Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Μίλησαν» τα τηλέφωνα στη δίκη της Χρυσής Αυγής – Οργανωμένη η δολοφονική επίθεση στον Παύλο Φύσσα

Το δικαστήριο ολοκλήρωσε την ανάγνωση του εγγράφου 275, που περιείχε το σύνολο των κλήσεων που έλαβαν χώρα το βράδυ της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα (17-18/9/2013), και τα πορίσματα ήταν αποκαλυπτικά.
Η συγκρότηση του τάγματος εφόδου που συγκεντρώθηκε στα γραφεία της Νίκαιας, κατόπιν μηνύματος του πυρηνάρχη της ΧΑ Γεώργιου Πατέλη, πραγματοποιήθηκε κατά τον πάγιο ιεραρχικό τρόπο δράσης της οργάνωσης και αποδεικνύει τον οργανωμένο χαρακτήρα της δολοφονικής επίθεσης.
Συγκεκριμένα προέκυψαν οι ακόλουθες κλήσεις:
- 23:19: ο Ι. Άγγος, μέλος της Ασφάλειας της Νίκαιας, ευρισκόμενος στην καφετέρια Κοράλλι και αφού έχει εντοπίσει την παρέα του Παύλου Φύσσα, καλεί τον Ι. Καζαντζόγλου, υπεύθυνο πολιτικής δράσης της ΤΟ Νίκαιας.
- 23:21: ο Ι. Καζαντζόγλου καλεί τον Γ. Πατέλη, υπεύθυνο της τοπικής Νίκαιας και συνομιλεί μαζί του για 198 δευτερόλεπτα.
- 23:26: ο Γ. Πατέλης κάνει αναπάντητη κλήση στον βουλευτή και περιφερειάρχη Πειραιά I. Λαγό, ο οποίος επιστρέφει την κλήση που τελικά διαρκεί 64 δευτερόλεπτα.
- 23:28: Αποστέλλεται το μήνυμα από τον υπολογιστή της Τοπικής Οργάνωσης Νίκαιας, με ειδική διαβάθμιση και αποδέκτες τα μέλη της Ασφάλειας: «Όλοι τώρα στην Τοπική. Όσοι είσαστε κοντά. Δεν θα περιμένουμε μακρινούς. Τώρα».
- 23:28-23:50: πολλά από τα μέλη της Ασφάλειας καλούν τους Πατέλη και Καζαντζόγλου για να πληροφορηθούν το αντικείμενο της δράσης, ανάμεσά τους οι κατηγορούμενοι Ι. Κομιάνος, Γ. Σταμπέλος, Ι. Δήμου, Γ. Τσακανίκας, Γ. Ρουπακιάς, Αρ. Χρυσαφίτης. Μέσα σε είκοσι μόλις λεπτά, η ομάδα κρούσης, περί τα 20 άτομα, έχει συγκροτηθεί στα γραφεία της Νίκαιας.
- 23:50: αποστέλλεται το τελικό μήνυμα Λαγού στον Πατέλη. Η πομπή μηχανών και αυτοκινήτων ξεκινά από τη Νίκαια με προορισμό την καφετέρια Κοράλλι στο Κερατσίνι. Σύμφωνα με δηλώσεις συγκατηγορουμένων του, ο κατηγορούμενος Κομιάνος δηλώνει ρητά τον σκοπό της ομάδας πριν ξεκινήσει η πομπή: “Πάμε για μάχη”.
- 23:50-00:05: Σιγή ασυρμάτου στα τηλέφωνα της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατηγορουμένων. Το τάγμα εφόδου μεταβαίνει στο Κοράλλι και επιτίθεται στον Παύλο Φύσσα με τρόπο που έχει τεκμηριωθεί από πλήθος αυτοπτών μαρτύρων που κατέθεσαν στο ακροατήριο. Οι αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ δεν παρεμβαίνουν, όταν ο Ρουπακιάς έρχεται με το αυτοκίνητό του ανάποδα από την Παναγή Τσαλδάρη και μαχαιρώνει τον Φύσσα, την ώρα που αυτός χτυπιέται από άλλα τρία άτομα. Μετά τις 00:09, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες επανέρχονται με καταιγιστικό ρυθμό (πάντοτε σύμφωνα με τους κατηγορουμένους “για το ποδόσφαιρο” ή “για εκδηλώσεις της Χρυσής Αυγής”) .
- 00:09: ο Ι. Άγγος καλεί και συνομιλεί (16”) με τον Γ. Πατέλη.
- 00:11: ο Γ. Σταμπέλος καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Ρουπακιά και στη συνέχεια καλεί απευθείας τον Ι. Λαγό και συνομιλεί μαζί του για 72 δευτερόλεπτα (κατά δήλωσή του, τον ενημερώνει για τη σύλληψη Ρουπακιά).
- 00:15: ο Ι. Λαγός καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 43 δευτερόλεπτα.
- 00:17: ο Γ. Ρουπακιάς καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 51 δευτερόλεπτα.
- 00:22: ο Γ. Ρουπακιάς καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 104 δευτερόλεπτα.
- 00:28: ο Γ. Ρουπακιάς καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 66 δευτερόλεπτα.
- 00:30: ο Ι. Λαγός καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 137 δευτερόλεπτα.
- 00:37: ο Ν. Μιχαλολιάκος καλεί και συνομιλεί με τον Λαγό για 45 δευτερόλεπτα.
- 00:38: ο Ι. Λαγός καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 58 δευτερόλεπτα.
- 00:39: ο Γ. Ρουπακιάς καλεί και συνομιλεί με τον Γ. Πατέλη για 110 δευτερόλεπτα.
Από το σημείο αυτό και πέρα, συνδυάζοντας τις κλήσεις Πατέλη-Μικελάτου (συζύγου Ρουπακιά)-Ρουπακιά-Λαγού, προκύπτει αδιαμφισβήτητα η απόπειρα συγκάλυψης του ρόλου της Χρυσής Αυγής στη δολοφονία Φύσσα: συνολικά μετά τη δολοφονία Φύσσα και για τρεις ώρες, οι Πατέλης-Ρουπακιάς ανταλλάσσουν 6 κλήσεις διάρκειας 365 δευτερολέπτων και οι Πατέλης-Λαγός ανταλλάσσουν 7 κλήσεις μέσω κινητού διάρκειας 593 δευτερολέπτων και 4 κλήσεις μέσω σταθερού διάρκειας 586 δευτερολέπτων, συνολικά δηλαδή 11 κλήσεις με διάρκεια 20 λεπτά της ώρας.
Κρίσιμα είναι ακόμα τα ευρήματα που προκύπτουν από τις κεραίες που ενεργοποιούν όσοι κατηγορούμενοι κάνουν εξερχόμενες κλήσεις, καθώς – σύμφωνα και με τα αναλυόμενα από τη ΔΑΕΕΒ – με τον τρόπο αυτό αποδεικνύεται η παρουσία των περισσότερων κατηγορουμένων στο επίμαχο σημείο.
Η ταυτοποίηση των ατόμων που συμμετείχαν στη δολοφονική επίθεση στον Παύλο Φύσσα προκύπτει περαιτέρω από απολογίες και υπομνήματα κατηγορουμένων: πέραν του Ρουπακιά, σημαντικές είναι οι αποκαλύψεις στις οποίες έχει προβεί ο κατηγορούμενος Ιωάννης Δήμου, τον οποίο η Χρυσή Αυγή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα (με δηλώσεις συνηγόρων υπεράσπισης στο δικαστήριο) να στοχοποιεί ως υπεύθυνο για την ειδοποίηση του Ρουπακιά. Παρακάτω μπορείτε να δείτε το βίντεο με τη συνέντευξη του Δήμου στον δημοσιογράφο Ι. Παπαδόπουλο:
*Στη φωτογραφία σχεδιάγραμμα που είχε δώσει στη δημοσιότητα η ΕΛΑΣ μετά τις συλλήψεις για τη δολοφονία Φύσσα.
Πηγή: jailgoldendawn.com
Εφορίες: Έχουν κατάσχει 1.067.857 τραπεζικούς λογαριασμούς!

αυξήθηκε τον Ιανουάριο στους 1.067.857 ανθρώπους ή στο 60,76% των φορολογουμένων για τους οποίους υπάρχει η σχετική δυνατότητα, έναντι 1,05 εκατομμυρίων τον Δεκέμβριο!
Άλλο οι «χιτώνες» και άλλο τα στρέμματα…

«Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι» κηρύττουν εκ του άμβωνα ο Ιερώνυμος και ο Βαρθολομαίος. Αυτά από τους «εκπροσώπους» του Υψίστου όταν απευθύνονται σε πιστούς και μιλάνε για …χιτώνες. Όταν όμως στη μέση μπαίνουν ιδιοκτησίες, γη και στρέμματα το κήρυγμα των δύο κεφαλών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, «πάει περίπατο».
Το τελευταίο διάστημα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Ιερώνυμος και ο Πατριάρχης Βαρθολαίος βρίσκονται κυριολεκτικά στα «μαχαίρια» με αφορμή το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος Προμπονά, που βρίσκεται στα όρια του δήμου Αθηναίων, με «μήλον της έριδος» ένα ναό και τα στρέμματα που τον περιβάλλουν…
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και η Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή των Βαλτάδων, έφτασε μάλιστα στο σημείο να προσφύγει στο ΣτΕ κατά του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμου με αφορμή το κτήμα Προμπονά.
Η δικαστική διένεξη, μεταξύ των «κεφαλών» της Εκκλησίας, ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όταν η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και ο Ιερώνυμος κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη αλλά και κατά της επιτροπής του κληροδοτήματος Προμπονά (έκτασης 8.554 τ.μ.).
Λουκέτο στο ναό…
Οι δύο ιεράρχες μπορεί να καλούν το ποίμνιο στην Εκκλησία και να δηλώνουν ότι οι «θύρες» των ναών θα είναι πάντα ανοιχτές για τους πιστούς, αλλά το «ιερό και το όσιο» της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας – για τη διατήρηση του οποίου η Εκκλησία με «αγώνες» της έχει συμβάλει τα μέγιστα – φαίνεται ότι μπορεί να βάλει ακόμα και «λουκέτο» σε ναό!
Έτσι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών με απόφαση του, από τις 8.3.2018 σφράγισε(!!) την Εκκλησία Αγίου Γεωργίου, Αγίων Αναργύρων και Αγίας Φωτεινής στο κτήμα Προμπονά, με την αιτιολογία ότι είναι ιδιωτικός ναός και τέθηκε σε λειτουργία χωρίς την άδεια του…
Η απόφαση Ιερώνυμου προήλθε μετά την κίνηση του Πατριαρχείου να δώσει την εντολή στον ηγούμενο της Μονής Βλατάδων να ανοίξει το ναό και να τελέσει τους Β΄ Χαιρετισμούς χωρίς την άδεια της Εκκλησίας, προφανώς για να …αποδείξει ποιος είναι το «αφεντικό».
Μετά το «λουκέτο» στο λαό, ο ηγούμενος δεν πτοήθηκε. Επανήλθε και τέλεσε δεύτερη λειτουργία σε εξωτερικό χώρο, καθώς δεν μπόρεσε να εισέλθει στο ναό και ήδη η Αρχιεπισκοπή απέστειλε επιστολή στον Επίσκοπο Αμορίου και τον καλεί να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις του.
Πλέον το θέμα θα λυθεί στις δικαστικές αίθουσες! Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητά από το ΣτΕ την ακύρωση της απόφασης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, γιατί σύμφωνα την δική του θέση:
1) παραβιάζει το δικαίωμα λατρείας των προσφευγόντων κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρο 13) και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 9),
2) Παραβιάζει το καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που έχει κυρωθεί με το νόμο 590/1997 και 3) και έχει πλημμελή αιτιολογία.
Παράλληλα, αναφέρει ότι ο επίμαχος Ναός δεν είναι ιδιόκτητος, καθώς αναγέρθηκε όχι για να εξυπηρετεί της θρησκευτικές ανάγκες του ιδιοκτήτη του ακινήτου, αλλά για να τεθεί «ευθύς εξ αρχής σε δημόσια λατρεία, ικανοποιώντας τη βούληση του διαθέτη Προμπονά».
…γιατί τα στρέμματα έχουν αξία
Το τεράστιο ζήτημα και η πραγματική διαμάχη ανάμεσα σε Βαρθολομαίο και Ιερώνυμο είναι για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των στρεμμάτων στον οποίο έχει ανεγερθεί ο ναός.
Το κτήμα Προμπονά ανήκε στον Ναξιώτη γιατρό Δημήτρη Προμπονά, ο οποίος με τη διαθήκη του άφησε στον δήμο Αθηναίων έκταση 40 περίπου στρεμμάτων και ταυτόχρονα ζητούσε την ανέγερση ναού εντός του κτήματος.
Ένας εκ των όρων της διαθήκης του Δ. Προμπονά ήταν το Κτήμα να μεταβληθεί από το Δήμο Αθηναίων σε κήπο αναψυχής των κατοίκων της πρωτεύουσας. Επίσης, είχε ζητήσει να χτιστεί ένας ναός στο χώρο του Κληροδοτήματος, ενώ επιθυμούσε να έχει ρόλο επιμελητή σε όλη τη διαδικασία ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Οι διαδικασίες μεταβίβασης ολοκληρώνονται το 1950, και τα έργα σε αυτό ολοκληρώθηκαν το 1954. Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου που χτίστηκε στον περιβάλλοντα χώρο κόστισε 1,5 εκατομμύρια ευρώ και το κόστος καλύφθηκε από το Κληροδότημα Δ. Προμπονά.
Η επιτροπή, η οποία διαχειρίζονταν το κληροδότημα αφού δεν τα βρήκε με την Αρχιεπισκοπή, αποφάσισε να δωρίσει το ναό στο Πατριαρχείο. Το Φανάρι έκανε δεκτή την δωρεά προκαλώντας την οργή του Ιερώνυμου, ο οποίος κατέθεσε αγωγή κατά του Πατριαρχείου αλλά και της επιτροπής του κληροδοτήματος.
Τα 8,5 στρέμματα μαζί με το ναό πέρασαν λοιπόν στην κυριότητα του Πατριαρχείου και τα έχασε η Αρχιεπισκοπή! Και με αυτά τα πράγματα δεν παίζει η κανένας ιδιοκτήτης. Ούτε φυσικά και η εκκλησία…
Σύμφωνα με την αγωγή ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος ισχυρίζεται ότι με τη δωρεά που έγινε από την επιτροπή του κληροδοτήματος Προμπονά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο »επιχειρήθηκε να αποσπαστεί ο ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου από τη νόμιμη και κανονική πνευματική δικαιοδοσία που είναι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών και ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, μέσω της μεταβίβασής του μετά του οικοπέδου στο οποίο είναι κτισμένος σε άλλο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο κατά παράβαση της βούλησης του διαθέτη Δημητρίου Η. Προμπονά’».
Δεν γνωρίζουμε αν το ΣτΕ θα καταφέρει να δώσει μια «Σολομώντεια λύση» και να τερματίσει τη διένεξη ανάμεσα στις κεφαλές της εκκλησίας. Διαπιστώνουμε όμως, ότι όσοι και αν είναι οι «χιτώνες», όταν αφορούν εκκλησιαστική περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα, δύσκολα μοιράζεται ακόμα και αν πρόκειται για τη λειτουργίας ενός ναού για την …εξύμνηση του Κυρίου!
«Βοήθεια μας»…
ΠΗΓΗ: imerodromos.gr
Ο θεσμός της διαιτησίας στο μνημονιακό στόχαστρο

Ενώ η 4η αξιολόγηση βρίσκεται σε εξέλιξη, ενισχύεται η αμφισβήτηση του κυβερνητικού αφηγήματος της «καθαρής εξόδου» και αυστηροποιείται, όπως δείχνουν τα πράγματα, το πρόγραμμα μεταμνημονιακής επιτήρησης. Ενδεικτικό του διαμορφωνόμενου κλίματος είναι το γεγονός ότι ο ένας μετά τον άλλον οι εκπρόσωποι των «θεσμών» τονίζουν ταυτόχρονα και εμφατικά την επιτακτική ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης των «μεταρρυθμίσεων», βάζοντας στο στόχαστρό τους τα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα και ειδικά τη διαιτησία.
Αυτό επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά από τις σχετικές δηλώσεις των Κοστέλο και Ρέγκλινγκ στο Συνέδριο των Δελφών. Ωστόσο, οι θεσμοί δεν φείδονται επαίνων για την ελληνική κυβέρνηση που τη θεωρούν ως την πιο συνεπή και αποτελεσματική στην εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων.
Παρά την -σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβανόμενη- άρνηση της κυβέρνησης, εφόσον επιβληθεί τελικά η «προληπτική γραμμή στήριξης», ως νομοτελειακά αναπόφευκτη εμφανίζεται η συνέχιση των «μεταρρυθμιστικών» πολιτικών. Αυτό αφορά κατά κύριο λόγο την αγορά εργασίας, ιδίως δε τους θεσμούς του συλλογικού εργατικού δικαίου. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι μεταξύ των πιο σημαντικών προαπαιτούμενων της τρέχουσας αξιολόγησης βρίσκονται ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές βασικά σχέσεις εργασίας.
Η επανεξέταση της διαιτησίας
Έτσι, πέραν από τις «ήπιες», πλην προαγγελτικές νέων δραστικότερων μέτρων, παρεμβάσεις στο δίκαιο του εργασιακού αγώνα (βλ. σχετικά Τραυλού-Τζανετάτου, Η ανταπεργία στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, 2018, σ. 10 επ., 199 επ., του ίδιου, Μνημονιακών προσταγμάτων συνέχεια, σε «Δρόμος της Αριστεράς», 3.03.2018, σ. 12-13), η προσοχή στρέφεται βασικά στο κρίσιμο ζήτημα της διαιτησίας.
Η «επανεξέταση» της διαιτησίας αποτελεί προαπαιτούμενο της 4ης αξιολόγησης. Εφόσον επαληθευθούν οι όχι αβάσιμοι φόβοι ότι η επανεξέταση αυτή θα ενταχθεί στην μέχρι σήμερα υλοποιηθείσα πολιτική της «μεταρρύθμισης» των εργασιακών σχέσεων, ιδίως των συλλογικών (δηλαδή νεοφιλελεύθερης μετάλλαξής τους) το πλήγμα στο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων θα είναι δεινό.
Σημειωτέον ότι ο ψηφισθείς από την ελληνική Βουλή επί Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα Ν. 1876/1990 προέβλεψε ένα σύστημα διαιτησίας που ίσχυσε αδιατάρακτα για μία 20ετία. Έτυχε, μάλιστα, τουλάχιστον κατά την πρώτη 10ετία, ευρύτατης αποδοχής από τους κοινωνικούς ανταγωνιστές. Πάντως, ήδη από τη 10ετία του ’90, ασκήθηκε κριτική κατά της υποχρεωτικότητας του συστήματος αυτού, όπως εκφράζεται μέσω της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής, θεωρούμενου μάλιστα ως αντισυνταγματικού (έτσι βασικά Παπασταύρου, ΕΕργΔ 1996, σ. 949 επ., διαφορετικά, ωστόσο ΟλΑΠ 25/2004, ΔΕΝ 2004, 1399).
Το καίριο πλήγμα
Ο θεσμός της διαιτησίας δέχθηκε ένα καίριο διπλό πλήγμα από την επιβληθείσα από τους «θεσμούς» Π.Υ.Σ. 6/2012 (άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 4). Τούτο δε καθώς, αφενός μεν απαγορεύθηκε η μονομερής προσφυγή, αφετέρου δε περιορίστηκε δραστικά το έργο του διαιτητή, σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιεχόμενο της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, με αποτέλεσμα την ουσιαστική αναίρεση της διαιτητικής απόφασης ως επικουρικού, λειτουργικού υποκατάστατου της Συλλογικής Σύμβασης.
Ωστόσο, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 2307/2014 απόφασή της, αποκλίνοντας από τη γενικότερη φιλομνημονιακή της κατεύθυνση (βλ. για το ζήτημα αυτό Τραυλού-Τζανετάτου, Ανώτατα Δικαστήρια και εργασιακές σχέσεις στην εποχή των μνημονίων, 2015), έκρινε ως αντισυνταγματικές τις επίμαχες ρυθμίσεις. Η συμμόρφωση του νομοθέτη προς την απόφαση αυτή πραγματοποιήθηκε με τον, συνταγματικά πολλαπλώς προβληματικό και δυσλειτουργικό, Ν. 4303/2014 (βλ. Καζάκου, ΕΕργΔ 2015, σ. 1000 επ.).
Η προβληματικότητα των ρυθμίσεων του Ν. 4303/2014 θα μπορούσε βεβαίως να οδηγήσει στη σκέψη ότι η επιδιωκόμενη από το τρίτο μνημόνιο αξιολόγηση θα εκινείτο στην κατεύθυνση βελτίωσης και όχι χειροτέρευσής του. Ωστόσο, η ιστορία των προηγηθεισών στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου διαπραγματεύσεων και η παραπομπή στις καλένδες του νομοσχεδίου Σκουρλέτη για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεν φαίνεται να δικαιολογούν την όποια αισιοδοξία. Πολλώ μάλλον καθώς η συνδεόμενη με τη μονομερή προσφυγή υποχρεωτικότητα της διαιτησίας εξακολουθεί να αποτελεί «κόκκινο πανί» για τους «θεσμούς».
Βεβαίως η πλήρης ανατροπή της μονομερούς προσφυγής και η επαναφορά στο σύστημα της «συμφωνημένης διαιτησίας» αποκλείεται ως ασύμβατη προς την προαναφερθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η υπονόμευσή της μέσω διαδικαστικής ή ουσιαστικής δυσχέρανσης άσκησης του επίμαχου δικαιώματος, δηλαδή λειτουργικού εκφυλισμού της σε άκρως εξαιρετικό έσχατο μέτρο (ultima ratio). Πολλώ μάλλον καθώς μέρος της θεωρίας ενστερνίζεται παρόμοιες απόψεις (βλ. ενδεικτικά Ζερδελή, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2017, σ. 251 επ.).
Νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα
Στη θέση αυτή πρέπει πάντως να επισημανθεί η εξιδανίκευση της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας στο πεδίο των σχέσεων εργασίας. Τούτο δε καθώς συγκαλύπτουν το πανθομολογούμενο γεγονός της κρατούσας στη χώρα μας κατάστασης αποδιάρθρωσης των συλλογικών σχέσεων εργασίας. Η κατάσταση αυτή με τη σειρά της καθιστά ακόμα περισσότερο ασθενή τη δυνατότητα των ευρισκόμενων ήδη σε βαθιά και πολλαπλή κρίση συνδικάτων να επιτελέσουν την κρίσιμη για τη διασφάλιση μιας στοιχειώδους προστασίας των εργαζομένων αποστολή τους.
Χαρακτηριστικό του ιδεοληπτικού χαρακτήρα των θέσεων αυτών είναι η επιχειρούμενη αντιπαράθεση της μονομερούς προσφυγής προς την απεργία. Την ίδια στιγμή παραβλέπεται ή αποσιωπάται τόσο η καίρια, ιδίως στη σημερινή περίοδο κρίσης, λειτουργία της μονομερούς προσφυγής, όσο και τα εγγενή όρια του απορρυθμισμένου σε σημαντικό βαθμό δικαιώματος απεργίας.
Ενδιαφέρουσα είναι η επισήμανση της «αδήριτης ανάγκης», ως οιονεί de facto, αν όχι de jure, μόνιμου προαπαιτούμενου, προσφυγής στα «φώτα» του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO) για την νομοθετική αντιμετώπιση των επίμαχων ζητημάτων. Σημειώνεται δε ότι αυτή η επισήμανση είναι ενδεικτική της, μη τηρούσας ούτε τα προσχήματα, απεμπόλησης της δικαιοπολιτικής και νομοθετικής αυτονομίας της χώρας στο κρίσιμο πεδίο των εργασιακών σχέσεων.
Στην ίδια λογική κηδεμόνευσης της λαϊκής κυριαρχίας ανήκει και η ανάθεση του δικαιοπολιτικού σχεδιασμού του ζητήματος της διαιτησίας, σε κάποιο εξειδικευμένο, ιδεολογικοπολιτικά αποστειρωμένο και «ουδέτερο» δικηγορικό γραφείο. Πρόκειται πράγματι για ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο μεταδημοκρατικού εκφυλισμού, του οποίου την διαχείριση έχει αναλάβει εργολαβικά η «κυβερνώσα αριστερά»: την μετάλλαξη ενός στρατευμένου κοινωνικοπολιτικά υπέρ της εργασίας θεσμού σε απλό τεχνικό, απονευρωμένο κοινωνικά, ζήτημα.
Και η Χούντα το προσπάθησε
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η επιδιωκόμενη επαναρρύθμιση της διαιτησίας, ανεξαρτήτως τελικής νομοθετικής μορφής, εφόσον, όπως προκύπτει από την μνημονιακή δέσμευση, πραγματοποιηθεί εντός της τρέχουσας αξιολόγησης, θα συμπεριληφθεί στην διαβόητη «κωδικοποίηση» του εργατικού δικαίου. Πρόκειται για ένα εγχείρημα ιδιαιτέρως δυσχερές και απαιτεί μακροχρόνιες και άρτια τεκμηριωμένες επεξεργασίες από πολυμελή ομάδα ειδικών. Είναι δυσχερές λόγω του γενετικού κώδικα και της φύσης του αντικειμένου του, της πολυπλοκότητας, της δυναμικής και της ευαισθησίας του στις οικονομικοτεχνικές μεταβολές. Για τους λόγους αυτούς, και όχι μόνον, έχουν αποτύχει προηγούμενες προσπάθειες.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η τελευταία, αποτυχημένη προσπάθεια έγινε το 1973, επί χούντας. Η δε σύνταξη του γαλλικού Κώδικα Εργασίας άρχισε το 1901 και περατώθηκε το 1927! Πάντως, η περίοδος γενικευμένης απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας που διανύουμε δεν είναι η πιο κατάλληλη και ενδεδειγμένη για την ανάληψη της βαριάς ευθύνης ενός τέτοιου εγχειρήματος. Είναι μια συγκυρία όπου αμφισβητείται ο ίδιος ο ιστορικός, γενετικός και αξιακός κώδικας του εργατικού δικαίου, ενόψει μάλιστα και της επικείμενης, πολλαπλώς προβληματικής, αναθεώρησης του Συντάγματος.
Βεβαίως ο προαναφερθείς κίνδυνος περαιτέρω απορρύθμισης του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της τρέχουσας αξιολόγησης, μέσω περιθωριοποίησης του στοιχείου της υποχρεωτικότητας, δεν αποτελεί απλή εικασία. Ούτε προϊόν μιας κινδυνολάγνας φαντασίας, ενός αυθαίρετου κασσανδρικού χρησμού. Αντιθέτως, συνιστά μια πρόβλεψη που, καθώς διαθέτει σημαντικά ερείσματα στην τρέχουσα μνημιοκρατούμενη δικαιοπολιτική πραγματικότητα και τις εγγενείς τάσεις μετεξέλιξής της, περιέχει την δυναμική υλοποίησής του.
Ενδεικτικές, ενδεχομένως και σηματοδοτικές των τρεχουσών δικαιοπολιτικών ζυμώσεων, είναι οι προσφάτως δημοσιευθείσες θέσεις για την ανάγκη επανοργάνωσης της όλης διαδικασίας του συστήματος διαιτησίας (βλ. Κουκιάδη, ΕΕργΔ 2018, σ. 1 επ., ιδίως 7 επ.). Ο κίνδυνος αυτός γίνεται μεγαλύτερος, σε περίπτωση που η επίμαχη επανεξέταση δεν θα αποτελέσει μια απλή μεμονωμένη παρέμβαση στο -αν και με σοβαρά προβλήματα λειτουργίας- διατηρούμενο ακόμη σε ισχύ θεσμικό οικοδόμημα του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, αλλά θα συνδεθεί με την ανατροπή ή μετάλλαξή του.
Το σπιράλ θανάτου, στο οποίο έχουν εμπλακεί οι εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας, σε πείσμα της όποιας ιδεοληπτικής άρνησης της πραγματικότητας ή συνειδητής παραχάραξής της, δεν τελειώνει με το τρίτο μνημόνιο. Το ελληνικό πειραματόζωο φαίνεται ότι θα συνεχίσει την διατεταγμένη αποστολή του, τόσο την εκφοβιστική – παραδειγματική όσο και, κυρίως, την πιλοτική-σηματοδοτική της κυοφορούμενης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δυστοπίας και μεταδημοκρατικής μετάλλαξης.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή