Σήμερα: 03/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

ankaraattack.jpg

του Joris Leverink

Οι Σαββατιάτικες επιθέσεις σε μια φιλειρηνική διαδήλωση στην Άγκυρα, κατά τις οποίες σκοτώθηκαν πάνω από εκατό άτομα και τραυματίστηκαν πολύ περισσότερα, έφεραν για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια τις βαθιές ρήξεις που συνεχίζουν να κυριαρχούν στο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο της Τουρκίας.

Στις 10.04 π.μ. δύο εκρήξεις, με διαφορά μερικών δευτερολέπτων, συγκλόνισαν το πλήθος των διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό της πρωτεύουσας στο πλαίσιο της προετοιμασίας του μεγάλου φιλειρηνικού συλλαλητηρίου που ήταν προγραμματισμένο να γίνει αργότερα την ίδια ημέρα. Οι εκρήξεις σκότωσαν ακαριαία δεκάδες ανθρώπους - ο αριθμός των νεκρών, όπως ανακοινώθηκε από το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP)[1] ανέρχεται σε 128 ενώ σχεδόν διακόσοι τραυματίστηκαν.
Καθώς οι επιζώντες περιέθαλπαν τους τραυματισμένους συντρόφους τους, κατέφθασε στην περιοχή η αστυνομία που, όλως περιέργως, ήταν απούσα τη στιγμή της έκρηξης. Αλλά αντί να προσπαθούν να ηρεμήσουν την κατάσταση, οι αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν στους πλήθη με δακρυγόνα ενώ απέκλειαν τους δρόμους που οδηγούν στην πλατεία, εμποδίζοντας τις υπηρεσίες πρώτων βοηθειών να φτάσουν στο χώρο της επίθεσης

Ένα βίντεο, που τραβήχτηκε αμέσως μετά τις επιθέσεις, δείχνει ένα πλήθος διαδηλωτών να συγκρούονται με την αστυνομία, στην προσπάθειά τους να ανοίξουν ένα διάδρομο για να περάσουν μέσα τα ασθενοφόρα.
Στον απόηχο των βομβιστικών ενεργειών, χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη χώρα βγήκαν στους δρόμους για να καταδικάσουν τις επιθέσεις, για τις οποίες θεωρούν άμεσα υπεύθυνη την κυβέρνηση. Συνθήματα όπως «Κράτος δολοφόνε, εσύ θα πληρώσεις το λογαριασμό» και «Κλέφτη, δολοφόνε, Ερντογάν!» ακούστηκαν σε πολλές πόλεις, ως έκφραση της βαθιά ριζωμένης λαϊκής οργής απέναντι στην κυβέρνηση της Τουρκίας, οργής που χαρακτηρίζει τις διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες της αντιπολίτευσης της χώρας.


Ποιος ωφελείται;

Μέχρι στιγμής, κανείς δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις επιθέσεις, όμως, η ομοιότητα ανάμεσα στις βομβιστικές ενέργειες στην Άγκυρα κι εκείνες στο Σουρούτς και το Ντιγιαρμπακίρ στις 20 Ιουλίου και στις 5 Ιουνίου αντίστοιχα, κάνει πολλούς να υποψιάζονται ότι το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (IS) θα μπορούσε να είναι πίσω από αυτές.
Οι επιθέσεις στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του HDP στο Ντιγιαρμπακίρ και σε μια συγκέντρωση ακτιβιστών που σχεδίαζαν να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση του Κομπανί στο Σουρούτς εκτελέστηκαν και οι δύο από βομβιστές αυτοκτονίας με ύποπτες διασυνδέσεις με το IS. Παρά το γεγονός ότι και στις δύο επιθέσεις το IS δεν ανέλαβε επίσημα την ευθύνη, ελάχιστοι αμφιβάλουν ως προς το ποιος είναι υπεύθυνος γι' αυτές.
Ωστόσο, αυτές τις μέρες, ελάχιστους ανθρώπους στην Τουρκία απασχολεί το ερώτημα αν είναι ή δεν είναι το IS πίσω από την βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα. Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό φτάνει η εμπλοκή του τουρκικού κράτους και των δυνάμεων ασφαλείας κι αν οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν με τη γνώση, την υποστήριξη ή ακόμα και τις διαταγές της υπηρεσιακής κυβέρνησης του ΑΚΡ[2].
Η έλλειψη σεβασμού για τις ανθρώπινες ζωές -και ειδικά αυτές των Κούρδων- έχουν γίνει αξίωμα για τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και τις ένοπλες δυνάμεις ιδιαίτερα από τότε που έκαψαν χωριά, εκτόπισαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και εξαφάνισαν χιλιάδες σε μια προσπάθεια να σπάσουν την αντίσταση των Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) στη δεκαετία του 1990.
Αυτή ακριβώς η τακτική επανέρχεται στο προσκήνιο τώρα καθώς το κράτος έχει ξαναρχίσει τις επιθέσεις ενάντια στους Κούρδους αντάρτες στην προσπάθεια να αποκλείσει ολόκληρες κουρδικές πόλεις, να τις αποκόψει από τον έξω κόσμο για μέρες κάνοντας παράλληλα τους άμαχους πληθυσμούς στόχους των ελεύθερων σκοπευτών και φαινομενικά «τυχαίων» βομβαρδισμών του πυροβολικού.
Αλλά το αν η κυβέρνηση θα έφτανε τόσο μακριά ώστε να βομβαρδίσει τους ίδιους της τους πολίτες, ή θα επέτρεπε στο
IS να το πράξει απλά για να παρατείνει το πολιτικό της πρόγραμμα είναι το βασικό ερώτημα που φτάνει στην καρδιά της σημερινής κρίσης στην Τουρκία. Ο Σαλαετίν Ντερμιτάς, συμπρόεδρος του HDP, ήταν ξεκάθαρος σε μια δημόσια δήλωση του σχετικά με τους βομβαρδισμούς:
«Η Άγκυρα είναι η πρωτεύουσα της Τουρκίας. Ακόμη και αν πετάξει ένα μόνο πουλί πάνω από την πόλη, το κράτος θα το μάθει. Είναι η καλύτερα επιτηρούμενη πόλη της χώρας. Διοργανώσαμε ένα μαζικό συλλαλητήριο με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν βρέθηκε καθόλου προσωπικό ασφαλείας στους δρόμους. Δείτε τις δικές τους συγκεντρώσεις: οι έλεγχοι ασφαλείας ξεκινούν αρκετά τετράγωνα πιο μακριά».
Για να ανακαλύψει κανείς τις δυνάμεις που ευθύνονται γι’ αυτή τη βάρβαρη επίθεση, πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: «ποιος ωφελείται;».


Πυροδοτώντας τη σύγκρουση

Οι χρήστες των μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης που υποστηρίζουν την κυβέρνηση –γνωστοί στην Τουρκία ως AK trolls[3], λόγω της υποστήριξης τους στο ΑΚΡ- δεν έχασαν την ευκαιρία να υποδείξουν το HDP ως το μοναδικό υπεύθυνο για την βομβιστική επίθεση, υποστηρίζοντας ότι (το HDP) εμφανίζεται ως θύμα για να καταφέρει να συγκεντρώσει ψήφους στις επερχόμενες εκλογές.

Τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης γρήγορα υιοθέτησαν αυτή την άποψη και υποστήριξαν ότι επειδή οι επιθέσεις στο Ντιγιαρμπακίρ και το Σουρούτς ενίσχυσαν την δημοτικότητα του HDP, οι υπεύθυνοι για τις επιθέσεις στην Άγκυρα θα πρέπει να αναζητηθούν μέσα από τις τάξεις του φιλοκουρδικού κόμματος. Διακόπτοντας για λίγο τις ευθείς κατηγορίες στο HDP, ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου σε ομιλία του υποστήριξε ότι τρεις ομάδες ήταν ικανές να αναλάβουν μια τέτοια επίθεση εκεί: το IS, το PKK και το DHKP-C[4], μια μαχητική αριστερή οργάνωση.
Αν και είναι αλήθεια ότι οι προηγούμενες επιθέσεις αύξησαν την υποστήριξη στο HDP, το να δει κανείς αυτή (την επίθεση) ως «απόδειξη» του απίστευτου ισχυρισμού ότι το HDP θα έφτανε να σκοτώσει τους ίδιους του τους υποστηρικτές μόνο για να συγκεντρώσει μερικές ψήφους είναι απλά εξωφρενικό. Εάν η βομβιστική επίθεση στο Ντιγιαρμπακίρ και το Σουρούτς και ενίσχυσαν την υποστήριξη στο HDP αυτό συνέβη επειδή το κόμμα ισχυρίστηκε ότι έχει γίνει στόχος μιας κρατικά ενορχηστρωμένης εκστρατείας εκφοβισμού.
Αν ψάξει κανείς για ένα κόμμα που δεν εγκαταλείπει την άθλια τακτική να προσπαθεί να επωφεληθεί από μια σφαγή, υπάρχει κι άλλος πολύ πιθανότερος υποψήφιος: το κυβερνών ΑΚΡ. Σε πολλές περιπτώσεις έχει εκτεθεί για την καλυμμένη υποστήριξη που παρέχει στο
IS, ιδίως όταν η τρομοκρατική οργάνωση είχε ξεκινήσει την επίθεση εναντίον της Συριακής κουρδικής πόλης Κομπανί, στα σύνορα με την Τουρκία.

Όταν ο έγινε ο βομβαρδισμός του Σουρούτς και όλα έδειχναν προς το IS, πολλοί υποστήριξαν πως το ΑΚΡ ευθύνεται για την επίθεση, και μια μαχητική ομάδα που συνδέεται με το ΡΚΚ εκτέλεσε δύο αστυνομικούς σε μια πράξη εκδίκησης. Για την κυβέρνηση, αυτή ήταν η δικαιολογία που έψαχνε και αντί να αναζητήσει την οργάνωση που ευθύνεται για τους θανάτους 33 άοπλων Τούρκων πολιτών, ξεκίνησε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του ΡΚΚ, ρίχνοντας εκατοντάδες βόμβες στους Κούρδους αντάρτες σε σύγκριση με μόνο μια χούφτα βόμβες εναντίον του ISτην πρώτη εβδομάδα μετά την επίθεση στο Σουρούτς.
Εκείνη την εποχή, πολλοί συνέδεσαν άμεσα την «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» του ΑΚΡ άμεσα με τις φτωχές επιδόσεις του στις εκλογές του Ιουνίου, στις οποίες έχασε την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο για πρώτη φορά από τότε που ανήλθε στην εξουσία το 2002. Οι ζημίες του ΑΚΡ συνέπεσαν με σημαντικά κέρδη για το HDP, το οποίο κατάφερε να μπει στη Βουλή με 13% των ψήφων – το πρώτο φιλοκουρδικό κόμμα στην ιστορία της Τουρκίας.
Το HDP και οι Κούρδοι που αυτό αντιπροσωπεύει θεωρούνται πλέον ως η μεγαλύτερη απειλή για την εξουσία του ΑΚΡ. Βυθίζοντας τη χώρα στο χάος και βάζοντας τα ελεγχόμενα απ’ αυτόν εθνικά μέσα ενημέρωσης να παρουσιάζουν το HDP ως υπεύθυνο για τη βία, ο Ερντογάν προσπαθεί να φτιάξει κλίμα υπέρ του στις επερχόμενες εκλογές που ανακοινώθηκαν για το Νοέμβρη όταν απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις για κυβέρνηση συνασπισμού στα μέσα Αυγούστου.
Τώρα, περιέργως, μετά από τρεις μήνες μαχών μεταξύ των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και των ανταρτών του ΡΚΚ στις οποίες υπολογίζεται ότι έχουν σκοτωθεί εκατοντάδες και από τις δύο πλευρές - για να μην μιλήσουμε για τις δεκάδες των απωλειών μεταξύ των αμάχων, ως επί το πλείστον από τα χέρια του Τουρκικού στρατού και της αστυνομίας- η δίδυμη βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα, έρχεται σε μια περίοδο όπου το PKK είχε μόλις αποφασίσει μονομερή κατάπαυση του πυρός.
Μη θέλοντας να δώσει στον Ερντογάν μια δικαιολογία που θα του επέτρεπε να αναβάλλει την ψηφοφορία, ή ακόμα και να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης καθιστώντας τον εαυτό του δικτάτορα, το Σάββατο το PKK ανακοίνωσε την παύση όλων των στρατιωτικών ενεργειών του μέχρι να διεξαχθούν οι εκλογές. Η δήλωση της μονομερούς κατάπαυσης του πυρός έγινε μετά τις βομβιστικές επιθέσεις, αλλά ήδη αναμενόταν αρκετές ημέρες πριν.
Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση στα νοτιοανατολικά δεν είναι τίποτα λιγότερο από την προεκλογική εκστρατεία του ΑΚΡ και η κατάπαυση του πυρός λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις κατά πάσα πιθανότητα πιο κρίσιμες εκλογές στην ιστορία του κόμματος είναι το τελευταίο πράγμα που ο Ερντογάν και οι σύντροφοί του χρειάζονται τώρα. Το ΑΚΡ διαχέει την εντύπωση ότι αυτό είναι το μόνο κόμμα που θα σώσει τη χώρα από την κατάρρευση, ότι ο Ερντογάν είναι ο ισχυρός ηγέτης που χρειάζεται η χώρα σε περιόδους κρίσης και ότι, συντρίβοντας την Κουρδική αντίσταση, θα εδραιώσει μια για πάντα την ηγεμονία του Τουρκικού κράτους σε όλες τις περιοχές της χώρας. Η κατάπαυση του πυρός θα εκθέσει φυσικά την κενότητα των ισχυρισμών αυτών, αφήνοντας στο ΑΚΡ ελάχιστα να επιδείξει.
Στο πλαίσιο αυτό, η βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα θα του χρησιμεύσει για να ακυρώσει την κατάπαυση του πυρός προκαλώντας αντίποινα από το ΡΚΚ και έτσι να συντηρήσει τη σύγκρουση μέχρι τις εκλογές.


Κυβερνητική ευθύνη

Από αυτή τη σκοπιά, μπορεί κανείς ξεκάθαρα να δει πώς το ΑΚΡ θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις επιθέσεις του Σαββάτου. Ωστόσο, επειδή επωφελείται αυτό δεν συνεπάγεται την άμεση ευθύνη του, όπως ακριβώς και το HDP δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις επιθέσεις σε μέλη του, στα γραφεία και στα συλλαλητήρια του επειδή αυτές θα μπορούσαν να «βοηθήσουν» τους ισχυρισμούς του ότι έχει στοχοποιηθεί από το κράτος. Το ερώτημα «ως ποιο βαθμό φτάνει η συμμετοχή του AKP στις προαναφερθείσες επιθέσεις;» πιθανότατα δεν θα απαντηθεί ποτέ ικανοποιητικά.
Αλλά είτε το ΑΚΡ είχε εμπλακεί άμεσα είτε όχι, η απάντηση της κυβέρνησης στο τραγικό συμβάν δείχνει ότι έσπευσε να το εκμεταλλευτεί προς όφελός της. Στην τριαντάλεπτη ομιλία του για τις τρομοκρατικές επιθέσεις, ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου ξόδεψε είκοσι λεπτά για να καταγγέλλει το HDP και τον συμπρόεδρό του, τον Ντεμιρτάς. Προσπαθώντας να υπερασπιστεί τη σκληρή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην τρομοκρατία, το πήγε ακόμα παραπέρα κάνοντας τον παράλογο ισχυρισμό ότι ο βομβιστής αυτοκτονίας που ευθύνεται για την επίθεση στο Σουρούτς είχε συλληφθεί και παραδοθεί στη δικαστική εξουσία.
Για πολλούς στην Τουρκία η κατάσταση είναι σαφής: η κυβέρνηση του ΑΚΡ φέρει την ευθύνη για τους θανάτους των πολιτών της. Είτε το ΑΚΡ πραγματικά ενορχήστρωσε την επίθεση είτε απλά απέτυχε να παράσχει την απαραίτητη ασφάλεια στους διαδηλωτές, ως κυβέρνηση το κόμμα φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια των πολιτών. Η παράλειψή του να το πράξει συνιστά ένα σοβαρό έγκλημα για το οποίο θα έπρεπε να λογοδοτήσει - όχι μόνο στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και διεθνώς.
Η κοινωνία της Τουρκίας είναι περισσότερο από ποτέ διαιρεμένη και με τον Ερντογάν να αρνείται να μοιραστεί την εξουσία, ενώ την ίδια στιγμή χάνει την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, το μέλλον φαίνεται πολύ ζοφερό. Οι διαθέσιμες επιλογές για τον Τουρκικό λαό έχουν περιοριστεί στη δημοκρατία από τη μία πλευρά, και στον Ερντογάν από την άλλη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου δεν θα είναι διαφορετικό από την ψηφοφορία του Ιουνίου και, αν το ΑΚΡ τότε συνεχίσει να μην παραδέχεται την ήττα και δεν επιτρέψει το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού, η βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα θα μπορούσε μόνο να είναι ένας προάγγελος του τι μέλλει γενέσθαι στην Τουρκία.

Ο Joris Leverink είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, συντάκτης του περιοδικού ROARκαι αρθρογράφος του TeleSUR English

Πηγή: ROAR

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Ζαβουδάκης


[1] Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (στα Τουρκικά Halkların Demokratik Partisi - HDP, στα Κουρδικά Partiya Demokratik a Gelan) είναι αριστερό πολιτικό κόμμα της Τουρκίας.

Ιδρύθηκε το 2012 μέσα από τις διεργασίες του «Δημοκρατικού Κογκρέσσου των Λαών», ενός σχηματισμού που συσπείρωνε κυρίως Κούρδους της Τουρκίας αλλά και άλλες μειονότητες (Αλεβίτες κ.α.).Έχει δύο συμπροέδρους, έναν άνδρα και μια γυναίκα, τον Σαλαετίν Ντεμιρτάς και τη Φιγκέν Γιουκσεκντάγκ.

Τα φιλοκουρδικά κόμματα συνήθως λάμβαναν ποσοστά κοντά στο 6-7%, αν και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πολλοί περισσότεροι, καθώς πολλοί υποστήριζαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Μη μπορώντας να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 10%, τα φιλοκουρδικά κόμματα δε συμμετείχαν στις εκλογές αλλά υποστήριζαν ανεξάρτητους υποψήφιους. Ωστόσο, μετά την επιτυχημένη εκστρατεία του Σαλαετίν Ντεμιρτας για την προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας το 2014, που απευθύνθηκε πέρα από τους Κούρδους και σε κοσμικούς και φιλελεύθερους Τούρκους, και την πολιορκία του Κομπανί, κατά την οποία μερίδα των Κούρδων αποξενώθηκε από την τουρκική κυβέρνηση, το HDP αποφάσισε να συμμετάσχει στις τουρκικές βουλευτικές εκλογές του 2015. Στο εκλογικό του μανιφέστο το HDP προέβαλε, πέρα από παραδοσιακά κουρδικά αιτήματα, όπως την ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό της ένοπλης σύγκρουσης των Κούρδων ανταρτών και του τουρκικού κράτους, αιτήματα για τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων της Τουρκίας και την αντίθεσή του στα σχέδια του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να ενισχύσει τις εξουσίες του.

Στις εκλογές το HDP πέρασε το εκλογικό όριο του 10%, κέρδισε το 13% των ψήφων και 80 έδρες στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας.Στις 31 από τις 80 έδρες εξελέγησαν γυναίκες, μία από τις οποίες είναι η Ντιλέκ Οτσαλάν, ανιψιά του φυλακισμένου ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

[2] AKP : Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (στα τουρκικά Adalet ve Kalkınma Partisi).

[3] Στη γλώσσα του διαδικτύου η λέξη τρολ (troll) περιγράφει κάποιον χρήστη του Ίντερνετ «με πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία online ανοιχτή κοινότητα, όπως ένα φόρουμ συζήτησης, mailing list, chat room ή μπλογκ, με πρωταρχική πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους χρήστες[ ή με κάθε τρόπο να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες. Η συμπεριφορά αυτή πολλές φορές συνοδεύεται από αμφιλεγόμενη διαμάχη των υπολοίπων περί του σκοπού του».

[4] Το Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο, στα (τουρκικά Devrimci Halk Kurtuluş Partisi-Cephesi ή DHKP / C) είναι ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα της Τουρκίας που ιδρύθηκε το 1978 ως Επαναστατική Αριστερά (στα τουρκικά Devrimci Sol ή Dev Sol), και μετονομάστηκε σε DHKP / C το 1994. Στην Τουρκία, τις ΗΠΑ και την ΕΕ θεωρείται «τρομοκρατική οργάνωση».

πηγη: ergatikosagwnas.gr

worckass.jpg

Γράφει ο Στωικός

Η αρνητική εμπειρία της περιόδου 2010-2012

Το ερώτημα που δημιουργήθηκε μετά το 2010 και με πιεστικό τρόπο αναζητά απαντήσεις, είναι, αν είναι ωφέλιμο για το λαϊκό κίνημα, να καταθέσει άμεσο πρόγραμμα πάλης, να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, μεταρρυθμίσεις και στόχους πάλης διαλεκτικά δεμένα με τον στρατηγικό του στόχο, ή αν οι άμεσες αυτές διεκδικήσεις και τα προγράμματα πάλης, οδηγούν στον οπορτουνισμό και στην ενσωμάτωση.

Εμείς, ως Εργατικός Αγώνας, από την πρώτη στιγμή υποστηρίξαμε ότι το λαϊκό κίνημα, αν θέλει να βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων και να παίρνει ενεργά μέρος στην ταξική πάλη, θα πρέπει να οπλιστεί με άμεσο πρόγραμμα διεκδικήσεων (τακτικοί στόχοι), να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ αν οι αντιθέσεις οξυνθούν –όπως συμβαίνει σήμερα στην περίοδο της κρίσης και τις πολιτικές των μνημονίων– θα πρέπει να προβάλει ακόμα και προωθημένους στόχους πάλης, με σκοπό να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του.

Στο ερώτημα «τι θα την κάνει αυτή τη πλειοψηφία, όταν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για βαθιές ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμες οι συνθήκες για σοσιαλιστική εξουσία;» την απάντηση έχει δώσει η ίδια η ζωή.

Το λαϊκό κίνημα, αν υπάρχουν ομαλές πολιτικές εξελίξεις και δεν επιχειρήσει η αστική αντίδραση βίαιη ανατροπή της λαϊκής θέλησης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία, σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, θα κληθεί να υλοποιήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα προωθημένων ριζοσπαστικών αλλαγών, που όσο υλοποιείται, θα προβάλει στο προσκήνιο η αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η αναγκαιότητα της επίλυσης του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας.

Αν, αντίθετα, επιχειρηθεί αντιδημοκρατική εκτροπή από την αστική αντίδραση και κυρίως από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, κάτι που, αν λάβουμε υπόψη τη διεθνή εμπειρία, είναι και το πιθανότερο, το εργατικό και λαϊκό κίνημα, θα πρέπει να απαντήσει στην ένοπλη βία της αντίδρασης, με τα ίδια μέσα. Ένοπλα. Τα παραδείγματα των Δεκεμβριανών στην Ελλάδα το 1944, της Ισπανίας το 1936 και της Χιλής το 1973, μας δείχνουν, ότι αν δεν θέλουμε, για μια ακόμη φορά, να οδηγηθούμε σαν πρόβατα επί σφαγή, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα τα ενδεχόμενα και για όλες τις πιθανές εξελίξεις.

Τι πραγματικά θα συμβεί, αυτό εξαρτάται από το συσχετισμό της δύναμης των τάξεων τη συγκεκριμένη περίοδο, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν η εργατική και η αστική τάξη εν όψει της επικείμενης σύγκρουσης, η βέβαιη παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, η διεθνιστική αλληλεγγύη κλπ.

Αυτή είναι η μαρξιστική–λενινιστική προσέγγιση ενός δύσκολου και περίπλοκου θέματος, όπως οι θέσεις αρχής ενός επαναστατικού κόμματος, σε συνθήκες απότομης ανόδου της ταξικής πάλης σε περιβάλλον βαθιάς οικονομικής κρίσης και εφαρμογής σκληρών πολιτικών λιτότητας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό.

Αντίθετα, οι θέσεις που προβάλει το σημερινό ΚΚΕ, συμπυκνώνονται στις δηλώσεις που έκανε στις 9/5/2011 η Α Παπαρήγα στην κρατική τηλεόραση, ότι «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».

Οι θέσεις αυτές, οι οποίες παραπέμπουν την επίλυση όλων των προβλημάτων, στην ανατροπή του καπιταλισμού, είναι καταστροφικές για το επαναστατικό κίνημα, καθώς το καταδικάζουν να παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, τη στιγμή που η δύναμη του βρίσκεται στην καθημερινή δράση. Δράση, ενταγμένη σε ένα ρεαλιστικό «μίνιμουμ» πρόγραμμα που θα αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης των τάξεων και των ενδιάμεσων στρωμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.

Αν η θέση αυτή είναι επιζήμια και καταστροφική σε περίοδο σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος, είναι πολλαπλά επιζήμια και καταστροφική στις συνθήκες της τριπλής κρίσης (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) με την οποία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η αστική τάξη της χώρας. Γιατί, όταν το αστικό σύστημα εξουσίας παρουσιάζει ρωγμές, απαιτείται η μέγιστη δυνατή παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, είναι η ώρα της εγρήγορσης και της πιο αποφασιστικής δράσης, ώστε τα ρήγματα αυτά να διευρυνθούν όσο το δυνατό περισσότερο, αντί να παρακολουθείς τον καπιταλισμό να τα κλείσει, περιμένοντας το σοσιαλισμό…

Αν έχεις τη θέση, ότι, είτε σε συνθήκες ομαλότητας και σταθερότητας βρίσκεται ο καπιταλισμός, είτε σε συνθήκες κρίσης, δεν γίνεται τίποτα, και καλείς τον κόσμο να περιμένει την ώρα του… άγιου σοσιαλισμού, τότε είναι σίγουρο α), ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεις το σοσιαλισμό β) προσφέρεις τις μέγιστες υπηρεσίες στο εκμεταλλευτικό σύστημα, καθώς, σε συνθήκες απορρύθμισης και αποσύνθεσης των συστατικών του μερών, κρατάς τις λαϊκές δυνάμεις σε αδράνεια και επί της ουσίας τις οδηγείς σε αποστράτευση.

Πώς θα είχε γραφεί η ιστορία σήμερα, αν μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Λένιν, υποστήριζαν τη θέση, ότι σε συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχει καμία δυνατότητα φιλολαϊκής εξόδου και έριχναν το σύνθημα του σοσιαλισμού, που, κάποια στιγμή, θα έλθει στο μέλλον; Αντίθετα ο Λένιν (Γράμματα από μακριά) χαρακτήρισε την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη σαν «το πρώτο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης» και φυσικά δικαιώθηκε.

Η δυναμική του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης

Στην αντιπαράθεση που έχουμε με την ηγεσία του σημερινού ΚΚΕ, συνήθως προσφεύγουμε στην εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στο μαρξιστικό–λενινιστικό έργο, το οποίο, σε θεωρητικό επίπεδο έχει ενσωματώσει το παγκόσμιο επαναστατικό γίγνεσθαι.

Και κάνουμε πολύ καλά, γιατί πως αλλιώς θα αντιμετωπίσει κανείς, αντεπαναστατικές, μικροαστικές, αριστερίστικες αντιλήψεις –οι οποίες σημειωτέον, εμφανίστηκαν μαζί με το εργατικό κίνημα  αν δεν αντλήσει επιχειρήματα από την πολύ πλούσια και περιεκτική μαρξιστική–λενινιστική φιλολογία.

Αν και πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι με την αρθρογραφία μας, δεν προσπαθούμε να πείσουμε τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά τον κόσμο που την ακολουθεί. Γιατί το οπορτουνιστικό ολίσθημα της ηγεσίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί με το επιχείρημα ότι δεν γνωρίζει τον μαρξισμό–λενινισμό. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Ο Καούτσκι, είχε μελετήσει, ίσως βαθύτερα από κάθε άλλο στην εποχή του, τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτό όμως, δεν τον απέτρεψε να διαστρεβλώσει τις θέσεις των δύο μεγάλων επαναστατών για το ζήτημα του κράτους, ενώ έφτασε στο σημείο να αποκρύψει τους τρεις τελευταίους τόμους του Κεφαλαίου (θεωρίες της υπεραξίας), στην προσπάθεια του να συγκαλύψει την οπορτουνιστική στροφή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, στην ηγεσία του οποίου ηγούταν.

Στο συγκεκριμένο άρθρο, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την αναγκαιότητα του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης, στηριζόμενοι στην πρόσφατη ελληνική εμπειρία. Αυτή της περιόδου 2010–2012, η οποία θα πρέπει να μελετηθεί καλύτερα από τις ζωντανές δυνάμεις του εργατικού κινήματος, γιατί μέσα στα δύο αυτά χρόνια της θύελλας, δημιουργήθηκαν –βάσιμα– μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες όμως έδωσαν τη θέση τους στην απογοήτευση και στη διάψευση των ελπίδων.

Για τη μεταστροφή όμως από την ελπίδα στην απογοήτευση, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις. Πολιτικές απαντήσεις.

Η περίοδος 2010–2012, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της μεταπολιτευτικής περιόδου, γιατί

α) ξεκίνησε η εφαρμογή των λαοκτόνων μνημονίων, σαν αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της ωμής επέμβασης του ιμπεριαλιστικού παράγοντα.

β) βγήκαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες λαού, οι οποίοι, για δεκαετίες ολόκληρες είχαν βυθιστεί στην αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία.

γ) ξεκίνησε η αποδόμηση του δικομματικού συστήματος. Στις εκλογές του Μάη του 2012, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί έχασαν 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ έχει υποβιβαστεί σήμερα σε ένα μικρό, περιθωριακό κόμμα, χωρίς προοπτική επανάκαμψης, ενώ σε κρίση βρίσκεται και η ΝΔ. Παρά τις μικρότερες απώλειες που είχε σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες με τα στελέχη που διεκδικούν την ηγεσία του κόμματος, δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε προσωπικές ιδιαιτερότητες, αλλά στην πολυσχιδή κρίση που ταλανίζει το κόμμα αυτό της αστικής τάξης ε) την περίοδο αυτή σημειώθηκε η μετάλλαξη της οικονομικής κρίσης σε πολιτική και κοινωνική. Η τριπλή αυτή κρίση είναι παρούσα και σήμερα και το γενεσιουργό αίτιο της αστάθειας που διατρέχει το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά –για άλλους λόγους– και το σημερινό ΚΚΕ.

Την περίοδο 2010–2012, υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις να εκδηλωθεί γενικευμένη λαϊκή αντεπίθεση, που θα έθιγε βασικές πλευρές της αναπαραγωγής του εκμεταλλευτικού συστήματος και θα άνοιγε το δρόμο της σοσιαλιστικής προοπτικής της ελληνικής κοινωνίας.

Οι «πάνω» σε βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση, είχαν χάσει την ικανότητα χειραγώγησης του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αναζητούσε διεξόδους απεγκλωβισμού από το αστικό σύστημα εξουσίας.

Οι «κάτω» σε αναβρασμό. Στους δρόμους της Αθήνας και των άλλων πόλεων της χώρας, ξεχείλιζε η λαϊκή οργή, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λαού, έδιναν καθημερινά μάχες με τις δυνάμεις καταστολής. Τρομοκρατημένοι οι μηχανισμοί του κράτους και του παρακράτους, προσέφυγαν σε δολοφονικές προβοκάτσιες (εμπρησμός της Μαρφίν στις 5 Μάη του 2010, δολοφονική επίθεση «αναρχικών» στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στις 19 Νοέμβρη του 2011). Το αγωνιστικό όμως φρόνιμα του λαού δεν μπόρεσαν να το κάμψουν.

Είχε σημάνει η ώρα των μεγάλων ανατροπών, μέσα από τη συγκρότηση του κοινωνικό–πολιτικού μετώπου πάλης. Είχε σημάνει η ώρα της προώθησης των μεγάλων ριζοσπαστικών αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, δημοκρατικών αλλαγών. Οι οποίες όμως για να πάρουν σάρκα και οστά, θα έπρεπε, μέσα από ένα αντίστοιχο πρόγραμμα εργατικών συμφερόντων, να γίνουν σημαία της λαϊκής πάλης. Στην κρίσιμη αυτή ώρα θα έπρεπε να καταδειχτεί με την μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η διέξοδος από την βαθιά καπιταλιστική κρίση και τις αδυσώπητες πολιτικές των μνημονίων, ήταν ακριβώς ένα πρόγραμμα βαθιών ριζοσπαστικών αλλαγών, που θα έφερνε τον λαϊκό παράγοντα στο προσκήνιο των εξελίξεων, θα έβαζε φραγμό στη δράση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, και θα υπονόμευε τα θεμέλια του καθεστώτος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Ένα τέτοιο εργατικό πρόγραμμα δεν κατατέθηκε ποτέ. Στο ΚΚΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 90 , είχαν αρχίσει να πνέουν οι άνεμοι της αντεπανάστασης (του αριστερισμού  και της επανάστασης στα λόγια) Στην κρίσιμη αυτή περίοδο για το εργατικό κίνημα, κυριάρχησαν οι απόψεις του τύπου «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».

Αποτέλεσμα; Το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, βρέθηκε χωρίς πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων, τη στιγμή που ο κόσμος στους δρόμους αναζητούσε τη διέξοδο από τη ζοφερή πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και των σκληρών μνημονιακών πολιτικών.

Ποιος ωφελήθηκε από μια τέτοια στάση; Αναμφίβολα η αστική τάξη και το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν έχεις ένα λαό εξεγερμένο και, δεν του δείχνεις, ως όφειλες, το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει για να απαλλαγεί από τους εφιάλτες της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων που τον έχουν ζώσει, τότε, αντικειμενικά, στηρίξεις το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν, ακόμα χειρότερα, του λες, ότι είναι μάταιοι και αναποτελεσματικοί οι σημερινοί αγώνες, τότε τον οδηγείς στην αποστράτευση και στην ηττοπάθεια.

Και ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό θέμα του άρθρου. Στη τεράστια δυναμική που περικλείει μια πρόταση διεξόδου από μια πιεστική κατάσταση, όταν ο λαός έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών από ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, που εξόφθαλμα έρχεται σε αντίθεση και συγκρούεται με τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του και τα συμφέροντα του.

Αφού ο πολιτικός φορέας του εργατικού κινήματος, δεν κατέθεσε πρόταση διεξόδου από την κρίση, αυτή ήρθε από αλλού, από το χώρο των μικροαστών. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απηχούσε τις μεσοβέζικες και ταλαντευόμενες θέσεις των μικροαστικών στρωμάτων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας.

Οι μικροαστοί, οι αποκαλούμενοι και «μεσαία τάξη», είχαν χτυπηθεί και ίδιοι από τις πολιτικές του 1ου μνημονίου, οι οποίες είχαν καθαρά φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό. Διαπίστωναν και οι ίδιοι ότι ο συνδυασμός άγρια φορολογία και βίαιη περικοπή κοινωνικών δαπανών που είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων, έπληττε και τους ίδιους, αφού οι πελάτες–εργαζόμενοι, λόγο οικονομικής αδυναμίας, σταμάτησαν να περνάνε το κατώφλι των καταστημάτων τους. Ο περιορισμός της ζήτησης, είχε δραματικές συνέπειες για τα μικρά και μεσαία εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες, καθώς έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Η καταστροφή κεφαλαίου που συνοδεύει τις οικονομικές κρίσεις και τα σκληρά προγράμματα λιτότητας, έπληξε πρώτα και κύρια τα μικρά αυτά εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες. Είχαν, επομένως, κάθε λόγο να στηρίξουν μια πολιτική πρόταση που επαγγέλλονταν ότι θα σταματήσει τις πολιτικές λιτότητας και ότι θα καταργήσει τα επαχθή μνημόνια.

Από την άλλη, ο ριζοσπαστισμός των μικροαστικών στρωμάτων έχει όρια. Και στη προκειμένη περίπτωση τα όρια αυτά ήταν η μη αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Γιατί, αν από τη μία πλευρά, τα μικροαστικά στρώματα αισθάνονται την καυτή ανάσα του μονοπωλιακού κεφαλαίου που απειλεί να τους καταπιεί, από την άλλη φοβούνται τις εξελίξεις που θα φέρουν στο προσκήνιο το εργατικό κίνημα. Το αίτημα του προλεταριάτου για μια κοινωνία χωρίς ταξική εκμετάλλευση, δεν τους βρίσκει σύμφωνους, γιατί, σε τελική ανάλυση και οι ίδιοι δεν είναι παρά μικροί καπιταλιστές οι οποίοι ζουν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Μόνο που στο μοίρασμα της υπεραξίας έχουν οικτρά παράπονα, γιατί το συντριπτικά μεγάλο μέρος της καταλήγει στα ταμεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ σε αυτούς αφήνουν ψίχουλα.

Και όμως η μεσοβέζικη και ταλαντευόμενη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, έμελλε να ταράξει τα νερά. Και αυτό φάνηκε καθαρά στη διπλή εκλογική αναμέτρηση το Μάη και τον Ιούνη του 2012, όπου σημειώθηκε πλήρης ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Ένα μικρό οπορτουνιστικό κόμμα, που μέχρι τότε κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εκτινάχθηκε από το 4% στο 17% και στο 27%. Ο παλαιός δικομματισμός υπέστη δεινή ήττα, κυριολεκτικά συνετρίβη, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μαζί, έχασαν περί τα 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ προσγειώθηκε ανώμαλα στο 16% το Μάη και στο 13% τον Ιούνη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια συνεχή υποχώρηση, η οποία το έφερε στην κατηγορία του «μικρού» κόμματος. Η ΝΔ το Μάη βυθίστηκε στο 19%, για να ανακάμψει τον Ιούνη στο 29%, όταν η ηγετική της ομάδα έριξε το πολωτικό σύνθημα της διασφάλισης της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, το οποίο ενεργοποίησε τα συντηρητικά ανακλαστικά των συντηρητικών στρωμάτων της κοινωνίας.

Ο ακροδεξιός εταίρος της κυβέρνησης Παπαδήμου, το ΛΑΟΣ έμεινε εκτός Βουλής, ενώ ένα νεοπαγές φιλοαστικό κόμμα, η ΔΗΜΑΡ, η οποία προήλθε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ –ως δεξιά τάση– μέσα στη γενικότερη σύγχυση και θολούρα είδε τα ποσοστά της να ξεπερνούν το 7% για να εξαφανιστεί στη συνέχεια από τον πολιτικό χάρτη, αφού ο λαός δεν της συγχώρεσε τη συμμετοχή στη τρικομματική κυβέρνηση που φτιάχτηκε μετά τις εκλογές του Ιούνη.

Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την συμπεριφορά των εργατικών στρωμάτων στη διπλή αυτή πολιτική αναμέτρηση. Σε πλήρη σύγχυση και με προφανή αμηχανία τα εργατικά στρώματα –αφού ο πολιτικός φορέας της εργατικής τάξης, επικαλούμενος τον κίνδυνο του οπορτουνισμού, εγκατέλειψε την πολιτική μάχη, πετώντας την μπάλα στην εξέδρα– παρασύρθηκαν από το μικροαστικό ρεύμα, το οποίο κατέκλισε τις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων της Ελλάδας όπου συγκεντρώνεται το εργατικό στοιχείο. Ο ΣΥΡΙΖΑ με υψηλά ποσοστά, αναδείχτηκε πρώτο κόμμα στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και με ακόμα υψηλότερα στις εργατογειτονιές της Β΄ Πειραιά.

Όσο για το ΚΚΕ; Αυτό πλήρωσε το τίμημα των –πώς αλλιώς να το πεις;– τυχοδιωκτικών του επιλογών και από το 8,4% το Μάη, βυθίστηκε στο ταπεινωτικό 4,5% τον Ιούνη. Μυαλό όμως δεν έβαλαν. Ακολουθώντας την ίδια τυχοδιωκτική πολιτική, στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη, και παρά το γεγονός ότι το πολιτικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό –αστικό πολιτικό σύστημα σε κρίση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μόλις ψηφίσει το 3ο μνημόνιο- σε σχέση με τις εκλογές του Γενάρη του 2015, απώλεσε περί τους 36.000 ψήφους εκ των οποίων οι 25.000 στα αστικά κέντρα, όπου οι συνέπειες της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για τα εργατικά–λαϊκά στρώματα.

Το συμπέρασμα είναι, ότι όταν γυρίζεις την πλάτη στην πολιτική, την γνήσια εργατική, επαναστατική πολιτική, αυτή εκδικείται, καθώς, με στοιχείο νομοτέλειας, σε οδηγεί στο περιθώριο των εξελίξεων.   

πηγη: ergatikosagwnas.gr

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015 00:00

«Ευρωλιγούρηδες» και «δραχμολάγνοι»

nomismata22-614x360.jpg

Ο διάλογος εντός της Αριστεράς, ακόμη και όταν διεξάγεται με τρόπο καλόπιστο και διάθεση αληθινά συντροφική -πράγμα έτσι κι αλλιώς ασυνήθιστο-, χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη τάση να διολισθαίνει σε εύκολες, ανέξοδες, όσο και αδιέξοδες δραματοποιήσεις. Τα πολιτικά επίδικα παύουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, προσλαμβάνοντας για τους εμπλεκόμενους χαρακτήρα σχεδόν «υπαρξιακό». Από το σημείο αυτό και μετά, στο επίκεντρο τίθεται η αγωνιώδης προσπάθεια για τη δικαίωση της ιστορικής διαδρομής και των ιδεολογικών προϋποθέσεων ενός εκάστου, εις βάρος της έμφασης που πρέπει να δίνεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Η συ­ζή­τη­ση για το νό­μι­σμα εντός της Αρι­στε­ράς -μια συ­ζή­τη­ση που επί μα­κρόν είχε κα­τα­στα­λεί και που είναι απο­λύ­τως απα­ραί­τη­το να γί­νει- κιν­δυ­νεύ­ει να πέσει θύμα αυτής ακρι­βώς της «υπαρ­ξια­κής» τρο­πής, προ­τού καν ξε­κι­νή­σει. Μια τέ­τοια εξέ­λι­ξη, εάν την αφή­σου­με να πα­γιω­θεί, θα αδι­κού­σε τόσο τη συ­ζή­τη­ση, όσο και εμάς τους ίδιους. Σε όποιο ρεύμα κι αν ανή­κου­με, η βα­σι­λι­κή οδός για τη δι­καί­ω­ση της ιδε­ο­λο­γι­κής μας σκευ­ής και της ιστο­ρι­κής μας πα­ρα­κα­τα­θή­κης δεν είναι άλλη από τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ανά­λυ­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης. Άλ­λω­στε, από την τριβή με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ανά­λυ­ση κα­νέ­να εν­νοιο­λο­γι­κό ερ­γα­λείο δε βγαί­νει αλώ­βη­το και κα­νέ­νας στρα­τη­γός δε βγαί­νει νι­κη­τής αν επι­μέ­νει να χρη­σι­μο­ποιεί απα­ράλ­λα­χτα τα όπλα και τις τα­κτι­κές του προη­γού­με­νου πο­λέ­μου.

Το θέμα του νο­μί­σμα­τος δε δια­χω­ρί­ζει τους «διε­θνι­στές» από τη μια μεριά και τους «πα­τριώ­τες» από την άλλη. Αν βλέ­που­με να ενερ­γο­ποιού­νται «υπαρ­ξια­κά» αντα­να­κλα­στι­κά στη συ­ζή­τη­ση αυτή, τις δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές θα πρέ­πει μάλ­λον αλλού να τις ανα­ζη­τή­σου­με. Την ίδια τη συ­ζή­τη­ση για το νό­μι­σμα, ως τέ­τοια, μπο­ρού­με πλέον να τη διε­ξά­γου­με αρ­κε­τά ψύ­χραι­μα, έχο­ντας ήδη κα­τα­κτή­σει ένα διευ­ρυ­μέ­νο πλαί­σιο κοι­νών τόπων και πα­ρα­δο­χών, μετά και την επτά­μη­νη εμπει­ρία της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης Τσί­πρα.

Πρώτα απ’ όλα, οι αντι­λή­ψεις ότι μέσα στο πλαί­σιο της Ευ­ρω­ζώ­νης είναι εφι­κτή η ανα­τρο­πή των πο­λι­τι­κών της λι­τό­τη­τας δεν ηχούν κα­θό­λου πει­στι­κές πλέον. Την ίδια στιγ­μή, αντι­λή­ψεις που ισχυ­ρί­ζο­νται ότι η έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη απο­τε­λεί όχι μόνο την ανα­γκαία, αλλά και την ικανή συν­θή­κη για την ανα­τρο­πή των πο­λι­τι­κών της λι­τό­τη­τας είναι από­ψεις που, χωρίς να απου­σιά­ζουν εντε­λώς, σπα­νί­ζουν εντός της Αρι­στε­ράς – και ακόμα σπα­νιό­τε­ρα δια­τυ­πώ­νο­νται ευ­θέ­ως.

Το Σχέ­διο Β για την Ευ­ρώ­πη

Μια τε­λευ­ταία, ανα­θε­ω­ρη­μέ­νη και επί το ασθε­νέ­στε­ρον ανα­δια­τυ­πω­μέ­νη εκ­δο­χή της πρώ­της αντί­λη­ψης (ότι δη­λα­δή η Ευ­ρω­ζώ­νη θα ήταν δυ­να­τόν να επα­να­σχε­δια­στεί ρι­ζι­κά εκ των έσω, μέσα από την αλ­λα­γή των πο­λι­τι­κών συ­σχε­τι­σμών σε ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο) μπο­ρεί κα­νείς να βρει στο κεί­με­νο που επι­γρά­φε­ται «Σχέ­διο Β για την Ευ­ρώ­πη» και φέρει τις υπο­γρα­φές των Γ. Βα­ρου­φά­κη, Ζ. Κων­στα­ντο­πού­λου, Ο. Λα­φο­ντέν, Ζ.-Λ. Με­λαν­σόν και Στ. Φα­σί­να. Μο­λο­νό­τι οι συ­ντά­κτες του κει­μέ­νου χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το σχέ­διό τους ως διε­θνι­στι­κό και ξορ­κί­ζουν το φάσμα της εθνι­κής ανα­δί­πλω­σης, προ­τεί­νο­ντας μια πα­νευ­ρω­παϊ­κή διά­σκε­ψη, είναι φα­νε­ρό ότι (α) δε δι­στά­ζουν να πε­ρι­γρά­ψουν και πι­θα­νές διε­ξό­δους που απαι­τούν τη χρήση νο­μι­σμα­τι­κών ερ­γα­λεί­ων και τε­χνι­κών, που βρί­σκο­νται εξ ορι­σμού στα χέρια του εθνι­κού κρά­τους, και (β) στρέ­φουν το βλέμ­μα στις εσω­τε­ρι­κές εξε­λί­ξεις συ­γκε­κρι­μέ­νων εθνι­κών κρα­τών, τα οποία θα μπο­ρού­σαν να παί­ξουν το ρόλο του «αδύ­να­μου κρί­κου» για το ξή­λω­μα της υπαρ­κτής Ευ­ρω­ζώ­νης.

Πρό­κει­ται λοι­πόν για μια πρω­το­βου­λία που σί­γου­ρα τεί­νει να υπερ­βεί τα μέχρι χτες εσκαμ­μέ­να του αρι­στε­ρού ευ­ρω­παϊ­σμού, μο­λο­νό­τι βε­βαί­ως δεν ξε­φεύ­γει ακόμα από τις επί­μο­νες αυ­τα­πά­τες του συ­γκε­κρι­μέ­νου ρεύ­μα­τος. Επι­πλέ­ον, αν κρί­νου­με από την έμ­φα­ση που δί­νε­ται στην ανα­μο­νή των εξε­λί­ξε­ων στη Γαλ­λία, το κεί­με­νο της πρω­το­βου­λί­ας μοιά­ζει να δυ­σπι­στεί για τις δυ­να­τό­τη­τες των μι­κρό­τε­ρων χωρών της Ευ­ρω­ζώ­νης να λει­τουρ­γή­σουν σαν «αδύ­να­μος κρί­κος». Πέρα από το ότι είναι δύ­σκο­λο να φα­ντα­στού­με ποιες θα μπο­ρού­σαν να είναι οι θε­τι­κές εξε­λί­ξεις στη Γαλ­λία (γιατί σί­γου­ρα η προ­σμο­νή δεν αφορά την πι­θα­νή νίκη του Εθνι­κού Με­τώ­που), μια τέ­τοια αντί­λη­ψη -έστω  κι αν δεν το συ­νει­δη­το­ποιεί- στην ουσία υπο­βι­βά­ζει την ευ­ρω­παϊ­κή πε­ρι­φέ­ρεια στο ρόλο της «αποι­κί­ας», που δε μπο­ρεί να πε­ρι­μέ­νει την απε­λευ­θέ­ρω­σή της παρά μόνο από τις εξε­λί­ξεις στο αποι­κια­κό κέ­ντρο. Πρό­κει­ται για μια αντί­λη­ψη που δια­τρέ­χει και τα πα­λιό­τε­ρα γρα­πτά του Γ. Βα­ρου­φά­κη, η οποία ωστό­σο έχει το προ­φα­νές μειο­νέ­κτη­μα να αφαι­ρεί κάθε νόημα από την πάλη στις χώρες της πε­ρι­φέ­ρειας, αφή­νο­ντας πα­ράλ­λη­λα ανε­ξή­γη­τη την προ­σω­πι­κή εμπλο­κή του ίδιου -προ­σω­ρι­νή έστω- στην πο­λι­τι­κή σκηνή μιας πε­ρι­φε­ρεια­κής χώρας.

Το Σχέ­διο Κ. Λα­πα­βί­τσα και Χ. Φλά­σμπεκ

Αφή­νο­ντας το στρα­τό­πε­δο των «ευ­ρω­κε­ντρι­κών», ας πε­ρά­σου­με στο στρα­τό­πε­δο των θε­ω­ρού­με­νων ως «εθνο­κε­ντρι­κών».  Τον ίδιο πε­ρί­που καιρό με  το «Σχέ­διο Β για την Ευ­ρώ­πη», δό­θη­κε στη δη­μο­σιό­τη­τα το από μα­κρόν ανα­με­νό­με­νο «Σχέ­διο Κοι­νω­νι­κής Αλ­λα­γής και Εθνι­κής Ανα­συ­γκρό­τη­σης για την Ελ­λά­δα» των Κ. Λα­πα­βί­τσα και Χ. Φλά­σμπεκ. Πρό­κει­ται για την εκλαϊ­κευ­μέ­νη πα­ρου­σί­α­ση ενός «οδι­κού χάρτη» για τη με­τά­βα­ση σε εθνι­κό νό­μι­σμα, υπό την απα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση -ας μην το υπο­βαθ­μί­ζου­με- της παύ­σης εξυ­πη­ρέ­τη­σης του χρέ­ους. Πα­ρό­τι εξε­τά­ζε­ται επί τρο­χά­δην το εν­δε­χό­με­νο μιας συ­ναι­νε­τι­κής εξό­δου από την Ευ­ρω­ζώ­νη, το οποίο σωστά πε­ρι­γρά­φε­ται ως απί­θα­νο, οι συγ­γρα­φείς δι­καιο­λο­γη­μέ­να επι­κε­ντρώ­νουν το εν­δια­φέ­ρον τους στο σε­νά­ριο μιας συ­γκρου­σια­κής εξό­δου.

Είναι προ­φα­νές ότι, προς με­γά­λη απο­γο­ή­τευ­ση του φι­λο­θε­ά­μο­νος κοι­νού, Κ. Λα­πα­βί­τσας και Χ. Φλά­σμπεκ αντι­με­τω­πί­ζουν το εθνι­κό νό­μι­σμα ως μέσο και όχι ως αυ­το­σκο­πό. Ως μέσο για ποιο ακρι­βώς πράγ­μα όμως; Για την ανα­πτυ­ξια­κή πο­ρεία της ελ­λη­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας («Εθνι­κή Ανα­συ­γκρό­τη­ση»), ή για την αύ­ξη­ση του με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας στον πα­ρα­γό­με­νο κοι­νω­νι­κό πλού­το («Κοι­νω­νι­κή Αλ­λα­γή»); Η απά­ντη­ση δεν είναι πά­ντο­τε σαφής. Φυ­σι­κά, το ένα δεν απο­κλεί­ει κατ’ ανά­γκην το άλλο. Ο κα­λό­πι­στος ανα­γνώ­στης ωστό­σο απο­κο­μί­ζει την εντύ­πω­ση ότι οι συγ­γρα­φείς, έστω κι αν δε χά­νουν από το οπτι­κό τους πεδίο τη στό­χευ­ση της «Κοι­νω­νι­κής Αλ­λα­γής», στο επί­κε­ντρο βά­ζουν τη στό­χευ­ση της «Εθνι­κής Ανα­συ­γκρό­τη­σης», στην οποία φαί­νε­ται να απο­δί­δουν τη λο­γι­κή, αν όχι και τη χρο­νο­λο­γι­κή, προ­τε­ραιό­τη­τα.

Ο κίν­δυ­νος εδώ είναι σαφής: Αν ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την αύ­ξη­ση του με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας στον κοι­νω­νι­κά πα­ρα­γό­με­νο πλού­το θέ­του­με -έστω και υπόρ­ρη­τα- την «αύ­ξη­ση της πίτας», διο­λι­σθαί­νου­με ασυ­ναί­σθη­τα στο έδα­φος της κυ­ρί­αρ­χης ιδε­ο­λο­γί­ας και μπαί­νου­με στον πει­ρα­σμό ν’ απο­δε­χτού­με «το 70% των Μνη­μο­νί­ων» ως απα­ραί­τη­το για την πε­ρι­βό­η­τη «ανά­κτη­ση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας», ενώ πα­ράλ­λη­λα βρι­σκό­μα­στε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να εξη­γή­σου­με πώς ακρι­βώς θα επι­τύ­χου­με το θαύμα μιας εθνι­κής οι­κο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης μέσα σε συν­θή­κες πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μι­κής ύφε­σης, η οποία δε δεί­χνει να είναι πα­ρο­δι­κή.

Αν, από την άλλη μεριά, θέ­σου­με την ανα­κα­τα­νο­μή του κοι­νω­νι­κού πλού­του προς όφε­λος της ερ­γα­σί­ας και εις βάρος του κε­φα­λαί­ου ως αυ­το­σκο­πό -αλλά και ως λο­γι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση για την «αύ­ξη­ση της πίτας», στο βαθμό που κάτι τέ­τοιο μας εν­δια­φέ­ρει-, τότε η έξο­δος από την Ευ­ρω­ζώ­νη δε θα είναι συ­γκρου­σια­κή μόνο απέ­να­ντι στο ευ­ρω­σύ­στη­μα, αλλά κυ­ρί­ως απέ­να­ντι στην ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη και στο αστι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του ελ­λη­νι­κού εθνι­κού κρά­τους. Και, ας μη γε­λιό­μα­στε: Όποιος το πάρει από­φα­ση να συ­γκρου­στεί με την αστι­κή τάξη και το συ­νο­λι­κό αστι­κό μπλοκ εξου­σί­ας στη χώρα του, δε θα το κάνει ούτε για το νό­μι­σμα ούτε για την «ανά­πτυ­ξη».

Και κάτι τε­λευ­ταίο: Σε αντί­θε­ση με την κα­ρι­κα­τού­ρα του συρ­μού, διε­θνι­σμός δεν είναι η πα­ρα­γνώ­ρι­ση του εθνι­κού πλαι­σί­ου, ως του βα­σι­κού και κα­τε­ξο­χήν πε­δί­ου της τα­ξι­κής πάλης. Το πρώτο και πλέον θε­με­λιώ­δες διε­θνι­στι­κό κα­θή­κον είναι η πάλη απέ­να­ντι στη «δική μας» αστι­κή τάξη. Όλα τα άλλα έπο­νται.

πηγη: rproject.gr

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015 00:00

Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;

Ηλίας Ιωακείμογλου*

Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.

1. Η κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού και της αστι­κής ηγε­μο­νί­ας συ­νε­χί­ζε­ται

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώ­τη­μα, θα ήθελα να θυ­μί­σω από πού ξε­κι­νή­σα­με. Η συ­γκυ­ρία που απε­τέ­λε­σε την αφε­τη­ρία της ανό­δου της Αρι­στε­ράς στην Ελ­λά­δα πε­ριε­λάμ­βα­νε πολλά στοι­χεία, αλλά το κυ­ριό­τε­ρο ήταν ότι σε ολό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη, σε όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού, το σύ­στη­μα βρί­σκε­ται σε κρίση πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας. Πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία δεν ση­μαί­νει ότι κυ­βερ­νά­ει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία ση­μαί­νει ότι κυ­βερ­νά­ει αυτός ο οποί­ος πα­ρου­σιά­ζει ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο το οποίο εξυ­πη­ρε­τεί μεν το ιδιο­τε­λές συμ­φέ­ρον μιας κοι­νω­νι­κής τάξης, αλλά ταυ­τό­χρο­να έχει τη δυ­να­τό­τη­τα να πα­ρου­σιά­ζει το σχέ­διο αυτό ως σχέ­διο που εξυ­πη­ρε­τεί το γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Η πο­λι­τι­κή δύ­να­μη της αστι­κής τάξης βα­σί­ζε­ται γε­νι­κά σε αυτήν την ικα­νό­τη­τα, να εμ­φα­νί­ζει ως γε­νι­κό συμ­φέ­ρον το δικό της, τα­ξι­κό, ιδιο­τε­λές συμ­φέ­ρον. Εδώ και αρ­κε­τά χρό­νια όμως, μετά την έναρ­ξη της κρί­σης, αυτή είναι μια συν­θή­κη που η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρεί πια να δια­σφα­λί­σει.

Πιο ανα­λυ­τι­κά, η κρίση πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας εξη­γεί­ται ως εξής: η αστι­κή τάξη έχει συσ­σω­ρεύ­σει υπερ­βο­λι­κά πολύ κε­φά­λαιο σε σχέση με τον προ­ϊ­όν που πραγ­μα­το­ποιεί­ται με αυτό το κε­φά­λαιο. Έχει δη­λα­δή θε­με­λιώ­σει μια υπερ­βο­λι­κά με­γά­λη απαί­τη­ση επί του προ­ϊ­ό­ντος, τόσο με­γά­λη, ώστε είναι αμ­φί­βο­λη η δυ­να­τό­τη­τα να ικα­νο­ποι­η­θεί. Αυτή η κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου θα μπο­ρού­σε να λυθεί με δύο τρό­πους: ο πρώ­τος θα ήταν να απα­ξιω­θεί μια με­γά­λη με­ρί­δα του κε­φα­λαί­ου, και ο δεύ­τε­ρος θα ήταν να αυ­ξη­θεί θε­α­μα­τι­κά το πραγ­μα­τι­κό προ­ϊ­όν. Το πραγ­μα­τι­κό προ­ϊ­όν, όμως, αυ­ξά­νε­ται πλέον μόνον ορια­κά και οι κε­φα­λαιο­κρα­τι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης και των άλλων ανα­πτυγ­μέ­νων χωρών αρ­νού­νται πει­σμα­τι­κά να απα­ξιώ­σουν την υπέ­ρο­γκη απαί­τη­σή τους επί του προ­ϊ­ό­ντος. Η προ­σπά­θεια της τάξης και της εξου­σί­ας των κε­φα­λαιο­κρα­τών να λύ­σουν την κρίση συ­νί­στα­ται βα­σι­κά στην ανα­δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος, δη­λα­δή ασκούν μια πο­λι­τι­κή που απο­σκο­πεί να δε­σμεύ­ει όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρούν το δικό μας ει­σό­δη­μα, τη δική μας ερ­γα­σία, την πα­ρού­σα και τη μελ­λο­ντι­κή, μέσω της λι­τό­τη­τας, της απαί­τη­σης να πλη­ρω­θεί στο ακέ­ραιο το σύ­νο­λο των δα­νεί­ων που χο­ρή­γη­σαν οι τρά­πε­ζες στις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, της φο­ρο­λο­γί­ας κ.λπ., αλλά και την πα­ρελ­θού­σα ερ­γα­σία μας, με την ιδιο­ποί­η­ση των πε­ριου­σια­κών μας στοι­χεί­ων. Αυτή όμως η με­γά­λη ανα­δια­νο­μή σε βάρος της ερ­γα­σί­ας οδη­γεί σε μεί­ω­ση της ζή­τη­σης και συ­να­κό­λου­θα του προ­ϊ­ό­ντος, ενώ ταυ­το­χρό­νως διο­γκώ­νει ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο το υπερ­συσ­σω­ρευ­μέ­νο κε­φά­λαιο, και η κρίση συ­νε­χί­ζε­ται.

Έχου­με λοι­πόν μια δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης που απαλ­λο­τριώ­νει το πα­ρελ­θόν, το παρόν και το μέλ­λον μας. Και είναι αδύ­να­το η εξου­σία, δη­λα­δή οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης, να εμ­φα­νί­σουν στις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης αυτήν την πο­λι­τι­κή ως πο­λι­τι­κή που προ­ά­γει το γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία ανα­πτύσ­σε­ται η διά­βρω­ση της πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας στην Ευ­ρώ­πη και ιδιαί­τε­ρα στην Ευ­ρω­ζώ­νη, όπου η δια­χεί­ρι­ση της ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος και της απαλ­λο­τρί­ω­σης είναι πιο σκλη­ρή.

Επο­μέ­νως, η βα­σι­κή συν­θή­κη που έφερε τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ τόσο ψηλά τον Ια­νουά­ριο του 2015, δη­λα­δή ότι σε συν­θή­κες κρί­σης η αστι­κή τάξη στην Ελ­λά­δα (και στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη) ασκεί πο­λι­τι­κή ανα­δια­νο­μής και απαλ­λο­τρί­ω­σης την οποία δεν μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σει ως γε­νι­κό συμ­φέ­ρον, ισχύ­ει και σή­με­ρα, και κατά τα φαι­νό­με­να θα ισχύ­ει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δε­κα­ε­τία του 1930 και στη δε­κα­ε­τία του 1970, που υπήρ­χαν και πάλι διαρ­θρω­τι­κές κρί­σεις του κα­πι­τα­λι­σμού, πολύ γρή­γο­ρα εμ­φα­νί­στη­καν οι εναλ­λα­κτι­κές λύ­σεις. Μετά το 1975 εμ­φα­νί­στη­κε η εναλ­λα­κτι­κή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, και με την επι­κρά­τη­ση της Θά­τσερ και του Ρέι­γκαν, υπο­χω­ρεί η επί­θε­ση των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων και εγκα­θί­στα­ται ένα νέο κα­θε­στώς συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου. Αλλά και στην πε­ρί­πτω­ση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930, με τον Πό­λε­μο, τον κεϊν­σια­νι­σμό και τη Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, ο κα­πι­τα­λι­σμός πέ­ρα­σε από ένα κα­θε­στώς συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου σε ένα άλλο, λύ­νο­ντας έτσι και την ηγε­μο­νι­κή του κρίση. Σή­με­ρα δεν υπάρ­χει καμία τέ­τοια εναλ­λα­κτι­κή λύση στον ορί­ζο­ντα του κα­πι­τα­λι­σμού, και επι­πλέ­ον, δεν υπάρ­χει και καμία διά­θε­ση από την πλευ­ρά των κυ­ρί­αρ­χων αστι­κών τά­ξε­ων να ασκή­σουν μια πο­λι­τι­κή απα­ξί­ω­σης του υπερ­συσ­σω­ρευ­μέ­νου κε­φα­λαί­ου: η απαί­τη­ση που έχει σή­με­ρα το κε­φά­λαιο πα­γκο­σμί­ως πάνω στην πα­ρα­γω­γή, πάνω δη­λα­δή στη δική μας ερ­γα­σία, είναι με­γα­λύ­τε­ρη από ό,τι το 2008 ή το 2010.

2. Η κα­τά­στα­ση των αντι­μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων

Σ' ένα τέ­τοιο πλαί­σιο αντι­κει­με­νι­κών συν­θη­κών, αυτό που μπο­ρού­σε να μας κι­νη­το­ποι­ή­σει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω με­τα­ξύ επήλ­θε αυτή η τρο­μα­κτι­κή ήττα που άλ­λα­ξε τις υπο­κει­με­νι­κές συν­θή­κες, τις δια­θε­σι­μό­τη­τες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπό­λοι­πος κό­σμος αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την ικα­νό­τη­τά μας να ανα­τρέ­ψου­με τη μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή.

Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ψή­φι­σε τον με­ταλ­λαγ­μέ­νο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ επει­δή υπο­τά­χθη­κε στην ιδέα ότι τα μνη­μό­νια είναι αήτ­τη­τα ή επει­δή ο Αλέ­ξης Τσί­πρας έδωσε στις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις ένα βαθύ αί­σθη­μα αξιο­πρέ­πειας. Στο δη­μο­ψή­φι­σμα του Ιου­λί­ου εί­δα­με να δια­μορ­φώ­νε­ται ένα μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων του ΟΧΙ, απο­τε­λού­με­νο από υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, και να αντι­πα­ρα­τί­θε­ται συ­γκρο­τη­μέ­νο στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ που έχει την εξου­σία και που εμ­φα­νί­στη­κε με τη μορφή του «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη». Η συ­γκρό­τη­ση του μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τε­λι­κό απο­τέ­λε­σμα μιας ολό­κλη­ρης πο­ρεί­ας που ξε­κί­νη­σε το 2010 και χρειά­στη­κε πέντε χρό­νια για να απο­δώ­σει τα απο­τε­λέ­σμα­τά της. Οι ρυθ­μοί, λοι­πόν, με τους οποί­ους αλ­λά­ζουν τα πράγ­μα­τα στην κοι­νω­νία είναι βρα­δείς. Ένα μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων σχη­μα­τί­ζε­ται στην αρ­γό­συρ­τη διάρ­κεια και δεν δια­λύ­ε­ται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερ­μη­νεί­ες που προ­α­νέ­φε­ρα (υπο­τα­γή στο μνη­μό­νιο, αλ­λα­γή της συ­νεί­δη­σης των μαζών, ψήφος αξιο­πρέ­πειας κ.λπ.) είναι χον­δροει­δείς και υπο­τι­μη­τι­κές για τη νοη­μο­σύ­νη των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, διότι θα έπρε­πε αυτές να είχαν παι­δι­κή νοη­μο­σύ­νη για να αλ­λά­ξουν αντί­λη­ψη και διά­θε­ση μέσα σε μία μέρα σχε­τι­κά με τη φύση της και το ανα­πό­φευ­κτο της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής ή για να ακο­λου­θή­σουν σαν πρό­βα­τα τον αρ­χη­γό - πα­τέ­ρα - προ­στά­τη.

Το μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων του ΟΧΙ δεν έχει λοι­πόν δια­λυ­θεί, απλώς στε­ρεί­ται σή­με­ρα πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης, με δε­δο­μέ­νη και την εκλο­γι­κή απο­τυ­χία της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας.

Πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με στις υπο­κει­με­νι­κές συν­θή­κες ότι ένας από τους λό­γους για τους οποί­ους η Ελ­λά­δα εμ­φα­νί­στη­κε ως ο αδύ­να­μος κρί­κος της Ευ­ρω­ζώ­νης είναι και το γε­γο­νός ότι το επί­πε­δο της Αρι­στε­ράς σε εμάς, ιδιαί­τε­ρα δε της ορ­γα­νω­μέ­νης Αρι­στε­ράς, ήταν ση­μα­ντι­κά υψη­λό­τε­ρα από ό,τι σε άλλες ευ­ρω­παϊ­κές χώρες. Όταν ξε­κί­νη­σε η κρίση, το 2008, ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης είχε ήδη σα­ρώ­σει την πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση των προη­γού­με­νων δε­κα­ε­τιών, είχε οδη­γή­σει στη συ­γκρό­τη­ση ενός νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου πλή­θους με­μο­νω­μέ­νων ατό­μων που επι­διώ­κουν το κα­θέ­να το ιδιω­τι­κό του συμ­φέ­ρον. Αυτό έγινε επει­δή ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός εγκα­τα­στά­θη­κε νω­ρί­τε­ρα στις άλλες χώρες της Ευ­ρώ­πης, από τα πρώτα χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 ενώ σε εμάς το αί­σθη­μα της απο­ξέ­νω­σης από την πο­λι­τι­κή σε μα­ζι­κό επί­πε­δο χρο­νο­λο­γεί­ται πολύ αρ­γό­τε­ρα, από τη ση­μι­τι­κή πε­ρί­ο­δο. Δια­τη­ρή­θη­κε έτσι στην Ελ­λά­δα ένα πολύ πιο αξιό­μα­χο στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό της Αρι­στε­ράς. Εκτι­μώ ότι αυτό δεν έχει συ­ντρι­βεί εξαι­τί­ας της με­τάλ­λα­ξης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, αλλά ότι επι­πλέ­ον, σή­με­ρα, μετά από πέντε χρό­νια αντι­μνη­μο­νια­κών αγώ­νων, το δυ­να­μι­κό αυτό είναι ακόμη πιο αξιό­μα­χο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη πε­ρί­ο­δος της κρί­σης τε­λεί­ω­σε, αρ­χί­ζου­με το ίδιο παι­χνί­δι από την αρχή, αλλά δεν εί­μα­στε οι ίδιοι. Έχου­με συσ­σω­ρεύ­σει πολ­λές ικα­νό­τη­τες, γνώ­σεις και δε­ξιό­τη­τες. Δεν ανα­φέ­ρο­μαι μόνο σε όσους ασχο­λή­θη­καν με την πο­λι­τι­κή και κομ­μα­τι­κή ζωή στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, αλλά και στις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις και τους ανέρ­γους, που χωρίς να είναι ορ­γα­νω­μέ­νοι, επί­σης συσ­σώ­ρευ­σαν γνώ­σεις και ικα­νό­τη­τες μέσα από τις δυ­σκο­λί­ες που αντι­με­τώ­πι­σαν και τους αγώ­νες που έδω­σαν ενα­ντί­ον των δύο πρώ­των μνη­μο­νί­ων στο διά­στη­μα 2010-2015.
Υπάρ­χουν επο­μέ­νως οι αντι­κει­με­νι­κές συν­θή­κες, υπάρ­χει ένα εν δυ­νά­μει μπλοκ κοι­νω­νι­κής εξου­σί­ας το οποίο εκ­φρά­στη­κε στο δη­μο­ψή­φι­σμα και υπάρ­χει και ένα έμπει­ρο και αξιό­μα­χο δυ­να­μι­κό της Αρι­στε­ράς. Υπάρ­χουν λοι­πόν οι όροι για να συ­νε­χί­σου­με, παρ’ όλη την ήττα που δε­χθή­κα­με από τη με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

3. Οι αυ­τα­πά­τες με τις οποί­ες χρειά­ζε­ται να λο­γα­ρια­στού­με

Αν οι λόγοι για να συ­νε­χί­σου­με είναι ισχυ­ροί, τότε θα πρέ­πει να ανα­ρω­τη­θού­με με ποιον τρόπο να συ­νε­χί­σου­με. Επει­δή έπει­τα από αυτά που συ­νέ­βη­σαν εί­μα­στε στο επί­πε­δο μηδέν, ας εκ­με­ταλ­λευ­τού­με του­λά­χι­στον τα καλά της πε­ρί­στα­σης. Είναι μια ευ­και­ρία να λο­γα­ρια­στού­με με τις αυ­τα­πά­τες μας, τις οποί­ες νο­μί­ζω ότι θα μπο­ρού­σα­με να ομα­δο­ποι­ή­σου­με σε τρεις ενό­τη­τες.

Υπάρ­χουν κα­ταρ­χάς οι αυ­τα­πά­τες που μας έρ­χο­νται απευ­θεί­ας από το πο­λι­τι­κό και το ιδε­ο­λο­γι­κό φορ­τίο του πα­λιού Συ­να­σπι­σμού, και αν πη­γαί­να­με πιο πριν, από τον Λε­ω­νί­δα Κύρκο και τους συ­ντρό­φους του: Όπως στον Συ­να­σπι­σμό, έτσι και στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ιδίως σε επί­πε­δο ηγε­σί­ας, ο τα­ξι­κός αντί­πα­λος δεν προσ­διο­ρι­ζό­ταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μι­λού­σε κα­νείς για την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της, για το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας, διότι περί αυτών πρό­κει­ται. Υπήρ­χαν όμως ψευ­δώ­νυ­μα: το με­γά­λο κε­φά­λαιο, η ολι­γαρ­χία, ο κό­σμος του πλού­του κ.ο.κ. Αυτό δια­τή­ρη­σε ένα πέπλο μυ­στη­ρί­ου γύρω από αυτή την ύπαρ­ξη που μας εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, μας κα­τα­πιέ­ζει και μας κυ­βερ­νά­ει, γι' αυτό και με­τα­ξύ μας υπάρ­χουν ζη­τή­μα­τα ή από­ψεις που ποτέ δεν έχουν συ­ζη­τη­θεί. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χάρη, για κά­ποιους το μπλοκ εξου­σί­ας είναι μια δράκα ολι­γαρ­χών που κρα­τά­ει τον πλού­το και όλοι οι υπό­λοι­ποι ανή­κου­με στο λαό. Για άλ­λους πάλι είναι κάτι ευ­ρύ­τε­ρο, αλλά θα πρέ­πει να εξαι­ρέ­σου­με τις μι­κρές επι­χει­ρή­σεις, το μικρό κε­φά­λαιο, το οποίο είναι (αντι­κει­με­νι­κά) σύμ­μα­χος των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Αν ρω­τή­σε­τε πάλι άλ­λους, θα σας έλε­γαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμ­μα­χοί μας. Αυτή η ποι­κι­λία από­ψε­ων για ένα τόσο κρί­σι­μο θέμα, να προσ­διο­ρί­σεις το τα­ξι­κό τοπίο και τον κύριο αντί­πα­λό σου, έχει να κάνει με το γε­γο­νός ότι ποτέ, ούτε ο Συ­να­σπι­σμός ούτε ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, δεν ανέ­λυαν την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με όρους κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Ήταν και αυτή η ασά­φεια μια προ­ϋ­πό­θε­ση για την αλ­λα­γή τα­ξι­κού στρα­το­πέ­δου που πραγ­μα­το­ποί­η­σαν ο Αλέ­ξης Τσί­πρας και η παρέα του στις 13 Ιου­λί­ου 2015. Με αυτά, εμείς πρέ­πει να λο­γα­ρια­στού­με.

Πρέ­πει επί­σης να λο­γα­ρια­στού­με με τον αρι­στε­ρό ευ­ρω­παϊ­σμό, που μας ήρθε και αυτός κα­τευ­θεί­αν από τον παλιό Συ­να­σπι­σμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επι­κρα­τού­σε στο Συ­να­σπι­σμό, με­τα­φέρ­θη­κε στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και δο­κι­μά­στη­κε στη δια­πραγ­μά­τευ­ση, ότι η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση και η Ευ­ρω­ζώ­νη είναι ένα με­γά­λο βήμα της αν­θρω­πό­τη­τας προς τα μπρος, που αφή­νει πίσω μας το φα­σι­σμό, το ρα­τσι­σμό, την πα­ρα­βί­α­ση των πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών δι­καιω­μά­των κ.λπ. Θα πρέ­πει να σκε­φτού­με τη φύση της Ευ­ρω­ζώ­νης και τη δική μας στάση απέ­να­ντί της με όρους κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Θα πρέ­πει δη­λα­δή να σκε­φτού­με ποιων τά­ξε­ων τα συμ­φέ­ρο­ντα εκ­προ­σω­πεί η Ευ­ρω­ζώ­νη, που είναι το εύ­κο­λο, και κυ­ρί­ως με ποιον τρόπο τα εκ­προ­σω­πεί: το σχέ­διο που προ­τεί­νει, τι τα­ξι­κό πε­ριε­χό­με­νο έχει, πώς ανα­πτύσ­σε­ται στις λε­πτο­μέ­ρειές του. Πρό­κει­ται γι’ αυτό που δεν έκα­ναν ποτέ ούτε ο Γιά­νης Βα­ρου­φά­κης ούτε ο Αλέ­ξης Τσί­πρας ούτε και οι υπό­λοι­ποι που συμ­με­τεί­χαν στη δια­πραγ­μά­τευ­ση.

Μια δεύ­τε­ρη ομάδα αυ­τα­πα­τών μάς έρ­χε­ται από τη διε­θνή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, και στη θε­ω­ρία, από τον κεϊν­σια­νι­σμό. Ένα πα­ρά­δειγ­μα: όταν μι­λά­ει για την ανερ­γία, η δική μας Αρι­στε­ρά εί­θι­σται να κα­τα­φεύ­γει στην πα­ρα­δο­σια­κή πια πρό­τα­ση να αυ­ξη­θούν οι επεν­δύ­σεις, που πα­ρου­σιά­ζο­νται πε­ρί­που σαν το μα­γι­κό ραβδί. Αυτή η πρό­τα­ση λέει στη ουσία ότι πρέ­πει να επι­τα­χύ­νου­με τη συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου, ώστε με πε­ρισ­σό­τε­ρο κε­φά­λαιο να ερ­γά­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα άτομα. Είναι όμως μια λαν­θα­σμέ­νη ιδέα, που μας έρ­χε­ται από τον Κέινς. Μπο­ρεί να απο­δί­δει με­σο­πρό­θε­σμα, σε βάθος δη­λα­δή πε­ντα­ε­τί­ας, μα­κρο­πρό­θε­σμα όμως δεν λύνει το πρό­βλη­μα διότι ο κα­πι­τα­λι­σμός πάντα συσ­σω­ρεύ­ει κε­φά­λαιο, άλ­λο­τε πιο γρή­γο­ρα και άλ­λο­τε πιο αργά, και με τόσο πολύ κε­φά­λαιο που έχει συσ­σω­ρεύ­σει στη διάρ­κεια των δια­κο­σί­ων τε­λευ­ταί­ων ετών, θα έπρε­πε να ερ­γά­ζο­νται όσοι ανα­ζη­τούν ερ­γα­σία. Σή­με­ρα που η συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου έχει φτά­σει σε υψη­λό­τε­ρο επί­πε­δο από ποτέ, έχου­με και τα υψη­λό­τε­ρα πο­σο­στά ανερ­γί­ας από τον Β' Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Αυτό που συμ­βαί­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, όπως μας λέει η μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρη­τι­κή πα­ρά­δο­ση (που είχε υπο­κα­τα­στα­θεί μέσα στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ από την θε­ω­ρία του ιστο­ρι­κού συμ­βι­βα­σμού), είναι ότι η ανερ­γία υπάρ­χει επει­δή οι ιδιο­κτή­τες των μέσων πα­ρα­γω­γής έχουν πολύ υψηλή απαί­τη­ση κερ­δο­φο­ρί­ας, πολύ με­γά­λες απαι­τή­σεις επί του προ­ϊ­ό­ντος. Σή­με­ρα η επι­διω­κό­με­νη κερ­δο­φο­ρία είναι σε ιστο­ρι­κά υψηλά επί­πε­δα, πράγ­μα που ο επι­χει­ρη­μα­τί­ας, τα στε­λέ­χη που τον υπη­ρε­τούν και οι αστι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις το θε­ω­ρούν φυ­σι­κό και δί­καιο: γι' αυ­τούς είναι μια κα­νο­νι­κό­τη­τα ακρι­βώς όπως η δική μας κα­νο­νι­κό­τη­τα είναι ότι δεν μπο­ρείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντί­λη­ψη είναι αντι­κα­νο­νι­κό μια επι­χεί­ρη­ση να κερ­δί­ζει λι­γό­τε­ρο απ' όσο κέρ­δι­ζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαί­τε­ρα υψη­λές απο­δό­σεις ο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κός το­μέ­ας) και για αυτόν τον λόγο δεν δέ­χο­νται να απα­σχο­λή­σουν τους άνερ­γους παρά μόνο αν αυτοί πε­ριο­ρί­σουν την απαί­τη­σή τους πάνω στο προ­ϊ­όν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα πε­ρισ­σεύ­ει να ικα­νο­ποιεί τις απαι­τή­σεις του κε­φα­λαί­ου. Το κε­φά­λαιο δεν δέ­χε­ται να απα­σχο­λή­σει επι­πλέ­ον ερ­γα­ζό­με­νους με τους όρους και τους μι­σθούς που ισχύ­ουν σή­με­ρα: θέλει αυτοί να επι­δει­νω­θούν ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πρέ­πει να λο­γα­ρια­στού­με, λοι­πόν, και με αυτές τις αυ­τα­πά­τες που μας έρ­χο­νται από τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία και τον κεϊν­σια­νι­σμό.

Ένα ακόμη πα­ρά­δειγ­μα: Μια ακόμα ιδέα που έρ­χε­ται από τον κεϊν­σια­νι­σμό, αφορά την κρίση, η οποία εμ­φα­νί­ζε­ται σαν φαι­νό­με­νο που μπο­ρεί να διαρ­κεί για όσο καιρό υπάρ­χει ένα έλ­λειμ­μα ζή­τη­σης. Ωστό­σο, το έλ­λειμ­μα ζή­τη­σης είναι ένας πα­ρά­γο­ντας συ­ντή­ρη­σης της κρί­σης ο οποί­ος έχει με­γά­λη ισχύ μέ­χρις ενός χρο­νι­κού ση­μεί­ου, δρα δη­λα­δή στη με­σο­πρό­θε­σμη διάρ­κεια. Στη μα­κρο­χρό­νια διάρ­κεια, αυτό που γί­νε­ται κα­θο­ρι­στι­κό είναι η εκ­κα­θά­ρι­ση των ασθε­νέ­στε­ρων κε­φα­λαί­ων μέσω μιας δια­δι­κα­σί­ας κοι­νω­νι­κού δαρ­βι­νι­σμού κατά την οποία οι ισχυ­ρό­τε­ροι κε­φα­λαιο­κρά­τες κα­νι­βα­λί­ζουν τους ασθε­νέ­στε­ρους. Αυτό ισχύ­ει και για την Ελ­λά­δα: όσες επι­χει­ρή­σεις επέ­ζη­σαν, έχουν κα­νι­βα­λί­σει τους αντα­γω­νι­στές τους, και η πε­λα­τεία των επι­χει­ρή­σε­ων που εξα­φα­νί­στη­καν, με­τα­φέρ­θη­κε στις επι­χει­ρή­σεις που επέ­ζη­σαν. Έτσι, αντι­με­τω­πί­ζε­ται στα­δια­κά το έλ­λειμ­μα ζή­τη­σης, η κερ­δο­φο­ρία μπο­ρεί να ανε­βαί­νει, και έτσι μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει ένας νέος κύ­κλος ανά­πτυ­ξης μετά από μια κρίση. Στη ση­με­ρι­νή κρίση, όλες οι εκτι­μή­σεις είναι ότι στην Ελ­λά­δα θα υπάρ­ξει κατά τα επό­με­να έτη μια αναι­μι­κή ανά­καμ­ψη της τάξης του 2%, όταν πε­ρά­σουν και οι δυ­σμε­νείς επι­πτώ­σεις του μνη­μο­νί­ου Τσί­πρα-Τσα­κα­λώ­του. Θα υπάρ­χει δη­λα­δή ένας ρυθ­μός ανά­πτυ­ξης που οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι θε­ω­ρούν στα­σι­μό­τη­τα (με εξαί­ρε­ση τα δύο-τρία πρώτα χρό­νια για τα οποία προ­βλέ­πε­ται υψη­λό­τε­ρος ρυθ­μός ανά­πτυ­ξης επει­δή η οι­κο­νο­μία θα ξε­κι­νή­σει από πολύ χα­μη­λό επί­πε­δο). Με το ρυθμό αυτό, η ανερ­γία δεν θα μπο­ρεί να μειω­θεί: ίσως αυτό συμ­βεί τα πρώτα χρό­νια, για να ισορ­ρο­πή­σει ωστό­σο στη συ­νέ­χεια σε ένα πολύ υψηλό ση­μείο. Αυτό ση­μαί­νει ότι οι μι­σθοί θα πα­ρα­μεί­νουν χα­μη­λοί, γιατί θα πιέ­ζο­νται από την ανερ­γία, σε αντί­θε­ση με τα κέρδη, που θα πα­ρα­μεί­νουν ψηλά. Αυτά συ­γκρο­τούν ένα νέο «μο­ντέ­λο ανά­πτυ­ξης», ένα και­νού­ριο κα­θε­στώς συσ­σώ­ρευ­σης: ανά­πτυ­ξη με ανερ­γία και πολύ κακές συν­θή­κες για τις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις. Ότι ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός θα φύγει κά­ποια στιγ­μή από την ύφεση πρέ­πει να μας είναι γνω­στό, και θα χρεια­στεί να απαλ­λα­γού­με από τη νο­ο­τρο­πία που επι­κρά­τη­σε στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ότι αφού ο κα­πι­τα­λι­σμός είναι σε κρίση, τώρα μπο­ρού­με να κά­νου­με πο­λι­τι­κή και να ενι­σχύ­σου­με τις δυ­νά­μεις μας, ενώ εάν αρ­χί­σει η ανά­καμ­ψη της πα­ρα­γω­γής θα απο­δυ­να­μω­θούν οι πο­λι­τι­κές, ιδε­ο­λο­γι­κές και θε­ω­ρη­τι­κές μας βά­σεις. Το κρι­τή­ριο για εμάς δεν μπο­ρεί να είναι το δί­πο­λο κρίση/ανά­πτυ­ξη, αλλά η θέση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων στη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος, στην πα­ρα­γω­γή και στις σχέ­σεις πο­λι­τι­κής ισχύ­ος. Θα είναι μια δυ­σά­ρε­στη έκ­πλη­ξη για όσους δια­τη­ρούν το κρι­τή­ριο κρίση/ανά­πτυ­ξη να δουν τον Τσί­πρα να θριαμ­βο­λο­γεί ότι έβγα­λε την οι­κο­νο­μία από την ύφεση - τη στιγ­μή που για τους μι­σθούς, την ανερ­γία, τις συ­ντά­ξεις και το κοι­νω­νι­κό κρά­τος, η έξο­δος αυτή δεν θα ση­μαί­νει τί­πο­τα ή σχε­δόν τί­πο­τα.

Η τρίτη ομάδα αυ­τα­πα­τών με τις οποί­ες πρέ­πει να λο­γα­ρια­στού­με είναι αυτές που μας έρ­χο­νται από την Τρίτη Διε­θνή, από την κομ­μου­νι­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χάρη, η ιδέα ότι η αστι­κή τάξη έχει πε­ριο­ρι­στεί σε μια χού­φτα πά­μπλου­των κα­πι­τα­λι­στών - ολι­γαρ­χών μας έρ­χε­ται από την Τρίτη Διε­θνή μετά το θά­να­το του Λένιν. Ει­δι­κό­τε­ρα σε εμάς, στην Ελ­λά­δα, η ιδέα αυτή έρ­χε­ται από την εα­μι­κή πα­ρά­δο­ση, σύμ­φω­να με την οποία ο λαός, η με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία, απο­τε­λεί το κοι­νω­νι­κό υπο­κεί­με­νο της προ­ό­δου, της δη­μο­κρα­τί­ας, του πα­τριω­τι­σμού, ενώ στο αντί­πα­λο στρα­τό­πε­δο βρί­σκε­ται μια μειο­νό­τη­τα πλου­το­κρα­τί­ας, ολι­γαρ­χί­ας (αρ­γό­τε­ρα μο­νο­πω­λί­ων ή εται­ρι­κών ομί­λων) που συμ­μα­χεί με τον ιμπε­ρια­λι­σμό και ευ­θύ­νε­ται για την εθνι­κή υπο­τέ­λεια και την εξάρ­τη­ση. Χρειά­ζε­ται να ξα­να­δού­με, τώρα, ποιος είναι ο κύ­ριος αντί­πα­λός μας, με ποιους κά­νου­με συμ­μα­χί­ες κ.ο.κ. Η αστι­κή τάξη και οι σύμ­μα­χοί της δεν είναι μια χού­φτα αν­θρώ­πων. Είναι ένα ολό­κλη­ρο «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» απέ­να­ντι στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, στους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου και ιδιω­τι­κού τομέα, τους άνερ­γους, τους πρε­κά­ριους, τους φτω­χούς.

Την ίδια προ­έ­λευ­ση έχουν και οι αντι­λή­ψεις περί πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης, η άποψη ότι πρέ­πει να ανα­πτύ­ξου­με την πα­ρα­γω­γή, τις πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις, να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την επι­στη­μο­νι­κο-τε­χνι­κή πρό­ο­δο. Η άποψη αυτή επι­κρά­τη­σε στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και μά­λι­στα δια­πέ­ρα­σε ορι­ζό­ντια όλες τις συ­νι­στώ­σες. Το ση­μα­ντι­κό, όμως, στην πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση είναι οι πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις: οι σχέ­σεις που έχουν με­τα­ξύ τους και με τα ερ­γα­λεία της δου­λειάς τους οι πα­ρα­γω­γοί όταν ερ­γά­ζο­νται, οι σχέ­σεις που έχουν με το προ­ϊ­όν τους και με τη διά­θε­σή του, τη δια­νο­μή του με­τα­ξύ επι­χεί­ρη­σης και ερ­γα­ζο­μέ­νων κ.λπ. Αν πά­ρου­με στα σο­βα­ρά τη μαρ­ξι­στι­κή μας πα­ρά­δο­ση, στο ζή­τη­μα της πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης θα έπρε­πε να λά­βου­με υπόψη μας και όλες τις κοι­νω­νι­κές ρυθ­μί­σεις που χρεια­ζό­μα­στε: το νό­μι­σμα, τον τρα­πε­ζι­κό τομέα, τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις, τις μορ­φές της ιδιο­κτη­σί­ας κ.λπ. Ποιος θα διοι­κεί; Θα ανα­θέ­σου­με στους κα­πι­τα­λι­στές που ξέ­ρουν, υπο­τί­θε­ται, τη δου­λειά κα­λύ­τε­ρα; Θα ανα­θέ­σου­με στο κρά­τος και σε κά­ποιους γρα­φειο­κρά­τες που γνω­ρί­ζουν πώς να διοι­κούν; Θα υπάρ­χουν μορ­φές αυ­το­δια­χεί­ρι­σης; Ποιος θα δια­χει­ρί­ζε­ται το χρήμα; Θα είναι οι τρά­πε­ζες κρα­τι­κές; Αυτοί είναι με­ρι­κοί από τους πολ­λούς λό­γους που το πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα δεν μπο­ρεί να απο­μο­νω­θεί από ένα σύ­νο­λο κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων οι οποί­ες θα πρέ­πει να θε­ω­ρού­με στο εξής ότι απο­τε­λούν συ­στα­τι­κά, δο­μι­κά στοι­χεία της πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης.

Πρέ­πει να λο­γα­ρια­στού­με με όλα αυτά, με­τα­ξύ μας, με τον εαυτό μας και το πα­ρελ­θόν μας. Όχι για να δια­χω­ρι­στού­με, αλλά για να χτυ­πά­με μαζί, βα­δί­ζο­ντας όμως χω­ρι­στά.

4. Ένα αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο της Αρι­στε­ράς: να χτυ­πά­με μαζί και ας βα­δί­ζου­με χω­ρι­στά

Φαί­νε­ται αδύ­να­το να μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί σή­με­ρα πο­λι­τι­κή ορ­γά­νω­ση ή κόμμα του οποί­ου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντί­λη­ψη για όλα αυτά. Η μη­χα­νι­κή συ­γκόλ­λη­ση πο­λι­τι­κών ρευ­μά­των που δεν έχουν συ­ζη­τή­σει με­τα­ξύ τους τις δια­φο­ρές τους ούτε καν στα βα­σι­κά στρα­τη­γι­κά ζη­τή­μα­τα, θα μας οδη­γού­σε στο απο­τυ­χη­μέ­νο σχήμα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που ενώ ήταν μέ­τω­πο πα­ρί­στα­νε το κόμμα, και με την ασά­φεια αυτή διευ­κό­λυ­νε την αυ­το­νό­μη­ση της ηγε­τι­κής του ομά­δας. Στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ υπήρ­χαν τρία, αν όχι τέσ­σε­ρα κόμ­μα­τα, με δια­φο­ρε­τι­κή στρα­τη­γι­κή αντί­λη­ψη το κα­θέ­να, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγε­τι­κή ομάδα.

Υπάρ­χουν πράγ­μα­τα που συ­ντί­θε­νται και πράγ­μα­τα που δεν συ­ντί­θε­νται. Γι' αυτό νο­μί­ζω ότι αυτό που χρεια­ζό­μα­στε στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η μορφή του με­τώ­που, με τη συμ­με­το­χή όλων των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, ορ­γα­νώ­σε­ων και μορ­φω­μά­των, του κα­θε­νός με τη δική του αντί­λη­ψη. Σε ένα μέ­τω­πο, σε ένα αρι­στε­ρό αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο, δεν θα χρεια­στεί να λύ­σου­με τα με­γά­λα ζη­τή­μα­τα της στρα­τη­γι­κής. Ούτε πε­ρι­μέ­νει από εμάς ο κό­σμος να εξη­γή­σου­με κυ­ρί­ως τι εί­δους απο­τε­λέ­σμα­τα θα έφερ­νε μια εν­δε­χό­με­νη με­τά­βα­ση σε εθνι­κό νό­μι­σμα (πα­ρό­λο που εμείς πρέ­πει να το εξη­γή­σου­με). Αυτό που χρειά­ζε­ται να κά­νου­με, αντί­θε­τα, ως Αρι­στε­ρά που αντι­πο­λι­τεύ­ε­ται την κυ­βέρ­νη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, είναι να απα­ντή­σου­με σε ερω­τή­μα­τα με τα οποία ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν κα­τα­πιά­στη­κε καν στο πα­ρελ­θόν, διότι ακο­λου­θού­σε την τα­κτι­κή της ανά­θε­σης. Να εξη­γή­σου­με, για πα­ρά­δειγ­μα, σή­με­ρα στις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις με ποιο τρόπο θα υπε­ρα­σπι­στού­με το σπίτι του που κιν­δυ­νεύ­ει με κα­τά­σχε­ση ή πώς θα μπο­ρέ­σου­με να πα­ρέμ­βου­με στις δομές αλ­λη­λεγ­γύ­ης και στα κι­νή­μα­τα. Όχι ανα­θέ­το­ντας στο μέλ­λον τη λύση των προ­βλη­μά­των, με την κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, πα­ράλ­λη­λα με ένα με­τα­βα­τι­κό κυ­βερ­νη­τι­κό πρό­γραμ­μα υπέρ­βα­σης του κα­πι­τα­λι­σμού.

* Κεί­με­νο με βάση την ομι­λία στην εκ­δή­λω­ση της Δι­κτύ­ω­σης Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνη­μό­νιο, τις εκλο­γές, τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ», που έγινε τη Δευ­τέ­ρα 5 Οκτω­βρί­ου 2015 στην αί­θου­σα της ΕΔΟΘ, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη.

πηγη:  rproject.gr

Σελίδα 4128 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή