Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ζητούμενο η πολιτικοποίηση των αγώνων

Γράφει ο Θανάσης Κανιάρης.
Η πάλη για την απόκρουση της ιταμής κυβερνητικής επίθεσης, να συνδεθεί ως καθολικό αίτημα, με την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τις ημέρες αυτές βρίσκεται σε εξέλιξη μια άθλια, γκεμπελικής έμπνευσης, προπαγάνδα κατά των αγωνιζόμενων αγροτών, που εκπορεύεται από τα χαλκεία του Μαξίμου και του υπουργείου Οικονομικών.
Τι λένε αυτοί οι άθλιοι: Οι αγρότες δεν πληρώνουν φόρους, δεν πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές. Με άλλα λόγια τους προσάπτουν την κατηγορία της φοροαποφυγής και της υπονόμευσης – διάλυσης του ασφαλιστικού συστήματος.
Και ποιοι τα λένε αυτά; Ο Τρύφωνας ο Αλεξιάδης, παλιός συνδικαλιστής του ΣΥΡΙΖΑ στο υπουργείο Οικονομικών και νυν καρεκλοκένταυρος στο ίδιο υπουργείο. Ένας άνθρωπος που μας θυμίζει τις χειρότερες ημέρες του κυβερνητικού–εργοδοτικού συνδικαλισμού και διεκδικεί επάξια θέση δίπλα σε συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ, που, αφού έκαναν την βρώμικη δουλειά στα συνδικάτα, τα οποία είχαν μετατρέψει σε κυβερνητικά παραμάγαζα, στη συνέχεια μεταπήδησαν σε ζεστές υπουργικές καρέκλες.
Σαν να μην πέρασε μια ημέρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 90, όταν είχαν ξεσπάσει οι πρώτες μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις, ο Δ. Γεωργακόπουλος, υφυπουργός Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ -του περιβάλλοντος Τσοχατζόπουλου- πετούσε λάσπη κατά των συνδικαλιστών των αγροτών, ισχυριζόμενος ότι ένας άνθρωπος ανιδιοτελής, με αγωνιστική συνέπεια απέναντι στους ανθρώπους που εκπροσωπούσε και πολιτική και ιδεολογική συνέπεια απέναντι στις αρχές του, ο αξέχαστος Γ. Πατάκης, ήταν… μεγαλοαγρότης. Οτι ο Πατάκης καλλιεργούσε 600 στρέμματα και αυτό αποτελούσε τεκμήριο ότι οι κινητοποιήσεις ήταν «καπελωμένες» από τους μεγαλοαγρότες!
Ψέμα, συκοφαντία, λάσπη, ενάντια σε όσους σηκώνουν το κεφάλι, αγωνίζονται και αμφισβητούν τις δολοφονικές πολιτικές επιλογές που απεργάζονται τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού και υλοποιεί το ιθαγενές πολιτικό προσωπικό.
Βρε άθλιοι, για την άγρια φορολογία που έχετε επιβάλει στον λαό, οι αγρότες φταίνε; Το βαθιά ταξικό φορολογικό σύστημα που έχετε επιβάλει, ειδικά από το 1990 έως και σήμερα (απόρροια και αυτό της συνθήκης του Μάαστριχτ), ένα φορολογικό σύστημα που απαλλάσσει τους εφοπλιστές από κάθε φορολογία, περιέχει δεκάδες φορολογικές απαλλαγές στο τραπεζικό, βιομηχανικό και εμπορικό κεφάλαιο και έχει τσακίσει τους εργαζόμενους με τους άμεσους και τους έμμεσους φόρους, για τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες το φτιάξατε;
Για την άγρια λεηλασία των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, τη μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών από τους εργοδότες και την νομοθετημένη κτηνωδία που επικρατεί στην αγορά εργασίας, η οποία ευνοεί την μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, οι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες ευθύνονται; Άθλιοι, ε άθλιοι ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ καρεκλοκένταυροι.
Για τις μορφές πάλης και την ανάγκη πολιτικοποίησης των αγώνων
Πριν περάσουμε στο κύριο μέρος του άρθρου, όπου θα επιχειρήσουμε με στοιχεία να καταδείξουμε ότι επιταχύνεται η καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής οικονομίας, μέσα από την καταστροφή των μικρών και μεσαίου μεγέθους καλλιεργειών και την ενίσχυση των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, θα θέλαμε να σχολιάσουμε ορισμένες πλευρές των σημερινών αγροτικών κινητοποιήσεων.
Έχει καταγγελθεί από διάφορες πλευρές, ότι τα φασισταριά της «Χ.Α», εκμεταλλευόμενα την γνήσια αγανάκτηση των αγροτών, γυρνάνε από μπλόκο σε μπλόκο, επιδιώκοντας να μολύνουν τους αγωνιζόμενους αγρότες με την φασιστική προπαγάνδα. Σε άλλες περιπτώσεις συνδικαλιστές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, των δύο δηλαδή κομμάτων, που από τη θέση της κυβέρνησης ασέλγησαν κατά των αγροτών, και φέρουν την κύρια ευθύνη για τη σημερινή οικτρή κατάσταση που επικρατεί στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, προσπαθούν τις ημέρες αυτές να ψαρέψουν σε θολά νερά με καταγγελίες κατά των κυβερνητικών σχεδιασμών στο ασφαλιστικό και το φορολογικό. Προσοχή. Καταγγέλλουν μόνο την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ. Όχι την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΔΝΤ (ΗΠΑ) που βρίσκονται πίσω από τους κυβερνητικούς αχυράνθρωπους.
Στη προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι η ταξική πάλη, ποτέ δεν διεξάγεται με όρους καθαρότητας. Οποίος πιστεύει κάτι τέτοιο, δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα και τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της.
Σε κάθε κοινωνική αναμέτρηση οξύνεται η πολιτική και ιδεολογική πάλη. Σ΄ αυτή, συμμετέχουν όλες οι τάξεις και τα ενδιάμεσα στρώματα, καθώς και οι πολιτικοί φορείς που εκπροσωπούν τα συμφέροντα τους. Στους κοινωνικούς αγώνες δοκιμάζεται η αντοχή της πολιτικής εμβέλειας και δυναμικής κάθε κόμματος και κάθε τάξης, η δυνατότητα χάραξης συμμαχιών, το ίδιο το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι αγώνες.
Δεν μπορεί κανείς να απαγορεύσει σε κόμματα της αστικής τάξης, ούτε καν και στη συμμορία δολοφόνων της «Χ.Α», να εκφράσουν τις απόψεις τους για τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Έχει όμως όλο το δικαίωμα να καταγγείλει τα κόμματα αυτά ως εκφραστές συμφερόντων που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των φτωχών και μεσαίων αγροτών, ότι επιδίδονται σε δημαγωγικές διακηρύξεις με σκοπό τη χειραγώγηση, την υπονόμευση και εν τέλει την καταστολή του κινήματος.
Σημαντικό ρόλο, προκειμένου οι αγωνιζόμενοι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες να καταλάβουν τους πραγματικούς από τους κάλπικους φίλους που τις ημέρες αυτές τους περιστοιχίζουν, παίζει το διεκδικητικό πλαίσιο.
Διαβάζουμε π.χ το διεκδικητικό πλαίσιο του μπλόκου της Νίκαιας, που είναι το πιο δυναμικό απ΄ όλα όσα έχουν στηθεί μέχρι σήμερα, καθώς σ’ αυτό έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από 2.500 τρακτέρ. Τα αιτήματα που θέτει είναι αυτά που απασχολούν σήμερα κάθε φτωχό και μεσαίο αγρότη, και αποτελούν μία κατ΄ αρχή σωστή βάση για τη στερέωση και διεύρυνση των κινητοποιήσεων.
Οι αγρότες της Νίκαιας ζητούν επανεξέταση του φορολογικού καθεστώτος με θέσπιση αφορολόγητου για οικογενειακό εισόδημα ως 30.000 ευρώ, προσαυξημένο με 5.000 για κάθε παιδί, προοδευτική φορολόγηση για το υπερβάλλον εισόδημα ως 45% για μεγαλοαγρότες και επιχειρηματίες, καμία αύξηση στις εισφορές του ΟΓΑ, κατάργηση περιορισμών στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή που επιβάλει η νέα ΚΑΠ, αφορολόγητο πετρέλαιο, εγγυημένες τιμές στα αγροτικά προϊόντα, να μην εφαρμοστούν τα μέτρα της ΚΑΠ και του μνημονίου που οδηγούν σε εξόντωση τους μικρομεσαίους αγρότες.
Πρέπει όμως να επισημάνουμε, ότι, αν και το συγκεκριμένο πλαίσιο πάλης, παίρνει υπόψη του τις ταξικές διαφοροποιήσεις μέσα στον αγροτικό κόσμο, δεν ξεφεύγει από μία συντεχνιακή λογική.
Στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα, ο ολοκληρωτικός πόλεμος που έχουν κηρύξει ο ιμπεριαλισμός και τα εσωτερικά του στηρίγματα κατά του λαού τα τελευταία έξι χρόνια, καθιστούν αναγκαία την πολιτικοποίηση των αγώνων και το ανέβασμα των μορφών πάλης. Το δίλημμα ποιος ποιον, το έχουν θέσει από καιρό τώρα οι εχθρικές δυνάμεις. Στόχος τους δεν είναι να επιτύχουν ορισμένες, περιφερειακού χαρακτήρα νίκες, κατά των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων στρωμάτων. Στόχος τους είναι –και το διακηρύσσουν σε όλους τους τόνους– η ολοκληρωτική συντριβή και ισοπέδωση του λαού, ο οποίος θα πρέπει να συμβιβαστεί να φυτοζωεί με άθλια μεροκάματα και υψηλή ανεργία, με την επιδοματοποίηση –σε επίπεδο φτωχοκομείου– των συντάξεων, ενώ τα μικρομεσαία στρώματα, θα πρέπει να αποδεχτούν τη βίαιη προλεταριοποίηση τους.
Σε αυτές τις συνθήκες, πρέπει να υπάρχει σχέδιο αντεπίθεσης, που θα ενσωματώνει ανεβασμένες μορφές πάλης που θα αμφισβητούν βασικές πλευρές των πολιτικών επιλογών της άρχουσας τάξης.
Είναι δυνατό να εξελίσσονται σήμερα μεγάλες κινητοποιήσεις με αιχμή το ασφαλιστικό και να μην τίθεται από το πιο συνειδητοποιημένο τμήμα του λαϊκού κινήματος το αίτημα της άμεσης και άνευ όρων αποδέσμευσης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ενωση; Είναι δυνατό ο λαός να δει άσπρη ημέρα, να ορθοποδήσει και να ανακτήσει την χαμένη του αξιοπρέπεια μέσα σε αυτόν τον λάκκο των λεόντων που κατασπαράσσουν ανθρώπινες σάρκες;
Η συζήτηση αυτή έπρεπε να είχε ήδη ανοίξει από την απαρχή της μνημονιακής λεηλασίας, αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε με ευθύνη όλων των κομμάτων της Αριστεράς. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν παλεύει σήμερα για την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, παρά τις μεγάλες παρακαταθήκες που είχε αφήσει η συνεπής και αποφασιστική πάλη του ΚΚΕ από τις αρχές της δεκαετίας του 60 ακόμη και η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί με μια πολύ μεγάλη πολιτική και ιδεολογική υποχώρηση του λαϊκού κινήματος, το οποίο εμφανίζεται να έχει συμβιβαστεί –και ενσωματωθεί– με την ιδέα της παραμονής της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό αυτό οργανισμό.
«Αριστερά» επιχειρήματα υπέρ της παραμονής
Και όχι μόνο αυτό. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια «αριστερή» φιλολογία για το άκαιρο της αποδέσμευσης. Τι να την κάνουμε την αποδέσμευση, αν στην Ελλάδα συνεχίσει να κυριαρχεί το κεφάλαιο λέει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ.
Ελάτε κύριοι… Λέγονται τέτοια πράγματα, μετά τα όσα δραματικά βίωσε ο λαός της χώρας τα τελευταία έξι χρόνια; Ή μήπως δεν θυμάστε πώς αντέδρασαν τα κόμματα της αστικής τάξης στο δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη 2015; Δεν βγήκαν και είπαν ορθά κοφτά, ότι το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, θα μας οδηγήσει εκτός ευρωζώνης και εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης; Δεν βρήκε τις ημέρες αυτές ο Β. Αποστόλου, αυτός ο υποψήφιος νεκροθάφτης των αγροτών, να δηλώσει ότι αν δεν περάσει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, διακυβεύεται η θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση;
Τι άλλο πρέπει να γίνει στη χώρα αυτή, για να καταλάβετε ότι η αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί casusbelliγια την άρχουσα τάξη; Ότι η είσοδος της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ αποτελούσε στρατηγική επιλογή για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας και ότι την στρατηγική αυτή επιλογή την φυλάσσουν και σήμερα ως κόρη οφθαλμού;
Τι άλλο πρέπει να γίνει για να αντιληφθείτε ότι η πάλη για τη σοσιαλιστική προοπτική είναι αλληλένδετη και αλληλεξαρτώμενη με την πάλη για την κατάχτηση της Εθνικής Ανεξαρτησίας της χώρας;
Γιατί το πρόβλημα της πολύπλευρης εξάρτησης της Ελλάδας από το ξένο κεφάλαιο είναι πραγματικό και δεν ανήκει στη σφαίρα του φαντασιακού. Από το 1828 η χώρα ήταν εξαρτημένη από το αγγλικό και μετά το 1945 πολιτικά και στρατιωτικά από το αμερικάνικο κεφάλαιο. Και κανένας νεολογισμός περί «ανισόμετρης αλληλεξάρτησης» δεν μπορεί να αναιρέσει και να συγκαλύψει μία πραγματικότητα που τόσο δραματικά βιώνει ο ελληνικός λαός, ειδικά τα τελευταία χρόνια της μνημονιακής λεηλασίας.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
Ένας χρόνος κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: Από τον ευρωκεϋνσιανισμό στο σοσιαλφιλελευθερισμό

Παναγιώτης Μαυροειδής
Σχεδόν ένα χρόνο πριν, ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, έκανε μια πολιτική δήλωση: «αισθάνομαι την ανάγκη να διαβεβαιώσω (…) ότι η αμετάκλητη απόφαση της Κυβέρνησής μας είναι να τιμήσει και να εφαρμόσει στο σύνολό τους τις προεκλογικές προγραμματικές μας δεσμεύσεις, με πλήρη σεβασμό στη λαϊκή βούληση(…). Η δέσμευση αυτή αποτελεί τον αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της πολιτικής μας».
Ένα χρόνο μετά, ούτε ο νέος γραμματέας της κομματικά αναδομημένης ν.ΣΥΡΙΖΑ δε θα μπορούσε να αρνηθεί πως όλα αυτά αποδείχτηκαν κενές φράσεις.
Πρακτική εξαπάτησης και διαχειριστική λιγούρα.
Ας το πούμε από την αρχή: Το πρόβλημα δεν είναι τι δεν κατάφερε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, επειδή «δεν το επέτρεψαν» υπέρτερες δυνάμεις του αντιπάλου. Συνίσταται, αντίθετα, σε αυτό που συνειδητά κάνει με σχεδιασμένο τρόπο στην εφαρμογή των πλέον άγριων νεοφιλελεύθερων μέτρων μιας υπερ-επιθετικής αστικής και ευρω-ενωσιακής στρατηγικής.
Το καταστροφικό αποτέλεσμα είναι διπλό.
Από τη μια, η εργαζόμενη πλειοψηφία, οι άνεργοι, οι νέοι, οι αγρότες, οι μικροί επαγγελματίες βυθίζονται σε μεγαλύτερη φτώχεια, απόγνωση, ανασφάλεια.
Από την άλλη, η έννοια της αριστεράς, της εναλλακτικής λύσης, διασύρεται βάναυσα ως μια χυδαία πρακτική εξαπάτησης και διαχειριστική λιγούρα.
Σήμερα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός ξεπερνά κάθε όριο εθελόδουλης δέσμευσης σε ντόπια και ευρωπαϊκά κέντρα όταν δηλώνει ότι «η ελληνική κυβέρνηση έχει εφαρμόσει, υλοποιήσει και ψηφίσει περισσότερες μεταρρυθμίσεις από ότι όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις μαζί τα 4 προηγούμενα χρόνια».
Να εντοπίσουμε εκείνα τα στοιχεία της πολιτικής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ και ευρύτερα της διαχειριστικής αριστεράς, που γέννησαν το σημερινό ζόφο και τους κινδύνους στρατηγικής ήττας για τα εργατικά συμφέροντα και την κομμουνιστική προοπτική στην Ελλάδα.
Ήττα του ευρω-κεϋνσιανισμού
Το μόνιμο ρεφραίν της πολιτικής επιχειρηματολογίας των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και όσων στα αριστερά του είχαν θαμπωθεί από την «ευφυΐα Τσίπρα να θέσει θέμα αριστερής κυβέρνησης», ήταν πως «το ζητούμενο της περιόδου δεν ήταν ο σοσιαλισμός και η ανατροπή, αλλά η ανακούφιση του κόσμου στα άμεσα κοινωνικά προβλήματά του».
Με αυτή τη σκόπιμη αντιδιαστολή, αξιοποιώντας και το «κεκτημένο» των στερεότυπων της συστημικής προπαγάνδας, τοποθετούσαν κακόβουλα όσους ασκούσαν αριστερή κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ στη θέση απογειωμένων και βιαστικών αριστεριστών.
Συσκότιζαν τα πράγματα και έφτιαχναν μια εικονική πραγματικότητα. Μέσα σε αυτήν θα μπορούσε δήθεν να υπάρξει μια ορατή βελτίωση της θέσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, χωρίς ρήξη με το ασφυκτικό πλαίσιο της ευρωζώνης, της ΕΕ και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ίσως μάλιστα και με τις ευλογίες και την αρωγή τους, μιας και υπήρχε και η διαβεβαίωση πως «η Ευρώπη αλλάζει»…
Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, (εκφράζοντας και άλλους, εντός και εκτός ΕΕ) για μια εναλλακτική απάντηση στην καπιταλιστική κρίση και την κρίση της ευρωζώνης, από θέσεις ενός ανέφικτου ευρω-κεϋνσιανισμού. Προσπάθησε να πείσει ότι το σχέδιο αυτό θα δρούσε ως καλύτερο φάρμακο και για τις δύο αυτές κρίσεις και ποτέ δεν έθεσε πραγματικά ως «κόκκινη γραμμή» τα λαϊκά συμφέροντα. Μια ματιά στα διαπραγματευτικά του κείμενα (47σέλιδο και άλλα), πείθει και τον πλέον δύσπιστο για αυτό. Η γραμμή αυτή ηττήθηκε από το κυρίαρχο σήμερα ρεύμα επιθετικής ανασυγκρότησης του καθολικού καπιταλισμού της εποχής μας και όχι από κάποιο εθνικού τύπου Γερμανικό ρεβανσισμό.
Η συμφωνία στο Eurogroup της 20ης Φλεβάρη 2015 με την υπογραφή του Γ. Βαρουφάκη, πολύ σύντομα έδειξε ότι στην ουσία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέσω της περίφημης «διαπραγμάτευσης», λιγότερο αναζητούσε προς τα έξω «σεβασμό στη θέληση του ελληνικού λαού» και περισσότερο έψαχνε πως θα σύρει σταδιακά τον λαό μέσα σε μια «αναγκαστική υποχώρηση» και αποδοχή των πάντων.
O ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν απείλησε με έξοδο από την ευρωζώνη, έστω διαπραγματευτικά, αλλά αντίθετα, εκβίασε τον ελληνικό λαό με τον «κίνδυνο της εξόδου», που θα έφερνε υποτίθεται λιμούς και καταποντισμούς.
Η κορυφαία πράξη αυτής της πολιτικής στρατηγικής ήταν η μετατροπή του θαρραλέου λαϊκού ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε κυβερνητικό μνημονιακό ΝΑΙ, το ίδιο το βράδυ του αποτελέσματος.
Δύο ήταν τα κύρια πολιτικά στοιχεία που αποτέλεσαν τις «γέφυρες μετάβασης» και έδωσαν τη δυνατότητα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όχι απλά να περάσει τον κάβο, αλλά να πάρει και τις επόμενες εκλογές, εκπαραθυρώνοντας και την αριστερή διαφωνία του.
Το πρώτο ήταν η εμπέδωση στη λαϊκή συνείδηση της παραμονής στην ευρωζώνη και την ΕΕ, ως ζήτημα απροσπέλαστο, «τουλάχιστον σε αυτή τη φάση».
Το δεύτερο αφορούσε την διατήρηση της αριστερής κυβέρνησης ως αυτοσκοπό, ακόμη και αν αυτή εφάρμοζε υπερ-δεξιά πολιτική.
Με σοβαρές ευθύνες βαρύνονται και οι αριστερές τάσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσω του κυβερνητισμού τους, έφτασαν τελικά να υποτάσσονται (μέχρι την εκπαραθύρωσή τους από την ηγεσία), όχι απλά στο παραμύθι της κατάργησης των μνημονίων μέσα στην ΕΕ, αλλά και σε ολόκληρη τη σταθερή πορεία μετατροπής του κόμματος σε φορέα σοσιαλφιλελεύθερης αστικής πολιτικής.
Η σημερινή κυβερνητική παράταξη αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο υβρίδιο της κλασσικής ‘’ανανεωτικής’’ ευρωκομμουνιστικής παράδοσης και των πιο δεξιών εκδοχών της ‘’ορθόδοξης’’ εκδοχής του κομμουνιστικού κινήματος. Η υποστήριξη αυτής της συνάντησης από ποικίλα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ήθελαν να βλέπουν στο ΣΥΡΙΖΑ, το «πλατύ» ή «ενιαίο» μέτωπο κατά περίπτωση ή ακόμη και στο πρόσωπο του Τσίπρα τον Ευρωπαίο… Αλιέντε ή Τσάβες, έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο.
Η λογική της συνύπαρξης τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας με
τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, κάτω από την ηγεμονία μιας λογικής νέο-κεϋνσιανής διαχείρισης, δικαιολογήθηκε στο όνομα της ‘’άμεσης ανακούφισης των εργαζομένων’’ και της εκκίνησης μιας αόριστης «δυναμικής ανατροπής».
Η άρνηση ωστόσο μιας λογικής ρήξης και ανατροπής με το σκληρό πυρήνα της αστικής πολιτικής, ‘’μοιραία’’ έδωσε τη θέση της στη ρητή αντίστροφη θέση ότι μέσα από μια κυβέρνηση συνέχειας και διαχείρισης του κράτους σε συμμαχία ακόμη και με ‘’πατριωτικά’’ τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και πάντα στο πλαίσιο των ‘’εταίρων’’, θα έφτανε επιτέλους η θολή ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.
Η τραγική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ (κρίνοντας από τη σκοπιά της αριστερής εργατικής πολιτικής), έδειξε και τα αδιέξοδα της κυρίαρχης αντίληψης σε όλες τις πτέρυγες της κοινοβουλευτικής αριστεράς στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, ότι η γραμμή της ενότητας πάνω στο περιβόητο ‘’ελάχιστο κοινό πολιτικό πρόγραμμα’’, χωρίς τις απαραίτητες ρήξεις μιας ανατρεπτικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής, θα μπορούσε δήθεν να επιβάλει την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και να κλυδωνίσει την κυριαρχία του κεφαλαίου.
Είναι μάλιστα εντυπωσιακή η αντίφαση ανάμεσα στην «ενωτική απλοχεριά» όταν πρόκειται η πολιτική ‘’απάντηση’’ να συνοψιστεί στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της δεξιάς πολιτικής γραμμής και στον απόλυτο σχεδόν σεχταρισμό και άρνηση της στοιχειώδους κοινής δράσης στους κοινωνικούς αγώνες που θα μπορούσε να απαντήσει στην αστική επίθεση και να δημιουργήσει όρους για ανατρεπτικό πολιτικό ρόλο του εργατικού κινήματος και ενός μετώπου εργατικής πολιτικής.
Με τούτα και με τα άλλα, η ‘’μαγική’’ γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, όχι ανακούφιση δεν έφερε, αλλά ούτε καν …προφυλακτικά δε διασφάλισε. Στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα η κυβέρνηση χαράζει σαφή γραμμή περαιτέρω τραγικής χειροτέρευσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας και αφανισμού της νεολαίας και πλείστων μικροαστικών στρωμάτων.
Όταν η ευρωζώνη κατάπιε ΟΛΕΣ τις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ
Ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργήθηκε, ούτε το αφορολόγητο πήγε στα 12.000 ευρώ. Αντίθετα αυξάνεται ριζικά η έμμεση φορολογία από τον ΦΠΑ κατά 1,8 δις το χρόνο, καθώς και η φορολογία των αγροτών.
Πολύ σοβαρά τα πρόσθετα βάρη στα λαϊκά στρώματα με τις ρυθμίσεις τόσο για το πετρέλαιο των αγροτών όσο και το πετρέλαιο θέρμανσης.
Όχι μόνο δεν επανήλθε έστω η 13η σύνταξη, αλλά μειώθηκαν λόγω της αύξησης των εισφορών οι συντάξεις, το ΕΚΑΣ καταργείται σταδιακά, για να μη μιλήσουμε για το νέο ασφαλιστικό έκτρωμα.
Η δέσμευση στις προγραμματικές δηλώσεις για επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ πήγε περίπατο, όπως και όλο το ‘’πρόγραμμα Θεσσαλονίκης’’, όπως και το λεγόμενο ‘’παράλληλο πρόγραμμα’’.
Το ξεπούλημα του ΟΛΠ και των 14 περιφερειακών αεροδρομίων σέρνουν το χορό των ιδιωτικοποιήσεων του ΣΥΡΙΖΑ.
Η υπόσχεση για ‘’σεισάχθεια’’ στα χρέη των νοικοκυριών κηδεύτηκε με τιμές. Τα ‘’κόκκινα δάνεια’’ απαιτούν και άλλο αίμα, καθώς η πρώτη κατοικία σταδιακά παραδίνεται στον εφιάλτη των πλειστηριασμών.
Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων οδηγεί σε κατασχέσεις, αναδιαρθρώσεις ή/και αλλαγή ιδιοκτησίας, με την εργατική τάξη να πληρώνει το βαρύτερο τίμημα με τις απολύσεις αλλά και την πρόταξη των τραπεζών στις αποζημιώσεις έναντι οφειλών σε εργαζόμενους.
Η ήδη καθημαγμένη εκπαίδευση καλείται να προσαρμοστεί στην προκρούστεια κλίνη της νεοφιλελεύθερης εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, ενώ η δημόσια υγεία βρίσκεται σε διάλυση, παρά τις κατά καιρούς κομπορημοσύνες.
Το αστυνομικό και ευρύτερα κατασταλτικό κράτος είναι στη θέση του, χωρίς οποιοδήποτε απολύτως μέτρο εκδημοκρατισμού ή ελέγχου. Η χώρα κυβερνιέται με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου.
Η δολοφονική ναζιστική Χρυσή Αυγή μένει στο απυρόβλητο.
Τεράστια η ευθύνη της κυβέρνησης η οποία χρεώνεται το θάνατο εκατοντάδων προσφύγων και παιδιών στη θάλασσα του Αιγαίου καθώς φυλάσσει τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους ξεριζωμένους από τους πολέμους της ανθρώπους.
Η Ελλάδα, όπως είχε προαναγγείλει ο Τσίπρας από το Τέξας, μένει δεμένη και συνυπεύθυνη στο άρμα του ΝΑΤΟ, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, με μια επικίνδυνη συμμαχία με το Ισραήλ και τη χούντα της Αιγύπτου.
Μήπως πρόκειται για ένα όχι και τόσο έντιμο, αλλά τέλος πάντων αναγκαστικό συμβιβασμό;
Κάθε άλλο! Με περισσό θράσος, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δήλωσε σε συνέντευξη στο Γαλλικό Canal+: «Η Συμφωνία (με την ευρωζώνη) εμπεριέχει ένα συμβιβασμό με στόχο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αυτή η σπορά που έγινε στην Ευρώπη από την ελληνική αντίσταση να πάει και στις άλλες χώρες»!
Με λίγα λόγια ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί να αποτελέσει το νέο υπόδειγμα για την υποταγή των λαών στην Ευρώπη στην εργατική γενοκτονία που επιχειρεί ο σύγχρονος καπιταλισμός που παραδέρνει σε δίνη κρίσης. Επιχειρεί να δώσει τη ‘’συνταγή επιτυχίας’’ κυβερνήσεων υποτακτικών του κεφαλαίου και μιας ΕΕ που βρωμάει σήψη και φαρμακίλα, πετυχαίνοντας εκεί που τα κλασικά αστικά κόμματα απέτυχαν.
Διαγράφηκε η διαγραφή του χρέους
Το τέλος της νόθας κρατικοποίησης των τραπεζών
Η μερική (έστω) διαγραφή του χρέους, καθώς και η εθνικοποίηση των τραπεζών αποτελούσαν κομβικούς πυλώνες του προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και στις πλέον …λιποβαρείς εκδοχές του.
Η υλοποίησή τους μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης ήταν φυσικά αδύνατη. Το πώς γίνεται το μαγικό να διαγράφεις οφειλές των εταίρων (και δανειστών) σου, την ίδια στιγμή που θα διεκδικείς τα ψίχουλα του ΕΣΠΑ τους, δεν είχε ποτέ απαντηθεί. Ούτε βέβαια το πώς θα γίνονταν κρατικές ή έστω θα δέχονταν έλεγχο οι τράπεζες του ευρω-συστήματος Ντράγκι…
Σε ότι αφορά το χρέος, με τη συμφωνία του eurogroup της 20ης Φλεβάρη, ρητά συμφωνήθηκε από την κυβέρνηση ότι θα «εκπληρώνει πλήρως και εγκαίρως όλες τις υποχρεώσεις έναντι των δανειστών».
Όπως είναι γνωστό ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι αποδέχτηκε το Τρίτο Μνημόνιο επειδή πήρε δήθεν σαν αντάλλαγμα την υπόσχεση αναδιάρθρωσης του χρέους. Η αλήθεια είναι ότι η συμφωνία της 12ης Ιουλίου της περυσινής χρονιάς με τα αφεντικά της ευρωζώνης επαναλαμβάνει αυτούσια την παραπάνω δέσμευση πληρωμής του χρέους, μαζί με τη ρητή απάρνηση κάθε διεκδίκησης ‘’ονομαστικής απομείωσης’’. Δίνεται έτσι εντελώς περιοριστικό περιεχόμενο στην έννοια της αναδιάρθρωσης.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαθήλωσε αυταρχικά, ταπεινωτικά και εν μια νυκτί την πρωτοβουλία της Ζ. Κωνσταντοπούλου και την Επιτροπή Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος, την οποία σε πρώτη φάση είχε επιχειρήσει πομπωδώς και υποκριτικά να αξιοποιήσει στη «διαπραγμάτευση». Ότι ακριβώς έγινε και με τη διεκδίκηση των Γερμανικών αποζημιώσεων και το άηθες πέταμα του Μ. Γλέζου στα αζήτητα…
Σε ότι αφορά τις Τράπεζες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν προχώρησε σε εθνικοποιήσεις, αλλά, αντίθετα, μέσω της τρίτης ανακεφαλοποίησης και των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, τις παρέδωσε κοψοχρονιά (5 δις) σε εγχώρια και πολυεθνικά ιδιωτικά κεφάλαια ζημιώνοντας το ελληνικό δημόσιο δεκάδες δις. Με τον τρόπο αυτό, άρθηκε -δυσμενώς για το στόχο της εθνικοποίησης και επωφελώς για το κεφάλαιο- η προσωρινή κατάσταση μετοχικής πλειοψηφίας του δημοσίου στις τράπεζες. Ενώ ποτέ δεν είχε γίνει άσκηση των δυνατοτήτων που παρείχε αυτή η πλειοψηφία (μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου), από τεχνική και πολιτική άποψη ήταν η πλέον ευνοϊκή για εθνικοποίηση. Ωστόσο, η ευρωζώνη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το Μνημόνιο είχαν άλλη γνώμη…
Αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο
Αριστερή υπέρβαση του κοινοβουλευτισμού
Πριν λίγες μέρες το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ Χ. Παππάς έκανε λόγο για έκφραση του «χώρου του κέντρου». Ίσως αυτή η φράση από μόνη της να αποδίδει την ουσία της μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα.
Αυτό ωστόσο δε συντελείται μέσα σε ένα περιβάλλον αδυνατότητας εναλλακτικής απάντησης στην καπιταλιστική κρίση, ούτε είναι προϊόν «σατανικού σχεδίου» αλλαγής διαχειριστή, το οποίο απρόσκοπτα προώθησαν «οι πάνω».
Η καπιταλιστική ανασυγκρότηση σε συνθήκες δομικής κρίσης και εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν είχε προηγούμενο σε χώρα ενός μεγάλου καπιταλιστικού κέντρου όπως η ΕΕ.
Η αριστερά ήταν απροετοίμαστη για αυτήν την εξέλιξη, ακριβώς επειδή στο κέντρο της ανάλυσής της εδώ και δεκαετίες δε βρίσκεται ούτε η σύγχρονη εξέλιξη του καπιταλισμού, ούτε ειδικότερα οι ολοκληρώσεις τύπου ΕΕ, μα ούτε και οι δυνατότητες μιας εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης με επαναστατικό ορίζοντα και σύγχρονο κομμουνιστικό περιεχόμενο.
Η έλλειψη αυτή φάνηκε τόσο στο χαρακτήρα της αλά ΣΥΡΙΖΑ ‘’απάντησης’’ στην κρίση, που σφραγίστηκε από το ηττημένο ιστορικά κεκτημένο της ρεφορμιστικής αριστεράς, όσο και στην αλά ΚΚΕ έμπλεη επαναστατικών διακηρύξεων αμηχανία και προσκόλληση σε αμυντικό οικονομικό αγώνα χωρίς στόχο και πεποίθηση πολιτικής ανατροπής, αλλά με ευχέλαια για το ..αύριο της λαϊκής εξουσίας.
Κοινωνικές μετατοπίσεις, ζητούμενο η πολιτική απάντηση
Οι κοινωνικές μετατοπίσεις ήταν κολοσσιαίες, το δε αποτύπωμά τους είναι ακόμη ισχυρό στο πολιτικό ρήγμα που έχουν προκαλέσει.
Τόσο ο «πρώιμος» Δεκέμβρης του 2008 όσο και το «κίνημα των πλατειών», έθεσαν (με πρωτόλειο και ατελή τρόπο) το ερώτημα μιας οργανωμένης λαϊκής παρέμβασης και πολιτικής απάντησης στο ζήτημα της εξουσίας που δε θα είχε στο κέντρο το κοινοβούλιο και το υπόλοιπο θεσμικό οικοδόμημα χειραγώγησης.
Το ΚΚΕ δεν πρόβλεψε, δεν είδε το βάθος και κυρίως περιφρόνησε αυτές τις δυναμικές. Στην πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, αναφέρεται το «κίνημα των πλατειών» ως ένα από τους βασικούς εχθρούς που είχε απέναντί του το Κόμμα την τελευταία πενταετία!
Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, κινήθηκε με το κεκτημένο της κλασικής ρεφορμιστικής στρατηγικής. Εξέφρασε όχι τη δυνατότητα της νίκης, αλλά, αντίθετα, κεφαλαιοποίησε την ήττα του μεγάλου εξεγερτικού κύματος της διετίας 2010-2012. «Μάζεψε» την απογοήτευση και τις μειωμένες προσδοκίες, στο τελευταίο οχυρό της «ανάληψης της διακυβέρνησης», συμπυκνώνοντας την εκ νέου αντικατάσταση του μαζικού πολιτικού αγώνα ανατροπής με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και ακύρωσή του.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τις αδυναμίες, παλινωδίες και λάθη, διαφοροποιήθηκε ρητά στο επίπεδο ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος ρήξης και ανατροπής με κρίσιμους πολιτικούς κόμβους και υπεράσπισε την επαναστατική αναγκαιότητα και δυνατότητα.
Εξαιρετικά αδύναμα ωστόσο κινήθηκε προς την αλλαγή του κέντρου βάρους στην κατεύθυνση της οργάνωσης του λαού, με παλιές και νέες μορφές, κατά βάση εξωκοινοβουλευτικές και στο πεδίο μιας ταξικής κοινωνικής συγκρουσιακής πρακτικής με αναβαθμισμένα πολιτικά χαρακτηριστικά. Όσο δεν «πέφτουν όλα τα σφυριά» σε αυτό, θα είναι δύσκολο να αξιοποιείται η διαρκής αιμορραγία του ΣΥΡΙΖΑ και οι διαφοροποιήσεις στο ΚΚΕ.
Ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο αντικαπιταλιστικών και ανατρεπτικών δυνάμεων, εξαιρετικά επείγον αλλά και εφικτό να συγκροτηθεί σήμερα με συμμετοχή νέων τάσεων, θα κριθεί τόσο στο εύρος και την προγραμματική του επάρκεια, όσο και στο μαχόμενο χαρακτήρα του, υπερβαίνοντας το ολισθηρό δίπολο κινηματισμού-θορυβώδους κοινοβουλευτισμού.
Δημοσιεύητηκε στο ΠΡΙΝ 24/1/2016
Η ΠΕΝΕΝ ΣΤΟΝ ΈΒΡΟ ΜΕ ΤΟ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ – ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Με τεράστια επιτυχία πραγματοποιήθηκε το διήμερο δράσης και αγώνα που διοργάνωσε το αντιφασιστικό –αντιρατσιστικό κίνημα της χώρας μας (ΚΕΕΡΦΑ) με την συμμετοχή πολιτικών κοινωνικών και εργατικών συλλογικοτήτων στον Έβρο στις 23-24 Γενάρη 2016.
Κεντρικό αίτημα της μεγάλης Πανελλαδικής κινητοποίησης ήταν: «Ρίξτε τους φράχτες – Ανοίξτε τα σύνορα της ρατσιστικής Ευρώπης φρούριο».
Μαζική ήταν η ανταπόκριση από τον Έβρο μέχρι το Καλαί της Γαλλίας. Πάνω από δύο χιλιάδες στον Έβρο και περισσότεροι από τρεις χιλιάδες στο Καλαί βρέθηκαν στους δρόμους για δύο μέρες αλλά και στις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην διάρκεια του διημέρου.

Με την επιλογή αυτή το αντιφασιστικό – αντιρατσιστικό κίνημα εξέφρασε με τον πιο έμπρακτο τρόπο την αλληλεγγύη στην συνεχιζόμενη φρίκη των χιλιάδων πνιγμένων προσφύγων μεταναστών και στην τελευταία τραγωδία που σημειώθηκε στο Αιγαίο και στοίχισε την ζωή 44 ανθρώπων μεταξύ των οποίων και 17 ανήλικων παιδιών.
Η μεγάλη διαδήλωση που έγινε στις Καστανιές προς τον φράχτη έστειλε αντιπροσωπεία που πέρασε πέρα από το μπλόκο των ΜΑΤ και έβαλε πανό με σύνθημα «Μέσα οι Πρόσφυγες». Ήταν η πρώτη φορά που το μήνυμα του κινήματος μπήκε στην απαγορευμένη ζώνη.
Αυτό στάθηκε δυνατόν να επιτευχθεί χάρις στην μαχητική αγωνιστικότητα του κινήματος και των συνδικάτων όπως ήταν η ΠΕΝΕΝ, η ΑΔΕΔΥ αλλά και στους εκατοντάδες αγωνιστές από την Αλεξανδρούπολη, την Ορεστιάδα και τις Καστανιές.
Στο Καλαί της Γαλλίας πάνω από τρεις χιλιάδες διαδηλωτές από την Γαλλία και την Βρετανία βάδισαν με μαζική πορεία και με την συμμετοχή Προσφύγων που είναι αποκλεισμένοι στην «ζούγκλα», την περιοχή όπου ζουν μέσα σε παράγκες και λάσπες περιμένοντας να περάσουν τα σύνορα. Απέκρουσαν αποφασιστικά την φασιστική πρόκληση ματαιώνοντας τις απόπειρες των φασιστών για αντισυγκέντρωση.
Στους κήπους του Έβρου τι κίνημα και οι διαδηλωτές προχώρησαν σε ολιγόωρο αποκλεισμό του τελωνείου, ενώ η αστυνομία της Τουρκίας δεν επέτρεψε αντιπροσωπεία συνδικαλιστών να περάσει για να πραγματοποιηθεί συνάντηση – σύσκεψη στην Κεσσάνη κρατώντας τους σε αναμονή πάνω από τρεις ώρες!!
Σημειώνουμε ότι η ΠΕΝΕΝ ήταν από τα ελάχιστα εργατικά σωματεία στην χώρα μας η οποία συνέβαλε στην καμπάνια για την στήριξη και την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες – μετανάστες και συμμετείχε με δικό της μπλοκ και δυνάμεις αλλά και πανό που δέσποζε το σύνθημα: «Διεθνιστική Αλληλεγγύη σε Πρόσφυγες και Μετανάστες».
Οι κινητοποιήσεις του αντιρατσιστικού – αντιφασιστικού και εργατικού κινήματος στον Έβρο αποτελούν μια σημαντική παρακαταθήκη ενώ ο αγώνας αυτός θα συνεχισθεί με στόχο να αποτραπούν οι καταστροφικές πολιτικές της Ε.Ε και της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ που μαζί με την αντιλαϊκή νεομνημονιακή πολιτική συντάσσεται με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ – Ευρώπης – Ρωσίας) που κλιμακώνουν τις στρατιωτικές επιθέσεις στους λαούς της περιοχής και απειλούν θανάσιμα την ειρήνη οδηγώντας στην αύξηση των προσφυγικών εκροών από τις εμπλεκόμενες χώρες όπως είναι η Συρία, το Ιράκ κ.λπ.

Το 2015 ήταν μακράν το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί στα χρονικά

Το έτος 2015 ήταν μακράν το θερμότερο στον πλανήτη αφότου άρχισαν να τηρούνται αρχεία των θερμοκρασιών, στα τέλη του 19ου αιώνα, σπάζοντας το ρεκόρ του 2014, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή Υπηρεσία Παρακολούθησης των Ωκεανών και της Ατμόσφαιρας (ΝΟΑΑ) των ΗΠΑ.
Πρόκειται για μια ένδειξη ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη επιταχύνεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η αμερικανική κυβέρνηση.
Ο Δεκέμβριος ήταν επίσης ο θερμότερος μήνας που καταγράφθηκε εδώ και 136 χρόνια, επισημαίνει η NOAA.
Για το σύνολο του 2015 η μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια της γης και των ωκεανών κυμαίνεται 0,90 βαθμούς Κελσίου πάνω από το μέσο όρο του 20ού αιώνα, πρόκειται δηλαδή για την υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφθεί στα αρχεία που χρονολογούνται από το 1880.
Το προηγούμενο ρεκόρ, που σημειώθηκε το 2014, ξεπεράστηκε κατά 0,16 βαθμούς Κελσίου.
Από τους 12 μήνες του 2015, καταρρίφθηκαν τα ρεκόρ των θερμοκρασιών σε μηνιαία βάση στους δέκα.
Από το 1997, το πρώτο έτος από το 1880 που καταγράφθηκε άνοδος-ρεκόρ του υδράργυρου στον πλανήτη, τα 16 από τα 18 χρόνια που ακολούθησαν ήταν θερμότερα, διευκρινίζει η NOAA.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
- Τελευταια
- Δημοφιλή