Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Είναι οι πλειοψηφίες όμηροι των μειοψηφιών;

– του Κώστα Τρακόσα
Το Σάββατο 25 Νοεμβρίου η Καθημερινή τιτλοφορεί το κύριο άρθρο της «Απλή αναλογική» και, με αφορμή την πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στη θέσπιση του εν λόγω μέτρου στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, σημειώνει: «Ολες οι πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση αποφασισμένη να επιμείνει στην καθιέρωση συστήματος απλής αναλογικής στις δημοτικές εκλογές, παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας των δημάρχων, αλλά και την εμπειρία από πολλούς δήμους της χώρας. Είναι συχνά δύσκολο να ληφθούν αποφάσεις σε μικρά ή κρίσιμα θέματα και είναι απολύτως βέβαιο ότι η δυσκολία θα μετατραπεί σε πλήρη αδυναμία όταν οι πλειοψηφίες καταστούν όμηροι μειοψηφιών με την απλή αναλογική» (υπογράμμιση δική μας). Παρακάτω, θα μας απασχολήσουν δύο ερωτήματα: πρώτον, τι σημαίνει ότι «οι πλειοψηφίες θα καταστούν όμηροι των μειοψηφιών» σε μια δημοκρατία και δεύτερον, αν αρκεί η μετάβαση στην απλή αναλογική για την καλυτέρευση της ποιότητας μιας δημοκρατίας (χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που λέει η κυβέρνηση θα το κάνει κιόλας).
Ο αρθρογράφος της Καθημερινής καταφανώς επιχειρεί να καθοδηγήσει τον αναγνώστη στον εξής απλό συλλογισμό: όπου δεν υπάρχει ισχυρή πλειοψηφία τότε, όσοι βρίσκονται σε πλειοψηφικές θέσεις καθίστανται «όμηροι» των μειοψηφούντων και, αφού με την απλή αναλογική είναι εξαιρετικά δύσκολο να σχηματιστεί ισχυρή πλειοψηφία, συνεπάγεται ότι οι πλειοψηφούσες παρατάξεις που θα προκύπτουν από την εκλογική διαδικασία δεν θα μπορούν να πάρουν και να υλοποιήσουν τις αποφάσεις που θα θέλουν. Άρα, ακυβερνησία. Το τελευταίο δεν το λέει ευθέως, ωστόσο, η υπόνοια περί τούτου είναι σαφής.
Υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα στον συλλογισμό του αρθρογράφου: (1) η δημοκρατία καθίσταται ένα απλό μέσο για τη διεκπεραίωση ενός άλλου σκοπού (και συγκεκριμένα της λήψης μιας απόφασης) και (2) η απόφαση αυτή, καθώς μετατρέπεται σε σκοπό της δημοκρατίας, αποκολλάται από τις δημοκρατικές διαδικασίες και μετατρέπεται σε κάτι ξεχωριστό, το οποίο η δημοκρατία πρέπει να υπηρετεί πιστά. Κοινώς: η δημοκρατία πρέπει να υπηρετεί την ικανότητα της πλειοψηφίας να πάρει τις αποφάσεις που θέλει και όχι οι όποιες αποφάσεις να λαμβάνονται ως απόρροια της αρχής της δημοκρατίας. Έτσι, η δημοκρατία από αρχή γίνεται διαδικασία και συγκεκριμένα εκλογική διαδικασία. Αντί, λοιπόν, από τη δημοκρατική αρχή να προκύπτει το εκλογικό σύστημα, το εκλογικό σύστημα είναι αυτό που καθορίζει τη δημοκρατική αρχή στη βάση της αρχής της ικανότητας λήψης απόφασης. Η διαλεκτική σχέση δημοκρατίας και απόφασης διασπάται και αντιστρέφεται.
Αυτή, όμως, η περίτεχνη αντιστροφή, που ωστόσο είναι πλέον εξαιρετικά προσφιλής στον δημόσιο διάλογο, έχει μια βασική συνέπεια: αφού η δημοκρατία είναι μέσον και αφού ο σκοπός της είναι να υπηρετεί την ικανότητα της πλειοψηφίας να κυβερνήσει με τον τρόπο που αυτή θέλει, τότε η δημοκρατία πρέπει να υποκύψει απέναντι στην αρχή της ισχύος. Το πρόβλημα σε αυτή τη θέση είναι η φράση «με τον τρόπο που αυτή θέλει». Διότι, η δημοκρατία ακριβώς αυτό προϋποθέτει: ότι κανείς δεν είναι ανεξέλεγκτος, ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει ακριβώς τις αποφάσεις που θέλει. Μια τέτοια στρεβλωτική ερμηνεία της δημοκρατίας, ως μέσου λήψης αποφάσεων, όπως υπονοείται στο άρθρο της Καθημερινής, σημαίνει στην πράξη την ακύρωση της δημοκρατίας. Διότι, αν θεωρήσουμε ότι η δημοκρατία συνίσταται στον έλεγχο της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία, τότε –με αυτήν την έννοια– καθήκον της μειοψηφίας είναι να μην αφήνει ανεξέλεγκτη τη δράση της πλειοψηφίας και, άρα, να την έχει υπό «ομηρία» (αν «ομηρία» είναι να μην κάνεις ό,τι θέλεις). Όταν αίρεται αυτό, αίρεται και η ουσία της δημοκρατίας.
Το άλλο ερώτημα είναι αν ο μετασχηματισμός του εκλογικού συστήματος, από μόνος του, δύναται να οδηγήσει σε μια καλύτερης ποιότητας δημοκρατία. Αν, δηλαδή, από ενισχυμένη αναλογική περάσουμε στην απλή αναλογική, τότε η δημοκρατία θα γίνει καλύτερη; Η θέση αυτή, που λέει ότι αν θεσπιστεί η απλή αναλογική τότε η ποιότητα της δημοκρατίας θα αναβαθμιστεί, εμπεριέχει μια εξίσου περίτεχνη αντιστροφή: ότι η δημοκρατία συμβαίνει άπαξ, με την έκφραση του εκλογικού σώματος, κάθε φορά που γίνεται μια εκλογική διαδικασία. Εδώ η δημοκρατία νοείται μινιμαλιστικά. Ωστόσο, η ποιότητα της δημοκρατίας αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από την αποτύπωση των εκλογικών συσχετισμών. Για παράδειγμα, η Ιταλία έχει μακρά παράδοση στην απλή αναλογική, αλλά η ποιότητα της δημοκρατίας της δεν είναι και πολύ ανώτερη από αυτήν που βιώνουμε στην Ελλάδα.
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η απλή αναλογική δεν είναι προτιμότερη από την ενισχυμένη ή κάποιο άλλο εκλογικό σύστημα, καθώς αντικατοπτρίζει τη βούληση του εκλογικού σώματος με μεγαλύτερη ακρίβεια, το θέμα εδώ τίθεται ως εξής: δεν είναι απαραίτητο ότι μια δημοκρατία γίνεται καλύτερη απλά θεσπίζοντας την απλή αναλογική, όπως ακριβώς δεν είναι απαραιτήτως αντιπαραγωγικό η πλειοψηφία να γίνεται «όμηρος» της μειοψηφίας.
Πηγή: imerodromos.gr
Καρότο και μαστίγιο

Μετά τα βραβεία και τους επαίνους από κεφάλαιο και «εταίρους», για τα «έργα και τις ημέρες» της στην εξαπάτηση του ελληνικού λαού, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ διεκδικεί τώρα και τα βραβεία της καταστολής ενάντια στις λαϊκές κινητοποιήσεις.
Το «μέρισμα» αυταρχισμού που μοίρασε «γενναιόδωρα» την Τετάρτη από κοινού με την εργοδοσία, συλλαμβάνοντας εργαζόμενους, ανάμεσά τους και τον πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου Ιωαννίνων, που απεργούσαν στα «ΜΑΡΚΕΤ ΙΝ» στα Γιάννενα, διαμαρτυρόμενοι δυο μόλις μέρες μετά τις συλλήψεις συνδικαλιστών μέσα στα σπίτια τους (!), αλλά και σε όσους διαμαρτύρονταν ενάντια στους πλειστηριασμούς λαϊκών κατοικιών και στους φοιτητές και εργαζόμενους στις εστίες που απαιτούσαν σίτιση, ζεστό νερό και θέρμανση, επιβεβαιώνει τα παραπάνω.
Κυνική και αδίστακτη, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να πάει μέχρι τέλους την υπόθεση ανάκαμψης της κερδοφορίας του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών ομίλων, με ό,τι τη συνοδεύει. Κάνει, δηλαδή, ό,τι έκαναν όλες οι προηγούμενες, με τη διαφορά ότι αυτή φοράει και τη μάσκα του «αριστερού».
Αυτό είναι που φανερώνει το ρόλο της, των βρώμικων, ειδικών αποστολών που αναλαμβάνει για το κεφάλαιο. Επιδέξια τόσο στο «καρότο», που περιλαμβάνει τα παραμύθια περί «δίκαιης ανάπτυξης» και τις ψευτοπαροχές τύπου «μερίσματος», με τα οποία προσπαθεί να αποσπάσει την ανοχή του λαού στα μέτρα που περνάει με ρυθμούς πολυβόλου, όσο και στο «μαστίγιο», εκεί που οι αυταπάτες σκοντάφτουν πάνω στην ωμή πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, ως αποτέλεσμα της αντιλαϊκής της πολιτικής και των απαιτήσεων της εργοδοσίας.
Τα προκλητικά παραμύθια περί «άλλου ήθους» και του αυταρχισμού που τάχα «δεν είναι στην κουλτούρα» τους, παραμύθια που βέβαια ο ελληνικός λαός τα έχει ξανακούσει σε προηγούμενες εποχές από υπουργούς και στελέχη των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, δεν πείθουν κανένα.
Πολύ περισσότερο, δεν μπορούν να κρύψουν την ουσία: Η πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου, που υπηρετεί και η σημερινή κυβέρνηση, έχει ως προϋπόθεση το τσάκισμα των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων και γι' αυτό πάει χέρι - χέρι με την καταστολή. Οι «επενδυτικές λεωφόροι» πρέπει να είναι «ελεύθερες» από εργατικά δικαιώματα, αλλά και από τη συλλογική οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης.
Το χτύπημα του απεργιακού δικαιώματος που έρχεται στο πλαίσιο της τρίτης «αξιολόγησης» είναι αποκαλυπτικό. Κυβέρνηση και κεφάλαιο βάζουν στο στόχαστρο το δικαίωμα στην απεργία και μάλιστα στο επίπεδο της επιχείρησης και του ομίλου, εκεί όπου η αντιπαράθεση με την εργοδοσία έχει τις μεγαλύτερες απαιτήσεις, με στόχο να χτυπήσουν την οργάνωση και τους αγώνες των εργαζομένων. Γιατί η οργανωμένη συνδικαλιστική δράση δεν ταιριάζει με το «αναπτυξιακό περιβάλλον» έντασης της εργασιακής εκμετάλλευσης.
Το χτύπημα στους εργαζόμενους στα Γιάννενα, οι συλλήψεις και οι διώξεις, είναι «πρόβα τζενεράλε» σε αυτήν την κατεύθυνση, μαζί με τη βρώμικη προπαγάνδα των αστικών επιτελείων το διάστημα αυτό.
Αντίστοιχο είναι και το παράδειγμα των πλειστηριασμών σπιτιών της λαϊκής οικογένειας: Τη βασική επιδίωξη του κεφαλαίου, να απαλλαγούν οι τράπεζες από τα «βαρίδια» των «κόκκινων» δανείων και να τροφοδοτήσουν με ζεστό χρήμα τους επιχειρηματικούς ομίλους στο νέο γύρο κερδοφορίας τους, η κυβέρνηση τον υπηρετεί με όλα τα μέσα. Και διευρύνοντας το νομοθετικό πλαίσιο που έχουν στα χέρια τους οι τραπεζικοί όμιλοι και δίνοντας στα λαϊκά νοικοκυριά «διαβεβαιώσεις» χωρίς αντίκρισμα ότι τάχα προστατεύει την πρώτη κατοικία, αλλά και επιστρατεύοντας τη «ράβδο» για όσους αγωνίζονται ενάντια στους πλειστηριασμούς.
Η καταστολή, όπως και το εμπόριο κάλπικων ελπίδων και η στάση αναμονής που προσπαθούν να καλλιεργήσουν κυβέρνηση και κεφάλαιο, πρέπει να πάρουν την απάντησή τους στις 14 Δεκέμβρη, μέρα πανελλαδικής πανεργατικής απεργίας.
Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη - 902.gr
Το (ασήκωτο) κόστος της τρίτης αξιολόγησης

– του Δημήτρη Μηλάκα
«Το σχέδιο εκποίησης – ξεπουλήματος της στρατηγικής σημασίας επιχείρησης για την ελληνική οικονομία και της υψίστης σημασίας επιχείρησης για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, όπως είναι η ΔΕΗ, είναι ένα εθνικό έγκλημα που πρέπει να αποτραπεί και θα αποτραπεί μόνο αν υπάρξει μια πλατιά παλλαϊκή κοινωνική και πολιτική ενότητα».
Σήμερα η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δηλώνει ότι είναι έτοιμη να απαλλάξει τη χώρα από τα μνημόνια και την εποπτεία, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να κλείσουν κάποιες ακόμη «λεπτομέρειες» που εμπεριέχονται στην τρέχουσα τρίτη αξιολόγηση.
Μια από αυτές τις λεπτομέρειες είναι η ΔΕΗ. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της τρίτης αξιολόγησης προβλέπεται η πώληση σε ιδιώτες λιγνιτικών σταθμών της ΔΕΗ που παράγουν το 40% του δυναμικού της επιχείρησης. Η συμφωνία για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ έχει ουσιαστικά κλείσει και περιλαμβάνει τις μονάδες στο Αμύνταιο, στη Φλώρινα, μαζί με άδεια για κατασκευή και δεύτερης μονάδας στην ίδια περιοχή, καθώς και τις σύγχρονες μονάδες Μεγαλόπολη 3 και 4.
Επιπροσθέτως, για να κλείσει η τρίτη αξιολόγηση, εκτός των άλλων (προαπαιτουμένων), θα πρέπει να δοθούν στους επενδυτές και τα ορυχεία λιγνίτη που τροφοδοτούν με καύσιμο τις μονάδες σε Μεγαλόπολη και Φλώρινα (Βεύη, Αχλάδα, Κλειδί). Εάν, μάλιστα, δεν υπάρξει ενδιαφέρον, η ΔΕΗ θα υποχρεωθεί να πουλήσει και υδροηλεκτρικές μονάδες, κάτι που εν πολλοίς θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα του market test, που θα πραγματοποιηθεί εντός του Δεκεμβρίου.
Με άλλα (απλούστερα) λόγια, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ολοφάνερο: το μόνο που αλλάζει σ’ αυτόν τον τόπο από το 2010 που μπλέξαμε με τα μνημόνια και τις εποπτείες είναι οι κυβερνήσεις, οι οποίες πληρώνουν το κόστος της υλοποίησης των πολιτικών (απαιτήσεων) των δανειστών.
Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ πράγματι αποδεικνύεται χαλκέντερη σε σύγκριση με τις προηγούμενες. Ωστόσο, το (πολιτικό) κόστος, όπως είναι γνωστό, πληρώνεται στην κάλπη. Και η ΔΕΗ είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα απόστασης μεταξύ λόγων και έργων της «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνησης…
Πηγή: pontiki.gr
Η «Αντι-Συνθήκη» της Λισαβόνας, μια κακοπαιγμένη παράσταση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς

Γράφει ο Σπύρος Κοντομάρης
#PlanBLisboa https://euro-planb.pt/
Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης στην Σύνοδο Κορυφής των πολιτικών αρχηγών και υπουργών εξωτερικών των κρατών μελών ΕΕ, στις 13 Δεκέμβρη του 2007 στη Λισαβόνα.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας είχε χαρακτήρα «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» καθώς στέρησε Πολιτικές από τα Εθνικά Κοινοβούλια και θέσπισε την αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ, σε τομείς όπως η ίδρυση κοινών κανόνων ανταγωνισμού για την λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (πχ, Ενέργεια, Αγροτική Πολιτική, Μεταφορές) και η κοινή νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη με νόμισμά τους το Ευρώ.
Παραμονές τις παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που με ειδικό τρόπο έπληξε τις Χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης με την εφαρμογή των Μνημονίων, το Ευρωπαϊκό Κεφάλαιο εξοπλίστηκε με ακραία θεσμικά όπλα ενόψει του κοινωνικού πολέμου που θα εξαπέλυε.
Δέκα χρόνια μετά, στις 21 και 22 Οκτωβρίου 2017, ξανά στη Λισαβόνα, προσωπικότητες της «Πολιτικής και του Ακτιβισμού» (political and civil society activists), συζήτησαν και συνυπέγραψαν μια εναλλακτική «Αντι-Συνθήκη», για ένα σχέδιο ΄Β για την Ευρώπη.
Η διακήρυξη μιας «Αντι-Συνθήκης» που παραπέμπει σε μια «αντί-Ευρωπαϊκή Ένωση», υπογράφεται μεταξύ άλλων από τους Oskar LAFONTAINE (Die Linke, Γερμανία), Jean–Luc MÉLENCHON (La France Ιnsoumise, Γαλλία), Xabier BENITO ZILUAGA (PODEMOS, Ισπανία) Diamantis KARANASTASIS (Πλεύση Ελευθερίας, Ελλάδα), Zoe KONSTANTOPOULOU (Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου Χρέους, Ελλάδα), Nikolaos CHOUNTIS (Λαϊκή Ενότητα, Ελλάδα), και το περιεχόμενό της συμπίπτει απόλυτα με τα όσα οι συνυπογράφοντες υποστηρίζουν στις χώρες τους.
Το κείμενο της Διακήρυξης καθιστά τις πολιτικές λιτότητας της ΕΕ υπαίτιες για το γεγονός ότι «Το Ευρωπαϊκό όνειρο έχει γίνει ένας εφιάλτης» (The European dream has become a nightmare) και υποστηρίζει ότι «Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η καταπίεση και ο αυταρχισμός, αλλά η δημοκρατία και η ελεύθερη έκφραση των λαών» (The answer cannot be repression and authoritarianism but democracy and the free expression of the people).
Το «πρόγραμμα διεκδικήσεων» περιλαμβάνει αιτήματα όπως:
-ο έλεγχος του δημόσιου χρέους και την κατάργηση του παράνομου, μη νόμιμου, επαχθούς, επονείδιστου και μη βιώσιμου μέρος του
-η μεταρρύθμιση της αποστολής ης ΕΚΤ υπέρ της απασχόλησης
-ένα συνεταιριστικό νομισματικό καθεστώς που θα εξαλείφει τις οικονομικές ανισορροπίες
-ένα επενδυτικό σχέδιο για την προώθηση της ενεργειακής μετάβασης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας
τα οποία εάν δεν γίνουν αποδεκτά τότε «οι χώρες αυτές πρέπει να ανοίξουν το δρόμο για τη ρήξη με τις Συνθήκες της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δρομολογήσουν ένα νέο σύστημα ευρωπαϊκής συνεργασίας» (countries should open the way for a breakup with the Eurozone and the EU Treaties).
Σε πρώτη ανάγνωση το κείμενο αποπνέει ένα κλίμα ρήξης.
Στην πραγματικότητα όμως αποτελεί ένα κείμενο θεσμικής υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την πλευρά της άσκησης μιας άλλης πολιτικής κατεύθυνσης στο εσωτερικό της, μιας πολιτικής κατεύθυνσης που δεν συγκρούεται με τον δομικό χαρακτήρα και τον πυρήνα πολιτικής της ΕΕ, την συμπύκνωση καπιταλιστικής ισχύος εις βάρος της Εργασίας. Το κείμενο βασίζεται στις αρχές του Κοινωνικού Νεοφιλελευθερισμού, της ταξικής συνεργασίας και ειρήνης, της πολιτικής συνεννόησης.
Τι μας λέει με απλά λόγια η «αντι-Συνθήκη» της Λισαβόνας, πρώτον ότι η ΕΕ είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο εναντίον των λαών ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και υπέρ τους (όπως πχ η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ένα συνεταιριστικό νομισματικό καθεστώς), δεύτερον ότι η ΕΕ στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης και καταπατά τις αποφάσεις των εθνικών κυβερνήσεων και των λαών.
Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο Κεφάλαιο και στον κοινωνικό πόλεμο που διεξάγει, στους Εργαζόμενους, στην Εργασία και στην Ταξική Πάλη, και η υιοθέτηση του όρου απασχόληση δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντίθετα συμβαδίζει με την πολιτική κατεύθυνση «να αλλάξουμε το περιεχόμενο» της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, «να αλλάξουμε το περιεχόμενο» του Ευρώ και της ΕΕ, υπερασπίζοντας ολόκληρη τη Δομή και το θεσμικό κέλυφος.
Αντίστοιχα, η αναγωγή της ταξικής κυριαρχίας του Κεφαλαίου σε ζήτημα μη λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, αδυνατεί να διαβάσει τα κοινωνικά συμφέροντα που εγγράφονται στους εθνικούς κυβερνητικούς σχηματισμούς μέσα από τα εθνικά κοινοβούλια. Επιπλέον, η αναγωγή του ταξικού προβλήματος σε πρόβλημα δημοκρατίας και η δήλωση πίστης στην αστική νομιμότητα, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετη με τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης και της Αριστεράς, και το δίκαιο ανεκπλήρωτο αίτημα της βίαιης ανατροπής των καπιταλιστικών δομών από τον οργανωμένο λαό.
Με αυτές τις επιθετικές προς το Λενινισμό αφηγήσεις, που αποκρύπτουν την πραγματική φύση και την κύρια λειτουργία της ΕΕ σαν θεσμική συμπύκνωση της ηγεμονίας του Κεφαλαίου, η διαφωνία οποιουδήποτε επαναστατικού κομμουνιστικού ή αντικαπιταλιστικού ρεύματος είναι δεδομένη.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι προφανώς αν διαφωνούμε με μια πολιτική εναλλακτικής καπιταλιστικής διαχείρισης, αλλά πώς θα πρέπει να τοποθετηθούμε απέναντι σε αυτές τις απόψεις. Ασκώντας πολεμική ή επιχειρώντας να τις συναντήσουμε σε ένα κοινό μέσο όρο και σε ένα κοινό πολιτικό παρονομαστή.
Το ερώτημα αυτό, που επανέρχεται επ΄ αφορμή της «αντι-Συνθήκης» της Λισαβόνας, δεν είναι ούτε καινούριο, ούτε όμως και επαρκώς απαντημένο για την Ελλάδα και τον χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, γεγονός που αποδεικνύεται από τις διαρκείς ταλαντεύσεις και κυκλικές πολιτικές συμπεριφορές μιας σειρά πολιτικών οργανώσεων, που μέσα σε λίγους μήνες μεταπηδούν από την άποψη «καμιά συμμαχία» με το ρεφορμισμό, στην άποψη της πάση θυσία συμπόρευσης με το «πολύμορφο αναδυόμενο ρεύμα» αμφισβήτησης της ΕΕ.
Σε γενικές γραμμές η αντικαπιταλιστική αριστερά στην Ελλάδα, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη, αδυνατεί να αντιληφθεί σαν πολιτικό αντίπαλο το σχέδιο της εναλλακτικής προοδευτικής καπιταλιστικής διαχείρισης της ΕΕ, και σε αυτή τη βάση όχι μόνο συνυπάρχει «ειρηνικά» και χωρίς ιδιαίτερη αντιπαράθεση με αυτές τις απόψεις στο επίπεδο των κοινωνικών χώρων, αλλά και αρνείται να εναντιωθεί συνολικά σε Κυβερνήσεις «αριστερής» καπιταλιστικής διαχείρισης όπως του ΣΥΡΙΖΑ.
Η ταλάντευση αυτή, ανάμεσα σε μια θεωρητικά κομμουνιστική στρατηγική και σε μια πραχτική παράλληλης συμπόρευσης (και όχι ηγεμονίας) με πολιτικές δυνάμεις που βλέπουν εκδοχές προοδευτικής διαχείρισης του Κράτους (συμπεριλαμβανομένου του κυβερνητικού συνδικαλισμού), αποτελεί τη βασική πολιτική τροχοπέδη για την σύνδεση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την εργατική τάξη και τις πληττόμενες μάζες, καλλιεργώντας ένα συγκεχυμένο πολιτικό στίγμα για το αν παλεύουμε με όριο τα ψίχουλα της κοινωνικής ενσωμάτωσης ή εάν πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε πραγματική βελτίωση του συσχετισμού εις όφελος της εργατικής τάξης υποχρεωτικά προϋποθέτει και πρέπει να επιδιώκει τη ρήξη με την ΕΕ και το Κεφάλαιο.
Άλλωστε, το αίτημα «να αλλάξουμε την Ευρώπη» που απευθύνει στις εργαζόμενες μάζες τόσο ο παραδοσιακός χώρος της σοσιαλδημοκρατίας, όσο και ο νεόκοπος χώρος του σοσιαλ-φιλελευθερισμού, πήρε την ευκαιρία του και στην Ελλάδα, στηρίχθηκε από το Λαό με τραγικά αποτελέσματα, και σήμερα ενισχύεται ανοιχτά από πλευρές του Κεφαλαίου και του Συστήματος.
Αντίθετα, η κατεύθυνση που δεν έχει ακόμα «παιχτεί» με σοβαρούς πολιτικούς όρους στην Ελλάδα, και άρα κανείς δεν δικαιούται να προδιαγράψει την ήττα της, είναι μια μαζική αντικαπιταλιστική γραμμή με κομμουνιστική αναφορά, μια γραμμή διάλυσης και εξόδου από την ΕΕ, με όρους συντριβής του ελληνικού καπιταλισμού στη χώρα του. Αυτή η κατεύθυνση δεν είναι καν ηγεμονική στην Αριστερά, παραμένοντας ηγεμονευόμενη είτε από το ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού, είτε από το ρεύμα του σοβιετικού ρεφορμισμού.
Σκόπιμα και με πολιτική ευθύνη συγκεκριμένων οργανώσεων το στρατηγικό ζήτημα της συντριβής πολιτικών σχεδίων που εκπροσωπούνται από την «αντι-συνθήκη» της Λισαβόνας, υποβιβάζεται σε ζήτημα (δήθεν) ταχτικής διαφωνίας για τη μετωπική πολιτική, υπονοώντας ότι τα στρατηγικά ζητήματα έχουν (δήθεν) λυθεί, και άρα περεταίρω επιφυλάξεις για την πολιτική συμπόρευση με αυτές τις δυνάμεις είναι προσχηματικές μιας (δήθεν) «σεχταριστικής γραμμής» και αποτελούν «Δυσφήμιση οποιαδήποτε διαδικασίας πολιτικής συνεργασίας με δυνάμεις αντικαπιταλιστικής αναζήτησης και αντι-ΕΕ πάλης».
Όμως, ανεξάρτητα από τα μη πολιτικά μέσα που επιλέγουν αδύναμες πολιτικές αντιλήψεις για να θολώσουν τη συζήτηση, και από την φιλότιμη προσπάθεια τους να μεταμφιέσουν τους συνυπογράφοντες της «αντι-συνθήκης» της Λισαβόνας σε δυνάμεις αντι-ΕΕ πάλης, η πραγματικότητα δεν αλλάζει και το πολιτικό ζήτημα συνεχίζει να παραμένει ανοιχτό.
Ούτε τα μη πολιτικά μέσα, ούτε και η συσκότιση της κεντρική ιδεολογικής αντιπαράθεσης μέσα από την αναγκαία κοινή δράσης στο κίνημα, μπορούν να λύσουν ένα ζήτημα που αντιμετωπίζεται μόνο με στέρεες και οριστικές πολιτικές αποφάσεις.
Έχει ωριμάσει η στιγμή να τεθούν αυτά τα ζητήματα, που είναι ζητήματα ύπαρξης της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα όργανα και στη βάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ώστε να υπάρχει οριστική δημοκρατική αποφασιστική κατάληξη. Όσοι αρνούνται αυτό το δρόμο, αναδεικνύοντας δευτερεύοντα ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης, στην πραγματικότητα προδίδουν την άρνησή τους να ενταχθούν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με οργανωμένο και δεσμευτικό τρόπο, στην υπηρέτηση μιας ενιαίας πολιτικής γραμμής. Προκαλούν ανοιχτή πολιτική φθορά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και υπηρετούν άλλα πολιτικά σχέδια.
Η άρνηση της αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις που ανοιχτά ή συγκεκαλυμμένα εντάσσονται στο σχέδιο της εναλλακτικής προοδευτικής καπιταλιστικής διαχείρισης της ΕΕ, βασίζεται σε μια βασική πολιτική εκτίμηση. Θεωρεί αδύνατη της χάραξη μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής γραμμής και αντίθετα εφικτή την οικοδόμηση ενός (ούτε καν) ηγεμονικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο εσωτερικού ενός ευρύτερου μετώπου φιλολαϊκής καπιταλιστικής διαχείρισης. Θεωρεί κατ’ επέκταση αδύνατη την υπέρβαση από μια μετωπική αντικαπιταλιστική συνεργασία, σε μια συμπαγή αντικαπιταλιστική οργάνωση, όχημα απαραίτητο για την οικοδόμηση μαζικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος.
Προϊόντος του χρόνου και μετά από τόσα και τόσα δείγματα, συμπόρευσης με τον εργοδοτικό/κυβερνητικό συνδικαλισμό, υλοποίησης και συνυπογραφής μνημονιακών κυβερνητικών κατευθύνσεων, συμμετοχής στην επίσημη δομή του Κράτους και της Αυτοδιοίκησης, στήριξης του εθνικού/πατριωτικού μετώπου, ακόμα και χαιρετισμό της νίκης του Τραμπ σαν αποσταθεροποίηση της Νέας Τάξης, υπάρχει ακόμα σημαντικό κομμάτι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που όχι μόνο συνεχίζει να επιθυμεί την πολιτική συνεργασία με τη ΛΑΕ πάνω σε ουσιαστικά μηδενική πολιτική συμφωνία, αλλά έχει και την απαίτηση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αυτολογοκρίνεται και να παραιτείται από το αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμά της να αμύνεται πολιτικά απέναντι στις επιθέσεις της ΛΑΕ, οργανωτικές και συκοφαντικές.
Επιθέσεις που αποσκοπούν στη διάλυση μετωπικών σχημάτων και συσπειρώσεων με κομμουνιστική αναφορά που δε συνάδει με τις «Αντι-Συνθήκες» και τις «Αντι-Λισαβόνες».
Η πολιτική λειτουργία, η σύνθεση και η αντιπαράθεση στα μετωπικά σχήματα και τις συσπειρώσεις των κοινωνικών χώρων αποτελούν κατάκτηση, όχημα και κεκτημένο στην διαδικασία ανάπτυξης κινηματικών πραχτικών με πολιτική ηγεμονία της Κομμουνιστικής Αριστεράς. Επειδή λοιπό ν η πολυτασικότητα και ο αριστερός πλουραλισμός στα μετωπικά σχήματα και τις συσπειρώσεις των κοινωνικών χώρων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά στοίχημα για τις δυνάμεις με κομμουνιστική αναφορά, γι’ αυτό το λόγο τόσο η αφυδατωμένη πολιτική συνύπαρξη, όσο και τα αφυδατωμένα πολιτικά διαζύγια δεν αγγίζουν τον πυρήνα του πολιτικού ζητήματος, το παρακάμπτουν, το αποφεύγουν.
Οι ιστορικές αναλογίες είναι πολλές φορές αναντιστοιχίες και αδόκιμες, θα μπούμε όμως στον πειρασμό να δοκιμάσουμε μία, γυρνώντας όχι δέκα αλλά εκατό χρόνια πίσω. Ας σκεφτούμε τι μας διδάσκουν ο Οκτώβρης και οι Μπολσεβίκοι, τι μας διδάσκει η επιμονή τους στην ανατροπή μιας επαναστατικής αστικοδημοκρατικής κυβέρνησης, τι μας διδάσκει η επίμονη συνύπαρξη τους σαν μειοψηφία με αντίπαλα πολιτικά ρεύματα στα σοβιέτ, τι μας διδάσκει η αδιάκοπη και ασυμφιλίωτη ιδεολογική πολεμική τους προς αντίπαλα πολιτικά ρεύματα και ιδιαίτερα προς το χώρο της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας.
Ας πάρει ο καθένας μας καθαρά τον πολιτικό δρόμο που πιστεύει και ας δείξουμε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, στις μάζες και στο λαϊκό κίνημα.
Πηγή: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή