Σήμερα: 25/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Stamatis-Zacharos.jpg

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΖΑΧΑΡΟΥ*

Οι αναλφάβητοι των κεφαλαιαγορών, ψώνισαν εύκολα το σύνθημα “κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη”. Δυστυχώς όμως έπρεπε να πονηρευτούν ότι σ’ αυτή την άδικη καπιταλιστική κοινωνία δεν υπάρχουν “δωρεάν γεύματα”. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να λύσει τον γόρδιο δεσμό με μια πολύ αποτελεσματική λύση. Έδωσε τις τράπεζες κατευθείαν στα “ξένα χέρια” και πέρα από τα δάνεια, έδωσε μαζί και ένα μεγάλο κομμάτι της οικονομικής δραστηριότητας σε ανθρώπους που μέχρι πρότινος ονόμαζε “κοράκια” και κερδοσκόπους.

Κατά τη διαδικασία της πρόσφατης ανακεφαλαιοποίησης χάθηκαν πολλά λεφτά. Στην πραγματικότητα χάθηκαν σχεδόν όλα τα λεφτά που δανείστηκε ο Ελληνικός λαός για να διασώσει τις τράπεζες. Μιλάμε για περισσότερα από 40 δισ. στο σύνολό τους (26 δισ. ευρώ είχε βάλει το ΤΧΣ και άλλα 14 δις στις ανακεφαλαιοποιήσεις του ΤΤ, Αγροτικής, Probank κλπ). Σχεδόν 20 ΕΝΦΙΑ δηλαδή. Χάθηκε όμως και η προσδοκία να τα πάρουμε πίσω καθώς με την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, η συμμετοχή του δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών απομειώθηκε δραματικά. H αρχική πρόβλεψη ήταν από τα 26 να πάρουμε πίσω 16 δισ. ευρώ. Τώρα αν καταφέρουμε να πάρουμε 1 δισ. θα είμαστε ευχαριστημένοι.

Δεν έχει νόημα φυσικά να σχολιάσει κανείς τη θέση των Ελλήνων μικροεπενδυτών. Δεδομένης της συγκυρίας αλλά και των κανόνων που ακολουθήθηκαν στη διαδικασία, οι περισσότεροι αδυνατούσαν να υπερασπιστούν τις συμμετοχές τους, οι οποίες προηγουμένως απαξιώθηκαν πλήρως. Οι αυξήσεις των άλλοτε κραταιών τραπεζών έγιναν σε εξευτελιστικές τιμές. Η συνολική κεφαλαιοποίηση του τραπεζικού κλάδου βρίσκεται πέριξ του 1 δισ. ευρώ.

Με σχεδόν 5 δισ. ευρώ, νέοι επενδυτές απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και πριν βιαστείτε να απαντήσετε σκωπτικά ότι οι τράπεζες δεν αξίζουν τίποτε, πρέπει να σκεφθείτε τι άλλο αγοράζουν. Αγοράζουν κατ’ αρχήν την προσδοκία ότι θα κερδίσουν τη μερίδα του λέοντος στην επερχόμενη ανάπτυξη, όταν και αν αυτή συμβεί. Οι Τράπεζες θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν αυτή την ανάπτυξη, με το αζημίωτο, και βεβαίως “ελέγχοντας” τον τρόπο με τον οποίο θα συμβεί, χορηγώντας δάνεια.

Με τις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις να βρίσκονται υπερδανεισμένες και σε δραματική οικονομική κατάσταση, η ρύθμιση των κόκκινων δανείων (87 δισ. ευρώ NPL’s ή 105 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενη έκθεση ΝΡΕ), σημαίνει ουσιαστικά ότι οι τράπεζες, θα αποκτήσουν τον έλεγχο πάνω σε ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα. Επίσης θα παίξουν το ρόλο του ρυθμιστή για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνουν οι αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας. Οι τράπεζες θα αποφασίσουν στο τέλος της ημέρας ποιες επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να λειτουργούν και ποιες όχι. Αυτές θα πουλήσουν όποιες νομίζουν και αυτές θα ενισχύσουν όσες θεωρούν ότι έχουν προοπτικές.

Επιπλέον και μόνο στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας που αποτιμήθηκε προ της αύξησης 70 εκατ. ευρώ περιλαμβάνεται η Finansbank, o Αστέρας, η Εθνική Ασφαλιστική, η Πανγαία, η NBGI και οι συμμετοχές στα Βαλκάνια. Κατ' ουσία οι αποτιμήσεις δεν αντικατοπτρίζουν ούτε το όνομα (Goodwill), την φήμη και πελατεία που έχουν οι τράπεζες.

Πιστεύετε ότι όλ’ αυτά δεν αξίζουν 5 δισ. ευρώ;

Κανείς δεν θέλει να πιστεύει ότι υπήρξε σκοπιμότητα, η άγνοια όμως βασικών κανόνων του παιχνιδιού, έφερε την Κυβέρνηση σε μια δυσχερέστατη θέση. Χωρίς καμία προετοιμασία και έχοντας αγνοήσει για μήνες τα σημάδια, οδηγήθηκε στα capital controls και εν συνεχεία βρέθηκε μπροστά σε ένα ακόμη αδιέξοδο. Η ανακεφαλαιοποίηση έπρεπε να γίνει εδώ και τώρα, άνευ όρων, έτσι και έγινε. Τώρα απομένει μόνο η επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος που θα μετατρέψει τα “όρνια” σε “λευκούς ιππότες” που ήρθαν να σώσουν τις τράπεζές μας. Σ’ αυτό η Κυβέρνηση είναι καλή δίχως αμφιβολία…

*Πηγή: news247

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015 00:00

ΤΟ ΔΝΤ, O ESM ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΤΣΙΠΡΑ

bogiopoulos.jpg

Του ΝΙΚΟΥ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ*

Πρώτον: Τον Γενάρη του 2013, ο Αλ. Τσίπρας συναντήθηκε με την ηγεσία του ΔΝΤ στις ΗΠΑ και αμέσως μετά δήλωσε:

«(...) το ΔΝΤ κατανοεί το αυτονόητο, δηλαδή ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει δίχως γενναίο "κούρεμα" χρέους (...) Δεν ζητάμε να μας συμπαθήσουν στο Βερολίνο. Αναζητούμε συμμάχους, αλλά η πολιτική της Γερμανίας είναι καταστροφική. Εδώ (στις ΗΠΑ), μπορούμε να βρούμε συμμάχους για να αποτρέψουμε καταστροφικές πολιτικές».

Ήταν τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ.Τσίπρας «φλέρταραν» με το ΔΝΤ. Ήταν τότε που εμφάνιζαν το ΔΝΤ σαν τον… «καλύτερο φίλο του ανθρώπου». Ήταν τότε που ανάμεσα στη Σκύλλα (ΔΝΤ) και στη Χάρυβδη (ΕΕ) έκαναν επιλογή υπέρ της πρώτης.

Αλήθεια, τότε δεν το ήξεραν ότι το ΔΝΤ είναι κακό πράγμα;…

Δεύτερον: Στις 12 Ιουλίου 2015, στην περίφημη συνεδρίαση των… «17 ωρών», όταν ο κ.Τσίπρας ξεπούλησε τα πάντα, ο πρωθυπουργός θέτοντας τον τόπο σε τροχιά τρίτου Μνημονίου, υπέγραψε τα εξής:

«Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ που ζητούν χρηματοπιστωτική συνδρομή από τον ΕΜΣ αναμένεται να απευθύνουν, εφόσον είναι δυνατόν, ανάλογο αίτημα και στο ΔΝΤ. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η Ευρωομάδα να συμφωνήσει σχετικά με νέο πρόγραμμα του ΕΜΣ. Επομένως, η Ελλάδα θα ζητήσει τη συνέχιση της στήριξης του ΔΝΤ (παρακολούθηση και χρηματοδότηση) από τον Μάρτιο του 2016».

Τα παραπάνω, η δέσμευση δηλαδή της κυβέρνησης Τσίπρα ότι θα ζητήσει την παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα και πέραν του Μαρτίου του 2016 έγιναν νόμος του ελληνικού κράτους.

Ήταν στον νόμο 4334 με τίτλο «Επείγουσες ρυθμίσεις για τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (Ε.Μ.Σ.)» (ΦΕΚ Α' 80/16-07-2015) που πέρασε από την ελληνική Βουλή - αυτολεξεί – η απόφαση της 12ης Ιουλίου.

Ήταν εκεί που ο κ.Τσίπρας νομοθέτησε την παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα.

Αλήθεια, τότε δεν το ήξεραν ότι το ΔΝΤ είναι κακό πράγμα;…

Τρίτον: Ο κ.Τσίπρας, παραμονές του δημοψηφίσματος, έστειλε την περίφημη επιστολή προς τον Ντάισελμπλουμ και προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ESM με την οποία αιτήθηκε νέο δάνειο – και στην ουσία νέο Μνημόνιο - για την Ελλάδα.

Στην επιστολή του ο κ.Τσίπρας τόνιζε ότι το αίτημά του υποβλήθηκε για να υπάρξει «στήριξη» της ελληνικής οικονομίας βάσει των όρων «της συνθήκης του ESM».

Μόνο που όποιος έχει διαβάσει έστω και… μισή φορά την συνθήκη του ESM γνωρίζει ότι δεν υπάρχει σελίδα της συγκεκριμένης συνθήκης που να μην μνημονεύεται ότι όποιος σπεύδει στην αγκαλιά του ESM καταλήγει, ταυτόχρονα, στα νύχια του ΔΝΤ.

Για παράδειγμα, τόσο στο προοίμιο όσο και στις διατάξεις της συνθήκης σύστασης του ESM αναφέρεται ότι: 

  • «Ο ESM θα συνεργάζεται πολύ στενά με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για την παροχή οικονομικής βοήθειας. Σε κάθε περίπτωση, η ενεργός συμμετοχή του ΔΝΤ θα επιδιωχθεί, τόσο σε τεχνικό όσο και οικονομικό επίπεδο. Ένα κράτος μέλος της ευρωζώνης που ζητά οικονομική ενίσχυση από τον ESM αναμένεται να απευθύνει ένα παρόμοιο αίτημα προς το ΔΝΤ»(προοίμιο, παράγραφος 6).

  • Είναι τέτοια η σχέση του ESM με το ΔΝΤ σε βαθμό που ήδη από το προοίμιο της συνθήκης τα κράτη – μέλη της ΕΕ «αποδέχονται καθεστώς προνομιακού πιστωτή του ΔΝΤ πάνω από τον ESM» (προοίμιο, παράγραφος 10).

  • Στο άρθρο 13 της συνθήκης αναφέρεται ότι η εκτίμηση επί του αιτήματος μιας χώρας να ενταχθεί στον ESM«διενεργείται από κοινού με το ΔΝΤ» (παράγραφος 1,β).

  • Στη συνέχεια προστίθεται ότι «εάν εκδοθεί απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, το συμβούλιο διοικητών αναθέτειστην Ευρωπαϊκή Επιτροπή - σε συνεργασία με την ΕΚΤ και εφόσον είναι εφικτό, από κοινού με το ΔΝΤ- να διαπραγματευτεί με το ενδιαφερόμενο μέλος του ΕΜΣΜνημόνιο Κατανόησης (ΜΚ)όπου θα περιγράφονται αναλυτικά οι όροι που θα συνδέονται με τη διευκόλυνση χρηματοπιστωτικής συνδρομής» (παράγραφος 3).

  • Πάλι στο άρθρο 13 σημειώνεται ότι «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή - όπου αυτό είναι δυνατόν από κοινού με το ΔΝΤ, και σε συνεργασία με την ΕΚΤ - είναι αρμόδια για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους όρους οικονομικής πολιτικής που συνδέονται με την οικονομική βοήθεια…» (παράγραφος 7).

  • Στο άρθρο 33 τονίζεται με έμφαση: «Ο ESM δικαιούται, για την επέκταση των σκοπών του, να συνεργαστεί, εντός των όρων της παρούσας συνθήκης, με το ΔΝΤ…».

Αυτά ζήτησε ο κ.Τσίπρας. Αυτά υπέγραψε ο κ.Τσίπρας. Αυτά ψήφισε ο κ.Τσίπρας.

Κι όλα αυτά σημαίνουν την εσαεί παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα.

Ερώτηση:

Όταν αιτείτο, όταν υπέγραφε κι όταν ψήφιζε, ο κ.Τσίπρας δεν ήξερε ότι το ΔΝΤ είναι κακό πράγμα;…

Όταν κατά την πρώτη 7μηνη διακυβέρνησή του ο κ.Τσίπρας μάζευε με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου όλα τα αποθεματικά από τα ταμεία των κρατικών φορέων για να πληρώνει τοκογλυφικά και δόσεις στο ΔΝΤ, δεν το ήξερε ότι το ΔΝΤ ήταν κακό πράγμα;

Όταν ο κ.Τσίπρας, πριν γίνει πρωθυπουργός και αφότου έγινε πρωθυπουργός, εμφάνιζε το ΔΝΤ σαν τον «αρωγό» της Ελλάδας στο θέμα του χρέους, όταν καθημερινά τα βαποράκια της «πρώτη φορά Αριστεράς» πουλούσαν την προπαγάνδα για το «καλό» ΔΝΤ έναντι του κακού Σόιμπλε, τότε που καλούσαν τον λαό ανάμεσα στην Σκύλλα του ΔΝΤ και στην Χάρυβδη της ΕΕ να εναποθέσει τις ελπίδες του στην… «νεράιδα» του ΔΝΤ, δεν το ήξεραν ότι το ΔΝΤ είναι κακό πράγμα;…

Και κάτι επιπλέον: Ακόμα κι αν το ΔΝΤ, για τους δικούς του λόγους και στο πλαίσιο των αντιθέσεων με τον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, φύγει από την Ελλάδα, η χώρα μας, ο λαός μας, δεμένος στο άρμα των Μνημονίων του Γιούνκερ, της Κομισιόν και της εγχώριας χρηματιστικής ολιγαρχίας, θα περνάει καλά; Αυτό ισχυρίζεται ο «αριστερός» Τσίπρας;

Συμπέρασμα:

Κάθε φορά που νέα, σκληρά, αντιλαϊκά μέτρα βρίσκονται προ των πυλών, η κυβέρνηση ανασύρει το παραμύθι της… «σκληρής διαπραγμάτευσης».

Κάθε φορά που τα έχει ξεπουλήσει όλα παριστάνει την «αντιστασιακή» στην προσπάθειά να αποκοιμίσει το λαό με αυταπάτες και με ψευδαισθήσεις.

Κάθε φορά που ξεφτιλίζει την έννοια «Αριστερά» μασκαρεύεται και κορδώνεται, υποδύεται την προστάτιδα των συμφερόντων του λαού για να κερδίσει χρόνο ώστε κατόπιν να σερβίρει σαν «τετελεσμένο γεγονός» και σαν προϊόν «σκληρής διαπραγμάτευσης», τι; Την ικανοποίηση των συμφερόντων των δυναστών του λαού!

Τέτοιο παραμύθι είναι και η «αντιΔΝΤ» στάση του κ.Τσίπρα. Ένα ακόμα.  

*Δημοσιεύθηκε στο enikos.gr την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015 00:00

Σημειώσεις για τη Βενεζουέλα

venezouela1.jpg

Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στη Βενεζουέλα,  η κυβέρνηση Μαδούρο και γενικά το στρατόπεδο των Τσαβιστών, ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά από την αστική, φιλοαμερικάνικη (και διαχρονικά πραξικοπηματική) αντιπολίτευση.

Η σημαντικότατη αυτή πολιτική αυτή μεταβολή, μαζί και η ήττα της κεντροαριστεράς στην Αργεντινή από το στρατόπεδο των νεοφιλελεύθερων, σηματοδοτεί την είσοδο σε μια νέα πολιτική περίοδο που ορίζεται από την κρίση των ποικίλων «εναλλακτικών δρόμων» και πειραματισμών σε σειρά χωρών της νότιας Αμερικής.

Οι εξελίξεις αυτές μας αφορούν και απαιτούν μελέτη, μακριά από λογικές που υποτιμούν τη σημασία τους ή διεκδικούν μετά θάνατο δικαιώσεις.

Μπολιβοριανή επανάσταση;

Όχι το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά η ακριβής πολιτική εξέταση του  χαρακτήρα και της έκτασης των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών θεσμικών  μετασχηματισμών στη Βενεζουέλα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αναφορές  σε ‘’επανάσταση’’ και πολύ περισσότερο για «σοσιαλιστική μετάβαση» στη χώρα, ήταν και είναι περισσότερο εκδήλωση στόχευσης παρά πραγματικότητα. Η βασική δομή της οικονομίας και της κρατικής διάρθρωσης, αντιστοιχεί σε αυτήν μιας καπιταλιστικής χώρας με εδραία την ατομική ιδιοκτησία και ειδικά την κυριαρχία των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Φυσικά με μεγάλες ιδιορρυθμίες.  Η πραγματική εξουσία ήταν και είναι στα χέρια της αστικής τάξης και ειδικά εκείνων των δυναμικών τμημάτων της που είναι οργανικά διασυνδεδεμένες με τις ΗΠΑ και γενικά την «καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση».

Τούτο όμως δε σημαίνει ότι αυτή η κυριαρχία, δεν είχε δεχθεί σοβαρά πλήγματα (εθνικοποιήσεις  επιχειρήσεων, μορφές εργατικού ελέγχου, αλλαγές στο Σύνταγμα) και κυρίως σημαντική πολιτική απειλή, μέσα από τις διαδικασίες που σηματοδότησε ο Τσαβισμός και ειδικότερα η αντιφατική αλλά αυξανόμενη πολιτική δράση των εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων στη Βενεζουέλα.

Ας γίνουμε ακόμη πιο συγκεκριμένοι: Η Μπολιβοριανή διαδικασία και η δυναμική της ταξικής πάλης με εθνική και διεθνή διάσταση που ξεδιπλώθηκε,  έφερε στο προσκήνιο το ερώτημα αλλά και τη δυνατότητα ενός πρωτότυπου δρόμου για την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Η συνεισφορά της δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα (που άλλωστε δεν είναι ακόμη αμετάκλητο αρνητικό).

Άλλη μια αποτυχία του  κοινοβουλευτικού δρόμου;

Είναι αλήθεια πως το παράδειγμα της Βενεζουέλας από πολλά ρεύματα υμνήθηκε ως ένας ακόμη μαγικός εύκολος κοινοβουλευτικός δρόμος προς το σοσιαλισμό. Ασφαλώς εδώ υπήρχε και υπάρχει σαφής πολιτική σκοπιμότητα από αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις που ήθελαν να δικαιολογήσουν τη δική τους συστημική πολιτική, αναζητώντας αναλογίες με το πείραμα του Τσάβες. Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστική, αλλά όχι μοναδική. Συμμετρικό ανάλογο αυτής της λογικής είναι η υποτίμηση «από τα αριστερά» των δυναμικών και των δυνατοτήτων που αναδείχτηκαν στη χώρα αυτή.

Ωστόσο, απέχει  μίλια από την πραγματικότητα η εικόνα μιας ανέφελης κοινοβουλευτικής πορείας. Από το 1999 που αναδύθηκε ο Τσάβες έως σήμερα, αναπτύχθηκε μια ταραχώδης κοινωνική και πολιτική διαδικασία, οξύτατων ταξικών και πολιτικών αναμετρήσεων, που τα είχε όλα: Ένοπλο στρατιωτικό πραξικόπημα οργανωμένο από την ντόπια αστική ελίτ και τους Αμερικάνους, οικονομικό σαμποτάζ και εκτεταμένο λοκ αουτ σε επιχειρήσεις κλειδιά, ένοπλα σαμποτάζ και επιθέσεις από την αντιπολίτευση με δεκάδες νεκρούς, τεράστιες εργατικές και λαϊκές διαδηλώσεις, αλλά και συγκρότηση (όχι πετυχημένη τελικά) ακόμη και ένοπλων λαϊκών επιτροπών για την υπεράσπιση της κυβέρνησης και κυρίως των καταχτήσεων.

Αν κάτι έχει ιδιαίτερη σημασία στο πείραμά της Βενεζουέλας βρίσκεται ακριβώς στην παρουσία αλλά- δυστυχώς αυτό είναι το κύριο- και τα όρια των εξωκοινοβουλευτικών δράσεων και της οργάνωσης της εργατική τάξης, που μόνο αυτά μπορούσαν να χαράξουν βαθιά τη γραμμή αντιπαράθεσης και να κρίνουν την έκβαση της συνολικής μάχης αξιοποιώντας και την κυβέρνηση.

«Σοσιαλισμός» της αναδιανομής και της κατανάλωσης

Όπως πάντα, απαιτείται «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Η Μπολιβοριανή διαδικασία αναπτύχθηκε ως απάντηση στην   φτωχοποίηση που οδηγούσε ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, η απέραντη χλιδή και διαφθορά της ντόπιας αστικής τάξης και των κομμάτων της και στην ταπείνωση  του λαού από την δουλική γονυκλισία στις ΗΠΑ.

Σε γενικές γραμμές, η απάντηση του Τσαβισμού, ήταν η παρέμβαση στο πεδίο της αναδιανομής προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και ειδικότερα όσων ήταν πεταγμένοι έξω από την βασική οικονομική δομή της χώρας.

Την δυνατότητα αυτή την προσέφεραν τα έσοδα από την άντληση και την πώληση του πετρελαίου, τα οποία στη συνέχεια, μέσω της κυβερνητικής μηχανής,  επιδοτούσαν γενναία προγράμματα ενάντια στη φτώχεια, τους τομείς της παιδείας, της υγείας και της διατροφής.

Η πολιτική αυτή οδήγησε σε σημαντική βελτίωση της θέσης των λαϊκών στρωμάτων. Το βασικό πρόβλημα με αυτή τη βελτίωση δεν είναι η έκτασή της, αλλά το γεγονός ότι δεν   έχει δομικά χαρακτηριστικά.

Πραγματικά, την ίδια στιγμή, οι κύριοι τομείς της οικονομίας, είναι στον ιδιοκτησιακό, οικονομικό και πολιτικό έλεγχο της αστικής τάξης στη χώρα, με παράλληλη δυνατότητα υψηλού βαθμού ενσωμάτωσης της ενταγμένης στη βασική παραγωγική διαδικασία εργατικής τάξης, με τη βοήθεια βεβαίως και των υποταγμένων επίσημων συνδικάτων.

Αυτός ο ιδιόμορφος δυϊσμός στη διάταξη των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, αναπτύσσεται πάνω σε ένα έδαφος ναρκοθετημένο. Πολύ περισσότερο που αυτή η στρατηγική είναι υποθηκευμένη εντός του ευρύτερου πεδίου συνεχούς διακύμανσης και  ελέγχου της αγοράς πετρελαίου από τις ΗΠΑ και τις δυνάμεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Με αυτή την έννοια, μεγαλύτερη σημασία από τη διαφορά  ηγετικών προσόντων μεταξύ Τσάβες και Μαδούρο, έχει η υψηλή τιμή πετρελαίου παλιότερα και η καταβαράθρωσή της σήμερα που οδήγησε τη Βενεζουέλα σε μεγάλη οικονομική κρίση, με βαριές επιπτώσεις στα λαϊκά στρώματα. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στον «πόλεμο του πετρελαίου» στο διάγγελμα του ίδιου του Μαδούρο, μετά το αποτέλεσμα των εκλογών.

Να σημειώσουμε εδώ το νήμα που συνδέει τις οικονομικές με τις πολιτικές ριζοσσπαιτικές αλλαγές  (ή την απουσία τους): Χωρίς ένα ισχυρότατο κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας σε εθνική κλίμακα και ταυτόχρονα αποκεντρωμένο, που να αποτελεί τη βασική παραγωγική μηχανή στήριξης των λαϊκών στρωμάτων, στερείται ουσιώδους πεδίου και υλικότητας μια ουσιαστική λογική συμμετοχής, ελέγχου, αυτοοργάνωσης και τελικά επαναστατικής εξουσίας τους.

Το τοπίο του Μπολιβοριανού δρόμου και οι ιδιαιτερότητές του

Υπέρ της ρεαλιστικότητας του Μπολιβοριανού δρόμου, εκτός του πετρελαίου, συνηγόρησαν και άλλοι παράγοντες, αλληλένδετοι μεταξύ τους,  εξίσου σημαντικοί.

Πριν από όλα, η κοινωνική δομή της χώρας που διαχρονικά άφηνε εκτός οποιουδήποτε «κοινωνικού συμβολαίου» εκατομμύρια ξυπόλητων και φτωχών. Ο κόσμος αυτός, περίπου 30% του πληθυσμού,  ήταν σε όλες τις μάχες (και τις εκλογές) με το μπλοκ των Τσαβικών. Οι πολιτικές μετατοπίσεις ήταν από εκεί και πέρα.

Εκτός όμως από αυτά τα στρώματα, η γραμμή «εθνικής αντιϊμπεριαλιστικής άμυνας και αξιοπρέπειας» απέναντι στις ΗΠΑ, που εγκαινίασε και υλοποίησε με πλειάδα πρωτοβουλιών ο Τσάβες, εκτός από ρητορική που «μιλούσε» στις μάζες, πατούσε και στην φιλοδοξία μικροαστικών, μεσοαστικών ή/και αστικών στρωμάτων να επιζήσουν έναντι του αφανισμού τους από την αρπακτικότητα των πολυεθνικών και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το ίδιο αφορούσε και αφορά και σημαντικά τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας και του στρατού. Η ιδιαίτερα επισφαλής αυτή «συμμαχία» ή ανοχή, είναι η πρώτη που δοκιμάστηκε αρνητικά με την οικονομική κρίση και την αδυναμία της κυβέρνησης Μαδούρο να απαντήσει.

Το αστικό πολιτικό σύστημα στη Βενεζουέλα, πριν ακόμη και από την ανάδυση Τσάβες, πνιγμένο στη διαφθορά και την απέραντη ανυποληψία των αστικών κομμάτων, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη σημαντικής συνεκτικότητας και ιδιαίτερα από την απουσία αποτελεσματικών μορφών πολιτικής ενσωμάτωσης και πειθούς. Η αλαζονεία ότι «καθαρίζουμε με τη στήριξη των ΗΠΑ, των παραστρατιωτικών και τον έλεγχο των τηλεοπτικών μέσων», άφησε περιθώρια για ρωγμές και τομές από μεριάς των λαϊκών πολιτικών δυνάμεων.

Ιδιομορφία όμως στη Βενεζουέλα (και αλλού στη Λατινική Αμερική), αποτελούσε πάντα και ο στρατός και η παράδοση παρουσίας και παρέμβασης κυρίως αντιιμπεριαλιστών πατριωτών αλλά και αριστερών κομμουνιστικών στοιχείων. Από εκεί βγήκε και ο Τσάβες. Χάρις και σε αυτές τις δυνάμεις, αποκρούστηκε το πραξικόπημα του 2002 εναντίον του.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να μην προσθέταμε σε όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες, αυτή που συνιστά η παράδοση «θράσους» και η τόλμη πειραματισμών που χαρακτηρίζει ποικίλα ρεύματα στη Λατινική Αμερική. Ας μη ξεχνάμε ότι και ο δρόμος του Τσε και του Κάστρο, ήταν έκφραση αυτών των πειραματισμών, παρά της «ορθοδοξίας». Με αυτή την έννοια οφείλουμε και μεγαλύτερο σεβασμό σε αυτές τις προσπάθειες στη Βενεζουέλα.

 Τα όρια και οι προοπτικές

Στη σημερινή φάση, στη Βενεζουέλα καταγράφηκαν ακριβώς τα πολιτικά  όρια και τελικά το ανέφικτο  της κοινωνικής αλλαγής μέσω κυρίως του πεδίου της αναδιανομής και με βασικό εργαλείο την κυβερνητική εξουσία, χωρίς δομική μεταβολή στο πεδίο της ιδιοκτησίας και του κράτους. Αυτό είναι αναμφισβήτητο, παρά το γεγονός ότι στη χώρα αυτή δοκιμάζεται η πιο ριζοσπαστική εκδοχή αυτής της προσέγγισης.

Τηρουμένων των αναλογιών και με πολύ μεγάλες διαφορές, παρατηρείται μια ευρύτερη πολιτική διαδικασία κόπωσης και τελικά ήττας αντίστοιχων (πολύ πιο συντηρητικών) πολιτικών στρατηγικών σε Αργεντινή, Βραζιλία, Ελλάδα και αλλού.

Ανάμεσα όμως σε ένα «τελικό συμπέρασμα» και σε μια διαδρομή τεράστιων κοινωνικών και πολιτικών μετατοπίσεων και εμπειριών, υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο συζήτησης. Διότι τελικά,  δεν υπάρχει «θετική και αρνητική πείρα», παρά τις νίκες και ήττες. Όταν η διαδρομή του εργατικού και λαϊκού κινήματος συζητιέται ανοιχτά και προωθητικά, η εμπειρία είναι μόνο θετική. Ειδικά όταν η συζήτηση γίνεται μεταξύ μαχόμενων ανθρώπων, κινημάτων και ρευμάτων,  που δίνουν πραγματικές μάχες. Και στη Βενεζουέλα πρόκειται για αυτή την περίπτωση, η οποία, ας μη ξεχνιόμαστε, είναι ακόμη ανοιχτή, καθώς ακόμη και η πολιτική μεταβολή, λόγω του Προεδρικού (και όχι πρωθυπουργικού) συστήματος, δεν είναι εύκολο να μετασχηματιστεί σύμφωνα με τα σχέδια  των νεοφιλελεύθερων.

ΥΓ: Το Τσαβικό στρατόπεδο έχει κερδίσει περί τις 15 εκλογικές αναμετρήσεις. Όλες χαρακτηρίστηκαν από τις ΗΠΑ, ως αποτέλεσμα νοθείας, βίας και χουντικής τρομοκρατίας. Τώρα, που έβγαλαν τους δικούς τους, εν χορώ όλοι μίλησαν για «άψογη» διαδικασία…

Π.Μ.

πηγη: pandiera.gr

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015 00:00

Τα ερωτήματα του Δεκέμβρη είναι ανοιχτά

dek1.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής
Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, στη συμβολή των οδών Τζαβέλα και Μεσολογγίου, ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, έπεφτε νεκρός μετά από πυροβολισμό ειδικού φρουρού της Ελληνικής Αστυνομίας.

Ξαφνικά, σα να έπιασε φωτιά σε ένα κάμπο γεμάτο ξηρασία αλλά και κατάφορτο με συσσωρευμένο καύσιμο υλικό, μια νεολαιίστικη έκρηξη συγκλόνισε την Ελλάδα από άκρη ως άκρη. Οι λέξεις οργή, εξέγερση, θυμός, κράτος, επανάσταση, μπήκαν ξανά στη συζήτηση. Τα πράγματα έφτασαν στο παραπέντε της κήρυξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και αυτό παρά το γεγονός ότι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα και τα επίσημα συνδικάτα, είδαν τα εξεγερτικά γεγονότα με εχθρότητα ή –στην καλύτερη περίπτωση- με επιφύλαξη και φόβο για ‘’το ανεξέλεγκτο και αδιέξοδο της βίας’’

Από τότε, έχουν έρθει τα πάνω κάτω, μένοντας ίδια μόνο στην τελευταία τους ανάλυση.
Ήταν άραγε εκείνος ο Δεκέμβρης απλά μια έκρηξη τυφλής βίας που έσβησε; Διαψεύστηκαν ίσως όσοι αναζήτησαν σε αυτόν το ιστορικό νόημα μιας εξέγερσης που διατηρούν ως φαντασίωση;
Δικαιούται κανείς να φωτογραφίζει από όποια γωνία θέλει τον άγριο Δεκέμβρη του 2008, δεν θα καταφέρει ωστόσο να τον αποσπάσει ούτε από το «παρελθόν» που τον επώασε, ούτε κυρίως από το «μέλλον» που προεικόνισε απελπιστικά ορθά.

Οι φωτιές δεν ανάβουν έτσι ξαφνικά. Στο διάστημα 1977-79, τα πανεπιστήμια φλέγονταν ενάντια στο νόμο 815. Το 1980 η Αθήνα καιγόταν θρηνώντας τους δολοφονημένους Κουμή και Κανελλοπούλου. Το 1985 ο «Γρηγορόπουλος» είχε και πάλι δολοφονηθεί στο πρόσωπο του Μ. Καλτεζά, έχοντας και τότε πυρπολήσει την Αθήνα. Στη διετία 1987-88 τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονταν με τις πρώτες «υποψίες» για το θανατηφόρο «εκσυγχρονισμό» που έφερναν οι ΕΟΚικές οδηγίες, Το 1991 ένα τεράστιο κύμα καταλήψεων σε σχολεία και πανεπιστήμια, ήρθε αντιμέτωπο με τη δολοφονία Τεμπονέρα. Στη διετία 1998-1999 οι μαθητές προχωρούσαν κατά κύματα σε καταλήψεις και διαδηλώσεις. Το 1999 , με αφορμή την επίσκεψη Κλίντον, χιλιάδες ανθρώπων συγκρούστηκαν με την αστυνομία, ενώ το 2006 ήταν η χρονιά μαζικότατων αγώνων με αφορμή το «άρθρο 16» για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Όλα αυτά δεν γράφονται μόνο για να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι αγωνιστικές και συγκρουσιακές πρακτικές στην Ελλάδα, ειδικά στο χώρο της νεολαίας, έχουν μακρά παράδοση. Ίσως μεγαλύτερη αξία έχει η επισήμανση ότι στο πλαίσιο και χάρη στην ύπαρξη αυτής της εμπειρίας με μαζικούς όρους, ωρίμασε και η συνείδηση πως «αυτές οι μορφές δε φτάνουν». Όπως και νάναι, κανείς δεν πανηγυρίζει για τους «αγώνες», όσο θα χαιρόταν για μια αληθινή νίκη, απέναντι σε ένα σύστημα που αποδεικνύεται άδικο, άτεγκτο, δολοφονικό. Η μορφή του Δεκέμβρη, ότι και να επισημάνει κανείς για τα πολιτικά του όρια, ανέστησε τη συγκρουσιακή πρακτική και διεκδίκησε μια φιλοσοφία επαναστατικής ρήξης και νίκης, σπάζοντας παράλληλα την αίσθηση αήττητου για το κράτος.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη, έκφρασε τη βαθειά πεποίθηση της νεολαίας ότι το μέλλον της είναι ήδη λεηλατημένο. Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πρωταγωνιστές ήταν ακριβώς οι «απόβλητοι» του κύκλου της καπιταλιστικής κρίσης που έκαψε την Ελλάδα στα χρόνια μετά το Δεκέμβρη: Νέοι, άνεργοι, παιδιά μεταναστών, επισφαλώς εργαζόμενοι. Αυτοί δηλαδή τους οποίους τα μνημόνια που ακολούθησαν, τους «περιποιήθηκαν» με ακόμη σκληρότερο τρόπο, μειώνοντας για παράδειγμα το βασικό μισθό των νέων όχι 22% αλλά 32%.

Δεν ήταν ωστόσο και δεν είναι μόνο η στενά οικονομική πλευρά. Η κραυγή του Νοέμβρη ήταν πραγματικά ιδιαίτερα νεολαιίστικη: ήταν μια απόρριψη της μετατροπής της ήττας της εργατικής τάξης των προηγούμενων γενιών σε μια επένδυση (ανύπαρκτης, αλλά υποχρεωτικής) επιτυχίας των νέων παιδιών μέσα από ένα αμόκ υποχρεώσεων χωρίς αντίκρισμα αλλά με κόστος στο νόημα ζωής. Όποιος δε βλέπει τον ιδιαίτερο ρόλο της νεολαίας, όχι απλά ως χωριστή συμβολή στην ανατρεπτική πάλη, αλλά και ειδικότερα ως δημιουργική συνιστώσα μετασχηματισμού μιας ανεπαρκούς γραμμής που επαγγέλλεται κατά τα άλλα την επανάσταση, μάλλον φοβάται την ίδια την επανάσταση.
Όλα τα πολιτικά κόμματα, και ιδιαιτέρως η κοινοβουλευτική αριστερά, επεσήμαναν την «απουσία πολιτικών στόχων» του Δεκέμβρη. Αυτή όμως η έλλειψη έχει ένα διπλό χαρακτήρα.

Οπωσδήποτε, αντανακλά την απουσία επαναστατικής εργατικής πολιτικής που να συνέχει τη συνολική δράση κατά του συστήματος και να τη συνδέει με την καθολική αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση. Ποικίλα αναρχικά ρεύματα, όχι μόνο δεν μπορούν να υπερβούν αυτή την αδυναμία, αλλά αιχμαλωτίζονται σε μια φαντασιακή «συνεχούς επαναστατικής δράσης» αντι-κρατισμού και «κατά των αφεντικών», χωρίς στόχο επανάστασης και σε πλήρη αφαίρεση από τον καπιταλισμό ως όλο, τις αστικές κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα.

Από την άλλη, αυτή η «έλλειψη» αιτημάτων «συγκεκριμένης» μορφής περιέχει την απόρριψη των αυταπατών των αέναων μεταρρυθμίσεων που η ρεφορμιστική αριστερά θεωρεί ως «σκαλοπάτια», αλλά και την τάση μαζικού αγκαλιάσματος του προτάγματος της ρήξης και της επαναστατικής τομής, ως αυτοτελούς προϋπόθεσης για να αλλάξει η ζωή. Το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό την πλευρά αυτή την εξέφρασε ο αντεξουσιαστικός και αναρχικός χώρος, την ίδια ώρα που η τότε ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα, δήλωνε ότι «με την πραγματική λαϊκή εξέγερση, δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι», οφείλει να προβληματίσει το σύνολο των ρευμάτων της αριστεράς και ιδιαίτερα την αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά.

Την ίδια στιγμή, ο Δεκέμβρης απέδειξε ότι το επαναστατικό πρόταγμα δεν ταυτίζεται με τη θεολογική, μεταφυσική μορφή που του προσδίδει ο κομμουνιστικός ρεφορμισμός, αλλά αντίθετα, μπορεί να νοηματοδοτήσει εκρηκτικά την άμεση δράση. Όσο είναι αληθινό πως η επαναστατική συνείδηση που οφείλει με τη δράση της να διαμορφώνει η πρωτοπορία, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι «δρώντας, μαθαίνουμε και συνειδητοποιούμε».

Αυθόρμητο, βία και επανάσταση
Η Αριστερά δεν πήρε το μήνυμα

Συνηθισμένη είναι και κριτική που στήνει στο εδώλιο τον «αυθόρμητο» χαρακτήρα του Δεκέμβρη. Χίλιες δυο σωστές επισημάνσεις γίνονται, που ωστόσο δεν πρέπει να κρύψουν την πλήρη ανυποληψία των υπαρχουσών μορφών «οργανωμένης» έκφρασης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η αυθόρμητη και ημιτελής εκ νέου ανακάλυψη μορφών οργάνωσης, πλούτου πρακτικών και δράσης τις καυτές μέρες του Δεκέμβρη, αποτελούν μια εμβρυακή ψηλάφηση της συνειδητής ανάγκης για την οργάνωση του λαού και της επαναστατικής πάλης, πέρα και έξω από τις συνήθεις διαδρομές του κοινοβουλευτισμού. Και εδώ, οφείλουμε να σκάψουμε βαθύτερα… Στο κάτω κάτω θα πρέπει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι από το 2004 έως σήμερα, δύο εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη στάση του εκλογέα και μετατοπίστηκαν προς την αποχή.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η αριστερά δεν πήρε το μήνυμα, το «αίτημα» του Δεκέμβρη για άλλη απάντηση στο ζήτημα της οργάνωσης και της επαναστατικής δράσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, ούτε και όταν τέθηκε για δεύτερη φορά με μαζικούς όρους, με «ειρηνική» μορφή μέσω του κινήματος των «πλατειών» λίγα χρόνια αργότερα.
Αυτό αποδεικνύει επώδυνα ότι η πολιτική απόσταση από το Δεκέμβρη δεν είχε να κάνει κυρίως με το άρωμα «βίας» που αυτός περιείχε, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη κληρονομημένη ενσωμάτωση της ρεφορμιστικής αριστεράς σε ένα αστικό κοινοβουλευτισμό που σαπίζει, βυθιζόμενη η ίδια στο τέλμα του.
Ο Δεκέμβρης ήταν πράγματι βίαιος, χωρίς φυσικά να έχει σχέση με την αστική πολιτική και οικονομική βία της καθημερινής ζωής σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εκεί ‘’δε μιλάμε για βία, αλλά για βιασμό’’.

Βλέποντας ωστόσο αυτοκριτικά την έκβαση της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης που σηματοδότησαν τα «μνημονιακά» χρόνια, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν προετοιμαστήκαμε για αυτήν, πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά.

Το ποιος και πόσο θα ματώσει, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ανευθυνότητα, συνθήματα ή ξόρκια αποφυγής της βίας. Το 99% της κοινωνίας, σε αντίθεση με την άρχουσα κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά ολιγαρχία, ούτε έχει ανάγκη, ούτε θέλει τη βία και τα αίματα. Όλα όμως εξαρτώνται από την αδυσώπητη λογική του συσχετισμού. Από το εύρος, το βάθος και τη διάταξη του δικού μας ‘’στρατοπέδου’’, του εργατικού κοινωνικού μπλοκ της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και επανάστασης, απέναντι στο αστικό μπλοκ και την δικτατορία των αγορών.

Και για αυτό είναι μεγαλύτερη η συζήτηση που πρέπει να γίνει μέσα στην κομμουνιστική αριστερά.

πηγη: pandiera.gr

Σελίδα 4084 από 4475
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή