Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ολοένα και συχνότερα τα ακραία καιρικά φαινόμενα παγκοσμίως

Συχνότερα έχουν γίνει από το 1980 τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ σημαντική είναι η αύξηση ειδικότερα στις πλημμύρες, κατά την τελευταία πενταετία.
Αυτό αναφέρει κοινή έκθεση 29 εθνικών επιστημονικών Ακαδημιών από ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ακαδημία Αθηνών. Η έκθεση συμπληρώνει και επιβεβαιώνει προηγούμενη έκθεση του 2013.
Όπως επισημαίνουν οι Ακαδημίες και μεταδίδει το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, παγκοσμίως ο αριθμός των πλημμυρών και άλλων υδρολογικών συμβάντων έχει πια τετραπλασιασθεί σε σχέση με το 1980, ενώ έχει διπλασιασθεί από το 2004 έως σήμερα.
Παράλληλα, από το 1980 έως σήμερα οι ακραίες θερμοκρασίες, οι ξηρασίες και οι δασικές πυρκαγιές έχουν υπερδιπλασιασθεί, ενώ οι καταιγίδες έχουν διπλασιασθεί.
Η έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Ακαδημιών (EASAC) καλεί τις κυβερνήσεις και άλλους φορείς να αναλάβουν ισχυρότερη δράση για την προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κλιματική αλλαγή.
πηγη: newsbeast.gr
Δείτε τους πως τραγουδούν!

Είναι στιγμές που μια εικόνα μπορεί να συγκλονίσει. Να ξυπνήσει μνήμες. Μια τέτοια εικόνα, μια τέτοια στιγμή, εκτυλίχθηκε πρόσφατα σε έναν αγώνα Ράγκμπι.
Η διοργανώτρια Γερμανία, του τουρνουά six nations cup, υποδέχτηκε την εθνική Ρωσίας. Στην εθιμοτυπική ανάκρουση των ύμνων, πριν την έναρξη του αγώνα, οι διοργανωτές έβαλαν κατά λάθος την παλιά εκδοχή του σοβιετικού ύμνου, με τους στίχους που είναι γραμμένοι για τη μεγάλη χώρα των Σοβιέτ. Με αναφορές στη χώρα των εργατών, την επανάσταση. Ο ύμνος της Σοβιετικής Ένωσης, άλλαξε με την ανατροπή του σοσιαλισμού, χωρίς ωστόσο ποτέ να τολμήσει κανείς να αντικαταστήσει την πασίγνωστη μελωδία, αφού την υπερασπίστηκε ο ίδιος ο λαός.
Το συγκλονιστικό όμως του συγκεκριμένου γεγονότος, είναι οι η αντίδραση των παικτών Ράγκιμπ της Ρωσίας. Οι παίχτες αρχίζουν να τραγουδούν με πάθος τους παλιούς, Σοβιετικούς στίχους του ύμνου.
Με τρομερή ένταση που είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους, τραγουδούν μέσα από την ψυχή τους, το ύμνο των Σοβιέτ. Φωνάζουν δυνατά. Το οξύμωρο είναι ότι οι περισσότεροι των παικτών, δεν είχαν καν γεννηθεί όταν διαλύθηκε η ΕΣΣΔ ή στην καλύτερη περίπτωση ήταν πολύ μικροί για να έχουν αναφορές. Σίγουρα δεν είχαν διδαχθεί πουθενά με «επίσημο» τρόπο τον συγκεκριμένο ύμνο.
Όμως τον γνώριζαν. Τον τραγούδησαν με πάθος. Με μοναδικές εκφράσεις στα πρόσωπα. Πιστεύουν τους στίχους που τραγουδούν; Μιλάνε στην καρδιά του ρώσικου λαού αυτοί οι στίχοι; Η απάντηση στο βίντεο που ακολουθεί…
Ασυνήθιστο! Γερμανία - Ρωσία. Στιγμή ύμνων. Η οργάνωση είναι λάθος και ακούγεται αυτός της Σοβιετικής Ένωσης. Ίδια μελωδία, αλλά διαφορετικοί στίχοι.
Προσοχή στα πρόσωπα των Ρώσων παικτών!
πηγη: imerodromos.gr
24ωρη απεργία από το ΣΥΒΧΨΑ - Κυριακή 1η Απρίλη

Συνεχίζουμε δυναμικά και αταλάντευτα τον δίκαιο και επίμονο αγώνα μας ενάντια στην κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου των ταξικών αγώνων μας για την υπεράσπιση των εργατικών μας συμφερόντων και δικαιωμάτων, της ζωής και της αξιοπρέπειας μας. Ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τους αντεργατικούς νόμους και τα μνημόνια από όποιους κι αν σχεδιάζονται, ψηφίζονται και εφαρμόζονται. Ενάντια σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, ενάντια στην ΕΕ και το ΔΝΤ, ενάντια στις κυβερνήσεις και τους εκάστοτε διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος.
Από τις διάφορες απόπειρες των αφεντικών του λίγο πιο μακρινού παρελθόντος για επιβολή κάποιων επιπλέον Κυριακών με τα μαγαζιά ανοιχτά, από το νόμο του 2013 με τις «7 Κυριακές», από την «πιλοτική» εφαρμογή του μέτρου των «52 Κυριακών» το Καλοκαίρι του 2014, από την «8η Κυριακή» στα τέλη του 2014, από το 3ο μνημόνιο του 2015 και το ανοιχτό περιθώριο που άφηνε για «περισσότερες Κυριακές» και από τις «2 επιπλέον υπό όρους Κυριακές» του 2016, φτάσαμε στον Μάη του 2017 και στις «32 Κυριακές» (όλες οι Κυριακές της περιόδου Μάη-Οκτώβρη και οι 6-8 Κυριακές της υπόλοιπης χρονιάς) για όλο το Δήμο Αθηναίων και άλλες «τουριστικές» περιοχές.
Εδώ και αρκετά χρόνια πλέον, πολλοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες έχουν βιώσει την τρομοκρατία του να καλείσαι για δουλειά τις Κυριακές. Ιδίως την περίοδο των Χριστουγέννων με 3 απανωτές Κυριακές, αλλά και την περίοδο Μάη-Οκτώβρη με τις συνεχόμενες Κυριακές. Και μπορεί το μέτρο των συνεχόμενων Κυριακών να εφαρμόστηκε πέρσι σε περιορισμένα μαγαζιά και περιοχές (πχ στην Ερμού, κοντά στο αεροδρόμιο και -για λίγες Κυριακές- στη Θεσσαλονίκη), ωστόσο, τα αφεντικά του Εμπορίου φαίνεται ότι παίρνουν αυτό που επιζητούν: Να έχουν τη δυνατότητα να κινούνται όπως θέλουν κάθε φορά, δίχως το όποιο εμπόδιο των αργιών και των κάθε είδους εργατικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, δεν ξεχνάμε ότι μέσω της κατάργησης της Κυριακάτικης αργίας και των υπολοίπων αργιών, παίζεται -στις πλάτες των εργαζομένων πάντοτε- και το παιχνίδι των αφεντικών για το «μοίρασμα της πίτας» στο Εμπόριο. Και μπορεί αρκετοί εργοδότες να μην επέλεξαν πέρσι να εκμεταλλευτούν το νόμο των «32 Κυριακών» και να μην άνοιξαν τα μαγαζιά τους, ωστόσο, πίσω από αυτήν την εξέλιξη βλέπουμε ξεκάθαρα και το αποτέλεσμα των αγώνων μας και την οργή των συναδέλφων που θα καλούνταν για δουλειά κάθε Κυριακή και η οποία θα έβρισκε το έδαφος να μετεξελιχθεί σε συλλογική αντίσταση. Τη συλλογική αυτή αντίσταση λοιπόν είναι ανάγκη να αντιπαραθέσουμε στις όποιες βλέψεις των εργοδοτών μας για άνοιγμα των μαγαζιών τις Κυριακές.
Η ολοκληρωτική πλέον κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας αποτελεί ένα μέτρο που επιφέρει την ακόμα μεγαλύτερη σωματική και ψυχική εξόντωσή μας και την πλήρη υφαρπαγή του όποιου ελεύθερου χρόνου μας. Ένα μέτρο που έρχεται να επιδεινώσει την όλη δυσχερή κατάσταση που ως εργαζόμενοι βιώνουμε, με την υπερεντατικοποίηση και το «διευθυντικό δικαίωμα», αλλά και τους πετσοκομμένους μισθούς ή και την μη καταβολή των δεδουλευμένων, τις απολύσεις, τις ατομικές συμβάσεις, τη δουλειά μέσω εταιριών ενοικίασης προσωπικού, και τα τόσα άλλα κρούσματα εργοδοτικής τρομοκρατίας και ασυδοσίας.
Την ίδια ώρα βιώνουμε μια ανελέητη επίθεση στα ασφαλιστικά μας δικαιώματα και ακόμα και στο δικαίωμά μας στην κήρυξη απεργιών. Και βέβαια, όπως άλλωστε έχει περίτρανα καταδειχθεί, η Κυριακάτικη λειτουργία των καταστημάτων δεν οδηγεί σε νέες προσλήψεις, αλλά στο οι ίδιοι εργαζόμενοι να αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε επιπλέον, χωρίς πολλές φορές να παίρνουμε ούτε τη μία επιπλέον μέρα ρεπό, ούτε την προσαύξηση (75%) που δικαιούμαστε.
Παράλληλα, ως προς το ζήτημα του χρόνου εργασίας, το ωράριο «ξεχειλώνει» και τις υπόλοιπες ημέρες με διάφορα προσχήματα, με πιο τρανταχτό παράδειγμα το βάρβαρο θεσμό των «λευκών -ή του όποιου άλλου χρώματος- νυχτών». Μάλιστα, στο πλαίσιο της «Αθήνας – Παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου» κάποιοι έχουν τολμήσει να οραματίζονται και «λευκές νύχτες στα βιβλιοπωλεία»!
Την ίδια ώρα επιχειρείται η κλοπή κι άλλων αργιών, με πιο τρανταχτά παραδείγματα την κατ’ έθιμο αργία στις 2 Γενάρη στον κλάδο του εμπορίου και τις αργίες στις 26/12 και 6/1. Εν τω μεταξύ, στον κλάδο του βιβλίου συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό η υφαρπαγή της αργίας του αγίου πνεύματος. Και βέβαια, η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας αποτελεί ένα μέτρο που πολύ σύντομα, όπως φαίνεται και όπως άλλωστε εξ αρχής είχαμε σημειώσει, θα γενικευθεί και σε πολλούς άλλους εργασιακούς κλάδους.
Καθώς αυξάνονταν οι Κυριακές (από το 2013 ως σήμερα), γίνονταν ολοένα και πιο ισχυρές οι πιέσεις κυβερνώντων, κεφαλαιοκρατών (ιδίως ντόπιων και ξένων αφεντικών του κλάδου του εμπορίου και των ξενοδοχείων) και των διάφορων μηχανισμών τους, όπως τα καθεστωτικά ΜΜΕ, προς εμάς τους εργαζόμενους. Πιέσεις που αποσκοπούσαν στο να αποδεχτούμε την ολοκληρωτική κυριαρχία της αγοράς στις ζωές μας και την «αδιαμφισβήτητη αλήθεια» της ανάπτυξης (…της κερδοφορίας των αφεντικών), της «ανταγωνιστικότητας» και του «εκσυγχρονισμού»! Κατά τα τελευταία χρόνια το όλο αυτό σχέδιο διανθίστηκε και από τον εμπαιγμό της παρούσας κυβέρνησης, περί του δήθεν αγώνα της για επαναφορά της Κυριακάτικης αργίας…
Βέβαια, από την πλευρά μας ήταν εξ αρχής δεδομένο ότι τίποτε δεν επρόκειτο να μας χαριστεί ή να κερδηθεί μέσω κάποιου σωτήρα που θα έδινε τη μάχη για λογαριασμό μας ή που θα υποσχόταν να δικαιώσει τον αγώνα μας. Γι’ αυτό και όλα αυτά τα χρόνια στηριχτήκαμε αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις και προσπαθήσαμε να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας μαζί με τους συναδέλφους μας από όλο τον κλάδο του εμπορίου και από κάθε χώρο δουλειάς και από κοινού με τον κόσμο του αγώνα μέσα και από το Συντονιστικό δράσης ενάντια στην κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας και τα «απελευθερωμένα» ωράρια, που δημιουργήθηκε ύστερα από σχετικό κάλεσμα του Συλλόγου μας.
Ούτε φυσικά μας είχε καθησυχάσει η απόφαση του ΣτΕ (Γενάρης 2017) περί αντισυνταγματικότητας του μέτρου των «52 Κυριακών» του 2014. Από τη μία, η μάχη των εργαζομένων για την Κυριακάτικη αργία, τόσο στο κινηματικό, όσο και στο νομικό πεδίο, δεν πρέπει να περιορίζεται σε έναν αριθμό Κυριακών (πχ. εναντίωση για τις 52 και όχι και για τις 8 Κυριακές), σύμφωνα με ό,τι μπορεί να συμφέρει μια μεγάλη μερίδα εργοδοτών (που εκφράζονται μέσα από την ΕΣΕΕ και τη ΓΣΕΒΕΕ), ούτε και να στηρίζεται σε συμμαχίες με τα κάθε είδους αφεντικά. Από την άλλη, ό,τι κερδίζουμε διασφαλίζεται μόνο μέσα από τη συνέχεια και το δυνάμωμα των αγώνων μας. Άλλωστε, το γεγονός ότι εξακολουθεί να έχει ισχύ ο νόμος για τις «8 Κυριακές», αλλά και η πρόσφατη νομοθέτηση των «32 Κυριακών» (για την οποία επίσης έχει γίνει προσφυγή -και πλέον και εκδίκαση- στο ΣτΕ και σε μισό χρόνο αναμένεται να βγει η όποια απόφαση) αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση μπορεί να νομοθετεί ακόμα και κόντρα στο Σύνταγμα, του «υπέρτατου» για αυτήν νόμο.
Από την πλευρά μας, έχοντας αποφασίσει να δώσουμε συνέχεια στον αγώνα μας αυτό, προχωράμε σε απεργία στον κλάδο μας για την Κυριακή 1 Απρίλη, όπως και για την Κυριακή 6 Μάη. Και κάπως έτσι είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε και για τις αμέσως επόμενες Κυριακές (Μάης-Οκτώβρης) για όσα μαγαζιά του κλάδου μας επιχειρήσουν να είναι ανοιχτά, βασιζόμενοι βέβαια στην οργή και τη θέληση για έμπρακτη αντίσταση που θα εκφραστεί από τους ίδιους τους συναδέλφους μας στα μαγαζιά αυτά.
Επίσης, καλούμε την ΟΙΥΕ να κηρυξει άμεσα απεργία για τις δυο αυτές προσεχείς Κυριακές για όλο τον κλάδο του εμπορίου σε πανελλαδικό επίπεδο, ώστε να μπορεί να δοθεί η μάχη αυτή με όσο το δυνατό καλύτερους όρους, με καλή προετοιμασία και σε ευρεία κλίμακα. Παράλληλα, καλούμε το σύνολο των κλαδικών κι επιχειρησιακών σωματείων του εμπορίου να κηρύξουν απεργίες και να οργανώσουν αγωνιστικές κινητοποιήσεις για τις Κυριακές που μας επιβάλλεται να πάμε για δουλειά, ώστε να δώσουμε όλοι μαζί και συντονισμένα τη μάχη αυτή.
Πίσω μας λοιπόν έχουμε πλέον έναν πολύχρονο αγώνα, με σημαντικές μάχες μέσα και έξω από τους χώρους δουλειάς μας, τόσο στο κέντρο της Αθήνας όσο και σε διάφορες πόλεις και γειτονιές. Με απεργίες και απεργιακές περιφρουρήσεις, παρεμβάσεις, διαδηλώσεις, αλλά και με καταστολή, διώξεις και καταδίκες. Δίνοντας το αγωνιστικό παρών κάθε φορά (…άρα και κάθε Κυριακή), που επιχειρούνταν η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων μας. Μέσα από τον αγώνα αυτό έχουν γίνει σταθερά βήματα προς την κατεύθυνση της οργάνωσής μας, της συλλογικοποίησης των ίδιων των συναδέλφων από τον κλάδο του εμπορίου και της ανάδειξης μιας σειράς ζητημάτων (και πέραν αυτού της Κυριακάτικης αργίας) από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων.
Είναι ανάγκη να αντιληφθούμε τη δύναμη που έχουμε στα χέρια μας ως οι πραγματικοί παραγωγοί του πλούτου που υπάρχει γύρω μας και βασιζόμενοι στις δικές μας πλάτες και με όπλο μας την ταξική αλληλεγγύη, με τη συσπείρωσή στο Σύλλογό μας να συνεχίζουμε ολοένα και πιο δυναμικά να οργανωνόμαστε και να αντιστεκόμαστε συλλογικά μέσα κι έξω από τους χώρους δουλειάς μας. Επίσης αναγκαίος είναι και ο συντονισμός των εργατικών σωματείων στη βάση των κοινών συμφερόντων της τάξης μας. Όπως άλλωστε και η συστράτευση του συνόλου των αντιστεκόμενων και καταπιεζόμενων κομματιών της κοινωνίας στους ταξικούς-κοινωνικούς αγώνες καθώς και η σύνδεση των αγώνων αυτών.
Ούτε 52, ούτε 32, ούτε κι 8! Καμία Κυριακή τα μαγαζιά ανοιχτά! Τα εργατικά συμφέροντα μπροστά.
Άμεση νομοθετική κατοχύρωση της Κυριακάτικης αργίας.
Δεν λείπουν οι ώρες για να ψωνίζουμε. Λείπουν τα φράγκα και οι ώρες για να ζήσουμε.
Αυξήσεις στους μισθούς – Λιγότερη δουλειά
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας σύμφωνες με τις ανάγκες μας
Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου – Ψηφιακών Μέσων Αττικής
ΠΗΓΗ: ergasianet.gr
Η ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στο έδαφος της κοινωνικής καταστροφής

Από τον Ανέστη Ταρπάγκο
Μπαίνουμε ήδη στην τέταρτη χρονιά, από το 2014 μέχρι σήμερα, όπου οι ισολογισμοί των 22.500 ιδιωτικών επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της ελληνικής οικονομίας που είναι καταχωρημένοι στη βάση δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν ανοδική πλέον τάση των κερδοφόρων αποτελεσμάτων τους. Κι’ αυτό αφήνοντας πίσω πλέον την πρώτη εξαετία της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία και διεθνώς, όπου η αποδοτικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας είχε φτάσει στο ναδίρ, σωρεύοντας υπερμεγέθεις ζημίες, εξ αιτίας ακριβώς της εγγενούς φύσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.
Η επεξεργασία και δημοσιοποίηση των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων [ICAP «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 10.696 ελληνικών επιχειρήσεων με δημοσιευμένους ισολογισμούς χρήσης 2016 / 2015»], είναι καταλυτική από κάθε άποψη, καταγράφοντας πλέον την οριστική μετάβαση του ελληνικού κεφαλαίου στον ορίζοντα μιας πολυσήμαντης ανάκαμψης της κερδοφορίας, παρόλη την σχετική στασιμότητα των υπολοίπων επιχειρηματικών μεγεθών, στο σύνολο των μεγάλων κλάδων της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας.
Υπερμεγέθης κερδοφορία με παρατεταμένη στασιμότητα
Έτσι στο σύνολο των μισών καπιταλιστικών επιχειρήσεων της χώρας καταγράφεται στους ισολογισμούς τους του 2016 σε σχέση με την προηγούμενη οικονομική χρήση του 2015, μια αύξηση της κερδοφορίας τους από τα 2.193 εκατομμύρια ευρώ στα 3.784 εκατομμύρια ευρώ, πράγμα που υποδηλώνει μια φαντασμαγορική πραγματικά ποσοστιαία εκτίναξη στο επίπεδο του 73%. Και αντίστοιχα τα μικτά τους κέρδη αυξήθηκαν κατά 6% περνώντας από τα 24.013 εκατομμύρια ευρώ στα 25.486 εκατομμύρια ευρώ, οδηγώντας εξ αυτού του λόγου στην πολυσήμαντη βελτίωση του συνολικού λειτουργικού αποτελέσματος κατά 46%, ενώ και τα συνολικά κέρδη EBITDA αυξήθηκαν από τα 10.275 εκατομμύρια ευρώ στα 11.938 εκατομμύρια ευρώ (αύξηση κατά 16%). Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη ολοκληρωμένη επιχειρηματική οικονομική χρήση του ελληνικού καπιταλισμού με τέτοια αποτελεσματικότητα στην καπιταλιστική αποδοτικότητα συμπίπτει με την οικονομική διαχείριση της μνημονιακής πραξικοπηματικής διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (πραξικοπηματικής κατά το ότι καταπάτησε την πλειοψηφική λαϊκή εντολή του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, μετατρέποντας το συντριπτικό 62% του «όχι» των λαϊκών τάξεων στο «ναι» των αστικών δυνάμεων).
Και το πολύ σημαντικό ζήτημα είναι ότι αυτή η αθροιστική εκτίναξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου δεν πραγματοποιήθηκε με μιαν αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη που παρέμενε αναιμική και με αρνητικό πρόσημο, δεν υλοποιήθηκε με τεχνολογικούς εκσυγχρονισμούς, δεν συνοδεύτηκε από την παραγωγή νέων προϊόντων, δεν μεταφράστηκε με το άνοιγμα και το κέρδισμα νέων αγορών. Και πραγματικά στην ίδια περίοδο 2016 / 2015 τα καθαρά πάγια (οι περίφημες «επενδύσεις») των 10.696 επιχειρήσεων παρέμειναν στάσιμα στα 122.833 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών (τζίρος) αυξήθηκε μόνον κατά 3% από τα 113.697 εκατομμύρια ευρώ στα 117.322 εκατομμύρια ευρώ. Βέβαια αυτά τα μεγέθη χαρακτηρίζουν τους μεγάλους τομείς της ελληνικής παραγωγής (μεταποίηση, εμπόριο, ενέργεια, μεταφορές επικοινωνίες, υπηρεσίες), ενώ κατά πολύ μικρότερη είναι η συμβολή των υπολοίπων τομέων (γεωργίας, ορυχείων, κατασκευών, επισιτισμού).
Να λοιπόν αφετηριακά ποιο είναι το «θαύμα» της μνημονιακής πολιτικής και της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου : Χωρίς την συνδρομή των παραμέτρων νέων επενδύσεων, διεύρυνσης του τζίρου, τεχνολογικής ανανέωσης, επέκτασης κλπ. να κατορθώνει να επιτυγχάνει προσαύξηση των καθαρών κερδών και του λειτουργικού επιχειρηματικού αποτελέσματος κατά 73% σε μια και μόνον οικονομική χρήση. Μέγιστο άρα το πολιτικό και οικονομικό επίτευγμα για την αστική τάξη και το τρίγωνο των μνημονιακών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), να επιτυγχάνουν με τα ατελεύτητα μέτρα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων (2010 – 17) της αποψίλωσης των μισθών, της αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, της υψηλής σταθερής ανεργίας, της υπέρ-φορολόγησης, της υποβάθμισης και ιδιωτικοποίησης των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, της κατακρεούργησης των συντάξεων κλπ., πλήρη ανάκαμψη της επιχειρηματικής κερδοφορίας απλούστατα χωρίς «καμία ανάπτυξη». Κι’ αυτό να επιτυγχάνεται με την αποκλειστική μεταφορά του εργατικού λαϊκού εισοδήματος στους έλληνες καπιταλιστές, ενώ ένα άλλο μέρος του μεταβιβάζεται για την εξυπηρέτηση του χρέους της αστικής τάξης στο ευρωπαϊκό τοκογλυφικό κεφάλαιο. Για ποιά «ανάπτυξη» γίνεται λόγος όταν εν μέσω βαθειάς οικονομικής ύφεσης ο μόνος δείκτης που «ευημερεί» είναι η καπιταλιστική κερδοφορία με την αυταρχική επιβολή αναδιανομής εισοδήματος από την εργατική τάξη στο κεφάλαιο…
Βέβαια αυτά δεν σημαίνουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κατορθώσει να υπερβεί την κρίση υπερσυσσώρευσης που τον έχει πλήξει : Μπορεί το 63% των επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της οικονομίας να έχει εισέλθει στις λεωφόρους της κερδοφορίας, το υπόλοιπο όμως 37% συνεχίζει να βρίσκεται στην τροχιά της ζημιογόνου επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αν τώρα πάρουμε μόνον το σύνολο των κερδοφόρων εταιριών του 2016 / 2015 τότε διαπιστώνουμε ότι οι 6.759 από τις 10.696 επιχειρήσεις του δείγματος της βάσης δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν κερδοφορία κατά πολύ υψηλότερη (αν τις απομονώσουμε από τις υπόλοιπες 3.937 που είναι ζημιογόνες), που φτάνει στο επίπεδο των 6.726 εκατομμυρίων ευρώ, διπλάσιο του συνόλου, εφόσον δεν παίρνονται υπόψη οι ζημιογόνες εταιρίες. Και μάλιστα αν αναχθούμε στο σύνολο των μονάδων του εταιρικού τομέα της οικονομίας (22.500 εταιρίες της βάσης δεδομένων), η τελική κερδοφορία που προκύπτει είναι της τάξης των 13.923 εκατομμυρίων ευρώ, επίπεδο που προσεγγίζει την αποδοτικότητα πλέον του ελληνικού κεφαλαίου στα προ της κρίσης επίπεδα της δεκαετίας του 2000.

Ακύρωση των μνημονίων = απαρχή σοσιαλιστικής μετάβασης
Ολόκληρη άρα η φιλολογία που αναπτύσσεται περί της θρυλούμενης «ανάπτυξης», κι’ αυτό από διάφορες πλευρές του πολιτικού φάσματος, ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων των τριών μνημονίων, αποδεικνύεται ανυπόστατη και φαντασιακή, ενώ το μόνο οικονομικό μέγεθος που επιδιώχθηκε και επιζητείται να αναπτυχθεί είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου. Κι’ αυτό μάλιστα με μοναδικό ταξικό όπλο των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων την βίαιη αναδιανομή πλούτου από την μισθωτή εργασία προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» επιδιώκεται σήμερα να σταθεροποιηθεί, με την διατήρηση σε ισχύ των εκατοντάδων εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, πέραν των φληναφημάτων περί προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, οι οποίες το μόνον ενδιαφέρον που εκδηλώνουν είναι για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων μονοπωλιακών επιχειρήσεων, με έτοιμες υποδομές δημόσια χρηματοδοτημένες, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία και εξασφαλισμένο κύκλο εργασιών (εφόσον πρόκειται για μονοπωλιακές δραστηριότητες), χωρίς την ανάληψη κανενός είδους επιχειρηματικού ρίσκου.
Αν με τις μνημονιακές πολιτικές και τις αναδεικνυόμενες σήμερα μετά – μνημονιακές προοπτικές (επιμονή στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων) επέρχονταν μια ορισμένη αντιστροφή της πορείας των πραγμάτων, δηλαδή διευρύνονταν η παραγωγική δραστηριότητα, αυξάνονταν ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, ενισχύονταν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, και έτσι συνολικά η εξέλιξη του ΑΕΠ έπαιρνε μια σαφή ανοδική πορεία, επιφέροντας παράλληλα τη μείωση της ανεργίας (με την δημιουργία θέσεων εργασίας 8ωρης απασχόλησης, αυξημένων μισθών συλλογικών συμβάσεων και αορίστου χρόνου, και όχι μερικής και προσωρινής απασχόλησης), τότε λογικά θα προέκυπτε και μια ορισμένη αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου και της αντίστοιχης επιχειρηματικής κερδοφορίας. Κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει : Ο ελληνικός καπιταλισμός ζει και αναπαράγεται όχι από την εξέλιξη αυτών των οικονομικών παραμέτρων, αλλά αποκλειστικά από αυτή τη συνεχή ροή εισοδήματος από τους εργαζόμενους στο κεφάλαιο, πράγμα που αποκλειστικά ερμηνεύει το ποσοστό αύξησης της κερδοφορίας κατά 73%, με στάσιμο σχεδόν το ενεργητικό και τον τζίρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Γι’ αυτό το λόγο και οι προσανατολισμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό ορισμένων αριστερών δυνάμεων που θέτουν στο επίκεντρο της πολιτικής τους γραμμής την επίτευξη μιας «αναπτυξιακής άνοιξης», με εθνικά ανεξάρτητα και πατριωτικά περήφανα χαρακτηριστικά, μια «παραγωγική ανασυγκρότηση» της οικονομίας, (πράγμα στο οποίο η ίδια η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αφιερώνει τόσα περιφερειακά «αναπτυξιακά» συνέδρια), μια στήριξη και ενίσχυση του μικρομεσαίου επιχειρηματικού κεφαλαίου, ως προϋπόθεση μιας πολιτικής κοινωνικής δικαιοσύνης, αστοχούν ως προς τις επιδιώξεις τους και εμφανίζουν σαφή ανακολουθία στη λογική τους. Αυτή η λογική της πρωταρχικότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ταλάνισε αφόρητα το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα (και συνεχίζει να το κάνει και σήμερα), στην καλύτερη περίπτωση καταλήγει στην αναπαραγωγή λειτουργίας μορφών ενός κρατικού ή και ταυτόχρονα ιδιωτικού καπιταλισμού (τα παραδείγματα του σοβιετικού και του κινεζικού υποδείγματος είναι καθοριστικά), και σε καμία περίπτωση δεν απολήγει στον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης που δηλώνεται ότι υποστηρίζεται.
Μόνον η ριζική αναδιανομή αυτής της καπιταλιστικής κερδοφορίας που έχει ανακάμψει, με την ακύρωση του συνολικού φάσματος των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων, είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην βασική και θεμελιακή ικανοποίηση των εργατικών λαϊκών αναγκών, που έχουν πληγεί και αποψιλωθεί από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις. Αυτός ο κεντρικός πολιτικός στόχος της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος, εκφεύγει από το πεδίο της λογικής της πρωταρχικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, και βρίσκεται στην τροχιά της στρατηγικής μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που αντιπροσωπεύει και τον υπαρξιακό λόγο υπόστασης του κινήματος της εργατικής χειραφέτησης. Ωστόσο αυτό θέτει τα ζητήματα σε εντελώς διαφορετική βάση, δίνοντας την έμφαση στην ανάδειξη σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ως προϋπόθεσης για την πλήρη δημιουργική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων.
Μια τέτοια αντικαπιταλιστική προοπτική στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, που επιζητεί την ανατροπή της τάξης των «memorandum perennis», είναι φανερό ότι δεν μπορεί να συμβαδίσει με την ταυτόχρονη παραγωγική απογείωση της εθνικής οικονομίας, του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος. Κι’ αυτό γιατί ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός, αφού είδε την κερδοφορία του να εκσφενδονίζεται στα τάρταρα στα 2010 εξ αιτίας της εγγενούς του κρίσης υπερσυσσώρευσης, φρόντισε και κατόρθωσε να επιβάλει, από κοινού με τα όργανα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και σε διαπλοκή με τον εθνικό δανεισμό και τη λειτουργία της ευρωζώνης, τα τρία αλλεπάλληλα μνημόνια, προκειμένου να εξασφαλίσει τους όρους της αναπαραγωγής του, και αν όχι της ανάπτυξης, τουλάχιστον της ανάκαμψης της κερδοφορίας του. Συνεπώς το πριόνισμα των τριών θεμελιωδών μνημονιακών πυλώνων του συστήματος αστικής κυριαρχίας, σε σημαντικό βαθμό οδηγεί στην κατάργηση των προϋποθέσεων κερδοφόρας αναπαραγωγής του (νέες μορφές συσσώρευσης ζημιών, μαζικές εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων κλπ. δηλαδή τάσεις αστικής οικονομικής κατάρρευσης).
Γίνεται δηλαδή αντιληπτό ότι μια ριζοσπαστική αντιμνημονιακή πολιτική, που εκ της φύσεώς της έχει αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί παρά να προσλάβει ευθέως μια σοσιαλιστική φυσιογνωμία καθολικής παραγωγικής αναδιοργάνωσης με βάση τα κριτήρια ικανοποίησης των ζωτικών λαϊκών αναγκών, παραγωγικής διαχείρισης των ίδιων των εργατικών συλλογικοτήτων, γενικευμένου κοινωνικού ελέγχου, παραγκωνισμού της λειτουργίας των ανταγωνιστικών διαδικασιών, εγκαθίδρυσης της δημοκρατικής εξουσίας των εργαζομένων τάξεων κ.ά. : Σχετικά μ’ αυτή την αναγκαιότητα δεν μπορεί να υπάρχει καμία πολιτική αυταπάτη. Ανάμεσα στη σημερινή συγκυρία της ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της παράλληλης κοινωνικής εξαθλίωσης και στην αποκατάσταση μιας κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να διαμεσολαβούν κάποια «στάδια» επιχειρηματικής ανάπτυξης εθνικού ανεξαρτησιακού χαρακτήρα : Μόνον ένα ενδιάμεσο σοσιαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να έχει οργανική θέση. Ούτε κάτι περισσότερο (εδώ και τώρα «κομμουνισμός»), ούτε κάτι λιγότερο (παραπομπή του σοσιαλισμού στις ελληνικές καλένδες).
ΠΗΓΗ: ergasianet.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή