Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Με επιστολή τους 1.000 πανεπιστημιακοί απαντούν στην υπουργό Παιδείας για το νόμο – έκτρωμα που έφερε σχετικά με τα πανεπιστήμια.

Λάβαμε την επιστολή που απευθύνατε στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας όπου παρουσιάζετε τα «οφέλη» του σχεδίου νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και νιώθουμε βαθιά απογοητευμένοι/ες και προσβεβλημένοι/ες. Οι «δέσμες ρυθμίσεων» στις οποίες αναφέρεστε αφορούν σχεδόν όλες τη δυνατότητά μας για παράλληλες δραστηριότητες, πέραν εκείνων που απαιτεί η ιδιότητα του/της πανεπιστημιακού δασκάλου/ας, δραστηριότητες που θα μας επιτρέψουν να έχουμε πρόσθετα εισοδήματα. Είναι αλήθεια ότι οι μισθοί μας είναι χαμηλοί, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι έχει μειωθεί δραματικά το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων μας και ότι επωμιζόμαστε όλο και περισσότερα διοικητικά και διδακτικά καθήκοντα. Ωστόσο, ασκούμε το λειτούργημά μας με αξιοπρέπεια και αφοσίωση, επειδή νιώθουμε ότι αυτό είναι το χρέος μας απέναντι στους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της.
Στα χρόνια της οικονομικής και της υγειονομικής κρίσης, το ελληνικό πανεπιστήμιο όχι μόνο άντεξε αλλά συνέχισε να παράγει υψηλής ποιότητας ερευνητικό έργο και να παρέχει στους φοιτητές και τις φοιτήτριές του επιστημονική γνώση και επαγγελματική κατάρτιση. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το να θεωρείτε ότι σε αυτή την ιστορικά κρίσιμη καμπή αυτό που χρειάζεται το πανεπιστήμιό μας είναι να έχουμε τη δυνατότητα να λείπουμε εκατό μέρες τον χρόνο με άδεια (αντί για εξήντα που ίσχυε μέχρι τώρα) και να κάνουμε έξι ώρες μάθημα την εβδομάδα αλλά μόνο σε προπτυχιακό επίπεδο! Δημόσιο πανεπιστήμιο σημαίνει υποχρέωση της πολιτείας για οικονομική ενίσχυση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και όχι απλώς απελευθέρωση των διαδικασιών απόκτησης πρόσθετου εισοδήματος των μελών ΔΕΠ.
Εφόσον ψηφιστεί ο νέος νόμος, αλλάζει δραματικά το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο κλείνοντας τις πόρτες του στα παιδιά εκείνα που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν. Οι φοιτητές και φοιτήτριες δεν θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να φοιτήσουν σε δωρεάν μεταπτυχιακά. Οι ρυθμίσεις που «απελευθερώνουν» τις μεταπτυχιακές σπουδές προβλέπουν ότι τα μεταπτυχιακά προγράμματα δεν χρηματοδοτούνται πλέον από το Υπουργείο Παιδείας και το διδακτικό έργο των μελών ΔΕΠ δεν τα περιλαμβάνει. Επομένως θα είναι αδύνατο να είναι βιώσιμα όσα μεταπτυχιακά δεν θα έχουν δίδακτρα.
Δημόσιο πανεπιστήμιο σημαίνει οργάνωση των σπουδών με επιστημονικά κριτήρια και όχι απορρύθμιση και κατακερματισμό της γνώσης με πληθώρα παρεχόμενων τίτλων και σπουδών. Η «ευελιξία» στα προγράμματα σπουδών και τα διδακτορικά σημαίνει ότι θα μειωθεί το μόνιμο προσωπικό των πανεπιστημίων σε όφελος διαφορετικών κατηγοριών διδασκόντων που θα προσλαμβάνονται για βραχεία παρουσία (επισκέπτες/τριες, εντεταλμένοι/ες διδασκαλίας κ.λπ.) ώστε να μην επενδύουν μακροπρόθεσμα στο πανεπιστήμιο.
Αυτό σημαίνει και η επαναφορά ομότιμων και συνταξιούχων σε όλες τις ακαδημαϊκές δραστηριότητες. Αντίθετα, οι νέοι/ες επιστήμονες/ισσες θα δυσκολευτούν να βρουν θέση στο πανεπιστήμιο του «μέλλοντος», εφόσον θα εργάζονται με ελαστικές σχέσεις εργασίας και πενιχρές αμοιβές και θα εξαρτώνται από τους διδάσκοντες και τις διδάσκουσες ανώτερων βαθμίδων, όπως συνέβαινε παλιά όταν ο κάτοχος της «έδρας» ήταν παντοδύναμος.
Θεωρούμε επίσης ότι δεν είναι δυνατόν ένας νόμος να προβλέπει με εξονυχιστικές λεπτομέρειες το αν θα διδάξουμε εξ αποστάσεως ή μέσα στο αμφιθέατρο και με ποιους τρόπους έχουμε δικαίωμα να εξετάσουμε τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας. Όλο το νομοσχέδιο διαπνέεται από βαθιά περιφρόνηση, καχυποψία και απαξίωση για τους Έλληνες και Ελληνίδες πανεπιστημιακούς. Υποθέτουμε ότι αυτός είναι ο λόγος που παύουμε πλέον να έχουμε λόγο στην εκλογή πρυτάνεων/ισσών, κοσμητόρων/ισσών και αντιπρυτάνεων/ισσών ως ανάξιοι/ες αυτοδιοίκησης.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο μέχρι σήμερα ταυτιζόταν με την ακαδημαϊκή ελευθερία και το αυτοδιοίκητο. Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα μέχρι σήμερα αποφάσιζαν για τις δικές τους υποθέσεις με τα δικά τους όργανα. Με όργανα που αναδεικνύονται με καθολική ψηφοφορία αλλά και ευρεία αντιπροσωπευτικότητα και που απαρτίζονται από πρόσωπα επιφορτισμένα με την πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους.
Δημόσιο πανεπιστήμιο σημαίνει, σε κάθε περίπτωση, αξίωση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για μη επέμβαση του κράτους στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους. Οι πανεπιστημιακοί είναι η μόνη κατηγορία δημοσίων λειτουργών που υπόκειται σε συνεχείς κρίσεις και αξιολογήσεις και το πανεπιστήμιο είναι ένας από τους ελάχιστους θεσμούς της χώρας όπου κυριαρχεί η διαφάνεια και η λογοδοσία. Παρά τη συστηματική προσπάθεια δυσφήμισης, η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ότι χάρη στο δημοκρατικό, ανοιχτό σε όλους και όλες πανεπιστήμιο, έχουν τη δυνατότητα τα παιδιά της να διαπρέψουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι διδάσκουσες και οι διδάσκοντες σήμερα στα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν εξαιρετικά βιογραφικά με διεθνείς σπουδές και δημοσιεύσεις και η Ελλάδα παράγει πολύ περισσότερα ερευνητικά αποτελέσματα από όσα αναλογούν στο μέγεθός της.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει υπαρκτά προβλήματα που όμως δεν μπορούν να λυθούν ούτε με τον αυταρχισμό και την επιβολή ενός καθεστώτος αστυνόμευσης, ούτε με τη συνεχή συκοφάντηση του θεσμού αλλά και όσων τον υπηρετούν. Και προφανώς δεν μπορούν να λυθούν με τον στραγγαλισμό της δημοσιονομικής βάσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα.
Λυπούμαστε που χάνεται άλλη μία ευκαιρία μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Δυστυχώς σχεδιάστηκε ερήμην και εναντίον της Ακαδημαϊκής Κοινότητας. Δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε το έργο μας με αξιοπρέπεια και αίσθημα ευθύνης, υπηρετώντας το δημόσιο πανεπιστήμιο και τις αξίες της δημοκρατικής παιδείας και ζητάμε, έστω την ύστατη στιγμή, να αποσυρθούν όλες οι διατάξεις που υπονομεύουν το μέλλον της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
ΠΗΓΗ: kommon.gr
Έτοιμοι και για πρόωρες εκλογές

Η κυβερνητική πολιτική βαθαίνει την οικονομική κρίση και τα λαϊκά προβλήματα μεγεθύνονται. Δεν γίνεται να αποσιωπηθούν.
Στοιχεία από πρόσφατες δημοσκοπήσεις κάνουν ευρύτερα γνωστό το μέγεθος του προβλήματος με το οποίο καλείται να αναμετρηθεί η νέο φιλελεύθερη πολιτική της.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της εταιρείας Pulse για τον ΣΚΑΪ (9-6-22) , το 83% (62% πολύ και 21% αρκετά) των ερωτηθέντων απαντούν πως ανησυχούν (…sic έκφραση) για την οικονομία. Αντίθετα το 4% απαντά ότι …ανησυχεί λίγο και ελάχιστα έως καθόλου!
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δημοσκόπηση της εταιρίας Prorata, (ανακοινώθηκε στις 5 Ιουνίου 2022 στο CNN) διαπιστώνεται ότι οι ερωτώμενοι είναι απογοητευμένοι από κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Στην ερώτηση πόσο ικανοποιημένοι είστε από το κυβερνητικό έργο της ΝΔ, το 66% απαντά «όχι ιδιαίτερα/καθόλου», ενώ το 34% απαντά «απόλυτα/αρκετά».
Στην ίδια έρευνα δήλωσαν πολύ πιο δυσαρεστημένοι από το αντιπολιτευτικό έργο όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μέτρησης, «όχι ιδιαίτερα/καθόλου» ικανοποιημένοι από το αντιπολιτευτικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε το 79%, από του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ το 82% και από αυτό του ΚΚΕ το 85%.
Παράλληλα, το 73% των πολιτών απάντησε πως δεν είναι ικανοποιημένοι από τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται η κυβέρνηση το μεγάλο πρόβλημα της ακρίβειας.
Οι διαμορφωτές των θέσεων της αστικής κυβερνητικής διαχείρισης δεν μπορούν να αλλάξουν το περιεχόμενο της πολιτικής τους. Ακολουθούν πιστά οικονομικές δεσμεύσεις απέναντι σε υπερεθνικούς οργανισμούς οι οποίοι καθορίζουν τα εκάστοτε περιθώρια κινήσεων κάθε μέλους τους.
Η στάση αυτή είναι απόρροια του κεντρικού δόγματος της Ελληνικής αστικής τάξης ότι ανήκουμε εις την Δύση. Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης μάλιστα το …βελτίωσε με ομιλία του στη Βουλή λέγοντας ότι είμαστε μέρος της Δύσης. Είμαστε δηλαδή Νατοϊκό έδαφος όπως διακήρυξε ο πρόεδρος Μπάιντεν και δεν αντέδρασε κανένα από τα τρία τουλάχιστον κόμματα που διεκδικούν να έχουν άμεσα κυβερνητικό ρόλο στη χώρα.
Η προσπάθεια τώρα πλέον εντοπίζεται να γίνουν αποδεκτά τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής με κάθε τρόπο ως μοιραία.
Αλλαγή μορφής διακυβέρνησης
Αφού δεν μπορούν να αλλάξουν το περιεχόμενο της πολιτικής τους ετοιμάζονται να αλλάξουν τον τρόπο διακυβέρνησης.
Η αναγκαιότητα να ενισχυθεί ο κυβερνητικός άξονας του αστικού πολιτικού συστήματος της χώρας έχει διαγνωσθεί από τους «αρμόδιους» εξωθεσμικούς και θεσμικούς παράγοντες πολύ νωρίτερα από την τελική πράξη υλοποίησής του.
Έχουν προετοιμαστεί τα τρία κόμματα ( ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) τα οποία θα αναλάβουν τέτοιου χαρακτήρα κυβερνητικά καθήκοντα.
Έχουν θητεύσει στα στενά όρια της Ευρωενωσιακής και Νατοϊκής πολιτικής και έχουν οργανωτικά εξοπλιστεί για την αντιμετώπιση επικίνδυνων και ανοργάνωτων κοινωνικών αναταράξεων.
Έχουν αρχηγούς εκλεγμένους …απευθείας από το λαό και απεξαρτημένους πολιτικά και οργανωτικά από το βάρος της οποιαδήποτε συλλογικής εσωκομματικής διαδικασίας. Οι απαιτούμενες ιδιαίτερες αποφάσεις θα παίρνονται γρήγορα και σε στενό κύκλο.
Είναι λοιπόν έτοιμοι για διεξαγωγή εκλογικής διαδικασίας ακόμη και πρόωρης, όπως απαιτούν πολλοί, από την οποία θα προκύψει το νέο πολιτικό σχήμα.
Ζητούμενο το ισχυρότερο κυβερνητικό σχήμα
Οι προδιαγραφές του είναι συγκεκριμένες. Στη παρούσα συγκυρία θεωρείται ότι πολιτικές μορφές μονοκομματικών κυβερνήσεων δεν επαρκούν για την ασφαλή αντιμετώπιση της κοινωνικής κατάστασης που διαμορφώνεται.
Η περίφημη αυτοδυναμία η οποία μέχρι τώρα εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα θα εκληφθεί ως… ατύχημα.
Η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στα τρία κόμματα περιορίζεται και επικεντρώνεται πλέον στο ποιος θα είναι αρχηγός στο νέο κυβερνητικό σχήμα που θα προκύψει από τις εκλογές.
Ο Κ. Μητσοτάκης και ο Α. Τσίπρας θεωρούν ότι σε κυβέρνηση συνεργασίας, πρωθυπουργός θα είναι ο αρχηγός του πρώτου κόμματος.
Ο Ν. Ανδρουλάκης ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι στις επόμενες εκλογές δεν μπορεί να είναι αρχηγός του πρώτου κόμματος διατείνεται ότι πρωθυπουργός σε κυβέρνηση συνεργασίας δεν μπορεί να είναι ούτε ο Μητσοτάκης ούτε ο Τσίπρας.
Μην ξεχνάμε ότι το ΠΑΣΟΚ έχει πικρή εμπειρία από συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία και το ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα, θα δυσκολευτεί όταν μετά τις δεύτερες εκλογές θα απαιτείται σχήμα συγκυβέρνησης με τη ΝΔ. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ για συγκυβέρνηση υπό το κράτος αντικειμενικά μεγάλων οικονομικών προβλημάτων διανθισμένων πιθανότατα με Τουρκικές απειλές, ίσως και πράξεις, στα εθνικά ζητήματα.
Θα κινδυνέψει να χρεωθεί παρατεταμένη ακυβερνησία αν το ΠΑΣΟΚ έχει την δυνατότητα, και από τα εκλογικά αποτελέσματα, να επιμένει σε σχήμα το οποίο θα συμπεριλάβει με κάποιο τρόπο και τους τρεις σωματοφύλακες του συστήματος.
Θα απειλείται με τη χρέωση τρίτου γύρου εκλογών και με απρόβλεπτα γι’ αυτόν αποτελέσματα. Αλλά όταν πρόσφατα έχεις συγκυβερνήσει με τον Καμένο υπάρχει ο διάδρομος ο οποίος οδηγεί στη λεωφόρο της ολοκληρωτικής συγκυβέρνησης. Άλλωστε πάντα θα υπάρχουν οι …εθνικές ανάγκες.
Αυτές οι εκλογές υπό τους παρόντες συσχετισμούς θα καθορίσουν όχι το είδος της πολιτικής αλλά τον τρόπο που αυτή θα εφαρμοστεί.
Οι κοινωνικές αντοχές και η λαϊκή δραστηριοποίηση θα προσδιορίσουν την παραλλαγή της και την μορφή που αυτή θα εφαρμοστεί.
Για αβάντα στη διαδικασία παραμένουν εν ζωή μικρότερα ή μεγαλύτερα ακροδεξιά σχήματα.
Στην άλλη όχθη
Στην απέναντι όχθη βρίσκεται και θα μεγαλώνει η γενικευμένη λαϊκή δυσφορία για την δική της οικονομική κατάσταση.
Βρίσκονται και εξελίσσονται, εντός ενός γραφειοκρατικά δομημένου συνδικαλιστικού κινήματος, αγωνιστικές και νικηφόρες εργατικές κινητοποιήσεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα νικηφόρο ανεξάρτητο εργατικό κίνημα ικανό να επηρεάσει και τις πολιτικές εξελίξεις.
Βρίσκεται η επίδραση του πολύμορφου με όλες τις ιδιαιτερότητές του διεθνούς εργατικού κινήματος. Με τις ανατάσεις του και τις ανώμαλες προσγειώσεις του. Με τις νίκες και τις ήττες του. Με την αέναη, επί αιώνες πλέον, ασίγαστη αιματηρή πάλη του με στόχο να πάρει στα δικά του χέρια τη συγγραφή της παγκόσμιας ιστορίας.
Σε αυτή την όχθη βρίσκονται υπαρκτά πολιτικά ρεύματα που ανιχνεύουν, προωθούν και δοκιμάζουν την εργατική πολιτική. Δυνάμεις οι οποίες παλεύουν τα «μικρά ζητήματα» όχι για προσγειωθούν και να ενσωματωθούν σε αυτά, αλλά να συμβάλουν πρώτα απ’ όλα στη λύση τους. Δυνάμεις οι οποίες γνωρίζουν ότι τα καθημερινά προβλήματα είναι μικρογραφίες των μεγάλων ιστορικών ζητημάτων.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση της κοινωνικής παρακμής που οδηγεί η αστική πολιτική τη χώρα βρίσκεται η πρόταση μια άλλης πολιτικής με απελευθερωτικά λαϊκά χαρακτηριστικά.
Της πολιτικής που θεωρεί ότι η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ βλάπτει τα εθνικά και λαϊκά συμφέροντα.
Που προβάλει την ανάγκη να συνταχθεί η χώρα με τις παγκόσμιες δυνάμεις που αγωνίζονται για οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία. Με δυνάμεις οι οποίες στην παρούσα στροφή της ιστορίας, εντός μιας εποχής παγκόσμιας καπιταλιστικής κυριαρχίας, αμφισβητούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον ιμπεριαλισμό ως ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων.
Στο πυρήνα αυτής της προσπάθειας θα βρίσκεται πάντα η καθαρότητα της κομμουνιστικής πολιτικής. Αυτή που μπορεί να ανατρέψει και να καταργήσει δια παντός την υπάρχουσα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.
Στην παρούσα εκλογική μάχη, σε αυτή τη κλασσική αστική διαδικασία ανανέωσης της αστικής πολιτικής δυναμικής, θα αποτελέσει βήμα πολιτικής ωρίμανσης η ανάληψη πρωτοβουλίας από τις κομμουνιστικές δυνάμεις της χώρας για συνασπισμό όλων των ποικιλόμορφων δυνάμεων που κινούνται εντός της άλλης πολιτικής πρότασης.
Θα είναι μία σημαντική ένδειξη ότι ήρθε η ώρα όπου οι κομμουνιστές στη χώρα μας μπορούν να περάσουν και πάλι σε κάθε χώρο κοινωνικής δραστηριότητας στη φάση της πολιτικής σύνθεσης. Απαραίτητος όρος για τη συγκρότηση λαϊκών φορέων ικανών να αντιμετωπίσουν τη σφοδρότητα των επιθέσεων που δέχεται η μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού λαού.
Οι προσπάθειες που εξελίσσονται σε αυτή την κατεύθυνση στην περιφέρεια αυτού του κινήματος και βρίσκονται αποσπασματικά στη σκέψη όλων των αγωνιστών μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποκτήσουν σχήμα και να παράγουν μια νέα ποιότητα αριστερής πολιτικής.
Η εκλογική συμμετοχή και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, στην παρούσα συγκυρία, μιας νέας αναβαθμισμένης ενωτικής κομμουνιστικής συμπεριφοράς θα είναι σημαντικό πλήγμα στη επιδίωξη ισχυροποίησης του μηχανισμού κυβερνησιμότητας της αστικής πολιτικής.
Οι υλικές δυνάμεις υπάρχουν για να συμβεί αυτό.
Τώρα, εδώ είναι η Ρόδος εδώ και το πήδημα.
ΠΗΓΗ: kommon.gr
Πληθωρισμός κερδών και κυβερνητικών απατών

Σταύρος Μαυρουδέας
Η κυβερνητική προπαγάνδα προσπαθεί να «πουλήσει» μια υποτιθέμενη δυναμική ανάπτυξη, που τελικά θα διαχυθεί προς όφελος όλων. Στην πραγματικότητα οι βασικοί κυβερνητικοί στόχοι παραπαίουν, λόγω και των δομικών προβλημάτων του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτό που μένει τελικά στην πράξη δεν είναι η «βίαιη ανάπτυξη», αλλά η βίαιη καταλήστευση των εργαζομένων.
Το κυβερνητικό παραμύθι της «βίαιης ανάπτυξης»
Μία πλαστή εικόνα οικονομικής ευφορίας κυριαρχεί στη χώρα (τουλάχιστον μέχρι την έκρηξη του πληθωρισμού), προβαλλόμενη από την κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ. Όπως και όλες οι προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις -ιδιαίτερα σε συγκυρίες παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου όπως η τωρινή- η κυβέρνηση της ΝΔ επιδιώκει να καθησυχάσει την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία για την μίζερη κατάστασή της, υποσχόμενη λαγούς με πετραχήλια και δίνοντας ψίχουλα. Την ίδια ώρα κρύβει επιμελώς τη σαθρή οικονομική κατάσταση της χώρας και τα προβλήματα που οι βαθιές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και η αφόρητη κουτοπονηριά της κυβερνητικής πολιτικής συσσωρεύουν.
Το αφήγημα της ΝΔ είναι ότι εάν η Ελλάδα είναι υπάκουη στα κελεύσματα των δυτικών πατρώνων και ακολουθεί τη μνημονιακή συνταγή (ότι η ευημερία του ιδιωτικού τομέα οδηγεί και στην ευημερία του κοινωνικού συνόλου) θα μπορέσει να βγει από την ελληνική κρίση με την ανάκτηση του χαμένου ΑΕΠ (από το 2009 μέχρι σήμερα). Έτσι, απέναντι στην ανικανότητα και την ασυνέπεια του ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ προβάλλει σαν εγγύηση επιτυχίας την δική της υποτιθέμενη ικανότητα διαχείρισης. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από το εκάστοτε αστικό κυβερνητικό αφήγημα των αγορών, είτε της δεξιάς πειθήνιας υπόκλισης στις αγορές είτε του ΣΥΡΙΖΑϊκού «πεντοζάλη» των αγορών.
Το κυβερνητικό αφήγημα προβλέπει μία «βίαιη ανάπτυξη» (sic!) βασιζόμενη στην ραγδαία αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (μέσω της αύξησης της ανταγωνιστικότητας). Έτσι υποτίθεται ότι θα υπερκαλυφθεί η ουσιαστικά διψήφια υποχώρηση του ΑΕΠ κατά την διπλή κρίση του Covid-19, που συγκαλύφθηκε με στατιστικές αλχημείες σε μονοψήφιο νούμερο.
Σαθρή προπαγάνδα, τρομερή λεηλασία
Και οι τρεις πηγές της κατά κυβέρνησης «βίαιης ανάπτυξης» παραπαίουν. Η αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων είναι μη σημαντική, ασταθής και περιορίζεται σε σκανδαλώδεις και διαπλεκόμενες εκποιήσεις των «ασημικών» της δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής. Χαρακτηριστικά, στην προβεβλημένη περίπτωση του Ελληνικού ο όμιλος Λάτση δεν βάζει δεκάρα από την τσέπη του και προχωρά με το σταγονόμετρο ανάλογα με τις εισπράξεις του. Επιπλέον, οι ξένες επενδύσεις κατευθύνονται κυρίως στους «παραδοσιακούς» τομείς της έγγειας ιδιοκτησίας και του τουρισμού, που απλά αναπαράγουν το στρεβλό παραγωγικό υπόδειγμα του ελληνικού καπιταλισμού. Ιδιαίτερα στον πρώτο η κυβέρνηση ακολουθεί την παραδοσιακή ελληνική αστική πεπατημένη φουσκώνοντας αφύσικα την κτηματαγορά και ξεκινώντας δημόσια κατασκευαστικά έργα (μέσω ΣΔΙΤ, αλλά ξεκοκαλίζοντας τα κονδύλια του Ταμείου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, που βασίζονται και σε δημόσιο δανεισμό και εγγυήσεις), πολλά από τα οποία είναι άχρηστα και θα κάνουν την κακόφημη Καραμανλική επταετία τσιμεντοποίησης του 1950 να ωχριά μπροστά τους.
Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας -το υποκριτικό επιχείρημα της ελληνικής ολιγαρχίας και των μνημονίων για τη μείωση των μισθών- μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια περιοριστικών και αντιλαϊκών πολιτικών παραμένει ένα κακόγουστο αστείο. Καμία ουσιαστική και μόνιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν έχει υπάρξει. Αυτό έχει να κάνει τόσο με την κοντόφθαλμη αδηφαγία του ελληνικού κεφαλαίου όσο και με τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, που φυσικά συνδέονται μεταξύ τους. Όσον αφορά τη μείωση του μισθολογικού κόστους των ελληνικών διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, αυτή πολύ λίγο πέρασε στις τιμές καθώς το ελληνικό κεφάλαιο προτίμησε να αυξήσει τα περιθώρια κέρδους του. Άλλωστε, γνωρίζει καλά ότι η παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας -ιδιαίτερα μετά την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση- δεν αφήνει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της. Μία χώρα ελαφράς κυρίως βιομηχανίας και πλέον κυρίως υπηρεσιών (στην δεκαετία της αλήστου μνήμης Σημιτικής «ισχυρής Ελλάδας» κυρίως τραπεζικών και μετέπειτα βασικά τουριστικών) δεν έχει ισχυρές βάσεις για να είναι εξαγωγική οικονομία. Άλλωστε, για τον ελληνικό αστισμό το ζήτημα αυτό έκλεισε ήδη στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο όπου στα πλαίσια της διαμάχης Ζολώτα-Βαρβαρέσσου και οι δύο πλευρές αποδέχονταν την θέση της χώρας σαν μία ελαφρά εκβιομηχανισμένη οικονομία μέσα στον Δυτικό παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Σε εκείνη την ξεχασμένη αλλά καθοριστική αντιπαράθεση ο μεν πρωτο-κεϊνσιανός Βαρβαρέσσος είχε μία ακόμη πιο συντηρητική θέση από τον ρεαλιστή Ζολώτα, ενώ η μόνη φωνή για την αυτόκεντρη εκβιομηχάνιση της χώρας -στο πλαίσιο μιάς στρατηγικής σοσιαλιστικής μετάβασης- ήταν αυτή του εκτελεσμένου Δ. Μπάτση (απηχώντας τις απόψεις του τότε ΚΚΕ). Από την εποχή της ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση ακόμη και οι απόψεις τύπου Βαρβαρέσσου και Ζολώτα ωχριούν εμπρός στην αύξουσα «τριτογενοποίηση» της οικονομίας μέσα στα πλαίσια της Κοινής Αγοράς και της ΟΝΕ.
Η συνεπακόλουθη (και ομολογούμενη ακόμη και από αστούς οικονομολόγους) «διείσδυση εισαγωγών» έχει περιορίσει δομικά την δυνατότητα βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, οι βασικές εξαγωγές της χώρας είναι πετρελαιοειδή και τουρισμός, που και τα δύο εξαρτώνται από ξένες εισαγωγές. Επιπλέον, το σύνολο σχεδόν των βασικών κλάδων της οικονομίας εξαρτώνται από εισαγωγές είτε πρώτων υλών είτε/και ενδιάμεσων εισροών, γεγονός που την καθιστά αδύναμη να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της.
Τα κέρδη φταίνε για τον πληθωρισμό: Η άνοδος των τιμών οφείλεται στην αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων και όχι στην αυξημένη ζήτηση ή στις αυξήσεις μισθών
Η ιδιωτική κατανάλωση δεν παρουσιάζει την αλματώδη αύξηση των κυβερνητικών προβλέψεων λόγω των εισοδηματικών ανισοτήτων και της φτώχειας των λαϊκών στρωμάτων. Η μερική ανάκαμψη της μετά το τέλος της πανδημικής καραντίνας δεν είναι επαρκής και, πλέον, ο σχεδόν καλπάζων τωρινός πληθωρισμός απειλεί να την περιορίσει δραστικά. Μετά το τέλος της καραντίνας, η σημερινή κυβέρνηση προσπάθησε να πειθαναγκάσει στην αύξηση της κατανάλωσης, βλέποντας την αύξηση των αποταμιεύσεων στην περίοδο της καραντίνας. Έτσι, αφενός «ροκανίσθηκαν» οι καταθέσεις αυτές μέσω των αρνητικών επιτοκίων και επιδιώχθηκε να δρομολογηθούν σε φθηνά επιχειρηματικά δάνεια. Αφετέρου, η κυβέρνηση «έκλεισε το μάτι» στις επιχειρήσεις να αρχίσουν αυξήσεις τιμών ώστε να βελτιώσουν την κερδοφορία τους, αυξάνοντας τα περιθώρια κέρδους τους. Και οι δύο δρόμοι οδήγησαν σε νέα προβλήματα. Οι μεν τράπεζες δεν χορήγησαν αρκετά δάνεια λόγω των προβληματικών ισολογισμών τους και συνεπώς της ανάγκης τους να κρατήσουν ρευστότητα. Οι δε επιχειρήσεις είτε δεν έλαβαν αρκετά δάνεια γιατί δεν ήταν αξιόχρεες είτε ακόμη και όταν τα πήραν προτίμησαν να τα κάνουν άλλου τύπου χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και όχι παραγωγικές επενδύσεις, λόγω χαμηλών δυνατοτήτων κερδοφορίας και προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.
Όσο για τον δεύτερο δρόμο, αυτός οδήγησε σε ένα πληθωρισμό κερδών, δηλαδή στην αύξηση του επιπέδου τιμών λόγω αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πληθωρισμός [τόσο ο γενικός δείκτης (πίνακας 1) όσο και ο δομικός δείκτης (πίνακας 2) που εξαιρεί τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων] άρχισαν να αυξάνουν από το καλοκαίρι του 2021, φθάνοντας τον Δεκέμβριο 2021 ο μεν πρώτος στο 5,1%, ο δε δεύτερος στο 1%.


Αυτός ο πληθωρισμός δεν μπορεί να αποδοθεί στους «συνήθεις υπόπτους» των κυρίαρχων Οικονομικών. Δεν είναι «πληθωρισμός μισθών» γιατί η αύξηση του μέσου μηνιαίου μισθού στο διάστημα 2018-2021 δεν ξεπέρασε το 2%. Δεν οφείλεται σε εκρηκτική άνοδο της ζήτησης, καθώς αυτή επανήλθε περίπου στα προ-πανδημίας επίπεδα (πίνακας 3). Δεν οφείλεται -τουλάχιστον στο βασικό τμήμα του- σε «μποτιλιαρίσματα» διεθνών αλυσίδων παραγωγής μετά την πανδημία γιατί αυτά θα είχαν εκδηλωθεί ήδη στην περίοδο της καραντίνας. Συνεπώς, ο μόνος αίτιος απομένει η συνειδητή και με κυβερνητική κάλυψη αύξηση των περιθωρίων κέρδους που οδήγησαν σε πληθωρισμό κερδών.

Η ειρωνία είναι ότι η κουτοπόνηρη κυβερνητική στρατηγική έσκαψε μόνη της τον λάκκο της όταν ξέσπασε η ουκρανική κρίση τον Φεβρουάριο 2022. Η συνεπακόλουθη περαιτέρω κατάρρευση της «παγκοσμιοποίησης» οδήγησε σε διάρρηξη παραδοσιακών διεθνών δομών και σχέσεων παραγωγής, εμπορίου και χρηματοδότησης και πυροδότησε μία επιπρόσθετη εκρηκτική αύξηση του πληθωρισμού (11,3% Μάιος 2022). Η τελευταία «δαγκώνει» ιδιαίτερα την κατανάλωση, όπως ήδη δείχνουν μία σειρά δείκτες. Οι αυξήσεις σε μεταφορές, ενέργεια και γενικότερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης πλήττουν ιδιαίτερα τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι ο πληθωρισμός στην ενέργεια ενισχύεται από την απίθανης βλακείας αλλά και βαθύτατης διαπλοκής «βίαιη απολιγνιτοποίηση» και του ξεπουλήματος της ΔΕΗ (που εγκαινίασε βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ). Ας μην ξεχνούμε πως ο πληθωρισμός ωφελεί αρκετούς κλάδους που μπορούν και μετακυλύουν το κόστος στους καταναλωτές (π.χ. ενέργεια, διύλιση πετρελαίου, αερομεταφορές, κτηματαγορά) αν και βλάπτει ορισμένους άλλους (π.χ. κατασκευές, μεταλλουργία).

Το «λεφτόδενδρο» του εξωτερικού δανεισμού
Ποιοι θα ξεκοκαλίσουν το Ταμείο Ανασυγκρότησης και ποιοι θα πληρώσουν το χρέος
Από μηχανής θεός για τις κυβερνητικές προσδοκίες είναι τα υποτιθέμενα «χρυσά κουτάλια» του Ταμείου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης της ΕΕ που δήθεν θα φέρουν μόνιμη επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης. Αφήνοντας στην άκρη τα εξωφρενικά ποσοστά επιτάχυνσης που διατυμπάνισαν διάφορα κυβερνητικά φερέφωνα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα κονδύλια αυτά δεν είναι χαρισμένα αλλά αποτελούν σε μεγάλο βαθμό δάνεια και επίσης απαιτούν και εθνικά κονδύλια. Επίσης ότι ενώ αναμενόντουσαν από το 2021, η πρώτη δόση ήρθε τον Απρίλιο 2022. Τέλος, ότι σε αντίθεση με τα ΕΣΠΑ, δεν είναι δεδομένο άνευ χρονικού ορίου το μερίδιο κάθε χώρας και ότι το Ουκρανικό και οι σοβαροί τριγμοί στις οικονομίες της ΕΕ έχουν ανοίξει «περίεργες» συζητήσεις για την πορεία του Ταμείου. Σε κάθε περίπτωση, η «ένεση» αυτή δεν πρόκειται να πάει για να θεραπεύσει τα βαθιά δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας αλλά, όπως ήδη φαίνεται από τα εξαγγελθέντα έργα, θα αναπαράγει την υπάρχουσα προβληματική δομή και φυσικά θα ενθυλακωθεί από γνωστούς μεγάλους καπιταλιστικούς ομίλους, ενώ θα μοιρασθεί μέσω των γνωστών διαύλων της διαπλοκής.
Σε αναμονή όλων των παραπάνω, η κυβέρνηση κάνει αυτό που υποτίθεται κατάγγελνε αναφανδόν: Χρησιμοποιεί το «λεφτόδενδρο» του εξωτερικού δανεισμού. Βοηθούμενη από την χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έχει αυξήσει τον εξωτερικό δανεισμό στα ύψη (το 2021 ο λόγος χρέους/ΑΕΠ είχε φτάσει το 199%). Όμως, η πολιτική αυτή φθάνει πλέον στα όρια της καθώς η ΕΚΤ αρχίζει αυξήσεις επιτοκίων. Συνεπακόλουθα, το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας γίνεται απαγορευτικό καθώς πλησιάζει το 5%.
Στασιμο-πληθωρισμός και κοινωνική έκρηξη
Σήμερα το κυβερνητικό αφήγημα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος και φυσικά θέτει σε κίνδυνο το σχέδιο Μαξίμου για διπλές εκλογές. Το ουκρανικό πυροδότησε μακροχρόνια συσσωρευμένες αντιφάσεις του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα του σάπιου οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και φυσικά όταν τρέμουν γίγαντες τότε μπανανίες όπως η ελληνική συγκλονίζονται. Οι προοπτικές της οικονομίας επιδεινώνονται ραγδαία και γελοιοποιούν τις κυβερνητικές και ευρωενωσιακές προβλέψεις. Το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο που η κυβέρνηση έστειλε στην ΕΕ (αλλά δεν έδωσε στην δημοσιότητα) είναι προφανώς ήδη εκτός πραγματικότητας. Οι κυριολεκτικά παραμυθένιες κυβερνητικές προβλέψεις περί αποκλιμάκωσης του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά 30% (!!!) μέσα σε τρία χρόνια αποδεικνύονται ήδη ανυπόστατες. Ενδεικτικά, δεν πρόφθασαν τα κυβερνητικά φερέφωνα να πανηγυρίσουν για τον (ολίγο μαγειρευμένο) ρυθμό μεγέθυνσης του πρώτου τριμήνου του 2022 (7%) και ήρθε ο ΟΟΣΑ να προβλέψει 2,8% για το 2022. Ο συνδυασμός ενός αναιμικού ρυθμού μεγέθυνσης με ένα αυξανόμενο πληθωρισμό κάνει πιθανή την προοπτική του στασιμοπληθωρισμού.
Ταυτόχρονα, στον ορίζοντα βρίσκεται ήδη η επιστροφή των μνημονιακών περιορισμών (μετά την λόγω πανδημίας χαλάρωση τους), καθώς το οικοδόμημα της ΕΕ τρίζει επικίνδυνα και οι κεϋνσιανές επεκτατικές δημοσιονομικές και διευκολυντικές νομισματικές πολιτικές έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες τους.
Ο συνδυασμός στασιμοπληθωρισμού και πολιτικών λιτότητας είναι σαφές ότι επωάζει νέες κοινωνικές εκρήξεις. Είναι καθήκον της ανατρεπτικής Αριστεράς να μην αφήσει να ξοδευθεί η λαϊκή οργή σε συστημικές μισο-λύσεις και διλήμματα και να ανοίξει τον δρόμο για ουσιαστικές λαϊκές κατακτήσεις προς την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού.
ΠΗΓΗ: prin.gr
20 χρόνια στο ευρώ. Εμπειρίες, συμπεράσματα, προοπτικές*

του Γιάννη Τόλιου
Εισαγωγή
Πέρασαν ήδη είκοσι χρόνια από τη εφαρμογή του ‘ενιαίου νομίσματος’ (ευρώ) και το κοινό αίσθημα που υπάρχει διάχυτο είναι, ότι η εικοσαετία που προηγήθηκε της εισαγωγής του € (1980-2000), ήταν συγκριτικά καλύτερη από την εικοσαετία εφαρμογής του (2001-2021).! Ιδιαίτερα μετά τη βαθειά διεθνή κρίση του καπιταλιστικού συστήματος 2009, που αγκάλιασε λίγο-πολύ όλες τις χώρες μαζί και την Ελλάδα, φάνηκαν οι τεράστιες ανεπάρκειες του νομισματικού συστήματος «ευρώ», οι οποίες εντάθηκαν με την πανδημία, διαψεύδοντας πολλούς «μύθους» που είχαν καλλιεργηθεί ως τότε για το ρόλο του.! Ειδικότερα, αντί της υποσχόμενης «οικονομικής σύγκλισης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής» μεταξύ των χ-μ της ευρωζώνης, είχαμε μια αυξανόμενη απόκλιση ανάπτυξης των οικονομικών και ασύμμετρες επιπτώσεις της κρίσης στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα των αδύναμων οικονομιών.
1.Ο αντιλαϊκός χαρακτήρας του «ενιαίου νομίσματος»
Η λειτουργία του ευρωνομίσματος, στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που ακολουθεί η ευρωζώνη, έχει ως βασικούς πυλώνες το ‘Σύμφωνο Σταθερότητας’ και την ‘ΕΚΤ’, που συμπληρώθηκαν από το ‘Δημοσιονομικό Σύμφωνο’ και τον ‘Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας-ΕΜΣ’. Το αποτέλεσμα της πολιτικής των ‘πυλώνων’, ήταν η διεύρυνση των ανισότιμων σχέσεων μεταξύ ισχυρών & αδύναμων οικονομιών, καθώς και μεταξύ χωρών του κέντρου και περιφέρειας της ευρωζώνης. Ειδικότερα οι δείκτες-οδηγοί της ΟΝΕ (3% έλλειμμα, 60% δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ και 2% πληθωρισμός), λειτούργησαν σαν ένα είδος ‘ιερατείου’ της ευρωζώνης, που εξέπεμπαν αντιλαϊκές πολιτικές λιτότητας, συνοδευόμενες και από μέτρα πολιτικού αυταρχισμού, με κορύφωση την ακύρωση του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα το 2015.!
Το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει με τη συμμετοχή στην ευρωζώνη, είναι η ακύρωση του δικαιώματος ενός λαού, να επιλέγει κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής που θεωρεί αποτελεσματικότερες για αντιμετώπιση της κρίσης, αφήνοντας ως μοναδική διέξοδο, τις πολιτικές λιτότητας, με μείωση μισθών και συντάξεων, ελαστικές σχέσεις εργασίας, συρρίκνωση κοινωνικού κράτους, ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, κά. Αυτήν ήταν η πεμπτουσία, της πολιτικής των τριών Μνημονίων που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα και έφεραν τον ελληνικό λαό στα πρόθυρα του Άδη. Ταυτόχρονα με το ξέσπασμα της κρίσης, έγινε ξεκάθαρο ότι οι οικονομίες που διέθεταν το δικό τους εθνικό νόμισμα, είτε στην ΕΕ, είτε και διεθνώς (πχ. Δανία, Σουηδία, ή ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδάς, κλπ), είχαν μεγαλύτερη ευελιξία στην επεξεργασία της λεγόμενης αντι-κυκλικής πολιτικής, στο χειρισμό των ελλειμμάτων, του δημόσιου χρέους, της ανάπτυξης, της κατανομής του εισοδήματος, κά, σε σχέση με τις χώρες της ευρωζώνης.
2.Η πικρή εμπειρία της Ελλάδας από τη συμμετοχή στο Ευρώ
Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και η εφαρμογή τριών Μνημονίων, εκτός από μέτρα λαφυραγώγησης των εργασιακών δικαιωμάτων (μείωσης μισθών και συντάξεων, επιβολή νέων έμμεσων φόρων, απολύσεις και αύξηση της ανεργίας, κλείσιμο χιλιάδων μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων κά), ήταν επίσης μια ευκαιρία λαφυραγώγησης κερδοφόρων τομέων της κρατικής περιουσίας (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΔΕΦΑ, ΕΛΠΕ, κά), καθώς και κρίσιμων υποδομών (πχ. αεροδρόμια, λιμάνια, οδικοί άξονες, σιδηρόδρομοι), που εκχωρήθηκαν με σκανδαλώδεις όρους σε εγχώριους και ξένους οικονομικούς ομίλους, στο όνομα της εξεύρεσης πόρων για εξυπηρέτηση του χρέους.
Παρά την επιδίωξη επίτευξης «ματωμένων πλεονασμάτων», με ακραία μέτρα λιτότητας για μείωση κρατικού δανεισμού, το χρέος της «γενικής κυβέρνησης» στην Ελλάδα, από 113,4% του ΑΕΠ το 2009, ανέβηκε στα 180% του ΑΕΠ το 2015, για να φθάσει το 187,7% το 2019 και μετά την πανδημία να κάνει νέο άλμα 208,3% του ΑΕΠ (355 δις €). Η νεοφιλελεύθερη πολιτική αποδυνάμωσης των δημόσιων πολιτικών και ιδιαίτερα του αναπτυξιακού ρόλου του κράτους (μείωση δημοσίων επενδύσεων, ιδιωτικοποιήσεις κερδοφόρων εταιριών, υποβάθμιση δημόσιων συστημάτων υγείας, παιδείας, πρόνοιας) και η παροχή ποικίλων κινήτρων και ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων στην οικονομική ελίτ και «ολιγάρχες» των media, εντείνουν την ανισοκατανομή εισοδήματος και βήμα-βήμα οδηγούν τη χώρα σε παρακμή.
Με τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ, εντάθηκε η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας, ιδιαίτερα στο πεδίο της μεταποίησης και της αγροτικής παραγωγής. Η ένταξη στο ενιαίο νόμισμα, χωρίς να πληρούνται ούτε και αυτά τα τυπικά κριτήρια ένταξης, έπληξε τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, γιατί η χώρα μπήκε με υπερτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία, που δυσκόλευε τις εξαγωγές και διευκόλυνε τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Το πλεονέκτημα αναπροσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που υπήρχε με το εθνικό νόμισμα, ως μέσω άμυνας, χάθηκε και είχαμε αύξηση ελλειμμάτων στο ισοζύγιο πληρωμών. Από την άλλη στα πλαίσια της ΟΝΕ, δεν υπήρξε κοινή πολιτική αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους, των ελλειμμάτων, της οικονομικής ανάπτυξης, της ανεργίας, κά, ενώ σε επίπεδο θεσμών, βιώνουμε καταστάσεις νέο-αποικιοκρατίες με την απόλυτη κυριαρχία και έλεγχο των κέντρων αποφάσεων (όπως πχ. του Eurogroup) από τη Γερμανία.
Ιδιαίτερα επώδυνες ήταν οι δεσμεύσεις στο ευρωσύστημα, για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, μαζί τη νέα γενιά. Με τη μεγάλη μείωση μισθών (22% γενική και 25% για νέους ως 25 ετών), είχαμε μια συνολική μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ κατά 26% την τελευταία δεκαετία, ενώ η ανεργία έκανε τεράστιο άλμα (από μονοψήφιο ποσοστό πριν την κρίση, ξεπέρασε το 25% το 2014 για να επιστρέψει γύρω στο 15% το 2021), με την Ελλάδα να πρωτοπορεί στο ποσοστό ανεργίας στις χ-μ της Ευρωζώνης. Το μήνυμα που εκπέμπουν οι οικονομικές εξελίξεις της περιόδου συμμετοχής της χώρας στο «ευρώ», είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται την τελευταία δεκαετία, σε διαδικασία προϊούσας παρακμής. Οι δείκτες υπογεννητικότητας, προσδόκιμου ζωής, φυγή νέων στο εξωτερικό, αύξηση γήρανσης πληθυσμού, αύξηση φτωχοποίησης, κά, στέλνουν σήμα κινδύνου για το μέλλον.
3.Πανδημία και πολιτική της ευρωζώνης
Η πανδημία covit-19, έδειξε πιο έντονα τις ανεπάρκειες του ευρωσυστήματος, στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Η ανεπάρκεια εκδηλώθηκε με αναγκαστική έστω και προσωρινή αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να καταστεί εφικτή η λήψη ορισμένων μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας.
Ειδικότερα το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0», που εντάσσεται στα πλαίσια του ευρωπαϊκού «Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», συνδυάζει μέτρα οικονομικής ανάκαμψης λόγω πανδημίας, σε συνδυασμό με το μεσοπρόθεσμο 7ετές πρόγραμμα δαπανών του προϋπολογισμού της ΕΕ 2021-26. Οι πόροι που προβλέπονται για την Ελλάδα ανέρχονται σε 30,5 δις €, από τους οποίους 17,8 δις είναι «επιχορηγήσεις» και τα 12,7 δις «δάνεια». Ειδικότερα οι «επιχορηγήσεις» (17,8 δις) θα κατευθυνθούν κυρίως στη λεγόμενη «πράσινη» μετάβαση (6 δις), στην «ψηφιακή» μετάβαση (2,1 δις), σε «απασχόληση - δεξιότητες - κοινωνική συνοχή» (5,2 δις), καθώς στη «στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων» (4,8 δις). Όσο για τα «δάνεια» (12,7 δις) θα πάνε όλα για τη στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων (κίνητρα, ΣΔΙΤ κά).
Από την ανάλυση της κατανομής των κονδυλίων, γίνεται φανερό ότι αυτοί που θα ωφεληθούν, είναι κυρίως οι μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις και επιχειρηματικοί όμιλοι, σε τομείς και κλάδους που υπαγορεύει η ΕΕ (τελική αξιολόγηση και έγκριση έργων θα κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και όχι με βάση τις αναγκαιότητες ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, τη δημιουργία βιώσιμων ΜΜ-Επιχειρήσεων, τις ανάγκες των εργαζόμενων και του ελληνικού λαού και πρώτα απ’ όλα για τη στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας, στο οποίο δυστυχώς προβλέπεται να διατεθούν μόλις 5% των κονδυλίων.! Να σημειώσουμε ότι οι «επιχορηγήσεις» που εμφανίζονται ως ….«λεφτόδεντρα», δεν είναι δωρεάν (η Ελλάδα εισφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ), ενώ τα «δάνεια» προσαυξάνουν το δημόσιο χρέος, το οποίο όπως αναφέραμε κινείται σε ύψη ρεκόρ.!
4.Πληθωρισμός, «ενεργειακή ακρίβεια» και ευρωζώνη
Η παρούσα κρίση στον ενεργειακό τομέα, με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, εκτός από τις λαθεμένες επιλογές της κυβέρνησης στον ενεργειακό τομέα (εσπευσμένη απεξάρτηση από λιγνίτη, φυσικό αέριο και πετρέλαιο), έδειξε και τις επικίνδυνες μονομέρειες της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με την ενεργητική υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών σχεδίων ΗΠΑ-ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και στον ευρύτερο χώρο της Ν/Α-Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, που αποκόπτει τη χώρα από εν δυνάμει γεωπολιτικούς συμμάχους.
Η στάση των ηγετικών κύκλων της ΕΕ στον πόλεμο της Ουκρανίας, επιβεβαίωσε το γνωστό σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και μάλιστα στην πιο χειρότερη εκδοχή του. Δηλ. την πλήρη ευθυγράμμιση και υποταγή στις στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ, η οποία λειτουργεί σε βάρος των χωρών και λαών της ΕΕ. Ειδικότερα η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία, στον τομέα του πετρελαίου και φυσικού αερίου, φορτώνει τελικά με «ενεργειακή ακρίβεια» τις χώρες εισαγωγής, μεταξύ αυτών και την Ελλάδα, ενώ κερδισμένες βγαίνουν οι ΗΠΑ με τη διάθεση ακριβότερου LNG, ενώ η Ρωσία δεν νοιώθει ουσιαστικά καμιά πίεση, αφού διαθέτει πετρέλαιο και αέριο στην Κίνα και Ινδία. Στην ουσία, όπως έχει λεχθεί, η ΕΕ με τις κυρώσεις «πυροβολεί τα πόδια της»!!.
Ταυτόχρονα η «ενεργειακή ακρίβεια» γίνεται μια από τις αιτίες αύξησης του πληθωρισμού και πηγή ανατιμήσεων σε βασικά είδη κατανάλωσης, ενώ στο βάθος διαφαίνεται η απειλή μιας διατροφικής κρίσης. Ωστόσο θα ήταν λάθος να αποδώσουμε την πληθωριστική έκρηξη, αποκλειστικά στον πόλεμο της Ουκρανίας και ειδικότερα στη Ρωσία. Η επιθετικότητα του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας με όργανό του τον Ζελένσκι και την κλίκα του, ήταν η αφετηρία του πολέμου, την οποία συνόψισε πολύ χαρακτηριστικά ο Πάπας Φραγκίσκος, λέγοντας ότι «το ΝΑΤΟ γαύγιζε στην πόρτα της Ρωσίας».! Επίσης μεγάλες είναι οι ευθύνες, Αμερικανών & ΝΑΤΟ, για το κύμα πληθωρισμού, λόγω της επιβολής κυρώσεων στη Ρωσία, που επιδρά πολλαπλά όχι μόνο στον ενεργειακό τομέα, αλλά και στον τομέα των τροφίμων, των αγροτικών προϊόντων και αγρο-εφοδίων (σιτάρι, ηλιέλαιο, ζωοτροφές, λιπάσματα κά), δεδομένου ότι η Ρωσία και συμπληρωματικά η Ουκρανία, αποτελούν τους βασικούς εξαγωγείς αυτών των ειδών.
Δυστυχώς η επίσημη Ελλάδα, συμπαρατάσσεται – στην ουσία σέρνεται - πίσω από τις γεωστρατηγικές επιλογές των κυρίαρχων ελίτ της ΕΕ, των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τον ανιστόρητο ισχυρισμό, ότι όλα αυτά γίνονται για να προστατευτούμε από την Τουρκία, παραβλέποντας τις απλές φραστικές «νουθεσίες» που γίνονται κατά καιρούς στην Τουρκία του Ερντογάν και ξεχνώντας την εισβολή στην Κύπρο που έγινε με τις ευλογίες των Αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.!
5.Με ποια πολιτική η Ελλάδα μπορεί να έχει ελπιδοφόρα προοπτική;
Μπροστά στη χώρα μας και διεθνώς, προβάλλουν νέοι κίνδυνοι για την ειρήνη. Είναι ανάγκη νομίζω να στηρίξουμε εναλλακτικές στρατηγικές που θα αποτρέπουν αρνητικές εξελίξεις και θα ανοίγουν δρόμους ισότιμης συνεργασίας μεταξύ χωρών και λαών και την εφαρμογή πολιτικών που θα εξυπηρετούν τα λαϊκά συμφέροντα. Ειδικότερα χρειάζεται μια εναλλακτική πολιτική, η οποία μπορεί να ανοίξει ελπιδοφόρες προοπτικές στον ελληνικό λαό, στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη νέα γενιά.
Ανάμεσα τα θέματα που έχουν ιδιαίτερο βάρος για τη παραγωγική ανόρθωση και αναγέννηση της χώρας, είναι η ανάκτησης της νομισματικής και οικονομικής κυριαρχίας, ως βασική προϋπόθεση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας και η εφαρμογή ενεργητικής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη με επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες, τη δραστική μείωση της ανεργίας με εφαρμογή 6ωρης εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επίσης χρειάζεται ο δημόσιος έλεγχος των συστημικών τραπεζών και διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αύξηση μισθών και συντάξεων που να καλύπτουν τον πληθωρισμό, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζόμενων και προσφορά σύγχρονων δημόσιων υπηρεσιών υγείας, παιδείας και κοινωφελών υπηρεσιών.
Ταυτόχρονα χρειάζεται ενεργητική εξωτερική πολιτική, ειρήνης και ισότιμης συνεργασίας με όλες τις χώρες και λαούς, με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η αξιοποίηση από την Ελλάδα των πλεονεκτημάτων της διεθνοποίησης και παγκοσμιοποίησης των οικονομιών, μπορεί να επιτευχθεί μέσα από διμερείς και πολυμερείς διακρατικές συμφωνίας, στη βάση της αμοιβαίας επωφελούς συνεργασίας, που αφήνει ανοικτό το δρόμο στην οικολογική-σοσιαλιστική προοπτική, αντί παραμονής στην ευρω-ενωσιακή φυλακή και ως στήριγμα των ψυχροπολεμικών σχεδίων των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών γεωπολιτικών επιδιώξεων.
Προφανώς δεν εξαντλούμε εδώ, όλο το φάσμα των αναγκαίων μέτρων μιας εναλλακτικής πολιτικής. Αυτό ωστόσο που έχει ιδιαίτερη σημασία να τονίσουμε, είναι η ανάγκη της ενεργητικής παρέμβασης των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού, όλων των λαϊκών δυνάμεων, καθώς η ανάπτυξη της διεθνούς αλληλεγγύης, που αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την προώθηση της εναλλακτικής στρατηγικής.!
\
Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών, συγγραφέας
(*) Το κείμενο είναι βασικά σημεία εισήγησης στη διαδικτυακή συζήτηση «20 χρόνια Ευρώ: απολογισμός και προοπτικές», που διοργάνωσε η εφημερίδα «Χριστιανική Δημοκρατία», στις 8 Ιουνίου 2022. https://xristianiki.gr/
πηγη: kommon.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή