Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!

Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!

Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
Η διαγραφή του χρέους διαγράφεται ή ανταλλάσσεται με νέα βαρβαρότητα

του Παναγιώτη Μαυροειδή
Μέχρι πρότινος περίσσευαν οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή (του μεγαλύτερου μέρους) του χρέους. Στο εξής οι επιτρεπτές λέξεις είναι επιμήκυνση, ανασχεδιασμός, αναδιάρθρωση και άλλα παρόμοια. Η συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές έχει αποκλείσει ρητά την ονομαστική διαγραφή μέρους του χρέους. Ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ Ντάισελμπλουμ ανέφερε πρόσφατα πως ένα καλό μέτρο για την «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους θα ήταν να τεθεί όριο στο ετήσιο ποσό αποπληρωμής, στο 15%,του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει αιμοδοσία 27 δις το χρόνο!
Αρκετά συχνά, δηλώσεις παραγόντων του ΔΝΤ παρουσιάζουν μια άλλη προσέγγιση. Πρόσφατα ο επικεφαλής οικονομολόγος του, Ολιβιέ Μπλανσάρ, τόνισε πως οι υπολογισμοί που έχει κάνει το ΔΝΤ κατατείνουν στο συμπέρασμα πως είναι αναγκαία μια μείωση του χρέους της Ελλάδας, είτε μέσω κουρέματος, είτε αλλαγής στο χρόνο αποπληρωμής.
Από τη μια φαίνεται να βρίσκεται το ΔΝΤ, αλλά και οι ΗΠΑ και (πιο διστακτικά) η Γαλλία, που θεωρούν απαραίτητη την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, ακόμη και με κάποιο κούρεμα. Από την άλλη, η επιβεβλημένη στην ευρωζώνη γερμανική θέση, που θεωρεί ότι είναι καλύτερα το χρέος να παραμένει ακούνητο, έτσι ώστε να υπάρχει μοχλός πίεσης.
Δεν πρόκειται για διαφορετικούς κόσμους, αλλά για διαφορετικές οπτικές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αλλά και του καπιταλιστικού κόσμου γενικά, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του.
Ο κοινός παρανομαστής είναι ένας σκληρός διαγωνισμός λιτότητας και γενικά αντεργατικών μέτρων.
Είτε λοιπόν με «αναδιάρθρωση», είτε με «μερικό κούρεμα», οι απαιτήσεις είναι κοινές.
Πρώτο: Η κυβέρνηση υποχρεούται να …διαγράψει το αίτημα διαγραφής του χρέους. Πρέπει να συνομολογήσει ότι, το εάν και με ποια μορφή θα γίνει μια αναδιάρθρωση του χρέους, δεν αφορά αποφάσεις της ίδιας αλλά τους πιστωτές της.
Δεύτερο: Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση και πρόσθετο αντάλλαγμα αποτελεί ο σφαγιασμός της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα, με πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αποδεχθεί πλήρως και τα δύο. Απλά κάνει ευχέλαιο, μήπως και από σπόντα προκύψει κάποια ελάφρυνση χρέους οποιασδήποτε μορφής και την παρουσιάσει σαν δική της επιτυχία.
Ακόμη και αυτές οι υποσχέσεις για ενδελεχή έλεγχο ώστε να διαπιστωθεί τι πήγε στραβά και γιγαντώθηκε το δημόσιο χρέος και για απόδοση πολιτικών ή/και ποινικών ευθυνών, πήγαν στα αζήτητα. Η αντίφαση, από τη μια η κυβέρνηση να δεσμεύεται ότι «θα πληρώσει πλήρως και εγκαίρως όλους τους δανειστές» και από την άλλη να αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στη «διαπραγμάτευση» ένα πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος περί «παράνομου και απεχθούς χρέους» που παρέπεμπε σε απειλή διαγραφής του, λύθηκε πλέον οριστικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δε δίστασε, σε μια επίδειξη πολιτικού αμοραλισμού, να πετάξει στα αζήτητα τόσο τη Ζ. Κωνσταντοπούλου όσο και το Μ. Γλέζο, που κυρίως συμβόλιζε τις διεκδικήσεις για τις Γερμανικές αποζημιώσεις.
Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με το χαρακτήρα της πολιτικής αστικής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με το χαρακτήρα του δημόσιου χρέους στην εποχή μας, που δε σχετίζεται κυρίως με εξαιρέσεις του κανόνα και «σκάνδαλα», αλλά αποτελεί σύμπτωμα δομικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου καπιταλισμού.
Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει το δημόσιο χρέος να είναι χαρακτηριστικό των υπανάπτυκτων μη οργανωμένων με σύγχρονο τρόπο κρατών. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Το 70% του παγκόσμιου δημόσιου χρέους ανήκει σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία, δηλαδή στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κέντρα. Το χρέος αναπτύσσεται και θεριεύει μαζί με την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Μια άλλη αγαπημένη αναφορά στις κυρίαρχες και επιδερμικές προσεγγίσεις περί χρέους, είναι η καταγγελία του αδηφάγου και «παρασιτικού χρηματοπιστωτικού τομέα» που λυμαίνεται το «παραγωγικό κεφάλαιο».
Πρόκειται για επιφανειακή ανάλυση. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι πολυεθνικοί πολυκλαδικοί μονοπωλιακοί όμιλοι έχουν ταυτόχρονα και παραγωγική και χρηματοπιστωτική δραστηριότητα.
Υπάρχει μια παροιμία: «Τζάμπα ξύδι, καλύτερο από το μέλι». Αν λοιπόν μια επένδυση αποδίδει σε ένα κάτοχο κεφαλαίου ένα κέρδος 10% ενώ μια χρηματοπιστωτική αξιοποίηση 5%, το θέμα έχει ενδιαφέρον, διότι το δεύτερο, αν και μικρότερο, είναι άκοπο. Τζάμπα ξύδι… Αν μάλιστα συμβαίνει οι αποδόσεις να είναι σχεδόν ίδιες ή και καλύτερες μέσω μιας δανειοδότησης άλλων, λόγω της τάσης να πέφτει το μέσο ποσοστό κέρδους στο σύγχρονο καπιταλισμό, τότε ακόμη καλύτερα! Δε μιλούμε για τζάμπα ξύδι, αλλά για τζάμπα μέλι…
Ένας άλλος αγαπημένος μύθος είναι αυτός που αρέσκεται να αποδίδει στα «σπάταλα» κράτη τη διόγκωση των χρεών.
Ας ψάξουμε καλύτερα: Στις αρχές του 1970, ορόσημου του τέλους της εποχής των «παχιών αγελάδων» και κατώφλι ενός κύκλου μιας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, ο νεοφιλελευθερισμός πραγματοποιεί μεγάλες και αλληλοσυνδεόμενες τομές:
- Το καπιταλιστικό κράτος σταδιακά αποχωρεί από βασικούς παραγωγικούς τομείς, αφήνοντας έτσι μεγαλύτερο πεδίο στην ιδιωτική καπιταλιστική δραστηριότητα.
- Μειώνει γενναία την φορολογία του κεφαλαίου που λειτουργούσε ως μηχανισμός μερικής αναδιανομής και εσόδων του, δημιουργώντας πλέον τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα στον εαυτό του.
- Αστικές κυβερνήσεις και κράτη μπαίνουν σε ένα κύκλο καθήλωσης και μείωσης τόσο του άμεσου όσο και του έμμεσου μισθού.
Η διαδικασία αυτή διευρύνει δανειστές και δανειζόμενους.
Από τη μια, το κεφάλαιο είναι σε θέση να δανείζει, καθώς έχει διευρύνει τα κέρδη του (λόγω επέκτασης δράσης σε νέους τομείς), έχει δυνατότητα αποθησαυρισμού καθώς φορο-απαλάσσεται, ενώ το αστικό κράτος του εξασφαλίζει καθηλωμένους μισθούς.
Από την άλλη, εμφανίζονται δύο κατηγορίες εχόντων ανάγκη δανεισμού. Αφενός, τα ίδια τα καπιταλιστικά κράτη διότι έχουν (τα ίδια) δημιουργήσει ελλείμματα και αφετέρου οι εργαζόμενοι, οι οποίοι μόνο μέσω του δανεισμού μπορούν πλέον να καλύπτουν (τεχνητά και προσωρινά) τα ελλείμματα του πορτοφολιού τους.
Έτσι, χρεομηχανή έχει πλέον στηθεί για τα καλά.Είναι μηχανισμός δημιουργίας (και ανάταξης) καπιταλιστικού κέρδους, μέσω της μεταφοράς εισοδήματος από τις εργατικές παραγωγικές τάξεις προς το κεφάλαιο και τους κηφήνες του.
Καθόλου τυχαία, με ταχύτατο ρυθμό, γιγαντώνεται το δημόσιο χρέος (εσωτερικό και εξωτερικό) στις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και το εσωτερικό χρέος των νοικοκυριών. Για το τελευταίο, δυστυχώς δεν μιλάμε όσο πρέπει.
Τα δάνεια όμως, τόσο προς τα κράτη, όσο και προς τα νοικοκυριά, δημιουργούν και βουνά χρέους, μεγαλώνοντας έτσι τα ρίσκα για τους δανειστές.
Κάποια στιγμή λοιπόν, αυτοί που δάνειζαν ακόμη και από αυτά που δεν είχαν, λένε: «Δε θα μπορείτε να πληρώσετε αύριο, οπότε για να διασφαλιστούμε και εμείς, πληρώστε τώρα». Πριν ακόμα αρχίσουν οι κλαψούρες των δανειζόμενων, έχουν την απάντηση: «Ξέρουμε ότι δεν μπορείτε να πληρώσετε τώρα, γι αυτό και έχουμε εναλλακτική διέξοδο».
Ας δούμε τις διάφορες εκδοχές «διεξόδου»:
- Πέρασμα ιδιοκτησίας των δανειζόμενων στους δανειστές ως μορφή εξασφάλισης.
- Νέα δανειοδότηση με βαρύτερους όρους, ακριβώς επειδή η επισφάλεια του δανεισμού είναι μεγαλύτερη.
- Έλεγχος της λειτουργίας από μεριάς των δανειστών.
- Εξασφάλιση αποκλειστικότητας στη δανειακή σχέση έναντι άλλων πηγών.
Ενίοτε, αν το ρίσκο είναι εξαιρετικά μεγάλο, μπορεί να γίνει και κάτι άλλο, που δεν αναιρεί αλλά συμπληρώνει τα προηγούμενα: Διαγράφεται μέρος του χρέους! Πιο σωστά, ανταλλάσσεται χρέος με ιδιοκτησία, εξουσία, κυριαρχία και έλεγχο. Πρόκειται για μια δεύτερη ζωτική λειτουργία της χρεομηχανής (εκτός της άντλησης κέρδους).
Αν σταματούσαμε στα προηγούμενα θα είχαμε απλά περιγράψει την τοκογλυφική, κερδοσκοπική δράση του καπιταλισμού, σα να είχαμε μία και μόνη, ενιαία, καπιταλιστική οικονομία. Ωστόσο, η άνιση οικονομική ανάπτυξη και ανισόμετρη κατανομή πολιτικής εξουσίας, αποτελεί νόμο. Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύουν ποικιλότροπα και καθοριστικά τη λειτουργία της χρεομηχανής, ειδικά για τις χώρες της περιφέρειάς της.
Εκτός των άλλων, η μετατροπή -μέσω των μηχανισμών της ΕΕ- του ελληνικού δημόσιου χρέους από ιδιωτικό χρέος (κατά βάση προς τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες), σε επίσημο κρατικό χρέος προς την ΕΕ, τους μηχανισμούς της και τα κράτη μέλη της, από τη μια έσβησε το ρίσκο του ιδιωτικού κεφαλαίου, από την άλλη αλυσόδεσε κυριολεκτικά το ζήτημα της διαγραφής του χρέους με αυτό της ρήξης με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Είναι η πρόκληση με την οποία πρέπει να αναμετρηθούμε.
πηγη: prin.gr
Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλδημοκρατία

του Δημήτρη Γρηγορόπουλου
Η αστική πολιτική είναι δεδομένο ότι ηγεμονεύει
Εν όψει της προδιαγραφόμενης ανάληψης της διακυβέρνησης απ’ το ΣΥΡΙΖΑ εύλογα το ερώτημα που αιωρούνταν στην ελληνική κοινωνία αφορούσε το χαρακτήρα της πολιτικής που θα εφάρμοζε ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνοντας τα ηνία της διακυβέρνησης. Η συζήτηση αυτή, όπως είναι φυσικό, διέτρεχε και τις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΝΑΡ.
Έπειτα από αναλυτική και δημιουργική συζήτηση και συλλογική διαδικασία το ΝΑΡ κατέληξε σ’ έναν επιστημονικά προσδιορισμένο και χρηστικό πολιτικά ορισμό του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ στην τότε συγκυρία. Ορίσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως μικροαστικό κόμμα που ηγεμονεύεται απ’ την αστική πολιτική. Στο καθοριστικό για το χαρακτήρα ενός κόμματος ζήτημα της ταξικής πολιτικής που ακολουθεί δώσαμε την απάντηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί και συνακόλουθα θα εφαρμόσει μιαν εκδοχή αστικής πολιτικής. Δεν τον χαρακτηρίσαμε τυπικά αστικό κόμμα λόγω της ύπαρξης δευτερευουσών αντιθέσεων ως προς την κυρίαρχη αστική ουσία του, οι οποίες εκφράζονταν κυρίως στην ύπαρξη ισχυρής αριστερής πτέρυγας, που κάλυπτε το ένα τρίτο, περίπου, των οργανωμένων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό, καταλήξαμε στο συνθετικό ορισμό για τον ΣΥΡΙΖΑ: «μικροαστικό κόμμα με ηγεμονία της αστικής πολιτικής».
Αναγνωρίζαμε έτσι υπαρκτές και ενδιαφέρουσες για το κίνημα τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ με σαφέστατη όμως δεσπόζουσα την αστική οντότητά του. Ταυτόχρονα αναιρούσαμε την άποψη που εκφραζόταν κυρίως στην ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, αλλά και εν μέρει στο ΝΑΡ, για το μικροαστικό απλώς χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, που διακυβευόταν από σχεδόν ισοδύναμες και απ’ τη μικροαστική «φύση» του αέναα ανταγωνιζόμενες τάσεις (αστική – εργατική λαϊκή). Το πολιτικό διά ταύτα αυτής της ανάλυσης απέβλεπε στη συμπαράταξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων αριστερών δυνάμεων σ’ ένα αριστερό (όχι όμως και αντικαπιταλιστικό) μέτωπο με το ΣΥΡΙΖΑ με τη βεβαιότητα ότι σ’ αυτό το μέτωπο θα εξασφαλιζόταν η ηγεμονία της εργατικής λαϊκής άποψης. Η ίδια προσδοκία καλλιεργήθηκε και στην περίπτωση της εκλογικής συμμαχίας με τη ΛΑΕ (που ασφαλώς δεν την ταυτίζουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ) όπου η προφανής απουσία όρων για τη σύμπηξη αντικαπιταλιστικής εκλογικής συνεργασίας μ’ αυτήν (κατά το πρότυπο ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ) αντισταθμιζόταν απ’ τη βεβαιότητα της ηγεμονίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο μέτωπο που θα σχηματιζόταν. Η ηγεμονιστική στάση της ΛΑΕ απέναντι σε ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, plan B κατέρριψε αυτή τη βεβαιότητα…
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Πώς και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσεται σε σοσιαλδημοκρατία
Ο ορισμός του ΝΑΡ για το ΣΥΡΙΖΑ εκτός απ’ τη «στατική» (για το παρόν» είχε και μια δυναμική (για το μέλλον, και μάλιστα το άμεσο) πλευρά. Πρόβλεπε ότι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε στην πολιτική διαχείρισης που είχε συνομολογήσει με κεφάλαιο – ΕΕ, αναπόδραστα και γρήγορα θα μεταλλασσόταν σε αστικό (σοσιαλδημοκρατικό – σοσιαλφιλελεύθερο) κόμμα. Αυτή η πρόβλεψη εδραζόταν όταν στην πραγματικότητα του υπεραντιδραστικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που με προγράμματα «μεταρρυθμίσεων» αποβλέπει στην απόσπαση υπεραξίας μεγαλύτερης κλίμακας και εξ ορισμού αποκλείει τη δυνατότητα έστω ανώδυνης φιλολαϊκής πολιτικής στα πλαίσιά του. Η «χρυσή» εποχή» του 1945-75, όταν η καπιταλιστική ανάπτυξη συνδυάστηκε με ορισμένες μεταρρυθμίσεις υπέρ των υποτελών τάξεων, αποτέλεσε ιστορική εξαίρεση. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση δαιμονοποίησε όχι μόνον το σοσιαλισμό, αλλά και τον κεϊνσιανισμό χρεώνοντάς τον με τον κρατισμό, την ύφεση και τον πληθωρισμό. Η αδυνατότητα εφαρμογής μιας στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής δημιούργησε κρίση ταυτότητας στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που είχαν ταυτιστεί με το κράτος πρόνοιας. Παρ’ όλα αυτά, αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως χρήσιμα για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Η φιλολαϊκή ταυτότητά τους τα κατέστησε καταλληλότερα απ’ τα συντηρητικά κόμματα στο να προωθήσουν ιδίως στη μεταβατική περίοδο τις νεοφιλελεύθερες «αντιμεταρρυθμίσεις» χωρίς ανατρεπτικές κοινωνικές εκρήξεις απ’ τις πληττόμενες τάξεις.
Η έλλειψη όμως ουσιαστικά ειδοποιού διαφοράς απ’ τα συντηρητικά κόμματα δημιούργησε κρίση ταυτότητας και αντιδημοφιλίας στη σοσιαλδημοκρατία και οδήγησε στη θεαματική συχνά μείωση της επιρροής της στο εκλογικό σώμα και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Η άνοδος της οποίας όμως οφείλεται γενικότερα στην κρίση αντιπροσώπευσης των αστικών κομμάτων, αλλά και στην αποδυνάμωση των κομμουνιστικών και γενικότερα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η διαφοροποίηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απ’ τα συντηρητικά περιορίζεται πλέον στη σχετική, ιδεολογική ιδιαιτερότητα της σοσιαλδημοκρατίας που αντιμετωπίζει κριτικά ή και «αρνητικά» τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και στην επίδειξη μεγαλύτερης ευαισθησίας στα θέματα βιοτικού επιπέδου και δημοκρατίας.
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που υπηρετούν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αυτό συνέβη με το αριστερόστροφο εργατικό κόμμα Αγγλίας υπό την ηγεσία του Τόνι Μπλερ και με θεωρητικό μέντορα τον Α. Γκίντενς που με τη θεωρία του νέου «τρίτου δρόμου» (μεταξύ κεϊνσιανής σοσιαλδημοκρατίας και καθαρού νεοφιλελευθερισμού) πρόσφερε στην πραγματικότητα τη θεωρητική πλατφόρμα για τη νεοφιλελεύθερη μεταβολή του Εργατικού Κόμματος. Το ίδιο συνέβη με το Δημοκρατικό Κόμμα Ιταλίας (μετάλλαξη του ιστορικού ΚΚ), το Γαλλικό, το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά. Την ίδια πορεία ακολούθησε στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ εσ., που μεταλλάχτηκε στην ΕΑΡ και στον εκσυγχρονιστικό ΣΥΝ, ο ΣΥΡΙΖΑ που από αντιμνημονιακό και αντινεοφιλελεύθερο κόμμα προσγειώθηκε στο βάλτο του τρίτου και επαχθέστερου μνημονίου. Τον ίδιο κίνδυνο στις Συμπληγάδες του σύγχρονου καπιταλισμού διατρέχει και η ΛΑΕ, αν δεν απογαλακτισθεί απ’ το σύμπλεγμα του «συνεπούς» ΣΥΡΙΖΑ, για να χαράξει μια πορεία αποφασιστικής ρήξης με το σύστημα. Το σπέρμα του σοσιαλδημοκρατισμού ενυπήρχε εκ γενετής στον ΣΥΡΙΖΑ με κύρια έκφραση την ισχυρή δεξιά πτέρυγα του ΣΥΝ, τμήμα της οποίας διασπάστηκε και συγκρότησε την κατ’ εξοχήν σοσιαλδημοκρατική ΔΗΜΑΡ.
Ωστόσο, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση δεν υπήρξε μια «φυσική» προδιαγεγραμμένη πορεία. Στην ισχυρή αριστερή τάση του ΣΥΝ το 2000 προστέθηκαν αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις που συναποτέλεσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αριστερή μάλιστα φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να αποκτά αδιαμφισβήτητη ηγεμονία μετά την αποχώρηση της σοσιαλδημοκρατικής τάσης (ΔΗΜΑΡ). Ο αρχικός ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς ένα «περιτύλιγμα» του ρεφορμιστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ύπαρξη ισχυρής αριστερής τάσης με αντιφάσεις και αυταπάτες, βέβαια, ήταν διακριτή στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τη διάσπασή της απ’ αυτόν. Το ερώτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι γιατί η κυρίαρχη στην αρχή αλλά μέχρι τέλους ισχυρή αριστερή πτέρυγα δεν μπόρεσε να αποτρέψει την προϊούσα σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η δεξιά και η αριστερή όμως πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ συνέπιπταν σε κορυφαίους στόχους που οδήγησαν στην ενσωμάτωση και τελικά στη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του: στην αντίληψη δηλαδή για τις δυνατότητες της αριστερής κυβέρνησης της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ και της συμμαχίας κατά του γερμανικού κέντρου, του εξανθρωπισμού και της εξυγίανσης του καπιταλισμού. Η δεξιά τάση είχε ως κίνητρο την εξουσιομανία, ενώ η αριστερή τάση τις ιδεοληψίες της, αν και τα όρια είναι σχετικά.
Αυτή η αστική πολιτική οδήγησε στην ακραία έκφανσή της, στο μνημόνιο που άνοιξε το δρόμο για τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτο, γιατί το αντιδραστικότατο μνημόνιο είναι ασύμβατο με την εικόνα ενός αριστερού εναλλακτικού κόμματος. Δεύτερο, λόγω της αποχώρησης της αριστερής πλατφόρμας που είχε ήδη αποβεί ξένο σώμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Τρίτο, γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει την αναδιοργάνωση της κομματικής βάσης σε αντιστοιχία με την πολιτική και ιδεολογία που υιοθετεί πλέον, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις λόγω αναντιστοιχίας. Τέταρτο, για να συνάψει συμμαχίες με τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, απομονώνοντας τη ΝΔ. Πέμπτο, για να προσεγγίσει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που επιδιώκει να ανανεώσει και να εξωραΐσει τη χαρακτήρα της με δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 18 Οκτώβρη 2015
- Τελευταια
- Δημοφιλή