Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Πάμε κι όπου βγει», ξανά με μονή γραμμή και μεγάλους κινδύνους - 24ωρη απεργία στις 30 Μάη

Με ...μονή γραμμή για 130 χιλιόμετρα επανεκκίνησαν οι σιδηρόδρομοι λόγω έλλειψης προσωπικού, όπως καταγγέλλουν οι μηχανοδηγοί, με το σωματείο τους να αποφασίζει 24ωρη απεργία για την Τρίτη 30 Μάη, απαιτώντας ουσιαστικά μέτρα ασφαλούς λειτουργίας.
Πιο συγκεκριμένα, σήμερα έγινε γνωστό ότι τα τρένα στο δίκτυο του ΟΣΕ επανέρχονται στις υψηλές ταχύτητες, αλλά σε μια επανάληψη του «πάμε κι όπου βγει», που οδήγησε στην τραγωδία των Τεμπών, αφού θα χρησιμοποιείται μονή γραμμή στο τμήμα από Λάρισα μέχρι Πλατύ. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Σωματείου των μηχανοδηγών Κ. Γενιδούνια, η δικαιολογία ήταν ότι ο σταθμός του Λιτοχώρου δεν διαθέτει κλειδούχο. Μετά την κατακραυγή η κυβέρνηση επικαλέστηκε «βραχυκύκλωμα» που «αποκαταστάθηκε».
Είναι φανερό ότι οι σιδηρόδρομοι έχουν «επανεκκινήσει» ακριβώς όπως σταμάτησαν μετά το έγκλημα στα Τέμπη, αφού παραμένουν όλες οι αιτίες που οδήγησαν στο «ατύχημα» και τον χαμό δεκάδων ψυχών: Με υποστελέχωση, υποβαθμισμένες υποδομές, χωρίς ουσιαστικά μέτρα για ασφαλή μετακίνηση. Όλα εκείνα στα οποία έχει οδηγήσει η «απελευθέρωση» και η εμπορευματοποίηση των συγκοινωνιών και των μεταφορών.
Απαντώντας σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, το ΔΣ των μηχανοδηγών με έκτακτη συνεδρίαση αποφάσισε την 24ωρη απεργιακή κινητοποίηση στις 30/5, ενώ καταγγέλλουν το γεγονός ότι δέχονται οδηγίες για ταχύτητες των 140 χιλιομέτρων, σε περιοχές που δεν λειτουργούν τηλεδιοίκηση, φωτοσήματα κ.λπ
Πηγή: 902.gr
Ληστεία: 8,2 δισ. στους ολιγάρχες της ενέργειας σε 18 μήνες!

Ο ελληνικός λαός κατέβαλλε 8,2 δισ. ευρώ μέσα σε 18 μήνες στους ολιγάρχες της ενέργειας μέσα από τις κρατικές επιδοτήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 4% του ΑΕΠ!
“Η ελληνική χονδρεμπορική αγορά, εκεί όπου διαμορφώνεται δηλαδή το πραγματικό κόστος ρεύματος, είναι από τις ακριβότερες της Ευρώπης. Το επισήμανε και ο ΟΟΣΑ και μπορεί να το διαπιστώσει κανείς καθημερινά με μια ματιά στον ευρωπαϊκό χάρτη των χρηματιστηριακών τιμών ρεύματος.
1. Υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, πάνω από 40%. Ακόμη και το 2022, χρονιά που η τιμή του φυσικού αερίου εκτοξεύτηκε σε ασύλληπτα επίπεδα, ανατρέποντας τα θεμελιώδη της διεθνούς ενεργειακής αγοράς, το εισαγόμενο καύσιμο συμμετείχε στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής με ποσοστό 38%. Ετσι, σε αντίθεση με άλλες αγορές όπως η Γαλλία, όπου την οριακή τιμή του συστήματος μπορεί να ορίζουν για κάποιες ημέρες τα πυρηνικά, ή τη Γερμανία και τις χώρες της Β. Ευρώπης τα αιολικά, στην Ελλάδα την οριακή τιμή καθορίζει το ακριβό φυσικό αέριο. Η συμμετοχή του λιγνίτη είναι χαμηλή, ενώ οι ΑΠΕ μόνο για μερικές ώρες μπορούν να ορίσουν τιμή, λόγω της μεταβλητότητας της παραγωγής τους.
2. Οι περιορισμένες διασυνδέσεις με άλλες χώρες. Ετσι, δεν φτάνει στην εγχώρια αγορά η φθηνή κατά βάση ηλεκτρική ενέργεια της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.
3. Το ολιγοπώλιο στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Στην Αγορά της Επόμενης Ημέρας (πέραν των ΑΠΕ και των εισαγωγών) συμμετέχουν τέσσερις ιδιωτικές εταιρείες και η ΔΕΗ. Οι τέσσερις συν ένας παίκτης με τη ΔΕΗ καλούνται στη συνέχεια να κάνουν προσφορές στην αγορά εξισορρόπησης για να προσαρμόσουν την παραγωγή με το φορτίο σε πραγματικό χρόνο. Σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές αγορές (πλην Ιρλανδίας και Ελλάδας) το κόστος αυτών των αποκλίσεων επιβαρύνει τις εταιρείες-παραγωγούς. Στην Ελλάδα το «πέναλτι» αυτό περνάει μέσω του χονδρεμπορικού κόστους στον καταναλωτή. Η μέση τιμή εξισορρόπησης στην ελληνική αγορά το 2022 ήταν 12 ευρώ/μεγαβατώρα, όταν η αντίστοιχη τιμή στις άλλες ευρωπαϊκές αγορές είναι της τάξης των 2 ευρώ/μεγαβατώρα.
4. Οι απώλειες συστήματος, η μέση τιμή των οποίων το 2022 διαμορφώθηκε στα 7,8 ευρώ/μεγαβατώρα, αποτελούν ένα πρόσθετο κόστος για τη διαμόρφωση της τελικής χονδρεμπορικής τιμής ρεύματος.
5. Από τον περασμένο Νοέμβριο με νομοθετική ρύθμιση προστέθηκε ένα ακόμη κόστος, της τάξης των 10 ευρώ/μεγαβατώρα, που αντιστοιχεί στο τέλος που επιβλήθηκε στην παραγωγή από φυσικό αέριο.
Και κάπου εδώ κλείνει ο κύκλος των δομικών προβλημάτων της χονδρεμπορικής αγοράς, οι επιπτώσεις των οποίων κατά ένα μέρος βελτιώθηκαν με την εφαρμογή του μηχανισμού ανάκτησης υπερεσόδων, μέσω του οποίου το ΤΕΜ εισέπραξε 2,09 δισ. ευρώ το 2022 και η σκυτάλη περνάει στη λιανική. Με την περίπλοκη αγορά προμήθειας, στην οποία, ειδικά σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, απαιτούνται τεράστια κεφάλαια κίνησης καθημερινά για αγορές ενέργειας, έχουν εμπλακεί πέραν της ΔΕΗ 10 ακόμη εταιρείες. Ο εύκολος δρόμος επιβίωσης ήταν η μεταφορά του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές μέσω της περίφημης ρήτρας αναπροσαρμογής. Με αυτό τον τρόπο μετέτρεψαν μια δραστηριότητα που απαιτεί διαχείριση υψηλών διακυμάνσεων σε μηδενικού ρίσκου δραστηριότητα. Οι τιμές λιανικές εκτοξεύτηκαν στα ύψη, οι καταναλωτές για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2021 άρχισαν να αντιλαμβάνονται τι σημαίνει για την τσέπη τους η άγνωστη μέχρι τότε ρήτρα αναπροσαρμογής και η κυβέρνηση, πιεσμένη και από την αντιπολίτευση, έσπευσε να αντικαταστήσει τη ρήτρα με ένα νέο μοντέλο τιμολόγησης που βασίζεται στην πρόβλεψη για την τιμή του χονδρεμπορικού κόστους του επόμενου μήνα, δέκα ημέρες νωρίτερα.
Οι προμηθευτές, προκειμένου να αποφύγουν μεγάλες ζημίες από μια απρόβλεπτη υψηλή διακύμανση της χονδρεμπορική τιμής τον επόμενο μήνα, άρχισαν να περιλαμβάνουν και ένα αυξημένο περιθώριο ρίσκου στις τιμές που έδιναν. Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΡΑΕ, τον Αύγουστο, πρώτο μήνα εφαρμογής του νέου μοντέλου, η μέση τιμή των οικιακών τιμολογίων ήταν 15% υψηλότερη σε σύγκριση με την τιμή που θα είχαν με τη ρήτρα αναπροσαρμογής. Τον Σεπτέμβριο το ποσοστό αυτό έφτασε στο 57% και σε αυτό το ποσοστό κινήθηκε και το πεντάμηνο Σεπτεμβρίου 2022 – Ιανουαρίου 2023. Σε απόλυτα νούμερα, η συνολική προσαύξηση στα οικιακά τιμολόγια από το νέο μοντέλο σε σχέση με τη ρήτρα αναπροσαρμογής υπολογίζεται στα 2,843 δισ. περίπου, την οποία κλήθηκε να καλύψει το κράτος μέσω των επιδοτήσεων. Το πρόβλημα είχε επισημανθεί από την αγορά πριν από την εφαρμογή του νέου μοντέλου και αναγνωρίστηκε εκ των υστέρων όταν η ΡΑΕ με επιστολή της ενημέρωσε σχετικά το ΥΠΕΝ. Κατόπιν αυτού, τον Οκτώβριο ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε για πρώτη φορά την πρόθεση της κυβέρνηση να φορολογήσει αναδρομικά τα επιπλέον έσοδα των προμηθευτών, δουλειά που μέσω νομοθετικής ρύθμισης ανατέθηκε στη ΡΑΕ”.
Πηγή: iskra.gr
Η εποχή Ερντογάν δεν τελειώνει
Χωρίς να νικήσει, νίκησε.

Χωρίς να νικήσει, νίκησε. Ο Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη (αν εξαιρέσουμε την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016) πρόκληση της πολιτικής του σταδιοδρομίας, καθώς για πρώτη φορά θα χρειαστεί να διεκδικήσει την επανεκλογή του σε δεύτερο γύρο. Η μέχρι τώρα προνομιακή σχέση του με τη λαϊκή πλειοψηφία διερράγη. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά μετά από είκοσι χρόνια στην εξουσία που σημαδεύονται από κλιμάκωση του αυταρχισμού και της διαφθοράς, μετά από τους καταστροφικούς σεισμούς της 6ης Φεβρουαρίου που ανέδειξαν όλες τις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, μετά από τη δυσφορία που ολοένα και περισσότερο γεννά στην τουρκική κοινωνία η διαιώνιση της παρουσίας άνω των τριών εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων και κυρίως εν μέσω μιας οικονομικής κρίσης η οποία έχει εκτοξεύσει το κόστος διαβίωσης του μέσου νοικοκυριού.
Όμως ο “εφτάψυχος” Ερντογάν κατάφερε αυτό που οι περισσότερες δημοσκοπήσεις απέτυχαν να προβλέψουν: να εξασφαλίσει καθαρό προβάδισμα (περίπου τεσσάρων μονάδων) έναντι του αντιπάλου του Κεμάλ Κιλτσντάρογλου και να βρεθεί ένα βήμα πριν από την επικράτηση από τον πρώτο γύρο, ενώ ταυτόχρονα, και αυτό καθόλου δεν πρέπει να υποτιμηθεί, το κόμμα του και οι σύμμαχοί του εξασφαλίζουν απόλυτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, παρά τις προβλέψεις ότι αυτή θα προκύψει “κατακερματισμένη”. Και όλα αυτά με εντυπωσιακό ποσοστό συμμετοχής των ψηφοφόρων στην κάλπη, ανώτερο του 88%.
Η στρατηγική του “Παλατιού” για μεταφορά, αν χρειαστεί, της εκλογικής μάχης σε δεύτερο γύρο, όπου θα προβάλλεται το επιχείρημα της αποφυγής μιας άβολης “συγκατοίκησης” διαφορετικών δυνάμεων σε νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, αποδίδει. Επιπλέον, ο τρίτος υποψήφιος των προεδρικών εκλογών και ρυθμιστής του δεύτερου γύρου, ο εθνικιστής Σινάν Ογάν, που κατέγραψε αξιοσημείωτο ποσοστό της τάξης του 5%, δύσκολα θα επιλέξει (και ακόμη δυσκολότερα θα επέβαλε στους ψηφοφόρους του) τη στήριξη του Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος εμφατικά αντλεί από την κουρδική ψήφο. Ό,τι και αν συμβεί τις επόμενες δύο εβδομάδες (και μπορούν να συμβούν πολλά και δυσάρεστα), ο Ερντογάν βαδίζει προς τον δεύτερο γύρο με σαφές πλεονέκτημα.
Η υπό τον Κιλιτσντάρογλου εξακομματική αντιπολίτευση φλέρταρε με την αμφισβήτηση του αποτελέσματος, καταγγέλλοντας την αργή ροή της δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων και καλλιεργώντας υποψίες νοθείας. Και από μία άποψη είναι πράγματι απορίας άξιον κατά πόσον ένα καθεστώς το οποίο έχει προβεί σε τόσο εκτεταμένες διώξεις πολιτικών αντιπάλων του και εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό θα συμφιλιωνόταν με την προοπτική της αθόρυβης αποχώρησης από την εξουσία μέσω εκλογών.
Όμως τα κύρια όπλα του Ερντογάν είναι πολιτικά. Το ότι το τοπίο στα μέσα ενημέρωσης και τον κυβερνοχώρο ήταν ασφυκτικό για κάθε επίδοξο επικριτή της κυβέρνησης ή ότι το πρακτορείο Anadolu επιδόθηκε σε σαφή πολιτική διαχείρισης εντυπώσεων κατά τη βραδιά της καταμέτρησης είναι δεδομένο. Όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει το αποτέλεσμα. Η αντιπολίτευση υπερτίμησε τις δυνάμεις της και υποτίμησε τις “εφεδρείες” του Ερντογάν. Όσο για τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, αυτά απλώς το προηγούμενο διάστημα εξέφρασαν τις επιθυμίες τους σε μία κοινωνική πραγματικότητα την οποία δεν γνωρίζουν καλά.
Κυριότερο πλεονέκτημα του Ερντογάν υπήρξε το γεγονός ότι η δική του συμμαχία είναι περισσότερο ομοιογενής και το πολιτικό του μήνυμα περισσότερο συνεκτικό, ενώ η προοπτική νίκης της εξακομματικής αντιπολίτευσης έμοιαζε με βουτιά στο άγνωστο. Ακριβώς επειδή η χώρα κλυδωνίζεται σε διάφορα μέτωπα, οι ηγεσίες που εμπνέουν στιβαρότητα φαντάζουν, παρά τα γνωστά ελαττώματά τους, προτιμότερες. Αυτό τουλάχιστον έκριναν οι μεγαλύτερες ηλικίες ψηφοφόρων και οι κεντρικές μικρασιατικές επαρχίες που έμειναν πιστές στον Ερντογάν. Άλλωστε, τα χειρότερα της οικονομικής κρίσης μοιάζει να έχουν περάσει και η πορεία της Τουρκίας το τελευταίο δωδεκάμηνο εμπνέει (με τη βοήθεια των φίλων της σε Ρωσία, Κίνα και Περσικό Κόλπο) κάποια αισιοδοξία, ενώ και στην εξωτερική πολιτική η εξομάλυνση των σχέσεων με όλους τους εξ ανατολών γείτονες έχει δρομολογηθεί.
Επιπλέον, σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν ήταν ευδιάκριτες οι διαφορές των αντίστοιχων προτάσεων στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα (και με τον Ερντογάν να πλειοδοτεί σε παροχές, ενώ η αντιπολίτευση κήρυσσε την επιστροφή στη νομισματική ορθοδοξία) η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στο ευνοϊκότερο για τους κυβερνώντες πεδίο των “ταυτοτήτων”. Ο πολωτικός λόγος του ισχυρού άνδρα της Άγκυρας έκανε (έστω και σε μικρότερο βαθμό αυτή τη φορά) τη δουλειά του: οι αντίπαλοι παρουσιάσθηκαν ουσιαστικά σαν ενεργούμενα μιας Δύσης, η οποία βυσσοδομεί για να αποτρέψει την “τουρκική ανάδυση” και ως συνεργοί της κουρδικής “τρομοκρατίας”. Αξιοποιήθηκε δηλαδή το ότι είναι βαθιά ριζωμένη στην τουρκική γνώμη τόσο η καχυποψία προς τη Δύση όσο και τα αντικουρδικά αντανακλαστικά.
Σε κάθε περίπτωση, η τουρκική κοινωνία και πολιτική σκηνή παραμένει ακόμη στην “εποχή Ερντογάν”, ενώ μεταβαίνει αργά και βασανιστικά προς μια νέα περίοδο, τα χαρακτηριστικά της οποίας δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Ακόμη και αν η νίκη του 69χρονου Ερντογάν επικυρωθεί, τόσο η συμπολίτευση όσο, πολύ περισσότερο, και η αντιπολίτευση θα πρέπει να επαναφεύρουν τον εαυτό τους και να αναδείξουν νέες ηγεσίες. Ο διχασμός της χώρας και η ασφυξία της στερούμενης ευκαιριών και ελευθεριών νέας γενιάς θα πρέπει κάποτε να αντιμετωπισθούν.
Πηγή: kosmodromio.gr
Ακούμε τι (πραγματικά) λέει ο Μητσοτάκης;

Μια διακυβέρνηση νεοφιλελευθερισμού χωρίς όρια και απόλυτης "επιτελικής" εξουσίας περιγράφει, ώς δεύτερη θητεία του, ο πρωθυπουργός. Και το λέει ευθέως.
Αποτιμώντας την πρόσφατη –διακαναλική- συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη οι περισσότεροι εστίασαν στην «είδηση» που έβγαλε: Την κατηγορηματική του δήλωση πως δεν πρόκειται να αναζητήσει συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ. Καταγράφθηκαν αρκετές κι ενδιαφέρουσες αναλύσεις σχετικά με το γιατί η Ν.Δ επιλέγει αυτή την τακτική και το αν αποτελεί έμμεση πίεση προς τους ψηφοφόρους του Νίκου Ανδρουλάκη.
Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και η αιτιολογία που παράθεσε ο πρωθυπουργός προκειμένου να δικαιολογήσει το γιατί αρνείται μια κυβερνητική σύμπραξη ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Όπως δήλωσε «πιστεύω ότι μία τέτοια κυβέρνηση θα ήταν μία κυβέρνηση στην οποία θα πατούσαμε συνέχεια το φρένο, σε μία εποχή που χρειάζεται η χώρα να πατήσει γκάζι και να προχωρήσει πολύ γρήγορα σε μία βαθιά τολμηρή εκσυγχρονιστική ατζέντα». Αυτά με δεδομένο ότι στην κοινοβουλευτική περίοδο που εξέπνευσε με το κλείσιμο της Βουλής το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε το 68,8% των νομοσχεδίων που κατέθεσε η κυβερνητική πλειοψηφία.
Αναρωτιέται εύλογα λοιπόν κανείς: Τι είδους διακυβέρνηση σκοπεύει να ασκήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν θεωρεί «φρένο» έναν δυνητικό κυβερνητικό εταίρο που έχει στηρίξει 7 στις 10 νομοθετικές του επιλογές; Τι ακριβώς σημαίνει αυτό το «βαθιά, τολμηρή ατζέντα»; Τι πολιτική σχεδιάζει να εφαρμόσει και δεν μας το λέει;
Αν στις προθέσεις του πρωθυπουργού όντως περιλαμβάνεται, έτσι απλά, το να πάει ο κατώτατος μισθός στα 950 και να μειωθούν οι φόροι στην κατανάλωση, ποιος κυβερνητικός εταίρος θα του πει όχι; Αν στοχεύσει στο να προστατευθεί η πρώτη κατοικία και να αναπτυχθεί η οικονομία και να εκσυγχρονιστεί η δημόσια διοίκηση ποιον λόγο έχει να ανησυχεί; Αντιθέτως η συγκυβέρνηση με ένα κόμμα του κέντρου – θεωρητικά- θα διεύρυνε κατά πολύ την κοινωνική βάση στην οποία θα απευθύνονταν.
Αυτό που στην πραγματικότητα προκύπτει από τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν αφορά το αν θα θελήσει να «συνεταιριστεί» κυβερνητικά με το ΠΑΣΟΚ. Το θέμα είναι πως η Νέα Δημοκρατία ξεκαθαρίζει πως θα διεκδικήσει για δεύτερη φορά την εξουσία προκειμένου να κάνει πράξη ένα πρόγραμμα νεοφιλελευθερισμού χωρίς όρια. Τέτοιον που γνωρίζει εκ των προτέρων πως δεν ήταν ανεκτός ακόμη και από τις σύγχρονες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας.
Σημαίνει επίσης ότι σχεδιάζει να διατηρήσει και να διευρύνει όχι το «επιτελικό κράτος» αλλά το «επιτελείο του Μαξίμου». Δηλαδή ένα κέντρο συγκεντρωτικού ελέγχου και διοίκησης που δεν αποδέχεται περιορισμούς στην άσκηση εξουσίας ούτε καν από το λεγόμενο «ευρωπαϊκό κράτος δικαίου». Που δεν το λες και ότι πιο προοδευτικό για τα δημοκρατικά δικαιώματα.
Ας μην ξεχνάμε πως αν τυχόν η Νέα Δημοκρατία ξαναβρεθεί στην κυβέρνηση εκκινεί από μία «βάση» 300 και πλέον νομοθετημάτων που έχει ψηφίσει. Ανάμεσά τους την κατάργηση του 8ωρου, την περιστολή του απεργιακού δικαιώματος και άλλων δημοκρατικών δικαιωμάτων, το πλαίσιο ελέγχου του τύπου για «εθνικούς λόγους», τις νόμιμες παρακολουθήσεις (και πολιτικών) προσώπων, την κατάργηση των «νόμων της Αλλαγής», την απελευθέρωση των πλειστηριασμών, την άρση της περιβαλλοντικής προστασίας, την ιδιωτικοποίηση του νερού και την νομιμοποίηση των υπερκερδών στην ενέργεια.
Την συνέχεια την αφήνουμε στην φαντασία σας…
Πηγή: news247.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή