Σήμερα: 10/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

ApergiaMetro.jpg

Προειδοποιητική στάση εργασίας για σήμερα, Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, από την έναρξη λειτουργίας έως τις 10 το πρωί, κήρυξε το Σωματείο Εργαζομένων Λειτουργίας Μετρό Αθηνών (ΣΕΛΜΑ).

Όπως εξηγεί, «την ώρα που οι κενές οργανικές θέσεις στην ΣΤΑ.ΣΥ πλησιάζουν τις 700 και δεν έχει οριστεί ο ακριβής αριθμός τους ανά Διεύθυνση, Τομέα, Ειδικότητα, η διοίκηση της εταιρείας, με άκρως ενοχικό τρόπο, αποφασίζει και διατάζει Παρασκευή βράδυ να μετακινήσει μονομερώς με τον πλέον βίαιο και αυταρχικό τρόπο συναδέλφους από τις οργανικές τους θέσεις, δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται πως επιλύει».

Όπως αναφέρει το ΣΕΛΜΑ, «τη στιγμή που οι πραγματικές ανάγκες στελέχωσης ειδικοτήτων όπως, τεχνίτες, οδηγοί, σταθμάρχες, έλεγχος κομίστρου έχουν χτυπήσει “κόκκινο, οι διοικούντες, με μια ακατανόητη, χωρίς κανέναν σχεδιασμό και έξω από κάθε λογική κίνηση, προχωρούν μονομερώς στη «ρύθμιση» της ζωής των εργαζομένων. Είναι οι ίδιοι που, σε αγαστή συνεργασία με τον ΟΑΣΑ, έχουν αφήσει τους συναδέλφους εκδότες εισιτηρίων να εργάζονται κάτω από αντίξοες και απάνθρωπες συνθήκες εξαιτίας της αποτυχίας του ηλεκτρονικού εισιτηρίου».

Το Σωματείο απαιτεί άμεσα προσλήψεις τακτικού προσωπικού για την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων και ανάκληση των «μονομερών βίαιων» μετακινήσεων και τονίζει πως «κανένας συνάδελφος δεν θα μετακινηθεί μέχρι να ενημερωθεί από το σωματείο», ενώ καταγγέλλει – μιλά και για εργαζόμενους που «αποσπώνται στη διοίκηση του ΟΑΣΑ και σε πολιτικά γραφεία, με συνέπεια τη μείωση του παραγόμενου συγκοινωνιακού έργου».

πηγη: iskra.gr

money_2.jpg

Οι τοποθετήσεις στο εξωτερικό των Ελλήνων από το τελευταίο υψηλό των 88,5 δισ. ευρώ το 2015 (τότε που η χώρα ξαναφλέρταρε όπως και το 2012 με το Brexit) έχουν υποχωρήσει το α’ εξάμηνο του 2019 στα 55,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, περί τα 32 δισ. ευρώ, ήταν καταθέσεις.

Σε έναν κόσμο μηδενικών ή και αρνητικών επιτοκίων, με τα επιτόκια των καταθέσεων να βρίσκονται κοντά στο μηδέν και τα μετρητά να μην έχουν καμία απολύτως απόδοση, στην Ελλάδα που εξέρχεται από τη 10ετή κρίση, κεφάλαια ύψους 200 δισ. ευρώ περίπου δεν «παράγουν» κανένα ουσιαστικό εισόδημα για τους κατόχους τους, ούτε μετατρέπονται σε επενδύσεις ώστε να ενισχύσουν την οικονομία.

Σήμερα η αξία των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων (ΧΠΣ) των νοικοκυριών που είναι τοποθετημένα στο εσωτερικό κυμαίνεται στα 245 δισ. ευρώ.

Η κατανομή

Αυτά τα λεφτά, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το ΙΟΒΕ για λογαριασμό του Χρηματιστηρίου της Αθήνας και της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών, βρίσκονταν κατανεμημένα στο τέλος του 2018 ως εξής: 133 δισ. ευρώ ήταν οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες, 59 δισ. ευρώ αφορούσαν μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο αλλά αφορούσαν και μετοχές μη εισηγμένων επιχειρήσεων, 25 δισ. ευρώ ήταν σε μετρητά, 6 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, 3 δισ. ευρώ σε ομόλογα και 19 σε άλλα χρηματοπιστωτικά στοιχεία που περιλαμβάνουν και κεφάλαια επενδυμένα σε ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα και λοιπές απαιτήσεις.

Παράλληλα, με βάση επίσημα στοιχεία, στο τέλος του 2018 υπήρχαν καταγεγραμμένες τοποθετήσεις ύψους 57,5 δισ. ευρώ εκτός χώρας, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, περίπου 34 δισ. ευρώ ή το 59%, ήταν απλές καταθέσεις στο εξωτερικό, περίπου 10 δισ. ευρώ ήταν τοποθετημένα σε μετοχές και αμοιβαία και τα υπόλοιπα κυρίως σε ομόλογα.

Καταγραφές

Στην παραπάνω διάρθρωση της εικόνας των ελληνικών χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων του εξωτερικού δεν περιλαμβάνονται τυχόν ελληνικών συμφερόντων κεφάλαια που βρίσκονται σε διάφορα γνωστά χρηματοπιστωτικά και υπεράκτια κέντρα που σύμφωνα με ορισμένες έρευνες που έχουν κάνει τα τμήματα διαχείρισης πλούτου ελβετικών τραπεζών ξεπερνούν τα 120 δισ. ευρώ.

Πάντως από τις επίσημες καταγραφές, οι τοποθετήσεις στο εξωτερικό των Ελλήνων από το τελευταίο υψηλό των 88,5 δισ. ευρώ το 2015 (τότε που η χώρα ξαναφλέρταρε όπως και το 2012 με το Brexit) έχουν υποχωρήσει το α’ εξάμηνο του 2019 στα 55,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, περί τα 32 δισ. ευρώ, ήταν καταθέσεις.

Αν σε αυτά (τα 32 δισ. ευρώ) προστεθούν τα 139,7 δισ. ευρώ των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ στο τέλος Οκτωβρίου 2019 (έναντι πάντως των 237,8 δισ. ευρώ στο υψηλό του 2009), αλλά και τα 25 δισ. ευρώ που βρίσκονται σε μετρητά, τότε κεφάλαια 200 δισ. ευρώ περίπου δείχνουν να λιμνάζουν, «διψώντας» για καλύτερες αποδόσεις, καθώς δεν προσφέρουν κανένα κέρδος στους κατόχους τους.

Το 64,4% των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων (ΧΠΣ) των νοικοκυριών πάντως στην Ελλάδα είναι σε μετρητά και καταθέσεις έναντι μόλις 31% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ, με τη χώρα μας μάλιστα να κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα σε 30 ευρωπαϊκές χώρες με βάση το ποσοστό μετρητών στα ΧΠΣ νοικοκυριών (10,4%, έναντι 2,4% στην ΕΕ).

Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και ακόμα περισσότερο με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, οι αγορές κεφαλαίου δεν αξιοποιούνται εξάλλου επαρκώς στην Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, η αξία της κεφαλαιαγοράς προς την αξία τραπεζικού δανεισμού στον ιδιωτικό τομέα κυμαίνεται στο 17,8% στην Ελλάδα, έναντι 72,1% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη, 135% στον ΟΟΣΑ και 279% στις ΗΠΑ.

Τα ελληνικά νοικοκυριά παραδοσιακά επένδυαν μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεών τους στην αγορά ακινήτων και πολύ μικρό μέρος σε προϊόντα της κεφαλαιαγοράς. Η χώρα μας βρίσκεται μάλιστα στη δεύτερη θέση ανάμεσα σε 26 ευρωπαϊκές χώρες με βάση τον δείκτη αξίας κατοικιών προς ΧΠΣ νοικοκυριών. Ως αποτέλεσμα, το μέγεθος των ελληνικών επενδύσεων σε κινητές αξίες μέσα από θεσμικούς επενδυτές είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ.

Υστέρηση

Συγκεκριμένα, το συνολικό ενεργητικό των διαχειριστών αμοιβαίων κεφαλαίων περιορίζεται σε μόλις 4,2% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και η χώρα καταλαμβάνει την προτελευταία θέση στην κατάταξη, υψηλότερα μόνο σε σχέση με τη Βουλγαρία (1,4% του ΑΕΠ). Αντίθετα, στην Ολλανδία και στη Μάλτα το ενεργητικό των θεσμικών επενδυτών ξεπερνά σε μέγεθος το ΑΕΠ των αντίστοιχων οικονομιών.

Τα στοιχεία δείχνουν μία σημαντική υστέρηση της ιδιωτικής αποταμίευσης, των επενδύσεων και του βάθους της αγοράς κεφαλαίου της Ελλάδας σε σύγκριση με την ΕΕ. Ειδικότερα, το «κενό» παραγωγικών επενδύσεων στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2018 κυμάνθηκε κατά μέσο όρο σε 2,6% του ετήσιου ΑΕΠ, και ανήλθε σωρευτικά περί τα 94 δισ. ευρώ.

Απαιτήσεις

Το μέγεθος των ελληνικών επενδύσεων σε κινητές αξίες μέσα από θεσμικούς επενδυτές είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, ενώ τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων που είναι επενδυμένα στην κεφαλαιαγορά αντιστοιχούν σε μόλις 8% του ΑΕΠ, το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Για την ανάκαμψη του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα απαιτούνται σημαντικές νέες επενδύσεις.

Η χρηματοδότηση επενδύσεων ήταν παραδοσιακά «τραπεζικοκεντρική» στην Ελλάδα, αλλά το υψηλό ποσοστό «κόκκινων» δανείων θέτει περιορισμούς σε νέες δανειοδοτήσεις.

Συνεπώς, εκτιμάται πως είναι κρίσιμο να αναπτυχθεί η αγορά κεφαλαίων και στη χώρα μας, καθώς ιστορικά όσο πιο ανεπτυγμένη κεφαλαιαγορά έχεις τόσο πιο αυξημένο βιοτικό επίπεδο εμφανίζει μία χώρα.

πηγη:  iskra.gr

9ecbf1c8c26bc12f97f68f11d069a26f_S.jpg

του Γιώργου Αλεξάτου

«Από τα χρόνια του Βενιζέλου, του συντοπίτη σας, μην το ξεχνάμε, υπήρχαν δύο παρατάξεις. Σήμερα από τη μία είναι η συντηρητική παράταξη που εκπροσωπεί το παλιό σύστημα και από την άλλη η ελπίδα της δημοκρατικής παράταξης».

Αυτή η σχετικά πρόσφατη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα στα Σφακιά, στις 21 Οκτωβρίου, που ακολούθησε άλλη ανάλογη, λίγο παλιότερη, κατά την προεκλογική ομιλία του στο Ηράκλειο, εντάσσεται, βέβαια, στην τυπική και χαρακτηριστική πολιτικάντικη προσπάθεια προσέγγισης ψηφοφόρων μέσω του εκθειασμού του τοπικισμού τους. Μόνο που δεν περιορίζεται σ’ αυτήν, καθώς αποσκοπεί στην ιδεολογική νομιμοποίηση της απόπειρας του ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωριστεί ως ο κληρονόμος και εκφραστής της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης», όπως αυτή καταγράφηκε ιστορικά κατά τον 20ό αιώνα, από τις πολιτικές εκφράσεις του βενιζελισμού, του μεταπολεμικού Κέντρου και του μεταδικτατορικού ΠΑΣΟΚ.

Η απόπειρα αυτή, που συνοδεύεται από τη δρομολόγηση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, με την ευρύτατη ένταξη πολιτικών παραγόντων προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ και κυρίως από την εκσυγχρονιστική πτέρυγα που κυριάρχησε σ’ αυτό στα μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου χρόνια των Κώστα Σημίτη, Γιώργου Παπανδρέου και Ευάγγελου Βενιζέλου, συνιστά την οριστική ρήξη με την Αριστερά. Με το «αριστεροχώρι», όπως χαρακτηρίστηκε υποτιμητικά από τον ίδιο τον Τσίπρα, ήδη από τότε που το παραδοσιακό 3-5% του Συνασπισμού έτεινε να υπερκαλυφθεί από το 35% που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό κόμμα εξουσίας.

Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ραγδαία διεύρυνση της εκλογικής επιρροής του από το 2012 και μετά, συντελέστηκε με τη μετατόπιση της μεγάλης πλειονότητας των παραδοσιακών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επικυρώνει την εδώ και χρόνια σταθερή δική της μετατόπιση στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε στις ιδιαίτερες ελληνικές ιστορικές συνθήκες, ως μετεξέλιξη του χώρου του Κέντρου, με αφετηρία τον βενιζελισμό.

Η αναφορά στη «μεγάλη δημοκρατική παράταξη», που εμφανίζεται να αντιπαρατίθεται διαχρονικά στον συντηρητισμό, συνιστά, πρώτα απ’ όλα, παραγνώριση της ελληνικής πραγματικότητας του 20ού αιώνα, που διαπερνάται, κυρίως, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1920 και εντεύθεν, από την έκφραση σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, της αντιπαράθεσης ταξικών συμφερόντων, με τη διαμόρφωση δύο αντιμαχόμενων πόλων: του αστικού και του εργατικού-λαϊκού. Και συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά, των αστικών δυνάμεων και της Αριστεράς.

Αν ο βενιζελισμός εξέφρασε κατά τη δεκαετία του 1910 και τον Μεσοπόλεμο τα δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης, που ενδιαφέρονταν για τον αστικό εκσυγχρονισμό και (μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή) την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους, ώστε να καταστεί το ελληνικό κεφάλαιο κυρίαρχη δύναμη στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, η αντιπαράθεσή του με τον αντιβενιζελισμό συνιστά αντίθεση στο εσωτερικό του αστισμού, ανάμεσα σε διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές πολιτικές επιλογές.

Εντούτοις, η αντίθεση αυτή διεξάγεται στο φόντο της ταξικής αντιπαράθεσης, καθώς έχει εμφανιστεί, πλέον, και στην Ελλάδα ένα δυναμικό εργατικό κίνημα, που τείνει να ηγεμονεύσει σ’ ένα ευρύτερο κίνημα των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων. Πολιτική έκφραση αυτής της διαδικασίας αναδείχθηκε η Αριστερά, με κορμό –για μια σειρά λόγους, που δεν υπάρχει δυνατότητα να εκτεθούν στο πλαίσιο αυτού του κειμένου- το ΚΚΕ.

Η σχέση του νεαρού σοσιαλιστικού κινήματος της χώρας μας με τη δυναμική πτέρυγα του αστισμού, τον βενιζελισμό, είχε εκφραστεί ήδη από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε που παλαιότεροι εκφραστές του, όπως ο Σκληρός, ο Δρακούλης, ο Γιαννιός, οι «κοινωνιολόγοι» κ.ά., τάχθηκαν υπέρ της πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας. Προσηλωμένοι σε μια οικονομίστικη και γραμμική-εξελικτική αντίληψη της ιστορικής διαδικασίας (χαρακτηριστική και του μαρξισμού της Β΄ Διεθνούς), θεωρούσαν ότι την εδαφική επέκταση θα την ακολουθούσε η ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη, άρα και η δημιουργία όρων για ένα ισχυρό σοσιαλιστικό κίνημα, καθώς και των υλικών προϋποθέσεων για τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Η τοποθέτηση αυτή τους έφερε σε αντιπαράθεση με τις νέες δυνάμεις του κινήματος που αντιτάχθηκαν στους βενιζελικούς πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς. Ήταν αυτές οι νέες δυνάμεις που συγκρότησαν στη συνέχεια, το 1918, το ΣΕΚΕ, το μετέπειτα ΚΚΕ, ενώ οι παλαιότεροι σοσιαλιστές είτε αφομοιώθηκαν από τον βενιζελισμό είτε περιθωριοποιήθηκαν.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυναμικών τμημάτων του αστισμού, που συνέχισε να εκφράζει ο βενιζελισμός, και των πιο συντηρητικών τμημάτων του, που εξέφραζε η αντιβενιζελική παράταξη, διεξάγεται στα χρόνια του Μεσοπολέμου στο φόντο της κύριας αντίθεσης μεταξύ της αστικής τάξης και των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων, με την εργατική να διεκδικεί και να κατακτά, τουλάχιστον στα 1932-36, την ηγεμονία στον άτυπο λαϊκό κοινωνικό συνασπισμό. Από την άποψη αυτή, η αντίθεση στους κόλπους του αστισμού ήταν αντίθεση δευτερεύουσα.

Αποφεύγοντας μια εκτενή αναφορά στα χαρακτηριστικά της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» εκείνων των χρόνων, νομίζω πως αρκεί να αναφέρουμε τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης των Πλαστήρα-Γονατά στα 1922-23 και του Πάγκαλου στα 1925-26, το ασφυκτικό αντιδημοκρατικό-αντικομμουνιστικό θεσμικό πλαίσιο που επέβαλε η κυβέρνηση Βενιζέλου με το Ιδιώνυμο και την ίδρυση της Ειδικής Ασφάλειας το 1929, τις δολοφονίες δεκάδων εργαζομένων σε κινητοποιήσεις στα 1923-33, τη θεσμοθέτηση των εξοριών, τις απόπειρες επιβολής νέων στρατιωτικών καθεστώτων έκτακτης ανάγκης στα 1933 και ’35, τη στήριξη από κοινού με τους αντιβενιζελικούς της κυβέρνησης Μεταξά τον Απρίλιο 1936 κ.ά.

Η Μεγάλη Δεκαετία του 1940, κατά την οποία η κοινωνική-ταξική αντιπαράθεση –ανεξαρτήτως προθέσεων πολιτικών φορέων- προσέλαβε χαρακτηριστικά αντιπαράθεσης για την εξουσία, είναι η περίοδος κατά την οποία οι όποιες αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο αστικές πολιτικές παρατάξεις (αντιβενιζελική, που διαμορφώνεται ως Δεξιά, και βενιζελική, που μορφοποιείται στο Κέντρο) υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη της από κοινού αντιμετώπισης της αμφισβήτησης της αστικής ταξικής πολιτικής κυριαρχίας.

Είναι γνωστή τόσο η απροθυμία των αστικών πολιτικών δυνάμεων να συμμετάσχουν στην Εθνική Αντίσταση όσο και η συνεργασία πολιτικών παραγόντων και των δύο αστικών παρατάξεων με τους κατακτητές. Μπορεί, π.χ., ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης που ίδρυσε τα Τάγματα Ασφαλείας να ήταν αντιβενιζελικός, αλλά οι εμπνευστές τους, Πάγκαλος και Γονατάς, ήταν βενιζελικοί. Όπως και οι προερχόμενοι από τον ΕΔΕΣ πρώτοι αξιωματικοί που βρέθηκαν επικεφαλής τους. Άλλωστε, βενιζελικής προέλευσης ήταν και οι οπλαρχηγοί της διαβόητης ΠΑΟ που έδρασε στη Μακεδονία.

Κι αν αυτοί έμειναν στην ιστορία με το στίγμα του δωσιλογισμού, ήταν πολλοί εκείνοι που ξεπλύθηκαν στη συνέχεια και ανάμεσά τους ο ίδιος ο ηγέτης, τότε, του Κόμματος των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο οποίος, με το πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του που δημοσίευσαν οι ελεγχόμενες από τους κατακτητές εφημερίδες στις 2 Ιανουαρίου 1944 κατακεραύνωνε την ένοπλη Εθνική Αντίσταση. Ο ίδιος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Πλυτζανόπουλο, τον επικεφαλής των ταγματασφαλιτών στο Μπλόκο της Κοκκινιάς, ενώ αργότερα υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα των Ταγμάτων Ασφαλείας για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου και ως μάρτυρας «κατηγορίας» στη δίκη του Ράλλη.

Ο Σοφούλης θα είναι ο πρωθυπουργός των κυβερνήσεων συνεργασίας Κέντρου και Δεξιάς κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ στην αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ και τον αθηναϊκό λαό τον Δεκέμβρη του ’44 επικεφαλής του αστισμού ήταν ο επίσης βενιζελικής προέλευσης και αρχηγός του… Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Γεώργιος Παπανδρέου, που τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Πλαστήρας.

Είναι γνωστό ότι με τις κυβερνήσεις του Κέντρου στα 1950-52 εντάχθηκε η Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ψηφίστηκε το Σύνταγμα που επικύρωνε το καθεστώς που επιβλήθηκε με τη νίκη του αστισμού στον Εμφύλιο, εκτελέστηκαν δεκάδες αγωνιστές της Αριστεράς (από τον Νικηφορίδη μέχρι τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του), στάλθηκε εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα, αποδοκιμάστηκε ο αγώνας του κυπριακού λαού κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας κ.λπ.

Όπως είναι γνωστός και ο εκλογικός εκβιασμός της Αριστεράς από τον Πλαστήρα το 1952, όταν μετά απ’ όλα αυτά και έχοντας δρομολογήσει εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα, απαίτησε να μη συμμετάσχει η ίδια και να καλέσει σε υπερψήφιση του Κέντρου για… να μη βγει η Δεξιά του Παπάγου!

Έκτοτε, ο εκβιασμός αυτός προς την Αριστερά θα είναι σταθερός, όποια μορφή κι αν έχει πάρει η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη». Είτε ως Ένωση Κέντρου προδικτατορικά είτε ως ΠΑΣΟΚ μεταδικτατορικά είτε ως ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Με τη σταθερή αξίωση να πάψει η Αριστερά να υπάρχει ως αυτοτελής και διακριτή πολιτική δύναμη και να μετατραπεί σε στήριγμα της «προοδευτικής» και «δημοκρατικής» πτέρυγας του αστικού πολιτικού κόσμου.

Πρόκειται για διαχρονική αξίωση της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» που οραματίζεται ένα πολιτικό τοπίο ανάλογο μ’ αυτό χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Βρετανία, στο οποίο δεν έχει θέσει η Αριστερά ως αυθύπαρκτη πολιτική δύναμη με ιδιαίτερη κοινοβουλευτική-πολιτική εκπροσώπηση.

Κάτι που σχεδόν επί έναν αιώνα δεν πέρασε στην Ελλάδα. Και που η Αριστερά, παρά την πολυδιάσπαση και την κρίση της, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει να συμβεί ούτε και τώρα. Ακριβώς γιατί όποιες κι αν είναι οι επιμέρους υπαρκτές και σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες ακόμη και σημαντικές, διαφορές ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις του αστικού πολιτικού κόσμου, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι αυτές κινούνται στο ίδιο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των στρατηγικών συμφερόντων της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων, τα οποία καλείται να εκπροσωπήσει η Αριστερά.

πηγη: kommon.gr

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019 07:16

Όλοι Χάγη…

XAG.jpg

‘Οταν η προοπτική της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο... γίνεται «trend» - Το μεγάλο ερώτημα είναι το ...γιατί!

Ξαφνικά όλοι έγιναν … «πάμε Χάγη»! Η προοπτική – όσο μακρινή κι αν είναι – της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χαγης μοιάζει για το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος η απάντηση στα προβλήματα Ελλάδας και Τουρκίας. Ιδίως μετά τις τελευταίες εξελίξεις με την συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης.

Η όλη συζήτηση ξεκίνησε από το άρθρο του Κώστα Σημίτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» και συνεχίζεται με τις δηλώσεις υπέρ της παραπομπής στο συγκεκριμένο διεθνές δικαστήριο της Ντόρας Μπακογιάννη, του Δημήτρη Παπαδημούλη και του Ευάγγελου Βενιζέλου.

Η θέση αυτή, φυσικά, περί προσφυγής, είναι γνωστή από καιρό και έχει υποστηριχθεί από πολύ περισσότερους. Επικαιροποιείται όμως σήμερα, ως απάντηση στο «στρατηγικού χαρακτήρα» ερώτημα του «πού θα πάει αυτή η κατάσταση με την Τουρκία». Σχεδόν εν χορώ. Το μεγάλο ερώτημα είναι το …γιατί!

Ας δούμε όμως λίγο τα τελευταία δεδομένα:

‘Εκτός από το άρθρο του Κώστα Σημίτη, που μιλούσε για χαμένες ευκαιρίες επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών είχαμε επίσης:

Την δήλωση της πρώην υπουργού Εξωτερικών, Ντόρας Μπακογιάννη που είπε ότι τάσσεται υπέρ της σύναψης ενός συνυποσχετικού με την Τουρκία για να συμφωνηθεί μια πορεία προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Επιχειρηματολόγησε μάλιστα ως εξής: 

«Σε περίπτωση υπογραφής συνυποσχετικού και προσφυγής στη Χάγη, δημιουργείται ένα σημαντικό προηγούμενο, δεδομένου ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θα είναι σημαντική νίκη και εργαλείο για τη διευθέτηση πιθανών μελλοντικών διαφορών, η – έστω και συγκυριακή – αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την Τουρκία».  Πρόσθεσε πως αν υπογραφεί το συνυποσχετικό «θα σήμαινε de facto και de jure ότι η Τουρκία, αποδεχόμενη την δικαιοδοσία της Χάγης, αποδέχεται και έμμεσα την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Το δικαστήριο της Χάγης, στην λήψη αποφάσεων, εφαρμόζει τόσο το γραπτό συμβατικό διεθνές δίκαιο όσο και το εθιμικό δίκαιο. Τόσο η διεθνής νομολογία, όσο και νομολογία του συγκεκριμένου δικαστηρίου αναγνωρίζουν ότι η Σύμβαση του Montego Bay αποκρυσταλλώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο, που δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως εάν έχουν προσχωρήσει σε αυτή ή όχι. Το περιεχόμενο αυτού του κειμένου αναφοράς εφαρμόζεται από όλα τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Έτσι, λοιπόν, η μέχρι τώρα αδυναμία της Ελλάδας να δεσμεύσει την Τουρκία σε πολιτικό διμερές επίπεδο σε μια διαπραγμάτευση βάσει των αρχών του διεθνούς δικαίου, θα επιτευχθεί μέσω της Χάγης»

Την ίδια μέρα ο επικεφαλής της ευρω-ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης σημείωσε ότι είναι και αυτός υπέρ της εθνικής συνεννόησης για να υπογραφεί συνυποσχετικό. Σημείωσε μάλιστα πως

«δεν είναι καθόλου εύκολο και θεωρώ αρκετά πιθανό να μη δεχθεί η τουρκική ηγεσία την υπογραφή ενός συνυποσχετικού, με δεδομένο ότι το διεθνές δίκαιο και του δίκαιο της θάλασσας, αλλά και όλοι οι μεγάλοι «παίκτες» στη διεθνή σκηνή λένε ότι και τα νησιά -και σωστά- έχουν υφαλοκρηπίδα. Στο παρελθόν, επί Κων/νου Καραμανλή, η Τουρκία είχε αρχικά πει «ναι» στην πρόταση ενός συνυποσχετικού και έκανε πίσω. Επομένως στο θέμα αυτό χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία και εθνική στρατηγική. Είναι ένα θέμα που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, τη μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης κι αντιπολίτευσης, ιδίως της αξιωματικής, ώστε να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ακόμη κι αν, πράγμα πολύ πιθανό, δεν δεχθεί μια τέτοια προοπτική και πρόταση η τουρκική ηγεσία, αυτό θα προσθέσει και πόντους και συμμαχίες στην ελληνική πλευρά. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι η αναβλητικότητα διευκολύνει τα σχέδια του Ερντογάν».

Επίσης ο Ευάγγελος Βενιζέλος δήλωσε πως

«εφόσον πυλώνας της πολιτικής μας είναι ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και πάγια θέση μας η οριοθέτηση εντέλει με προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με υπογραφή συνυποσχετικού, πρέπει να επικαιροποιήσουμε και να ενεργοποιήσουμε τις προτάσεις μας δηλώνοντας εκ προοιμίου τη βούληση μας να σεβαστούμε την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης οι τάσεις  της νομολογίας του οποίου είναι γνωστές αλλά κάθε υπόθεση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά».

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος πάντως όταν ρωτήθηκε για το τι πιθανολογεί πως θα αποφασίσει ένα τέτοιο διεθνές δικαστήριο είπε πως η νομολογία που υπάρχει διαμορφώνεται εκτός από τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και από τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου του Βερολίνου και από τα ad hoc Διεθνή Δικαστήρια. Εκτίμησε ότι σε πρώτη φράση το θέμα επιλύεται … «γεωμετρικά», δηλαδή το δικαστήριο βγάζει μια προσωρινή (πόσο προσωρινή άραγε;) λύση ίσων αποστάσεων σε σχέση με τις διεκδικήσεις και στην συνέχεια προσαρμόζει την απόφασή του στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και κάθε διένεξης.

Σε αυτά αξίζει να συνυπολογίσει κανείς ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών που το ίδρυσαν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και αποτελείται από 15 μέλη. Προϋπόθεση για να φτάσει εκεί μία υπόθεση είναι τα μέρη που εμπλέκονται να αναγνωρίζουν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου, πράγμα που ισχύει για την Ελλάδα και όχι για την Τουρκία. Εξ ου και απαιτείται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω η ύπαρξη συνυποσχετικού.

Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής επισήμως δεν αναφέρεται στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Όταν πρόσφατα ρωτήθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας απάντησε γενικόλογα μιλώντας για την άρνηση της Τουρκίας να κάνει ουσιαστικό διάλογο με βάση το διεθνές δίκαιο. Όμως είναι βέβαιο ότι μια τόσο μεγάλου πολιτικού εύρους συζήτηση σημαίνει ότι υπάρχουν σχετικές ζυμώσεις και συζητήσεις στο εσωτερικό των κομμάτων. Δεν αποκλείεται μάλιστα αυτή να ενταθεί και να κυριαρχήσει στον πολιτικό διάλογο.

Αν αυτό συμβεί θα υπάρξουν σειρά επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων. Τακτικές εξωτερικής πολιτικής θα απλωθούν από ειδήμονες και μη με γνώμονα το να  υπάρξει πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Έχει,όμως, διαφανεί ποια θέματα θα μείνουν έξω από αυτό τον διάλογο:

  • Τα πραγματικά κίνητρα της όποιας διπλωματικής κινητικότητας από την πλευρά της Ελλάδας αλλά και της Τουρκίας, αυτά δηλαδή που σχετίζονται με την όξυνση των ανταγωνισμών για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, από τις οποίες θα επωφεληθούν –  με τον έναν ή τον άλλο τρόπο – τα πολυεθνικά εταιρικά σχήματα που εμπλέκονται στις συμφωνίες για την εκμετάλλευσή τους. Ενδεικτικό είναι πως μένει απροσδιόριστο ποια ζητήματα πρέπει – σύμφωνα με αυτούς που υποστηρίζουν τη λύση αυτή – να φθάσουν στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.
  • Ο ρόλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύο θεσμών που έχουν περίτρανα αποδείξει πως, με εξαίρεση ορισμένες δηλώσεις κατά καιρούς, ουδόλως νοιάζονται για τα ζητήματα των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας. Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος γίνονται αντιληπτά ως ένας στρατιωτικός και επιχειρηματικός χώρος που τον πρώτο λόγο έχουν τα ανάλογα συμφέροντα (στρατιωτικά – επιχειρηματικά) που συνήθως διαπλέκονται σε ενιαία και αδιαίρετα σχήματα.
  • Οι σχέσεις των λαών των δύο χωρών που δεν φαίνεται να έχουν κάποιο … ειδικό βάρος σε αυτή την υπόθεση. Αντιθέτως οφείλουν να ακούν τους «ειδικούς» και τις πολιτικές ηγεσίες. Πρέπει μάλιστα να είναι ευχαριστημένοι εάν και εφόσον δεν εμπλακούν σε «περιπέτειες», κάτι όμως που ποτέ δεν πρέπει να αποκλειστεί και ως εκ τούτου οφείλουν να βρίσκονται σε μόνιμη διαθεσιμότητα…

Είναι άγνωστο που θα καταλήξει τελικά αυτή η ιστορία. Κανείς οιωνός όμως δεν υπάρχει για μία θετική εξέλιξη των πραγμάτων με γνώμονα το συμφέρον των λαών της περιοχής. Περισσότερο επιτάχυνση εξελίξεων θυμίζει το πράγμα…

πηγη: imerodromos.gr

Σελίδα 2630 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή