Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Μια συμφωνία, ένα «διαζύγιο», μια φάτνη κι ένας …Ηρώδης (που φοβάται την κατάργησή της)

Γράφει η Δώρα Μόσχου.
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε πρόσφατα ανάμεσα στον πρωθυπουργό και στον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση και την αναγκαιότητα του χωρισμού του κράτους από την εκκλησία. Η προφανής ανάγνωση των όσων συμφωνήθηκαν, κατατείνει σε τούτο: πρόκειται για μια από τις –εξαιρετικά συνηθισμένες πια– υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στις κεντρικές επιλογές της άρχουσας τάξης, υποχωρήσεις που πηγαίνουν ακόμα και τον ίδιο πίσω από διακηρυγμένες αρχές και θέσεις του. Και δεν μιλάμε για αρχές και θέσεις που να στοχεύουν σε ριζικές ρήξεις και ανατροπές, αλλά που πρεσβεύουν, απλά και μόνο, αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα ρυθμίσεις που θα έπρεπε να έχουν υπάρξει στην Ελλάδα εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Το προφανές λοιπόν στοιχείο της συμφωνίας είναι ότι οι κληρικοί, στην πράξη, θα συνεχίσουν να μισθοδοτούνται από το ελληνικό δημόσιο, αν και η διαχείριση των χρημάτων που προορίζονται για τη μισθοδοσία τους (καθώς και των λαϊκών υπαλλήλων των μητροπόλεων) θα γίνεται πια από την ίδια την εκκλησία. Σε αυτό ωστόσο υπάρχει ένας αντίλογος (όχι ανίσχυρος, κατά τη γνώμη μου): η απένταξη των κληρικών από το σύστημα πληρωμών του δημοσίου και ο αποχαρακτηρισμός τους ως δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί ένα πρώτο βήμα για τον πλήρη διαχωρισμό κράτους–εκκλησίας. Το θέμα έχει πολλές νομικές πλευρές, τις οποίες θα μπορούσε πολύ καλύτερα να διαχειριστεί, να αναλύσει και να εκθέσει ένας ειδικός επιστήμονας. Από πολιτική άποψη ωστόσο, δεδομένης της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ να αποφεύγει κάθε σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και τους φορείς της και να υποχωρεί στις απαιτήσεις της, πολύ φοβόμαστε ότι, ακόμη κι αν είναι έτσι, αυτό το πρώτο βήμα δεν θα το ακολουθήσει κανένα δεύτερο!
Τούτων δοθέντων, αξίζει, θαρρώ, τον κόπο να παρέμβουμε στη δημόσια συζήτηση –που έχει πάντως ανοίξει με ιδιαίτερη ένταση– υπενθυμίζοντας ορισμένα χρήσιμα πράγματα για το ρόλο της εκκλησίας στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή αλλά και για το τι σημαίνει στην πράξη ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος. Αφήνω έξω από την προβληματική μου το –τεράστιο ωστόσο– ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Αρχικά, θα πρέπει να αποδεχτούμε μια ιστορική αλήθεια: η ορθόδοξη εκκλησία, ως μηχανισμός, σαφώς και έπαιξε ρόλο στη συγκρότηση του ελληνικού έθνους. Το ορθόδοξο δόγμα είναι ένα από εκείνα τα στοιχεία που συγκρότησαν τη συνείδησή του κατά τη διάρκεια των ξενικών κυριαρχιών. Όχι όμως για θεολογικούς–δογματικούς λόγους, αλλά καθαρά για ιστορικούς και πολιτικούς. Από τη μια, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με την πολιτική θέση και το κύρος που είχε αποκτήσει επί οθωμανικής κυριαρχίας, λειτουργούσε ως συλλογική πολιτική έκφραση των ορθόδοξων υπηκόων της αυτοκρατορίας∙ από την άλλη, το ορθόδοξο δόγμα ήταν ένα ισχυρό διαφοροποιητικό στοιχείο των κυριαρχουμένων από τους κυριάρχους του; από τους μουσουλμάνους στις οθωμανοκρατούμενες ελληνικές χώρες, τους καθολικούς στις λατινοκρατούμενες.
Είναι όμως εξ ίσου αλήθεια –και, μάλιστα, αλήθεια που έχει περάσει από τη βάσανο της ιστορικής έρευνας– ότι η εκκλησία, προσπαθώντας να εδραιώσει τη θέση της στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος αλλά και στη συνείδηση του ελληνικού λαού, έχει φορτώσει την ιστορική της διαδρομή με πολλά ψιμμύθια, τα οποία καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα διαδεδομένος είναι ο μύθος για την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», ή της ύψωσης του λάβαρου της Επανάστασης του `21, στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Είναι δε τόσο αγαπητοί αυτοί οι μύθοι που ακόμα κι αν με επιστημονικά τεκμήρια προσπαθήσει κάποιος να τους καταρρίψει δημόσια, δεν είναι σπάνιες οι φορές που θα αντιμετωπιστεί με χλευασμό, βρισιές, κατάρες κι άλλα παρόμοια …χριστιανικά.
Έχουμε θίξει κι άλλη φορά στην αρθρογραφία μας εξ άλλου (με την αφορμή της αποπομπής Φίλη, θαρρώ) το ζήτημα της στάσης του κλήρου στις μεγάλες ιστορικές στιγμές του λαού μας και έχουμε κάνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο λαϊκό παπά που, πολλές φορές υπήρξε αγωνιστής κι αντάρτης στο πλευρό του λαού και στον ανώτερο και ανώτατο κλήρο που, συνηθέστατα, συμμετέχοντας ενεργά στα συμφέροντα και στους σχεδιασμούς της άρχουσας τάξης, την ακολουθεί και στις πολιτικές της επιλογές.
Πέρα από αυτά: η Ελλάδα είναι όντως μια σχεδόν μονοθρησκευτική (ας μου συγχωρεθεί ο νεολογισμός) χώρα. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της έχει καταγραφεί ως ανήκον στο ορθόδοξο δόγμα. Χωρίς να συνυπολογίσουμε τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές των τελευταίων χρόνων, οι έλληνες υπήκοοι με μουσουλμανικό θρήσκευμα ανέρχονται σε 150.000 περίπου, ενώ οι έλληνες καθολικοί είναι μόλις 50.000 άτομα. Ελάχιστοι εβραίοι έχουν απομείνει στην Ελλάδα μετά το ξεκλήρισμα των εβραϊκών κοινοτήτων κατά το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ απειροελάχιστοι είναι οι οπαδοί άλλων χριστιανικών δογμάτων.
Αυτές είναι οι επίσημες καταγραφές. Ωστόσο, γεννάται ένα ερώτημα: το σύνολο όλων όσων έχουν καταγραφεί ως ορθόδοξοι (αν και το ερώτημα ισχύει και όσους πρεσβεύουν άλλα δόγματα ή θρησκείες) είναι όντως θρησκευόμενοι, ή έχουν καταγραφεί απλώς ως τέτοιοι, ακολουθώντας είτε την παράδοση είτε τις θρησκευτικές επιλογές των γονιών τους; Πόσοι άραγε είναι αυτοί που έχουν χαλαρούς δεσμούς με τη θρησκεία (τους), είναι άθρησκοι ή άθεοι; Και γιατί, όσοι και να είναι αυτοί, πρέπει να ρυθμίζουν τον κύκλο της ζωής τους με βάση τις επιταγές της θρησκείας;
Από μια άλλη πλευρά: ένα κράτος συγκροτημένο στα πρότυπα του έθνους–κράτους, έτσι όπως ορίστηκαν ιστορικά, μετά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, κατά πόσο επιτρέπεται να απεκδύεται δικές του αρμοδιότητες και ευθύνες και να τις μοιράζεται με τον κλήρο; (Δε βάζω καν στη συζήτηση το τί πρέπει να συμβαίνει και το τι ιστορικά έχει συμβεί σε ένα σοσιαλιστικό κράτος). Για να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα: η συμφωνημένη συμβίωση δυο ανθρώπων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (από τα οικογενειακά επιδόματα στη δουλειά τους, μέχρι το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών ή τα ζητήματα της κληρονομιάς) πρέπει να είναι αρμοδιότητα της εκκλησίας ή της πολιτείας; Η απάντηση είναι, θαρρώ, σαφής και δεδομένη: η πολιτεία θα χορηγήσει τα οικογενειακά επιδόματα, από την πολιτεία θα διεκδικηθεί η ίδρυση παιδικών σταθμών και η δημόσια δωρεάν παιδεία, το οικογενειακό δίκαιο θα ρυθμίσει τα ζητήματα της κληρονομιάς. Στα κρατικά ληξιαρχεία καταγράφεται το όνομα του νεογέννητου παιδιού με το οποίο καθορίζεται η υπόστασή του ως πολίτη του κράτους και από τα αντίστοιχα μητρώα διαγράφεται όταν κάποιος εκδημήσει.
Στο δημόσιο βίο δε, αλίμονο αν η εγκυρότητα ενός όρκου εξαρτάται από την ύπαρξη ενός υπερκόσμιου όντος–τιμωρού και όχι από την εντιμότητα και την προαίρεση εκείνου που τον δίνει. Πόσες εξ άλλου ψευδείς μαρτυρίες έχουν γίνει στα δικαστήρια, μετά την απόθεση του χεριού του μάρτυρα πάνω στο ευαγγέλιο ή σε όποιο άλλο ιερό κείμενο; Ή έχει εμποδίσει ο θρησκευτικός όρκος που δίνουν, συνηθέστατα, τα μέλη του πολιτικού προσωπικού, όταν αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα να βλάψουν σοβαρά τη χώρα και το λαό της;
Ως προς την εκπαίδευση: η γνώση που παρέχεται στο οργανωμένο δημόσιο σχολείο οφείλει να είναι αυστηρά επιστημονική. Η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, όταν μάλιστα συνδέεται στενά με ζητήματα συνείδησης, δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο σχολείο.
Η ανάληψη λοιπόν από την πολιτεία όλων αυτών των δραστηριοτήτων και εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής είναι μια ιστορική αναγκαιότητα που έχει ήδη πολύ καθυστερήσει στην Ελλάδα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο θρησκευόμενος άνθρωπος δεν θα έχει το δικαίωμα να ασκήσει την πίστη του ούτε σημαίνει ότι στοιχεία της παράδοσης που συνδέονται με τη ρύθμιση και τη ροή του χρόνου ή με την ιδιοπροσωπία του ελληνικού λαού δεν θα γίνονται σεβαστά ή θα καταργηθούν εν μια νυκτί και με ένα διάταγμα.
Μια παρέκβαση: κατά τη γνώμη μου, δεν νοούνται ως αποδεκτά στοιχεία μιας θρησκευτικής παράδοσης που να έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με κατακτημένα λαϊκά δικαιώματα ή δικαιώματα πληθυσμιακών ομάδων που τα έχει αναγνωρίσει ακόμη και αυτό το αστικό δίκαιο. Και αυτή η παρατήρηση δεν αφορά μόνο την πλειοψηφούσα θρησκεία, το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Αφορά, για παράδειγμα, και την εφαρμογή της σαρίας, του μουσουλμανικού θρησκευτικού δικαίου σε μια περιοχή της ελληνικής επικράτειας. Μήπως και σε αυτό τον τομέα θα πρέπει να γίνουν ορισμένα πιο τολμηρά βήματα;
Σε κάθε περίπτωση, ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος είναι ιστορικά αναγκαίος και ώριμος. Άλλωστε, η έκφραση «τα του καίσαρος τω καίσαρι» έχει ευαγγελική προέλευση …Και, προφανώς, μια τέτοια διαδικασία δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της …φάτνης! Εξ άλλου, εκείνος που έφερε το ζήτημα (και έγινε βέβαια καταγέλαστος) στο δημόσιο διάλογο, με ένα και μόνο πρόσωπο που συνδέεται με την τρυφερή και αισιόδοξη (πέρα από τη μεταφυσική της διάσταση) ιστορία των Χριστουγέννων μπορεί να συσχετιστεί: κι αυτό δεν είναι άλλο από τον … Ηρώδη!
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Νέα μετάθεση στην ημερομηνία της απεργίας με την σφραγίδα του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού. - Πρωτοφανής και επαναλαμβανόμενη κωλοτούμπα των δυνάμεων του ΠΑΜΕ
Συνεχίζεται το απαράδεκτο γαϊτανάκι με την ημερομηνία για απεργιακή κινητοποίηση μέσα στον Νοέμβρη. Αρχικά απεργία εξήγγειλαν δεκάδες δευτεροβάθμιες και εκατοντάδες πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας μας.
Σημειώνουμε ότι η αρχική ημερομηνία αυτής της απεργίας στην οποία συμμετείχε και το Εργατικό Κέντρο Πειραιά είχε προσδιοριστεί για τις 8 Νοέμβρη. Στην συνέχεια το Εργατικό Κέντρο Αθήνας στην συνεδρίασή του είχε λάβει απόφαση για την κήρυξη απεργίας στις 14 Νοέμβρη όπως ήδη είχε αποφασίσει η ΑΔΕΔΥ η οποία ως γνωστό καλύπτει συνδικαλιστικά όλο το φάσμα των εργαζομένων του δημόσιου τομέα.
Ακολούθως η ηγεσία του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού στην ΓΣΕΕ παρενέβη απροκάλυπτα στις δυνάμεις που ελέγχει στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας και αυτοί με την σειρά τους ανέτρεψαν την προγενέστερη απόφαση και αποφάσισαν να συμπορευτούν με την ηγεσία της ΓΣΕΕ στην απεργία στις 28 Νοέμβρη 2018….
Η απόφαση της ΓΣΕΕ για απεργία στις 28 Νοέμβρη 2018 είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της εθιμοτυπικής ετήσιας απεργίας που γίνεται με αφορμή τον προϋπολογισμό.
Ταυτόχρονα η εργοδοτική πλειοψηφία της ΓΣΕΕ αποφάσισε την συγκεκριμένη ημερομηνία προκειμένου να υπονομεύσει την σχεδιασμένη απεργιακή κινητοποίηση των Συνδικάτων που είχαν αποφασίσει Πανελλαδική απεργία στις 14 Νοέμβρη.
Επίσης η κίνηση αυτή της ηγεσίας της ΓΣΕΕ έγινε σε αντιπερισπασμό και σε ευθεία σύγκρουση με τις δυνάμεις των εκατοντάδων Συνδικάτων θέλοντας με αυτό τον τρόπο να επιβάλει όχι μόνο μια δική της διαφορετική ημερομηνία αλλά κυρίως να αναδείξει ένα «πλαίσιο αιτημάτων και στόχων» στην κατεύθυνση της αντιδραστικής «κοινωνικής συμμαχίας» το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τα εργατικά προβλήματα και τις δίκαιες διεκδικήσεις τους.
Το πλαίσιο αυτό είναι πλήρως προσαρμοσμένο στην κατεύθυνση του ευρωμονόδρομου, της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου και αντικειμενικά βάζει πλάτη στην ασκούμενη αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική.
Με την απόφασή τους αυτή οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού απέδειξαν για πολλοστή φορά ότι εχθρεύονται οποιαδήποτε πρωτοβουλία των αγωνιστικών – ταξικών συνδικάτων, λειτουργούν διασπαστικά και υπονομευτικά στην συγκρότηση ενός ευρύτερου μετώπου εργατικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, με την απόφασή τους για τις 28/11 σπάνε στην μέση την Πανελλαδική απεργία σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα!!
Από την άλλη οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ που συμμετείχαν ενεργά στην πρώτη φάση για αγωνιστική κινητοποίηση αφού δεν πέτυχαν να εξασφαλίσουν την συναίνεση της χρεοκοπημένης ηγεσίας της ΓΣΕΕ τόσο για τις 8/11 όσο και για τις 14/11, με διαδικασίες εξπρές ακύρωσαν την απεργία στις 14/11, συνέπραξαν και συμπορεύτηκαν για άλλη μια φορά με τους σχεδιασμούς της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ στην οποία κατά τα λοιπά της σέρνουν τα εξ αμάξης….
Ταυτόχρονα οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και αυτή την φορά επέλεξαν την σύμπλευση με την ΓΣΕΕ αγνοώντας ότι στις 14 Νοέμβρη, εάν και εφόσον επέμενε σε αυτή την ημερομηνία, από την μια εξασφαλιζόταν η συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του δημόσιου τομέα και ταυτόχρονα διασφαλιζόταν μια τεράστια δυναμική αγωνιστικών συνδικάτων του ιδιωτικού τομέα, γεγονός που θα έφερνε όχι σε δύσκολη αλλά σε δεινή θέση την ξεφωνημένη και προδοτική ηγεσία της ΓΣΕΕ.
Η ΠΕΝΕΝ μετά την εξέλιξη αυτή που επέβαλε ο εργοδοτικός – κυβερνητικός συνδικαλισμός στο ΕΚΑ, με δημόσια παρέμβασή της τόνισε την ανάγκη να μην γίνει κανένα βήμα πίσω.
Ταυτόχρονα οι δυνάμεις της «Ταξικής Εργατικής Συσπείρωσης» στο Εργατικό Κέντρο Πειραιά εξέφρασαν παρόμοια θέση στην επιχείρηση νέας μετάθεσης της απεργίας από τις 14/11 στις 28 Νοέμβρη 2018.
Στην σχετική σύσκεψη στο Εργατικό Κέντρο Πειραιά με πρόταση του ΠΑΜΕ λήφθηκε κατά πλειοψηφία απόφαση στην οποία συμφώνησαν ΠΑΜΕ – ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ με αποτέλεσμα να ανατραπεί η προηγούμενη απόφαση.
Μετά τα παραπάνω δεδομένα και παίρνοντας υπόψη ότι η θέση της ΠΕΝΕΝ για απεργία στις 14/11 ήταν στα πλαίσια της σχετικής απόφασης της Διοίκησης του Ε.Κ. Πειραιά, επίσης το γεγονός ότι όλα τα άλλα Σωματεία της δύναμης του Ε.Κ.Πειραιά συμφώνησαν ήδη για απεργία στις 28/11/2018, γίνεται προφανές ότι και νομικά δεν μπορεί η ΠΕΝΕΝ να προχωρήσει στην πραγματοποίηση της απεργίας στις 14/11/2018.
Αναφορικά με την απεργία στις 28/11/2018 τις επόμενες ημέρες θα γίνει πλατιά διαβούλευση με τα μέλη μας και ακολούθως η Διοίκηση της Ένωσής μας θα πάρει απόφαση.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Σχόλιο της ΠΕΝΕΝ: Επικίνδυνος ξεπεσμός της ηγεσίας της ΓΣΕΕ

Σε επικίνδυνα μονοπάτια πορεύεται το τελευταίο χρονικό διάστημα η ηγεσία της ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ) προκειμένου να αντιμετωπίσει υπαρκτά εσωτερικά προβλήματα που αφορούν τις εκλογικές διαδικασίες και τις καταγγελίες για νοθεία σε μια σειρά εργατικών – συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Στην κατεύθυνση να νομιμοποιήσει τις άθλιες μεθόδους που χρησιμοποιεί για την παραχάραξη και αλλοίωση των συσχετισμών στο εσωτερικό των Συνδικάτων, προσέφυγε στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και στην αρμόδιο Υπουργό κυρία Γεροβασίλη ζητώντας την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων για την πραγματοποίηση Συνεδρίων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Η κυβέρνηση άλλο που δεν ήθελε…. να προσφέρει απλόχερα την βοήθειά της στους υποταγμένους στην κυβερνητική πολιτική και το κεφάλαιο συνδικαλιστικούς εκπροσώπους που υλοποιούν απαρέγκλιτα την πολιτική της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Απτό δείγμα της προστασίας του συνδικαλιστικού της ασφάλειας προς τους συμβιβασμένους ηγετίσκους του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού αποκαλύφθηκε μόλις χθες κατά την διάρκεια του τακτικού εκλογοαπολογιστικού συνεδρίου του Ε.Κ. Θεσσαλονίκης.
Η παρουσία των ασφαλιτών όπως αποδείχθηκε ήταν κατόπιν πρόσκλησης της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ και του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης.
Ο ίδιος ασφαλίτης εντοπίστηκε και πιάστηκε σε διατεταγμένη υπηρεσία να παρακολουθεί τις εργασίες του Συνεδρίου, στην συνέχεια, αφού αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, ο ίδιος δήλωσε ότι παρίσταται «για παν ενδεχόμενο».
Η ανάμειξη των δυνάμεων καταστολής και της ασφάλειας στις εκλογικές και εσωτερικές διαδικασίες των συνδικάτων με πρωτοβουλία της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων συνιστά μια άκρως επικίνδυνη, αντιδημοκρατική εξέλιξη την οποία οι εργαζόμενοι και το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλουν να αποκρούσουν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο.
Ταυτόχρονα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να πάρουν στα δικά τους χέρια την υπόθεση των οξυμένων προβλημάτων τους, την οργάνωση της πάλης ενάντια στις βάρβαρες αντιλαϊκές πολιτικές, να γυρίσουν την πλάτη τους στις συμβιβασμένες ηγεσίες των συνδικάτων, να συμβάλουν με όλες τις δυνάμεις τους για την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης, για την ανασυγκρότηση και την αντεπίθεση του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Επισιτιστική βοήθεια στην Υεμένη στέλνει ο ΟΗΕ

Ο ΟΗΕ ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι σκοπεύει να διευρύνει τα προγράμματα βοήθειας στην Υεμένη, να προσφέρει επισιτιστική βοήθεια σε 14 εκατομμύρια πολίτες, σχεδόν τον μισό πληθυσμό της πάμφτωχης, εμπόλεμης χώρας, ο οποίος απειλείται από λιμό.
«Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) καταρτίζει σχέδια για να χορηγεί βοήθεια σε έως και 14 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε μήνα, έναντι 7 ως 8 εκατομμυρίων Υεμενιτών τον μήνα το τρέχον διάστημα», γνωστοποίησε στα ΜΜΕ ο Ερβέ Βεροζέλ, εκπρόσωπος της υπηρεσίας αυτής στη Γενεύη.
Η επισιτιστική βοήθεια που διανέμεται μέχρι τώρα «συνέβαλε να προληφθεί ο λιμός, αλλά φαίνεται ότι θα είναι αναγκαίες ακόμη πιο μεγάλες προσπάθειες για να αποφευχθεί ο γενικευμένος λιμός», εξήγησε ο Βεροζέλ σε δελτίο Τύπου που δημοσιοποίησε.
«Ο νέος στόχος των 14 εκατομμυρίων απαιτεί τεράστιο έργο, από την άποψη του εφοδιασμού, της ευαισθητοποίησης, της χρηματοδότησης και της προετοιμασίας», πρόσθεσε.
Η ανακοίνωση δημοσιοποιήθηκε μία ημέρα αφού 35 ΜΚΟ απηύθυναν έκκληση να κηρυχθεί «άμεση κατάπαυση του πυρός» στην Υεμένη, όπου «14 εκατομμύρια άνθρωποι» ήδη «απειλούνται να λιμοκτονήσουν».
Στα μέσα Οκτωβρίου, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΗΕ αρμόδιος για τις ανθρωπιστικές υποθέσεις, ο Μαρκ Λόουκοκ, προειδοποίησε πως 14 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν «στα πρόθυρα» του λιμού τους επόμενους μήνες στην Υεμένη, όπου ο Οργανισμός θεωρεί ότι εκτυλίσσεται η χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο.
«Πάνω από 8 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση οξείας διατροφικής ανασφάλειας (...). Στη χειρότερη περίπτωση, ο αριθμός αυτός ενδέχεται να μεγεθυνθεί κατά 5,6 εκατομμύρια, αυξάνοντας το σύνολο των ανθρώπων στην Υεμένη που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο του λιμού στα 14 εκατομμύρια», είχε υπογραμμίσει ο Λόουκοκ σε έγγραφό του με ημερομηνία 18η Οκτωβρίου, που διανεμήθηκε στα 15 κράτη-μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Από το 2015 και την κλιμάκωση του πολέμου στην Υεμένη, οι σιίτες αντάρτες Χούθι, που θεωρείται πως υποστηρίζονται από το Ιράν, κι ελέγχουν την πόλη Χοντάιντα αλλά και την πρωτεύουσα Σαναά, αναμετρώνται με τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις και μια στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, η οποία επενέβη στη σύρραξη.
Ο ΟΗΕ δεν διαθέτει ενημερωμένα στοιχεία για τον απολογισμό του πολέμου. Η πιο πρόσφατη εκτίμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που ανάγεται στον Αύγουστο του 2016, έκανε λόγο για τουλάχιστον 10.000 νεκρούς, όμως οργανώσεις αρωγής τονίζουν ότι ο αριθμός των θυμάτων είναι πολύ πιο υψηλός.
Την τελευταία εβδομάδα έχουν ενταθεί οι επιχειρήσεις των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων και της συμμαχίας υπό την ηγεσία του Ριάντ για να αποσπαστεί από τους Χούθι η πόλη Χοντάιντα, όπου βρίσκεται ένα λιμάνι στρατηγικής σημασίας, αφού μέσω αυτού εισέρχονται στη χώρα τα τρία τέταρτα της ανθρωπιστικής βοήθειας και των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
Οι μάχες που εκτυλίσσονται μέσα στην πόλη και γύρω από αυτή «προκάλεσαν μεγάλες καθυστερήσεις στις αφίξεις της ανθρωπιστικής βοήθειας και των εμπορευμάτων» και συνέβαλαν στην απογείωση των τιμών των τροφίμων, θύμισε εξάλλου ο εκπρόσωπος του ΠΕΠ.
Το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για την Παιδική Ηλικία (UNICEF) εκτιμά ότι ένα παιδί πεθαίνει κάθε δέκα λεπτά στην Υεμένη εξαιτίας ασθενειών που θα μπορούσαν να ιαθούν ή να προληφθούν πολύ εύκολα και ότι τα μισά παιδιά στη χώρα πάσχουν από χρόνιο υποσιτισμό. Κατά τον ΠΟΥ, 1,8 εκατ. παιδιά κάτω των 5 ετών στην Υεμένη αντιμετωπίζουν οξύ υποσιτισμό και σχεδόν στο ένα τρίτο της χώρας υπάρχει κίνδυνος να εκδηλωθεί λιμός.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ - enikos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή