Σήμερα: 12/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020 09:45

Ανκόνα: Μεγάλη φωτιά στο Λιμάνι

720_739744_eb17245d83-afddbf65f44ffe91.jpg

Μεγάλη φωτιά και συνεχείς εκρήξεις αυτή τη στιγμή στην Ιταλία στο Λιμάνι της Ανκόνας. Η φωτιά έχει εξαπλωθεί σε αποθήκες με πλαστικά.

739744_241706f6d8-a5f03dae274dae08.jpg

 

Πηγή: enikos.gr

natureantikatathliptiko.jpg

Μην ψάχνετε το κουτί με τα αντικαταθλιπτικά... Απλά προσθέστε φρούτα και λαχανικά στο ημερήσιο μενού σας και δείτε τη διαφορά στη διάθεσή σας σε τρεις εβδομάδες

Η υγιεινή διατροφή δεν χαρίζει μόνο υγεία και ισορροπημένο βάρος, αλλά και… ευτυχία υποστηρίζουν Αυστραλοί ερευνητές.

Η αντικαταθλιπτική δράση της υγιεινής και ισορροπημένης διατροφής παρατηρήθηκε σε  μικρή έρευνα σε νεαρούς ενήλικες με φτωχή διατροφή και μέτρια προς έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Όσοι υιοθέτησαν πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές ανέφεραν λιγότερα συμπτώματα άγχους και ανησυχίας και πολύ καλύτερη διάθεση μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στην Plos One.

«Έχουμε στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι η κατανάλωση πολλών επεξεργασμένων τροφίμων αυξάνει το κίνδυνο κατάθλιψης» σχολίασε η επικεφαλής ερευνητής Heather Francis λέκτορας Νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Macquarie του Σίδνεϊ.

Στην έρευνα συμμετείχαν 76 φοιτητές ηλικίας 17-35 ετών. Όλοι ανέφεραν ότι κατανάλωναν μια διατροφή με πολλά επεξεργαμένα τρόφιμα, ζάχαρη και κορεσμένα λιπαρά. Επίσης ανέφεραν αισθήματα λύπης, μειωμένη ικανότητα να βιώσουν χαρά και έλλειψη κινήτρων την προηγούμενη εβδομάδα.

Στους μισούς συμμετέχοντες δόθηκαν οδηγίες να προσθέσουν φρούτα, λαχανικά, ψάρια και ελαιόλαδο στη διατροφή τους, μειώνοντας παράλληλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να τρώνε όπως πριν.

Τρεις εβδομάδες αργότερα εκείνοι που συστηματικά έτρωγαν καλύτερης ποιότητας φαγητό ανέφεραν και σαφώς βελτιωμένη διάθεση. Τη στιγμή που τα άτομα της ομάδας ελέγχου που δεν είχαν τροποποιήσει τη διατροφή τους συνέχισαν να παρουσιάζουν μέτρια προς έντονα καταθλιπτικά συμπτώματα, τα άτομα της ισορροπημένης διατροφής ανέφεραν λιγότερα συμπτώματα ανησυχίας.

Τι ακριβώς περιόρισαν όσοι τρέφονταν πιο υγιεινά; Τα γλυκά, το έτοιμο και πρόχειρο φαγητό και τα αναψυκτικά. Τι αύξησαν; Φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, ψάρια και ελαιόλαδο.

«Πιστεύουμε ότι αυτό αποτελεί μια σημαντική πτυχή της έρευνας, το γεγονός δηλαδή ότι οι διατροφές αλλαγές είναι μικρές και εύκολα υλοποιήσιμες» σχολίασε η Δρ. Francis. «Η κατάθλιψη σχετίζεται με τη χρόνια φλεγμονώδη απόκριση του οργανισμού και η ανεπαρκής διατροφή αυξάνει τη συστηματική φλεγμονή και επίσης αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την κατάθλιψη» συμπλήρωσε.

ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr

-scaled-800x500_c.jpg

Πρωτοφανές περιστατικό τιμωρητικής απόλυσης φέρεται να σημειώθηκε σε ιδιωτικό σχολείο της Πάτρας, Σύμφωνα με καταγγελία εκπαιδευτικού που δημοσίευσε η ΟΙΕΛΕ, η εκπαιδευτικός κατήρτισε και διακίνησε κείμενο-επιστολή με αίτημα την απομάκρυνση καμερών από τις αίθουσες με σκοπό την διασφάλιση των προσωπικών δεδομένων μαθητών και εκπαιδευτικών. Το κείμενο το οποίο υπογραφόταν και από άλλους εκπαιδευτικούς, κοινοποιήθηκε στη διοίκηση του σχολείου, με αποτέλεσμα η τελευταία να ενημερώσει την εκπαιδευτικό - «υποκινήτρια», ότι η σύμβασή της με το εκπαιδευτήριο δεν θα ανανεωθεί.

Εκδικητική απόλυση σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της Πάτρας κατήγγειλε εκπαιδευτικός μέσω της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ). Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει η εκπαιδευτικός, μετά το πέρας της καραντίνας, το εκπαιδευτήριο τοποθέτησε κάμερες στις τάξεις προκειμένου το μάθημα να μεταδίδεται και για τους μαθητές που βρίσκονταν σε καθεστώς εκ περιτροπής εκπαίδευσης.

Η καταγγέλλουσα την απόλυσή της εκπαιδευτικός, συνέταξε λοιπόν μια επιστολή, στην οποία εκφράζονταν προβληματισμοί αναφορικά με τη προστασία από τυχόν διαρροή προσωπικών δεδομένων καθηγητών και μαθητών, εξαιτίας της λειτουργίας των καμερών.

Την επιστολή σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο κείμενο, συνυπέγφραψαν άλλοι 15 εκπαιδευτικοί, τα ⅔ δηλαδή του εκπαιδευτικού προσωπικού. Από εκείνη τη στιγμή, μετά την κοινοποίηση της επιστολής στη διοίκηση, το κλίμα στο σχολείο άλλαξε άρδην. «Από τη μία μέρα στην άλλη το περιβάλλον έγινε εμφανέστατα αρνητικό προς συναδέλφους που συντάξαμε και συνυπογράψαμε την επιστολή σε βαθμό που διέβλεψα –ορθά όπως φάνηκε– την καταγγελία της σύμβασής μου. Σημειώνω ότι ήμουν η μόνη από τις συνυπογράφουσες της οποίας η σύμβαση ορισμένου χρόνου έληγε τώρα», υπογραμμίζει η εκπαιδευτικός.

Μάλιστα η ίδια ζήτησε από τη σχολική της μονάδα να της αποστείλουν την καταγγελία της σύμβασης της προκειμένου να την ελέγξει με δικηγόρο και λογιστή προτού την υπογράψει, ωστόσο, όπως τονίζει «δε μου την έστειλαν και αντ’ αυτού έλαβα τηλεφωνήματα στα οποία μου ανακοίνωσαν ότι είχα ένα χρονικό περιθώριο λίγων ωρών να πάω να υπογράψω, διαφορετικά θα τη λάμβανα με δικαστικό επιμελητή, όπως και τελικά έγινε».

Ολόκληρο το κείμενο της ΟΙΕΛΕ με αποσπάσματα της καταγγελίας της εκπαιδευτικού

Δραματική καταγγελία συναδέλφου που εκδιώχθηκε από το σχολείο της (Αρσάκειο Πατρών), επειδή συνέταξε και συνυπέγραψε επιστολή προς τη Διοίκηση του σχολείου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων από την ταυτόχρονη μετάδοση μαθήματος με κάμερες! Φαίνεται ότι στο βασίλειο του κ. Μπαμπινιώτη οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους, αλλά θα πρέπει αμίλητοι να συμμορφώνονται με κάθε εντολή της διοίκησης, ακόμη κι αν αυτή παραβιάζει κρίσιμα δεδομένα παιδιών, γονέων και εκπαιδευτικών.

Η συνάδελφος επικοινώνησε με την ΟΙΕΛΕ και κατέθεσε μια συγκλονιστική επιστολή για την υπόθεσή της, μέσω της οποίας αναδεικνύεται το τεράστιο ζήτημα του καθεστώτος εργασιακής ζούγκλας που έχει επιβληθεί στα ιδιωτικά σχολεία δια χειρός Κεραμέως. Η εκπαιδευτικός ανέλαβε την πρωτοβουλία να συνταχθεί μια επιστολή προς τη Διοίκηση για την προστασία των προσωπικών δεδομένων μαθητών και εκπαιδευτικών και για την ομαλή επαναλειτουργία του σχολείου. Την επιστολή αυτή υπέγραψαν τα 2/3 των εκπαιδευτικών. Επειδή προφανώς η συνάδελφος θεωρήθηκε ως υποκινήτρια της κίνησης των εκπαιδευτικών, ενημερώθηκε ότι δεν θα ανανεωθεί η σύμβασή της, παρά το γεγονός ότι η Διεύθυνση είχε πολλάκις εξάρει τη δουλειά της και τα προσόντα της (έτσι εννοεί την …αριστεία ο κ. Μπαμπινιώτης).

Είναι φανερό, τελικά, ότι ορισμένοι επιδιώκουν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια να μην είναι σχολεία, να μην είναι πάροχοι κοινωνικού αγαθού, αλλά να μετατραπούν σε πρατήρια γνώσης με αναλώσιμους υπάλληλους. Σε χώρους όπου οι εκπαιδευτικοί δεν θα είναι αυτόνομοι και αξιοπρεπείς, αλλά δουλικοί και αναλώσιμοι. Αναρωτιέται εύλογα κάποιος, πώς θα διδάσκει αρχές και αξίες ένας τρομαγμένος, απειλούμενος και υποταγμένος εκπαιδευτικός. Προκαλεί, δε, θλίψη ότι μια τέτοια πραγματικότητα επιβάλλεται από ένα ιστορικό σχολείο που είχε ιδρυθεί με τελείως διαφορετική στόχευση για την εκπαίδευση.

Διαβάστε αποσπάσματα της καταγγελίας της εκπαιδευτικού:

Ο πλουραλισμός, ακόμα και η διάσταση των απόψεων εντός των εργασιακών χώρων είναι εκ των ων ουκ άνευ, πόσο μάλλον εάν μιλάμε για σημαντικά θέματα με κοινωνικές προεκτάσεις, όπως κρίνω ότι είναι η τοποθέτηση κάμερας εντός των σχολικών τάξεων. Η διαχείριση του πλουραλισμού αυτού μπορεί να οδηγήσει σε μια γόνιμη σύνθεση μόνο μέσα από τον διάλογο και την ανταλλαγή επιχειρημάτων.

Είναι τουλάχιστον λυπηρό και απαξιωτικό προς του εργαζόμενους το γεγονός ότι δε λάβαμε απάντηση στα ερωτήματα που θέσαμε για τη ζωντανή αναμετάδοση των μαθημάτων. Προσωπικά δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο επικοινωνίας μεταξύ εργαζομένων και διοίκησης από την ανταλλαγή ενυπόγραφων κειμένων. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αποτελεί δείγμα επαγγελματισμού και απόδειξη του αισθήματος ευθύνης προς το λειτούργημα που ασκώ η κατάθεση των όποιων προβληματισμών αφορούν στην άσκηση των καθηκόντων μου όσο πιο ποιοτικά και υπεύθυνα γίνεται.

Ελπίζω η δημοσιοποίηση της προσωπικής μου εμπειρίας να βοηθήσει στην ανάδειξη μιας πτυχής της Παιδείας που συχνά ξεχνιέται, τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών, διότι μια πραγματικά ποιοτική εκπαίδευση για τα παιδιά μας προϋποθέτει σχολεία και κοινωνίες που ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη, την ελευθερία έκφρασης και τη γόνιμη ανταλλαγή απόψεων.

Στις 13-7-2020 ενημερώθηκα τηλεφωνικά από την κ. Σ. Σταθοπούλου, Αν. Συντονίστρια Σύμβουλο των Αρσάκειων Σχολείων, ότι το Δ.Σ. της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που είχα υπογράψει με τη Φ.Ε. στη λήξη της διετίας (δηλ. στις 31-8-2020), χωρίς ωστόσο να μου αναφέρει τον λόγο αυτής της απόφασης.

Το διάστημα που εργάστηκα στο σχολείο ουδέποτε μου κοινοποιήθηκε γραπτά ή προφορικά κάποια παρατήρηση για την εργασία μου, τη συμπεριφορά μου ή τη συνεργασία μου με μαθητές, γονείς και συναδέλφους. Απεναντίας, ακούστηκαν επανειλημμένως από τη διευθύντρια του σχολείου, κ. Μ. Τουλιάτου, επαινετικά σχόλια για την εργατικότητα και την ποιότητα της δουλειάς μου, καθώς και για τα αυξημένα τυπικά προσόντα και την προϋπηρεσία μου.

Τον Μάιο 2020, ενώ οι εκπαιδευτικοί του σχολείου εργαζόμασταν από το σπίτι μας με εξαιρετικά εντατικούς ρυθμούς για την υλοποίηση σύγχρονης και ασύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε καθημερινή βάση εξαιτίας της πανδημίας, ενημερωθήκαμε σε τηλεδιάσκεψη για την ειλημμένη απόφαση να τοποθετηθούν κάμερες σε όλες τις τάξεις, οι οποίες τέθηκαν σε λειτουργία με την επιστροφή στο σχολείο την 1-6-2020. Η εν λόγω απόφαση γέννησε σε εκπαιδευτικούς του σχολείου μια σειρά προβληματισμούς νομικής και παιδαγωγικής φύσεως, που κατατέθηκαν σε τηλεδιάσκεψη παρουσία όλου του συλλόγου διδασκόντων. Κατόπιν πρότασής μου, οι κοινοί προβληματισμοί καταγράφηκαν και εστάλησαν με επιστολή στο Δ.Σ. της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στις 29-5-2020 (Αρ. Πρωτ. 83/29-5-2020). Την επιστολή αυτή συνυπογράψαμε 15 εκπαιδευτικοί του δημοτικού σχολείου, αριθμός που αναλογεί περίπου στα 2/3 του συλλόγου διδασκόντων.

Πολύ συνοπτικά, το περιεχόμενο της επιστολής επικεντρωνόταν στην ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων μαθητών και εκπαιδευτικών, την επιλογή του σχολείου να παρακολουθούν τη ζωντανή αναμετάδοση όχι μόνο μαθητές που δεν επέστρεψαν στο σχολείο επειδή ανήκουν οι ίδιοι ή οικείοι τους σε ευπαθείς ομάδες –σύμφωνα με τη σχετική Υπουργική Απόφαση και την τότε ισχύουσα τροπολογία– αλλά το σύνολο των μαθητών που έμενε εκ περιτροπής στο σπίτι, εκτιμώμενες δυσκολίες και ποιοτικές αλλαγές στην εκπαιδευτική πράξη και στις σχέσεις των εμπλεκόμενων μερών λόγω της ζωντανής αναμετάδοσης κτλ. Ως προς το ύφος της επιστολής, παραθέτω ενδεικτικά το εξής απόσπασμα: «[…] Επικοινωνούμε μαζί σας για να εκφράσουμε τον προβληματισμό μας σχετικά με τις συνθήκες επανέναρξης της σχολικής μας ζωής». Στο κλείσιμο της επιστολής παρακαλούσαμε τη διοίκηση να επανεξετάσει τον τρόπο διεξαγωγής της ομόχρονης διδασκαλίας και να μας ενημερώσει το ταχύτερο δυνατό ποιους βαραίνουν τυχόν ευθύνες σε περίπτωση διαρροής προσωπικών δεδομένων.

Αφότου αποφασίστηκε η σύνταξη της επιστολής, το κλίμα στο Αρσάκειο Δημοτικό Πατρών άλλαξε άρδην. Από τη μία μέρα στην άλλη το περιβάλλον έγινε εμφανέστατα αρνητικό προς συναδέλφους που συντάξαμε και συνυπογράψαμε την επιστολή σε βαθμό που διέβλεψα –ορθά όπως φάνηκε– την καταγγελία της σύμβασής μου. Σημειώνω ότι ήμουν η μόνη από τις συνυπογράφουσες της οποίας η σύμβαση ορισμένου χρόνου έληγε τώρα.

Ποτέ δε λάβαμε γραπτή απάντηση στην επιστολή που στείλαμε. Αντ’ αυτού, μία μέρα μετά τηλεφώνησε ατομικά σε όσους είχαμε στείλει την επιστολή η διευθύντρια του σχολείου για να μας ενημερώσει ότι η διοίκηση δε θα επανεξετάσει τις αποφάσεις της σχετικά με την ομόχρονη διδασκαλία. Στη συνομιλία που είχαμε, κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησής μου, συμπλήρωσε ότι δε θα λάβουμε γραπτή απάντηση στα ερωτήματά μας.

Παρ’ όλες τις δυσκολίες που προέκυψαν υπό τις νέες συνθήκες, εργάστηκα πολύ σκληρά και με μεγάλη αγάπη για τους μαθητές μου έως την τελευταία μέρα του σχολικού έτους, ακολουθώντας τις οδηγίες του σχολείου. Σε τηλεφωνικές συνομιλίες που είχα με τους γονείς όλων των μαθητών μου στο κλείσιμο του σχολικού έτους εισέπραξα ευχαριστίες και θετικά σχόλια από όλους ανεξαιρέτως.

Η αιφνίδια αλλαγή στάσης προς το πρόσωπό μου στα τέλη Μαΐου συνεχίστηκε ακόμα και αφού μου ανακοινώθηκε η καταγγελία της σύμβασης. Ζήτησα από τη σχολική μου μονάδα να μου στείλουν την καταγγελία για να την ελέγξω με δικηγόρο και λογιστή πριν την υπογράψω, ωστόσο δε μου την έστειλαν και αντ’ αυτού έλαβα τηλεφωνήματα στα οποία μου ανακοίνωναν ότι είχα ένα χρονικό περιθώριο λίγων ωρών να πάω να υπογράψω, διαφορετικά θα τη λάμβανα με δικαστικό επιμελητή, όπως και τελικά έγινε.

B.B.

ΠΗΓΗ: thepressproject.gr

7e4af79054d89939b65425ed69570c4f_S.jpg

του Νίκου Γουρλά

Σαν σήμερα 14 Σεπτέμβρη του 2001 έφυγε από την ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Καζαντζίδης ήταν όχι μόνο η μεγάλη φωνή του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας εποχής που έχει κάποιες αναλογίες με τη σημερινή. Τα τραγούδια του συνδέθηκαν με την  μεταπολεμική ιστορία, εκφράζοντας πολύ πλατιά λαϊκά στρώματα.

Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ο Στέλιος Καζαντζίδης έκφρασε με τον πιο χαρακτηριστικό και αυθεντικό τρόπο την πίκρα, τον πόνο, τον καημό  της ήττας του λαϊκού κινήματος μετά τον Εμφύλιο. Και μάλιστα μέσα από μια φωνή με τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες και λαϊκή «ρίζα». Μ' αυτή την έννοια, ήταν ένας αυθεντικός και ανεπανάληπτος λαϊκός τραγουδιστής.

Γεννημένος από πρόσφυγες γονείς στην Νέα Ιωνία, βιώνει από τα πρώτα του χρόνια την κοινωνική αδικία και την φτώχια. Ζει την κατοχή και την φασιστική τρομοκρατία, αφού ο οικοδόμος πατέρας του βασανίζεται από γερμανοτσολιάδες στην κατοχή και πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει τότε πολλές δουλειές για να επιβιώσει αυτός και  η οικογένεια του. Παράνομος μικροπωλητής, οικοδόμος, εργάτης σε εργοστάσιο κ.λπ. Φαντάρο, μετά τον Εμφύλιο, τον στέλνουν στην Μακρόνησο, όπου γνωρίζει τη φρίκη της “διαπαιδαγώγησης” του νέου ελληνικού κράτους. Τα βιώματα αυτά  αντανακλώνται στα τραγούδια του. Κανένας άλλος καλλιτέχνης δεν έχει ερμηνεύσει τόσο μεγάλο αριθμό τραγουδιών  που να μιλάνε για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση.

H εμφάνισή του στο λαϊκό τραγούδι (1952) γίνεται σε μια περίοδο που οι μνήμες από την τραγωδία της φασιστικής κατοχής και της αντίστασης, αλλά και  του ένοπλου αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού,  είναι ακόμα νωπές, ενώ οι συνέπειες της ήττας του εργατικού και λαϊκού κινήματος επιδρούν και στην τελευταία πτυχή της ζωής των ανθρώπων. Η ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού σηματοδότησε και τον τερματισμό μιας εποχής ηρωικών και ελπιδοφόρων αγώνων ενός λαού που είχε αποτολμήσει με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος, αλλά και ενόπλου αγώνα, να πάρει τις τύχες του στα χέρια του, παλεύοντας για το όραμα της «λαοκρατίας»

Οι δυνάμεις  της αστικής τάξης έβγαιναν νικηφόρες  από μια ταξική αναμέτρηση, αφού είδαν τον χάρο με τα ματιά τους,  γεμίζοντας τα ξερονήσια με αγωνιστές, τρομοκρατώντας την ύπαιθρο με τα ΤΕΑ, και εκτελώντας, μέχρι το 1955, κομμουνιστές. Όσοι είχαν και την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ φακελώνονται και θεωρούνται «μιάσματα», ενώ κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, των πιστοποιητικών “κοινωνικών φρονημάτων” κ.λπ.

Όλα αυτά και σε συνδυασμό με το ότι ο εργαζόμενος λαϊκός κόσμος ζούσε μέσα σε μεγάλη ανέχεια, αφού ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 η ανεργία έτρεχε στο 25%, ενώ τα μεροκάματα ήταν τόσο άθλια που δεν έφταναν καν για να ξεπληρώνουν τα βερεσέδια στον μπακάλη. Στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς  βασιλεύει η εργοδοτική αυθαιρεσία, ενώ το συνδικαλιστικό κίνημα ελέγχεται από την Ασφάλεια  με τους έμμισθους αντικομουνιστές εργατοπατέρες. Όλα αυτά και πολλά άλλα συμπληρώνουν την εικόνα της ζωής που βίωνε η εργατική τάξη.

Σε αυτές της συνθήκες προβάλει το είδος εκείνο του τραγουδιού που καθιέρωσε τον Καζαντζίδη, με στίχους που αποπνέουν την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, της ατομικής και συλλογικής απελπισίας. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν ερμηνευτή αυτού του τραγουδιού όχι τυχαία, καθώς και ο ίδιος προέρχεται και παραμένει δεμένος με τον κόσμο που εκφράζει. Η μεγάλη αποδοχή που έχει στην εργατική τάξη το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού, είναι αντανάκλαση της σκληρής καθημερινότητας που βιώνει ο λαϊκός κόσμος, η οποία  συντρίβει τα οράματα και της ιδέες της απελευθέρωσης. Αυτός ο χτυπημένος κόσμος δεν μπορεί πια  να τραγουδήσει  τα επαναστατικά τραγούδα της εαμικής Αντίστασης, όπως έκανε στα χρόνια της κατοχής και του δεύτερου αντάρτικου.

Ούτε, όμως, από την άλλη, μπορούσε να τραγουδήσει τα ανάλαφρα τραγουδάκια που αναφέρονταν στις χαρές της ζωής των μικροαστών, τους ρομαντικούς έρωτες. Τραγουδούσε Καζαντζίδη, γιατί είχε συνείδηση της κατάστασης που βίωνε. Το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη παρακολουθούσε βήμα-βήμα τη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης,  γι’ αυτό διατήρησε και αυτή τη σχέση με την εργατική τάξη επί δεκαετίες.

Στα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη κυριαρχεί η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας, με τρόπο μερικές φορές αφελή.  Όμως, η δική του διαμαρτυρία είναι άμεση και αυθόρμητη διαμαρτυρία της ψυχής. Μιλάει την γλώσσα του κόσμου απ’ όπου προέρχεται, εκφράζοντας το επίπεδο της εργατικής και λαϊκής συνείδησης σε συνθήκες ήττας και διάψευσης των ελπίδων. Αυτός είναι ο λόγος που η εργατική τάξη της εποχής αγκαλιάζει τα τραγούδια του.  Αυτό το πρωτόγνωρο είδος τραγουδιού η Αριστερά  αρχικά θα το αγνοήσει, στην συνέχεια την δεκαετία του ’60 θα το απορρίψει, χαρακτηρίζοντας το μοιρολατρικό, άρα εμπόδιο στην ταξική συνειδητοποίηση.

Τραγούδι απελπισίας και απόγνωσης το «σήμερα χειρότερο από το χτες» το 1956. Τραγούδι μισοαισιόδοξο στα τέλη της δεκαετίας του ‘50  το «μια καινούργια κοινωνία θα να χτίσω κι απ’ τον κόσμο φτώχια και άδικο να σβήσω». Θα ακολουθήσει και πάλι την έξαρση του κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ‘60  που θα ακουστούν «τα μουτζουρωμένα χέρια και η φόρμα η παλιά κρύβουν χρήμα και αξία και μια τίμια καρδιά», ύμνος των απανταχού μουτζούρηδων των μηχανουργείων  του Πειραιά και της Ζώνης του Περάματος. Μετά από τα γεγονότα του ’65, όταν  οι οικοδόμοι είναι η ψυχή της εξέγερσης, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδά το «οικοδόμοι παλληκάρια με περήφανη ψυχή».

 

 Μπαίνουμε, λοιπόν, στην περίοδο των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του ‘60. Με την εργατική τάξη να τραγουδά αυτά τα “μοιρολατρικά” τραγούδια του Στέλιου. Οι εργάτες, η εργαζομένη νεολαία, οι οικοδόμοι που κατέβαιναν στα μαχητικά συλλαλητήρια, που υποχρέωναν τους μπάτσους σε άτακτη φυγή, «ξηλώνοντας τα πεζοδρόμια». Στις σκαλωσιές  και  στα μηχανουργεία, στα κλωστοϋφαντουργεία του «ΜΟΥΖΑΚΗ» στο Αιγάλεω  και της Νέας Ιωνίας, τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη  τραγουδούσαν την ώρα της δουλειάς, αλλά και στα γλέντια και τις παρέες τους. Και όπως αποδείχτηκε, κάθε άλλο παρά ανασταλτικά λειτούργησαν στην ταξική συνειδητοποίησή τους.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης  θα εκφράσει όσο κανένας άλλος τον πόνο της ξενιτιάς. Χιλιάδες εργάτες φεύγουν καθημερινά μετανάστες  «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές».  Και τώρα το άμεσο ταξικά αισθητήριο θα καταστήσει τον Καζαντζίδη τραγουδιστή της μετανάστευσης, εκφραστή του πόνου του εργάτη που παίρνει «το τραίνο Γερμανίας-Αθηνών στην τρίτη θέση σε μιαν άκρη καθισμένος».

Φυσικά, ο Καζαντζίδη δεν θα είχε εξελιχθεί σε αυτό που γνωρίσαμε  αν δεν είχε επιλέξει να πει τραγούδια συνθετών όπως ο  Δερβενιώτης, ο Κολοκοτρώνης  ο  Μπακάλης που σε συνδυασμό με τους στίχους του Κώστα Βίρβου έδιναν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτοί και οι μετά απ’  αυτούς, όπως ο Πυθαγόρας, ήταν στην πλειοψηφία τους αριστεροί.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης θα αποσυρθεί από το πάλκο το 1965, όταν η αστική τάξη ανακαλύπτει τα «μπουζούκια», και, όπως εξομολογούνταν ο ίδιος, ενοχλείται αφάνταστα από τους νεόπλουτους και βολεμένους, «που ήθελαν να κάνουν επιδείξεις, που σκορπάνε το χρήμα τους  γιατί το ‘χουν βγάλει χωρίς κόπο».  Θα συνεχίσει, όμως, να επικοινωνεί με την εργατιά μέσα από τους δίσκους του, μέχρι που κι αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας κλείνει με τα γνωστά προβλήματα με τον Μάτσα.

 

 Στέλιος Καζαντζίδης και Αριστερά.

«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»

Αντόνιο Γκράμσι

Αυτή την εκτίμηση του Γκράμσι η Αριστερά αρχικά μάλλον την αγνόησε στην περίπτωση του Καζαντζίδη, αλλά και προηγούμενα  στην περίπτωση του ρεμπέτικου την δεκαετία του τριάντα. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι είναι η ίδια αριστερά που θέτει πρώτη το ζήτημα για το ρεμπέτικο τραγούδι με το άρθρο του Φ. Ανωγειανάκη στον Ριζοσπάστη τον Γενάρη του 47.  Με εκείνο το κείμενο και τον μικρό διάλογο που ακολούθησε ( έγραψαν απάντηση οι Α. Ξένος και Ν. Πολίτης), ανοίγει η συζήτηση για το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι που μέχρι τότε ήταν καταδικασμένο από την ηγεσία και τη διανόηση του ΚΚΕ. Δεν πρόλαβε, όμως, να αναπτυχθεί παραπέρα, αφού ο Ριζοσπάστης κλείνει τον Οκτώβριο  του ’47. Ακολουθεί η ομιλία του Χατζιδάκι το ’49 που  συνέχισε την συζήτηση και έβγαλε οριστικά το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι από το κοινωνικό και καλλιτεχνικό περιθώριο.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, ένα μεγάλο μέρος  της αριστερής διανόησης με λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτή του Φ. Ανωγειανάκη και του  Τ. Βουρνά, ταυτιζόταν με τους εκπρόσωπους της αστικής ιδεολογίας από διαφορετικές φυσικά αφετηρίες,  που θεωρούσε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι ανατολίτικο, ξενόφερτο, παρακμιακό.

 Αυτό έχει να κάνει με τις λαθεμένες αναγνώσεις που έκανε η Αριστερά, στην προσπάθεια της να καθορίσει  τη στάση της απέναντι σε λαϊκά φαινόμενα και σχετιζόταν με την ίδια την γενική πολιτική της γραμμή, και εκείνη σε θέματα αισθητικής και πολιτισμού. 

Αυτό που δεν καταλάβαινε η τότε ηγεσία της Αριστεράς είναι ότι η εργατική τάξη εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσε να είναι επαναστατικά αισιόδοξη. Η ήττα λειτούργησε συντριπτικά στις συνειδήσεις του κόσμου, ακριβώς γιατί αποτέλεσε της διάψευση της δυνατότητας να ανατρέψει το σύστημα της κοινωνικής ανισότητας και εκμετάλλευσης.

 Τομή που αλλάζει την σχέση της Αριστεράς με το λαϊκό τραγούδι είναι η  νέα ενορχήστρωση από τον  Μ. Θεοδωράκη του “Επιτάφιου” του Γ. Ρίτσου με την λαϊκή ορχήστρα του Μ. Χιώτη, που ξεσήκωσε θύελλα στους κύκλους της αριστερής διανόησης μέσα από τις σελίδες της “Επιθεώρησης Τέχνης”. Αυτή η τομή θεμελιώνεται  στις περιφρονημένες  από την Αριστερά βάσεις του λαϊκού τραγουδιού. Ο Θεοδωράκης μέσα από την  φωνή του Σ. Καζαντζίδη βρίσκει τον τρόπο να απευθυνθεί απευθείας στην εργατική τάξη χωρίς άλλες διαμεσολαβήσεις. Ο Καζαντζίδης θα ερμηνεύσει, μεταξύ πολλών άλλων, το «βράχο βράχο τον καημό μου», κόλαφος στο καραμανλικό καθεστώς που συνεχίζει να κρατά στα ξερονήσια  εκατοντάδες λαϊκούς αγωνιστές. Θα αντιλαλήσουν οι εργατογειτονιές του Αιγάλεω και του Περιστερίου από το «Σαββατόβραδο» και το «Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου».

Ήδη από τα μέσα τις δεκαετίας του ’60, στις νέες γενιές των αριστερών διανοουμένων, σε εκείνη την περίφημη πολιτιστική άνοιξη, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι γίνεται κεντρικό σημείο αναφοράς. 

Στην περίοδο της δικτατορίας το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι συνδέθηκε στενά με το αντιδικτατορικό κίνημα, ιδιαίτερα τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη. Είναι τα τραγούδια που τραγουδάνε οι παρέες με νόημα και συνενώνονται στις ταβέρνες, για να συναντηθούν έπειτα στις σκληρές διαδηλώσεις.

Έτσι, στη μεταπολίτευση, μαζί με το νόμιμο Θεοδωράκη, “νομιμοποιείται” μαζικά στη συνείδηση των ανθρώπων της Αριστεράς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι. Χωρίς αντιδράσεις; Όχι.

Δεν έχουν οριστικά εκλείψει απόψεις που λένε πως αυτό το είδος μουσικής δεν καλλιεργεί το αγωνιστικό πνεύμα, δίνοντας έμφαση στα “χασικλίδικα” και τα “μηδενιστικά” τραγούδια. Ωστόσο, η άποψη αυτή σαρώνεται. Χαρακτηριστική και κορυφαία εκδήλωση είναι τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εκδήλωση το ’86 για το κοινωνικό και λαϊκό τραγούδι που έγινε στο ΣΕΦ.

Η σημερινή εποχή της μαζικής ανεργίας, της απότομης φτωχοποίησης, της μαζικής εξαθλίωσης, της διάψευσης των προσδοκιών της νεολαίας για μια ζωή καλύτερη από αυτή των γονιών τους, αλλά και της μεγάλης της οπισθοχώρησης του εργατικού κινήματος, φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα αν θα μπορέσει  να υπάρξει συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού. Αυτό, που μας δίδαξε εκείνη η εποχή είναι ότι και στο λαϊκό τραγούδι αλλά και εν γένει στον πολιτισμό, αντανακλάται, με όλες τις αντιφάσεις της που είναι και αντιφάσεις του ίδιου του λαϊκού πολιτισμού,  η πραγματική συνείδηση της εργατικής τάξη.  Στις μέρες μας αυτό είναι δύσκολο να ανιχνευτεί. Το ποια θα είναι η συνέχεια σε αυτό που ονομάζουμε  λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο να το απαντήσει κανείς.  Όπως όμως και να έχει, σε μια εποχή που κυριαρχούν οι ατομικότητες και οι κατακερματισμοί, που οι λαϊκές τάξεις  βρίσκονται οικονομικά και πολιτιστικά στο περιθώριο, έχει πολύ περισσότερες δυσκολίες να εκφραστεί η σύγχρονη μορφή του.

Βιβλιογραφία:

Γιώργου Αλεξάτου: «Το τραγούδι των ηττημένων. Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα», εκδόσεις Κουκκίδα.

Γιώργου Αλεξάτου:  «Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα», περιοδικό «Λαϊκό τραγούδι».

Πάνου Γεραμάνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Όταν η φωνή φτάνει το θρύλο», εκδόσεις  Άγκυρα.

Θωμά Κοροβίνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Αφιέρωμα», εκδόσεις Οδός Πανός.

Κώστα  Μπαλαχούτη: «Και όσο υπάρχεις θα υπάρχω», εκδόσεις Ατραπός

Γκέιλ Χολστ: «Δρόμοι για το ρεμπέτικο (άρθρα για το ρεμπέτικο τραγούδι (1947-1976)», Αγγλοελληνικές εκδόσεις.

 ΠΗΓΗ: kommon.gr

Σελίδα 2220 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή