Σήμερα: 26/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

tarpagkos.jpg

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Στις τέσσερεις δεκαετίες της μεταπολιτευτικής διαδρομής της ελληνικής κοινωνίας, η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας ευρύτερα, στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της οικονομίας, επέλεξε την πολιτική της εκπροσώπηση είτε δια μέσου της σοσιαλδημοκρατίας, είτε στη σημερινή περίοδο δια μέσου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η μία διαδικασία κράτησε ένα μακρόχρονο διάστημα, με αφετηρία τις βουλευτικές εκλογές του 1977, όπου το ΠΑΣΟΚ είχε αναδειχθεί αξιωματική αντιπολίτευση με 27% της λαϊκής ετυμηγορίας, μέχρι την εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου 2012, όπου πλέον καταγράφηκε η κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών εκπροσωπήσεων των λαϊκών τάξεων. Η διατήρηση του ΠΑΣΟΚ στο κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας επί μια ολόκληρη 35ετία οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι στη δεκαετία του 1980, όπου κατείχε την διακυβέρνηση επί δύο συνεχόμενες τετραετίες, άσκησε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, μέσα στα πλαίσια βέβαια της σταθεροποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΕΩΝ

Έτσι ενδεικτικά δημιούργησε το εκτενές δίκτυο των τεχνολογικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, προχώρησε στην θεσμοθέτηση και εφαρμογή του ΕΣΥ, υλοποίησε τον εκδημοκρατισμό της συνδικαλιστικής νομοθεσίας, άσκησε μια στοιχειωδώς αναδιανεμητική εισοδηματική πολιτική κλπ. Έτσι, παρόλη την μεγάλη μεταστροφή του στα μέσα της δεκαετίας του 1990 προς το νεοφιλελευθερισμό, διατήρησε τις πολιτικές εργατικές του εκπροσωπήσεις επί μια ολόκληρη 20ετία, επειδή ακριβώς οι λαϊκές τάξεις, παρόλη αυτή την μεταστροφή, το έβλεπαν ως τον «φορέα φιλολαϊκής πολιτικής», απέναντι στην συντηρητική παράταξη που ανοιχτά υπερασπίζονταν τα συμφέροντα της αστικής τάξης και των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων. Η υιοθέτηση της μνημονιακής πολιτικής από την άνοιξη του 2010 και μέχρι το καλοκαίρι του 2012 επέφερε την απονομιμοποίηση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, και οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015 επισφράγισαν την μαζική μετατόπιση της κοινωνικής της βάσης προς τα αριστερά, και στην προκειμένη περίπτωση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα, η μακροχρόνια κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας βασίζονταν στις οργανικές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα σε βασικές μορφές του εργατικού συνδικαλισμού (εργοστασιακά σωματεία, δημόσιοι υπάλληλοι, κοινωφελείς επιχειρήσεις) και στην πολιτική πρακτική του ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον στις δεκαετίες 1980 – 90. Δεν επρόκειτο δηλαδή απλά για την έκφραση των εκλογικών προτιμήσεων της πλειονότητας της εργατικής τάξης, αλλά ακόμη περισσότερο για την οργανική σύνδεση των κοινωνικών πρακτικών με την πολιτική διακυβέρνηση ή αντιπολίτευση της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτοί οι δεσμοί διατηρήθηκαν ακόμη και μέχρι σήμερα, παρόλη προφανώς την καταφανή παραφθορά και καθίζηση των αντίστοιχων θεσμικών συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων.

Στην σύγχρονη περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, προς τον οποίο πραγματοποιήθηκε η στροφή προς τα αριστερά των εργαζομένων στρωμάτων, τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά, γιατί ακριβώς απουσιάζουν και οι δύο όροι που είχαν κρατήσει την ελληνική σοσιαλδημοκρατία στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας. Από τη μια πλευρά ο σχηματισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αφότου εδώ και έναν χρόνο ανέλαβε την κυβερνητική διαχείριση, δεν άσκησε κανενός είδους κοινωνική αναδιανεμητική πολιτική, παρά τις περί του αντιθέτου δεσμεύσεις του, γιατί ακριβώς ήδη από το καλοκαίρι του 2012 είχε δρομολογήσει μια πορεία προσέγγισης με την αστική τάξη της χώρας και την ευρωπαϊκή ένωση των αστικών τάξεων, και υπόκλισης στα συμφέροντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το «να πληρώσουν οι πλούσιοι» ή η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού και των αποδοχών των συλλογικών συμβάσεων εξοβελίστηκαν από το οπτικό πεδίο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Απεναντίας με την εφαρμογή του 3ου μνημονίου όχι μόνον διατήρησε και συνέχισε την πολιτική εισοδηματικής λιτότητας σε βάρος των λαϊκών τάξεων, αλλά επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την φορολόγησή τους, δεν αντιμετώπισε την υπερμεγέθη ανεργία και μειώνει ακόμη παραπέρα τις ήδη αποψιλωμένες συντάξεις.

Αλλά και από την άλλη πλευρά, η Ριζοσπαστική Αριστερά δεν διαμόρφωσε σχέσεις οργανικής εκπροσώπησης των κυριαρχούμενων τάξεων, δηλαδή ανάδειξης ενδιάμεσων συνδικαλιστικών διαμεσολαβήσεων : Η παρουσία των εργατικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλη την σχετική τους ριζοσπαστικότητα, παρέμειναν περιθωριακό φαινόμενο, κάτω από την βαριά σκιά της εκλογικής επιρροής και εκπροσώπησης. Έτσι οι πολιτικές σχέσεις της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας (μια και άλλωστε η υπόσταση του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ έχει εξανεμιστεί), με τα εκπροσωπούμενα λαϊκά στρώματα είναι εξαιρετικά εύθραυστες και περιορισμένης χρονικής εμβέλειας, σε σχέση με την ιστορική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευσε έναν αυθεντικό μεταρρυθμιστικό σχηματισμό, που είχε τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας : Αναδιανεμητική πολιτική και κοινωνικές εκπροσωπήσεις. Οδηγήθηκε στην χρεοκοπία γιατί υποκλίθηκε στις ανάγκες αποκατάστασης της κερδοφορίας ενός ελληνικού καπιταλισμού σε βαθειά κρίση, και εξ αυτού του λόγου έχασε την λαϊκή του νομιμοποίηση.

Απεναντίας ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιπροσωπεύει ένα τέτοιου είδους πολιτικό φαινόμενο, γιατί ούτε αναδιανεμητική πολιτική είχε το σθένος να εφαρμόσει, ούτε και εργατικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις να συγκροτήσει. Μ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιστορική σοσιαλδημοκρατία, παρόλο που κατέληξε και αυτός στη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του εφόσον απουσίαζαν τα δύο θεμελιώδη σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε περισσότερο η πολιτική έκφραση ενός λαϊκού ριζοσπαστισμού, συγκροτημένου στο έδαφος της αντιπαλότητας στη μνημονιακή πολιτική, που όμως από τη στιγμή που αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση και έβαλε πλώρη για την κυβερνητική εξουσία, κυριαρχήθηκε από τμήματα των μικροαστικών τάξεων της διανοητικής εργασίας, τα οποία και αποτύπωσαν την δική τους εκσυγχρονιστική, φιλοευρωπαϊκή και αστική σε τελική ανάλυση ηγεμονία για την πορεία των πραγμάτων.

Η απονομιμοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής με όλα τα μνημονιακά μέτρα που εφαρμόζει δημιουργεί εκ νέου ρήγμα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στα εκπροσωπούμενα εργατικά στρώματα, που παραμένουν χωρίς πολιτική εκπροσώπηση στο επίπεδο άμυνας και προάσπισης των θεμελιωδών ταξικών τους συμφερόντων, γεγονός που καθιστά την Ριζοσπαστική Αριστερά στα σίγουρα σαφή μειοψηφία στο επίπεδο των λαϊκών προτιμήσεων. Εντούτοις αυτή η εκ των πραγμάτων «αποστασιοποίηση» της εργαζόμενης πλειοψηφίας, μετά την διπλή ιστορική ήττα του σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού και του μικροαστικού εκσυγχρονισμού, δεν μεταστρέφεται άμεσα προς άλλες κατευθύνσεις που θα μπορούσε να βαδίσει.

ΔΡΟΜΟΙ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Το ΚΚΕ το οποίο δεν αξιοποίησε ούτε στο ελάχιστο την λαϊκή στροφή προς τα αριστερά στα προηγούμενα χρόνια (απεναντίας είδε τις δυνάμεις του να συρρικνώνονται), συνεχίζει να αδυνατεί να αποτελέσει ελκτικό πόλο λαϊκής πολιτικής συσπείρωσης, παρόλη την φαινομένη «δυναμική» των ισχνών ούτως ή άλλως κοινωνικών του εκπροσωπήσεων. Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι εργατικές συνειδήσεις δεν είναι αρκετά «ώριμες», ούτε στο ότι προκαλεί δέος με τις μεγάλες οικονομικές αλλαγές που ευαγγελίζεται. Απεναντίας τα λαϊκά στρώματα δεν το πλαισιώνουν, παρόλες τις μετακινήσεις που έχουν καταγραφεί στα τελευταία χρόνια γιατί : Συνεχίζει και προβάλλει ως πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης τον δεσποτικό κρατικό καπιταλισμό του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πράγμα εξαιρετικά απωθητικό για τις εργατικές τάξεις της Δύσης. – Λειτουργεί πολιτικά θέτοντας την στρατηγική στο πεδίο της τακτικής, εξοβελίζοντας το σοσιαλιστικό μέλλον στο υπερπέραν και αδυνατώντας να συνδέσει οργανικά το κίνημα του ιστορικού παρόντος με μια αντικαπιταλιστική προοπτική κλπ.

Παράλληλα αυτός ο εργατικός κόσμος του ιδιωτικού τομέα, των συνταξιούχων, των ανέργων και της νεολαίας, αποδεικνύεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μεταστρέφεται προς το νεοναζισμό της Χρυσής Αυγής, για πολλαπλούς λόγους : Πρώτα απ’ όλα γιατί διέπεται από μια ιστορική δημοκρατική παράδοση καθόλη τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αιώνα και από το γεγονός ότι έχει υποφέρει τα μέγιστα από δικτατορίες και διώξεις του κράτους της εθνικοφροσύνης. – Στη συνέχεια γιατί αυτό το πολιτικό μόρφωμα είναι πραγματικά εγκληματική οργάνωση (που εντούτοις κυκλοφορεί και δρα ελεύθερο, παρόλες τις ποινικές διώξεις που είχαν ασκηθεί), που δεν μπορεί να συσπειρώσει παρά λούμπεν κοινωνικά στοιχεία του «μαύρου μετώπου» (μηχανισμοί ασφαλείας, εθνικιστικά κέντρα, εκκλησιαστικοί κύκλοι) και παραφθαρμένες μερίδες της μικροαστικής τάξης. Είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, που δεν έχει αναδείξει σε καμία περίπτωση εγκληματικές δραστηριότητες και έχει κατορθώσει να προσελκύσει λαϊκά στρώματα που ιστορικά άφησε ακάλυπτα το γαλλικό ΚΚ.

Τέλος η «αποστασιοποίηση» των λαϊκών τάξεων από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να στραφεί προς την κλασική συντηρητική παράταξη της ΝΔ, γιατί από ιστορικό πολιτικό και κοινωνικό ένστικτο ο εργαζόμενος κόσμος νιώθει απέχθεια προς μια παράταξη που έχει συμβάλλει σε όλα τα δεινά της νεοελληνικής ιστορίας. Η ΝΔ δεν μπορεί να συγκεντρώνει παρά την στήριξη της αστικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, καθώς και τμήματος της δημοσιοϋπαλληλίας, και έτσι η απήχησή της έχει οροφή που δεν μπορεί να ξεπεράσει, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα της. Άλλωστε είναι καθαρή και ανοιχτή η εχθρότητα της συντηρητικής παράταξης προς τον κόσμο των κυριαρχούμενων τάξεων, στον οποίο δεν μπορεί να δώσει καμία προοπτική.

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Μ’ αυτά τα δεδομένα, πώς εμφανίζεται τελικά η κοινωνική «κατάσταση» της μισθωτής εργασίας στις σημερινές συνθήκες όπου επιχειρείται η υλοποίηση ενός νέου μνημονίου, στην ίδια τροχιά με εκείνα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ;

1) Στο οικονομικό επίπεδο είναι χαρακτηριστική η εξαθλίωση που έχει καταλάβει μεγάλα τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας (άνεργοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, εργαζόμενοι με ελαστική απασχόληση ή στην ζώνη της αδήλωτης εργασίας, χαμηλοσυνταξιούχοι, νεολαία απόφοιτη των ΑΕΙ και των ΤΕΙ κλπ.). Και ταυτόχρονα η ριζική υποβάθμιση των υπολοίπων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας (εργαζόμενοι ιδιωτικού και δημόσιου τομέα κ.ά.) συμπληρώνει μια συνολική εικόνα που τείνει να έχει πλέον τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά, και να οδηγείται ευθέως στην υποβάθμιση των λαϊκών τάξεων βαλκανικών χωρών στην τελευταία εικοσιπενταετία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης (π.χ. Βουλγαρίας, Ρουμανίας).

2) Στο κοινωνικό επίπεδο, η μεγάλη πλειονότητα των λαϊκών στρωμάτων δεν διαθέτει πλέον συλλογικότητες ανάπτυξης συνδικαλιστικών πρακτικών, τουλάχιστον αμυντικής φύσης, αν όχι επιθετικής αντεπίθεσης. Με μοναδική εξαίρεση την λειτουργία συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων στον δημόσιο τομέα (όπου όμως η επαναπρόσληψη των υπαλλήλων που είχαν απολυθεί δημιουργεί μια αδράνεια και στασιμότητα), οι τρεις άλλες κατηγορίες (εργαζόμενοι καπιταλιστικής παραγωγής, άνεργοι και πλειοψηφικά νέοι, συνταξιούχοι), βρίσκονται αντικειμενικά σε καθεστώς ισχυρής καταστολής εξ αιτίας δύο παραγόντων : Από τη μια πλευρά της παραλυτικής επίδρασης των ανέργων επί της ενεργού εργασίας, της απουσίας συλλογικής δικτύωσης εντός των τάξεων της ανεργίας, και της δυσχέρειας κίνησης μεγάλου μέρους των συνταξιούχων για καθαρά αντικειμενικούς λόγους (καταπόνηση ζωής, ασθένειες κ.ά.). – Από την άλλη πλευρά, τα πλήγματα εισοδηματικής λιτότητας που έχουν καταφέρει οι μνημονιακές πολιτικές την τελευταία πενταετία, καθιστούν την δυνατότητα απεργιακής κινητοποίησης εξαιρετικά οδυνηρή από μισθολογική άποψη αν όχι απαγορευτική.

3) Τέλος, στο πολιτικό επίπεδο, συνεχίζεται η ενστικτωδώς ταξική στάση των εργαζομένων προς τα κλασικά αστικά πολιτικά κόμματα του μνημονιακού τόξου (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι), δηλαδή η απόρριψή τους. Εντούτοις, ο ανεπαρκής τρόπος προσέγγισης του κοινωνικού ζητήματος και της κίνησης των λαϊκών τάξεων από την πλευρά της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς δεν προσελκύει τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ενώ οποιαδήποτε μεταστροφή τους προς το νεοναζισμό αποκρούεται με απέχθεια. Έτσι εκείνο που κυρίως κυριαρχεί ακόμη σήμερα είναι η απογοήτευση, η σύγχυση, η αποστασιοποίηση, η αδρανοποίηση, που υποδηλώνει μια στάση διάψευσης των προσδοκιών από την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί την λαϊκή εκλογική του επιρροή, κατά τρόπο ενεργό, προς εναλλακτικούς ριζοσπαστικούς προσανατολισμούς και αριστερές εναλλακτικές λύσεις.

Αυτοί είναι οι λόγοι που στο πολιτικό προσκήνιο έχουν αναδειχθεί με αντίστοιχες ισχυρές κινητοποιήσεις μόνον τμήματα των μεσαίων και κατώτερων μερίδων των μικροαστικών τάξεων, ιδιαίτερα της διανοητικής (δικηγόροι, μηχανικοί) και της χειρωνακτικής (αγρότες) εργασίας, με αφορμή την κοινωνική αντιπαλότητα απέναντι στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που συνεχίζει την αποψίλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Τα στρώματα αυτά έχουν την δυνατότητα ως εκ της επαγγελματικής τους θέσης, να προχωρούν σε μακροχρόνια κινητοποίηση, που προφανώς έχει οικονομικό κόστος για τα ίδια, ωστόσο όμως δεν φτάνει στο σημείο που να προκαλεί ανήκεστο βλάβη στην παραγωγική τους κατάσταση (με την παρατεταμένη αποχή τους δεν χάνουν τους ελκυστήρες, τα χωράφια, το γραφείο ή την πελατεία τους). Η μισθωτή εργασία που βρίσκεται στην κατάσταση ισχυρής καταστολής, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, αλλά και σε έναν βαθμό στο δημόσιο, αδυνατεί να βγει αγωνιστικά στο πολιτικό προσκήνιο, με αποτέλεσμα η συνολική συνδικαλιστική πίεση που έχει ασκηθεί στο τελευταίο δίμηνο Ιανουάριου – Φεβρουάριου 2016, να είναι μεν σημαντική, μακριά όμως από το αναγκαίο επίπεδο του να είναι αποτελεσματική.

Η ΑΝΕΦΙΚΤΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Μ’ αυτά τα δεδομένα δύο είναι οι προοπτικές πολιτικής έκφρασης ενός σημαντικού μέρους των λαϊκών στρωμάτων : Είτε η συνέχιση της διατήρησής τους στο πεδίο της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, με παράλληλα φαινόμενα αδρανοποίησης και αποχής, είτε η μεταστροφή τους σε μια ριζοσπαστική εναλλακτική αντιμνημονιακή διέξοδο καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης. Στην πρώτη περίπτωση, που βρίσκει το αντίστοιχό της στην κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ιταλία, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα λειτουργεί βέβαια ως δύναμη της Αριστεράς, ρόλο που έχει εγκαταλείψει με την πολιτική του 3ου μνημονίου, αλλά ως κυβερνητική διαχείριση της Κεντροαριστεράς, που κατορθώνει να ισορροπεί ανάμεσα στα μνημονιακά μέτρα και σε μέτρα «ανακούφισης» των κοινωνικά «ασθενεστέρων και αδυνάμων». Εγκατάλειψη λοιπόν των μεγάλων ριζοσπαστικών προσδοκιών, γείωση στο πεδίο του «πολιτικού ρεαλισμού» και αποφυγή της επιδείνωσης των όρων ζωής και εργασίας των λαϊκών τάξεων με μέτρα που έχουν ως αναφορά την κοινωνική αλληλεγγύη και το πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας (επιλεκτική χορήγηση στοιχειώδους διατροφής και ρεύματος όπως και νοσοκομειακής περίθαλψης σε ακραία αναξιοπαθούσες ομάδες του πληθυσμού).

Πιστεύεται δηλαδή ότι μ’ αυτό τον πολιτικό δυισμό θα αποτυπωθεί μια κεντροαριστερή φυσιογνωμία, που μέσα στις παρούσες συνθήκες (πιέσεων των θεσμών, προσφυγικής κρίσης, κινδύνων νέας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης, ανόδου των ευρωπαϊκών εθνικισμών κλπ.), και το τελευταίο μνημόνιο θα μπορεί πιστά να εφαρμόζει, αλλά και να διαμορφώνει ένα στοιχειώδες «δίχτυ ασφαλείας» στα πιο εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού της χώρας. Μ’ αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα κατορθώσει να διατηρήσει ένα σημαντικό μέρος της προηγούμενης εκλογικής της επιρροής, να παραμείνει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό ως ο δημοκρατικός φιλολαϊκός πόλος του σημερινού διπολισμού, και έτσι να ξεφύγει χωρίς μεγάλες απώλειες από τη διέλευση ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες. Ωστόσο αποδεικνύεται ότι αυτός ο δυισμός είναι σαφέστατα ετεροβαρής, εφόσον με τα μέτρα που εφαρμόζει πλήττουν ισχυρά τα συμφέροντα όχι μόνον της εργατικής τάξης, αλλά και συνολικότερα των μεσαίων και κατώτερων μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου.

Τα παραδείγματα που προσφέρει η σύγχρονη πραγματικότητα αφθονούν: Εξαέρωση επικουρικών ταμείων και ισχυρή μείωση κυρίων συντάξεων με το νέο τρόπο υπολογισμού τους. – Διατήρηση και προσαύξηση των μέτρων φορολογικής επιβάρυνσης των εργαζομένων και συνταξιούχων, όπως η αυξημένη έμμεση φορολογία, ο φόρος επί της κατοικίας κ.ά. – Επιτάχυνση της εκχώρησης στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο των δημόσιων επιχειρήσεων που και παραγωγική λειτουργία εξασφαλίζουν, και κερδοφορία παρουσιάζουν κλπ. Τέτοιου είδους γενικευμένα πλήγματα που αφορούν την συντριπτική πλειονότητα της εργαζόμενης κοινωνίας, δεν μπορούν κατά κανέναν τρόπο να αντισταθμιστούν από μέτρα «παράλληλου προγράμματος», τη στιγμή που δεν αντιμετωπίζουν το μείζον ζήτημα της ανεργίας που προκαλεί τη λαϊκή εξαθλίωση, ούτε το πρόβλημα της νοσοκομειακής περίθαλψης (οι λίστες αναμονής έχουν διευρυνθεί, το ιατρικό προσωπικό σπανίζει, η υλικοτεχνική και φαρμακευτική υποδομή παραφθείρονται) κλπ.

Άλλωστε από την άλλη πλευρά οι απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου όπως αναδεικνύονται από τους θεσμικούς του εκπροσώπους (τράπεζες, ευρωπαϊκά όργανα κλπ.) στις ατελεύτητες διαδικασίες διαπραγμάτευσης, γίνονται ολοένα και πιο απαιτητικές. Και επειδή η απομείωση του δημόσιου χρέους, μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης αποτελεί μια «φαντασίωση» της σημερινής κυβέρνησης (απλά το μόνο που συζητείται είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και το ύψος των επιτοκίων), ουσιαστικά η εφαρμογή του 3ου μνημονίου γίνεται έτσι ώστε να διαμορφώνονται οι όροι υιοθέτησης ενός 4ου μνημονίου και ούτω καθεξής. Κατά συνέπεια η τροχιά στην οποία κινείται ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ εκφεύγει και του πεδίου της Κεντροαριστεράς «αλά ιταλικά» και προσγειώνεται ανώμαλα στο έδαφος της γυμνής αστικής διαχείρισης. Κι’ είναι αυτό που καθιστά συνεχώς εντονότερη την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης σε σχέση με τις λαϊκές της εκπροσωπήσεις.

ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Αν λοιπόν η σημερινή κυβέρνηση οδηγείται στην απονομιμοποίησή της, και εφόσον άλλες διέξοδοι εμφανίζονται ανεδαφικές να ακολουθήσουν οι εργαζόμενες δυνάμεις, τότε ως μοναδική διέξοδος προβάλλει μια εναλλακτική λύση με αντιμνημονιακά, ριζοσπαστικά και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, που βασίζεται τόσο σε στόχους άμυνας του κινήματος, όσο και σε μεταβατικές ριζοσπαστικές επιδιώξεις, καθώς και σε μια γενική στρατηγική κατεύθυνση της καθολικής λαϊκής χειραφέτησης. Βέβαια μια τέτοια προοπτική δεν μπορεί να προκύψει αυτοματοποιημένα, αν δηλαδή δεν διαμεσολαβήσει η υλική πραγματοποίηση αυτής της απονομιμοποίησης, μια διαδικασία σύνθετη, όπως αυτή άλλωστε που είχε οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κατάκτηση της διακυβέρνησης της χώρας, με την απώλεια της νομιμοποίησης της μνημονιακής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Η εκ νέου στροφή των λαϊκών στρωμάτων προς τα αριστερά δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη.

Οι παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν μια τέτοια εξέλιξη στην σημερινή περίοδο είναι πολλαπλοί, μεταξύ των οποίων: Η αντιπολιτευτική κίνηση του κοινωνικού και εργατικού κινήματος. – Ένα ισχυρό ρεύμα διανοητικού διαφωτισμού των λαϊκών συνειδήσεων με όρους ανάλυσης και κριτικής της τρέχουσας πραγματικότητας. – Μια συστηματική επιχειρηματολογία που αποδομεί με πειστικούς όρους τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο των αστικών δυνάμεων. – Μια πολιτική πρόταση που διαμορφώνει συγκεκριμένα τους εναλλακτικούς όρους της γενικευμένης κοινωνικής χειραφέτησης. Απαιτείται η συνδρομή όλων αυτών των όρων προκειμένου να προαχθεί η διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ με μεγάλα εργατικά και λαϊκά στρώματα.

Δεν μπορεί προφανώς να υπάρξει διέξοδος με την συνδρομή ενός και μόνον από αυτούς τους παράγοντες. Το αγωνιστικό κοινωνικό κίνημα όπως συμβαίνει σήμερα με το ασφαλιστικό νομοσχέδιο (αγρότες, δικηγόροι, εργαζόμενοι δημόσιου τομέα), ακόμη και αν κατορθώσει να επιφέρει την ακύρωση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, δεν είναι αυτονόητα ικανό να ανοίξει εναλλακτικούς πολιτικούς δρόμους. Μια ενδεχόμενη αποχώρηση από τις νομισματικές και δημοσιονομικές ρυθμίσεις της ζώνης του ευρώ εξίσου δεν είναι από μόνη της επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από βαθιούς αντικαπιταλιστικούς μετασχηματισμούς στο εσωτερικό του επιχειρηματικού τομέα της ελληνικής οικονομίας κλπ. Πρόκειται άρα για μια πολυσύνθετη διαδικασία κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής φύσης, στα πλαίσια της οποίας ο υποκειμενικός παράγοντας έχει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Απ’ αυτή την άποψη εκείνο που χρειάζεται ευθύς εξαρχής να επισημανθεί είναι το γεγονός ότι σ’ όλα αυτά τα πεδία της ταξικής διαπάλης ορθώνονται Γόρδιοι Δεσμοί που και πρέπει να επιλυθούν προκειμένου να ανοίξει ο εναλλακτικός ριζοσπαστικός δρόμος.

Α) Κατ’ αρχήν σ’ ό,τι αφορά την ίδια την κινηματική διάσταση της μισθωτής εργασίας και των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων των μικροαστικών τάξεων, σ’ όλη τη δίμηνη συγκυρία (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2016) της αντιπαράθεσης για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αναδείχθηκε μια μεγάλη ανισομέρεια, τέτοια που να υπονομεύει την αποτελεσματική έκβαση του κινήματος. Από τη μια πλευρά τα μικρομεσαία στρώματα της διανοητικής (δικηγόροι, μηχανικοί) και της χειρωνακτικής (αγρότες) εργασίας δρομολόγησαν κινητοποιήσεις παρατεταμένου χαρακτήρα (διακοπή λειτουργίας δικαστηρίων, αποκλεισμοί εθνικών οδών) με όρους δημοκρατικότητας (μπλόκα στην ύπαιθρο, επιτροπές αγώνα), που πραγματικά επέφεραν ισχυρό πλήγμα στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική.

Εντούτοις από την άλλη πλευρά, στη σφαίρα της μισθωτής εργασίας, με την σχετική εξαίρεση ορισμένων τομέων του δημοσίου (τοπική αυτοδιοίκηση, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης), ο κύριος όγκος των εργατικών δυνάμεων (εργαζόμενοι ιδιωτικού τομέα, άνεργοι, αδήλωτη εργασία, συνταξιούχοι), δεν κατόρθωσαν να κινητοποιηθούν λόγω των καταστρεπτικών μνημονιακών πολιτικών (παράλυση εργαζομένων από την πίεση των ανέργων, αντικειμενική αδυναμία συνταξιούχων, διαλυτική κοινωνική κατάσταση ανέργων κλπ.). Έτσι, ακόμη και αν οι κινητοποιήσεις των πρώτων επιφέρουν ορισμένα αποτελέσματα, με δεδομένη την κατάσταση καταστολής που βρίσκονται τα δεύτερα, είναι δυσχερέστατη η διαμόρφωση των όρων της εναλλακτικής ριζοσπαστικής διεξόδου. Με ποιους τρόπους άρα μπορεί ο υποκειμενικός παράγοντας να ενεργοποιήσει την εργατική πλειοψηφία του πληθυσμού, να επιλύσει αυτό τον γρίφο ;

Β) Κατόπιν, σ’ ό,τι αφορά το πολιτικό επίπεδο στην ευρύτητά του, η προοπτική της αριστερής εναλλακτικής διεξόδου έχει να αντιμετωπίσει την μέχρι σήμερα ήττα και των τριών εκδοχών του προοδευτικού αριστερού κινήματος : Την χρεοκοπία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που από τον μεταρρυθμισμό κατέληξε στο νεοφιλελευθερισμό και στη μνημονιακή πολιτική, εξ ου και η εκλογική της κατάρρευση. – Την ήττα του ιστορικού κομμουνιστικού ανατολικού προτύπου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που έχει συμπαρασύρει και τα αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα στην πολιτική περιθωριοποίηση. – Την αποτυχία της ελληνικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς που από φορέας προώθησης μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων μετατράπηκε σε στυλοβάτη των πολιτικών των μνημονίων. Βέβαια η αιτία αυτών των ηττών στην ιστορία του λαϊκού κινήματος δεν προέρχεται ούτε από την φύση του κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού κινήματος ούτε από την ανεπάρκεια της μαρξιστικής θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Καθοριστικός παράγοντας και στις τρεις αυτές περιπτώσεις (εμπειρίες ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ) στάθηκε το γεγονός ότι η κίνηση των λαϊκών τάξεων προς την επιζήτηση μεταρρυθμιστικών αλλαγών και στρατηγικών στόχων χειραφέτησης, ηγεμονεύτηκε ασφυκτικά από στρώματα των κυρίαρχων τάξεων του αστικού συνασπισμού εξουσίας, πράγμα που προκάλεσε την αποτυχία τους. Στο μεταρρυθμιστικό εργατικό κίνημα της μεταπολίτευσης ηγεμόνευσε η αστική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, που σε τελική ανάλυση επεδίωκε την μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας. - Στο συνδικαλιστικό λαϊκό κίνημα της παραδοσιακής Αριστεράς ηγεμόνευσε η αντίληψη του «σοβιετικού σοσιαλισμού» του ΚΚΕ, που δεν ήταν παρά η επικυριαρχία της κρατικής, κομματικής και επιχειρηματικής γραφειοκρατίας επί της εργατικής τάξης, μέσα σ’ ένα πλαίσιο δεσποτικού κρατικού καπιταλισμού. – Στο ριζοσπαστικό κίνημα εργατικής εκπροσώπησης που ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ηγεμόνευσε στην τριετή τελική περίοδο της εξέλιξής του (Ιούνιος 2012 – Ιούλιος 2015) η μικροαστική εκσυγχρονιστική πολιτική των νέων μικροαστικών τάξεων της διανοητικής εργασίας, που επέφερε την αστική ποδηγέτηση του φαινομένου.

Και στις τρεις περιπτώσεις οι δυνάμεις της εργατικής χειραφέτησης δεν στάθηκαν επαρκείς να αποκτήσουν τον συνολικό έλεγχο και να αποτυπώσουν την δική τους ηγεμονία. Έτσι σήμερα η αριστερή εναλλακτική διέξοδος (σε σχέση με τα μνημόνια, το δημόσιο χρέος, την κρίση υπερσυσσώρευσης, τον κορσέ της ζώνης του ευρώ κλπ.) έχει να επιτελέσει το τιτάνιο έργο της υπέρβασης αυτών των τριών ιστορικών χρεοκοπιών, προβάλλοντας στο προσκήνιο με εντελώς καινούριους όρους που να υπερβαίνουν τα υλικά χαρακτηριστικά των ετερογενών ηγεμονιών επί των λαϊκών εργατικών δυνάμεων. Αναδεικνύεται η επάρκεια και το σθένος να σηκωθεί αυτό το ιστορικό βάρος, τροφοδοτώντας ένα γενικευμένο κίνημα καθολικής χειραφέτησης και απελευθέρωσης, να ποιος είναι ένας δεύτερος γόρδιος δεσμός που έχουμε να λύσουμε.

Γ) Στη συνέχεια, καίριας σημασίας είναι τόσο ο διαφωτισμός του πολιτικού υποκειμένου, όσο και των εργατικών και λαϊκών συλλογικοτήτων από την κριτική μαρξιστική ανάλυση της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας. Αυτό γιατί με αφετηρία το κρίσιμο μεταίχμιο του 1990 (κατάρρευση «υπαρκτού σοσιαλισμού», έναρξη νεοφιλελεύθερης επέλασης), κυριάρχησαν τα δόγματα και οι μυθολογίες της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, εκτοπίζοντας τις προηγούμενες μαρξιστικές επιρροές. Ακριβώς στη διάρκεια της δεκαπενταετίας του «μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού» (1974 – 1989), είχε υπάρξει μια σχετική άνθιση των πολύμορφων ρευμάτων του μαρξισμού, με ισχυρές αποκλίσεις μεταξύ τους, όμως πάντοτε με την επιμονή στην μαρξιστική αναφορά: Ρεύματα του σοβιετικού, ανανεωτικού, σοσιαλιστικού, αντικαπιταλιστικού μαρξισμού, που προφανώς και αντιμάχονταν μεταξύ τους, ωστόσο διατηρούσαν ανοιχτό το πεδίο της λαϊκής ιδεολογικής αναζήτησης.

Εντούτοις ήδη από την δεκαετία του 1980 και κυρίως στο επόμενο διάστημα προέκυψε μία έντονη μεταστροφή ενσωμάτωσης των μαρξιστικών κριτικών ρευμάτων στους αστικούς κρατικούς μηχανισμούς και εξίσου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποχαιρετούσαν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά, την ανεξαρτησία και την έρευνα σε σχέση με την ίδια την εξέλιξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η κατάρρευση προφανώς του ανατολικού κοινωνικού προτύπου, οι σοσιαλδημοκρατικές μεταλλάξεις των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών ΚΚ, καθώς και το αδιέξοδο του ενιαίου Συνασπισμού στο μεταίχμιο του 1990, ήταν αυτά που τροφοδότησαν την περιθωριοποίηση της μαρξιστικής αναλυτικής σκέψης. Επικράτησε έτσι μέχρι σήμερα μια αριστερή πολιτική στις διάφορες εκδοχές της, χωρίς όμως ιδιαίτερη διασύνδεση με την μαρξιστική θεωρία και πολιτική, με επιζήμιες πολιτικές συνέπειες. Δεν έχει να σκεφτεί κανείς παρά το ολοκληρωτικό διαζύγιο της πλειονότητας των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ με τον μαρξισμό, το εξοβελισμό του από κάθε κοινωνική και οικονομική ανάλυση, την επικράτηση έτσι του εμπειρισμού, γεγονός που συνέβαλε και αυτό στην μνημονιακή του μεταστροφή.

Φυσικά οι συνέπειες της σχετικής αποστασιοποίησης Αριστεράς και μαρξισμού είναι πολύμορφες. Αρκεί ένα και μόνον παράδειγμα για να το καταδείξει : Η αναφορά στα συνεχή μνημόνια ως αφετηρία της σημερινής λαϊκής εξαθλίωσης, και άρα της ανάγκης κατάργησής τους, ενώ πολιτικά είναι η ενδεδειγμένη και αναγκαία, δεν είναι επαρκής στην ερμηνεία των μνημονίων και στην αποτύπωση των όρων αποτελεσματικότητας μιας αντιμνημονιακής πολιτικής. Απεναντίας εκείνο που συμβαίνει είναι ότι στο επίκεντρο βρίσκεται εδώ και μια οκταετία η μεγάλη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου με την τραγική συνέπεια της μαζικής ανεργίας, και η αστική τάξη της χώρας από κοινού με την ένωση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, επέβαλαν τα μνημόνια για να εξασφαλίσουν την αντιμετώπιση της κρίσης από το επιχειρηματικό κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ακόμη και αν τα μνημόνια ακυρωθούν, αυτό δεν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα παρά σε συνάρτηση με μια πολιτική που επιζητεί την έξοδο από την κρίση σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση προς όφελος της μισθωτής εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου. Στην πρώτη περίπτωση επικρατεί ένας εμπειρισμός, που φυσικά προσανατολίζει σε αναγκαίες αλλά ανεπαρκείς κατευθύνσεις, στην δεύτερη η μαρξιστική οικονομική ανάλυση της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, που μπορεί να υποδείξει τους δρόμους υπέρβασής της από τη σκοπιά των λαϊκών τάξεων.

Το μεγαλύτερο μέρος των μαρξιστών διανοουμένων, διαφορετικών αποχρώσεων, έχουν μετατραπεί σε οργανικούς διανοουμένους των αστικών κρατικών μηχανισμών, ενώ οι εστίες λειτουργίας της οργανικής διανόησης της εργατικής τάξης είναι περιορισμένες. Στη σημερινή περίοδο η κρίση έχει αναδείξει μια «περίσσεια» διανοητικού δυναμικού στο πρόσωπο των δεκάδων χιλιάδων νέων που είναι κάτοχοι μιας μορφής πανεπιστημιακής γνώσης, και στερούνται των δυνατοτήτων απασχόλησης και άρα κοινωνικής ενσωμάτωσης και ανέλιξης στην κοινωνική ιεραρχία. Μπορεί μέσα στα πλαίσια αυτού του διανοητικού δυναμικού, που απορρίπτεται από το σημερινό σύστημα της αστικής κυριαρχίας, ν’ ανθίσει μια καινούρια άνοιξη του μαρξιστικού διαφωτισμού, απαραίτητης προϋπόθεσης για κάθε προοπτική γενικευμένης λαϊκής χειραφέτησης, να λειτουργήσει αυτό το δυναμικό ως «διαμεσολαβητής» μεταξύ της μαρξιστικής θεωρίας και της εργαζόμενης κοινωνίας;

πηγη: iskra.gr

Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

Πουλώντας μια Αριστερά στον διάβολο

tsipras_1.jpg

«Θα κάτσω στο ίδιο τραπέζι και με τον διάβολο, αλλά δεν θα πουλήσω και την ψυχή μου». Τάδε έφα Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξη του στον γνωστό και μη εξαιρετέο Νίκο Χατζηνικολάου.

Η απά­ντη­ση αφο­ρού­σε ερω­τή­σεις για τα μυ­στι­κο­φα­νε­ρά ρα­ντε­βού με τον ιδιο­κτή­τη του ΔΟΛ και επί­σης γνω­στό για τον εκ­δο­τι­κό και πα­ρα­σκη­νια­κό βίο και την πο­λι­τεία του, Σταύ­ρο Ψυ­χά­ρη. Ο Τσί­πρας επι­μέ­νει να ισχυ­ρί­ζε­ται ότι ενώ μπο­ρεί να κά­θι­σε στο τρα­πέ­ζι των συ­νο­μι­λιών, των δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων, των συ­ζη­τή­σε­ων και των γευ­μά­των – ή των... εσπρέ­σο – με τον διά­βο­λο, η συ­να­να­στρο­φή δεν τον μό­λυ­νε, δεν τον επη­ρέ­α­σε, δεν τον έκανε να βάλει, σαν άλλος Φά­ουστ, πω­λη­τή­ριο στην ψυχή του για τα επό­με­να, πολλά χρό­νια ή και αιω­νί­ως.

Αλή­θεια, κύριε Πρω­θυ­πουρ­γέ;

Ο Τσί­πρας ξε­πού­λη­σε την υπό­θε­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς που ανήλ­θε με λαϊκή εντο­λή αντι­λι­τό­τη­τας και ανα­τρο­πής του μνη­μο­νί­ου, δια­λύ­ο­ντας το κόμμα του, πα­ρα­βιά­ζο­ντας κα­τα­στα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες και συλ­λο­γι­κές απο­φά­σεις, συ­ντρί­βο­ντας εύ­λο­γες ελ­πί­δες και με­γά­λες προσ­δο­κί­ες, απο­διορ­γα­νώ­νο­ντας τα υπο­λείμ­μα­τα της πί­στης στην πο­λι­τι­κή και τη μα­ζι­κή δράση. Όλα αυτά έγι­ναν με αντάλ­λαγ­μα τη δια­τή­ρη­ση του, την προ­σω­πι­κή του δια­τή­ρη­ση, στην εξου­σία και τον πρω­θυ­πουρ­γι­κό θώκο και την από­πει­ρα γε­νι­κευ­μέ­νης απο­γο­ή­τευ­σης και απο­στρά­τευ­σης της κοι­νω­νί­ας. Δίπλα στον Τσί­πρα στοι­χί­στη­καν και όλοι εκεί­νοι που ήταν σαν έτοι­μοι από καιρό για το πω­λη­τή­ριο αξιών και αρχών και αγώ­νων, με αντί­τι­μο κά­ποιο από τα κο­κα­λά­κια της μι­κρής και με­γά­λης εξου­σί­ας, της μι­κρής και με­γά­λης πίτας που δια­μοι­ρά­ζε­ται σε αυτή την άκρη της Ευ­ρώ­πης.

Από αυτήν την πίτα πα­ρα­δο­σια­κά, στα­θε­ρά, σχε­δόν ατα­λά­ντευ­τα, έπαιρ­νε με­ρί­διο (και) ο ΔΟΛ. Είναι φα­νε­ρό ότι θέλει να δια­τη­ρή­σει αυτό το ση­μα­ντι­κό κομ­μά­τι της πίτας και επι­στρα­τεύ­ο­νται όλα τα μέσα. Μέσα όμως που του πα­ρεί­χε ο ίδιος ο Τσί­πρας, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας στον τι­μο­νιέ­ρη του δια­λυ­μέ­νου, δη­μο­σιο­γρα­φι­κού κα­ρα­βιού, ιδιαί­τε­ρο ρόλο και θέση στη δη­μό­σια σκηνή, – εξ ου και τα κρυ­πτο­φα­νε­ρά ρα­ντε­βού – πέρα και έξω όμως από την κουλ­τού­ρα που υπο­τί­θε­ται θα κου­βα­λού­σε ένας νέος (και στην ηλι­κία) ηγέ­της, ο οποί­ος όμως έχει πα­ρα­δε­χθεί δη­μό­σια ότι κου­βα­λά­ει και μια κά­ποιου εί­δους οίηση. Αυτή η ομο­λο­γία ίσως εξη­γεί πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα για τα πραγ­μα­τι­κά κί­νη­τρα και τα ελα­τή­ρια του Τσί­πρα στις συ­να­ντή­σεις με τον Ψυ­χά­ρη, κα­τά­στα­ση που ο κα­πνός από το μπα­ράζ πυρών ανά­με­σα στην Ηρώ­δου Ατ­τι­κού και τη Μι­χα­λα­κο­πού­λου θο­λώ­νει και συ­σκο­τί­ζει.

 Αλλά ο ΔΟΛ δεν είναι ο μόνος δια­βο­λά­κος στον χορό κοι­νω­νι­κού θα­νά­του που έχουν στή­σει επτά χρό­νια τώρα, ντό­πιες και ξένες κε­φα­λαιου­χι­κές δυ­νά­μεις στην Ελ­λά­δα. Ο Τσί­πρας συ­νο­μί­λη­σε, συ­ζή­τη­σε, δια­πραγ­μα­τεύ­τη­κε (ακόμη και... 17 ώρες!) με όλους αυ­τούς, ντό­πιους και ξέ­νους, πέρα από όσα ο θε­σμι­κός του ρόλος, είτε στην αντι­πο­λί­τευ­ση είτε στην κυ­βέρ­νη­ση επι­τάσ­σει. Και τα απο­τε­λέ­σμα­τα είναι απτά, ορατά, κα­θη­με­ρι­νά, υλο­ποιού­νται και ξε­δι­πλώ­νο­νται μπρο­στά στα μάτια όλων. Και φυ­σι­κά δεν μπο­ρεί να κρύ­βε­ται ο πρω­θυ­πουρ­γός πίσω από διαρ­ρο­ές, από νον πέ­η­περ, από σκιές ή γε­λά­κια ή έμ­με­σες, πα­ρά­ται­ρες απει­λές χωρίς αντι­κεί­με­νο. Στο μόνο που είχε ένα δίκιο ήταν όταν ανέ­φε­ρε πως δεν θα κρί­νε­ται για όσα λέει, αλλά για όσα πράτ­τει. Όσα πράτ­τει ή μέλ­λε­ται να πρά­ξει στο ασφα­λι­στι­κό, στο φο­ρο­λο­γι­κό, στο αγρο­τι­κό, στο προ­σφυ­γι­κό, σε όλα τα θέ­μα­τα όπου (...χωρίς να που­λή­σει την ψυχή του στον διά­βο­λο...) ακο­λου­θεί πιστά την πιο σκλη­ρή, συ­ντη­ρη­τι­κή, νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη και ακραία ατζέ­ντα.

Επο­μέ­νως, όντως πρέ­πει να κοπεί επι­τέ­λους και η πλάκα για το δη­μο­ψή­φι­σμα. Η πλάκα που κάνει ο ίδιος ο Τσί­πρας, που υπο­στη­ρί­ζει ξε­διά­ντρο­πα ότι πα­ρα­μέ­νει ο... εγ­γυ­η­τής(!!!) της λαϊ­κής ετυ­μη­γο­ρί­ας και ο... γνή­σιος εκ­φρα­στής (!!!) του ΟΧΙ. Κυ­βερ­νώ­ντας με την ατζέ­ντα, ακόμη και με τους αν­θρώ­πους του ΝΑΙ, στα κρί­σι­μα πόστα (Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος, για πα­ρά­δειγ­μα), ο πρω­θυ­πουρ­γός πού­λη­σε και σε αυτό το ση­μείο όλα τα κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά επί­δι­κα και δια­κυ­βεύ­μα­τα, εκτός πάντα από την αμό­λυ­ντη και αγ­γε­λι­κή ψυχή του.

πηγη: rproject.gr

climate-change.medium.jpg

Η χώρα μας είναι μία από τις χώρες που θα επηρεαστεί περισσότερο

Η αρνητική επίπτωση της κλιματικής αλλαγής στη γεωργία και στην παραγωγή τροφίμων, ιδίως φρούτων και λαχανικών, θα επιφέρει αναγκαστικές αλλαγές στη διατροφή. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να προκαλέσει λόγω διαφόρων ασθενειών το 2050 περίπου 500.000 πρόσθετους θανάτους, διπλάσιους σε σχέση με τον υποσιτισμό, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, προειδοποιεί μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Η μελέτη, η οποία είναι η πρώτη που αξιολογεί σε παγκόσμιο επίπεδο τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής για τη διατροφή και την υγεία, εκτιμά ότι η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις χώρες που θα υποστούν κατ' εξοχήν τις -θανατηφόρες- επιπτώσεις. Μάλιστα, η χώρα μας εμφανίζεται τρίτη στη σειρά διεθνώς, μετά την Κίνα και το Βιετνάμ, όσον αφορά τις εκτιμήσεις για τον αριθμό των έξτρα θανάτων κάθε χρόνο λόγω της κλιματικής αλλαγής (124 θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκους).

Με βάση τον ελληνικό πληθυσμό, τεκμαίρεται ότι, σύμφωνα με την έρευνα, περίπου 1.400 έξτρα θάνατοι θα μπορούσαν να συμβαίνουν ετησίως, επειδή η κλιματική αλλαγή θα έχει αρνητική επίπτωση στην αγροτική παραγωγή και στη διατροφή. Στην πρώτη δεκάδα περιλαμβάνονται επίσης η Ιταλία (7η) και Αλβανία (9η).

Η έρευνα εκτιμά ότι έως τα μέσα του αιώνα μας η κλιματική αλλαγή μπορεί να σκοτώνει σε 155 χώρες συνολικά κάθε χρόνο πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπους λόγω των αλλαγών που θα επιφέρει στη διατροφή και στο σωματικό βάρος, εξαιτίας της μείωσης της αγροτικής παραγωγής.

Οι ερευνητές με επικεφαλής τον δρα Μάρκο Σπρίνγκμαν του «Προγράμματος Μάρτιν για το Μέλλον των Τροφίμων» του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet», υπολόγισαν ότι αν δεν επιβραδυνθεί η εκπομπή των «αερίων του θερμοκηπίου», η κλιματική αλλαγή θα οδηγήσει σε μια μέση ανά κεφαλή μείωση των διαθέσιμων τροφίμων κατά 3,2% έως το 2050 (ή περίπου 100 θερμίδες τη μέρα). Ειδικότερα στα φρούτα και λαχανικά η μείωση αναμένεται να είναι 4% και στο κόκκινο κρέας 0,7%.

Οι μειώσεις αυτές εκτιμάται ότι θα ευθύνονται για περίπου 529.000 πρόσθετους θανάτους το 2050. Τα τρία τέταρτα αυτών των θανάτων θα συμβούν στις δύο πιο πολυπληθείς χώρες, στην Κίνα (248.000) και στην Ινδία (136.000). Όμως η μελέτη επισημαίνει ότι και οι ανεπτυγμένες χώρες θα πληγούν. Αναφέρει ως χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις της Ελλάδας (124 θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκους) και την Ιταλία (89 θάνατοι ανά εκατομμύριο).

«Η έρευνά μας δείχνει ότι ακόμη και μέτριες μειώσεις στη διαθεσιμότητα των τροφίμων ανά κεφαλή μπορεί να οδηγήσουν σε αλλαγές στο ενεργειακό περιεχόμενο και στη σύνθεση της διατροφής πολλών ανθρώπων, και αυτές οι αλλαγές θα έχουν σημαντικές συνέπειες για την υγεία», δήλωσε ο Σπρίνγκμαν.

Οι μεγαλύτερες επιπτώσεις από τις μειώσεις στην κατανάλωση φρέσκων φρούτων και λαχανικών αναμένεται να συμβούν στον δυτικό Ειρηνικό και στην Ευρώπη, ιδίως στη νοτιοανατολική, καθώς και στην ανατολική Μεσόγειο (όπου και η Ελλάδα).

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η κλιματική αλλαγή θα έχει και θετικές συνέπειες, καθώς εξαιτίας της θα μειωθούν ορισμένοι θάνατοι λόγω μείωσης της παχυσαρκίας και μείωσης της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος (30.000 λιγότεροι θάνατοι). Όμως η αναμενόμενη παγκόσμια μείωση θανάτων από παχυσαρκία (περίπου 260.000 λιγότεροι θάνατοι έως το 2050) θα υπεραντισταθμιστεί από την αύξηση των θανάτων εξαιτίας της ανεπαρκούς σίτισης και της υπερβολικής μείωσης του σωματικού βάρους (266.000 περισσότεροι θάνατοι).

Αν περικοπούν οι εκπομπές αερίων που τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή, η μελέτη εκτιμά ότι οι σχετικοί με την κλιματική αλλαγή θάνατοι θα μειωθούν κατά 30% έως 70% (ανάλογα με τον βαθμό της μείωσης).

Πάντως μία πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας είχε καταλήξει σε λιγότερο σοβαρές επιπτώσεις, καθώς προβλέπει ότι έως το 2050 η κλιματική αλλαγή θα προκαλεί 95.000 έξτρα θανάτους ετησίως λόγω ζέστης, 85.000 λόγω έλλειψης τροφίμων και 70.000 λόγω ασθενειών όπως η ελονοσία και η διάρροια.

Από την άλλη, άλλες μελέτες προβλέπουν ότι, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, η κλιματική αλλαγή θα αυξήσει την παραγωγή τροφίμων παγκοσμίως και ότι οι όποιες μειώσεις θα συμβούν στο δεύτερο μισό του αιώνα μας. Συνεπώς, ορισμένοι επιστήμονες εμφανίσθηκαν επιφυλακτικοί κατά πόσο η νέα μελέτη κάνει σωστές εκτιμήσεις.

πηγη: newsbeast.gr

Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

Μια σύντομη ιστορία του ISIS

_σύντομη_ιστορία_του_ISIS.jpg

Το ISIS ξεπήδησε από τις προδομένες ελπίδες της Αραβικής Άνοιξης

Στον απόηχο των επιθέσεων της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι, μεγάλο μέρος της Αριστεράς έχει συνδέσει την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) με την όξυνση της ιμπεριαλιστικής βίας στη Μέση Ανατολή.

Ο πόλεμος και ο ιμπεριαλισμός, από τη μία πλευρά, και η επέκταση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, από την άλλη, συνδέονται με έναν αμφίδρομο εναγκαλισμό της βίας και της καταστροφής. "Η ιμπεριαλιστική αγριότητα και η ισλαμική αγριότητα, τρέφουν η μια την άλλη", υποστήριξε αμέσως μετά τις επιθέσεις του Παρισιού το γαλλικό Νέο Αντικαπιταλιστικό κόμμα (NPA). Για να σπάσει αυτή η αλληλουχία μηδενιστικού θανάτου, θα πρέπει να αντιταχθούμε στις ξένες επεμβάσεις, να θέσουμε τέλος στην ιμπεριαλιστική βία και να σταματήσουμε τη συνεχιζόμενη λεηλασία του πλούτου των χωρών της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και οπουδήποτε αλλού.

Αναμφίβολα, η βασική λογική αυτού του επιχειρήματος είναι εντυπωσιακή. Όμως όσον αφορά την ερμηνευτική και αναλυτική της αξία, αυτού του είδους η ανάλυση δεν μας οδηγεί πολύ μακριά. Πάσχει από τη γενικολογία και την αφαιρετικότητα - μας λέει λίγα πράγματα για την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ή τη φύση του ISIS ως κίνημα. Αποδίδοντας στο ISISχαρακτηριστικά αυτοματισμού ή θεωρώντας το μια αντανάκλαση του ιμπεριαλισμού, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία, δηλαδή το πλαίσιο και την ιστορία που έχει διαμορφωθεί από τη θεαματική ανάπτυξη της οργάνωσης.

Γιατί η απάντηση στην επιθετικότητα της Δύσης και στην κατάσταση στο Ιράκ, τη Συρία, και αλλού στη γύρω περιοχή παίρνει αυτή την ξεχωριστή ιδεολογική και πολιτική μορφή; Τι εξηγεί τη στήριξη που βρίσκει το ISIS τόσο στο έδαφος του Αραβικού κόσμου όσο και της Ευρώπης; Εν ολίγοις: γιατί τώρα και γιατί με αυτόν τον τρόπο;

Η πραγματική ημερομηνία γέννησης της ανόδου του ισλαμικού κράτους πρέπει να εντοπιστεί στη διαδρομή των αραβικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν τη διετία 2011-2012. Αυτές οι εξεγέρσεις αντανακλούσαν μια τεράστια ελπίδα, μια ελπίδα που πρέπει να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε. Ήρθαν αντιμέτωπες με την καταστολή και τελικά με την ανατροπή τους, αδυνατώντας να εμβαθύνουν σε θεμελιώδη ζητήματα. Πάνω σε αυτό το ρήγμα πάτησαν οι ισλαμικές ομάδες. Η άνοδός τους πήρε τη μορφή απόκρουσης αυτών των εξεγέρσεων καθώς και των λαϊκών δημοκρατικών διεκδικήσεων που οι ίδιες (οι εξεγέρσεις) αντιπροσώπευαν.

Η εξέλιξη δεν ήταν νομοτελειακή. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς τα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι εξεγέρσεις, δημιούργησαν ένα κενό που αναγκαστικά καλύφθηκε από κάτι άλλο.

Η κοσμοθεωρία του ISIS είναι μια ιδεολογική έκφραση αυτής της νέας πραγματικότητας. Για να είμαστε σαφείς, η άνοδος του ISIS δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας ή της θρησκείας, όπως πολλοί δυτικοί σχολιαστές φαίνεται να πιστεύουν. Υπάρχουν ουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες που εξηγούν την ανάπτυξη της οργάνωσης.

Μια σοβαρή ανάλυση αυτής της ιδεολογικής έκφρασης, θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε πώς οι διάφοροι αλληλοδιαπλεκόμενοι παράγοντες - η καταστροφική εξάπλωση του θρησκευτικού σεχταρισμού, η ισοπεδωτική καταστολή στη Συρία και το Ιράκ, καθώς και τα συμφέροντα των διαφόρων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή - έχουν επωάσει από κοινού την άνοδο του ISIS.

Πρόκειται για τη διαλεκτική μιας υποχώρησης: η ανάπτυξη του ISIS τροφοδοτήθηκε -και ταυτόχρονα τροφοδότησε- από την αδυναμία υλοποίησης των φιλοδοξιών του 2011, καθώς η περιοχή είχε φτάσει στο ναδίρ πολλαπλών και βαθιών κρίσεων. Ενώ είναι προφανές ότι το ISIS έχει δημιουργήσει μια παραπλανητική ιδεολογική πλαισίωση αυτών των κρίσεων, την ίδια στιγμή είναι αυτή ακριβώς η πλαισίωση που, για κάποιους, αντηχεί βιωμένες εμπειρίες και μια αντίληψη του κόσμου που νοηματοδοτεί την έκδηλη αίσθηση του χάους και της καταστροφής. Οι αλληλοτροφοδοτούμενες πτυχές αυτής της διαδικασίας είναι που καθιστούν τη συγκυρία εξαιρετικά επικίνδυνη.

Τα φαντάσματα του 2011

Οι ανακατατάξεις που ξεκίνησαν με τις διαδηλώσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο το 2010 και το 2011, και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή, αποτέλεσαν τις πιο σημαντικές εξεγέρσεις στη Μέση Ανατολή των τελευταίων πενήντα χρόνων. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου την αρχική υπόσχεση που περιείχαν αυτά τα κινήματα, σε μια εποχή που τόσοι πολλοί σπεύδουν να τα απορρίψουν ως εκ των προτέρων καταδικασμένα - ή ακόμη χειρότερα τα αντιμετωπίζουν ως αποτέλεσμα υποκινούμενων εξωτερικών συνομωσιών.

Οι διαμαρτυρίες αυτές προσέλκυσαν εκατομμύρια κόσμου σε μαζικές πολιτικές δράσεις, για πρώτη φορά εδώ και πολλές γενιές, κλονίζοντας βαθιά τις κατεστημένες δομές του κράτους και τους δεσμούς με τα καταπιεστικά καθεστώτα που υποστηρίζονται από τη Δύση. Ακόμα περισσότερο, από τη στιγμή που αυτά τα κινήματα είχαν τοπικό χαρακτήρα ο οποίος υποδήλωνε τις ομοιότητες και τις κοινές εμπειρίες των λαών της Μέσης Ανατολής. Η επίδρασή τους στην πολιτική συνείδηση και στις μορφές οργάνωσης παραμένει αισθητή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από την έναρξη αυτών των εξεγέρσεων, ήταν σαφές ότι τα ζητήματα που διακυβεύονταν ξεπερνούσαν κατά πολύ το απλουστευτικό σχήμα που πολλοί σχολιαστές επαναλάμβαναν: "δημοκρατία εναντίον δικτατορίας". Οι βαθύτεροι λόγοι που οδήγησαν τους ανθρώπους στο δρόμο ήταν στενά συνδεδεμένοι με τις μορφές του καπιταλισμού στην περιοχή: δεκαετίες νεοφιλελεύθερης οικονομικής αναδιάρθρωσης, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους τα αραβικά κράτη κυβερνήθηκαν από αυταρχικά, αστυνομικά και στρατιωτικά καθεστώτα υποστηριζόμενα για καιρό από τη Δύση.

Οι παράγοντες αυτοί πρέπει να εξεταστούν στο σύνολό τους, όχι ως μεμονωμένες ή ασύνδετες μεταξύ τους αιτίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαδηλωτές άρθρωσαν ρητά το σύνολο αυτών των λόγων ως αφορμή του θυμού τους. Οι υποβόσκουσες αιτίες έδειχναν όμως ότι τα βαθιά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο αραβικός κόσμος δεν θα μπορούσαν ποτέ να λυθούν μέσω της απλής αντικατάστασης του κάθε μονάρχη.

Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια επικεντρώθηκε στο να αποτραπεί οποιαδήποτε απειλή για τις πολιτικές και οικονομικές δομές, στις οποίες πρόστρεξαν οι ελίτ –υποστηριζόμενες από τις δυτικές δυνάμεις και τους τοπικούς τους συμμάχους- επιδιώκοντας να αποσοβήσουν κάθε πιθανότητα αλλαγής. Αυτό έγινε με ποικίλα μέσα, με μια σειρά από πολιτικά πρόσωπα που ήρθαν να διαμορφώσουν τις αντεπαναστατικές διαδικασίες με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, οι αλλαγές ήταν ελάχιστες, με τους χορηγούς από τη Δύση και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιμένουν στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών μέτρων σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, το Μαρόκο και η Ιορδανία. Προϋπόθεση για τη συνέχιση αυτής της οικονομικής πολιτικής, ήταν η δημιουργία νέων νόμων και αποφάσεων έκτακτης ανάγκης που απαγόρευαν διαμαρτυρίες, απεργίες, και πολιτικά κινήματα.

Ταυτόχρονα, η πολιτική και στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή επεκτάθηκε γρήγορα. Ο τεμαχισμός της Λιβύης που επήλθε μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Δύσης και η υποκινούμενη από τη Σαουδική Αραβία συντριβή της εξέγερσης του Μπαχρέιν, υπήρξαν δύο γεγονότα κομβικής σημασίας αυτής της διαδικασίας. Το στρατιωτικό πραξικόπημα της Αιγύπτου τον Ιούλιο του 2013 σηματοδότησε επίσης ένα κρίσιμο σημείο στην ανασύσταση των παλαιών κρατικών δομών, και επιβεβαίωσε τον ολέθριο ρόλο των κρατών του Κόλπου στην απόκρουση των επαναστατικών διαδικασιών στην Αίγυπτο.

Ίσως ακόμα πιο σημαντικός παράγοντας (για την ενίσχυση του ISIS) υπήρξε το ότι η κοινωνική και φυσική καταστροφή που προκλήθηκε από το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, συμπεριλαμβανομένων των εκατοντάδων χιλιάδων θανάτων και των εκατομμυρίων ανθρώπων που εκτοπίστηκαν εντός και εκτός συνόρων, ενίσχυσε περαιτέρω σε ολόκληρη την περιοχή την αίσθηση της απελπισίας που αντικατέστησε την αρχική αισιοδοξία του 2011.

Το ISIS και οι πρώιμες εκφάνσεις του παρέμεναν κατά κύριο λόγο ασύνδετοι με τις πρώτες φάσεις των εν λόγω εξεγέρσεων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τις απεργίες και τα δημιουργικά κινήματα διαμαρτυρίας που συγκλόνισαν όλες τις αραβικές χώρες κατά τη διάρκεια του 2011. Πράγματι, το μόνο σχόλιο που το ISIS (εκείνη την εποχή γνωστό ως Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ) θα μπορούσε να κάνει μετά την ανατροπή του Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ ήταν μια δήλωση προειδοποίησης εναντίον του κοσμικού κράτους, της δημοκρατίας, και του εθνικισμού, παροτρύνοντας τους Αιγύπτιους να μην «αντικαταστήσουν αυτό που είναι καλύτερο με αυτό που είναι χειρότερο.»

Ωστόσο, δεδομένου ότι οι αρχικές προσδοκίες για πραγματική αλλαγή φάνηκαν να εκμηδενίζονται, το ISIS και άλλες ομάδες τζιχαντιστών αναδείχθηκαν ως σύμπτωμα της απόκρουσης (της εξέγερσης), μια έκφραση της φαινομενικής υποχώρησης της επαναστατικής διαδικασίας και της αυξανόμενης αίσθησης του χάους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις αιτίες αυτής της συνθήκης, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση στην ιδεολογία και την κοσμοθεωρία του ISIS.

Αυθεντικότητα, κτηνωδία, ουτοπία

Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός ορίζεται συχνά ως η επιθυμία επαναφοράς ενός υπέροχου παρελθόντος, που υποτίθεται ότι αντικατοπτρίζει (κατά τη σουνίτικη κοσμοθεωρία) τις πρώτες γενιές χαλίφηδων που ήρθαν στην εξουσία μετά το θάνατο του προφήτη Μωάμεθ. Το Ισλαμικό Κράτος ομολογεί αυτό το στόχο, φιλοδοξώντας να κυβερνήσει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, σε ό,τι αφορά την κοινωνική πρακτική και το θρησκευτικό νόμο.

Αλλά αν συρρικνώσει κανείς το ISIS απλώς στον αλυτρωτισμό του 7ου μ.Χ. αιώνα διαπράττει ένα σοβαρό λάθος. Η οργάνωση παίρνει στα σοβαρά το έργο της οικοδόμησης του κράτους, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία των διαφόρων οικονομικών, νομικών και διοικητικών δομών σε όλες τις περιοχές που ελέγχει αυτή τη στιγμή. Παρά το γεγονός ότι τα σύνορα των περιοχών αυτών βρίσκονται σε συνεχή κινητικότητα και υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι σημαίνει «υπό τον έλεγχο», το ISIS ελέγχει μια ιδιαίτερα εκτεταμένη εδαφική επικράτεια και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους.

Ως μέρος αυτού του εξαιρετικά εκσυγχρονιστικού προγράμματος, η οργάνωση έχει θέσει ως ύψιστη προτεραιότητα την ανάπτυξη ενός εξελιγμένου δικτύου μέσων ενημέρωσης και προπαγάνδας, κάτι που τη διαφοροποιεί ποιοτικά από τα άλλα παραδείγματα της ισλαμικής εξουσίας, όπως τους Ταλιμπάν που ελέγχουν το Αφγανιστάν, εκεί όπου τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κυριαρχούσαν εικόνες όπως αυτές με τις τηλεοράσεις να είναι κρεμασμένες από δέντρα και να προβάλλονται «εικονικές» εκτελέσεις.

Σύμφωνα με έρευνες έχει υπολογιστεί ότι η μονάδα πολυμέσων του ISIS δημιουργεί σχεδόν σαράντα μοναδικά ηχητικά ή τηλεοπτικά αρχεία κάθε μέρα, συμπεριλαμβανομένων βίντεο, φωτογραφιών, άρθρων και ηχογραφημένων εκπομπών σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Αυτό το επίπεδο παραγωγής ανταγωνίζεται οποιοδήποτε άλλο τηλεοπτικό δίκτυο, και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το παλαιότερο μοντέλο της Αλ-Κάιντα που στηρίχθηκε στις παλιομοδίτικες βιντεοκασέτες VHS που έφταναν λαθραία από τα βουνά του Αφγανιστάν στο Al Jazeera και στη συνέχεια έπεφταν στα χέρια περίεργων και εχθρικών τηλεοπτικών δικτύων και μυστικών υπηρεσιών.

Το αποκεντρωμένο δίκτυο μέσω του οποίου διαδίδεται η προπαγάνδα του ISIS είναι επίσης μοναδικό. Χρησιμοποιεί πλήθος λογαριασμών στο Twitter και ανώνυμες ιστοσελίδες όπως η justpaste.it και η archive.org για να φιλοξενούν τα μέσα ενημέρωσής της οργάνωσης. Ο Αμπντέλ Μπάρι Άτβαν, ένας Άραβας δημοσιογράφος του οποίου η μελέτη για την άνοδο του ISIS αξιοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες, ισχυρίζεται ότι η οργάνωση ελέγχει πάνω από εκατό χιλιάδες λογαριασμούς Twitter και στέλνει καθημερινά έναν καταιγισμό από πενήντα χιλιάδες tweets. Αυτή και άλλες μορφές κοινωνικών δικτύων είναι οι δίαυλοι μέσω των οποίων το ISIS στρατολογεί νεοσύλλεκτους και διαδίδει τα μηνύματα του.

H τεχνο-γκατζετίστικη πλευρά του ISIS έχει αναγνωριστεί ευρέως, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την απλουστευτική περιγραφή του Ομπάμα που έκανε λόγο για «ένα μάτσο δολοφόνων με καλή χρήση των κοινωνικών δικτύων». Αλλά η αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης του ισλαμικού κράτους θα πρέπει να ιδωθεί ως κάτι περισσότερο από ένα ζήτημα τεχνικών δεξιοτήτων, ή απλά μια απάντηση σε συνθήκες μυστικότητας και συνεχούς επιτήρησης. Αντίθετα, η υψηλή προτεραιότητα που το ISIS θέτει στα κοινωνικά δίκτυα και την τεχνολογία βασίζεται στο εμμονικό ενδιαφέρον της οργάνωσης για την αποτελεσματικότητα και την αυτοπροβολή της.

Πράγματι, είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποια άλλη πολιτική ή θρησκευτική οντότητα στην περιοχή που παίρνει τόσο σοβαρά το ζήτημα του «branding» και προβάλλει μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού προς της προς τον έξω κόσμο.

Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό κήρυγμα, τρία είναι τα στοιχεία που δίνουν τον τόνο. Το πρώτο είναι ένα αυτονόητο χαρακτηριστικό κάθε φονταμενταλιστικού κινήματος: η θρησκευτική αυθεντικότητα ή αλλιώς η ανάγκη να διεκδικείται και να αποδεικνύεται διαρκώς η πιστότητα στο θρησκευτικό κείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, η «αυθεντικότητα» είναι κάτι που πρέπει συνεχώς να βεβαιώνεται, να επιτελείται και υποστηρίζεται σε αντιπαράθεση προς τις αντίπαλες προτάσεις.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που καταδεικνύουν το ενδιαφέρον του ISIS για την αυθεντικότητα. Πολλοί σχολιαστές, για παράδειγμα, έχουν επισημάνει τη φαινομενικά περίεργη έμφαση της οργάνωσης στη μικρή και μάλλον ασήμαντη πόλη Νταμπίκ (Dabiq) που βρίσκεται στη βόρεια Συρία. Το Νταμπίκ δεν έχει καμία στρατηγική αξία ή φυσικούς πόρους. Παρόλα αυτά, το διαδικτυακό περιοδικό του ISIS πήρε το όνομά του από αυτό το σημείο, και η οργάνωση ανακοίνωσε την αθρόα εισροή νεοσυλλέκτων, όταν προανήγγειλε τη μάχη για την κατάληψη της πόλης.

Ο λόγος; To Nταμπίκ κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ισλαμική εσχατολογία, ως το σημείο της μελλοντικής μάχης μεταξύ απίστων και Μουσουλμάνων που θα σημάνει την απαρχή της Αποκάλυψης. Έχοντας την κυριαρχία αυτής της μικρής συριακής πόλης, το ISIS προβάλλει τον εαυτό του ως πιστό οδοιπόρο ενός μονοπατιού που έχει προφητεύσει αιώνες πριν ο Μωάμεθ. Στο ίδιο πνεύμα, η αναγγελία ότι η πόλη της Ράκα (Raqqa) θα αποτελεί τη δυτική έδρα της οργάνωσης είχε τρομερή απήχηση στον κόσμο των Αράβων μουσουλμάνων. Η πόλη ήταν το σπίτι του Χαρούν αλ Ρασίντ, χαλίφη κατά την πέμπτη δυναστεία των Αββασιδών, η οποία θεωρείται από πολλούς ως μια χρυσή εποχή για το Ισλάμ.

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της προπαγάνδας του ISIS είναι η ίδια η «κτηνωδία»: αποκεφαλισμοί σε ζωντανή λήψη, εκτελέσεις και άλλες σοκαριστικές εικόνες με τις οποίες έχει βομβαρδίσει η οργάνωση την τηλεόραση και τις οθόνες των υπολογιστών σε όλο τον κόσμο. Το σκόπιμα τρομακτικό υλικό εγγυάται τόσο την προνομιακή κάλυψη από τα ΜΜΕ όσο και την αστραπιαία δημοσιότητα.

Ας συγκριθεί αυτή η πρακτική με την Αλ Κάιντα, η οποία χρειάστηκε δεκαετίες αλλά και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου προκειμένου να αποκτήσει αντίστοιχη φήμη. Η βιαιότητα, ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από πιασάρικος τίτλος. Χρησιμοποιείται σκόπιμα ώστε να προκαλέσει το φόβο.

Η στρατηγική αυτή υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής - όταν το ISIS πλησίαζε την πόλη της Μοσούλης, τον Ιούνιο του 2014, ο ιρακινός στρατός απλά ξεγυμνώθηκε, παράτησε τα όπλα του και το ‘βαλε στα πόδια, επιτρέποντας στους τζιχαντιστές να προμηθευτούν ανυπολόγιστη ποσότητα όπλων και στρατιωτικών οχημάτων μεταφοράς, καθώς και 400 εκατομμύρια δολάρια από την ιρακινή Κεντρική Τράπεζα (αν και αυτή η πληροφορία αμφισβητείται).

Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, η εφαρμογή υπερβολικής βίας είναι μια συνειδητή πρακτική αυτού που το ISIS περιγράφει ως στρατηγική της «πόλωσης» - γίνεται με στόχο την εξάπλωση αιματηρών σεχταριστικών πολέμων που υποβοηθούν την επέλαση του ISIS σε ολόκληρη την περιοχή.

Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με τα στερεότυπα που διαδίδονται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, το κύριο περιεχόμενο της τζιχαντιστικής προπαγάνδας αποτελείται στην πραγματικότητα από στοιχεία πολύ πιο γήινα σε σχέση με τη βία για την οποία η ομάδα είναι περισσότερο γνωστή. Πρόκειται για το τρίτο από τα ιδεολογικά στοιχεία της οργάνωσης: οι ουτοπικές απεικονίσεις συμβάλλουν στο να καταδειχτούν οι υποτιθέμενες απολαύσεις που θα έχει ο κόσμος μέσα στο «χαλιφάτο», μεταξύ των οποίων η οικονομική αφθονία, τα όμορφα τοπία και η σταθερότητα της ζωής.

Μια εμπεριστατωμένη μελέτη που βασίστηκε στις δημοσιεύσεις που έκαναν όλα τα μέσα ενημέρωσης του ISIS από τα μέσα Ιουλίου έως τα μέσα Αύγουστου του 2015 επισήμανε ότι πάνω από το μισό αυτού του υλικού εστίαζε σε τέτοιους είδους ουτοπικές αναφορές. Ομοίως, το προαναφερθέν περιοδικό, Νταμπίκ, είναι γεμάτο από τη συγκεκριμένη θεματολογία. Αυτό είναι το περισσότερο ακατανόητο στοιχείο, και ίσως το σημαντικότερο, αναφορικά με την αυτοπροβολή της οργάνωσης στον αραβικό κόσμο. Ο προσανατολισμός αυτός φαίνεται να κατευθύνεται κατεξοχήν στο αραβικό κοινό.

Μια ματιά στους λογαριασμούς Twitter που σχετίζονται με το ISIS στην αραβική γλώσσα μας δείχνει συνεχείς συνομιλίες που ασχολούνται με τη φαινομενικά ανούσια και βαρετή καθημερινότητα της ζωής στο Ισλαμικό Κράτος: επισκευές στο δίκτυο ύδρευσης, αγορές που σφύζουν από χρωματιστά φρούτα και λαχανικά, φρέσκο ψωμί και νέες οδοντιατρικές κλινικές .

Αυτή η παρατήρηση δείχνει το αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ISIS παρουσιάζεται συνειδητά ως νησίδα σταθερότητας και ειρήνης μέσα σε μια περιοχή χάους, πολέμου και αναταραχής. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για την κατανόηση της έλξης που ασκεί το ISIS σε ορισμένα στρώματα του πληθυσμού. Σε μια συγκυρία βαθιάς κρίσης, η υπόσχεση για κάποιο επίπεδο ασφάλειας συνιστά μέρος της εξήγησης για τι κάνει ελκυστικό το ISIS (ή τουλάχιστον, τη λιγότερο κακή επιλογή).

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε το πώς έχει καταφέρει αυτή η οργάνωση να επεκταθεί τα προηγούμενα χρόνια, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτής της υπόσχεσης για μια ουτοπία. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει φυσικά ότι ο χαρακτήρας του ISIS δεν είναι βάναυσος ή καταπιεστικός, ιδιαίτερα για εκείνους που βιώνουν την ολοκλήρωση της θρησκευτικής βίας. Αντίθετα καταδεικνύει ότι μέσα από την κενότητα μιας ουτοπικής υπόσχεσης προβάλλει μια χαραμάδα ελπίδας.

Βάζοντας τάξη στο «άγριο χάος»

Αυτό το τρίπτυχο της προπαγάνδας του ISIS - θρησκευτική αυθεντικότητα, κτηνωδία και ουτοπία – αποτελεί ταυτόχρονα την αντανάκλαση μιας ευρύτερης εσχατολογίας: μια περιοδολόγηση της ιστορίας και του μέλλοντος με ορίζοντα τους έσχατους καιρούς που πλησιάζουν. Πρόκειται για μείζονα διαφορά ανάμεσα στο ISIS και τις άλλες τζιχαντιστικές ομάδες όπως η Αλ Κάιντα.

Σε αντίθεση με την Αλ Κάιντα, το Ισλαμικό Κράτος τείνει να τονίσει περισσότερο τη διαδοχική εξέλιξη των ιστορικών φάσεων που σχετίζονται με τα προαναφερθέντα προφητικά στιγμιότυπα (ενδεικτική είναι η περίπτωση του Νταμπίκ). Αυτός είναι ο λόγος που το ζήτημα της αυθεντικότητας τοποθετείται τόσο ψηλά στην προπαγάνδα της οργάνωσης. Λιγότερο προφανές είναι, ωστόσο, ότι αυτή η εσχατολογία παρέχει επίσης μια εξήγηση για τις αλληγορίες της κτηνωδίας και της ουτοπίας στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω.

Η πιο δηλωτική αποτύπωση αυτής της διαπίστωσης βρίσκεται σε ένα δημοφιλές σημείο αναφοράς για τη τζιχαντιστική στρατηγική: το βιβλίο Διοίκηση της βαρβαρότητας:Το κρισιμότερο στάδιο που θα πρέπει να περάσει το ισλαμικό έθνος (Administration of Savagery: The Most Critical Stage through which the Islamic Nation Will Pass, εφεξής: AoS), το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε διαδικτυακό τόπο στα αραβικά, το 2004, με το ψευδώνυμο ενός Αμπού Μπακρ Nάτζι. Το βιβλίο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί (όπως έχει γίνει από ορισμένους δημοσιογράφους) ως ένα εγχειρίδιο στρατηγικής για τζιχαντιστικές ομάδες. Πρόκειται μάλλον για ένα κείμενο του οποίου η υψηλή δημοφιλία σε αυτούς τους κύκλους αποκαλύπτει στοιχεία της κοσμοθεωρίας που συγκροτεί τη τζιχαντιστική σκέψη.

Επιγραμματικά, βασικός στόχος του ΑοS είναι να εξηγήσει τα βήματα που πρέπει να πραγματοποιηθούν προκειμένου να τερματιστεί η κυριαρχία των «μεγάλων δυνάμεων» (κυρίως των Ηνωμένων Πολιτείων) στην περιοχή και να δημιουργηθεί ένα κράτος σύμφωνα με τις ισλαμικές αρχές. Το AοS σκιαγραφεί δύο διακριτές ιστορικές φάσεις μέσα από τις οποίες πρέπει να περάσει πριν εδραιωθεί το Ισλαμικό Κράτος.

Η πρώτη, η φάση της «παρενόχλησης και εξάντλησης», είναι το στάδιο στο οποίο βρισκόταν ο αραβικός κόσμος, σύμφωνα με το συντάκτη, την περίοδο συγγραφής του κειμένου (αρχές του 2000). Κατά το στάδιο αυτό, στόχος ήταν να παρενοχλείται και να αποσταθεροποιείται ο εχθρός μέσα από «επιχειρήσεις ενόχλησης», με ενέργειες όπως οι βομβιστικές επιθέσεις σε τουριστικά θέρετρα και περιοχές οικονομικού ενδιαφέροντος (ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με το πετρέλαιο).

Οι δράσεις αυτές θα ανάγκαζαν τις αραβικές κυβερνήσεις να διασπείρουν τις δυνάμεις ασφαλείας τους σε μεγάλες εκτάσεις, σε μια δαπανηρή επιχείρηση που αναπόφευκτα θα άφηνε εκτεθειμένους νέους στόχους. Επιπλέον, η προφανής ικανότητα των τζιχαντιστών να αναλαμβάνουν ανάλογες δράσεις χωρίς αντίποινα θα ενεργούσε ως ένα είδος έμπρακτης προπαγάνδας και θα συνέβαλε στην στρατολόγηση νέων μελών.

Ο απώτερος στόχος αυτών των ενεργειών ήταν να προκληθεί μια κατάσταση ταραχής και κατάρρευσης των κρατικών δομών, την οποία ο συγγραφέας περιγράφει ως «άγριο χάους». Η περίοδος αυτή οδηγεί σε έντονη αύξηση ατομικής και κοινωνικής ανασφάλειας, έλλειψη βασικών κοινωνικών αγαθών, καθώς και με μια περίοδο έντασης κάθε μορφής κοινωνικής βίας. Δεν πρόκειται απλώς για το φυσικό επακόλουθο της εξουδετέρωσης και κατάρρευσης των κρατικών δομών. Η έναρξη αυτής της φάσης αξιολογείται θετικά για τις τζιχαντιστιστικές ομάδες. Πατώντας πάνω στο χάος που έχει προκύψει, οι τζιχαντιστές αναλαμβάνουν την ευθύνη να διαχειριστούν την κατάσταση και να «βάλουν τάξη ή να διοικήσουν τη βαρβαρότητα».

Πιο συγκεκριμένα, αυτό συνεπάγεται την παροχή υπηρεσιών όπως «τροφή και ιατρική περίθαλψη, διαφύλαξη της ασφάλειας και της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων που ζουν σε περιοχές που επικρατεί αγριότητα, διασφάλιση των συνόρων με τη βοήθεια των ομάδων που αποθαρρύνουν όποιον προσπαθεί να επιτεθεί στις ίδιες περιοχές, καθώς και τη δημιουργία αμυντικών οχυρώσεων».

Αυτή η πλευρά της «διαχείρισης της αγριότητας» αντανακλά με ευκρίνεια το πώς αντιλαμβάνεται το ISIS το σημερινό του ρόλο στον αραβικό κόσμο (κυρίως στο Ιράκ και Συρία) και μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί το ουτοπικό στοιχείο είναι κυρίαρχο στην προπαγάνδα του.

Επιπλέον, στην περιγραφή που κάνει το Administration of Savagery (AoS), ο ρόλος της βίας είναι εξίσου σημαντικός. Απηχώντας τους τρόπους με τους οποίους το ISIS μεταχειρίζεται την κτηνωδία, το AoS μιλά για μια βία σκόπιμα υπερβολική και εξαιρετικά παραστατική. «Με τις σφαγές του εχθρού και με την πρόκληση του τρόμου» θα καταφέρουμε «να το σκέφτεται (ο εχθρός) χίλιες φορές πριν επιτεθελι». Αυτή η στρατηγική περιλαμβάνει επίσης τις επονομαζόμενες δράσεις «πληρωμής του τιμήματος», που αποσκοπούν στην αποθάρρυνση εξαπόλυσης νέων επιθέσεων από τους εχθρούς υπό το φόβο αντιποίνων.

Ομοίως, όλες οι δράσεις πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία κοινωνικής «πόλωσης» μέσω της χρήσης ασύμμετρης βίας. Όπως σημειώνει ο συντάκτης του ΑοS:

«Το να σύρεις τις μάζες στη μάχη προϋποθέτει περισσότερες ενέργειες που θα πυροδοτήσουν εκείνη την αντίδραση η οποία θα κάνει τους ανθρώπους να εκούσια ή ακούσια στη μάχη, αφού πλέον κάθε άτομο θα πρέπει να πάει στην πλευρά που υποστηρίζει. Πρέπει να κάνουμε αυτή τη μάχη τόσο βίαιη, έτσι ο θάνατος να απέχει μια ανάσα ώστε τα δύο στρατόπεδα να συνειδητοποιήσουν ότι η συμμετοχή σε αυτήν θα οδηγεί συχνά σε θάνατο.»

Μέσα στην παραπάνω διατύπωση κρύβεται ένας ακαταμάχητος αφορισμός: όσο χειρότερη γίνεται η κατάσταση, τόσο το καλύτερο. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει (και επικροτεί) αυτήν την αυτοεκπληρούμενη προφητεία, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν η ομάδα των τζιχαντιστών αποτύγχανε στην άμεση διευθέτηση της αγριότητας, τότε τα αποτελέσματα θα παρέμεναν θετικά: η αποτυχία, όπως λέγεται, «δεν σημαίνει τέλος της υπόθεσης/ ακόμα καλύτερα, αυτή η αποτυχία θα οδηγήσει σε αύξηση της αγριότητας.»

Εδώ λοιπόν εδραιώνεται, με λίγα λόγια, μια αναπόδραστη τελεολογία που ευδοκιμεί σε βαθιά αρνητικές καταστάσεις. Η ίδια η ύπαρξη των αλληλοτροφοδοτούμενων και διαρκώς εντεινόμενων κύκλων βίας συνιστά και την απόδειξη της ορθότητας αυτού του σχήματος.

Ο σεχταρισμός και το μετακατοχικό Ιράκ

Η σχέση μεταξύ της κοσμοθεωρίας του ISIS και της καταστροφικής αύξησης του σεχταρισμού σε όλη την περιοχή είναι πρόδηλη. Παρά το γεγονός ότι ο συντάκτης του AoS και οι ηγέτες των προηγούμενων ομάδων τζιχαντιστών ήταν προσεκτικοί ώστε να αποφευχθούν θρησκευτικές κυρώσεις για ενδο-μουσουλμανική βία, καταδικάζοντας κάθε σκόπιμη στοχοποίηση άλλων μουσουλμάνων, αυτό αλλάξει με την εμφάνιση της Αλ-Κάιντα στο Ιράκ (AQI) στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Με επικεφαλής τον Ιορδανό Αμπού Μουσάμπ Ζαρκάουι, η AQI θεώρησε το βομβαρδισμό των θρησκευτικών τελετών και των θεσμών ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποτελεσματικά εργαλεία πόλωσης. Στο Ιράκ, ο Ζαρκάουι προσπάθησε συνειδητά να πυροδοτήσει έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ σιιτών και σουνιτών, μέσω μιας μεθοδευμένης σειράς από καταστροφικές επιθέσεις σε σιιτικές κοινότητες.

Οι δραστηριότητες αυτές, σε συνδυασμό με τα φρικιαστικά βίντεο αποκεφαλισμού που του χάρισαν την ονομασία «Σεΐχης των σφαγέων» κλιμάκωσαν την οργή έναντι της παλαιότερης ηγεσίας της Αλ-Κάιντα, του Οσάμα Μπιν Λάντεν και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι. Πράγματι, ο τελευταίος έγραψε την γνωστή επιστολή προς τον Ζαρκάουι το 2005, επικρίνοντας τον Ιορδανό ηγέτη και περιγράφοντας «τις σκηνές σφαγής των ομήρων» και τις επιθέσεις του Ζαρκάουι σε σιίτες στο Ιράκ ως τακτικές που θα αποξενώσουν την Αλ -Κάιντα από την απαραίτητη υποστήριξη της βάσης της.

Παρά τις διαμαρτυρίες του Ζαουάχρι, μια σειρά από άλλους παράγοντες, που λίγη σχέση είχαν με τον Ζαρκάουι, καλλιέργησαν το έδαφος του σεχταρισμού. Πρώτον, η περιβόητη πολιτική της από-μπααθικοποίησης που εφαρμόστηκε από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, οδήγησε σε εκτεταμένη περιθωριοποίηση το σουνιτικό πληθυσμό της χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, κάθε πρόσωπο που ήταν μέλος του κόμματος Μπάαθ του Σαντάμ Χουσεΐν απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τη θέση του, στερήθηκε οποιασδήποτε άλλης απασχόλησης στο δημόσιο τομέα και αποκλείστηκε από τη συνταξιοδότηση.

Όπως πολλοί αναλυτές επεσήμαναν σε εκείνη τη συγκυρία, αυτό ήταν μια συνταγή καταστροφής. Η ένταξη στο κόμμα Μπάαθ ισοδυναμούσε, στα χρόνια της δικτατορίας του Σαντάμ Χουσεϊν με την προοπτική εύρεσης εργασίας, έτσι αυτή η πολιτική των ΗΠΑ οδήγησε σε μαζική απόλυση χιλιάδες εκπαιδευτικούς, γιατρούς, αστυνομικούς και χαμηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους. Αποδιοργανώνοντας με αυτόν τον τρόπο το κράτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδηγούνταν με ακρίβεια στην κατάρρευση των βασικών κοινωνικών υπηρεσιών - μια καταστροφική προοπτική για μια κοινωνία την ώρα που βγαίνει από μια δεκαετία οικονομικών κυρώσεων και πολέμων.

Η περιθωριοποίηση των Σουνιτών δεν έγινε αισθητή μόνο στη σφαίρα της οικονομίας. Οι αμερικανικές δυνάμεις ηγούνταν επιθέσεων εναντίον κατοικημένων πόλεων και χωριών των Σουνιτών, ενώ δεκάδες χιλιάδες φυλακίστηκαν στις ΗΠΑ, εκεί όπου η απομόνωση, τα βασανιστήρια και ο «τεϊλορισμός της κράτησης», χρησιμοποιήθηκαν επανειλλημένα για να ενισχύσουν την κατοχή.

Η πιο διαβόητη από αυτές τις φυλακές ήταν το κέντρο κράτησης στο Αμπού Γκράιμπ, το οποίο απαξιώθηκε εντελώς στη δυτική συνείδηση το 2003, μετά την διαρροή φωτογραφιών που έδειχναν το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό να βασανίζει κρατούμενους. Στον απόηχο αυτού του σκανδάλου, πολλοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το Αμπού Γκράιμπ σε άλλη φυλακή, στο στρατόπεδο Μπούκα. Ήταν εδώ που ένας κρατούμενος, αργότερα γνωστός ως Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, δημιούργησε στενές σχέσεις με μια κλίκα πρώην αξιωματικών του στρατού του Μπάαθ που είχαν περάσει από το Αμπού Γκράιμπ.

Σήμερα, βέβαια, ο αλ-Μπαγκντάντι είναι ο ηγέτης του ISIS, και αυτοί οι ίδιοι αξιωματικοί του Μπάαθ είναι τώρα οι πιο κοντινοί του σύμβουλοι. Με αυτό τον τρόπο, η εμπειρία των σουνιτών κρατουμένων στα χέρια του αμερικάνικου στρατού των ΗΠΑ, όχι μόνο βάθυνε περαιτέρω τις αναδυόμενες θρησκευτικές αντιπαλότητες στη χώρα, αλλά κατά μία έννοια, σφυρηλάτησε στην πραγματικότητα το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος.

Οι σεχταριστικές ρήξεις συνέχισαν να βαθαίνουν μετά το 2006, όταν οι ΗΠΑ, σε σιωπηρή συμφωνία με το Ιράν, επιχείρησαν να θεσμοθετήσουν ένα σιιτικό κράτος που θα υποστηριζόταν από μια στρατιά σιιτικής πολιτοφυλακής. Η κατάσταση επιδεινωνόταν διαρκώς μετά και την επίσημη αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ το 2011. Σε συνδυασμό με τα πρωτόγνωρα επίπεδα κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, η περιθωριοποίηση των σουνιτών παρήγαγε την πραγματική κοινωνική βάση που στη συνέχεια θα στρατευόταν στο ISIS για λόγους που υπερέβαιναν κατά πολύ τους θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς παράγοντες.

Μεγάλο ποσοστό των μεσαίων στελεχών του ISIS είναι πρώην αξιωματούχοι του Μπάαθ οι οποίοι εντάχθηκαν στην οργάνωση εν μέρει λόγω των οικονομικών κινήτρων. Τα οικονομικά οφέλη αποτελούν επίσης κίνητρο και για τους χαμολόβαθμους μαχητές της οργάνωσης. Η αμοιβή για έναν μαχητή του ISIS, παραδείγματος χάριν, υπολογίζεται στα 300-400 δολάρια το μήνα, ποσό υπερδιπλάσιο εκείνου που παρέχει ιρακινός στρατός. Οι οδηγοί φορτηγών και οι λαθρέμποροι που διακινούν το πετρέλαιο που παράγεται για λογαριασμό του ISIS από τη Συρία στο Ιράκ, έχουν ως πρωταρχικό κίνητρο την εξασφάλιση των στοιχειωδών για τη διαβίωσή τους. Πέρα από όλες τις θρησκευτικές αξιώσεις του, το σχέδιο οικοδόμησης του ισλαμικού κράτους πατάει σε ένα απολύτως υλικό έδαφος.

Πολλοί σχολιαστές που ασχολούνται με το Ιράκ συχνά αποδίδουν αυτά τα αποτελέσματα στην ηλιθιότητα και την ύβρη που επέδειξε η κυβέρνηση Μπους, καθώς και στη συνέχιση των καταφανώς εσφαλμένων πολιτικών μετά την περίοδο κατοχής της χώρας. Όμως αυτού του είδους η προσέγγιση παίρνει ως δεδομένο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν πράγματι Ιράκ χωρίς διαιρέσεις και με κοινωνικοπολιτική σταθερότητα.

Ωστόσο, ένα μη σεχταριστικό, ενωμένο Ιράκ υπό την ηγεσία μιας κυβέρνησης με ισχυρή λαϊκή υποστήριξη θα συνιστούσε καταστροφή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι μια τέτοια προοπτική ήταν εξαρχής εκτός σχεδιασμών και ότι ο κατακερματισμός του Ιράκ σε αντιμαχόμενα θρησκευτικά μέτωπα ήταν η πιθανότερη εξέλιξη μετά την κατοχή της χώρας από τις ΗΠΑ (ιδίως από τη στιγμή που τα αμερικανικά συμφέροντα συνέπεσαν με τα ιρανικά). Το «διαίρει και βασίλευε» αποτελεί από παλιά μια κατεξοχήν προνομιακή μέθοδο αποικιακής κυριαρχίας.

Αυτές είναι οι πραγματικές υλικές και πολιτικές ρίζες της σεχταριστικής στροφής που παρατηρείται σήμερα στον αραβικό κόσμο. Παρά τα όσα το ISIS, η Σαουδική Αραβία ή το Ιράν θα μπορούσαν ισχυριστούν, ο σεχταρισμός δεν είναι αποτέλεσμα αιώνιων δογματικών ή εθνοτικών σχισμάτων, δεν χάνεται στα βάθη των αιώνων και δεν παραμένει αμετάβλητος στη σύγχρονη εποχή.

Ο σεχταρισμός υπήρξε πάντοτε, όπως υποστήριζε πριν από δεκαετίες ο Λιβανέζος κομμουνιστής Μαχντί Άμελ, μία σύγχρονη τεχνική της πολιτικής εξουσίας, ένα μέσο με το οποίο οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν να εδραιώσουν τη νομιμοποίησή τους και την κοινωνική τους απήχηση, διαλύοντας τη δυνατότητα για κάθε είδους λαϊκή αντιπολίτευση. Η μετά κατοχική περίοδος του Ιράκ και η επακόλουθη ενίσχυση του ISIS αποτελούν μια τραγική επιβεβαίωση αυτής της θέσης.

Σαουδική Αραβία, Συρία και Ισλαμικό Κράτος

Η χρησιμότητα της θρησκείας στην εδραίωση εξουσιών έχει, φυσικά, μια μακρά γενεαλογία στην περιοχή. Είναι πλέον ευρέως γνωστό ότι οι οργανωτικές ρίζες των ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων (συμπεριλαμβανομένων και των προγόνων του ISIS) έχουν τις ρίζες τους στη συμμαχία των ΗΠΑ με τις χώρες του Κόλπου και κυρίως στη Σαουδική Αραβία, ήδη από τις δεκαετίες 1960-1970.

Καθώς είχε να αντιμετωπίσει τα αναδυόμενα αριστερά και πατριωτικά κινήματα στην περιοχή, η χρηματοδότηση του ισλαμισμού θεωρήθηκε ένα αποτελεσματικό αντίβαρο για την αποδυνάμωση αυτών των κινημάτων. Μετά το 1980, η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε συστηματικότερα μέσω της υποστήριξης των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας στους Άραβες Ισλαμιστές μαχητές του Αφγανιστάν. Ήταν σε αυτή την περιοχή που οι προετοιμασίες για έναν ένοπλο ιερό πόλεμο είχαν την πρώτη τους πρακτική εφαρμογή.

Αυτή η μακρόχρονη εργαλειακή χρήση του ισλαμικού φονταμενταλισμού οδήγησε ορισμένους αναλυτές στο συμπέρασμα ότι το ISIS είναι ένα εργαλείο των χωρών του Κόλπου. Με μια πρώτη ματιά οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνεται να έχουν νόημα. Ιδεολογικά, υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ του καθεστώτος της Σαουδικής Αραβίας και του Ισλαμικού Κράτους. Αμφότερα μοιράζονται μια εξόχως περιοριστική ερμηνεία της ισλαμικής τιμωρίας (Χουντούντ). Πράγματι, οι αποκεφαλισμοί και ακρωτηριασμοί με την υπογραφή του ISIS στις περιοχές που ελέγχει, δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην περιοχή, εκτός από τη Σαουδική Αραβία. Όταν το ISIS αναζητούσε σχολικά βιβλία για τα σχολεία των περιοχών που ελέγχει, τα μόνα αποδεκτά εγχειρίδια θεωρήθηκαν αυτά που υπήρχαν στη Σαουδική Αραβία.

Υπάρχει, επίσης, αναμφίβολα μια συμπάθεια για το ISISσε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που συνεισφέρουν είτε οικονομικά, είτε ως εθελοντές στον πόλεμο. Ωστόσο –ενώ είναι πιθανό τα όπλα που παρέχονται από τη Σαουδική Αραβία (και το Κατάρ) σε συριακές ομάδες να καταλήγουν στα χέρια του ISIS μέσω αποστασιών ή συλλήψεων– υπάρχουν περιορισμένες αλλά πειστικές αποδείξεις ότι το ISIS χρηματοδοτείται άμεσα ή εφοδιάζεται με όπλα από τη Σαουδική Αραβία ή τις χώρες του Κόλπου.

Σε ρητορικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ των δύο είναι μια σχέση βαθιάς αντιπάθειας και μίσους. Το ISIS θεωρεί τη Σαουδική μοναρχία ως έναν από τους πιο μισητούς εχθρούς του και η ανατροπή της άρχουσας οικογένειας αλ-Σαούντ αποτελεί βασικό στόχο της οργάνωσης. Η Σαουδική μοναρχία δεν πρόκειται να ανεχθεί κανέναν άλλο διεκδικητή στην παγκόσμια ισλαμική ηγεσία, και φοβάται ότι το ISISαποτελεί μια απειλή εναντίον της ισχύουσας τάξης πραγμάτων.

Από την άλλη πλευρά, η αυξανόμενη δύναμη του ISIS συνδέεται ξεκάθαρα με την καταστολή της συριακής εξέγερσης από την κυβέρνηση Άσαντ. Λίγους μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης, ο Άσαντ απελευθέρωσε εκατοντάδες κρατούμενους (μεταξύ των οποίων και καλά εκπαιδευμένους τζιχαντιστές), πολλοί από τους οποίους έγιναν ηγέτες και αγωνιστές σε ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες. Πρώην υψηλόβαθμοι Σύριοι πράκτορες έχουν υποστηρίξει ότι αυτή ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια του καθεστώτος προκειμένου να ανατροφοδοτήσει τη θρησκευτική διχόνοια και να προσδώσει ισλαμιστικό χαρακτήρα στην εξέγερση.

Η κυβέρνηση Άσαντ έχει μια μακρά ιστορία στη χειραγώγηση τέτοιων ομάδων, συμπεριλαμβανομένης της απελευθέρωσης κρατουμένου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και της διευκόλυνσης χιλιάδων τζιχαντιστών εθελοντών κατά μήκος των συνόρων ώστε να ενωθούν με το δίκτυο του Ζαρκάουι στο Ιράκ. Πράγματι, από τον Φεβρουάριο του 2010, στελέχη των μυστικών υπηρεσιών της Συρίας προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τη διείσδυση τους και τη χειραγώγηση τζιχαντιστικών ομάδων, προκειμένου να εδραιωθεί η συνεργασία τους με τις ΗΠΑ σε ζητήματα ασφάλειας της περιοχής.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όταν οι Σύριοι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις βόμβες, τα τανκς και τις τυφλές αεροπορικές επιθέσεις των στρατιωτικών δυνάμεων του Άσαντ, πολλοί ήταν εκείνοι που μεταπήδησαν στις τζιχαντιστικές ομάδες οι οποίες ήταν καλά εκπαιδευμένες για σκληρές μάχες. Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες ήταν και η Zαμπάτ αλ Νούσρα (Jabhat al Nusra -JaΝ), μια οργάνωση που ιδρύθηκε αφότου το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ απέστειλε μαχητές στη Συρία στα τέλη του 2011 και η οποία έκανε τη δημόσια εμφάνισή της τον Ιανουάριο του 2012.

Κατά τη διάρκεια του 2013, καθώς η βία και οι εκδιώξεις πληθυσμών επιδεινώθηκαν, η JaN ήρθε σε μια δυσάρεστη ρήξη με τη μητρική της οργάνωση πάνω σε ζητήματα στρατηγικής κατεύθυνσης. Το δίλημμα ήταν αν θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση του συριακού στρατού και την αποδυνάμωση των θρησκευτικών διαιρέσεων, ή αν αντίθετα θα έδιναν προτεραιότητα στον εδαφικό έλεγχο, με βάση τον ισλαμικό νόμο και στη συνέχιση μιας στρατηγικής πόλωσης έναντι όλων των άλλων ομάδων. Το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ επέλεξε το δεύτερο δρόμο, ανακοινώνοντας την εκδίωξη των απείθαρχων στελεχών της JaN στις 9 Απριλίου του 2013 και τη δημιουργία του πρόσφατα αναμορφωμένου ΙSIS.

Αντανακλώντας αυτές τις στρατηγικές προτεραιότητες -και σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται από πολλούς- το ISIS έχει αποφύγει σε μεγάλο βαθμό την άμεση αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Άσαντ. Αντ΄αυτού, αξιοποιώντας τον έλεγχό του στις διαδρομές του λαθρεμπορίου και των συνοριακών διαβάσεων που περνούν μέσα από το Ιράκ και τη Συρία (παρέχοντας το απαραίτητο στρατηγικό βάθος καθώς και ασφάλεια στην απόκρουση οποιαδήποτε άλλης ένοπλης οργάνωσης), το ISIS επεδίωξε κυρίως την εδαφική επέκταση.

Στην επιχείρηση αυτή, η στρατιωτική συμβουλή του πρώην στρατηγού του Μπάαθ από τις ημέρες της κράτησης στο Καμπ Μπούκα ήταν το κλειδί της επιτυχίας. Η έμφαση δόθηκε στον έλεγχο των περασμάτων και των οδών ανεφοδιασμού που συνδέουν τους στρατηγικούς κόμβους και όχι στην ιδεοληπτική εμμονή σε σταθερά σημεία, κάτι που εξασφάλισε έλεγχο σε πετρελαιοπηγές αλλά και σε βασικές υποδομές (κυρίως ύδρευσης και παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας).

Η στρατηγική αυτή δεν έκανε μόνο πάμπλουτη την οργάνωση (κατέχει τουλάχιστον εννέα προσοδοφόρα κοιτάσματα πετρελαίου στη Συρία και το Ιράκ που εκτιμάται ότι αποδίδουν πάνω από 1.5 εκατομμύριο δολάρια την ημέρα από τις πωλήσεις πετρελαίου). Έχει υποχρεώσει επίσης τα υπόλοιπα τμήματα της συριακής επικράτειας (που ελέγχονται από την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση) να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ISIS για τις ηλεκτρικές και ενεργειακές τους ανάγκες.

Σε συνδυασμό με τα τεράστια ποσά χρημάτων που συγκεντρώθηκαν από απαγωγές, εκβιασμούς, πώληση αρχαιοτήτων, λαθρεμπόριο και φόρους, το ISIS είναι -σε αντίθεση με σχεδόν όλα τα υπόλοιπα κράτη στη Μέση Ανατολή– ανεξάρτητο, πλούσιο, οικονομικά αυτάρκες και αποτελεσματικό εντός των συνόρων του που παραβιάζουν σκόπιμα τις διαχωριστικές γραμμές που χάραξαν οι αποικιακές δυνάμεις στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Επέκταση της επέμβασης;

Υπό αυτές τις συνθήκες, τα καλέσματα για περισσότερη δυτική στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή, το μόνο που μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικά είναι περισσότερη στήριξη στην οργάνωση. Ακριβώς επειδή ο πόλεμος και η κατοχή αποτελούν το γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη του Ισλαμικού κράτους, είναι φανερό ότι αυτού του είδους η απάντηση μπορεί μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση. Πράγματι, σύμφωνα με τη στρατηγική της πόλωσης, οι πρόσφατες επιθέσεις του ISIS στοχεύουν ρητά προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να προκληθεί μεγαλύτερη παρέμβαση της Δύσης στην περιοχή, ως μέσο για την εμβάθυνση της αίσθησης της κρίσης και του χάους.

Η αντίθεση στην ξένη επέμβαση, δεν είναι απλά μια απαίτηση που πρέπει να στρέφεται κατά των ΗΠΑ ή των ευρωπαϊκών κρατών. Παρά τις επίσημες ανακοινώσεις περί στόχευσης του ISIS, ο ρωσικός αεροπορικός βομβαρδισμός της Συρίας που άρχισε στις 30 Σεπτεμβρίου απέφυγε σε μεγάλο βαθμό τις περιοχές που ελέγχονται από το ISIS, εστιάζοντας αντ 'αυτού στις περιοχές όπου βρίσκονται οι ομάδες της αντιπολίτευσης που δεν σχετίζονται με το ISIS.

Αυτές οι ρωσικές επιθέσεις -με υποστήριξη από τη Χεζμπολάχ, τις ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, τις ιρακινές πολιτοφυλακές των Σιιτών και το συριακό στρατό- έχουν κυρίως ως στόχο να ενισχυθεί η θέση του Άσαντ στην πορεία προς -αυτό που διαγράφεται ως- μια ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ των μεγάλων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων στη Συρία. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία του ISIS πράγματι ενισχύει τους ισχυρισμούς του Άσαντ ότι «αντιστέκεται στην τρομοκρατία» και ταυτόχρονα χρησιμοποιείται από εκείνα τα δυτικά κράτη που ταλαντεύονται για το αν θα πρέπει να στηρίξουν την κυβέρνηση Άσαντ ως δήθεν αναγκαίο κακό.

Φυσικά, ο ρωσικός στρατός μπορεί να αλλάξει προσανατολισμό στον απόηχο των επιθέσεων στο Σινά, στη Βηρυτό και στο Παρίσι, αλλά γεγονός είναι ότι η μακροχρόνια άρρητη αποκλιμάκωση μεταξύ ισλαμικού κράτους και κυβέρνησης Άσαντ εξυπηρετεί μέχρι σήμερα τα συμφέροντα και των δύο πλευρών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ελάχιστες οι εύκολες απαντήσεις για την Αριστερά. Ναι, χρειαζόμαστε εναλλακτικούς, ριζοσπαστικούς οραματισμούς που θα στηρίζονται σε δημοκρατικές διεκδικήσεις, κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη και παράλληλα στην απόρριψη του σεχταρισμού. Αλλά αυτό απαιτεί επίσης μια νηφάλια εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων και ένα είδος απολογισμού για το τι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

Πρέπει να είμαστε δύσπιστοι όσον αφορά τις αναλύσεις που αποδίδουν την άνοδο του ISIS σε αυτόματα αντανακλαστικά και στις μηχανορραφίες του πολέμου και του ιμπεριαλισμού. Η εξέλιξη αυτή δεν είχε τίποτε το νομοτελειακό. Το ISIS βρήκε στην ανατροπή των εξεγέρσεων του 2011 -και στην αποτυχία τους να αμφισβητήσουν ουσιαστικά τις αυταρχικές κυβερνήτες– το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσε να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί.

Καθώς η πολιτική απεχθάνεται το κενό και καθώς οι λαϊκές και δημοκρατικές κινητοποιήσεις άρχισαν να υποχωρούν τα τελευταία τρία χρόνια, το Ισλαμικό Κράτος ήταν μία από εκείνες τις δυνάμεις που ήρθε να δρέψει τους καρπούς της υποχώρησης. Δρώντας παρασιτικά, η οργάνωση έχει επενδύσει στην έκρηξη της θρησκευτικής βίας, που καλλιεργείται σκόπιμα από τους ηγέτες των χωρών της περιοχής, πατώντας πρώτα στο έδαφος του Ιράκ και αργότερα στη Συρία. Και στις δύο αυτές χώρες, η οργάνωση αντιμετώπισε (και κατάφερε να δημιουργήσει) μια πραγματικότητα που ταιριάζει μακάβρια στο σχήμα της «διαχείρισης της αγριότητας».

Ωστόσο, παρά τη φαινομενική τελμάτωση της κατάστασης, υπάρχουν λόγοι για να ελπίζει κανείς. Υπάρχουν τοπικές δυνάμεις που αντιμετωπίζουν το Ισλαμικό Κράτος σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες –με πιο σημαντικό, το κουρδικό κίνημα (που ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την καταστολή της τουρκικής κυβέρνησης) καθώς και αντιπολιτευόμενες δυνάμεις –μακριά από το ISIS- στη Συρία.

Ταυτόχρονα, κάποια θαρραλέα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο και αλλού συνεχίζουν να αψηφούν τη λογική του σεχταρισμού και αποδεικνύουν ότι ο αγώνας για μια προοδευτική εναλλακτική λύση παραμένει ζωντανός.

Το ISIS μπορεί να προβάλει μια ουτοπική υπόσχεση σταθερότητας και ευημερίας, αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι θα ζήσει τις δικές του εσωτερικές εξεγέρσεις, όπως αποδεικνύουν τα ενδεικτικά παραδείγματα ισλαμικών «κρατών» στο παρελθόν που ήρθαν αντιμέτωπα με αντίστοιχες εξεγέρσεις.

Επιπλέον, αν δούμε την άνοδο του ISIS μέσα από το πρίσμα της υποχώρησης, μπορούμε να ανακτήσουμε σε ένα βαθμό την αισιοδοξία μας, κατανοώντας ότι η οργάνωση δεν προσφέρει καμία αποτελεσματική απάντηση στην τρέχουσα κατάσταση της περιοχής. Δεν εκπροσωπεί κανένα είδος αντι-ιμπεριαλιστικής απάντησης ή πειστικού δρόμου για μια Μέση Ανατολή ελεύθερη από την κυριαρχία και την ξένη ή ντόπια καταπίεση. Παρά τις αντιξοότητες των τελευταίων ετών, οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης δεν έχουν σβήσει και το σημαντικότερο; Αυτή είναι πιο αναγκαία από ποτέ.

*O Adam Hanieh είναι λέκτορας στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου «Καταγωγές της εξέγερσης: Ζητήματα σύγχρονου καπιταλισμού στη Μέση Ανατολή».

Mετάφραση-Επιμέλεια: Ξένια Πηρούνια, Κωστής Μαργιόλης. 

πηγη: ektosgrammis.gr

Σελίδα 4031 από 4476
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή