Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι συνέπειες της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης

Σάββας Γ. Ρομπόλης, Βασίλειος Γ. Μπέτσης*
Ο δημόσιος επιστημονικός και πολιτικός διάλογος που αναπτύσσεται βαθμιαία για την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης στην χώρα μας, αναδεικνύει από την μία πλευρά περισσότερο με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη και από την άλλη πλευρά περισσότερο με επιστημονικούς, τεχνικούς και ποσοτικά τεκμηριωμένους όρους τα μειονεκτήματα και οι συνέπειες αυτής της συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική αντίληψη ότι η ultra-κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης θα συμβάλλει στην αναβάθμιση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κοινωνική ασφάλιση, κατανοείται πολιτικά ως ανεξήγητα εμμονική και τεχνικά ως αποδεδειγμένα λανθασμένη. Κι’ αυτό γιατί από εννοιολογική και συστημική άποψη η κεφαλαιοποιημένη επικουρική ασφάλιση ανήκει, μεταξύ των άλλων, στην ιδιωτική και όχι στην κοινωνική ασφάλιση
Παράλληλα, υποστηρίζεται από κυβερνητικούς παράγοντες ότι η δομή του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) θα συγκροτείται από τον πρώτο πυλώνα ο οποίος θα αποτελείται από την κύρια σύνταξη που θα λειτουργεί με το αναδιανεμητικό σύστημα της αλληλεγγύης των γενεών και της συλλογικής αντιμετώπισης του κινδύνου του γήρατος (κίνδυνος φτώχειας και ένδειας).
Τον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης που θα αποτελείται από την «δημόσια» και υποχρεωτική για τους νέους εργαζομένους κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση που θα αντικαταστήσει την σημερινή(ΕΤΕΑΕΠ) επικουρική κοινωνική ασφάλιση, τα προαιρετικής ασφάλισης επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία και από τον τρίτο πυλώνα που εντάσσεται στο πεδίο της ιδιωτικής και όχι (όπως κατανοείται λανθασμένα) της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι τα ατομικά και ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια των ασφαλιστικών εταιρειών.
Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου 4670/2020, το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (κύρια και επικουρική ασφάλιση) διέπεται από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της αναδιανομής, της υποχρεωτικότητας, της ανταποδοτικότητας, της ενότητας, της επάρκειας και της βιωσιμότητας του συστήματος.
Στις συνθήκες αυτές του υπάρχοντος θεωρητικού, εννοιολογικού, θεσμικού και οργανωτικο-λειτουργικού πλαισίου στην Ελλάδα, αξίζει να σημειωθεί ότι η αντίληψη κυβερνητικών παραγόντων της κρατικής και όχι ιδιωτικής διαχείρισης της κεφαλαιοποιημένης επικουρικής ασφάλισης, δεν αλλάζει την ουσία των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της προτεινόμενης μετάβασης από το αναδιανεμητικό στο ultra-κεφαλαιοποιητικό σύστημα.
Κι’ αυτό γιατί η χρησιμοποίηση του όρου «κρατικός φορέας διαχείρισης της κεφαλαιοποιημένης επικουρικής ασφάλισης» απευθύνεται περισσότερο στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, παρά το γεγονός ότι οι εργασίες διαχείρισης θα εκχωρηθούν σε εξωτερικούς επιχειρηματικούς σχηματισμούς (outsourcing ή ΣΔΙΤ), δηλαδή σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων.
Αντίθετα όμως, το Συμβούλιο Επικρατείας (ΣτΕ) στις σχετικές αποφάσεις του, με την έννοια του δημοσίου χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ), εννοεί με τον πιο εύληπτο και σαφή τρόπο την κύρια και την επικουρική ασφάλιση.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση αυτές τις αποφάσεις του ΣτΕ, ουσιαστικά επισημαίνεται ότι ο πρώτος πυλώνας ασφάλισης που είναι η δημόσια κοινωνική ασφάλιση (Ν. 4387/2016 και Ν. 4670/2020) αποτελείται από την κύρια και την επικουρική σύνταξη.
Αυτό σημαίνει ότι η επικουρική ασφάλιση δεν ανήκει στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης στον οποίο ανήκουν τα ιδιωτικού δικαίου κεφαλαιοποιητικού τύπου ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης (Ν. 3029/2002 και Ν. 4680/2020).
Παράλληλα, υποστηρίζεται από κυβερνητικούς παράγοντες ότι η κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης θα συμβάλει στη διαγενεακή αλληλεγγύη.
Εδώ, όμως η χρήση της έννοιας της αλληλεγγύης δεν είναι ορθή, δεδομένου ότι η έννοια της αλληλεγγύης εμπεριέχει, κατά βάση, την έννοια της συλλογικής αντιμετώπισης του κινδύνου του γήρατος και σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την αρχή της αναδιανομής (άρθρο 20 Ν. 4670/2020). Δηλαδή, με την αλληλεγγύη και την αναδιανομή των πόρων αντιμετωπίζονται κίνδυνοι κενών διαστημάτων εργασίας από ατυχήματα, αναπηρία, ανεργία, ευέλικτες μορφές απασχόλησης, κ.λ.π.
Αντίθετα, ο κεφαλαιοποιητικός ατομικός λογαριασμός (κουμπαράς) δεν εμπεριέχει καμία μορφή αλληλεγγύης, αφού κάθε ένας ασφαλισμένος θα λάβει ως επικουρική σύνταξη το ποσό που έχει συσσωρευθεί στον ατομικό του λογαριασμό. Έτσι, εάν ο ασφαλισμένος στην κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση αντιμετωπίσει στην εργασιακή του ζωή ανεργία, ευέλικτες μορφές απασχόλησης με χαμηλές αμοιβές, ατυχήματα ή συνταξιοδοτηθεί με αναπηρία, το ποσό της επικουρικής σύνταξης που θα λάβει θα είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με κάποιον άλλο ασφαλισμένο που θα έχει συνεχόμενα έτη εργασίας, με υψηλές αποδοχές και σταθερή απασχόληση.
Αυτό σημαίνει ότι στο αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης εμπεριέχεται η έννοια της αλληλεγγύης τόσο μεταξύ των γενεών, όσο και μεταξύ της κάθε γενιάς, σε αντίθεση με την κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη των ατομικών λογαριασμών που εξ ορισμού και εκ της λειτουργίας αυτού του συστήματος δεν υφίσταται καν η έννοια της αλληλεγγύης.
Επιπλέον, υποστηρίζεται από κυβερνητικούς παράγοντες ότι με την εισαγωγή της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, η σημερινή γενιά των ασφαλισμένων επιδεικνύει αλληλεγγύη στις επόμενες γενιές, δεδομένου ότι θεραπεύει μια εγγενή αδυναμία του υφιστάμενου αναδιανεμητικού συστήματος που σε περιβάλλον δημογραφικής γήρανσης καθίσταται διαγενεακά άδικο σε βάρος των νέων.
Το επιχείρημα αυτό, όπως αποδείχθηκε και τα προηγούμενα, δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι σε οποιοδήποτε συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα ενυπάρχει η εγγενής αδυναμία του φαινομένου της δημογραφικής γήρανσης. Κι’ αυτό οφείλεται στο γεγονός της έννοιας της συνταξιοδότησης και στον ετεροχρονισμό της καταβολής των εισφορών (όταν είσαι νέος και εργάζεσαι) και της συνταξιοδότησης (όταν είναι ηλικιωμένος και αδυνατείς να εργαστείς).
Ακριβώς αυτός ο ετεροχρονισμός είναι μεγάλης διάρκειας και διαρκεί όσο ο εργασιακός βίος (35-40 χρόνια), κατά την περίοδο του οποίου συμβαίνουν σημαντικές πληθυσμιακές μεταβολές. Έτσι, ακόμη και σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα ατομικών λογαριασμών, κάθε νέα γενιά ασφαλισμένων της οποίας το ταμείο έχει υποσχεθεί ότι θα χορηγεί ένα μέσο επίπεδο επικουρικής σύνταξης με καθορισμένο το ύψος της εισφοράς (6% επί του μισθού), εξαιτίας του γεγονότος ότι κάθε νέα γενιά ασφαλισμένων θα ζεί κατά μέσο όρο περισσότερο από την προηγούμενη, για να μπορεί να λάβει το ίδιο μέσο επίπεδο επικουρικής σύνταξης με την προηγούμενη, θα πρέπει να αυξάνεται συνεχώς το καταβαλλόμενο επίπεδο της ασφαλιστικής εισφοράς.
Έτσι όμως, καταστρατηγείται η αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας αφού η κάθε νέα γενιά θα ξέρει πως εάν εισφέρει 6% στον ατομικό λογαριασμό, τότε θα λάβει μικρότερη σύνταξη από την γενιά που προηγήθηκε και εισέφερε και αυτή 6% στον ατομικό της λογαριασμό.
Κι΄αυτό γιατί η νεότερη γενιά θα έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι οι επικουρικές συντάξεις των παλαιότερων ασφαλισμένων θα αντιστοιχούν στο ίδιο ακριβώς ποσό που θα ελάμβαναν αυτοί με το υφιστάμενο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης.
Όμως και το επιχείρημα αυτό δεν είναι ορθό, δεδομένου ότι οι νέοι ασφαλισμένοι θα ενταχθούν υποχρεωτικά στο νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, στο οποίο θα καταβάλλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία σε διεθνές επίπεδο που να υποστηρίζει αυτό το επιχείρημα.
Αντίθετα, αυτό το οποίο έχει γίνει αποδεκτό από την διεθνή επιστημονική κοινότητα είναι ότι για να παραμείνει το επίπεδο των επικουρικών συντάξεων των συνταξιούχων στο υφιστάμενο επίπεδο, θα πρέπει:
- είτε οι νέοι ασφαλισμένοι να καταβάλλουν διπλές εισφορές, μια καταβολή για την δική τους αποταμίευση και μια καταβολή για την χρηματοδότηση των επικουρικών συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων, γεγονός που επιδεινώνει σημαντικά το επίπεδο διαβίωσή τους, και
- είτε το κράτος θα καλύψει το κενό που σταδιακά θα δημιουργείται στην χρηματοδότηση του υφιστάμενου αναδιανεμητικού συστήματος, από την ταυτόχρονη σταδιακή μείωση των νέων εργαζομένων που θα ασφαλίζονται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα και την σταδιακή αύξηση των συνταξιούχων από την συνταξιοδότηση της σημερινής γενιάς εργαζομένων.
Αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί το κόστος μετάβασης(57 δις ευρώ) από το αναδιανεμητικό σύστημα στην κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη, για το οποίο υποστηρίζεται από κυβερνητικούς παράγοντες ότι είναι πλασματικό.
Όμως και ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από την διεθνή βιβλιογραφία, κι’ αυτό γιατί πράγματι στο υφιστάμενο αναδιανεμητικό σύστημα των νοητών λογαριασμών, σύμφωνα με τα στατιστικά πρότυπα ESA 2010 και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα των δημοσίων φορέων, δεν απαιτείται να καταγράφεται στους κρατικούς λογαριασμούς.
Αντίθετα όμως, από την στιγμή που θα μετατραπεί σε πλήρως κεφαλαιοποιητική (fully funded) η δημόσια επικουρική ασφάλιση, απαιτείται το κόστος μετάβασης να καταγραφεί στους εθνικούς λογαριασμούς, προκειμένου οι διεθνείς οργανισμοί και οι διάφοροι αγοραστές ελληνικών κρατικών ομολόγων να γνωρίζουν ποιες είναι οι μελλοντικές υποχρεώσεις του κράτους.
Πιο συγκεκριμένα, το κόστος μετάβασης σε ταμειακή βάση, θα διαμορφωθεί κατά τα πρώτα έτη στο επίπεδο των 200.000 ευρώ και μέχρι το 2030 θα προσεγγίσει το 1 δις ευρώ τον χρόνο και προς το τέλος της περιόδου της μετάβασης θα διαμορφωθεί στο επίπεδο των 2,5 δις ευρώ ετησίως και για όσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν συνταξιούχοι οι εργαζόμενοι της σημερινής γενιάς (οι σημερινοί 30 ετών, 40 ετών και 50 ετών).
Τα ετήσια αυτά ταμειακά ελλείμματα αθροιστικά σε σημερινές τιμές εκτιμώνται στο επίπεδο των 57 δις ευρώ.
Έτσι, από την στιγμή που θα αποφασιστεί η μετάβαση στην κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση, αυτό το κόστος αυτόματα μετατρέπεται σε χρηματοοικονομική υποχρέωση (financial commitment) προς τους σημερινούς εργαζομένους και συνταξιούχους.
Κατά συνέπεια, από την τεχνική αξιολόγηση, μεταξύ των άλλων, των επιχειρημάτων των κυβερνητικών παραγόντων, αναφορικά με την ultra-κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης στην Ελλάδα, προκύπτει με τον πιο εύληπτο τρόπο, ότι τα προσδοκώμενα οφέλη βασίζονται σε «θεωρητικές, θεσμικές, κοινωνικο- οικονομικές και ασφαλιστικές υποθέσεις», η πιθανότητα των οποίων να συμβούν είναι άγνωστη ή θα βασιστούν σε εικασίες, δηλαδή σε «υποκειμενικές προσδοκίες», οι οποίες δεν θα επαληθευτούν από την δυσμενή πραγματικότητα των επερχόμενων εξελίξεων και των συντελούμενων συνεπειών.
Αυτό σημαίνει ότι η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και των συνταξιούχων κατά την περίοδο της μετάβασης είναι αναπόφευκτη, σύμφωνα με την έρευνα μας και την διεθνή βιβλιογραφία, όπως επίσης και το κόστος μετάβασης (υπολογίζεται με έγκυρες επιστημονικά μεθόδους με μεγάλη μαθηματική ακρίβεια), το οποίο αυξάνει το δημόσιο χρέος και επιδεινώνει την δανειοληπτική ικανότητα της χώρας, με κίνδυνο να οδηγήσει την ελληνική οικονομία και κοινωνία στην επανάληψη των συνεπειών των Μνημονιακών πολιτικών.
*Ομ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου
πηγη: kommon.gr
Παραμύθια «ενίσχυση»

Το απατηλό κυβερνητικό παραμύθι περί «ενισχυμένου και έτοιμου» δημόσιου συστήματος Υγείας καταρρέει με πάταγο με το «καλημέρα» της νέας έξαρσης της πανδημίας. Η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η «σταδιακή μικρή αύξηση» στην εξάπλωση του κορονοϊού ήδη «ζορίζει το σύστημα Υγείας». Στην Αττική, το 70% των κλινών για την Covid-19 είναι ήδη κατειλημμένες, όταν οι επιστημονικές εκτιμήσεις προειδοποιούν ότι τα πιο δύσκολα είναι μπροστά.
Επιβεβαιώνεται ότι η κυβέρνηση μέσα στους 7 μήνες από την εμφάνιση της πανδημίας δεν έκανε τίποτα για την ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας, για την πραγματική αντιμετώπιση των τεράστιων ελλείψεων που διαμόρφωσε η πολιτική εμπορευματοποίησης, υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης που ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ - ΠΑΣΟΚ.
Οι κυβερνητικές παραδοχές επιβεβαιώνουν τις καθημερινές καταγγελίες των εργαζομένων στις δημόσιες μονάδες Υγείας, για τις τεράστιες ελλείψεις μόνιμου προσωπικού και δομών, που δεν λύνονται με προσωρινές προσλήψεις συμβασιούχων με ημερομηνία λήξης, με μετακινήσεις προσωπικού και μηχανημάτων από το ένα νοσοκομείο στο άλλο κ.ο.κ.
Στο «ζόρισμα» του συστήματος Υγείας αντικατοπτρίζεται η ταλαιπωρία που βιώνουν οι ασθενείς, με τις τεράστιες λίστες αναμονής για ιατρικά ραντεβού, εξετάσεις, θεραπείες και χειρουργεία, οι οποίες απογειώθηκαν ακόμα παραπέρα μέσα στην πανδημία. Αποτυπώνονται οι αποκαλυπτικές καταγγελίες των υγειονομικών για την εντατικοποίηση και τις συνέπειές της, για την προσαρμογή των υγειονομικών πρωτοκόλλων στις τεράστιες ελλείψεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα όπως αυτό της ΜΕΘ του «Αττικόν», όπου υγειονομικοί που ήταν πιθανά κρούσματα δεν βγήκαν σε καραντίνα και κλήθηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν... γιατί δεν υπήρχε κανείς να τους αντικαταστήσει, μέχρι τελικά να επιβεβαιωθούν 5 κρούσματα.
Σε πλήρη αντίθεση με τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για «διπλασιασμό των κλινών ΜΕΘ», η ηγεσία του υπουργείου Υγείας παραδέχεται ότι μόλις 229 κλίνες είναι διαθέσιμες πανελλαδικά για τις ανάγκες του κορονοϊού, ενώ «στην πρώτη φάση της πανδημίας είχαμε φτάσει τις 400». Επιβεβαιώνεται δηλαδή και από αυτήν την πλευρά ότι η περιβόητη «ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας» ήταν η συνέχιση της πολιτικής των προσωρινών «μπαλωμάτων».
Ετσι και τώρα, ο «σχεδιασμός για αύξηση των κλινών ΜΕΘ - Covid, όπως έκανε και την πρώτη φάση της πανδημίας», τον οποίο ανακοίνωσε χτες ο υπουργός Υγείας, σημαίνει νέα «μπαλώματα» και μετακινήσεις, νέα ξαναμοιράσματα κλινών, σε βάρος της αντιμετώπισης άλλων, εξίσου σοβαρών ασθενειών. Προαναγγέλλοντας μάλιστα εκ νέου τη μετατροπή ολόκληρου του ΕΣΥ σε «σύστημα της μίας νόσου», η κυβέρνηση αναφέρει ότι «αν χρειαστεί» θα αναστείλει και πάλι χειρουργεία, τακτικά εξωτερικά ιατρεία κ.ο.κ., αντί να προχωρήσει σε επίταξη του ιδιωτικού τομέα.
Ακόμα και ο διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης, οι κλίνες ΜΕΘ να φτάσουν τις 1.200 συνολικά έως το τέλος του έτους, δεν συνοδεύεται από τις αντίστοιχες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, ενώ καλύπτει μόλις το 1/3 των πραγματικών αναγκών ακόμα και σε συνθήκες χωρίς πανδημία.
Η νέα έξαρση της πανδημίας και οι «εστίες υπερμετάδοσης» που «ζορίζουν» το υποστελεχωμένο σύστημα Υγείας δεν προέκυψαν από το πουθενά: Κυβέρνηση και μεγαλοεργοδοσία έχουν τεράστιες ευθύνες για τα πετσοκομμένα πρωτόκολλα για το άνοιγμα του Τουρισμού, για την απουσία ουσιαστικών μέτρων προστασίας των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς, για τις άθλιες συνθήκες στις δομές προσφύγων και μεταναστών κ.ο.κ.
Η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «αχίλλειο πτέρνα» τα μεγάλα αστικά κέντρα, ωστόσο αφήνει ανοχύρωτο το δημόσιο σύστημα Υγείας σε αυτά και αρνείται να πάρει οποιοδήποτε ουσιαστικό μέτρο «κοστίζει» στο κεφάλαιο και το κράτος του. Ανακοινώνει νέα περιοριστικά μέτρα στην Αττική, αλλά δεν παίρνει κανένα μέτρο π.χ. για ουσιαστική ενίσχυση των αστικών συγκοινωνιών. Αντί να διασφαλίσει την τήρηση όλων των αναγκαίων μέτρων προστασίας στους μεγάλους χώρους δουλειάς, υμνεί την «επιχειρηματική ευθύνη» και την «αυτορρύθμιση των επιχειρήσεων» (!), ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τον συνωστισμό στα σχολεία της Αττικής, όπου το 85% των μαθητών είναι σε τμήματα με περισσότερα από 17 άτομα το καθένα.
Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την ανάγκη να δυναμώσει ακόμα περισσότερο η πάλη για όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ζωής του λαού, στο δημόσιο σύστημα Υγείας, στους χώρους δουλειάς, στην Εκπαίδευση, παντού!
Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Πέμπτης 17 Σεπτέμβρη 2020.
πηγη: 902.gr
Εξοπλιστικά και (μικρο)πολιτική

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΛΑΚΑΣ
Οι ανακοινώσεις Μητσοτάκη για το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας προκάλεσαν σχόλια και αντιδράσεις δύο κατηγοριών: Στην πρώτη εντάσσεται η επιχειρηματολογία όλων όσοι θεωρούν περιττές τις εξοπλιστικές δαπάνες. Στη δεύτερη κατηγορία η κριτική έχει να κάνει με την (βάσιμη, σύμφωνα με την εμπειρία του παρελθόντος) υπόνοια ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα συνοδεύονται από διαφθορά, αδιαφάνεια και μίζες.
Ωστόσο η όποια κριτική για τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης για την ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης των ενόπλων δυνάμεων θα πρέπει καταρχήν να ξεκινά με την απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα: Είναι αυτές οι δαπάνες, στην τρέχουσα συγκυρία, απαραίτητες; Υπάρχει, δηλαδή, κάποιος ορατός και βάσιμος κίνδυνος που για να αντιμετωπιστεί είναι απαραίτητο να δαπανηθούν τα δισεκατομμύρια που απαιτούνται;
Αν αφήσουμε κατά μέρος τις πασιφιστικές αντιλήψεις, οι οποίες περιγράφουν τον ιδεατό αλλά όχι πραγματικό κόσμο, κοινή είναι η πεποίθηση ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια απτή απειλή, η οποία διατυπώνεται με λόγια και έργα από την Τουρκία. Για την αντιμετώπιση αυτής της απειλής έναντι της κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας η ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας είναι μονόδρομος.
Αυτός ο μονόδρομος προφανώς οδηγεί στα μονοπώλια των μεγάλων πολεμικών βιομηχανιών, όπως επίσης οδηγεί και σε συμμαχίες – σχέσεις εξάρτησης με χώρες που έχουν αναπτύξει τέτοιου είδους τεχνολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση τα γαλλικά Ραφάλ της Ντασό περιγράφουν το τίμημα της προστασίας που η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει διεκδικώντας μια στοιχειώδη ισορροπία στον αέρα του Αιγαίου. Από την άλλη πλευρά η πολυεθνική Ντασό εξαργυρώνει τις πολιτικές επιλογές της γαλλικής κυβέρνησης, οι οποίες σ’ αυτήν τη συγκυρία βρίσκονται πολύ κοντά με τα ελληνικά συμφέροντα και επιδιώξεις.
Όσοι υπενθυμίζουν ότι τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα του παρελθόντος συνδέθηκαν με κατασπατάληση χρήματος και μίζες έχουν απόλυτο δίκιο. Αυτό ωστόσο έχει σήμερα αξία αν λειτουργήσει ως προειδοποίηση ενός αυξημένου ελέγχου, ο οποίος θα διασφαλίσει με δρακόντειο τρόπο: Πρώτον, ότι οι εξοπλισμοί που αναμένονται είναι ενταγμένοι στον σχεδιασμό των ενόπλων δυνάμεων για την άμυνα της χώρας και όχι για την εξυπηρέτηση άλλων (ΝΑΤΟϊκών ας πούμε) αναγκών. Δεύτερον, ότι το εν λόγω υλικό έχει αξιολογηθεί και προταθεί από τους αρμόδιους στρατιωτικούς τεχνοκράτες. Τρίτον, ότι η διαδικασία της δαπάνης θα είναι τέτοια ώστε θα αποκλείει ότι στο κοντινό μέλλον θα δούμε κάποιους νέους Τσοχατζόπουλους, Παπαντωνίου ή Σμπώκους με ριγέ πιτζάμες στον Κορυδαλλό…
ΥΓ.: Η ανάγκη προάσπισης της (κάθε) χώρας με ίδια μέσα προϋποθέτει μακρόπνοο σχεδιασμό, ορθολογικές δαπάνες, στήριξη και ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, προσαρμογή των ενόπλων δυνάμεών της ανάλογα με την απειλή που διατυπώνεται. Ό,τι ακριβώς δεν έπραξαν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα…
Πηγή: topontiki.gr – Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2143 στις 17-9-2020
Πηγή: imerodromos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
