Σήμερα: 25/07/2026

akinita.jpg

«Πονοκέφαλο» σε εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων αναμένεται να φέρουν το Πιστοποιητικό Απόδοσης Κτιρίου και η Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου.

 

Η απόκτησή τους προϋποθέτει αρκετές χρονοβόρες διαδικασίες σε πολεοδομίες και άλλες δημόσιες υπηρεσίες αλλά και ένα επιπλέον κόστος για τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αφού οι ιδιοκτήτες ακινήτων αναγκαστικά θα απευθυνθούν σε ιδιώτες μηχανικούς.

Ήδη, πληθώρα αντιδράσεων έχει προκαλέσει το «χαράτσι» που έρχεται με την Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, το οποίο θα υποχρεώνονται να καταβάλλουν ανά πέντε χρόνια όλοι οι ιδιοκτήτες για να δηλώνουν την ακίνητη περιουσία τους, με τις πρώτες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ποσά μεγαλύτερα των 500 ευρώ.

Ταυτότητα

Από την πλευρά τους βέβαια οι μηχανικοί υποστηρίζουν πως η Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίων είναι ένα εργαλείο απαραίτητο, τονίζοντας πως στην ουσία υπάρχει ήδη, απλά αυτό που γίνεται τώρα είναι να δημιουργείται και σε ηλεκτρονική μορφή. Επί της ουσίας, η ταυτότητα κτιρίου είναι ένας φάκελος που θα περιλαμβάνει μια σειρά εγγράφων και στοιχείων για κάθε κτίριο. Αυτό θα γίνεται απαραίτητα με τη συμβολή μηχανικού, ο οποίος θα συγκεντρώνει και θα εκδίδει τα συγκεκριμένα έγγραφα, θα τα περνάει στο εν λόγω σύστημα και κάθε πέντε χρόνια θα πραγματοποιεί ελέγχους (επί πληρωμή), προκειμένου να διαπιστώσει αν όλα τηρούνται κατά το γράμμα του νόμου.

Σύμφωνα με τον «Ελεύθερο Τύπο», στην περίπτωση που υπάρξουν στο ενδιάμεσο διάστημα αυθαιρεσίες μη καταγεγραμμένες, θα προβλέπονται βαριά πρόστιμα (από 2.000 έως 20.000 ευρώ ανάλογα με το παράπτωμα) τόσο στους μηχανικούς όσο και στους πολίτες.

Να σημειωθεί ότι σε βάθος 5ετίας οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να έχουν καταχωρίσει τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η ΗΤΚ προβλέπεται στο νομοσχεδίου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Μηχανισμοί και μέσα ελέγχου της ποιότητας του δομημένου περιβάλλοντος».

Ενεργειακή απόδοση

Προγράμματα ΕΣΠΑ όπως το «Εξοικονομώ κατ’ Οίκον» αναμένεται να «ξεκλειδώσει» επί της ουσίας ο Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ), που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη (12/07) σε ΦΕΚ αλλά η εφαρμογή του αναμένεται να ξεκινήσει προς τα τέλη Αυγούστου. Το ΚΕΝΑΚ στην ουσία είναι ένα πιστοποιητικό που πλέον θα υποχρεούνται να έχουν όλοι οι ιδιοκτήτες που σκοπεύουν να κτίσουν ή να ανακαινίσουν ένα κτίριο, αλλά και όλοι εκείνοι που κάποια στιγμή θα αποφασίσουν να μεταβιβάσουν, να πουλήσουν ή να νοικιάσουν την περιουσία τους.

Το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) θα πρέπει να υπογράφεται από δύο διαφορετικούς μηχανικούς με την καταβολή της αντίστοιχης αμοιβής (π.χ. για 120 τ.μ. το κόστος θα κυμαίνεται μεταξύ 50 και 100 ευρώ). Μάλιστα, η συμμόρφωση είναι υποχρεωτική και σε διαφορετική περίπτωση θα υπάρξουν κυρώσεις.

Σύμφωνα με το ΦΕΚ, σκοπός της απόφασης είναι η μείωση της κατανάλωσης συμβατικής ενέργειας και η ταυτόχρονη διασφάλιση συνθηκών άνεσης και ποιότητας εσωτερικού περιβάλλοντος των κτιρίων.

Σε τέσσερις ζώνες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι στον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίου η ελληνική επικράτεια διαιρείται σε τέσσερις κλιματικές ζώνες, δηλαδή από τη θερμότερη στην ψυχρότερη.

* Στη ΖΩΝΗ Α ανήκουν οι περιοχές Ηρακλείου, Χανίων, Ρεθύμνου, Λασιθίου, Κυκλάδων, Δωδεκανήσου, Σάμου, Μεσσηνίας, Λακωνίας, Αργολίδας, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας και Ιθάκης, Κύθηρα και νησιά Σαρωνικού (Αττικής), Αρκαδίας (πεδινή).

* Στη ΖΩΝΗ Β ανήκουν οι περιοχές Αττικής (εκτός Κυθήρων και νησιών Σαρωνικού), Κορινθίας, Ηλείας, Αχαΐας, Αιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας, Φωκίδας, Βοιωτίας, Ευβοίας, Μαγνησίας, Μυτιλήνης, Χίου, Κέρκυρας, Λευκάδας, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, Άρτας.

* Στη ΖΩΝΗ Γ ανήκουν οι περιοχές Αρκαδίας (ορεινή), Ευρυτανίας, Ιωαννίνων, Λάρισας, Καρδίτσας, Τρικάλων, Πιερίας, Ημαθίας, Πέλλας, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Χαλκιδικής, Σερρών (εκτός ΒΑ τμήματος), Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου.

* Στη ΖΩΝΗ Δ ανήκουν οι περιοχές Γρεβενών, Κοζάνης, Καστοριάς, Φλώρινας, Σερρών (ΒΑ τμήμα), Δράμας.


Πηγή: newsbomb.gr

sikgrothies.jpg

Του Παναγιώτη Θέμελη.

Η τελευταία πενταετία ήταν δραματική για τους εργαζόμενους της χώρας μας, αλλά και όλης της Ευρώπης. Τέσσερα μνημόνια με διαφόρων ειδών υπογραφές, και με διάφορα είδη εκτελεστών. Πογκρόμ ενάντια σε συντάξεις, μισθούς και εργασιακά δικαιώματα. Ορυμαγδός φορολογίας και ξεπούλημα δημοσίων επιχειρήσεων. Ο λαός αντέδρασε. Κατέβηκε στους δρόμους, και στις πλατείες με το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει:

«μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.»

Και απεργία έκανε, και διαδήλωση και συλλαλητήρια μεγάλα. Και πολιτική ελπίδα ανέθεσε στο ΣΥΡΙΖΑ. Και «Όχι» τρανταχτό στα χέρια του ‘δωσε. Μα αποτέλεσμα δεν είδε. Όλα τα χτυπήματα ίσια στο κορμί του πέσανε και κανένα δεν λάθεψε. 

Και τι μπορώ να κάνω εγώ τώρα; Πώς να το σταματήσω αυτό;

Αυτή η ερώτηση έρχεται σαν βέλος στη καρδιά και το μυαλό κάθε Μαρξιστικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Κάτι δεν έχουμε κάνει σωστά. Κάτι δεν έχουμε μελετήσει ή εκτιμήσει σωστά. Πρέπει να τα ξαναδούμε από την αρχή. Είναι ανάγκη τώρα να μπορέσουμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα. Είναι ανάγκη να αναπροσανατολίσουμε τη δράση μας.

Σ’ αυτόν τον καπιταλισμό κάποιοι περισσεύουν

Η μεταφορά του κέντρου βάρους του καπιταλισμού στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο, δεν είναι μια εξέλιξη που έγινε από κάποια υποκειμενική επιλογή. Αντίθετα, οι ανάγκες του καπιταλισμού στη δεκαετία του ‘80 περίπου τον οδήγησαν, σχεδόν νομοτελειακά, να μεταφέρει το όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης από την παραγωγική του βάση υπεραξίας σε χρηματοπιστωτικά «προϊόντα» όπως δάνεια, ασφάλειες δανείων κλπ.

Καθώς ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής γινόταν όλο και μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης της κατανάλωσης, μια κρίση υπερπαραγωγής φαινόταν στον ορίζοντα να έρχεται με γρήγορο ρυθμό. Η αντιμετώπιση της δεν είχε άλλη διέξοδο από την αύξηση της ζήτησης και κατανάλωσης με κάποιο τρόπο. Η ανάγκη αύξησης του ρυθμού κατανάλωσης για να αποφευχθεί η κρίση οδήγησε στην μεταφορά αξιών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ώστε να δοθούν κατόπιν με μορφή δανείων στην ενίσχυση της ζήτησης. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας δημιούργησε δανειακά «προϊόντα» τόσο λιανικού χαρακτήρα για οικογένειες και φυσικά πρόσωπα (καταναλωτικά δάνεια, δάνεια κατοικίας, διακοποδάνεια, κ.λπ.) όσο και δανειακά «προϊόντα» χονδρικού χαρακτήρα για μεγάλες επιχειρήσεις, είτε ιδιωτικές είτε κρατικές.

 Έτσι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια το ένα μετά το άλλο. Τράπεζες για καταναλωτικά δάνεια, τράπεζες για αγρότες, τράπεζες για εμπόρους, τράπεζες για επιχειρήσεις, τράπεζες νομών, τράπεζες τραπεζών, ασφαλιστικοί οίκοι, οίκοι αξιολόγησης κλπ. Με τα δάνεια αυτά δημιουργήθηκαν πολιτικές «κρατών πρόνοιας», προγράμματα οικολογίας, πράσινης ενέργειας κ.λπ. και πάνω τους στηρίχτηκε η εκπόνηση πολιτικών ενσωμάτωσης των εργαζομένων στο καπιταλιστικό σύστημα και η αλλοίωση του περιεχόμενου επικίνδυνων για το σύστημα εννοιών, όπως για παράδειγμα η αλλοίωση της έννοιας σοσιαλισμός και κοινωνικοποίηση.

Όμως, όπως είναι απόλυτα φυσικό η διαδικασία αυτή παρότι αναγκαία για τον καπιταλισμό, δεν μπορούσε να έχει προοπτική παραπάνω από μια 25ετία.

Σύντομα, η δανειοληπτική αγορά έφτασε στο όριο αντοχής της. Κάποια στιγμή άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σήμερα τα νοικοκυριά που έχουν μια κάποια δανειοληπτική ικανότητα είναι μικρά τμήματα του πληθυσμού πολύ λίγων χωρών της υδρογείου. Το χρέος του μεγαλύτερου ποσοστού των παραγωγικών επιχειρήσεων έχει φτάσει ή πλησιάζει στα όρια του «βιώσιμου» η «μη βιώσιμου» με αποτέλεσμα και στον επιχειρηματικό παραγωγικό τομέα η δανειοληπτική ικανότητα να πέφτει ραγδαία.

Τα περισσότερα κράτη του κόσμου έχουν χρέος που άλλοτε ισούται με το ΑΕΠ τους, άλλοτε το υπερβαίνει και άλλοτε το υπερβαίνει κατά πολύ (Ελλάδα, Ιταλία κλπ) με αποτέλεσμα η δανειοληπτική τους ικανότητα να είναι από μηδαμινή έως μηδενική. Η Ελλάδα ανήκει στα κράτη εκείνα που κανένας τομέας της δεν έχει δανειοληπτική ικανότητα. Ούτε τα νοικοκυριά, ούτε επιχειρήσεις, ούτε κράτος.

Από το σημείο αυτό αρχίζει ένας κύκλος χωρίς τέλος.

Η πτώση της δανειοληπτικής ικανότητας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και αυτή με τη σειρά της σε μείωση του όγκου της παραγωγής και της παραγόμενης υπεραξίας. Η μείωση της παραγωγής έχει ως αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να αδυνατούν να εξυπηρετήσουν το χρέος τους και έτσι άλλες να χρεοκοπούν και άλλες να βρίσκονται στο όριο της χρεοκοπίας. Τα χρέη των κρατών πλησιάζουν ή και υπερβαίνουν τα όρια της βιωσιμότητας τους με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ικανότητα τους να πληρώνουν τις δανειακές τους δόσεις.

Στο χρηματοπιστωτικό σύστημα εμφανίζονται τώρα οι εξής επιπτώσεις:

α) Δάνεια κοκκινίζουν με πολύ γρήγορους ρυθμούς και διάφορα ασφαλιστικά και δανειακά προϊόντα μένουν στον αέρα. Για παράδειγμα, η Deutche Bank κατέχει «προϊόντα» αξίας 53 περίπου τρισ. ευρώ όταν το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι περίπου στα 2,5 τρισ.

β) Τεράστια ποσά συγκεντρωμένα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα χάνουν την κεφαλαιακή τους αξία αφού δεν βρίσκουν διέξοδο επένδυσης σε παραγωγικό κεφάλαιο. Υπεραξία παράγει μόνο η εργασία του εργαζόμενου ανθρώπου και κατά συνέπεια μόνο αυτή μπορεί να πραγματοποιήσει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Έτσι τα ποσά που μένουν συγκεντρωμένα χωρίς να μπορούν να επενδυθούν σε παραγωγή παύουν να αποτελούν κεφάλαιο (ας δοκιμάσω την έκφραση «αποκεφαλαιοποιούνται»).

Οι επενδύσεις που γίνονται με τη βοήθεια της τεχνολογίας (υπολογιστές, ρομποτική κλπ) σε άεργη παραγωγή δεν μπορούν να δώσουν διέξοδο γιατί δεν παράγουν υπεραξία. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση των δανείων που δίνονται για αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων των χρεών διαφόρων κρατών. Για την αποπληρωμή αυτών των τελευταίων δανείων εκπονούνται πολιτικά προγράμματα (μνημόνια) που καταργούν τις όποιες κρατικές κοινωνικές παροχές και βάζουν αβάσταχτους φόρους στους εργαζόμενους. Είναι αδύνατον όμως να παράγουν υπεραξία και το μόνο που καταφέρνουν είναι να μεταφέρουν κι άλλα μεγάλα ποσά αξιών στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο, να τα βγάζουν από την διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου και να τα αχρηστεύουν.

Στην αρχή αυτής της διαδικασίας η δανειακή αγορά όπως είναι φυσικό ήταν μεγάλη και περιείχε πολλαπλές δυνατότητες πώλησης δανείων. Δημιουργήθηκαν νέες τράπεζες και τράπεζες τραπεζών με γρήγορους ρυθμούς, ασφαλιστικοί οίκοι, οίκοι δανειοληπτικών αξιολογήσεων, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Ο ανταγωνισμός των χρηματοπιστωτικών οίκων και οργανισμών είχε χαρακτήρα ανταγωνισμού κατάκτησης μεγαλύτερου μεριδίου στην δανειοδοτική αγορά. Στην λογική αυτή σχηματιζόντουσαν τα διάφορα συγκροτήματα κοινών συμφερόντων και επιδιώξεων όπως η νομισματοπολιτική Ευρωζώνη, οι BRICS, κλπ.

Το σύγχρονο φρακάρισμα της διαδικασίας αυτής και η αναντιστοιχία των υπαρχόντων χρηματοπιστωτικών προϊόντων με την παραγωγική βάση και τους ρυθμούς παραγωγής υπεραξίας από αυτήν, έχει δημιουργήσει μια νέα κατάσταση στον ανταγωνισμό. Η κατάρρευση της Lehman Brothers αλλά και άλλων μεγάλων ή μικρότερων τραπεζών (και στη χώρα μας δεκάδες τράπεζες που δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του ’80 και ’90 κατέρρευσαν) δείχνει ότι ο χρηματοπιστωτικός χώρος δεν μπορεί να χωρέσει όλους τους υπάρχοντες οίκους και άρα μόνο μερικοί από αυτούς θα μπορέσουν να επιζήσουν. Αυτό παρασύρει και τον παραγωγικό τομέα. Όλα δείχνουν ότι η ποσότητα της παγκόσμια παραγόμενης υπεραξίας μπορεί να συντηρήσει όλο και λιγότερες παραγωγικές επιχειρήσεις και θέτει επί τάπητος θέμα μείωσης τους.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι πλέον ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός έχει πάρει χαρακτήρα ανταγωνισμού επιβίωσης. Στη λογική σχηματισμού των συγκροτημάτων κοινών συμφερόντων (τραστ), πλέον επικρατεί το πώς θα μπορέσουν να επιβιώσουν στην σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα. Ένας αδυσώπητος οικονομικός και πολιτικός πόλεμος μαίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο που προς το παρόν μόνο σε τοπικό επίπεδο αποκτά στρατιωτικό πολεμικό χαρακτήρα. Με κύριο όπλο του το ΔΝΤ, το βορειοαμερικανικό χρηματοπιστωτικό μπλόκ προσπαθεί να αδυνατίσει οικονομικά και πολιτικά την Γερμανοκεντρική Ευρωζώνη για να κρατήσει σταθερά τις θέσεις του στην χρηματοπιστωτική αγορά.

Ταυτόχρονα, αναπτύσσοντας τις στρατιωτικές του δυνάμεις γύρω από την Ευρώπη και προκαλώντας στρατιωτικές επεμβάσεις σε χώρες γύρω από αυτήν, προσπαθεί να περιορίσει το χώρο λειτουργίας του ευρώ αφαιρώντας του τη δυνατότητα να αναπτυχτεί στις αντίστοιχες χρηματοπιστωτικές τους αγορές. Η εμπλοκή στον πόλεμο αυτό τού ρωσικού, του κινεζικού και του ιαπωνικού κεφαλαίου που με τη σειρά τους μάχονται για την επιβίωση των επιχειρήσεων τους, του προσδίδει όλο και πιο βάρβαρο χαρακτήρα.

Αργά ή γρήγορα αυτός ο πολεμικός ανταγωνισμός θα έρθει η στιγμή που θα φτάσει στο σημείο να απαιτήσει και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και υλικής παραγωγής. Όχι πως δεν το κάνει και τώρα με τους τοπικούς πολέμους (πχ Συρία). Μα σύντομα θα μας φέρει στην κατάσταση μιας πολύ ευρύτερης και γενικότερης καταστροφής.

Η ευρωζώνη φοράει την πανοπλία της και στο βάθος φασισμός…

Η μεταφορά του μεγαλύτερου μέρους της παραγόμενης υπεραξίας στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο, έχει ως αποτέλεσμα το κέντρο βάρους της οικονομίας να μετατοπίζεται όλο και περισσότερο εκεί, με συνέπεια ο χώρος αυτός να γίνεται και το επίκεντρο παραγωγής της αστικής πολιτικής. Τα στελέχη (διευθυντές και golden boys) του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προσπαθούν να βάλουν κάποιο φρένο στην αδρανοποίηση κεφαλαίων που γίνεται με ολοένα και πιο γρήγορο ρυθμό και ταυτόχρονα να κρατήσουν οικονομικά ζωντανό το δικό τους «μαγαζί» μέσα στον αδυσώπητο καπιταλιστικό ανταγωνισμό επιβίωσης. Το ίδιο πρόβλημα με κάπως διαφορετικό ίσως τρόπο, αντιμετωπίζουν και τα στελέχη του τομέα των παραγωγικών επιχειρήσεων (διευθύνοντες σύμβουλοι και σχεδιαστές) αναγκασμένοι να επιχειρούν να παράγουν ίδιες υπεραξίες με μικρότερα διαθέσιμα κεφάλαια.

Οι παραπάνω γενικές ανάγκες αποτελούν τη μήτρα που γεννά τις πολιτικές που παράγουν και εφαρμόζουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου.

Στη σύγχρονη πραγματικότητα οι ανάγκες αυτές ωθούν την παγκόσμια οικονομία και πολιτική στη δημιουργία ζωνών εκτεταμένης καπιταλιστικής πειθαρχίας, με επίκεντρο κάποιο χρηματοπιστωτικό τραστ, που θα διεκδικήσει την επιβίωση του σε σκληρό ανταγωνισμό με τα άλλα. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της ευρωζώνης που συγκροτείται γύρω από το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα δομικά προβλήματα κρίσης που έχει και οι ανάγκες που προκύπτουν, αποτελούν τη μήτρα που γεννά την ευρωπαϊκή πολιτική με άξονα τη γερμανική πολιτική ηγεσία.

Το τραπεζικό της σύστημα μαστίζεται από δάνεια νοικοκυριών και επιχειρήσεων που κοκκινίζουν με γρήγορους ρυθμούς και από κρατικά χρέη που ταλαντεύονται στα όρια του «βιώσιμου» ή «μη βιώσιμου» και γίνονται αντικείμενο χρηματιστηριακού τζόγου μεγάλων χρηματιστικών εταιρειών συμμετοχής. Η καταστροφή και υποβάθμιση των αποθεματικών τους απαιτεί συνεχώς όλο και ευρύτερες ανακεφαλαιοποιήσεις. Η ανάγκη να πουλήσουν δάνεια σε μια φθίνουσα δανειοληπτική αγορά σπρώχνει στην δημιουργία δανείων εξυπηρέτησης του χρέους και αποπληρωμής δόσεων προηγούμενων δανείων, που συνοδεύεται από προγράμματα - μνημόνια αποπληρωμής τους.

Ταυτόχρονα, οι ανάγκες που προκύπτουν από την προσπάθεια του παραγωγικού καπιταλιστικού τομέα να παράγει ίδια ποσά υπεραξίας με περιορισμένα διαθέσιμα προς τούτο κεφάλαια, ωθεί σε πολιτικές μείωσης του κόστους εργασίας και πιο εντατικής εκμετάλλευσης.

 Έτσι, με επίκεντρο το γαλλογερμανικό πολιτικό άξονα παράγεται μια πολιτική που έχει ως στόχο της την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική πειθαρχία στον ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτικοκοινωνικό χώρο με κύρια χαρακτηριστικά:

·  Την κρατική δημοσιονομική πειθαρχία με οικονομικούς ισολογισμούς ισοσταθμισμένους ή και πλεονασματικούς.

·      Την εκτεταμένη κατάργηση κρατικών κοινωνικών παροχών που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν.

·        Την διεύρυνση και αύξηση της φορολογίας των λαϊκών στρωμάτων.

·        Την συμπίεση των αποδοχών των εργαζομένων και των συντάξεων προς το κατώτατο δυνατό επίπεδο.

·        Κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων για διευκόλυνση των επιχειρήσεων να αναδιατάσσουν την εργασία ώστε να αποδίδει την μέγιστη δυνατή υπεραξία.

Η πειθαρχία σε πολιτικό επίπεδο έχει ως χαρακτηριστικά της:

           ·        Την απομάκρυνση του κέντρου που παράγεται η πολιτική από αστικούς δημοκρατικούς θεσμούς, στους οποίους υπάρχει λαϊκή πρόσβαση και υφίστανται λαϊκές πιέσεις. Οι πολιτικές αποφάσεις όλο και περισσότερο λαμβάνονται από όργανα που βρίσκονται μακριά από αστικές δημοκρατικές διαδικασίες. Όλο και περισσότερες, όλο και σοβαρότερες πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στο Eurogroup, στην Κομισιόν και στη σύνοδο των αρχηγών κρατών.

·        Την δημιουργία κρατικών κυβερνήσεων που θα έχουν την ικανότητα να μπορούν να επιβάλλουν και να εφαρμόζουν την αποφασισμένη πολιτική χωρίς παρεκκλίσεις και αλλοιώσεις.

·        Την ανάδειξη αστικών κοινοβουλίων που θα μπορούν να περιορίζονται απλά να υπερψηφίζουν και να στηρίζουν τις κυβερνήσεις που καλούνται να εκτελέσουν τις αντιλαϊκές πολιτικές.

·        Την ύπαρξη ενός υπερεθνικού πολιτικού αρχηγικού κέντρου υπακοής όλων των πολιτικών που στην περίπτωση της ευρωζώνης τον έχει «αναλάβει» η γερμανική πολιτική ηγεσία.

Στο επίπεδο της κοινωνικής πειθαρχίας η πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει ως στόχο την υποταγή των αναγκών όλων των κοινωνικών στρωμάτων στις ανάγκες του ευρωζωνικού καπιταλισμού και την αναγνώριση της προτεραιότητας τους στην παραγωγή και εφαρμογή της πολιτικής. Η ευρωπαϊκή εργατική τάξη πρέπει να αποδέχεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ότι το βιοτικό της επίπεδο είναι απόλυτα συναρτημένο από την πορεία εκπλήρωσης των αναγκών του κεφαλαίου υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρέπει να υποτάσσει την δράση της στο ξεπέρασμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η καπιταλιστική κρίση και στις ανάγκες επιβίωσης του «δικού της» κεφαλαίου στον ανταγωνισμό.

Κάπου εδώ θα πρέπει να επισημανθεί, ότι από όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής λιτότητας που με απαρέγκλιτο τρόπο επιβάλλει το γερμανικό πολιτικό κέντρο της Ευρωζώνης, δεν είναι μια επιλογή της «κακιάς» Μέρκελ και του «αντιπαθητικού» Σόιμπλε, αλλά αναγκαιότητα για την υπεράσπιση της ευρωζώνης. Παύση της πολιτικής αυτής θα σημάνει ταχύτατη διάλυση του χρηματοπιστωτικού της οικοδομήματος. Το «μαγαζί» θα φάει φούντο. Γι αυτό και αποτελεί ουτοπία και δεν έχει καμιά τύχη η όποια πολιτική διακηρύσσει σταμάτημα της λιτότητας στην Ευρωζώνη.

Η οικονομική, κοινωνική και πολιτική πειθαρχία δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα και απρόσκοπτα να εφαρμοστεί. Όσο περισσότερο εντείνεται τόσο περισσότερο αναγκάζεται να παρακάμπτει ακόμα και να εκφυλίζει τους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς. Γίνεται όλο και πιο ξεδιάντροπα αντιλαϊκή και βίαιη και δεν αφήνει καθόλου χώρο για πολιτικές ομαλής και κοινωνικά ειρηνικής ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων.

Αυτή είναι και η μήτρα που γεννά τη φασιστική λογική. 

Η νομοτελειακή εξέλιξη της ευρωζώνης πολύ σύντομα θα είναι η σταδιακή ανάληψη των κυβερνήσεων των κρατών από κόμματα ή πολιτικές συνεργασίες τεχνοκρατών οικονομολόγων τύπου Μακρόν ή και χειρότερα, που θα έχουν την δυνατότητα να ξεπερνούν πιο εύκολα τα προβλήματα και εμπόδια που προέρχονται από τους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς (κοινοβούλια, συνδικαλισμός κλπ). Η αμέσως επόμενη φάση που πολύ σύντομα θα αρχίσει θα είναι η κατάργηση των αστικοδημοκρατικών θεσμών και η πλήρης και ανοιχτή φασιστικοποίηση των κρατών με ταυτόχρονη εμφάνιση ενός σύγχρονου ευρωπαίου Χιτλεράκου.

Ταυτόχρονα όμως στα οικονομικά επιτελεία τόσο του χρηματοπιστωτικού συστήματος όσο και των παραγωγικών επιχειρήσεων εμφανίζονται εκτιμήσεις που αμφισβητούν την ικανότητα της ευρωζώνης να ανταπεξέλθει με αυτή τη μορφή στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό επιβίωσης. Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν υπόβαθρο του πολιτικού ευρωσκεπτικισμού, που φυσικά εδράζεται σε τμήματα των στελεχών της αστικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων και όχι της εργατικής τάξης. 

Τμήματα του παραγωγικού κεφαλαίου κυρίως και στελέχη επιχειρήσεων, διαπιστώνοντας ότι στο πλαίσιο της ευρωζώνης μπορεί να υποστούν οικονομική καταστροφή, στρέφονται στην ιδέα να δημιουργήσουν άλλες μικρότερες ίσως χρηματοοικονομικές συμμαχίες στο πλαίσιο των οποίων η επιβολή πλήρους καπιταλιστικής πειθαρχίας θα είναι πιο εύκολη και οι πιθανότητες επικράτησης στον ανταγωνισμό μεγαλύτερες. Από αυτήν την μήτρα ξεπηδούν ένα - ένα τα φασιστικά σχήματα της Ευρώπης (πχ Λεπέν) που πολιτικά ζητούν την έξοδο από την ευρωζώνη και την σταδιακή εφαρμογή μιας νεοφασιστικής πολιτικής.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως από πολιτική άποψη όλα τα ενδεχόμενα δεν είναι ανοιχτά. Αντίθετα όλα τα ενδεχόμενα κλείνουν και μάλιστα πολύ γρήγορα και ουσιαστικά αφήνουν μόνο ένα ενδεχόμενο. Το φασισμό!

Η αντιμετώπιση του, δηλαδή η ανακοπή και ακύρωση της παραπάνω διαδικασίας, είναι αδύνατον να επιτευχθεί μέσα από αστικοδημοκρατικές διαδικασίες με υπεράσπιση αστικοκοινοβουλευτικών θεσμών. Στο πλαίσιο των θεσμών αυτών η πολιτική πρωτοβουλία ανήκει στα οικονομικά και πολιτικά επιτελεία του κεφαλαίου που έχουν την δυνατότητα να καταργούν αυτούς τους θεσμούς πριν να υπάρξει έστω και μικρή πιθανότητα να αποτελέσουν εμπόδιο στην υλοποίηση των σχεδίων τους. Άλλωστε η γέννηση και η επέλαση του φασισμού πολιτικά γίνεται μέσα στους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς και όχι κάπου έξω από αυτούς. Ο φασισμός με «δημοκρατικό» τρόπο καταργεί την αστική δημοκρατία.

Το μόνο άλλο πιθανό ενδεχόμενο που θα μπορούσε να υπάρξει, προϋποθέτει να εμφανιστεί στο πολιτικό επίπεδο η εργατική τάξη και να λειτουργήσει ως τάξη με πολιτικό στόχο την ανατροπή της Ευρωζώνης και της ΕΕ.

«… και λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν.»

Και τι μπορώ να κάνω εγώ; Πώς να το σταματήσω;

Όλες οι παραπάνω πολιτικές οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πειθαρχίας της ευρωζώνης ισχύουν με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση και για τη χώρα μας, από την στιγμή που η εγχώρια κεφαλαιοκρατία αποφάσισε να συνδέσει τις τύχες της με αυτήν. Κύριος μοχλός επιβολής τους στην ελληνική οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή τα τελευταία χρόνια αποτελεί το χρέος της και οι προκύπτουσες από αυτό ανάγκες εξυπηρέτησης και πληρωμής δόσεων.

Είναι περίπου μια οκταετία που η χώρα μας έχει πάψει να είναι πελάτης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πάψαμε να «αγοράζουμε» κι αυτό όχι γιατί αποκτήσαμε κάποια αντικαπιταλιστική κυβέρνηση. Η δανειοληπτική ικανότητα των νοικοκυριών είναι στο μηδέν αφού ό,τι απόθεμα είχε απομείνει, είτε το σάρωσαν τα μνημόνια και οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών είτε κρύφτηκε για να γλυτώσει από αυτά σε σεντούκια, θυρίδες κλπ. Τα χρέη των παραγωγικών επιχειρηματικών μονάδων κοκκίνισαν και συνεχίζουν να κοκκινίζουν με γρήγορους ρυθμούς καθημερινά ενώ σε άλλες η δανειοληπτική τους ικανότητα υποβιβάζεται. Το κρατικό χρέος έχει φτάσει το 170% του ΑΕΠ και η βιωσιμότητα ή μη βιωσιμότητα του παίζεται μπαλάκι, τόσο στον ανταγωνισμό της ευρωζώνης με το ΔΝΤ, όσο και στο χρηματιστηριακό τζόγο των μεγάλων funds.

Το πρόβλημα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στη χώρα μας συνίσταται στο ότι τόσο ο κρατικός όσο και ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας αδυνατούσαν πλέον να μεταφέρουν αξίες στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να αποτελούν τον πιο αδύνατο κρίκο της ευρωζώνης ως προς την συνεισφορά τους. Για να επανέλθει ο μηχανισμός μεταφοράς αξιών ήταν αναγκαίο αφενός μεν να αναδιαταχτεί, αφετέρου δε να του δοθεί μια επανεκκίνηση.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έστειλε τους τεχνοκράτες του (τρόικα, κουαρτέτο) και σε συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνήσεις εκπόνησαν πολιτικά προγράμματα με την κωδική ονομασία «μεταρρυθμίσεις» για να αποκαταστήσουν έναν καλύτερο μηχανισμό μεταφοράς αξιών (πχ ταμείο ιδιωτικοποιήσεων, πλεονασματικούς κρατικούς ισολογισμούς, εκτεταμένη κατάργηση κοινωνικών παροχών, μείωση συντάξεων και μισθών, εκτεταμένη φορολογία κλπ) και να επιβάλλουν την απαιτούμενη οικονομική και πολιτική πειθαρχία. Ταυτόχρονα με μικρές δόσεις νέων δανείων (για αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων παλαιότερων δανείων) προσπαθούν να δώσουν την απαραίτητη ώθηση επανεκκίνησης, ώστε νέα ποσά παραγόμενης υπεραξίας να διοχετευθούν προς το χρηματοπιστωτικό τομέα.

Αναπάντεχα μεγάλη συνεισφορά στην προσπάθεια επιβολής κοινωνικής πειθαρχίας βρήκαν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε όχι μόνο να «περάσει» με πολιτική πειθαρχία τα «μεταρρυθμιστικά» μέτρα που εκπονήθηκαν αλλά τους προσφέρει και έναν εξ αριστερών προερχόμενο μηχανισμό, που καταφέρνει να υποτάσσει τις ανάγκες της εργασίας και του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και να επιβάλλει τις προτεραιότητες του. Και μάλιστα με τέτοια σταθερότητα, που η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι εντελώς αμφίβολο αν θα το κατάφερναν. Τέτοιο δώρο ούτε που το φανταζόντουσαν οι Ευρωζωνικοί κύκλοι πριν δυόμισι χρόνια. Γι’ αυτό και τους αφήνουν να κυβερνούν μέχρι την τελική τους φθορά που θα τους αχρηστεύσει εντελώς ως εφεδρεία, οπότε θα τους πετάξουν στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας.

Η ΝΔ και η ΠΑΣΟΚογενής Δημοκρατική Συμπαράταξη καταβάλουν σοβαρές προσπάθειες να βρουν ένα πρόγραμμα που θα πείθει ότι μπορούν να καταφέρουν να συνεχίσουν με την ίδια επιτυχία. Όμως όσο η κρίση βαθαίνει και ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός για την επικράτηση γίνεται πιο σκληρός και πιο βάρβαρος, τα πολιτικά καθήκοντα που θα πρέπει να διεκπεραιωθούν, θα γίνουν απαγορευτικά ακόμα και για μια αυτοδύναμη κυβέρνηση ΝΔ. Σύντομα η ανάγκη μιας κυβέρνησης οικονομολόγων τεχνοκρατών που θα σχεδιάσουν και θα επιβάλλουν την καπιταλιστική πειθαρχία, θα επικρατήσει και θα επιβληθεί. Η συνέχεια φυσικά δεν μπορεί να είναι άλλη από την άνοδο του φασισμού και την φασιστική εκτροπή.

Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο φασισμός στην Ελλάδα δεν μπορεί να επιβληθεί μέσω της Χρυσής Αυγής. Ο φασισμός δεν είναι μια ομάδα από αλήτες δολοφόνους που πατάνε τατουάζ στο μπράτσο την σβάστικα και υψώνουν την παλάμη σε ναζιστικό χαιρετισμό. Ο φασισμός θα έρθει από «σοβαρά» στελέχη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που θα αποφασίσουν να μπουν στην πολιτική, θα διεκδικήσουν «δημοκρατικά» και θα κατακτήσουν την εξουσία για να επιβάλλουν καπιταλιστική πειθαρχία, καταργώντας το εμπόδιο της αστικής δημοκρατίας. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να είναι όργανο εκτέλεσης σε ένα τέτοιο φασιστικό σχήμα, αλλά δεν είναι αυτή που μπορεί να φέρει το φασισμό. Γι’ αυτό και όταν θέλουμε να δείξουμε το φασισμό στην Ελλάδα είναι πιο σωστό να δείχνουμε προς τον Στουρνάρα και όχι τον Κασιδιάρη.

Όπως και στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, έτσι και στην Ελλάδα λοιπόν δεν είναι ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση ένα μόνο ενδεχόμενο είναι ανοιχτό προς το παρόν. Η σταδιακή φασιστικοποίηση. Η εμφάνιση ενός άλλου αντίπαλου ενδεχόμενου που θα αμφισβητήσει αυτό που εξελίσσεται στην πολιτική σκηνή, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει η εργατική τάξη. Ποιος είναι όμως ο τρόπος αυτός;

Η αντίδραση των εργαζομένων μέσω του συνδικαλιστικού κινήματος αποδείχτηκε τελείως ανεπαρκής. Αντιλαϊκά μέτρα τεσσάρων μνημονίων μπόρεσαν να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις σε συνεργασία με την τρόικα και το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση. Οι ηγεσίες του (ΓΣΕΕ, Εργατικά Κέντρα κλπ) κηρύσσουν 24ωρες και 48ωρες απεργίες που το μόνο το οποίο προσφέρουν είναι να εντείνουν την απογοήτευση των εργαζομένων και να τους παροπλίζουν πολιτικά στέλνοντας τους στην αδράνεια και στην αναζήτηση ατομικών λύσεων.

Οι εκκλήσεις των αριστερών ταξικών παρατάξεων για αντικατάσταση των συμβιβασμένων ηγεσιών από συνεπείς ταξικές, αποδείχτηκαν κι αυτές αναποτελεσματικές και ανεφάρμοστες. Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά η βαθύτερη αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι σήμερα η υπεράσπιση ακόμα κι ενός ευρώ από το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων απαιτεί πλατφόρμα πολιτικών αιτημάτων και πολιτικών διεκδικητικών αγώνων. Απαιτεί διαχωρισμό των αναγκών του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων από το βαθμό ικανοποίησης των αναγκών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, και άρνηση της προτεραιότητας τους. Αυτήν την εξύψωση των εργασιακών αιτημάτων σε πολιτικό επίπεδο είναι αδύνατον να την εκπληρώσει το συνδικαλιστικό κίνημα.

Το ΚΚΕ αντιλήφθηκε έγκαιρα την ανάγκη υπέρβασης των συνδικαλιστικών ηγεσιών για να μπορέσει να υπάρξει πολιτική έκφραση των εργασιακών διεκδικήσεων και προσπάθησε μέσω του ΠΑΜΕ να πείσει τους εργαζόμενους να του αναθέσουν την πολιτική έκφραση των αιτημάτων τους. Η προσπάθεια αυτή όπως είναι φυσικό δεν μπορούσε να δώσει αποτέλεσμα αφού η τελική επιλογή που άφηνε στον εργαζόμενο ήταν είτε να κάτσει σπίτι του, είτε να ενταχθεί στον πολιτικό σχεδιασμό του ΚΚΕ και να αυξάνει τον όγκο των ξεχωριστών του συγκεντρώσεων και την εκλογική του βάση, αφήνοντας την υπεράσπιση του βιοτικού του επιπέδου σε μια ασαφή και απροσδιόριστα μελλοντική «λαϊκή εξουσία».

Αυταπάτη ελπίδας δημιούργησε στους εργαζόμενους ο ΣΥΡΙΖΑ. Έπεισε μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων ότι θα μπορούσε να μπει στα πολιτικά κέντρα της ευρωζώνης και να αντιπαραβάλλει σε πολιτικό επίπεδο τις ανάγκες των εργαζομένων στις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι εργαζόμενοι σε μεγάλη πλειοψηφία ανέθεσαν στο ΣΥΡΙΖΑ την πολιτική τους έκφραση με τα γνωστά τραγικά για το βιοτικό επίπεδο αποτελέσματα, που για κάθε ταξικά και χωρίς αυταπάτες σκεπτόμενο άνθρωπο ήταν απολύτως αναμενόμενα πολύ πριν την εκλογή του και τον σχηματισμό της κυβέρνησης.

 Ούτε το Eurogroup, ούτε η κομισιόν, ούτε το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε η σύνοδος των αρχηγών κρατών … κανένα ευρωζωνικό ή ευρωενωσιακό πολιτικό όργανο δεν επέτρεψε να διεξαχθεί ούτε καν λεκτική αντιπαράθεση τέτοιου χαρακτήρα. Το να μπει η εργατική πολιτική σε κέντρο σχεδίασης και εφαρμογής πολιτικών χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου… μόνο σε ανέκδοτο θα το άκουγαν. Πέρα από αυτό βέβαια φρόντισε και ο ΣΥΡΙΖΑ να πάει στα λημέρια αυτά γυμνός …δηλαδή αφήνοντας πίσω του το εργατικό κίνημα, πλήρως αποκομμένος από αυτό. Υποτίθεται ότι έδινε μάχες στο Eurogroup και αντί να ζητάει την υποστήριξη και κινητοποίηση των εργαζομένων, αναζητούσε υποστήριξη στον Ολάντ και στον Ομπάμα.

Η ΛΑΕ κάνει μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια να πείσει τους εργαζόμενους ότι αυτός ο χώρος μπορεί να υπηρετήσει με συνέπεια την πολιτική έκφραση των αναγκών τους. Η διαβεβαίωση προς τους εργαζόμενους ότι δεν αποτελούν μια νέα έκφραση του ΣΥΡΙΖΑ, εκπορεύεται από την ορθή θέση τους για έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη και διακοπή της σύνδεσης του οικονομικού της μέλλοντος από το μέλλον της τελευταίας (αν και η θέση αυτή είναι ημιτελής όταν δεν συμπεριλαμβάνει την ΕΕ στο σύνολο της). Η πολιτική άποψη ότι είναι αδύνατη η προβολή εργατικής πολιτικής σε συνθήκες 3υρωζώνης, είναι φυσικά σωστή και αποδείχτηκε περίτρανα. Όμως γιατί οι εργαζόμενοι δεν στρέφουν το βλέμμα τους στη ΛΑΕ; Γιατί δεν της αναθέτουν την πολιτική τους εκπροσώπηση;

Η ΛΑΕ επιδιώκει την εφαρμογή του πολιτικού της προγράμματος διεκδικώντας την εκλογή της στις αστικές εκλογές. Το λαϊκό ένστικτο όμως φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλίου, με τις εκλογές του, δεν είναι δυνατόν να μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση που η πολιτική της να έρχεται σε αντιπαράθεση με τις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Φαίνεται λοιπόν ότι το λαϊκό ένστικτο δεν αμφισβητεί την συνέπεια της ΛΑΕ, αλλά την δυνατότητα της να διεκπεραιώσει την αποκοπή της οικονομίας από το ευρωζωνικό κεφάλαιο.

Στο ίδιο περίπου πολιτικό μοντέλο με μικρές ποιοτικά διαφορές εντάσσεται και η δράση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Παρέμβαση στο συνδικαλιστικό κίνημα με στόχο την μαζικοποίηση και τον ταξικό του αναπροσανατολισμό από τη μια και ανάθεση της πολιτικής του έκφρασης σε μια Αντικαπιταλιστική μαχητική Αριστερά από την άλλη, που θα έχει την ικανότητα από πλευράς προγράμματος και οργάνωσης να φτάσει μέχρι το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Καθοδηγούμενη από αυτό το πολιτικό μοντέλο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να οργανώσει λαϊκή αντίσταση σε καμία περίπτωση. Ούτε στο συνδικαλιστικό κίνημα μπόρεσε να παρέμβει σε βαθμό που να του προσδώσει ένα ταξικό αναπροσανατολισμό, ούτε την αντικαπιταλιστική αριστερά μπόρεσε να συγκροτήσει. Έμειναν μόνο κάποιες προσπάθειες για δημιουργία πολιτικών σχημάτων κοινής καθόδου σε εκλογές με άλλες αριστερές οργανώσεις, που είχαν περισσότερο παραγοντικό χαρακτήρα. Η ίδια η πείρα έδειξε πως το σχήμα Αριστερά – συνδικαλιστικό κίνημα ή αντίστροφα δεν μπορεί να λειτουργήσει κινηματικά για την εργατική τάξη.

Βλέπει κανείς πως σε καμία από τις παραπάνω πολιτικές προτάσεις που παρήχθησαν στους κόλπους της Αριστεράς, δεν υπήρξε έστω ως υποψία η ιδέα ότι η εργατική τάξη θα μπορούσε να οργανώσει η ίδια την πολιτική της έκφραση αυτοτελώς, συσπειρώνοντας γύρω απ αυτήν και τη φτωχή αγροτιά και τα άλλα λαϊκά στρώματα.

Όπως αναλύθηκε παραπάνω, η ανακοπή του μόνου εν εξελίξει πολιτικού ενδεχομένου που δεν είναι άλλο από την πορεία προς την φασιστική βαρβαρότητα που εκπορεύεται από τον ανταγωνισμό του κεφαλαίου, εξαρτάται από το κατά πόσο η εργατική τάξη θα μπορέσει να αποσυνδέσει τις ανάγκες του βιοτικού της επιπέδου από τις ανάγκες των χρηματοπιστωτικών κέντρων στον ανταγωνισμό τους.

Η μόνη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα δεύτερο πολιτικό ενδεχόμενο σε αντίθετη κατεύθυνση από τον εκφασισμό των κοινωνιών, είναι να μπορέσει η εργατική τάξη να εκφράσει τις ανάγκες της εργασίας σε πολιτικό επίπεδο αυτοτελώς χωρίς ανάθεση σε κάποια a priori αριστερή πρωτοπορία.

Η ενεργοποίηση αυτής της δυνατότητας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

· Προϋποθέτει, μέσα από συλλογικές διαδικασίες που θα ξεκινούν από τα κάτω, να παραχθεί μια πλατφόρμα πολιτικών διεκδικήσεων που θα αντιστοιχούν στην ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών αναπαραγωγής της εργασίας. Ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα τείνει στην αναστροφή της υπάρχουσας σχέσης μισθών – κερδών προς όφελος των μισθών, που θα μειώνει το ποσοστό εκμετάλλευσης και θα αναβαθμίζει το μερίδιο των μισθών και το τμήμα του κοινωνικού πλούτου που κατευθύνεται στους παραγωγούς του, που θα αντιστέκεται στην φασιστική ολοκλήρωση της ΕΕ και της ελληνικής πολιτικής. Η αφετηριακή του αρχή θα είναι η αποσύνδεση των αναγκών της εργασίας από την έκβαση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού υπέρ ή κατά των συμφερόντων του ευρωζωνικού κεφαλαίου.

· Θα πρέπει να αποφασίσει ένα πρόγραμμα αγωνιστικής διεκδίκησης και επιβολής του προγράμματος των πολιτικών της διεκδικήσεων. Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να βρεθεί τρόπος ξεπεράσματος και υπέρβασης των συνδικαλιστικών ηγεσιών και των εμποδίων που θα προσπαθήσουν να προβάλλουν σε μια τέτοια προσπάθεια.

· Θα πρέπει, παράλληλα με τα παραπάνω, να δημιουργήσει μια αυτοτελή οργανωτική δομή που θα εξασφαλίζει: Α) Την ελεύθερη έκφραση όλων των εργαζομένων και των απόψεων που θα θέλουν να διατυπώσουν είτε ατομικά είτε ομαδικά μέσω πολιτικών σχηματισμών. Β) Την λήψη των προγραμματικών και των αγωνιστικών αποφάσεων με τον πιο δημοκρατικό τρόπο. Γ) Τον έλεγχο και την κριτική αποτίμηση της πείρας που θα προκύπτει από την προσπάθεια εφαρμογής τόσο του πολιτικού όσο και του αγωνιστικού προγράμματος.

· Τέλος, όλα τα παραπάνω θα πρέπει να αποτελούν έκφραση της συλλογικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Η εμφάνιση της συλλογικής συνείδησης δεν είναι ένα άθροισμα συγκεντρωμένων, συναθροισμένων ατομικών συνειδήσεων. Είναι μια κατάσταση που δημιουργείται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, υπερβαίνει τις ατομικές συνειδήσεις που συμμετέχουν στην εμφάνιση της και επιδρά πάνω τους και τις διαμορφώνει. Αυτή η συλλογική βούληση των εργαζομένων είναι εκείνη που δια μέσου της παραπάνω διαδικασίας μπορεί να εμποδίσει τον επελαύνοντα φασισμό και να αρθεί στο επίπεδο αμφισβήτησης της ίδιας της αστικής εξουσίας, μέχρι την ανατροπή της και την αντικατάσταση της.

Η αρχή δεν μπορεί να είναι άλλη από μια πρώτη ομάδα πρωτοπόρων εργαζομένων, που θα αντιλαμβάνονται την ανάγκη μιας πολιτικής που θα πηγάζει και θα ασκείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η ομάδα αυτή θα πάρει την πρωτοβουλία να κάνει μια έκκληση - κάλεσμα προς όλους τους εργαζόμενους και θα οργανώσει μια πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για μια εργατική πολιτική. Εννοείται ότι στις αποφάσεις αυτής της πρώτης προσπάθειας θα εκφράζονται όλες οι αυταπάτες και αντιφάσεις που υπάρχουν στις σκέψεις των εργαζομένων. Όμως, όσες αυταπάτες κι αν υπάρχουν στις αποφάσεις της, η προσπάθεια αυτή θα περιέχει μια εσωτερική δυναμική που προέρχεται από το γεγονός ότι θα αποσυναρτά τις ανάγκες της εργασίας από την επιτυχή ή όχι έκβαση της πολιτικής του κεφαλαίου στον ανταγωνισμό.

 Στο βαθμό που αυτή θα είναι αναγνωρίσιμη από το λαϊκό πολιτικό ένστικτο, θα επιδρά και θα διαμορφώνει τις σκέψεις και τις συνειδήσεις.

Διαλεκτικά συνδεμένος σε μια τέτοια διαδικασία, ένας μαρξιστικός πυρήνας σταδιακά θα συγκροτείται σε επίπεδο στρατηγικής αλλά και οργανωτικά στο βαθμό που θα κατορθώνει να καθοδηγεί την εμπειρία στη διάλυση των αυταπατών και στο ανέβασμα του επιπέδου της πολιτικής παρέμβασης. Η επεξεργασία του πολιτικού του προγράμματος, τόσο σε επίπεδο τακτικών στόχων όσο και στη στρατηγική του, από ένα αρχικό μαρξιστικό επαναστατικό πυρήνα, θα πρέπει αρχικά να έχει προηγηθεί.

Η τελική όμως επιβεβαίωση και αναδιαμόρφωση δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο, παρά από την αλληλεπίδραση του με τη διαδικασία ανάδειξης της συλλογικής συνείδησης της εργατικής τάξης, σε υποκείμενο πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών.

 Η διαδικασία αυτή θα είναι τεθλασμένη με νίκες και ήττες, που όμως που δεν θα απογοητεύουν τους εργαζόμενους. Μέχρι το σημείο που η παρεμβατική λαϊκή αντίσταση θα φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, που η κεφαλαιοκρατία να μη μπορεί πια να εφαρμόσει καμία πολιτική. Εκεί, η εργατική τάξη φτάνει σε επαναστατικές συνθήκες και έρχεται μπροστά στην εκπλήρωση του ιστορικού της ρόλου.

«Αφού είσαι εργάτης, εργάτη
το δίκιο σου δε θα βρεις πουθενά
μονάχη της η εργατιά
κερδίζει την ελευθεριά»

(B. Brecht)

Πηγή: kommon.gr

_απλήρωτης_εργαζόμενης.jpg

Τέλος στη ζωή της αποφάσισε να βάλει 42χρονη εργαζόμενη στις επιχειρήσεις «Καρυπίδη», πρώην Αρβανιτίδη, στα Γιαννιτσά, η οποία παρέμεινε απλήρωτη για 15 μήνες, όπως και 1.400 συνάδελφοί της.

Σε ανακοίνωση του, το σωματείο των εργαζομένων στις επιχειρήσεις «Καρυπίδη» αναφέρει: «Η βαρβαρότητα δεν έχει τέλος» Η Διοίκηση του Πανελλαδικού Σωματείου των εργαζομένων στις επιχειρήσεις «Καρυπίδη» πρώην Αρβανιτίδη εκφράζει τα συλλυπητήρια της στην οικογένεια της 42χρονης συναδέλφισσας από τα Γιαννιτσά για τον άδικο χαμό της.

O θάνατος της συναδέλφισσας, εργαζόμενης σε κατάστημα της «Καρυπίδης» στα Γιαννιτσά, είναι αποτέλεσμα αυτού του βάρβαρου συστήματος. Είναι αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθεί και αυτή η κυβέρνηση και οι προηγούμενες που στηρίζουν το μεγάλο κεφάλαιο και οδηγούν σε απελπισία τους εργαζόμενους. Είναι αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο έχουμε βρεθεί για πάνω από 1.5 χρόνο οι εργαζόμενοι της Καρυπίδης με την απληρωσιά, με το να βρισκόμαστε ανάμεσα στην ανεργία και την ομηρία από μέρους της επιχείρησης, με τον εμπαιγμό από την κυβέρνηση ότι έκανε τα πάντα για να μας «σώσει». Δεν πήρε μέτρα προστασίας για εμάς, τους 1400 εργαζόμενους, αφού πλέον ούτε το πενιχρό επίδομα επίσχεσης παίρνουμε, ούτε επίδομα ανεργίας δικαιούμαστε. Επιπλέον, δεν τηρήθηκε Π.Δ για τη διαδοχή, ώστε να μη πεταχτούμε στην ανεργία.

Κανένας εργαζόμενος να μη μένει μόνος του. Τα προβλήματα που βιώνουμε είναι κοινά και κοινός πρέπει να είναι και ο αγώνας για να τα αντιπαλέψουμε. Με ταξική αλληλεγγύη και ανυποχώρητο αγώνα να χτυπήσουμε την αιτία που προκαλεί όλα τα προβλήματα, την ανεργία, την ανασφάλεια, το άγχος για την επιβίωση. Η αιτία αυτή είναι το σύστημα της εκμετάλλευσης που ωφελεί του λίγους και χτυπάει εμάς, τους πολλούς». (πηγή: aftodioikisi.gr).

***

Αρειος Πάγος: Η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας

Είναι αδύνατον, μπροστά σε αυτό το τραγικό γεγονός να μην θυμηθούμε πως πρόσφατα δημοσιεύθηκε απόφαση του Αρείου Πάγου (677/2017) που αναφέρει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας.

Πρόκειται για μια απόφαση που λήφθηκε σε μια χώρα που οι πολύμηνες καθυστερήσεις πληρωμών είναι καθεστώς στον ιδιωτικό τομέα. Στην ουσία πρόκειται για μια απόφαση που λειτουργεί όχι μόνο ως κάλυψη αλλά και ως παρότρυνση για αντεργατικές πρακτικές και καθυστερήσεις μισθών. 

Με την ίδια απόφαση, όμως, αποδυναμώνεται και το ύστατο δικαίωμα των εργαζομένων να διεκδικήσουν δια της δικαστικής οδού τα δεδουλευμένα που τους οφείλονται και τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι μισθοί τεσσάρων, πέντε, ή έξη μηνών. Διαβάστε το σχετικό ρεπορτάζ του «Ημεροδρόμου» για τη σχετική απόφαση εδώ.

Πηγή: imerodromos.gr

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017 07:09

Η εικονική μείωση της ανεργίας

Γράφτηκε από τον

Diagourtas-Giorgos.jpg

Ένα από τα βασικά τρικ της κυβέρνησης στην προσπάθεια «εξυγίανσης» των εφαρμοζόμενων μνημονιακών πολιτικών είναι η κατά το δοκούν χρήση οικονομικών δεικτών. Τελευταία παραδείγματα η ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης  του Διευθυντή της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Κ.Ζαχαριάδη για την επίτυχία της  κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ(1) στη μείωση της ανεργίας της τελευταία διετία και οι δηλώσεις της Αν.Υπουργού Εργασίας Ρ. Αντωνοπούλου για 256 χιλ νέες θέσεις εργασίας με κυβέρνηση Ας δούμε όμως κατά πόσο η μείωση της ανεργίας την τελευταία 2ετία και οι νέες θέσεις εργασίας με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχαν θετική επίδραση 1)στα εισοδήματα των εργαζόμενων και 2)στις εργασιακές τους σχέσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της AMECO ενώ πράγματι η ανεργία μειώθηκε κάτα 2,9% (το 23,6% παραμένει εξαιρετικά υψηλό και συγκρίσιμο μόνο με την Ισπανία τα τελευταία χρόνια) την διετία διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το συνολικό κοστος εργασίας (μισθοί και εισφορές)  στη χώρα αυξήθηκε μόλις κατά 380 εκ ευρώ (0,2% ΑΕΠ) (Σχήμα 1).Η μείωση μάλιστα του ποσοστού ανεργίας είχε ξεκινήσει από την περίοδο της διακυβέρνησης Σαμαρά με μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα (2014). Συνεπώς, παρά τη μείωση της ανεργίας την τελευταία 4ετία το συνολικό κόστος εργασίας στη χώρα παραμένει στάσιμο, με μικρές αυξομειώσεις, όπως και συνολικότερα η ελληνική οικονομία. Άρα, οι νέες θέσεις εργασίας δεν είχαν αξιοσημείωτη αύξηση στους μισθολογικό κόστος γεγονός που να δικαιολογεί το πανηγυρικό κλίμα κυβερνητικών στελεχών. Είναι νέες θέσεις εργασίας χαμηλόμισθες, προσαρμοσμένες στις ανάγκες των εργοδοτών.

sxhma1anergia

Ένα δεύτερο στοιχείο που δείχνει πως οι νέες θέσεις εργασίας είναι χαμηλόμισθες είναι η μικρή μεν αλλά μείωση του μέσου πραγματικού και ονομαστικού κόστους ανά εργαζόμενο την τελευταία διετία (Σχήμα 2). Το μέσο πραγματικό κόστος εργασίας έχει μειωθεί κατά 1,1% (87,8-86,8) την τελευταία διετία και βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2001, χρονιά εισόδου της χώρας στην ΟΝΕ. Την ίδια στιγμή και το ονομαστικό κόστος εργασίας έχει μειωθεί περίπου κατά 450 ευρώ ανά εργαζόμενο την τελευταία διετία και βρίσκεται στα επίπεδα του 2004. Η σχετικά μικρή μείωση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν σε ορισμένους κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας και στα υψηλά μισθολογικά στρώματα του κλάδου των υπηρεσιών, οι μισθοί δεν παρέμεναν στα επιπεδα του 2008.

anergiasxhma2

Ένα τρίτο στοιχείο που δείχνει πως  η μείωση της ανεργίας είναι στην πραγματικότητα εικονική, είναι η αύξηση του ποσοστού συμβάσεων μερικής απασχόλησης την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. το ποσοστό των μερικώς απασχολούμενων στο σύνολο των εργαζόμενων το 1ο τρίμηνο του 2017(2) ήταν 10,5% έναντι 10% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015(3) ενώ το ποσοστό των υποαπασχολούμενων (δλδ των μερικώς απσχολούμενων που ενώ επιθυμούσαν δεν μπόρεσαν να βρουν εργασία πλήρους απασχόλησης) έχει αυξηθεί από 6,8% το 2014 σε 7,3% το 2016(4) Οπως φαίνεται ξεκάθαρα και από το διάγραμμα της EUROSTAT η Ελλάδα έχει ακόμα μια αρνητική πρωτιά στο ποσοστό των υποαπασχολούμενων εργαζόμενων μερικής απασχόλησης για το 2016 αφού το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 70%. Συνεπώς, αν προσθέσουμε στο ποσοστό των ανέργων και το ποσοστό των υποαπασχολούμενων, η πραγματική ανεργία στην Ελλάδα ξεπερνά το 30%

anergiasxhma3

Τέταρτο και τελευταίο στοιχείο που δείχνει πως η μείωση του ποσοστού ανεργίας οφείλεται κυρίως στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης  και όχι σε κυβερνητική πολιτική υπέρ των εργαζόμενων είναι το άθροισμα των ποσοστών μερικής και εκ περιτροπής απσχολησης την τελευταία διετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ οι νέες συμβάσεις πλήρους απασχολήσης έχουν μειωθεί από 50,92% το πρώτο εξάμηνο του 2015(5) σε 48,27%(6) το 1ο εξάμηνο του 2017      (Σχήμα 4)

sxhma4anergia

Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι σαφές πως, παρά την αλλαγή του κυβερνητικού συνασπισμού το 2015 με την έλευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η στασιμότητα της ελληνικής οικονομίας μετά την μεγάλη ύφεση της πενταετίας 2008-2012 συνεχίζεται, λόγω των εφαρμοζόμενων πολιτικών και του απόλυτου συμβιβασμού της κυβέρνησης στις απαιτήσεις των δανειστών για περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Όσο και να προσπαθούν τα κυβερνητικά στελέχη να δημιουργήσουν κλίμα ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων τα στοιχεία δείχνουν πως και την τελευταία διετία η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε στασιμότητα και η μεγάλη πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού σε δεινή οικονομική θέση. Όταν οι χώρες της Σκανδιναβίας έχουν ξεπεράσει προ πολλού την κρίση του 2008-2009 και οι εργαζόμενοι της Ανατ. Ευρώπης πλησιάζουν όλο και περισσότερο μισθολογικά τον Έλληνα εργαζόμενο είναι υποκριτικό κυβερνητικά στελέχη να πανηγύριζουν για δήθεν φιλεργατική πολιτική

Η ανεργία εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και οι νέες θέσεις εργασίας ικανοποιούν πλήρως τις ανάγκες των μεγάλων επιχειρήσεων που επιβίωσαν στην κρίση συγκεντρώνοντας το μεγαλο μερίδιο του τζίρου της οικονομίας. Απόδειξη αυτού η έκθεση της Beta ΑΕΠΕΥ(7) που αναφέρει πως η πλειονότητα των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών επέστρεψαν στην κερδοφορία το 2016, μετά από μία εξαετία. Σύμφωνα με την έκθεση, σε σύνολο 193 ισολογισμών, καταγράφεται αύξηση των καθαρών κερδών κατά 114,3% στα 1,009 δισ. ευρώ. Ο κύκλος εργασιών εμφανίζεται μειωμένος κατά 1,7% στα 62,889 δισ. και τα λειτουργικά κέρδη των εισηγμένων αυξημένα κατά 4,8% στα 8,54 δισ. ευρώ. Από τις 101 κερδοφόρες εταιρίες, 41 αύξησαν τα κέρδη τους, 33 υπέστησαν μείωση κερδών και 27 επέστρεψαν σε κέρδη από ζημίες. Στον αντίποδα, από τις 92 ζημιογόνες, οι 25 αύξησαν τις ζημίες τους, 57 τις μείωσαν ενώ 10 εταιρίες επέστρεψαν σε ζημίες από κέρδη.

Τέλος οι, παρά την μικρή κάμψη της ανεργίας, χαμηλόμισθες και ευέλικτης μορφής απασχόλησης νέες θέσεις εργασίας αποδεικνύουν και την πρωτοφανή κάμψη των εργατικών κινημάτων και των ηγεσιών των συνδικαλιστικών φορέων που ενσωματωμένοι πλήρως στα μνημονιακά κόμματα που εκπροσωπούν αδυνατούν να ορθώσουν ανάστημα και να αντιπαλέψουν τις αντεργατικές πολιτικές των μνημονίων.

(1):http://www.ert.gr/antonopoulou-256-chil-nees-thesis-ergasias-dimiourgithikan-to-6mino/

(2):http://www.statistics.gr/el/statistics?p_p_id=documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN&p_p_lifecycle=2&p_p_state=normal&p_p_mode=view&p_p_cacheability=cacheLevelPage&p_p_col_id=column-2&p_p_col_count=4&p_p_col_pos=1&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_javax.faces.resource=docume

(3):http://www.statistics.gr/el/statistics?p_p_id=documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN&p_p_lifecycle=2&p_p_state=normal&p_p_mode=view&p_p_cacheability=cacheLevelPage&p_p_col_id=column-2&p_p_col_count=4&p_p_col_pos=1&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_javax.faces.resource=document&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_ln=downloadResources&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_documentID=108532&_documents_WAR_publicationsportlet_INSTANCE_qDQ8fBKKo4lN_locale=el

(4):http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Underemployment_and_potential_additional_labour_force_statistics

(5):http://www.ypakp.gr/uploads/docs/8138.pdf

(6):http://www.ypakp.gr/uploads/docs/10554.pdf

(7):http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26519&subid=2&pubid=114610484

*Ο Γιώργος Διαγουρτάς είναι συνεργάτης του ΕΔΕΚΟΠ. Έλαβε πτυχίο Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς και μεταπτυχιακό τίτλο (Master of Science) στα “Εφαρμοσμένα Οικονομικά” από το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Πηγή: iskra.gr

_εντυπωσιακό_φαινόμενο_που_κατέγραψε_η_NASA_στο_Αιγαίο.jpg

Το φαινόμενο Sunglint στα νερά γύρω από την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου κατέγραψε η NASA και η εντυπωσιακή εικόνα από το διάστημα αναρτήθηκε στη σελίδα της Nasa Earth στο Facebook.

Το φαινόμενο είναι θέμα οπτικής, όπως σημειώνει η διαστημική υπηρεσία. Περιοχές όπου η επιφάνεια της θάλασσας είναι περισσότερο λεία αντανακλούν περισσότερο φως ηλίου κατευθείαν στον τομογράφο του δορυφόρου. Αντιθέτως, στις περιοχές όπου το νερό φαίνεται πιο σκοτεινό, συμβαίνει επειδή το φως διαχέεται σε πολλές περισσότερες κατευθύνσεις.

_αιγαιο.jpg

Οι ξηροί και δροσεροί άνεμοι από το βορρά είναι συχνό φαινόμενο στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Καθώς αυτές οι μάζες αέρα διατρέχουν τα νησιά και τις βραχώδεις κορυφές τους, μια «σκιά ανέμου» με πολύ πιο ήρεμους ανέμους (και θάλασσες) σχηματίζεται στην υπήνεμες πλευρές των νησιών (σε αυτή την περίπτωση, στις νότιες πλευρές).

Οι πιο σκοτεινές περιοχές ανάμεσα στις φωτεινές λωρίδες θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα ταραγμένων ανέμων ή υδάτων.

Πηγή: newsbeast.gr

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017 09:46

Ανελέητο «μαστίγιο» με υποψία «καρότου»

Γράφτηκε από τον

panos-kosmas.jpeg

Πάνος Κοσμάς

Σε αντίθεση με τη διατεταγμένη αισιοδοξία των κυβερνητικών στελεχών περί «εξόδου από τα μνημόνια και την επιτήρηση», η σκληρή πραγματικότητα είναι πως οι μηχανισμοί της επιτήρησης βαθαίνουν διαρκώς, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο υπερεποπτείας ακόμη και σε λεπτομέρειες της κυβερνητικής πολιτικής.

Τις ώρες που γρά­φο­νταν αυτές οι γραμ­μές, οι δα­νει­στές απει­λού­σαν ότι δεν θα εκτα­μιευ­τεί η δόση, αν η κυ­βέρ­νη­ση δεν τεκ­μη­ριώ­σει με τι χρή­μα­τα θα πλη­ρώ­σει τους 6.500 συμ­βα­σιού­χους των ΟΤΑ! Είναι μια έγκλη­ση στην πει­θαρ­χία του προ­γράμ­μα­τος, αλλά και μια από­δει­ξη ότι οι δα­νει­στές –καθώς και συμ­φέ­ρο­ντα που συν­δέ­ο­νται με αυ­τούς– έχουν πλέον τόσο λε­πτο­με­ρή γνώση των δε­δο­μέ­νων του ελ­λη­νι­κού δη­μό­σιου τομέα, του ελ­λη­νι­κού κρά­τους εν γένει, των κομ­μά­των, αλλά και του επι­χει­ρη­μα­τι­κού τομέα, ώστε δεν υπάρ­χει «πε­ριο­χή» της κυ­βερ­νη­τι­κής πο­λι­τι­κής, ούτε καν δευ­τε­ρεύ­ου­σα, που να δια­φεύ­γει της σκλη­ρής επι­τή­ρη­σης. 

Κα­θό­λου τυ­χαία, τα… πει­θαρ­χι­κά μέτρα ενά­ντια στην κυ­βέρ­νη­ση συ­γκε­ντρώ­νο­νται τώρα στο δη­μό­σιο τομέα, εκεί που η κυ­βέρ­νη­ση επι­χει­ρού­σε να χτί­σει ένα ίχνος «αφή­γη­σης» και «στρα­τη­γι­κής συμ­μα­χί­ας».

Κυ­βερ­νη­τι­κή «προ­σαρ­μο­γή» στο Δη­μό­σιο

Πριν τεθεί ζή­τη­μα με τους 6.500 συμ­βα­σιού­χους των ΟΤΑ, οι δα­νει­στές φρό­ντι­σαν να εντά­ξουν στη λε­γό­με­νη τε­χνι­κή συμ­φω­νία με τις με­σο­πρό­θε­σμες δε­σμεύ­σεις της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης (το Με­σο­πρό­θε­σμο ως το 2022) για τις προ­σλή­ψεις στο δη­μό­σιο τομέα, πολύ σκλη­ρές δε­σμεύ­σεις. Ενώ μέχρι και το 2016 ο αριθ­μός των προ­σλή­ψε­ων ήταν ελα­φρώς χα­μη­λό­τε­ρος σε σχέση με τον αριθ­μό των απο­χω­ρή­σε­ων, το 2017 ο αριθ­μός των προ­σλή­ψε­ων μειώ­νε­ται ση­μα­ντι­κά, ενώ το 2018 και το 2019 οι προ­σλή­ψεις… απα­γο­ρεύ­ο­νται: 208 το 2018 και 160 το 2019! Αντί­θε­τα, ο αριθ­μός των προ­βλε­πό­με­νων προ­σλή­ψε­ων ξε­περ­νά τον αριθ­μό των απο­χω­ρή­σε­ων το 2020 και το 2021!

Τώρα οι δα­νει­στές, με την πίεση στο ζή­τη­μα των συμ­βα­σιού­χων, κλεί­νουν κάθε οδό δια­φυ­γής ακόμη και για πολύ πε­ριο­ρι­σμέ­νο πο­λι­τι­κό «παι­χνί­δι» με προ­σλή­ψεις στον ευ­ρύ­τε­ρο δη­μό­σιο τομέα.

Η οι­κο­νο­μι­κή εξοι­κο­νό­μη­ση δεν είναι ση­μα­ντι­κή. Πρό­κει­ται για κα­θα­ρά πο­λι­τι­κό μέτρο, στο πλαί­σιο του προ­γράμ­μα­τος πο­λι­τι­κής προ­σαρ­μο­γής… της κυ­βέρ­νη­σης. Το γε­γο­νός ότι η δυ­να­τό­τη­τα προ­σλή­ψε­ων ξα­να­νοί­γει… μετά τις εκλο­γές υπο­γραμ­μί­ζει την ωμό­τη­τα και τον άκομ­ψο χα­ρα­κτή­ρα αυτής της προ­σαρ­μο­γής: κά­νο­ντας δώρο τις νέες προ­σλή­ψεις στην επό­με­νη κυ­βέρ­νη­ση (με βάση τα ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να, του Κυ­ριά­κου Μη­τσο­τά­κη), οι δα­νει­στές θέ­λουν να κα­τα­στρέ­ψουν με τον πιο εμ­φα­τι­κό και έντο­να συμ­βο­λι­κό τρόπο την κυ­βερ­νη­τι­κή «αφή­γη­ση» ότι «αν έρθει ο Μη­τσο­τά­κης, θα κάνει απο­λύ­σεις», αντι­στρέ­φο­ντας τα δε­δο­μέ­να!
Έτσι, η πο­λυ­δια­φη­μι­σμέ­νη «στρα­τη­γι­κή συμ­μα­χία» με τους δη­μό­σιους υπαλ­λή­λους μπο­ρεί να εξε­λι­χθεί σε στρα­τη­γι­κή πο­λι­τι­κή ήττα για την κυ­βέρ­νη­ση.Τα «κρα­τού­με­να» από την πρό­σφα­τη απερ­γία των ερ­γα­ζο­μέ­νων στην κα­θα­ριό­τη­τα και η οξεία αντί­φα­ση ανά­με­σα στις κυ­βερ­νη­τι­κές δε­σμεύ­σεις για προ­σλή­ψεις (5.000 στην υγεία εξήγ­γει­λε ο Τσί­πρας, επα­να­πρό­σλη­ψη 2.500 στον τομέα κα­θα­ριό­τη­τας στους δή­μους δε­σμεύ­τη­κε ο Σκουρ­λέ­της) είναι γραμ­μά­τια που θα… δια­μαρ­τυ­ρη­θούν λίαν συ­ντό­μως…

Δη­λη­τη­ρια­σμέ­νος «ωφέ­λι­μος» χρό­νος

Όμως, συ­νο­λι­κά ο «ωφέ­λι­μος» χρό­νος που κερ­δί­ζει η κυ­βέρ­νη­ση με τη συμ­φω­νία, λόγω απο­μά­κρυν­σης ως τα μέσα του 2018 ή και αρ­γό­τε­ρα των σε­να­ρί­ων πο­λι­τι­κής αστά­θειας, εκλο­γών κ.λπ., είναι δη­λη­τη­ρια­σμέ­νος. Το «μα­στί­γιο», σε όλη τη διάρ­κεια αυτού του δια­στή­μα­τος, θα είναι… ανε­λέ­η­το.

Το «με­γά­λο ρα­ντε­βού» του 2018 είναι ανοι­χτό σε κάθε εξέ­λι­ξη, μη απο­κλειό­με­νων και πολύ δυ­σά­ρε­στων σε­να­ρί­ων.

Η προ­ο­πτι­κή του 2018 επι­βάλ­λει πει­θαρ­χία στις… αντερ­γα­τι­κές πο­λι­τι­κές μέχρι το 2018, όπως έχουν δρο­μο­λο­γη­θεί από την πρώτη και τη δεύ­τε­ρη αξιο­λό­γη­ση:

– Τα μέτρα ανα­γκα­στι­κής εί­σπρα­ξης (κα­τα­σχέ­σεις, πλει­στη­ρια­σμοί) θα γί­νουν τσου­νά­μι. Στο Δη­μό­σιο (που ήδη πρω­το­πο­ρεί σε αυτό το έργο) θα προ­στε­θούν και οι τρά­πε­ζες, ακόμη και φο­ρείς του ευ­ρύ­τε­ρου δη­μό­σιου τομέα (με πιο πρό­σφα­τη την… ενερ­γο­ποί­η­ση στο ζή­τη­μα αυτό του δήμου Αθη­ναί­ων). Η έκτα­ση που θα πά­ρουν τα μέτρα ανα­γκα­στι­κής εί­σπρα­ξης μέσα στο 2017 και το 2018 θα είναι ιστο­ρι­κά πρω­το­φα­νής –προ­κα­λώ­ντας ανά­λο­γης έκτα­σης κοι­νω­νι­κή δυ­σα­ρέ­σκεια και εκλο­γι­κές-πο­λι­τι­κές απώ­λειες για την κυ­βέρ­νη­ση.

– Η εν­σω­μά­τω­ση της πε­ρι­κο­πής των κοι­νω­νι­κών επι­δο­μά­των στους μι­σθούς, αλλά και οι πε­ρι­κο­πές στις συ­ντά­ξεις από την «ωρί­μαν­ση» του νόμου Κα­τρού­γκα­λου, θα βιω­θούν σε με­γά­λη έκτα­ση από το 2017.

– Η λε­γό­με­νη «διεύ­ρυν­ση της φο­ρο­λο­γι­κής βάσης», με τη σκλη­ρή φο­ρο­λό­γη­ση ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και αγρο­τών, θα φα­νείς στις φε­τι­νές φο­ρο­λο­γι­κές δη­λώ­σεις –το σοκ είναι ήδη με­γά­λο μόνο από την «εμπει­ρία» της κα­τά­θε­σης των δη­λώ­σε­ων.

Οι συμ­βο­λι­κού χα­ρα­κτή­ρα αντι­πε­ρι­σπα­σμοί, όπως έξο­δος στις αγο­ρές, ανά­πτυ­ξη-έξο­δος από την ύφεση, ορια­κή μεί­ω­ση του επί­ση­μου δεί­κτη ανερ­γί­ας κ.λπ., όταν συν­δυά­ζο­νται με εκτε­τα­μέ­νη κοι­νω­νι­κή δυ­στυ­χία, όχι μόνο δεν αρ­κούν για να αντι­σταθ­μί­σουν τη δυ­σα­ρέ­σκεια, αλλά μπο­ρεί και να την αυ­ξή­σουν ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο –οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις θα βγά­λουν χρή­σι­μα συ­μπε­ρά­σμα­τα από το γε­γο­νός ότι η ανά­πτυ­ξη και η έξο­δος στις αγο­ρές συν­δυά­ζο­νται με επι­δεί­νω­ση των όρων της ζωής τους.

Ενερ­γά πο­λι­τι­κά ρήγ­μα­τα

Ωστό­σο, οι πο­λι­τι­κές νάρ­κες στο δρόμο της κυ­βέρ­νη­σης δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται μόνο σε αυτά. Πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με του­λά­χι­στον δύο ακόμη ενερ­γά πο­λι­τι­κά ρήγ­μα­τα που μπο­ρούν ανά πάσα στιγ­μή να προ­κα­λέ­σουν αν όχι ισχυ­ρές πο­λι­τι­κές δο­νή­σεις, πά­ντως αξιό­λο­γη πο­λι­τι­κή φθορά:

Πρώτο, η τρίτη αξιο­λό­γη­ση. Ξε­κι­νά από τον Οκτώ­βριο και στο κέ­ντρο της θα έχει τα λε­γό­με­να «ανα­πτυ­ξια­κά» μέτρα. Δη­λα­δή τον πα­ρα­με­ρι­σμό όλων των «εμπο­δί­ων για την ανά­πτυ­ξη». Πώς θα πα­ρα­με­ρι­στούν αυτά τα «εμπό­δια»;

– Με την πλήρη συμ­μόρ­φω­ση με την πε­ρί­φη­μη «ερ­γα­λειο­θή­κη» του ΟΟΣΑ.

– Με την τα­χύ­τα­τη εκ­δί­κα­ση υπο­θέ­σε­ων που αφο­ρούν επεν­δύ­σεις, ώστε αυτές να υλο­ποιού­νται εξί­σου τα­χύ­τα­τα –και ασύ­δο­τα, χωρίς εμπό­δια και χωρίς κα­νό­νες.

– Με μέτρα που θα ευ­νο­ούν πα­ντοιο­τρό­πως το «επι­χει­ρείν» –όλα για τις επι­χει­ρή­σεις.

– Με μέτρα πε­ραι­τέ­ρω διά­λυ­σης των ερ­γα­σια­κών σχέ­σε­ων και εγ­γυ­ή­σε­ων (επι­χει­ρη­σια­κές και ατο­μι­κές συμ­βά­σεις, ομα­δι­κές απο­λύ­σεις κ.λπ.), αλλά και μέτρα ενά­ντια στον ερ­γα­τι­κό συν­δι­κα­λι­σμό (ου­σια­στι­κά… κα­τάρ­γη­ση των απερ­γιών με την απαί­τη­ση για κή­ρυ­ξη απερ­γί­ας με την ψήφο του 50% των ερ­γα­ζο­μέ­νων –ούτε καν των μελών του συν­δι­κά­του).

Δεύ­τε­ρο, ο επι­χει­ρη­μα­τι­κός και θε­σμι­κός «εμ­φύ­λιος» στον οποίο έχει εμπλα­κεί η κυ­βέρ­νη­ση, εξαι­τί­ας του «βου­λι­μι­κού» τρό­που που επεί­γε­ται να απο­κτή­σει ερεί­σμα­τα στα μί­ντια, στο δι­κα­στι­κό σώμα, στο σύ­μπαν της ελ­λη­νι­κής δια­πλο­κής και των μνη­μο­νια­κών μη­χα­νι­σμών εξου­σί­ας. Πριν ένα πε­ρί­που χρόνο, η πρώτη πα­νω­λε­θρία ήρθε με το φιά­σκο στην υπό­θε­ση της αδειο­δό­τη­σης των κα­να­λιών. Τώρα, είναι η υπό­θε­ση του ισο­βί­τη Γιαν­νου­σά­κη που, πέρα από το γε­γο­νός ότι έδωσε σε έναν Μα­ρι­νά­κη την ευ­και­ρία να πα­ρα­στή­σει τον υπε­ρα­σπι­στή της… νο­μι­μό­τη­τας, απει­λεί ευ­θέ­ως τη θέση του υπουρ­γού Άμυ­νας και την κυ­βέρ­νη­ση με πο­λι­τι­κή –πέρα από ηθική– κρίση.

Όπως έδει­ξαν η υπό­θε­ση Σαβ­βί­δη, η λυσ­σα­λέα μάχη για τον ΔΟΛ και το MEGA, η κα­τάρ­ρευ­ση του Πή­γα­σου και η με­γά­λη ανα­διά­τα­ξη δυ­νά­με­ων και ισχύ­ος στην κο­ρυ­φή της επι­χει­ρη­μα­τι­κής πυ­ρα­μί­δας, οι σει­σμι­κές δο­νή­σεις θα είναι διαρ­κείς και πο­λι­τι­κά επί­φο­βες για την κυ­βέρ­νη­ση.

Το… σύν­δρο­μο της Στοκ­χόλ­μης

Το «κα­ρό­το» της απο­φυ­γής μιας άμε­σης-κα­τα­στρο­φι­κής για την ίδια πο­λι­τι­κής κρί­σης και σχε­τι­κής στα­θε­ρο­ποί­η­σης (εκτός απρο­ό­πτου, που δεν μπο­ρεί να απο­κλει­σθεί) δεν ση­μα­το­δο­τεί κά­ποια ευ­και­ρία σο­βα­ρής πο­λι­τι­κής ανά­καμ­ψης για τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και την κυ­βέρ­νη­ση. Δεν πρό­κει­ται μόνο για το γε­γο­νός ότι ο όποιος ωφέ­λι­μος χρό­νος είναι «δη­λη­τη­ρια­σμέ­νος», αλλά και για το συ­νο­λι­κό πο­λι­τι­κό εγκλω­βι­σμό του κυ­βερ­νώ­ντος κόμ­μα­τος και της κυ­βέρ­νη­σης. Όπως το είπε ο Γιώρ­γος Χου­λια­ρά­κης, ο εγκλω­βι­σμός αυτός αφή­νει για την κυ­βέρ­νη­ση μόνο μία διέ­ξο­δο: να ανα­λά­βει «χωρίς πε­ριτ­τές αμ­φι­τα­λα­ντεύ­σεις» την πε­ρί­φη­μη «ιδιο­κτη­σία» του προ­γράμ­μα­τος. Έχο­ντας ητ­τη­θεί κατά κρά­τος σε όλες τις από­πει­ρες να βρει «χώρο» εντός του προ­γράμ­μα­τος για κά­ποια ίχνη «φι­λο­λαϊ­κής» πο­λι­τι­κής, αντι­σταθ­μι­σμά­των κ.λπ., έχο­ντας υπο­γρά­ψει τα πάντα, έχο­ντας δια­πι­στώ­σει ότι με όλα αυτά όχι μόνο δεν απο­κτά βαθ­μούς ελευ­θε­ρί­ας στην άσκη­ση πο­λι­τι­κής, αλλά υφί­στα­ται όλο και βα­θύ­τε­ρη και πιο λε­πτο­με­ρή επι­τή­ρη­ση σε κάθε πτυχή της κυ­βερ­νη­τι­κής πο­λι­τι­κής, είναι τώρα ανα­γκα­σμέ­νη να ανα­ζη­τή­σει «χώρο» για τη δική της επι­βί­ω­ση στο πλαί­σιο του προ­γράμ­μα­τος. Δεν ψά­χνει πια χώρο για άλλη πο­λι­τι­κή –αν υπο­θέ­σου­με ότι μετά τον Ιού­λιο του 2015 υπήρ­χαν αυ­τα­πά­τες για κάτι τέ­τοιο– αλλά χώρο για τη δική της επι­βί­ω­ση εντός του προ­γράμ­μα­τος, σε πλήρη συμ­φι­λί­ω­ση με τις πει­θαρ­χί­ες που αυτό επι­βάλ­λει.

Το «κα­ρό­το», για το οποίο μι­λή­σα­με πα­ρα­πά­νω, δεν είναι μόνο πολύ λίγο σε σχέση με το ανε­λέ­η­το «μα­στί­γιο», αλλά απο­κτά­ει κά­ποιο νόημα μόνο σε συν­δυα­σμό με το «σύν­δρο­μο της Στοκ­χόλ­μης»: ύστε­ρα από μια πε­ρί­ο­δο προ­ε­τοι­μα­σί­ας που η κυ­βέρ­νη­ση έγινε «βια­στής» των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, τώρα «κα­θο­δη­γεί­ται» ως το ση­μείο που θα αγα­πή­σει η ίδια τους βια­στές της.

Ωστό­σο, δεν μας πε­ρισ­σεύ­ουν δά­κρυα για την κυ­βέρ­νη­ση. Οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις βρί­σκο­νται αντι­μέ­τω­πες με ένα απάν­θρω­πο κα­θε­στώς συσ­σώ­ρευ­σης του κε­φα­λαί­ου με σκλη­ρή εκ­με­τάλ­λευ­ση της ερ­γα­σί­ας και μπρο­στά σε μια ιστο­ρι­κή πρό­κλη­ση: αν θα απο­δε­χθούν τη «μοίρα» να ζή­σουν σε ένα τέ­τοιο κα­θε­στώς για τις επό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες. Η απά­ντη­ση, το ΟΧΙ που πρέ­πει να απο­δεί­ξου­με ότι δεν τε­λεί­ω­σε τον Ιού­λιο του 2015, δεν είναι υπό­θε­ση αφη­ρη­μέ­νης θε­ώ­ρη­σης, αλλά ορ­γά­νω­σης και αγώνα!

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά», φ. 387

Xagios-Mytilini.jpg

«Να πάμε αλλιώς και με άλλο τρόπο»

Γράφει ο Νίκος Μανάβης

Την Τετάρτη 21 Ιουνίου, τη μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου, με ανοιχτή εκδήλωση στην κεντρική πλατεία της Μυτιλήνης, η οργάνωση του ΝΑΡ Λέσβου επέλεξε να ανοίξει την συζήτηση στο νησί για την συγκρότηση ενός νέου σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Άγγελος Χάγιος, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ και του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Στην ομιλία του ο Άγγελος Χάγιος αναφέρθηκε στις μεγάλες αλλαγές που έχουν επέλθει στο σύγχρονο καπιταλισμό, στις αλλαγές στα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης και στην ανάγκη συγκρότησης μιας σύγχρονης κομμουνιστικής οργάνωσης που με επαναστατικό τρόπο θα δίνει απαντήσεις στα σημερινά προβλήματα και δεν θα παραπαίει ανάμεσα στο ρεφορμισμό και στην επιστροφή στον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Το ΝΑΡ Λέσβου επέλεξε να κάνει μια δημόσια συζήτηση για το αναγκαίο επαναστατικό πρόγραμμα και κόμμα της εποχής μας, αντί μιας κλειστής σύσκεψης για μυημένους, παρά την αντιδραστική επίθεση που εξελίσσεται στο νησί, γιατί θεωρεί ότι η συζήτηση αυτή αφορά το σύνολο των εργαζομένων και των αυτοαπασχολουμένων του νησιού.

Το επόμενο διάστημα η οργάνωση του ΝΑΡ Λέσβου θα πάρει την πρωτοβουλία συγκρότησης στο νησί επιτροπής για ένα σύγχρονο πρόγραμμα και κόμμα.

Ακολουθούν γραπτά αποσπάσματα από την ομιλία του Άγγελου Χάγιου (ολόκληρη, παρατίθεται σε βίντεο στο τέλος της ανάρτησης):

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Είναι ένας κύκλος εκδηλώσεων στον οποίο θέτουμε επί τάπητος την ανάγκη ενός σύγχρονου προγράμματος και κόμματος κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Ένα πρόγραμμα συνολικής απάντησης στο βάρβαρο, κανιβαλικό και ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας, που επιτίθεται εναντίον της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, σε όλες τις χώρες και με μεγαλύτερη οξύτητα στην χώρα μας.

Παρά το ότι ζούμε σε μια εποχή φόβου, απειλής, κοινωνικής καταστροφής και γενοκτονίας, ιδιαίτερα των νέων, ένα τέτοιο πρόγραμμα και κόμμα στην εποχή μας έχει αντικειμενική βάση και δυνατότητα να αναπτυχθεί. Η μεγαλύτερη δυνατότητα πηγάζει από τα σπλάχνα της σύγχρονης κοινωνίας, από την ίδια την εργατική τάξη και ιδιαίτερα τους νέους εργαζόμενους. Είναι η δυνατότητα μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης που θα απαλλάξει την κοινωνία από τα δεινά της εκμετάλλευσης.

Θεωρούμε ότι η συζήτηση και η πράξη για την δημιουργία ενός νέου κομμουνιστικού κόμματος ενισχύει προγραμματικά, πολιτικά το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και την ταξική πτέρυγα του μαζικού κινήματος. Ενισχύει τελικά, κι αυτό είναι το ζητούμενο, την πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, σήμερα, για να επιβιώσουν και να ζήσουν αλλιώς οι εργαζόμενοι και τα παιδιά τους, για να αντιμετωπίσουν την αντεργατική λαίλαπα του σύγχρονου καπιταλισμού. Διότι ακόμη κι αν λήξουν τυπικά τα μνημόνια, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πολιτική του καπιταλισμού είναι διαρκής λιτότητα. Διαρκής υποταγή της εργατικής τάξης, διαρκής επιτροπεία, διαρκής κίνδυνος πολεμικών συρράξεων, περαιτέρω φτωχοποίηση, νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, μεγαλύτερα προσφυγικά κύματα.

Το πρώτο ζήτημα που θέτουμε είναι πως υπάρχει δυνατότητα και ανάγκη μιας συνολικής απάντησης στον σύγχρονο καπιταλισμό. Δεν είναι το μέλλον αυτός ο βάρβαρος καπιταλισμός, που δεν έχει να δώσει ούτε κοινωνικά συμβόλαια, ούτε κοινωνικό κράτος, ούτε στοιχειώδεις βελτιώσεις στην ζωή των εργαζομένων και των λαών. Αυτό το σύστημα δεν διορθώνεται, δεν βελτιώνεται, μόνο ανατρέπεται. Κι αυτό είναι ένα συνολικό πρόταγμα, ένα συνολικό σχέδιο, το οποίο θέτουμε μπροστά στους εργαζόμενους στις μάχες του εργατικού κινήματος.

Για εμάς ο κομμουνισμός δεν είναι μόνο το σχέδιο για μια άλλη κοινωνία. Δεν είναι μια συνταγή, όπως έλεγε ο Μάρξ, την οποία την φτιάχνουμε στις κουζίνες των κομμάτων και των διανοουμένων. Ο κομμουνισμός είναι και πράξη, είναι η κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Είναι πρόγραμμα που πρέπει να επιδρά στις μάχες του εργατικού κινήματος, στις μάχες που δίνονται σήμερα.

Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα να μειωθούν οι ώρες εργασίας σε τέσσερις ανά ημέρα, κι έτσι να αυξηθεί ο ελεύθερος χρόνος για τους εργαζόμενους. Να βρουν τα παιδιά μας δουλειά, εδώ σε αυτό τον τόπο, και να αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Ένα σύγχρονο αίτημα μείωσης του χρόνου εργασίας είναι ρεαλιστικό, κι αυτό πηγάζει από την ανάλυσή μας για τον σύγχρονο καπιταλισμό, για τη δυνατότητα της κοινωνίας να δουλεύει λιγότερο ο κόσμος της εργασίας και να παράγει περισσότερο.

Με αυτό τον τρόπο ένα σύγχρονο πρόγραμμα, επηρεάζει, καθοδηγεί και μας δίνει προσανατολισμό στην πρακτική μας σήμερα. Κι είναι αυτός ο λόγος που αρνούμαστε τις θέσεις ορισμένων δυνάμεων της Αριστεράς οι οποίες προτάσσουν τη διαχειριστική λογική της παραγωγικής ανασυγκρότησης, για να αυξηθεί η πίτα του ΑΕΠ και τότε θεωρούν οτι δημιουργείται η δυνατότητα ικανοποίησης των εργατικών λαϊκών αναγκών.

Ως ΝΑΡ για την κομμουνιστική απελευθέρωση θεωρούμε ότι για να κατακτήσει το εργατικό κίνημα στόχους πάλης για αυξήσεις στους μισθούς, για λιγότερο χρόνο εργασίας, για δημόσιου χαρακτήρα δωρεάν υπηρεσίες παιδείας και υγείας για όλους, για συνδικαλιστικά και δημοκρατικά δικαιώματα πρέπει να χάσει το κεφάλαιο από τα κέρδη, την οικονομική και πολιτική του εξουσία.

Η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος που είναι μείζον και επείγον ζήτημα, η αναγκαία κοινή δράση των μαχόμενων δυνάμεων στο κίνημα αλλά και το πολιτικό αντικαπιταλιστικό μέτωπο, απαιτούν ένα σχέδιο και ένα πρόγραμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης που θα πάει την υπόθεση μέχρι το τέλος. Κι ένα κόμμα που θα στηρίζει και θα βοηθάει, ως συλλογικός ηγέτης και διανοούμενος, το εργατικό κίνημα και τα πολιτικά μέτωπα και θα συμβάλλει, χωρίς να τα υποκαθιστά, στην ανάπτυξή τους σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Αυτό που επιδιώκουμε, είναι η συγκρότηση ενός νέου προγράμματος και κόμματος, εν όψει νέων κυμάτων αντίστασης και μάχης που έρχονται. Που θα εξοπλίζει με τους αναγκαίους πολιτικούς στόχους ρήξης με κεφάλαιο- ΕΕ και ανατροπής των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, ώστε να μην ενσωματωθούν οι αντιστάσεις σε νέα ρεφορμιστικά σχέδια συριζαίικου τύπου. Ούτε σε αυταπάτες ότι η νέα αριστερά που γεννιέται είναι το Εργατικό Κόμμα του Κόρμπιν, το μέτωπο του Μελανσόν ή όποιο ανάλογο εγχείρημα προκύψει στην μετά ΣΥΡΙΖΑ εποχή.

Τα κομμουνιστικά κόμματα στην Ευρώπη (δείτε την Γαλλία, την Αγγλία) γίνονται ουρά των πιο ριζοσπαστικών τάσεων του αστικού πολιτικού συστήματος που δεν έχουν πολιτική ρήξης με τον καπιταλισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην χώρα μας το ΚΚΕ, με την παρέμβασή του στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, αρνείται πολιτικούς στόχους ρήξης, για την ανατροπή των μνημονίων, την έξοδο από το Ευρώ και την ΕΕ. Αρνείται την κοινή πάλη με τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς.

Τρομακτικό είναι το πλήγμα που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στις προσδοκίες ενός ολόκληρου λαού, αλλά και τμημάτων της αριστεράς που είχαν αυταπάτες και συμμετείχαν η στήριξαν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν καταλογίζουμε ευθύνες στο λαό αλλά στους συναγωνιστές και στους συντρόφους εκείνους που πίστεψαν ότι μπορεί να υπάρξει μια φιλολαϊκή διαχείριση, με παράλληλα προγράμματα κλπ, αυτού του βάρβαρου καπιταλισμού, στην μεγαλύτερη δομική κρίση στην ιστορία του. Ενός καπιταλισμού και μιας ΕΕ που επιτίθενται στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα, ακόμη και στο ιστορικό δικαίωμα των εργαζομένων και των λαών να αγωνίζονται για τη ζωή και το μέλλον τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε από κόμμα της διαχειριστικής Αριστεράς, έχει μετατραπεί στο κύριο κόμμα της αστικής πολιτικής που προωθεί την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που προωθεί τα μνημόνια και το μνημόνιο διαρκείας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι το 2060.

Το πλήγμα που επέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τρομακτικό και θα μπορούσε κανείς να το παρομοιάσει με την κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού”, όπου κατέρρευσαν τότε οι ελπίδες ότι μπορεί να υπάρχει εναλλακτική και αντίπαλο δέος απέναντι στη βάρβαρη επέλαση του καπιταλισμού.

Αυτή η κατάρρευση των ελπίδων είναι το πολιτικό έγκλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι απλά μια προδοσία, δεν είναι απλά μια μετάλλαξη κάποιων αριστερών. Είναι ιστορική και πολιτική ευθύνη των δυνάμεων της ρεφορμιστικής αριστεράς που στα προηγούμενα χρόνια είχαν προβάλει ένα τέτοιο σχέδιο και των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ που το διαμόρφωσαν και το εφάρμοσαν. Διότι υποστήριξαν ότι είναι δυνατό να υπάρξουν μέτρα προς όφελος της εργατικής τάξης και του λαού, με μια καλύτερη διαχείριση του καπιταλισμού και της κρίση του. Είναι ιστορική ευθύνη των δυνάμεων της Αριστεράς, που υποστήριξαν τη γραμμή πως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να υπάρξει διαπραγμάτευση προς όφελος του λαού και των εργαζομένων, να υπάρξουν παράλληλα προγράμματα, αντίμετρα κλπ.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί κίνδυνο εμπλοκής της χώρας μας σε πολεμικές συγκρούσεις και τυχοδιωκτισμούς στην περιοχή, από την επιλογή της να προχωρήσει στον αντιδραστικό φιλοπόλεμο άξονα με το Ισραήλ και με τους δικτάτορες της Αιγύπτου ενώ, παράλληλα, «ξεπλένει» και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό οι έπαινοι της κυβέρνησης Τραμπ, όπως και του Ομπάμα, προς τον Τσίπρα και την κυβέρνησή του. Η οποία αναγνωρίζεται ως αξιόπιστος σύμμαχος, για να εξυπηρετούνται τα Αμερικάνικα συμφέροντα, τα οποία αντιμετωπίζουν προβλήματα στο πλαίσιο των οξυνόμενων ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή.

Η συζήτηση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος πρέπει να απαντήσει σε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα.

Επιδιώκουμε να προβάλουμε ένα σύγχρονο κομμουνιστικό όραμα και πρόγραμμα απελευθερωτικό.

Με στήριγμα τις βάσεις που έθεσαν ο Μαρξ, ο Έγκελς και ο Λένιν, ο επαναστατικός μαρξισμός στην εξέλιξή του.

Με βαθύτερη, μαρξιστική μελέτη των σύγχρονων αντιθέσεων, των δυνατοτήτων και των ανατρεπτικών τάσεων που πηγάζουν σήμερα από τα σπλάχνα της κοινωνίας.

Από τις υλικές δυνατότητες της κοινωνίας και κυρίως από την δυνατότητα των εργαζομένων να οικοδομήσουν μια απελευθερωτική κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα της οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής, των πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων.

Από την δυνατότητα της σύγχρονης εργατικής τάξης και των συμμάχων της να πραγματοποιήσουν το άλμα της αντικαπιταλιστικής με κομμουνιστικό προσανατολισμό επανάστασης.

Για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την ανάπτυξη της εργατικής εξουσίας για τη μετάβαση στη σοσιαλιστική κομμουνιστική κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι είναι αναγκαία η βαθύτερη μελέτη του καπιταλισμού της εποχής μας και των ποιοτικών μεταβολών του που τον καθιστούν πιο βάρβαρο, εκμεταλλευτικό, απειλή για τον ανθρώπινο, τον κοινωνικό πολιτισμό και τη φύση, πραγματικά ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

Παράλληλα είναι αναγκαία η συγκεκριμένη μελέτη των μεγάλων αλλαγών της κατάστασης της σύγχρονης εργατικής τάξης και των σύμμαχων φτωχών λαϊκών στρωμάτων της και η ανάδειξη των χειραφετητικών ανατρεπτικών δυνατοτήτων της.

Συμβάλλουμε στη συζήτηση για τον κομμουνισμό στην εποχή μας, που πρέπει να υπερβεί θεωρητικές, πολιτικές και οργανωτικές πρακτικές που υπονομεύουν την κοινωνική χειραφέτηση αλλά και την αρνητική εμπειρία του «υπαρκτού» που την τραυματίζουν. Να μιλήσουμε για μια άλλη αριστερά χωρίς να γυρίσουμε πίσω σε αυτό που επιχειρεί το ΚΚΕ. Σε ένα όραμα ανασυγκροτούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ενός εγχειρήματος που δεν προχώρησε στους μετασχηματισμούς εκείνους που θα απελευθέρωναν την εργασία, δεν προχώρησε σε ένα πολιτικό σύστημα εργατικής δημοκρατίας, που είναι ανώτερη από την αστική δημοκρατία. Αντίθετα υποχώρησε σε ένα καταπιεστικό καθεστώς.

Η συζήτηση και ο σχεδιασμός γονιμοποιούνται στη βάση ενός επαναστατικού μαρξιστικού διαφωτισμού όχι δογματικού, γραφειοκρατικού η μεταμοντέρνου ανανεωτικού, αλλά με δημιουργική ανάπτυξή του. Με την ανάδειξη της εργατικής δημοκρατίας ως βάση συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου, της ενότητας θέλησης και δράσης, ως αποτέλεσμα ανώτερης θεωρητικής και πολιτικής συζήτησης, συγκρότησης και συστράτευσης.

Ιστορικό πρόβλημα στην αριστερά αποτελεί η παραδοσιακή λογική που πρακτικά αποσυνδέει την τακτική από τη στρατηγική. Ο στόχος λχ για την απελευθέρωση από τα δεσμά της επιτροπείας ΕΕ-ΔΝΤ και του σύγχρονου δεσποτισμού του κεφαλαίου, είναι στοιχείο ενίσχυσης και πολιτικοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Είναι δυνατόν να λείπει από την πολιτική τακτική της μαχόμενης αριστεράς η έξοδος από το Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, θέμα που το αξιοποιεί η ακροδεξιά και το εθνικιστικό ρεύμα στην Ευρώπη;

Κρίσιμο ζήτημα της παρέμβασης των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς είναι η γραμμή ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος από το κράτος, από την εργοδοσία και τις χρηματοδοτήσεις τους. Ανεξαρτησία και από τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ. Απαλλαγή των σωματείων από την παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας. Επιτρέπεται να διορίζεται η διοίκηση του μεγαλύτερου σωματείου, του Εργατικού Κέντρου της Αθήνας, από το δικαστήριο;

Αναγκαίος είναι ο διαχωρισμός, από νεορεφορμιστικά και νεοκεϊνσιανά σχέδια που φαντάζονται ότι είναι δυνατόν, σε συνεργασία με τμήματα του κεφαλαίου για μια καπιταλιστική ανάπτυξη, να βρουν δικαιώματα και λύση στα εργασιακά τους προβλήματα οι εργαζόμενοι.

Ανεξαρτησία από τις αυταπάτες ότι με τον κοινοβουλευτικό δρόμο είναι δυνατόν να υπάρξει κυβέρνηση που θα δώσει λύση στα εργατικά προβλήματα. Την πλήρωσε ακριβά αυτή την αυταπάτη που καλλιεργούσε 40 χρόνια μετά το Πολυτεχνείο σύσσωμη η ρεφορμιστική αριστερά. Το ΚΚΕ εσωτερικού, το ΚΚΕ και ο ενιαίος Συνασπισμός, που εφάρμοσε μια τέτοια τακτική κοινοβουλευτικών αυταπατών και συνεργασιών με αστικά κόμματα το 1989.

Το ζητούμενο είναι η επεξεργασία επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, η ανεξαρτησία της εργατικής πολιτικής, η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, η ανάπτυξη αντικαπιταλιστικής εργατικής μετωπικής πολιτικής.

Πηγή: pandiera.gr

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017 09:40

Πενταπλασιάστηκαν τα λουκέτα

Γράφτηκε από τον

louketo.euro_.jpg

Πενταπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις των μικρομεσαίων, κυρίως,  επιχειρήσεων, κατά τη διάρκεια των μνημονίων, όπως αναφέρει πρόσφατη ανάλυση της εταιρείας Atradius. Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση (ως προς το ποσοστό των πτωχεύσεων) μεταξύ των εικοσιδύο χωρών που παρακολουθεί η εταιρεία όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν τον ιλιγγιώδη ρυθμό με τον οποίο συντελείται η καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τα τελευταία  χρόνια. Βεβαίως, η συντελούμενη καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα μόνον της κρίσης, αλλά και της συνακόλουθης επιτάχυνσης του ρυθμού συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Έτσι, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν κατά χιλιάδες, οι μεγάλες επιχειρήσεις (πολυεθνικές, αλυσίδες, κ.λπ) μεγαλώνουν τα μερίδια τους στην αγορά και τα κέρδη τους.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Μάρτιος 2017) του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ) , περισσότερες από 90 επιχειρήσεις την ημέρα διακόπτουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα.  Συγκεκριμένα στο χρονικό διάστημα από τις αρχές του 2017 έως τις  4 Απριλίου, αναγκάστηκαν να κατεβάσουν ρολά 8.597 επιχειρήσεις όλων των νομικών μορφών.

Την τραγική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων επιβεβαιώνει και έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΒΕΕ (Μάρτιος 2017), σύμφωνα με την οποία 18.700 επιχειρήσεις θα έβαζαν λουκέτο το πρώτο εξάμηνο του έτους.  Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, αυτά τα λουκέτα θα έχουν ως συνέπεια την καταστροφή 33.000 θέσεις εργασίας.

Για να γίνει κατανοητό ποιος πληρώνει τη νύφη γι΄αυτήν την βίαιη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, σημειώνεται ότι ενώ ο κίνδυνος για λουκέτο μιας μικρής επιχείρησης υπολογίζεται σε 51,5%, για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (από 5 άτομα και πάνω) υπολογίζεται σε 17,7%. Δηλαδή ο κίνδυνος για μια μικρή επιχείρηση είναι τριπλάσιος σε σχέση με την κάπως μεγαλύτερη.

Ενώ, όμως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ζουν αυτή τη ζοφερή κατάσταση, από την άλλη, οι μεγάλες επιχειρήσεις (περισσότεροι από 250 εργαζόμενοι) έχουν αυξήσει όλα τα σχετικά ποσοστά τους, κάτι που επίσης υποδηλώνει και την τάση συγκέντρωσης του κλάδου την περίοδο της κρίσης. Οι επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους ενώ αποτελούν λιγότερο από το 0,5% του αριθμού των επιχειρήσεων, απασχολούν το 27% της συνολικής μισθωτής απασχόλησης.
Σε μια δειγματοληπτική έρευνα της εταιρείας Grant Thornton,  95 επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου καλύπτουν το 75% της συνολικής δραστηριότητας αυτού, ενώ διαπιστώνεται ότι δύο πολύ μεγάλες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 49% των πωλήσεων και απασχολούν το 20% των εργαζομένων του κλάδου του λιανικού εμπορίου.

Πίσω από αυτές τις εξελίξεις «κρύβεται» η εργασιακή ζούγκλα στους συγκεκριμένους κλάδους, με τις απολύσεις, τις μειώσεις μισθών, τις «ελαστικές» μορφές απασχόλησης, τα εξαντλητικά ωράρια, τη βάναυση εργοδοτική αυθαιρεσία.

Από τη μια η προσπάθεια επιβίωσης των μικρομεσαίων επιχειρηματιών στον άνισο ανταγωνισμό με τις πολυεθνικές, απ΄ την άλλη η ληστρική πολιτική των τραπεζών, σε συνδυασμό με τα κυβερνητικά μέτρα (δυσβάσταχτη φορολογία, «απελευθέρωση» της αγοράς, απελευθέρωση των ωραρίων λειτουργίας, κατάργηση της κυριακάτικης αργία κ.λπ), συνθλίβουν τους εργαζόμενους που ζουν σε συνθήκες δουλοπαροικίας. 

ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Πηγή: imerodromos.gr

tsipras123.jpg

Πλαφόν στον αριθμό των συμβασιούχων που θα προσληφθούν το 2017 και το 2018

 
δεσμεύεται να θέσει η κυβέρνηση με την επιστολή που έστειλε προς το ΔΝΤ, ζητώντας τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η επιστολή (letter of intent) που υπογράφουν ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, συνοδεύεται από μια λίστα 21 δεσμεύσεων (διαρθρωτικά ορόσημα) τα οποία πρέπει να υλοποιηθούν έως τον Ιούνιο του 2018.

Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και η θεσμοθέτηση αυξημένης απαρτίας (50%) στις συνελεύσεις των εργαζομένων προκειμένου να αποφασίσουν απεργιακές κινητοποιήσεις.

Αναλυτικά, με την επιστολή την οποία δημοσιεύει σήμερα, Τετάρτη (12/07/2017) η «Καθημερινή», η κυβέρνηση δεσμεύεται μεταξύ άλλων για τα εξής:

1. Να υιοθετήσει νομοθεσία, έως τον Σεπτέμβριο, με την οποία θα τίθεται ανώτατο όριο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου για το 2017 και το 2018 και θα διασφαλίζεται πως όποιες συμβάσεις μετατραπούν από ορισμένου σε αορίστου χρόνου με δικαστικές αποφάσεις δεν θα επηρεάζουν τους στόχους του μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2018-2021.

2. Να ολοκληρώσει τον επανυπολογισμό των συντάξεων (Δεκέμβριος 2017).

3. Να διορίσει ανεξάρτητους ελεγκτές για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα (Σεπτέμβριος 2017).

4. Να εξισώσει τις αντικειμενικές με τις εμπορικές αξίες των ακινήτων (Δεκέμβριος 2017).

5. Έως τον Σεπτέμβριο να υιοθετηθούν αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο, που θα προβλέπουν ότι προκειμένου να υπάρχει απαρτία για να αποφασιστεί απεργία θα πρέπει να συμμετέχει το 50% των εργαζομένων που εκπροσωπούνται στα σωματεία.

6. Να ολοκληρώσει την εφαρμογή των συστάσεων του ΟΟΣΑ για την απελευθέρωση των αγορών (toolkit III).

7. Nα υιοθετήσει οριζόντια μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η αδειοδότηση επενδύσεων.

8. Να νομοθετήσει την άρση των περιορισμών (γεωγραφικών, τιμολόγησης, εγκατάστασης κ.λπ.) σε σημαντικά επαγγέλματα, όπως παροχής υγείας, νομικών υπηρεσιών κ.ά.

9. Να εφαρμόσει πλήρως το πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

10. Να θέσει σε πλήρη εφαρμογή το σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών για δανειολήπτες που δεν εξυπηρετούν τα δάνειά τους.

Στην επιστολή, που απευθύνεται στην Κριστίν Λαγκάρντ, αναφέρεται πως το πρόγραμμα που αιτούνται η ελληνική κυβέρνηση και η ΤτΕ θα έχει διάρκεια 13 μηνών και 12 ημερών και θα περιλαμβάνει χρηματοδότηση 1,6 δισ. ευρώ. «Η διευκόλυνση θα λήξει στις 31 Αυγούστου 2018, λίγο μετά τη λήξη του προγράμματος του ESM», αναφέρεται.

Παράλληλα, η ελληνική πλευρά δεσμεύεται ότι θα εφαρμόσει πλήρως τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ψηφιστεί ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του μνημονίου. Σε περίπτωση που υπάρχει απόκλιση από τους στόχους, θα ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Στη συνέχεια, αναφέρονται τα μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί για τη διετία 2019-2020, δηλαδή η περικοπή της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου ορίου. Επίσης, προκειμένου να διασκεδαστούν οι ανησυχίες του Ταμείου, σημειώνεται πως το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το υπουργείο Δικαιοσύνης και ανεξάρτητοι νομικοί έχουν γνωμοδοτήσει πως οι περικοπές στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου είναι συνταγματικές.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους, αναφέρεται ότι δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί, παρά την εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση από τους επίσημους πιστωτές και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης που αποφάσισε το Eurogroup. Ετσι, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση, η οποία θα δοθεί υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθεί το πρόγραμμα.

Τέλος, αναφέρεται ότι η υλοποίηση του προγράμματος θα αξιολογείται από το ΔΝΤ ανά 6μηνο και προτείνεται η πρώτη αξιολόγηση να γίνει στις 15 Φεβρουαρίου του 2018 και η δεύτερη στις 15 Αυγούστου του ίδιου χρόνου.


Πηγή: newsbomb.gr

Kuriakatiki-argia.jpg

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μέσω των μνημονιακών δεσμεύσεων που έχει ψηφίσει, εφαρμόζει το ένα μετά το άλλο τα αντεργατικά μέτρα τα οποία συνθλίβουν τα εργατικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις.

Στο πλαίσιο αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής σύμφωνα με τον νόμο 4472/2017 που ψήφισε πρόσφατα στην Βουλή, καταργεί ντε φάκτο τις Κυριακάτικες αργίες στο εμπόριο ξεκινώντας την εφαρμογή του μέτρου στο κέντρο της Αθήνας και στην παράκτια ζώνη των Δήμων Πειραιά, Καλλιθέας, Παλαιού Φαλήρου, Αλίμου, Αργυρούπολης - Ελληνικού, Γλυφάδας και Θεσσαλονίκης και στην συνέχεια θα το επεκτείνει και σε άλλες περιοχές.

Η Κυριακάτικη αργία θεσμοθετήθηκε και κατοχυρώθηκε μετά από σκληρούς και μακροχρόνιους ταξικούς αγώνες και η κυβέρνηση «πρώτη φορά Αριστερά» έρχεται να βάλει φαρδιά – πλατιά την υπογραφή της για την υπονόμευση και την ακύρωσή της!!

Πρόκειται για μια άθλια, βαθύτατα αντικοινωνική και αντεργατική επιλογή που στηρίζει και ενισχύει την εργοδοσία.

Ταυτόχρονα ανέχεται και υποθάλπει την επέκταση των ελαστικών μορφών εργασίας, την μαύρη ανασφάλιστη εργασία, την απλήρωτη εργασία, το τσάκισμα των ΣΣΕ, θεσπίζει μισθούς πείνας και εξαθλίωσης, νομιμοποιεί τις λευκές νύχτες και όλα αυτά στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της ενίσχυσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων!

Οι εργαζόμενοι στο εμπόριο βιώνουν τον δικό τους Γολγοθά από την εργοδοτική επέλαση στα δικαιώματά τους.

Το κωμικοτραγικό στην υπόθεση της κατάργησης της Κυριακάτικης αργίας στο εμπόριο γίνεται μεταξύ των άλλων με επίκληση την δυνατότητα των άλλων εργαζομένων στην ανοιχτή αγορά των καταστημάτων για να πραγματοποιούν τις αγορές τους!

Πρόκειται για απύθμενο ψεύδος αφού στο σύνολο των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων οι αντιλαϊκές και μνημονιακές πολιτικές τούς έχουν τσακίσει και υποβαθμίσει την αγοραστική τους δύναμη, το βιοτικό τους επίπεδο και οι μισθοί έχουν μετατραπεί σε βοηθήματα!!

Οι πρόσφατοι αγώνες που αναπτύχθηκαν στους Ναυτεργάτες και στους ΟΤΑ δείχνουν ότι η εργατική τάξη και σημαντικά της τμήματα είναι αποφασισμένα να ξεσηκωθούν, να αντισταθούν και να παλέψουν κόντρα και σε ρήξη με αυτές τις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές.

Ο αγώνας των εργαζομένων στο εμπόριο πρέπει να στηριχθεί από όλη την εργατική τάξη, πρέπει να πλαισιωθούν οι κινητοποιήσεις τους από κάθε αγωνιστικό κομμάτι του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η ΠΕΝΕΝ καλεί τα μέλη της να εκφράσουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους συμμετέχοντας δραστήρια στην απεργιακή συγκέντρωση των εργαζομένων την Κυριακή 16 Ιούλη 2017 στις 10 π.μ στον πεζόδρομο της Ερμού στην Αθήνα.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

Σελίδα 1256 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή