Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Λαϊκή οργή κατά του Ερντογάν και του ΑΚΡ

του Joris Leverink
Οι Σαββατιάτικες επιθέσεις σε μια φιλειρηνική διαδήλωση στην Άγκυρα, κατά τις οποίες σκοτώθηκαν πάνω από εκατό άτομα και τραυματίστηκαν πολύ περισσότερα, έφεραν για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια τις βαθιές ρήξεις που συνεχίζουν να κυριαρχούν στο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο της Τουρκίας.
Στις 10.04 π.μ. δύο εκρήξεις, με διαφορά μερικών δευτερολέπτων, συγκλόνισαν το πλήθος των διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό της πρωτεύουσας στο πλαίσιο της προετοιμασίας του μεγάλου φιλειρηνικού συλλαλητηρίου που ήταν προγραμματισμένο να γίνει αργότερα την ίδια ημέρα. Οι εκρήξεις σκότωσαν ακαριαία δεκάδες ανθρώπους - ο αριθμός των νεκρών, όπως ανακοινώθηκε από το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP)[1] ανέρχεται σε 128 ενώ σχεδόν διακόσοι τραυματίστηκαν.
Καθώς οι επιζώντες περιέθαλπαν τους τραυματισμένους συντρόφους τους, κατέφθασε στην περιοχή η αστυνομία που, όλως περιέργως, ήταν απούσα τη στιγμή της έκρηξης. Αλλά αντί να προσπαθούν να ηρεμήσουν την κατάσταση, οι αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν στους πλήθη με δακρυγόνα ενώ απέκλειαν τους δρόμους που οδηγούν στην πλατεία, εμποδίζοντας τις υπηρεσίες πρώτων βοηθειών να φτάσουν στο χώρο της επίθεσης
Ένα βίντεο, που τραβήχτηκε αμέσως μετά τις επιθέσεις, δείχνει ένα πλήθος διαδηλωτών να συγκρούονται με την αστυνομία, στην προσπάθειά τους να ανοίξουν ένα διάδρομο για να περάσουν μέσα τα ασθενοφόρα.
Στον απόηχο των βομβιστικών ενεργειών, χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη χώρα βγήκαν στους δρόμους για να καταδικάσουν τις επιθέσεις, για τις οποίες θεωρούν άμεσα υπεύθυνη την κυβέρνηση. Συνθήματα όπως «Κράτος δολοφόνε, εσύ θα πληρώσεις το λογαριασμό» και «Κλέφτη, δολοφόνε, Ερντογάν!» ακούστηκαν σε πολλές πόλεις, ως έκφραση της βαθιά ριζωμένης λαϊκής οργής απέναντι στην κυβέρνηση της Τουρκίας, οργής που χαρακτηρίζει τις διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες της αντιπολίτευσης της χώρας.
Ποιος ωφελείται;
Μέχρι στιγμής, κανείς δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις, όμως, η ομοιότητα ανάμεσα στις βομβιστικές ενέργειες στην Άγκυρα κι εκείνες στο Σουρούτς και το Ντιγιαρμπακίρ στις 20 Ιουλίου και στις 5 Ιουνίου αντίστοιχα, κάνει πολλούς να υποψιάζονται ότι το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (IS) θα μπορούσε να είναι πίσω από αυτές.
Οι επιθέσεις στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του HDP στο Ντιγιαρμπακίρ και σε μια συγκέντρωση ακτιβιστών που σχεδίαζαν να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση του Κομπανί στο Σουρούτς εκτελέστηκαν και οι δύο από βομβιστές αυτοκτονίας με ύποπτες διασυνδέσεις με το IS. Παρά το γεγονός ότι και στις δύο επιθέσεις το IS δεν ανέλαβε επίσημα την ευθύνη, ελάχιστοι αμφιβάλουν ως προς το ποιος είναι υπεύθυνος γι' αυτές.
Ωστόσο, αυτές τις μέρες, ελάχιστους ανθρώπους στην Τουρκία απασχολεί το ερώτημα αν είναι ή δεν είναι το IS πίσω από την βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα. Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό φτάνει η εμπλοκή του τουρκικού κράτους και των δυνάμεων ασφαλείας κι αν οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν με τη γνώση, την υποστήριξη ή ακόμα και τις διαταγές της υπηρεσιακής κυβέρνησης του ΑΚΡ[2].
Η έλλειψη σεβασμού για τις ανθρώπινες ζωές -και ειδικά αυτές των Κούρδων- έχουν γίνει αξίωμα για τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και τις ένοπλες δυνάμεις ιδιαίτερα από τότε που έκαψαν χωριά, εκτόπισαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και εξαφάνισαν χιλιάδες σε μια προσπάθεια να σπάσουν την αντίσταση των Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) στη δεκαετία του 1990.
Αυτή ακριβώς η τακτική επανέρχεται στο προσκήνιο τώρα καθώς το κράτος έχει ξαναρχίσει τις επιθέσεις ενάντια στους Κούρδους αντάρτες στην προσπάθεια να αποκλείσει ολόκληρες κουρδικές πόλεις, να τις αποκόψει από τον έξω κόσμο για μέρες κάνοντας παράλληλα τους άμαχους πληθυσμούς στόχους των ελεύθερων σκοπευτών και φαινομενικά «τυχαίων» βομβαρδισμών του πυροβολικού.
Αλλά το αν η κυβέρνηση θα έφτανε τόσο μακριά ώστε να βομβαρδίσει τους ίδιους της τους πολίτες, ή θα επέτρεπε στο IS να το πράξει απλά για να παρατείνει το πολιτικό της πρόγραμμα είναι το βασικό ερώτημα που φτάνει στην καρδιά της σημερινής κρίσης στην Τουρκία. Ο Σαλαετίν Ντερμιτάς, συμπρόεδρος του HDP, ήταν ξεκάθαρος σε μια δημόσια δήλωση του σχετικά με τους βομβαρδισμούς:
«Η Άγκυρα είναι η πρωτεύουσα της Τουρκίας. Ακόμη και αν πετάξει ένα μόνο πουλί πάνω από την πόλη, το κράτος θα το μάθει. Είναι η καλύτερα επιτηρούμενη πόλη της χώρας. Διοργανώσαμε ένα μαζικό συλλαλητήριο με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν βρέθηκε καθόλου προσωπικό ασφαλείας στους δρόμους. Δείτε τις δικές τους συγκεντρώσεις: οι έλεγχοι ασφαλείας ξεκινούν αρκετά τετράγωνα πιο μακριά».
Για να ανακαλύψει κανείς τις δυνάμεις που ευθύνονται γι’ αυτή τη βάρβαρη επίθεση, πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: «ποιος ωφελείται;».
Πυροδοτώντας τη σύγκρουση
Οι χρήστες των μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης που υποστηρίζουν την κυβέρνηση –γνωστοί στην Τουρκία ως AK trolls[3], λόγω της υποστήριξης τους στο ΑΚΡ- δεν έχασαν την ευκαιρία να υποδείξουν το HDP ως το μοναδικό υπεύθυνο για την βομβιστική επίθεση, υποστηρίζοντας ότι (το HDP) εμφανίζεται ως θύμα για να καταφέρει να συγκεντρώσει ψήφους στις επερχόμενες εκλογές.
Τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης γρήγορα υιοθέτησαν αυτή την άποψη και υποστήριξαν ότι επειδή οι επιθέσεις στο Ντιγιαρμπακίρ και το Σουρούτς ενίσχυσαν την δημοτικότητα του HDP, οι υπεύθυνοι για τις επιθέσεις στην Άγκυρα θα πρέπει να αναζητηθούν μέσα από τις τάξεις του φιλοκουρδικού κόμματος. Διακόπτοντας για λίγο τις ευθείς κατηγορίες στο HDP, ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου σε ομιλία του υποστήριξε ότι τρεις ομάδες ήταν ικανές να αναλάβουν μια τέτοια επίθεση εκεί: το IS, το PKK και το DHKP-C[4], μια μαχητική αριστερή οργάνωση.
Αν και είναι αλήθεια ότι οι προηγούμενες επιθέσεις αύξησαν την υποστήριξη στο HDP, το να δει κανείς αυτή (την επίθεση) ως «απόδειξη» του απίστευτου ισχυρισμού ότι το HDP θα έφτανε να σκοτώσει τους ίδιους του τους υποστηρικτές μόνο για να συγκεντρώσει μερικές ψήφους είναι απλά εξωφρενικό. Εάν η βομβιστική επίθεση στο Ντιγιαρμπακίρ και το Σουρούτς και ενίσχυσαν την υποστήριξη στο HDP αυτό συνέβη επειδή το κόμμα ισχυρίστηκε ότι έχει γίνει στόχος μιας κρατικά ενορχηστρωμένης εκστρατείας εκφοβισμού.
Αν ψάξει κανείς για ένα κόμμα που δεν εγκαταλείπει την άθλια τακτική να προσπαθεί να επωφεληθεί από μια σφαγή, υπάρχει κι άλλος πολύ πιθανότερος υποψήφιος: το κυβερνών ΑΚΡ. Σε πολλές περιπτώσεις έχει εκτεθεί για την καλυμμένη υποστήριξη που παρέχει στο IS, ιδίως όταν η τρομοκρατική οργάνωση είχε ξεκινήσει την επίθεση εναντίον της Συριακής κουρδικής πόλης Κομπανί, στα σύνορα με την Τουρκία.
Όταν ο έγινε ο βομβαρδισμός του Σουρούτς και όλα έδειχναν προς το IS, πολλοί υποστήριξαν πως το ΑΚΡ ευθύνεται για την επίθεση, και μια μαχητική ομάδα που συνδέεται με το ΡΚΚ εκτέλεσε δύο αστυνομικούς σε μια πράξη εκδίκησης. Για την κυβέρνηση, αυτή ήταν η δικαιολογία που έψαχνε και αντί να αναζητήσει την οργάνωση που ευθύνεται για τους θανάτους 33 άοπλων Τούρκων πολιτών, ξεκίνησε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του ΡΚΚ, ρίχνοντας εκατοντάδες βόμβες στους Κούρδους αντάρτες σε σύγκριση με μόνο μια χούφτα βόμβες εναντίον του ISτην πρώτη εβδομάδα μετά την επίθεση στο Σουρούτς.
Εκείνη την εποχή, πολλοί συνέδεσαν άμεσα την «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» του ΑΚΡ άμεσα με τις φτωχές επιδόσεις του στις εκλογές του Ιουνίου, στις οποίες έχασε την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο για πρώτη φορά από τότε που ανήλθε στην εξουσία το 2002. Οι ζημίες του ΑΚΡ συνέπεσαν με σημαντικά κέρδη για το HDP, το οποίο κατάφερε να μπει στη Βουλή με 13% των ψήφων – το πρώτο φιλοκουρδικό κόμμα στην ιστορία της Τουρκίας.
Το HDP και οι Κούρδοι που αυτό αντιπροσωπεύει θεωρούνται πλέον ως η μεγαλύτερη απειλή για την εξουσία του ΑΚΡ. Βυθίζοντας τη χώρα στο χάος και βάζοντας τα ελεγχόμενα απ’ αυτόν εθνικά μέσα ενημέρωσης να παρουσιάζουν το HDP ως υπεύθυνο για τη βία, ο Ερντογάν προσπαθεί να φτιάξει κλίμα υπέρ του στις επερχόμενες εκλογές που ανακοινώθηκαν για το Νοέμβρη όταν απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις για κυβέρνηση συνασπισμού στα μέσα Αυγούστου.
Τώρα, περιέργως, μετά από τρεις μήνες μαχών μεταξύ των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και των ανταρτών του ΡΚΚ στις οποίες υπολογίζεται ότι έχουν σκοτωθεί εκατοντάδες και από τις δύο πλευρές - για να μην μιλήσουμε για τις δεκάδες των απωλειών μεταξύ των αμάχων, ως επί το πλείστον από τα χέρια του Τουρκικού στρατού και της αστυνομίας- η δίδυμη βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα, έρχεται σε μια περίοδο όπου το PKK είχε μόλις αποφασίσει μονομερή κατάπαυση του πυρός.
Μη θέλοντας να δώσει στον Ερντογάν μια δικαιολογία που θα του επέτρεπε να αναβάλλει την ψηφοφορία, ή ακόμα και να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης καθιστώντας τον εαυτό του δικτάτορα, το Σάββατο το PKK ανακοίνωσε την παύση όλων των στρατιωτικών ενεργειών του μέχρι να διεξαχθούν οι εκλογές. Η δήλωση της μονομερούς κατάπαυσης του πυρός έγινε μετά τις βομβιστικές επιθέσεις, αλλά ήδη αναμενόταν αρκετές ημέρες πριν.
Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση στα νοτιοανατολικά δεν είναι τίποτα λιγότερο από την προεκλογική εκστρατεία του ΑΚΡ και η κατάπαυση του πυρός λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις κατά πάσα πιθανότητα πιο κρίσιμες εκλογές στην ιστορία του κόμματος είναι το τελευταίο πράγμα που ο Ερντογάν και οι σύντροφοί του χρειάζονται τώρα. Το ΑΚΡ διαχέει την εντύπωση ότι αυτό είναι το μόνο κόμμα που θα σώσει τη χώρα από την κατάρρευση, ότι ο Ερντογάν είναι ο ισχυρός ηγέτης που χρειάζεται η χώρα σε περιόδους κρίσης και ότι, συντρίβοντας την Κουρδική αντίσταση, θα εδραιώσει μια για πάντα την ηγεμονία του Τουρκικού κράτους σε όλες τις περιοχές της χώρας. Η κατάπαυση του πυρός θα εκθέσει φυσικά την κενότητα των ισχυρισμών αυτών, αφήνοντας στο ΑΚΡ ελάχιστα να επιδείξει.
Στο πλαίσιο αυτό, η βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα θα του χρησιμεύσει για να ακυρώσει την κατάπαυση του πυρός προκαλώντας αντίποινα από το ΡΚΚ και έτσι να συντηρήσει τη σύγκρουση μέχρι τις εκλογές.
Κυβερνητική ευθύνη
Από αυτή τη σκοπιά, μπορεί κανείς ξεκάθαρα να δει πώς το ΑΚΡ θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις επιθέσεις του Σαββάτου. Ωστόσο, επειδή επωφελείται αυτό δεν συνεπάγεται την άμεση ευθύνη του, όπως ακριβώς και το HDP δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις επιθέσεις σε μέλη του, στα γραφεία και στα συλλαλητήρια του επειδή αυτές θα μπορούσαν να «βοηθήσουν» τους ισχυρισμούς του ότι έχει στοχοποιηθεί από το κράτος. Το ερώτημα «ως ποιο βαθμό φτάνει η συμμετοχή του AKP στις προαναφερθείσες επιθέσεις;» πιθανότατα δεν θα απαντηθεί ποτέ ικανοποιητικά.
Αλλά είτε το ΑΚΡ είχε εμπλακεί άμεσα είτε όχι, η απάντηση της κυβέρνησης στο τραγικό συμβάν δείχνει ότι έσπευσε να το εκμεταλλευτεί προς όφελός της. Στην τριαντάλεπτη ομιλία του για τις τρομοκρατικές επιθέσεις, ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου ξόδεψε είκοσι λεπτά για να καταγγέλλει το HDP και τον συμπρόεδρό του, τον Ντεμιρτάς. Προσπαθώντας να υπερασπιστεί τη σκληρή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην τρομοκρατία, το πήγε ακόμα παραπέρα κάνοντας τον παράλογο ισχυρισμό ότι ο βομβιστής αυτοκτονίας που ευθύνεται για την επίθεση στο Σουρούτς είχε συλληφθεί και παραδοθεί στη δικαστική εξουσία.
Για πολλούς στην Τουρκία η κατάσταση είναι σαφής: η κυβέρνηση του ΑΚΡ φέρει την ευθύνη για τους θανάτους των πολιτών της. Είτε το ΑΚΡ πραγματικά ενορχήστρωσε την επίθεση είτε απλά απέτυχε να παράσχει την απαραίτητη ασφάλεια στους διαδηλωτές, ως κυβέρνηση το κόμμα φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια των πολιτών. Η παράλειψή του να το πράξει συνιστά ένα σοβαρό έγκλημα για το οποίο θα έπρεπε να λογοδοτήσει - όχι μόνο στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και διεθνώς.
Η κοινωνία της Τουρκίας είναι περισσότερο από ποτέ διαιρεμένη και με τον Ερντογάν να αρνείται να μοιραστεί την εξουσία, ενώ την ίδια στιγμή χάνει την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, το μέλλον φαίνεται πολύ ζοφερό. Οι διαθέσιμες επιλογές για τον Τουρκικό λαό έχουν περιοριστεί στη δημοκρατία από τη μία πλευρά, και στον Ερντογάν από την άλλη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου δεν θα είναι διαφορετικό από την ψηφοφορία του Ιουνίου και, αν το ΑΚΡ τότε συνεχίσει να μην παραδέχεται την ήττα και δεν επιτρέψει το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού, η βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα θα μπορούσε μόνο να είναι ένας προάγγελος του τι μέλλει γενέσθαι στην Τουρκία.
Ο Joris Leverink είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, συντάκτης του περιοδικού ROARκαι αρθρογράφος του TeleSUR English
Πηγή: ROAR
Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Ζαβουδάκης
[1] Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (στα Τουρκικά Halkların Demokratik Partisi - HDP, στα Κουρδικά Partiya Demokratik a Gelan) είναι αριστερό πολιτικό κόμμα της Τουρκίας.
Ιδρύθηκε το 2012 μέσα από τις διεργασίες του «Δημοκρατικού Κογκρέσσου των Λαών», ενός σχηματισμού που συσπείρωνε κυρίως Κούρδους της Τουρκίας αλλά και άλλες μειονότητες (Αλεβίτες κ.α.).Έχει δύο συμπροέδρους, έναν άνδρα και μια γυναίκα, τον Σαλαετίν Ντεμιρτάς και τη Φιγκέν Γιουκσεκντάγκ.
Τα φιλοκουρδικά κόμματα συνήθως λάμβαναν ποσοστά κοντά στο 6-7%, αν και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πολλοί περισσότεροι, καθώς πολλοί υποστήριζαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Μη μπορώντας να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 10%, τα φιλοκουρδικά κόμματα δε συμμετείχαν στις εκλογές αλλά υποστήριζαν ανεξάρτητους υποψήφιους. Ωστόσο, μετά την επιτυχημένη εκστρατεία του Σαλαετίν Ντεμιρτας για την προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας το 2014, που απευθύνθηκε πέρα από τους Κούρδους και σε κοσμικούς και φιλελεύθερους Τούρκους, και την πολιορκία του Κομπανί, κατά την οποία μερίδα των Κούρδων αποξενώθηκε από την τουρκική κυβέρνηση, το HDP αποφάσισε να συμμετάσχει στις τουρκικές βουλευτικές εκλογές του 2015. Στο εκλογικό του μανιφέστο το HDP προέβαλε, πέρα από παραδοσιακά κουρδικά αιτήματα, όπως την ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό της ένοπλης σύγκρουσης των Κούρδων ανταρτών και του τουρκικού κράτους, αιτήματα για τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων της Τουρκίας και την αντίθεσή του στα σχέδια του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να ενισχύσει τις εξουσίες του.
Στις εκλογές το HDP πέρασε το εκλογικό όριο του 10%, κέρδισε το 13% των ψήφων και 80 έδρες στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας.Στις 31 από τις 80 έδρες εξελέγησαν γυναίκες, μία από τις οποίες είναι η Ντιλέκ Οτσαλάν, ανιψιά του φυλακισμένου ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν.
[2] AKP : Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (στα τουρκικά Adalet ve Kalkınma Partisi).
[3] Στη γλώσσα του διαδικτύου η λέξη τρολ (troll) περιγράφει κάποιον χρήστη του Ίντερνετ «με πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία online ανοιχτή κοινότητα, όπως ένα φόρουμ συζήτησης, mailing list, chat room ή μπλογκ, με πρωταρχική πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους χρήστες[ ή με κάθε τρόπο να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες. Η συμπεριφορά αυτή πολλές φορές συνοδεύεται από αμφιλεγόμενη διαμάχη των υπολοίπων περί του σκοπού του».
[4] Το Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο, στα (τουρκικά Devrimci Halk Kurtuluş Partisi-Cephesi ή DHKP / C) είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα της Τουρκίας που ιδρύθηκε το 1978 ως Επαναστατική Αριστερά (στα τουρκικά Devrimci Sol ή Dev Sol), και μετονομάστηκε σε DHKP / C το 1994. Στην Τουρκία, τις ΗΠΑ και την ΕΕ θεωρείται «τρομοκρατική οργάνωση».
πηγη: ergatikosagwnas.gr
Η αναγκαιότητα του άμεσου προγράμματος πάλης για το εργατικό κίνημα

Γράφει ο Στωικός
Η αρνητική εμπειρία της περιόδου 2010-2012
Το ερώτημα που δημιουργήθηκε μετά το 2010 και με πιεστικό τρόπο αναζητά απαντήσεις, είναι, αν είναι ωφέλιμο για το λαϊκό κίνημα, να καταθέσει άμεσο πρόγραμμα πάλης, να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, μεταρρυθμίσεις και στόχους πάλης διαλεκτικά δεμένα με τον στρατηγικό του στόχο, ή αν οι άμεσες αυτές διεκδικήσεις και τα προγράμματα πάλης, οδηγούν στον οπορτουνισμό και στην ενσωμάτωση.
Εμείς, ως Εργατικός Αγώνας, από την πρώτη στιγμή υποστηρίξαμε ότι το λαϊκό κίνημα, αν θέλει να βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων και να παίρνει ενεργά μέρος στην ταξική πάλη, θα πρέπει να οπλιστεί με άμεσο πρόγραμμα διεκδικήσεων (τακτικοί στόχοι), να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ αν οι αντιθέσεις οξυνθούν –όπως συμβαίνει σήμερα στην περίοδο της κρίσης και τις πολιτικές των μνημονίων– θα πρέπει να προβάλει ακόμα και προωθημένους στόχους πάλης, με σκοπό να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του.
Στο ερώτημα «τι θα την κάνει αυτή τη πλειοψηφία, όταν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για βαθιές ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμες οι συνθήκες για σοσιαλιστική εξουσία;» την απάντηση έχει δώσει η ίδια η ζωή.
Το λαϊκό κίνημα, αν υπάρχουν ομαλές πολιτικές εξελίξεις και δεν επιχειρήσει η αστική αντίδραση βίαιη ανατροπή της λαϊκής θέλησης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία, σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, θα κληθεί να υλοποιήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα προωθημένων ριζοσπαστικών αλλαγών, που όσο υλοποιείται, θα προβάλει στο προσκήνιο η αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η αναγκαιότητα της επίλυσης του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας.
Αν, αντίθετα, επιχειρηθεί αντιδημοκρατική εκτροπή από την αστική αντίδραση και κυρίως από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, κάτι που, αν λάβουμε υπόψη τη διεθνή εμπειρία, είναι και το πιθανότερο, το εργατικό και λαϊκό κίνημα, θα πρέπει να απαντήσει στην ένοπλη βία της αντίδρασης, με τα ίδια μέσα. Ένοπλα. Τα παραδείγματα των Δεκεμβριανών στην Ελλάδα το 1944, της Ισπανίας το 1936 και της Χιλής το 1973, μας δείχνουν, ότι αν δεν θέλουμε, για μια ακόμη φορά, να οδηγηθούμε σαν πρόβατα επί σφαγή, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα τα ενδεχόμενα και για όλες τις πιθανές εξελίξεις.
Τι πραγματικά θα συμβεί, αυτό εξαρτάται από το συσχετισμό της δύναμης των τάξεων τη συγκεκριμένη περίοδο, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν η εργατική και η αστική τάξη εν όψει της επικείμενης σύγκρουσης, η βέβαιη παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, η διεθνιστική αλληλεγγύη κλπ.
Αυτή είναι η μαρξιστική–λενινιστική προσέγγιση ενός δύσκολου και περίπλοκου θέματος, όπως οι θέσεις αρχής ενός επαναστατικού κόμματος, σε συνθήκες απότομης ανόδου της ταξικής πάλης σε περιβάλλον βαθιάς οικονομικής κρίσης και εφαρμογής σκληρών πολιτικών λιτότητας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό.
Αντίθετα, οι θέσεις που προβάλει το σημερινό ΚΚΕ, συμπυκνώνονται στις δηλώσεις που έκανε στις 9/5/2011 η Α Παπαρήγα στην κρατική τηλεόραση, ότι «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Οι θέσεις αυτές, οι οποίες παραπέμπουν την επίλυση όλων των προβλημάτων, στην ανατροπή του καπιταλισμού, είναι καταστροφικές για το επαναστατικό κίνημα, καθώς το καταδικάζουν να παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, τη στιγμή που η δύναμη του βρίσκεται στην καθημερινή δράση. Δράση, ενταγμένη σε ένα ρεαλιστικό «μίνιμουμ» πρόγραμμα που θα αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης των τάξεων και των ενδιάμεσων στρωμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.
Αν η θέση αυτή είναι επιζήμια και καταστροφική σε περίοδο σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος, είναι πολλαπλά επιζήμια και καταστροφική στις συνθήκες της τριπλής κρίσης (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) με την οποία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η αστική τάξη της χώρας. Γιατί, όταν το αστικό σύστημα εξουσίας παρουσιάζει ρωγμές, απαιτείται η μέγιστη δυνατή παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, είναι η ώρα της εγρήγορσης και της πιο αποφασιστικής δράσης, ώστε τα ρήγματα αυτά να διευρυνθούν όσο το δυνατό περισσότερο, αντί να παρακολουθείς τον καπιταλισμό να τα κλείσει, περιμένοντας το σοσιαλισμό…
Αν έχεις τη θέση, ότι, είτε σε συνθήκες ομαλότητας και σταθερότητας βρίσκεται ο καπιταλισμός, είτε σε συνθήκες κρίσης, δεν γίνεται τίποτα, και καλείς τον κόσμο να περιμένει την ώρα του… άγιου σοσιαλισμού, τότε είναι σίγουρο α), ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεις το σοσιαλισμό β) προσφέρεις τις μέγιστες υπηρεσίες στο εκμεταλλευτικό σύστημα, καθώς, σε συνθήκες απορρύθμισης και αποσύνθεσης των συστατικών του μερών, κρατάς τις λαϊκές δυνάμεις σε αδράνεια και επί της ουσίας τις οδηγείς σε αποστράτευση.
Πώς θα είχε γραφεί η ιστορία σήμερα, αν μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Λένιν, υποστήριζαν τη θέση, ότι σε συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχει καμία δυνατότητα φιλολαϊκής εξόδου και έριχναν το σύνθημα του σοσιαλισμού, που, κάποια στιγμή, θα έλθει στο μέλλον; Αντίθετα ο Λένιν (Γράμματα από μακριά) χαρακτήρισε την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη σαν «το πρώτο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης» και φυσικά δικαιώθηκε.
Η δυναμική του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης
Στην αντιπαράθεση που έχουμε με την ηγεσία του σημερινού ΚΚΕ, συνήθως προσφεύγουμε στην εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στο μαρξιστικό–λενινιστικό έργο, το οποίο, σε θεωρητικό επίπεδο έχει ενσωματώσει το παγκόσμιο επαναστατικό γίγνεσθαι.
Και κάνουμε πολύ καλά, γιατί πως αλλιώς θα αντιμετωπίσει κανείς, αντεπαναστατικές, μικροαστικές, αριστερίστικες αντιλήψεις –οι οποίες σημειωτέον, εμφανίστηκαν μαζί με το εργατικό κίνημα αν δεν αντλήσει επιχειρήματα από την πολύ πλούσια και περιεκτική μαρξιστική–λενινιστική φιλολογία.
Αν και πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι με την αρθρογραφία μας, δεν προσπαθούμε να πείσουμε τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά τον κόσμο που την ακολουθεί. Γιατί το οπορτουνιστικό ολίσθημα της ηγεσίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί με το επιχείρημα ότι δεν γνωρίζει τον μαρξισμό–λενινισμό. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Ο Καούτσκι, είχε μελετήσει, ίσως βαθύτερα από κάθε άλλο στην εποχή του, τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτό όμως, δεν τον απέτρεψε να διαστρεβλώσει τις θέσεις των δύο μεγάλων επαναστατών για το ζήτημα του κράτους, ενώ έφτασε στο σημείο να αποκρύψει τους τρεις τελευταίους τόμους του Κεφαλαίου (θεωρίες της υπεραξίας), στην προσπάθεια του να συγκαλύψει την οπορτουνιστική στροφή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, στην ηγεσία του οποίου ηγούταν.
Στο συγκεκριμένο άρθρο, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την αναγκαιότητα του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης, στηριζόμενοι στην πρόσφατη ελληνική εμπειρία. Αυτή της περιόδου 2010–2012, η οποία θα πρέπει να μελετηθεί καλύτερα από τις ζωντανές δυνάμεις του εργατικού κινήματος, γιατί μέσα στα δύο αυτά χρόνια της θύελλας, δημιουργήθηκαν –βάσιμα– μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες όμως έδωσαν τη θέση τους στην απογοήτευση και στη διάψευση των ελπίδων.
Για τη μεταστροφή όμως από την ελπίδα στην απογοήτευση, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις. Πολιτικές απαντήσεις.
Η περίοδος 2010–2012, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της μεταπολιτευτικής περιόδου, γιατί
α) ξεκίνησε η εφαρμογή των λαοκτόνων μνημονίων, σαν αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της ωμής επέμβασης του ιμπεριαλιστικού παράγοντα.
β) βγήκαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες λαού, οι οποίοι, για δεκαετίες ολόκληρες είχαν βυθιστεί στην αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία.
γ) ξεκίνησε η αποδόμηση του δικομματικού συστήματος. Στις εκλογές του Μάη του 2012, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί έχασαν 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ έχει υποβιβαστεί σήμερα σε ένα μικρό, περιθωριακό κόμμα, χωρίς προοπτική επανάκαμψης, ενώ σε κρίση βρίσκεται και η ΝΔ. Παρά τις μικρότερες απώλειες που είχε σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες με τα στελέχη που διεκδικούν την ηγεσία του κόμματος, δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε προσωπικές ιδιαιτερότητες, αλλά στην πολυσχιδή κρίση που ταλανίζει το κόμμα αυτό της αστικής τάξης ε) την περίοδο αυτή σημειώθηκε η μετάλλαξη της οικονομικής κρίσης σε πολιτική και κοινωνική. Η τριπλή αυτή κρίση είναι παρούσα και σήμερα και το γενεσιουργό αίτιο της αστάθειας που διατρέχει το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά –για άλλους λόγους– και το σημερινό ΚΚΕ.
Την περίοδο 2010–2012, υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις να εκδηλωθεί γενικευμένη λαϊκή αντεπίθεση, που θα έθιγε βασικές πλευρές της αναπαραγωγής του εκμεταλλευτικού συστήματος και θα άνοιγε το δρόμο της σοσιαλιστικής προοπτικής της ελληνικής κοινωνίας.
Οι «πάνω» σε βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση, είχαν χάσει την ικανότητα χειραγώγησης του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αναζητούσε διεξόδους απεγκλωβισμού από το αστικό σύστημα εξουσίας.
Οι «κάτω» σε αναβρασμό. Στους δρόμους της Αθήνας και των άλλων πόλεων της χώρας, ξεχείλιζε η λαϊκή οργή, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λαού, έδιναν καθημερινά μάχες με τις δυνάμεις καταστολής. Τρομοκρατημένοι οι μηχανισμοί του κράτους και του παρακράτους, προσέφυγαν σε δολοφονικές προβοκάτσιες (εμπρησμός της Μαρφίν στις 5 Μάη του 2010, δολοφονική επίθεση «αναρχικών» στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στις 19 Νοέμβρη του 2011). Το αγωνιστικό όμως φρόνιμα του λαού δεν μπόρεσαν να το κάμψουν.
Είχε σημάνει η ώρα των μεγάλων ανατροπών, μέσα από τη συγκρότηση του κοινωνικό–πολιτικού μετώπου πάλης. Είχε σημάνει η ώρα της προώθησης των μεγάλων ριζοσπαστικών αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, δημοκρατικών αλλαγών. Οι οποίες όμως για να πάρουν σάρκα και οστά, θα έπρεπε, μέσα από ένα αντίστοιχο πρόγραμμα εργατικών συμφερόντων, να γίνουν σημαία της λαϊκής πάλης. Στην κρίσιμη αυτή ώρα θα έπρεπε να καταδειχτεί με την μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η διέξοδος από την βαθιά καπιταλιστική κρίση και τις αδυσώπητες πολιτικές των μνημονίων, ήταν ακριβώς ένα πρόγραμμα βαθιών ριζοσπαστικών αλλαγών, που θα έφερνε τον λαϊκό παράγοντα στο προσκήνιο των εξελίξεων, θα έβαζε φραγμό στη δράση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, και θα υπονόμευε τα θεμέλια του καθεστώτος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.
Ένα τέτοιο εργατικό πρόγραμμα δεν κατατέθηκε ποτέ. Στο ΚΚΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 90 , είχαν αρχίσει να πνέουν οι άνεμοι της αντεπανάστασης (του αριστερισμού και της επανάστασης στα λόγια) Στην κρίσιμη αυτή περίοδο για το εργατικό κίνημα, κυριάρχησαν οι απόψεις του τύπου «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Αποτέλεσμα; Το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, βρέθηκε χωρίς πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων, τη στιγμή που ο κόσμος στους δρόμους αναζητούσε τη διέξοδο από τη ζοφερή πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και των σκληρών μνημονιακών πολιτικών.
Ποιος ωφελήθηκε από μια τέτοια στάση; Αναμφίβολα η αστική τάξη και το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν έχεις ένα λαό εξεγερμένο και, δεν του δείχνεις, ως όφειλες, το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει για να απαλλαγεί από τους εφιάλτες της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων που τον έχουν ζώσει, τότε, αντικειμενικά, στηρίξεις το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν, ακόμα χειρότερα, του λες, ότι είναι μάταιοι και αναποτελεσματικοί οι σημερινοί αγώνες, τότε τον οδηγείς στην αποστράτευση και στην ηττοπάθεια.
Και ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό θέμα του άρθρου. Στη τεράστια δυναμική που περικλείει μια πρόταση διεξόδου από μια πιεστική κατάσταση, όταν ο λαός έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών από ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, που εξόφθαλμα έρχεται σε αντίθεση και συγκρούεται με τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του και τα συμφέροντα του.
Αφού ο πολιτικός φορέας του εργατικού κινήματος, δεν κατέθεσε πρόταση διεξόδου από την κρίση, αυτή ήρθε από αλλού, από το χώρο των μικροαστών. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απηχούσε τις μεσοβέζικες και ταλαντευόμενες θέσεις των μικροαστικών στρωμάτων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας.
Οι μικροαστοί, οι αποκαλούμενοι και «μεσαία τάξη», είχαν χτυπηθεί και ίδιοι από τις πολιτικές του 1ου μνημονίου, οι οποίες είχαν καθαρά φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό. Διαπίστωναν και οι ίδιοι ότι ο συνδυασμός άγρια φορολογία και βίαιη περικοπή κοινωνικών δαπανών που είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων, έπληττε και τους ίδιους, αφού οι πελάτες–εργαζόμενοι, λόγο οικονομικής αδυναμίας, σταμάτησαν να περνάνε το κατώφλι των καταστημάτων τους. Ο περιορισμός της ζήτησης, είχε δραματικές συνέπειες για τα μικρά και μεσαία εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες, καθώς έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Η καταστροφή κεφαλαίου που συνοδεύει τις οικονομικές κρίσεις και τα σκληρά προγράμματα λιτότητας, έπληξε πρώτα και κύρια τα μικρά αυτά εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες. Είχαν, επομένως, κάθε λόγο να στηρίξουν μια πολιτική πρόταση που επαγγέλλονταν ότι θα σταματήσει τις πολιτικές λιτότητας και ότι θα καταργήσει τα επαχθή μνημόνια.
Από την άλλη, ο ριζοσπαστισμός των μικροαστικών στρωμάτων έχει όρια. Και στη προκειμένη περίπτωση τα όρια αυτά ήταν η μη αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Γιατί, αν από τη μία πλευρά, τα μικροαστικά στρώματα αισθάνονται την καυτή ανάσα του μονοπωλιακού κεφαλαίου που απειλεί να τους καταπιεί, από την άλλη φοβούνται τις εξελίξεις που θα φέρουν στο προσκήνιο το εργατικό κίνημα. Το αίτημα του προλεταριάτου για μια κοινωνία χωρίς ταξική εκμετάλλευση, δεν τους βρίσκει σύμφωνους, γιατί, σε τελική ανάλυση και οι ίδιοι δεν είναι παρά μικροί καπιταλιστές οι οποίοι ζουν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Μόνο που στο μοίρασμα της υπεραξίας έχουν οικτρά παράπονα, γιατί το συντριπτικά μεγάλο μέρος της καταλήγει στα ταμεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ σε αυτούς αφήνουν ψίχουλα.
Και όμως η μεσοβέζικη και ταλαντευόμενη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, έμελλε να ταράξει τα νερά. Και αυτό φάνηκε καθαρά στη διπλή εκλογική αναμέτρηση το Μάη και τον Ιούνη του 2012, όπου σημειώθηκε πλήρης ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Ένα μικρό οπορτουνιστικό κόμμα, που μέχρι τότε κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εκτινάχθηκε από το 4% στο 17% και στο 27%. Ο παλαιός δικομματισμός υπέστη δεινή ήττα, κυριολεκτικά συνετρίβη, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μαζί, έχασαν περί τα 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ προσγειώθηκε ανώμαλα στο 16% το Μάη και στο 13% τον Ιούνη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια συνεχή υποχώρηση, η οποία το έφερε στην κατηγορία του «μικρού» κόμματος. Η ΝΔ το Μάη βυθίστηκε στο 19%, για να ανακάμψει τον Ιούνη στο 29%, όταν η ηγετική της ομάδα έριξε το πολωτικό σύνθημα της διασφάλισης της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, το οποίο ενεργοποίησε τα συντηρητικά ανακλαστικά των συντηρητικών στρωμάτων της κοινωνίας.
Ο ακροδεξιός εταίρος της κυβέρνησης Παπαδήμου, το ΛΑΟΣ έμεινε εκτός Βουλής, ενώ ένα νεοπαγές φιλοαστικό κόμμα, η ΔΗΜΑΡ, η οποία προήλθε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ –ως δεξιά τάση– μέσα στη γενικότερη σύγχυση και θολούρα είδε τα ποσοστά της να ξεπερνούν το 7% για να εξαφανιστεί στη συνέχεια από τον πολιτικό χάρτη, αφού ο λαός δεν της συγχώρεσε τη συμμετοχή στη τρικομματική κυβέρνηση που φτιάχτηκε μετά τις εκλογές του Ιούνη.
Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την συμπεριφορά των εργατικών στρωμάτων στη διπλή αυτή πολιτική αναμέτρηση. Σε πλήρη σύγχυση και με προφανή αμηχανία τα εργατικά στρώματα –αφού ο πολιτικός φορέας της εργατικής τάξης, επικαλούμενος τον κίνδυνο του οπορτουνισμού, εγκατέλειψε την πολιτική μάχη, πετώντας την μπάλα στην εξέδρα– παρασύρθηκαν από το μικροαστικό ρεύμα, το οποίο κατέκλισε τις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων της Ελλάδας όπου συγκεντρώνεται το εργατικό στοιχείο. Ο ΣΥΡΙΖΑ με υψηλά ποσοστά, αναδείχτηκε πρώτο κόμμα στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και με ακόμα υψηλότερα στις εργατογειτονιές της Β΄ Πειραιά.
Όσο για το ΚΚΕ; Αυτό πλήρωσε το τίμημα των –πώς αλλιώς να το πεις;– τυχοδιωκτικών του επιλογών και από το 8,4% το Μάη, βυθίστηκε στο ταπεινωτικό 4,5% τον Ιούνη. Μυαλό όμως δεν έβαλαν. Ακολουθώντας την ίδια τυχοδιωκτική πολιτική, στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη, και παρά το γεγονός ότι το πολιτικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό –αστικό πολιτικό σύστημα σε κρίση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μόλις ψηφίσει το 3ο μνημόνιο- σε σχέση με τις εκλογές του Γενάρη του 2015, απώλεσε περί τους 36.000 ψήφους εκ των οποίων οι 25.000 στα αστικά κέντρα, όπου οι συνέπειες της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για τα εργατικά–λαϊκά στρώματα.
Το συμπέρασμα είναι, ότι όταν γυρίζεις την πλάτη στην πολιτική, την γνήσια εργατική, επαναστατική πολιτική, αυτή εκδικείται, καθώς, με στοιχείο νομοτέλειας, σε οδηγεί στο περιθώριο των εξελίξεων.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
«Ευρωλιγούρηδες» και «δραχμολάγνοι»

Ο διάλογος εντός της Αριστεράς, ακόμη και όταν διεξάγεται με τρόπο καλόπιστο και διάθεση αληθινά συντροφική -πράγμα έτσι κι αλλιώς ασυνήθιστο-, χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη τάση να διολισθαίνει σε εύκολες, ανέξοδες, όσο και αδιέξοδες δραματοποιήσεις. Τα πολιτικά επίδικα παύουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, προσλαμβάνοντας για τους εμπλεκόμενους χαρακτήρα σχεδόν «υπαρξιακό». Από το σημείο αυτό και μετά, στο επίκεντρο τίθεται η αγωνιώδης προσπάθεια για τη δικαίωση της ιστορικής διαδρομής και των ιδεολογικών προϋποθέσεων ενός εκάστου, εις βάρος της έμφασης που πρέπει να δίνεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.
Η συζήτηση για το νόμισμα εντός της Αριστεράς -μια συζήτηση που επί μακρόν είχε κατασταλεί και που είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει- κινδυνεύει να πέσει θύμα αυτής ακριβώς της «υπαρξιακής» τροπής, προτού καν ξεκινήσει. Μια τέτοια εξέλιξη, εάν την αφήσουμε να παγιωθεί, θα αδικούσε τόσο τη συζήτηση, όσο και εμάς τους ίδιους. Σε όποιο ρεύμα κι αν ανήκουμε, η βασιλική οδός για τη δικαίωση της ιδεολογικής μας σκευής και της ιστορικής μας παρακαταθήκης δεν είναι άλλη από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Άλλωστε, από την τριβή με τη συγκεκριμένη ανάλυση κανένα εννοιολογικό εργαλείο δε βγαίνει αλώβητο και κανένας στρατηγός δε βγαίνει νικητής αν επιμένει να χρησιμοποιεί απαράλλαχτα τα όπλα και τις τακτικές του προηγούμενου πολέμου.
Το θέμα του νομίσματος δε διαχωρίζει τους «διεθνιστές» από τη μια μεριά και τους «πατριώτες» από την άλλη. Αν βλέπουμε να ενεργοποιούνται «υπαρξιακά» αντανακλαστικά στη συζήτηση αυτή, τις διαχωριστικές γραμμές θα πρέπει μάλλον αλλού να τις αναζητήσουμε. Την ίδια τη συζήτηση για το νόμισμα, ως τέτοια, μπορούμε πλέον να τη διεξάγουμε αρκετά ψύχραιμα, έχοντας ήδη κατακτήσει ένα διευρυμένο πλαίσιο κοινών τόπων και παραδοχών, μετά και την επτάμηνη εμπειρία της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα.
Πρώτα απ’ όλα, οι αντιλήψεις ότι μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης είναι εφικτή η ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας δεν ηχούν καθόλου πειστικές πλέον. Την ίδια στιγμή, αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη αποτελεί όχι μόνο την αναγκαία, αλλά και την ικανή συνθήκη για την ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας είναι απόψεις που, χωρίς να απουσιάζουν εντελώς, σπανίζουν εντός της Αριστεράς – και ακόμα σπανιότερα διατυπώνονται ευθέως.
Το Σχέδιο Β για την Ευρώπη
Μια τελευταία, αναθεωρημένη και επί το ασθενέστερον αναδιατυπωμένη εκδοχή της πρώτης αντίληψης (ότι δηλαδή η Ευρωζώνη θα ήταν δυνατόν να επανασχεδιαστεί ριζικά εκ των έσω, μέσα από την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο) μπορεί κανείς να βρει στο κείμενο που επιγράφεται «Σχέδιο Β για την Ευρώπη» και φέρει τις υπογραφές των Γ. Βαρουφάκη, Ζ. Κωνσταντοπούλου, Ο. Λαφοντέν, Ζ.-Λ. Μελανσόν και Στ. Φασίνα. Μολονότι οι συντάκτες του κειμένου χαρακτηρίζουν το σχέδιό τους ως διεθνιστικό και ξορκίζουν το φάσμα της εθνικής αναδίπλωσης, προτείνοντας μια πανευρωπαϊκή διάσκεψη, είναι φανερό ότι (α) δε διστάζουν να περιγράψουν και πιθανές διεξόδους που απαιτούν τη χρήση νομισματικών εργαλείων και τεχνικών, που βρίσκονται εξ ορισμού στα χέρια του εθνικού κράτους, και (β) στρέφουν το βλέμμα στις εσωτερικές εξελίξεις συγκεκριμένων εθνικών κρατών, τα οποία θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο του «αδύναμου κρίκου» για το ξήλωμα της υπαρκτής Ευρωζώνης.
Πρόκειται λοιπόν για μια πρωτοβουλία που σίγουρα τείνει να υπερβεί τα μέχρι χτες εσκαμμένα του αριστερού ευρωπαϊσμού, μολονότι βεβαίως δεν ξεφεύγει ακόμα από τις επίμονες αυταπάτες του συγκεκριμένου ρεύματος. Επιπλέον, αν κρίνουμε από την έμφαση που δίνεται στην αναμονή των εξελίξεων στη Γαλλία, το κείμενο της πρωτοβουλίας μοιάζει να δυσπιστεί για τις δυνατότητες των μικρότερων χωρών της Ευρωζώνης να λειτουργήσουν σαν «αδύναμος κρίκος». Πέρα από το ότι είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιες θα μπορούσαν να είναι οι θετικές εξελίξεις στη Γαλλία (γιατί σίγουρα η προσμονή δεν αφορά την πιθανή νίκη του Εθνικού Μετώπου), μια τέτοια αντίληψη -έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί- στην ουσία υποβιβάζει την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο ρόλο της «αποικίας», που δε μπορεί να περιμένει την απελευθέρωσή της παρά μόνο από τις εξελίξεις στο αποικιακό κέντρο. Πρόκειται για μια αντίληψη που διατρέχει και τα παλιότερα γραπτά του Γ. Βαρουφάκη, η οποία ωστόσο έχει το προφανές μειονέκτημα να αφαιρεί κάθε νόημα από την πάλη στις χώρες της περιφέρειας, αφήνοντας παράλληλα ανεξήγητη την προσωπική εμπλοκή του ίδιου -προσωρινή έστω- στην πολιτική σκηνή μιας περιφερειακής χώρας.
Το Σχέδιο Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ
Αφήνοντας το στρατόπεδο των «ευρωκεντρικών», ας περάσουμε στο στρατόπεδο των θεωρούμενων ως «εθνοκεντρικών». Τον ίδιο περίπου καιρό με το «Σχέδιο Β για την Ευρώπη», δόθηκε στη δημοσιότητα το από μακρόν αναμενόμενο «Σχέδιο Κοινωνικής Αλλαγής και Εθνικής Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα» των Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ. Πρόκειται για την εκλαϊκευμένη παρουσίαση ενός «οδικού χάρτη» για τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση -ας μην το υποβαθμίζουμε- της παύσης εξυπηρέτησης του χρέους. Παρότι εξετάζεται επί τροχάδην το ενδεχόμενο μιας συναινετικής εξόδου από την Ευρωζώνη, το οποίο σωστά περιγράφεται ως απίθανο, οι συγγραφείς δικαιολογημένα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στο σενάριο μιας συγκρουσιακής εξόδου.
Είναι προφανές ότι, προς μεγάλη απογοήτευση του φιλοθεάμονος κοινού, Κ. Λαπαβίτσας και Χ. Φλάσμπεκ αντιμετωπίζουν το εθνικό νόμισμα ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπό. Ως μέσο για ποιο ακριβώς πράγμα όμως; Για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας («Εθνική Ανασυγκρότηση»), ή για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο («Κοινωνική Αλλαγή»); Η απάντηση δεν είναι πάντοτε σαφής. Φυσικά, το ένα δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην το άλλο. Ο καλόπιστος αναγνώστης ωστόσο αποκομίζει την εντύπωση ότι οι συγγραφείς, έστω κι αν δε χάνουν από το οπτικό τους πεδίο τη στόχευση της «Κοινωνικής Αλλαγής», στο επίκεντρο βάζουν τη στόχευση της «Εθνικής Ανασυγκρότησης», στην οποία φαίνεται να αποδίδουν τη λογική, αν όχι και τη χρονολογική, προτεραιότητα.
Ο κίνδυνος εδώ είναι σαφής: Αν ως προϋπόθεση για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο θέτουμε -έστω και υπόρρητα- την «αύξηση της πίτας», διολισθαίνουμε ασυναίσθητα στο έδαφος της κυρίαρχης ιδεολογίας και μπαίνουμε στον πειρασμό ν’ αποδεχτούμε «το 70% των Μνημονίων» ως απαραίτητο για την περιβόητη «ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας», ενώ παράλληλα βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε πώς ακριβώς θα επιτύχουμε το θαύμα μιας εθνικής οικονομικής ανάπτυξης μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η οποία δε δείχνει να είναι παροδική.
Αν, από την άλλη μεριά, θέσουμε την ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου προς όφελος της εργασίας και εις βάρος του κεφαλαίου ως αυτοσκοπό -αλλά και ως λογική προϋπόθεση για την «αύξηση της πίτας», στο βαθμό που κάτι τέτοιο μας ενδιαφέρει-, τότε η έξοδος από την Ευρωζώνη δε θα είναι συγκρουσιακή μόνο απέναντι στο ευρωσύστημα, αλλά κυρίως απέναντι στην ελληνική αστική τάξη και στο αστικό μπλοκ εξουσίας του ελληνικού εθνικού κράτους. Και, ας μη γελιόμαστε: Όποιος το πάρει απόφαση να συγκρουστεί με την αστική τάξη και το συνολικό αστικό μπλοκ εξουσίας στη χώρα του, δε θα το κάνει ούτε για το νόμισμα ούτε για την «ανάπτυξη».
Και κάτι τελευταίο: Σε αντίθεση με την καρικατούρα του συρμού, διεθνισμός δεν είναι η παραγνώριση του εθνικού πλαισίου, ως του βασικού και κατεξοχήν πεδίου της ταξικής πάλης. Το πρώτο και πλέον θεμελιώδες διεθνιστικό καθήκον είναι η πάλη απέναντι στη «δική μας» αστική τάξη. Όλα τα άλλα έπονται.
πηγη: rproject.gr
Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;
Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.
1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται
Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.
Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και τη μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κ.λπ., αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.
Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.
Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϊνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.
2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων
Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε τη μνημονιακή πολιτική.
Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ.) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.
Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.
Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’ όλη την ήττα που δεχθήκαμε από τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.
3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε
Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.
Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στο λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.
Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στο Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κ.λπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της Ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η Ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται γι’ αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.
Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϊνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέινς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μια κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις ο χρηματοπιστωτικός τομέας) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από τη σοσιαλδημοκρατία και τον κεϊνσιανισμό.
Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϊνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο, το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στη μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μια κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με το ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση/ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση/ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση - τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.
Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.
Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κ.λπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά τη μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κ.λπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.
4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά
Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.
Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να το εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον τη λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.
* Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.
πηγη: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή