «ως δρώντες και όχι ως θεατές», για μια προωθητική ανασύνθεση, που όφειλε να είχε γίνει χθες. Χωρίς πια υπαινιγμούς, γκρίζες ζώνες και απαγορευμένα ενδεχόμενα. Αρκεί να τεθεί σε όλη του την έκταση – και με όλη την ένταση που του πρέπει - το ερώτημα: «πώς θα βγούμε από τη θανάσιμη παγίδα».

Η απάντηση, χωρίς άλλη καθυστέρηση, χωρίς να πετάμε πια την μπάλα στην εξέδρα, επιβάλλει επανατοποθέτηση. Έντιμη, ειλικρινή, ανοιχτόκαρδη, με μια λέξη συντροφική. Η πρώτη πράξη της οφείλει να είναι η «επικαιροποίηση» μιας (ψιλοξεχασμένης) συνεδριακής απόφασης, στην οποία, ωστόσο, καθρεφτίζεται η μέγιστη δυνατή συλλογική, καθολική θα έλεγα, συνείδησή μας: «Αποτρέπουμε τη μετατροπή της χώρας μας σε αποικία χρέους. Επαναδιαπραγματευόμαστε τις δανειακές συμβάσεις και ακυρώνουμε τους επαχθείς όρους τους, θέτοντας ως πρώτο θέμα τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, πραγματοποιώντας λογιστικό έλεγχο. Όπως συμπυκνώνει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ», απόλυτη προτεραιότητα για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί η αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, όχι η υποταγή σε υποχρεώσεις που ανέλαβαν άλλοι, υποθηκεύοντας τη χώρα. Δεσμευόμαστε ότι θα αντιμετωπίσουμε τις ενδεχόμενες απειλές και τους εκβιασμούς των δανειστών με όλα τα δυνατά όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε με οποιαδήποτε εξέλιξη, βέβαιοι ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ελληνικός λαός θα μας στηρίξει».

Και η δεύτερη, η επείγουσα πλέον επεξεργασία, με την επιστράτευση όλων των δυνάμεων και των εφεδρειών του στελεχικού μας δυναμικού, σχεδίου, που θα περιλαμβάνει: την οργάνωση της αθέτησης πληρωμών, τη θωράκιση απέναντι στην τραπεζική αποσταθεροποίηση, μέτρα για τον έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων (και στην ΤτΕ), «μη συμβατικά» εργαλεία ρευστότητας, πίστωσης και συναλλαγών, ανάκτηση εργαλείων οικονομικής (και «νομισματικής») πολιτικής.

Σχέδιο που οφείλει να ενσωματώνει το ενδεχόμενο επιδίωξης «βελούδινου» διαζυγίου με «συναινετική» διαγραφή του χρέους, όπως κι εκείνο της αντιμετώπισης των ακραίων επιθετικών ενεργειών εκ μέρους των «δανειστών». Οι οικονομοτεχνικές, διπλωματικές και επικοινωνιακές παράμετροι του σχεδίου, κάθε άλλο παρά απλές ή ήσσονος σημασίας είναι, οφείλουν όμως να υποτάσσονται στην πολιτική του στόχευση, να απαντούν στην «κατάσταση πολιορκίας» στην οποία κυριολεκτικά βρισκόμαστε, να ενεργοποιούν τον λαϊκό παράγοντα, να κινητοποιούν την ευρωπαϊκή και διεθνή αλληλεγγύη.

Γιατί, όπως λέει κι ο σ. Λάσκος σε χθεσινό του άρθρο, με το όλο σημασία υστερόγραφο:   «Ας το συζητήσουμε ανοιχτά. Για να μην φτάσουμε να πούμε. Στ’ αστεία παίζαμε!».

πηγη: iskra.gr

Σελίδα 4370 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή