Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ ΚΑΙ ΤΗ ΒΑΘΙΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΛΑΝΤΗ *
Θα ξεκινήσω από το κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής και πληροφοριακής σύγχυσης. Αυτό που βιώνουν οι πολίτες της Ελλάδας από τις αρχές Φεβρουαρίου και μετά, οπότε και επήλθε η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτό που οι ψυχίατροι και ιδιαίτερα το ρεύμα της Αντιψυχιατρικής έχουν προσδιορίσει ως «σύνδρομο του διπλού δεσμού» («double bind»). Αυτό σημαίνει ότι το παιδί μέσα σε μια οικογένεια λαμβάνει απολύτως αντιφατικά μηνύματα από τους γονείς του, πραγματικά ή συναισθηματικά, τα οποία καταλήγουν σε απολύτως αντίθετα συναισθηματικά ή και λογικά συμπεράσματα. Το παιδί εισπράττει ταυτόχρονα αγάπη και εχθρότητα, τρυφερότητα και απομόνωση. Όπως επισημαίνουν οι φορείς του ρεύματος της Αντιψυχιατρικής, αυτή η κατάσταση, εφόσον παρατείνεται, μπορεί να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της βαριάς ψυχικής νόσου του παιδιού στην επόμενη ζωή του και ειδικότερα στη σχιζοφρένεια, τη βασίλισσα των ψυχικών παθήσεων (dementia).
Όπως γράφω αυτές τις γραμμές, αισθάνομαι έκπληκτος που η ελληνική κοινωνία δεν έχει παραφρονήσει ήδη εντελώς. Γιατί, θα με ρωτήσετε: μα είναι απλό. Τη μια μέρα πάμε σε κάθετη ρήξη. Οι σημαίες υψωμένες. Οι κόκκινες γραμμές σε διάταξη. Η Διεθνής να απαγγέλλεται από το «Κόκκινο». Την επόμενη μέρα, ο σ. Πρόεδρος ή κάποιο άλλο κυβερνητικό στέλεχος ανοίγει μυστηριωδώς το δρόμο για την επίτευξη μιας «αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας», ίσως μάλιστα και «έντιμης». Χαρά στο Πανελλήνιο. Την τρίτη μέρα, η συμφωνία σκαλώνει και έχουμε ανάγκη ξανά από το ζωογόνο αεράκι της «ρήξης». Η κυρίαρχη τάση ξαναμιλά για τη «ρήξη» και η κομματική αντιπολίτευση πλειοδοτεί. Το εσωκομματικό μέτωπο φαίνεται να κλείνει. Την επόμενη μέρα, νέες προοπτικές για συμφωνία κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.
Και ο πιο ενεργός και ενημερωμένος πολίτης άγεται στην αμηχανία και στη μη κατανόηση της κατάστασης. Πόσο μάλλον που η κομματική λειτουργία, για όσους/ες συμμετέχουν σε αυτήν, είναι χαλαρωμένη, ανεσταλμένη, ουσιαστικά ανύπαρκτη, και δεν διαφωτίζει, όταν συμβαίνει, ούτε διαυγάζει το τι πραγματικά γίνεται, το τι πραγματικά διακυβεύεται ούτε και καλεί σε κάποια συγκεκριμένη δράση. Άρα, το να ζητάς ενεργοποίηση και κινητοποίηση από μια κοινωνία την οποία άγεις στη σύγχυση, και μάλιστα να εξανίστασαι για την «κοινωνική παθητικότητα» ή ακόμη και την «κοινωνική αφασία», είναι ηθικά ένα ψέμα. Εδώ δεν καταφέρνεις να ενεργοποιήσεις ως ηγεσία το κόμμα σου, είναι δυνατόν να καταφέρεις, μέσα σε αυτήν την παραλυτική σύνθεση αντιφατικών πληροφοριών, να ενεργοποιήσεις την πολύπαθη (αλλά όχι αθώα) κοινωνία και την εργατική τάξη; Στην πορεία αυτού του κειμένου, θα ανακαλύψουμε μαζί και άλλα «ψέματα» ή έστω ανακρίβειες και παρασιωπήσεις.
Βεβαίως, η ίδια η διαπραγμάτευση είναι αντικειμενικά μια δύσκολη, αντιφατική και -κάπως- συγκρουσιακή διαδικασία. Θα ήταν άδικο να επιρρίψει κανείς στην κυβέρνηση και τους διαπραγματευτές της όλα τα άδικα, τα λάθη και τις ευθύνες. Υπάρχει μια αιμοβόρα και κανιβαλική ηγεσία της Ευρωζώνης και των δανειστών που δεν ορρωδεί προ ουδενός. «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά». Δεν ζητεί μόνο το πάγωμα του προγράμματός μας αλλά και την εισαγωγή νέων μνημονιακών μέτρων όπως οι ομαδικές απολύσεις, το κούρεμα κι άλλο των συντάξεων και επιδομάτων, την παράταση όλων των ιδιωτικοποιήσεων, την κατάλυση της ελληνικής αστικής δημοκρατίας με λίγα λόγια. Πιστεύω ότι καταρχήν η κυβέρνηση διστάζει έντονα να αποδεχθεί αυτά τα νέα μνημονιακά μέτρα, γνωρίζοντας ότι αυτό μπορεί να επιφέρει το τέλος της με την ισχύουσα μορφή της. Άρα, υπάρχει -ακόμη- ένα ιδιότυπο αλλά πραγματικό πεδίο συγκρούσεων. Άρα, υπάρχουν και πραγματικές στιγμές όπου η κυβέρνηση όντως τα «στυλώνει» και άλλες στιγμές όπου η κυβέρνηση υποχωρεί.
Όμως, η αντιφατικότητα των μηνυμάτων που αποστέλλονται στην ελληνική κοινωνία και τους εργαζόμενους δεν απορρέει μόνο και αποκλειστικά από το πραγματικό πεδίο σύγκρουσης. Συνδέεται και με το φαινόμενο που επιτυχημένα έχει προσδιορισθεί ως «κοινωνία του θεάματος». Αποκρύπτεται δηλαδή ουσιαστικά ότι, πέρα από τις αντιθέσεις, υπάρχει δυστυχώς και ένα ευρύ πεδίο αντικειμενικής σύγκλισης μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών.
Ας απαριθμήσω ορισμένα πιθανότατα σημεία επαφής κυβέρνησης-δανειστών, που αναφέρονται και στη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη αλλά και στις λίστες μεταρρυθμίσεων Βαρουφάκη:
α) τη συνέχιση όλων των ιδιωτικοποιήσεων που έχουν τουλάχιστον ξεκινήσει (ο ΟΛΠ και τα περιφερειακά αεροδρόμια, η μη κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ είναι σημαντικά τέτοια παραδείγματα)
β) την ανάγκη δήθεν παρέμβασης στο ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο περιέχει «υπερβάσεις» και πρέπει να γίνει δημοσιονομικά βιώσιμο (;;;)
γ) την ταλάντευση για τις σ.σ.ε. στο πλαίσιο των Βέλτιστων Ευρωπαϊκών Προτύπων και του ΟΟΣΑ και την αποδοχή παγώματος σημαντικών ρυθμίσεων για τα εργασιακά-ασφαλιστικά (751, αφορολόγητο, 13η σύνταξη κ.ά. )
δ) την αναδιάταξη του φορολογικού συστήματος, η οποία δεν είναι αποκλειστικά αντιπλουτοκρατική ή ορθολογική και μπορεί να σημάνει μια φοροεπιδρομή κατά της μεσαίας τάξης ή πάντως τη μη άρση άδικων μέτρων που στρέφονται κυρίως κατά των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων (π.χ. ΕΝΦΙΑ )
ε) τη συνέχιση του καπιταλιστικού/ιμπεριαλιστικού ελέγχου πάνω στις τράπεζες.
Το συνεχές πέρασμα από το «ψυχρό» στο «θερμό» αποσιωπά ότι αυτό το πεδίο συμφωνίας πιθανότατα είναι υπαρκτό και πάγιο και η διαφωνία επεκτείνεται στο «πέραν αυτού», στην πραγματικότητα στο πιο μαύρο από το μαύρο.
Όμως, θα πει κανείς, ρήξεις και «ατυχήματα» μπορεί όντως να συμβούν όσο οι τοκογλύφοι γίνονται πιο ανελέητοι και άπληστοι και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στην ελληνική κυβέρνηση και στον ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ, δυστυχώς, αρχίζει να αναπτύσσεται ένας δεύτερος «μύθος». Δεν θέλουμε, λέει η αφήγηση αυτή, τη σύγκρουση, αλλά αυτή θα επισυμβεί αντικειμενικά και αυτό θα είναι από μόνο του θετικό - «πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες». Η λογική της «αντικειμενικής ρήξης διά του ατυχήματος» έχει πολλά και σημαντικά αδύναμα σημεία.
Το πρώτο ζήτημα είναι το πώς θα εξηγήσεις στην κοινωνία και στο λαό ότι η θετική συμφωνία εντός της Ευρωζώνης, την οποία για χρόνια προπαγάνδιζες λαθεμένα ως σωστή γραμμή, τώρα εγκαταλείπεται και είναι αδύνατη. Θα πούμε ότι δεν ξέραμε, ότι μας εξαπάτησαν. Κανένα λογικό δικαστήριο στον κόσμο δεν θα δεχόταν αυτόν τον παιδαριώδη ισχυρισμό από κάποιον διάδικο. Συνεπώς, θα υπάρξει ένα έλλειμμα κοινωνικής συμπαράστασης λόγω της μη κατανόησης της κατάστασης και της έκπληξης που μπορεί να προκληθεί, από όσους πίστεψαν στο σενάριο της συμφωνίας - τουλάχιστον.
Το δεύτερο ζήτημα είναι το ότι δεν θα είναι κάθε «ατύχημα» και «κάθε αντικειμενική ρήξη» τελικά επωφελής για τους εργαζόμενους και τη χώρα. Λ.χ. μια παύση πληρωμών, η οποία ως σημείο εκκίνησης είναι αναγκαία και επωφελής για τη χώρα, αν δεν εκδιπλωθεί ριζικά και δεν οδηγήσει στη ρήξη με την Ευρωζώνη, στην έξοδο από το ευρώ, στη μονομερή διαγραφή του χρέους, στην εθνικοποίηση των τραπεζών και στην ανάκτηση της κυριαρχίας της κυβέρνησης πάνω στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, μπορεί να αποβεί όχι μόνο αρνητικότερη ακόμη και από τον «άτιμο συμβιβασμό», αλλά και απολύτως καταστροφική για την εργατική τάξη και το λαό. Μια πιθανή πτώχευση ή πιστωτικό γεγονός μέσα στα όρια της Ευρωζώνης και χωρίς διαγραφή του χρέους συνεπάγεται το γεγονόςότι η Ελλάδα θα γίνει απολύτως και χωρίς καμία επιφύλαξη αποικία της Ευρωζώνης, απόλυτο άθυρμα του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, κινεζοποιημένη πλήρως αγορά εργασίας και παράδειγμα υπέρ του διεθνούς καπιταλιστικού πλέγματος και κατά της αποστοίχισης από αυτό. Από αυτήν την άποψη, τοποθετήσεις, οι οποίες λαύρα κινούνται υπέρ της «ρήξης» αλλά κάνουν την πάπια για το ζήτημα της αριστερής/ταξικής εξόδου από την Ευρωζώνη, δεν βοηθάνε σημαντικά και ενισχύουν τη σύγχυση, την οποία και προανέφερα. Και μάλιστα, οι ίδιες τοποθετήσεις, ακόμη και από μέλη ή στελέχη της κομματικής αντιπολίτευσης, καταλήγουν να μην αποκλείουν μια συνεννόηση με την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ μετά από μια τέτοια ατελή ρήξη. Όμως, όπως είχε πει το 1793 ο Σεν - Ζιστ, οι επαναστάσεις που φτάνουν μέχρι τη μέση σκάβουν απλώς το λάκκο τους και φτιάχνουν το φέρετρό τους. Η άποψη της Αριστερής Πλατφόρμας για αριστερή/ εργατική έξοδο από την Ευρωζώνη, θέση που στρατηγικά τη διέκρινε από την πλειοψηφία στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ μαζί και με το ζήτημα των μορφών κοινωνικοποίησης/εθνικοποίησης τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων, έχει δικαιωθεί πλήρως. Και όμως γιατί άραγε- σήμερα που η θέση αυτή έχει δικαιωθεί πλήρως, η Αριστερή Πλατφόρμα ούτε την εξειδικεύει τακτικά με ικανοποιητικό τρόπο ούτε την κάνει σημαία της με έναν επιθετικό και ταυτόχρονα γόνιμο τρόπο (και μάλιστα αναπτύσσονται και εντός της ΑΠ ή της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ απόψεις ότι η έξοδος από το ευρώ αντικειμενικά οδηγεί σε εθνική αναδίπλωση, σε υποτίμηση της εργατικής δύναμης περαιτέρω κ.λπ.).
Δυστυχώς, η διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 μέχρι και σήμερα οδηγεί στο ακόλουθο αρνητικό αποτέλεσμα: όσο η κεντρική γραμμή πάει «δεξιότερα», τόσο και η επίκριση της μειοψηφίας αναγκάζεται να εκδιπλωθεί σε μια πιο μετριοπαθή κριτική. Από την έξοδο από το ευρώ ως κεντρικό σημείο και την κοινωνικοποίηση όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων το 2013, καταλήγουμε τώρα να απαιτούμε -και ορθώς- την εφαρμογή του μίνιμουμ προγράμματος της ΔΕΘ, και αυτό να φαντάζει και άκρως επαναστατικό. Αυτό συμβαίνει και επειδή η αντιπολίτευση δεν έχει επαρκή στρατηγική θεώρηση αλλά και επειδή η αντιπολίτευση, έχοντας χάσει ορισμένα ραντεβού με την Ιστορία, καθορίζει την ατζέντα της ετεροβαρώς σε μεγάλο βαθμό με βάση την ατζέντα της ηγετικής πλειοψηφίας του κόμματος.
Το τρίτο ζήτημα που αφορά τη ρήξη και που αμφισβητεί τη χρησιμότητα μιας απλώς «αντικειμενικής ρήξης» είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την πληρότητα-αυτάρκεια της χώρας σε ενέργεια, τρόφιμα, πρώτες ύλες, αγροτικά προϊόντα κ.λπ. Αν η κυβέρνηση είναι όντως συνεπής στο ότι θα τηρήσει τις κόκκινες γραμμές -κάτι για το οποίο αμφιβάλλω έντονα- τότε κάτι κάνει λάθος, και μάλιστα κινδυνεύει να οδηγήσει τη χώρα όχι σε μια ηρωική έξοδο αλλά σε μια τυχοδιωκτική περιπέτεια.
Και για να εντοπίσουμε και μια τρίτη ανακρίβεια/ψέμα: μια τυχοδιωκτική και ατελής ρήξη, χωρίς πολιτικό σχέδιο και μάλιστα ευκρινές, δεν είναι δήθεν απολύτως αντίθετη στον πολιτικό συμβιβασμό και ασύμβατη προς αυτόν. Μπορεί να αποτελέσει έναν πολιτικό ελιγμό έτσι ώστε μια χώρα στο επέκεινα του γκρεμού να οδηγηθεί, αφού απολαύσει κάποια 24ωρα ανεξαρτησίας, στον πιο ταπεινωτικό συμβιβασμό. Όποιος το αμφισβητεί αυτό, ας θυμηθεί την Κύπρο του 2013 μετά τον πρώτο ενθουσιασμό… Δεν είναι τυχαίο, επίσης, το ότι η ηγετική πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ υποβάθμισε τότε τη σημασία της κυπριακής αναδίπλωσης και έφτασε στο σημείο να ασκεί κριτική ακόμη και στο ΑΚΕΛ από τα «δεξιά». Αν θυμάμαι καλά, αυτή η στάση περιλάμβανε ακόμη την τότε «Ανάσα», τους πολύ μετέπειτα «53 plus». Έκαναν ποτέ την αυτοκριτική τους;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ
Ο Διάβολος στην πολιτική, όπως και στην ένθρησκη ζωή, μπορεί να πάρει πολλές μορφές, οι οποίες κατά κανόνα διαφέρουν στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα. Αν αφαιρέσουμε το best case scenario της συγκυρίας, δηλαδή τη ρήξη βάσει ενός υπαρκτού πολιτικού σχεδίου τα-ο οποίο από καιρό περιμένουμε να λάβει μια ολοκληρωμένη μορφή- καθώς και την αβέβαιη και μερικά επικίνδυνη εκδοχή της «ρήξης-ατύχημα», μένουν άλλες δύο εκδοχές: η συμφωνία με πάγωμα του εργασιακού-ασφαλιστικού προγράμματος της ΔΕΘ και η συμφωνία που θα περιλαμβάνει και πάγωμα αλλά και νέα μνημονικά μέτρα. (Ξέρω, θα μου πει κάποιος ότι υπάρχει και η συμφωνία όπου θα εφαρμόσουμε τη ΔΕΘ και θα πάρουμε και τα δισ. ευρώ από την ευρωζώνη και τους δανειστές. Επειδή δεν πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, δεν θα ασχοληθώ με αυτήν την εκδοχή, που μου φαίνεται ως ένας ακόμη ζωτικός μύθος και ένα ακόμη παρακλάδι του Θεάματος.) Η μια αρνητική εκδοχή σημαίνει απελπιστική ήττα και η δεύτερη σημαίνει καταστροφική ήττα. Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω τι θα μπορούσε να επιλέξει κανείς από τα δύο, αφού και τα δύο σηματοδοτούν το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ όπως τον έχουμε γνωρίσει. Τη μετατροπή του σε ένα αρχηγικό και γραφειοκρατικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της εποχής μας, δηλαδή ένα σοσιαλφιλελεύθερο στον πυρήνα του και «νεοπαπανδρεϊκό» κόμμα.
Είναι αμφίβολο αν σε αυτό τα πλαίσιο η κυβέρνηση θα έχει μια σταθερή βάση κοινωνικής στήριξης πέρα από τα μέτρα ανθρωπιστικής κρίσης ή από την οππορτουνιστική συνδρομή των κλασικών μνημονιακών κομμάτων. Το ΚΚΕ θα αντιπολιτευθεί μια τέτοια κυβέρνηση, αλλά στην ουσία θα χαρεί. Όχι μόνο γιατί οι «Αποστάτες» της Αριστερής Πλατφόρμας διαψεύστηκαν ή χρεοκόπησαν, αλλά και επειδή καμία σοσιαλιστική λύση δεν θα είναι -και επί αποδείξει- εφικτή προτού φτάσουμε στο Υπερπέραν και στην Επαναστατική Αποκάλυψη.
Επιπλέον, η σύναψη συμφωνιών του α’ ή του β’ τύπου, λύσεων που οδηγούν στην Κόλαση με «αγνές προθέσεις», αντανακλά και επιβεβαιώνει-παγιοποιεί τον αρνητικό ταξικό και πολιτικό συσχετισμό δύναμης στην Ελλάδα, την Ευρώπη και διεθνώς. Παγιώνει τις μνημονιακές ρυθμίσεις, αυτές που έχουμε ήδη «σκίσει». Δεν ανοίγει το δρόμο ούτε και κερδίζει χρόνο για έναν ποιοτικά άλλο συσχετισμό δυνάμεων, ούτε και παρέχει ένα εναλλακτικό ταξικό παράδειγμα. Οι Ποδέμος είναι μακριά από εμάς και από την κυβερνητική εξουσία. Ίσως και καλύτερα. Αυτήν τη στιγμή, μόνο εμείς. Οι λαοί της Ευρώπης δεν διαθέτουν -πέρα από τα δικά τους πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά εμπόδια- μια αριστερή ριζοσπαστική ηγεσία που να μπορεί να συγκλίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ στο ορατό μέλλον. Ούτε μια ορατή κοινωνική κινητικότητα. Το να υποστηρίξει κανείς ότι τα κόμματα του ΚΕΑ αποτελούν κάτι τέτοιο, παρά το ρεφορμισμό τους και την ευρωλαγνεία τους, παρά την παροιμιώδη αδυναμία τους να αντισταθούν στην άνοδο της εθνικιστικής Δεξιάς, μοιάζει μάλλον με κακόγουστο ανέκδοτο. Με τα πολύ μικρά κόμματα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς μας συνδέουν αρκετά θετικά, αλλά και αρκετές διαρθρωτικές αδυναμίες. Αντιθέτως, μόνο μια ρήξη στην Ελλάδα τώρα με αντινεοφιλελεύθερο-αντικαπιταλιστικό πολιτικό σχέδιο μπορεί να συνεγείρει νέες συνειδήσεις στην Ευρώπη και διεθνώς, να πυροδοτήσει την άμυνα των Γάλλων εργαζομένων κατά του νέου νομοσχεδίου για τις εργασιακές σχέσεις, να φωτίσει το δρόμο στους Γερμανούς άνεργους, να ανοίξει επαφές με τους έγχρωμους διαδηλωτές που συγκρούονται στο Φέργκιουσον και τη Βαλτιμόρη με τη φονική αστυνομία του «καλού Ομπάμα», να δώσει το χέρι στους Ιταλούς απεργούς. Μόνο μια ρήξη με πολιτικό σχέδιο και με στρατηγική εμβάθυνση μπορεί να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης στην ελληνική κοινωνία, να κάνει το 30% κατά της Ευρωζώνης 51% κατά της Ευρωζώνης και μάλιστα με αριστερό ταξικό και όχι εθνικιστικό πρόσημο, να ανατάξει τη μακρά επιδείνωση του κοινωνικού ταξικού συσχετισμού στην Ελλάδα, η οποία επιβιώνει της εκλογικής νίκης και τη μετατρέπει από νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού σε νίκη της κοινωνικής απόγνωσης.
Θα διατυπωθεί εδώ άλλη μια σκέψη του «πολιτισμικού» Διαβόλου, δηλαδή της ιδεολογίας της ήττας μέσα στην Αριστερά. Η κοινωνία δεν θέλει να πάμε τόσο μακριά, μας ψήφισε για να μείνουμε στο ευρώ, μας οδηγεί στη συμφωνία, μας αποτρέπει από τους τυχοδιωκτισμούς, μας προτρέπει να είμαστε μετριοπαθείς. ΟΚ, μπορούμε να ρωτήσουμε και την κοινωνία και να αναλάβει αυτή τις ευθύνες της. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Ως κόμμα που υποτίθεται επιχειρεί να αποκτήσει την ιδεολογική διεύθυνση μέσα στην κοινωνία και να οικοδομήσει μια εργατική αντιηγεμονία, μπορούμε να πυκνώσουμε την πολιτική στιγμή μετατρεπόμενοι σε «πρωτοπορεία», να εξηγήσουμε απλά και καθαρά ότι κάναμε ως τώρα λάθος. Ότι δεν υπάρχει ούτε «έντιμος συμβιβασμός» ούτε «αμοιβαία επωφελής λύση» με τα σκυλόψαρα της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, ότι όσα τους είπαμε πάνω σε αυτό το μοτίβο διαψεύστηκαν από τη σκληρή πραγματικότητα, ότι πρέπει να αναλάβουν ως πολίτες και ως εργαζόμενοι την ευθύνη για μια λυτρωτική διέξοδο, μέσα σε συνθήκες που άμεσα σημαίνουν «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα». Ότι αυτός ο δρόμος δεν πάει άμεσα στο σοσιαλισμό αλλά σε μια ρήξη με το διεθνές καπιταλιστικό πλέγμα και τους υπηρέτες του που θα ακολουθηθεί και από άλλες «εθνικές» ρήξεις και θα αναδιατάξει πιθανόν τον πλανήτη. Μια πρόταση βασισμένη στην ειλικρίνεια, τη διαφάνεια, την ταξική και πατριωτική περηφάνια, τον πραγματικό εργατικό διεθνισμό. Μπορεί ο λαός να απορρίψει πρακτικά ή μέσα από μια κάλπη αυτό το σενάριο. Τότε, αυτό θα σημάνει ότι η ώρα της Αριστεράς δεν έχει έλθει ακόμη, ότι μπορούμε μόνο να διαχειριστούμε το νεοφιλελευθερισμό και το μετανεοτερικό καπιταλισμό, μόνοι μας ή με παρέα, και ότι, όπως εύστοχα το διατύπωσε πρόσφατα ο σ. Λαφαζάνης προς λύσσα κάποιων ΜΜΕ, πρέπει άμεσα να παραδώσουμε τη σκυτάλη στους φυσικούς διαχειριστές του κεφαλαίου και της κρίσης του. Άρα, καμία συμφωνία να μην υπογραφεί, αν δεν υπάρξει προηγούμενη κομματική έγκριση ή ακόμη καλύτερα προηγούμενη λαϊκή ετυμηγορία, πρακτική στο δρόμο ή εκλογική διά της κάλπης. Διαφορετικά, δεν θα δώσουμε το χέρι στους λαούς και στις κυριαρχούμενες εργατικές τάξεις αλλά στους εκμεταλλευτές, θα τους ανεβάσουμε το ηθικό και θα επιτρέψουμε να πουλήσουν αυτή τη νίκη τους στις κοινωνίες τους, επιβάλλοντας το μονόδρομο και εξηγώντας γιατί το «ακραίο» ελληνικό πείραμα ετελεύτησε τον βίον του.Όχι πρώτη φορά Αριστερά αλλά δεύτερη φορά σοσιαλδημοκρατία (και μάλιστα ηπιότερη-δεξιότερη από το πρώτο ΠΑΣΟΚ).
Εδώ, όμως, μπορεί να αντιταχθεί μια άλλη τελευταία ένσταση του advocatus diaboli. Κάναμε αυτήν την πορεία, οικοδομήσαμε προσωπικές διαδρομές, βουλευτικές ή κυβερνητικές θέσεις, μακρές διαδρομές επαγγελματισμού στην πολιτική. Και δεν ήμασταν οι χειρότεροι στο κάτω κάτω. Όλα αυτά μπορούν να παραδοθούν στην πυρά και στη λήθη , όταν μάλιστα μια συμφωνία μπορεί να αναγνωσθεί κάπως και ως «επωφελής»; Όταν ο λαός μπορεί και αυτός να θέλει να «αυτοεξαπατηθεί» για να γλιτώσει τα χειρότερα; Δεν είναι καλύτερο η κυβέρνηση να «παρηγορεί» το κόμμα, το κόμμα να «παρηγορεί» το λαό και ο λαός να «παρηγορεί» τον εαυτό του μέσα στο βασίλειο της Ιδεολογίας ως ψευδούς συνείδησης; Και έτσι να την ψευτοβγάλουμε κάπως μέσα στον επικείμενο μεταδημοκρατικό καπιταλιστικό Μεσαίωνα; Δεν είναι καλύτερο να διαμορφώσουμε έναν πιο ανθεκτικό «καινούριο λαό», όπως θα μας προέτρεπε και ο Μπρεχτ;
Πρόκειται για την πρώτη ένσταση που είναι δύσκολο να απαντηθεί. Και ότι διατυπώνεται σε έγγραφο είναι ήδη δύσκολο. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, καταδεικνύει και σε μεγαλύτερο βάθος τον κίνδυνο πολιτικής χρεοκοπίας της Αριστεράς, ο οποίος πια μας περιβάλλει από παντού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΘΙΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ
Η προοπτική μιας ρήξης με την Ευρωζώνη και με το διεθνές καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό πλέγμα σημαίνει και μια βαθιά γεωπολιτική και διεθνοπολιτική μετατόπιση. Αν η πραγματική και όχι η μυθική ρήξη στηριχθεί όχι σε καιροσκόπους του ελληνικού αστισμού αλλά στις αναξιοποίητες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις της εργασίας και των πληγέντων μικροαστικών στρωμάτων, αν ανοιχθεί σε μορφές κοινωνικού συνεταιρισμού, διαχείρισης των κοινών και των δημοσίων πραγμάτων, σε μορφές εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και αυτοδιαχείρισης, αν ανατρέψει την επαγγελματοποίηση της πολιτικής, μπορεί να κάνει διεθνώς τη διαφορά. Μπορεί, χωρίς μορφές εξάρτησης και υποτέλειας, να συνδιαλαγεί οικονομικά με την Κούβα, τη Βενεζουέλα, άλλες πιο μετριοπαθείς λατινοαμερικανικές κρατικές μορφές, με την Ευρασιατική Ένωση -γνωρίζοντας τα όρια αυτών των καπιταλιστικών συσσωματώσεων-, τακτικά ακόμη και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες εντός ή εκτός της Ε.Ε. βάσει ειδικών σχέσεων, λαμβάνοντας υπόψη και το ζήτημα της πιθανόν αναγκαίας εξόδου και από την Ε.Ε. Μπορεί και πρέπει να βγει άμεσα από το ΝΑΤΟ, από τον ΟΑΣΕ, από τον ευρωστρατό και από κάθε άλλο ιμπεριαλιστικό πλέγμα και να αποφύγει την εμπλοκή σε στρατιωτικές περιπέτειες και σε ιμπεριαλιστικές επιρροές και τριβές. Σίγουρα, αυτό το σενάριο μας βάζει σε βαθιά αχαρτογράφητα νερά. Στα νερά αυτά θα κυκλοφορούν, εκτός από εμάς, και λογιών λογιών σκυλόψαρα. Από την «αλβανοποίηση της χώρας», από το οικονομικό κρατικό και διακρατικό σαμποτάζ , από την κερδοσκοπική επίθεση και την έξοδο από τη διεθνή αγορά ως ακόμη και σε καταστάσεις αποσύνθεσης, ρατσισμού/φασισμού, εσωτερικής κοινωνικής έντασης, μεγάλης εγκληματικότητας ή και θερμών επεισοδίων με γειτονικά κράτη ή και ένοπλων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να αποκλεισθεί εξαρχής . Το ξαναείπαμε και το ξαναλέμε: αίμα, ιδρώτας και δάκρια για απρόβλεπτο διάστημα. Επίσης, θα χρειαστεί να επιταχυνθεί η διαδικασία σοσιαλιστικής αναμόρφωσης και μετασχηματισμού του κρατικού μηχανισμού και διάλυσης εκείνων των δομών που θα καταστούν εμπόδια και ανασχετικές δυνάμεις για την πορεία της χώρας. Όλα αυτά αποτελούν δυνατότητες και κινδύνους εντός πάντοτε της Βαθιάς Γαλάζιας Θάλασσας.
Eντός της Επικράτειας του Διαβόλου, όλα μοιάζουν πιο γυαλιστερά και πιο βιώσιμα - οι «εταίροι» μας διώχνουν τα σκυλόψαρα. Όμως, το συμβόλαιο με τον Διάβολο έχει σαφείς και ετεροβαρείς όρους για τους κυριαρχούμενους , όπως είχα επισημάνει και στο βιβλίο μου «Αριστερά και εξουσία» πριν από έναν χρόνο: στρατηγική ήττα του αριστερού πειράματος στην Ελλάδα και την Ευρώπη, νίκη της διαχείρισης, μονόδρομος διεθνώς, επιδείνωση του ταξικού συσχετισμού, πιθανή αποτυχία του πολέμου θέσεων και της κυβέρνησης της Αριστεράς ως εφαλτηρίου ενός μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος, πιθανή στρατηγική αποτυχία της ίδιας της σύλληψης του «δημοκρατικού δρόμου» ως αντισυστημικού δρόμου και της ίδιας της σύλληψης του Μεταβατικού Προγράμματος και του Ενιαίου Μετώπου: η αρχικά θετική ελληνική ιδιομορφία μπορεί να μετατραπεί σε διεθνή πληγή και τραύμα. Στρατηγικές που απέτυχαν μέσα σε ενάμιση αιώνα θα χρειαστεί αν όχι να εγκαταλειφθούν, πάντως να επανεξετασθούν ριζικά. Πιθανόν να μπαίνουμε σε μια εποχή απρόβλεπτων εντάσεων και ακατανόητων εμφύλιων συρράξεων.
Όπως καταλαβαίνουμε όλοι και όλες, οι διακυβεύσεις μοιάζουν να είναι τεράστιες. Και μάλιστα, οι μάχες μπορεί να χαθούν όχι γιατί είμαστε αδύναμοι/ες αλλά γιατί δεν τις δώσαμε καν. Όμως, αν τελικά χάσουμε, ποιος θα πάρει αυτήν την κολοσσιαία ιστορική ευθύνη; Και τι «θα πάει να πει στη Δικαιοσύνη», όπως τραγουδούσε παλιά ο Σαββόπουλος ; Το πρόβλημα δεν είναι τα κεφάλια που (δεν) θα πέσουν, αλλά τα κεφάλια που θα σκύψουν.
Υ.Γ. Ο τίτλος του άρθρου πηγάζει από ένα έργο του Νίκου Καββαδία, το οποίο μετέτρεψε σε μια έξοχη ταινία η Μάριον Χένζελ το 1995.
* Πηγή: www.rproject.gr
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ "ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ"

Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΠΟΛΑΡΗ*
Μια αριστερή κυβέρνηση ή έστω μια κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας» έχει το καθήκον να ανιχνεύσει τους δικούς της δρόμους και να αξιοποιήσει τα δικά της εργαλεία.
Σοβαρά ζητήματα για τις «κόκκινες» διαπραγματευτικές γραμμές της κυβέρνησης εγείρει το σημερινό πρωτοσέλιδο της Αυγής. Γιατί, αν ισχύει ο κεντρικός τίτλος «αλώβητα τα ώριμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα», τότε απλά οι κόκκινες γραμμές στο Ασφαλιστικό κινδυνεύουν σοβαρά. Γιατί, αν αυτό είναι που μας επιτρέπουν οι δανειστές, αν αυτό είναι που συμφώνησε ή έστω συζητά η αντιπροσωπεία μας στα διάφορα κλιμάκια των «θεσμών», τότε το Ασφαλιστικό Σύστημα και τα αντίστοιχα δικαιώματα των εργαζόμενων θα δεχτούν ένα ακόμα χτύπημα.
Το «άθικτο» των ώριμων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ήταν το ύστατο καταφύγιο και πρόσχημα όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ της περιόδου των μνημονίων, αλλά και νωρίτερα. Κάθε φορά που ήθελαν να αποφύγουν τον όγκο των αντιδράσεων, δεν άλλαζαν τις προϋποθέσεις για όσους είχαν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά ανέβαζαν όρια ηλικίας και αριθμό ενσήμων για τους μελλοντικούς συνταξιούχους, παρασέρνοντας βέβαια προς τα πάνω ενδιάμεσες κατηγορίες.
Κάποιος μπορεί να πει ότι ο τίτλος ήταν «ατυχής». Όμως υπάρχουν στοιχεία που το απαγορεύουν. Πρώτον, η εμπειρία της διεύθυνσης και των εργατικών συντακτών της Αυγής. Κυρίως όμως, δεν το επιτρέπει η κοινή δήλωση Τσίπρα-Γιουνκέρ που εντείνει ανησυχίες και προκαλεί διαφωνίες. Είναι το σημείο για «δημοσιονομικά βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα». Έτσι, εντάσσεται στο λεξιλόγιό μας, άλλη μια φράση του αντίπαλου στρατοπέδου. Όσο και αν ψάξει κάποιος, τέτοια διατύπωση δε θα βρει στην οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ: στις προγραμματικές δηλώσεις, στο πρόγραμμα-αιχμές της ΔΕΘ, για αυτές που μας ψήφισε το 36% του κόσμου, το μίνι πρόγραμμα της Αθηναΐδας, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν το 2012 και μας έδωσαν τα γνωστά αποτέλεσματα, το συνολικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως διατυπώθηκε και ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2013.
Επιπλέον, στις επεξεργασίες που κάναμε ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στην προοπτική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, στις ερωτήσεις και τις επερωτήσεις που κάναμε ως ΚΟ την περίοδο 2012-14, είναι έκδηλη η προσπάθεια να μην υπάρξει η οποιαδήποτε αύξηση ορίων ηλικίας και ενσήμων, είναι έκδηλη η προσπάθεια να εξευρεθούν πόροι. Πουθενά δε θα συναντήσεις τη φράση του «δημοσιονομικά βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος», γιατί όποιος τη λέει αποδέχεται ότι «λεφτά δεν υπάρχουν» και ότι για να διασωθεί, θα πρέπει ή να μειωθούν οι συντάξεις ή τις τις επόμενες γενιές οι προϋποθέσεις να γίνουν εξαιρετικά σκληρές.
Όποιος αποδέχεται τη φράση «δημοσιονομικά βιώσιμο», ξεχνά τί έχει προηγηθεί. Ότι για δεκαετίες τα αποθεματικά των Ταμείων ήταν άτοκες καταθέσεις στην ΤτΕ και με αυτά-ως δάνεια αγύριστα- τροφοδοτούσαν τις επενδύσεις βιομηχάνων και άλλων «ευγενών επαγγελμάτων» (για να μην ξεχνιόμαστε, πριν από τα «ευγενή» ταμεία έχουν υπάρξει «ευγενείς» πράξεις προς «ευγενείς» εργοδότες), ξεχνά ότι μέσω του PSI έγινε το κούρεμα των αποθεματικών, ξεχνά τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών που ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε τα προηγούμενα τρία χρόνια, ξεχνά τα χρέη που έχουν συσσωρευτεί μέσω της εισφοροδιαφυγής.
Το πρόβλημα του Ασφαλιστικού ήταν και είναι μεγάλο. Ήταν και παραμένει πρόβλημα πόρων και όχι δαπανών. Το πρόβλημα διογκώθηκε τα χρόνια του μνημονίου, με την νομιμοποίηση των εργοδοτών για εύκολες απολύσεις, για ελαστικές σχέσεις εργασίας, για νόμιμη εισφοροδιαφυγή. Πήρε τεράστιες διαστάσεις με το μέγεθος της ανεργίας. Ήταν και είναι η μεγαλύτερη «καυτή πατάτα» που παρέλαβε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Όμως το γνώριζε. Γιατί είχε ενημερωθεί από πολλές πηγές. Τουλάχιστον από το Τμήμα Εργατικής Πολιτικής και την τότε ΕΕΚΕ Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε ακούσει μόνο τον κώδωνα κινδύνου, είχε παραλάβει και προτάσεις. Όλες συνέτειναν στο ζήτημα των πόρων, παρόλες τις ελλείψεις που είχαν. Προτάσεις όπως η πάταξη της εισφοροδιαφυγής με αντίστοιχη ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, πόροι από την επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών στα προ του 2011 επίπεδα, πόροι από την ενίσχυση της απασχόλησης, πόροι που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου.
Στελέχη που αρθρογραφούν στο Rproject αλλά και άλλοι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε επισημάνει ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν μπορούν να καλύψουν το μεγάλο πρόβλημα από μόνα τους. Επιμέναμε ότι θα έπρεπε και να συμβούν σωρευτικά και επιπλέονότι θα έπρεπε να εξευρεθούν έκτακτοι πόροι για την ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματος. Όπως ο αντίπαλος βρήκε την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και τον ΕΝΦΙΑ, για να αντισταθμίσει όσα έχανε ο προϋπολογισμός ή όσα έπρεπε να βρεθούν για την αποπληρωμή του χρέους, έτσι και εμείς θα έπρεπε να επιβάλουμε τρόπους για να σταματήσει η αιμορραγία, για να βρεθούν χρήματα που θα ενισχύσουν άμεσα και αποτελεσματικά το Ασφαλιστικό. Και αυτός ο δρόμος δεν μπορεί να είναι άλλος από την έκτακτη φορολόγηση των κερδών του κεφαλαίου-πχ στο 1 δισ. καθημερινού τζίρου από τα διόδια που εισπράττει ο Μπόμπολας, ή στα μεγάλα κέρδη του ΟΠΑΠ που χαρίστηκε στο Μελισσανίδη κλπ. Εδώ μια επιπλέον επισήμανση. Επειδή συχνά αναφερόμασταν στο τί ίσχυσε για τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους το 1953 στη Γερμανία, αξίζει να θυμόμαστε και τα μέτρα φορολογίας που επέβαλλε το τότε γερμανικό κράτος στους κατέχοντες τον πλούτο της χώρας.
Το Ασφαλιστικό, ήταν και παραμένει κριτήριο για το πώς εννοεί μια κυβέρνηση την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και ως τέτοιο το αντιλαμβάνονταν τα λαϊκά στρώματα. Την περίοδο του 2001 και μετά τη συντριβή του σχεδίου Σημίτη-Γιαννίτση, η "Καθημερινή", η ναυαρχίδα του αστικού Τύπου, το ονόμασε -και σωστά- «τη μητέρα των μαχών». Σήμερα μπορεί να μην έχει την ίδια διάσταση. Πολλά από όσα μεσολάβησαν, κυρίως όμως το ύψος της ανεργίας, έχουν αναδείξει την αντιμετώπισή της ως το κορυφαίο ζήτημα. Όμως και αυτό το μέτωπο είναι απόλυτα συνδεδεμένο με εκείνο του Ασφαλιστικού. Χωρίς μέτρα πχ τόνωσης της απασχόλησης με ένα γενναίο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, τα ασφαλιστικά ταμεία θα καμφθούν.
Επειδή πολλά ακούγεται για τη "συνέχεια του κράτους", το Ασφαλιστικό είναι η επιτομή της συνέχειας του κοινωνικού κράτους. Είναι προεταιρότητα για κάθε αριστερή κυβέρνηση, που εννοεί πραγματικά την προστασία των σημερινών εργαζόμενων και των μελλοντικών συνταξιούχων, που συνειδητά οργανώνει την αλληλεγγύη των γενεών. Και αυτό σημαίνει στήριξη της χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος.
Συχνά ακούμε από κυβερνητικά στελέχη ότι σε κάθε μάχη, σε κάθε διαπραγμάτευση γίνονται συμβιβασμοί. Με τη δυσκολία του πόσοι και ποιοι έχουν αναμετρηθεί ρεύματα της Αριστεράς σε δύσκολα ιστορικά γεγονότα. Για να αποφευχθούν παγίδες, κριτήριο ήταν και είναι το αν ο κάθε συμβιβασμός διευκολύνει το στόχο. Στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ανατροπή του μνημονίου και της λιτότητας και σ' αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίος συμβιβασμός η περικοπή ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Δυστυχώς, η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη επέτρεψε στους δανειστές να "αξιολογούν τα πάντα", να απαγορεύουν μονομερείς ενέργειες. Οι κόκκινες γραμμές ήταν προφανές ότι θα δεχτούν ασφυκτική πίεση.
Η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να μείνουν προσηλωμένοι στις προγραμματικές αιχμές της ΔΕΘ, αυτές για τις οποίες είπαμε ότι δεν είναι "όσα θέλουμε", αλλά "όσα μπορούμε". Αυτές για τις οποίες μας εμπιστεύτηκε ο κόσμος της εργασίας και μας έδωσε τη λαϊκή εντολή. Στην αντιπαράθεση με την κυρίαρχη τάξη εντός και εκτός Ελλάδας, εναλλακτική λύση είναι η στάση πληρωμών στους δανειστές, είναι η ιεράρχηση των κοινωνικών αναγκών πάνω από τις δόσεις, η εθνικοποίηση των τραπεζών, και άμεσα μέτρα για την αναδιανομή του πλούτου υπέρ της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Σε αυτήν τη μάχη, το κόμμα δεν μπορεί να καταδικάζεται στο ρόλο του παθητικού θεατή που παρακολουθεί την πορεία των διαπραγματεύσεων μέσα από τα δελτία ειδήσεων, ούτε ενός σώματος που απλά καλείται να επικυρώσει αποφάσεις. Έχει λόγο και η ενεργοποίησή του είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να υπερασπιστεί την προοπτική που άνοιξε η νίκη της 25ης Γενάρη.
Το αίτημα για άμεση σύγκλιση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ είναι πασίδηλο. Δεν μπορούν όλα τα κέντρα να συζητούν για εμάς και να ενημερωνόμαστε από αυτά, όλοι αυτοί να προδιαγράφουν εσωτερικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και η ΚΕ του κόμματος να μην έχει συνεδριάσει. Αν μη τι άλλο δεν μας αντιστοιχεί.
*Πηγή: rproject.gr
ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΡΟΠΟ ΖΗΤΟΥΝ 6 ΣΤΟΥΣ 10 ΨΗΦΟΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

ΝΕΑ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ PALMOS ANALYSIS
7 ΣΤΟΥΣ 10 ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΛΟΥΝ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ ΣΤΙΣ «ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» ΤΗΣ
Η Iskra αναδημοσιεύει χωρίς κρίσεις και σχόλια για την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία τους, ευρήματα της νέας πανελλαδικής δημοσκόπησης της εταιρίας Palmos Analysis, η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό του SBC, το διάστημα από 5 έως 6 Μαΐου.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μέτρησης, το 70% των πολιτών καλούν την κυβέρνηση να μην κάνει πίσω στις «κόκκινες γραμμές» της, που αφορούν τα εργασιακά, τις ομαδικές απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα και το ασφαλιστικό.
Συγκεκριμένα, το 70% των ερωτηθέντων καλεί την κυβέρνηση να μην υποχωρήσει στο θέμα των ομαδικών απολύσεων, το 63% να μην υποχωρήσει στο ζήτημα της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων και το 77% να μην δεχθεί αλλαγές του ασφαλιστικού (όρια συνταξιοδότησης, ύψος συντάξεων, κλπ). Τα αντίστοιχα ποσοστά επί των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνονται σε 84%, 77% και 88%.
Επίσης, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων εκτιμά ότι θα υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές στο τέλος.
Ως βασικές παραμέτρους και προτεραιότητες της κυβερνητικής πολιτικής το 52% αναφέρει ότι πρέπει να είναι η παραμονή στο ευρώ με κάθε τρόπο, ενώ το 44% (το ποσοστό επί των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ ανέρχεται σε 61%) να φύγει η Ελλάδα από τα μνημόνια, με κάθε τρόπο.
Ως προς την πρόθεση ψήφου, ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνει άνω του 36% ενώ η ΝΔ το 16,5%.







Παρασκευή 8 Μαΐου 2015
πηγη: iskra.gr
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΕ ΚΟΡΜΟ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΘΑ ΔΙΑΠΡΑΞΕΙ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΛΠ;

Άρθρο του Αντώνη Νταλακογεώργου
Ίσως πριν από μερικούς μήνες το παραπάνω ερώτημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όμως στους τρεις μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σήμερα πια όχι μόνο δεν είναι τέτοιο αλλά αντίθετα όσοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στο επίπεδο των κυβερνητικών σχεδιασμών είναι πλέον γνωστό σε όλους τους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ ότι η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί την αξίωση των τοκογλύφων δανειστών (παραβιάζοντας τις κόκκινες γραμμές της) και όλα δείχνουν ότι προχωράει στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, του ΟΛΘ, των αεροδρομίων κ.λπ.
Ήδη από τις πρώτες μέρες της νέας διακυβέρνησης είχε δοθεί, είχε προλειάνει το έδαφος για το κυβερνητικό εγχείρημα με δηλώσεις του στο Λονδίνο (BBC) ο Υπουργός Οικονομικών, στην συνέχεια την σκυτάλη πήρε ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ο οποίος, μετά την συνάντησή του στο Πεκίνο με κυβερνητική αντιπροσωπεία, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών του ΟΛΠ, δίνοντας το στίγμα ότι αυτό θα γίνει με την κινεζική COSCO, η οποία ήδη έχει πάρει ένα μέρος της προβλήτας του ΣΕΠ μέσω μακροχρόνιας σύμβασης και η οποία έχει δώσει δείγματα γραφής πώς εννοεί τις επενδύσεις στην χώρα, αφού έχει επιβάλει όρους στην σύμβαση παραχώρησης αλλά και συνθήκες ελεύθερης οικονομικής ζώνης στο Λιμάνι του Πειραιά και ταυτόχρονα όρους εργασίας για τους εργαζόμενους ενός σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα.
Συμπληρώνοντας τα βήματα υπαναχωρήσεων της κυβέρνησης ο αρμόδιος Υπουργός Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού υπέπεσε σε πρωτοφανές ατόπημα λέγοντας την περασμένη Δευτέρα στην Βουλή ότι «η κυβέρνηση – το ΤΑΙΠΕΔ περισσότερο – βρίσκεται φυσικά σε διαπραγματεύσεις με την COSCOώστε να αναζητηθούν όροι και προϋποθέσεις στον ισχύοντα αυτήν την στιγμή διαγωνισμό που μπορούν να αλλάξουν για να γίνει περισσότερο επωφελής για την χώρα μας»!!
Δικαιολογημένα η συγκεκριμένη δήλωση προκάλεσε την εντονότατη αγανάκτηση των εργαζομένων στα λιμάνια και όχι μόνο. Είναι δυνατόν να λέει ο Υπουργός ότι διαπραγματεύονται με την COSCO να αλλάξουν τους όρους της σύμβασης ενώ στον διαγωνισμό μετέχουν ακόμη 5 εταιρίες;
Η προσπάθεια στην συνέχεια να ανασκευασθεί η δήλωση του Υπουργού από το αμαρτωλό ΤΑΙΠΕΔ απλά επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση εν αγνοία των εργαζομένων, των κοινωνικών αυτοδιοικητικών αρχών της πόλης διαπραγματεύεται την πώληση του ΟΛΠ με πλήρη αδιαφάνεια και όλα δείχνουν ότι η επιλογή της είναι η πώληση του ΟΛΠ στον Κινεζικό μονοπωλιακό όμιλο της COSCO με την τροποποίηση της σύμβασης που θα φορά το 51% των μετοχών και όχι το 67% το οποίο θα διατεθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Το σκηνικό αυτό που διαγράφεται για την πώληση των ΟΛΠ – ΟΛΘ συνιστά ριζική στροφή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος διαχρονικά είχε ταχθεί κατά της ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ τόσο στην φάση της εισαγωγής του στο χρηματιστήριο όσο και στην σύμβαση παραχώρησης της προβλήτας ΙΙ στην COSCO το 2009.
Ταυτόχρονα τόσο σε πολιτικό επίπεδο είχε ταχθεί κατηγορηματικά ενάντια στην πώληση του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών που είχε δρομολογήσει η μνημονιακή κυβέρνηση Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ, ενώ και η συμμετοχή του κόμματος ήταν ουσιαστική στην ανάπτυξη ενός πλατιού μετώπου που συνένωσε στις γραμμές του όλες τις κοινωνικές, συνδικαλιστικές, αυτοδιοικητικές αρχές, τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, οι οποίοι έδωσαν σκληρό αγώνα για να εμποδίσουν και να ματαιώσουν την καταστροφική πολιτική Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ που είχε βάλει πωλητήριο στον ΟΛΠ σε ξένους μονοπωλιακούς ομίλους.
Κεντρικά κομματικά στελέχη που σήμερα κατέχουν Υπουργικές θέσεις, Βουλευτές, πολιτικά πρόσωπα του ΣΥΡΙΖΑ που απέκτησαν πρόσφατα αξιώματα στην τοπική αυτοδιοίκηση, είχαν την δική τους θετική συμβολή σε αυτήν την κοινωνική και πολιτική συμμαχία και στην αξιόλογη κινηματική δράση που είχε αναπτυχθεί.
Παρά την ιδεολογική και πολιτική διαφορετικότητα των δυνάμεων αυτών υπήρχε συμφωνία και κοινή συνισταμένη υπέρ της διατήρησης του δημόσιου χαρακτήρα του ΟΛΠ.
Η μετάλλαξη των προεκλογικών θέσεων, η ριζική ανατροπή ακόμη των προγραμματικών θέσεων στην Βουλή για ψήφο εμπιστοσύνης της νέας κυβέρνησης, προφανώς κάτω από την πίεση των τοκογλύφων δανειστών σε ένα κεφαλαιώδες ζήτημα που αφορά τον δημόσιο πλούτο, τις παραγωγικές δημόσιες επιχειρήσεις, τον στρατηγικό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων όπως είναι ο ΟΛΠ (όχι μόνο για τον Πειραιά) αποτελεί ένα επικίνδυνο πισωγύρισμα ανάμεσα σε πολλά που έχουν σημειωθεί έως τώρα στην πορεία των διαπραγματεύσεων με τους εταίρους οι οποίοι συστηματικά και μεθοδικά στραπατσάρουν και ακυρώνουν και τις ελάχιστες προεκλογικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ.
Σενάρια που διακινούνται κυρίως από την κυβέρνηση για είσοδο ιδιωτών στον ΟΛΠ με συμπράξεις και κοινοπρακτικά σχήματα ανεξάρτητα από διακηρύξεις, εγκυμονούν τον ίδιο κίνδυνο απώλειας του δημόσιου χαρακτήρα του Λιμανιού και έρχονται σε σαφή αντίθεση με τον λαό, τους εργαζόμενους, την τοπική κοινωνία και τα κοινωνικά κινήματα. Ακόμη χειρότερο είναι το σενάριο να τεθεί υπό συζήτηση το ύψος του τιμήματος για την αξία του ΟΛΠ και να αποτελέσει αυτό αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς (ΔΝΤ – ΕΚΤ – ΕΕ) όπως αυτή δρομολογήθηκε μετά την αρνητική και επιζήμια συμφωνία στο EUROGROUP στις 20/2/2015 δείχνει ότι η κυβέρνηση υπαναχωρεί ακόμη και από τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές. Αυτό είναι το πολιτικό συμπέρασμα από την κοινή δήλωση Τσίπρα – Γιουνκέρ η οποία αγγίζει και παραβιάζει αυτές τις γραμμές στα κρίσιμα ζητήματα των εργασιακών σχέσεων και στο ασφαλιστικό.
Το εργατικό κίνημα στις συνθήκες που διαμορφώνονται θα είναι ολέθριο λάθος να εγκλωβιστεί και να γίνει παρακολουθητής των κυβερνητικών επιλογών, αντίθετα περισσότερο από ποτέ πρέπει να παρέμβει άμεσα δημόσια με δράσεις και πρωτοβουλίες διατυπώνοντας την μοναδική εναλλακτική επιλογή της σύγκρουσης και ρήξης με τους αδίστακτους μερκελιστές του νεοφιλελευθερισμού και της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε.
Οι πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ που βλέπουν και αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των περιστάσεων πρέπει να πάρουν άμεσα σχετικές πρωτοβουλίες για να αποφευχθεί ένας ταπεινωτικός συμβιβασμός και με τον τρόπο αυτό να οδηγηθεί η πολιτική και κοινωνική αριστερά στην ήττα.
Αντώνης Νταλακογεώργος
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ)
Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Πειραιά
Μέλος Εκτελεστικής Επιτροπής ΠΝΟ
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο rproject.gr και στην εφημερίδα Εργατική Αριστερά
- Τελευταια
- Δημοφιλή