Σήμερα: 07/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

palhmnhm.jpg

του Γεράσιμου Αραβανή

Η κυβέρνηση βρίσκεται από τη μια πλευρά αντιμέτωπη με τους δανειστές, τους περιβόητους θεσμούς και από την άλλη με το κύμα δυσαρέσκειας και αγανάκτησης και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Οι δανειστές δεν δείχνουν κανένα σημάδι ανοχής απέναντι στην κυβέρνηση, όπως δεν έδειξαν και σε όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Απαιτούν τη λήψη ολόκληρου του πακέτου των αντιλαϊκών μέτρων που περιλαμβάνονται στο 3ο μνημόνιο.

Οι όποιες προσδοκίες της κυβέρνησης για ορισμένη ανοχή και κατανόηση αποδεικνύονται αβάσιμες. Παρά τις κυβερνητικές προσδοκίες, οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικανοί και το ΔΝΤ φαίνεται ότι ομόφωνα τοποθετούνται στα βασικά ζητήματα και δεν αφήνουν χαραμάδα διαφοροποίησης μεταξύ τους. Οι ελπίδες της κυβέρνησης, αν είχε, ότι θα εκμεταλλευθεί τις μεταξύ τους διαφορές και θα διαμορφώσει συμμαχίες με βάση τους στόχους της αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά αυταπάτες. Οι «σύμμαχοι» απαιτούν εδώ και τώρα υλοποίηση όλων των μέτρων που συμφωνήθηκαν το καλοκαίρι στο 3ο μνημόνιο και ίσως αργότερα, στο μέλλον συζητήσουν για το χρέος της χώρας, όχι φυσικά για τη διαγραφή του, αλλά για μια διευκόλυνση να μειωθούν τα τεράστια ποσά εξυπηρέτησης του ετησίως, ιδιαίτερα μετά το 2022, που είναι υπέρογκα και να μεταφερθούν αργότερα.

Για πρώτη φορά τον ένα χρόνο που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ βρίσκεται στα πράγματα είναι αντιμέτωπη με την αγανάκτηση και τις μαζικές αντιδράσεις του λαού και η αιτία είναι το σύνολο των μέτρων που περιλαμβάνονται στο μνημόνιο και θεσμοθετούνται από τη βουλή και ιδιαίτερα του νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο και τα φορολογικά μέτρα. Στην πρώτη γραμμή των αντιδράσεων μέχρι στιγμής βρίσκονται οι αγρότες, οι οποίοι κινδυνεύουν κυριολεκτικά με συντριβή, από κοντά οι επιστήμονες ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κ.ά. Είναι αλήθεια ότι ο συνδυασμός φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων θα φέρει την πλειοψηφία των μικροαστικών στρωμάτων μπροστά στο φάσμα της καταστροφής. Φυσικά ο στόχος αυτός, της μείωσης των ενδιάμεσων μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων και η συγκέντρωση του κεφαλαίου και της παραγωγής σε λίγους, κυρίως στις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις είναι οικονομικός νόμος του καπιταλισμού και διακηρυγμένος στόχος της άρχουσας τάξης και της ΕΕ.

Με μεγάλη καθυστέρηση θα εκδηλωθεί η αντίδραση των εργατοϋπαλλήλων, των μισθωτών και των συνταξιούχων, αυτών που σήκωσαν τα μεγαλύτερα βάρη των δύο προηγούμενων μνημονίων, με την πανελλαδική απεργία τους να τοποθετείται στις 4 Φλεβάρη. Βέβαια το διάστημα αυτό σημειώνονται σημαντικές κινητοποιήσεις σε κλάδους και επιχειρήσεις με ιδιαίτερη επιτυχία και μεγάλη σημασία, σε καμία περίπτωση όμως οι αγώνες αυτοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη δράση σύσσωμης της εργατικής τάξης, επικεφαλής των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων. Μάλιστα η καθυστέρηση να μπει στη δράση η εργατική τάξη και να διαμορφώσει μέσα από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ρόλο μπροστάρη και καθοδηγητή σε ολόκληρο το λαϊκό κίνημα αυξάνει τους κινδύνους εκτροπής των κινητοποιήσεων στο συντεχνιασμό και χειραγώγησης τους από την κυβέρνηση και τους αστικούς μηχανισμούς.

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση του λαού και διαμορφώνονται προϋποθέσεις ροκανίσματος της επιρροής της με σχετικά γρήγορους ρυθμούς.

Οι αστικοί μηχανισμοί και οι «σύμμαχοι» οπωσδήποτε θα πάρουν όλα τα μέτρα που μπορούν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση που διαμορφώνεται. Και επειδή η απειλή για την εφαρμογή του μνημονίου και την υλοποίηση των αντιλαϊκών μέτρων του μπορεί να προέλθει μόνο από το λαό και τους αγώνες του εκεί στρέφονται και θα στραφούν καταρχήν τα πυρά τους. Βασική κατεύθυνση τους είναι αυτή τη στιγμή η διαίρεση των αγωνιζόμενων λαϊκών τάξεων και ο ευνουχισμός των αιτημάτων τους. Να αφαιρεθούν από τα αιτήματα ή να έρθουν σε δεύτερη μοίρα αιτήματα με ριζοσπαστικό περιεχόμενο που αμφισβητούν συνολικά το μνημόνιο και την εφαρμοζόμενη πολιτική, ακόμη και μέτρα που συνολικά αμφισβητούν το νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό και τα φορολογικά μέτρα. Πολύ περισσότερο να μην αμφισβητηθεί η θέση της χώρας στο ευρώ και την ΕΕ, αντίθετα όλο και πιο πολύ να εδραιώνεται στη λαϊκή συνείδηση η αναγκαιότητα να μείνει η χώρα στην ΕΕ διότι αποτελεί τη μοναδική λύση.

Π.χ. προβάλλεται το αίτημα να συναντηθούν οι αγρότες με τον ίδιο τον πρωθυπουργό, σαν να μην είναι με την έγκριση του πρωθυπουργού το νομοσχέδιο, αλλά εν αγνοία του. Αντίθετα το αίτημα για διάλογο μετά από απόσυρση των ασφαλιστικών και φορολογικών μέτρων, ιδιαίτερα όταν αυτό συνοδεύεται από ορισμένα βασικά αιτήματα για ένα ασφαλιστικό και φορολογικό σύστημα δημοκρατικό και φιλολαϊκό, λειτουργεί σε διαφορετικό επίπεδο και δύσκολα ενσωματώνεται.

Ένας δεύτερος κίνδυνος είναι η προσπάθεια διαίρεσης του λαού που εκδηλώνεται και θα εκδηλωθεί να βρει πρόσφορο έδαφος. Να στραφούν κλάδοι εναντίον άλλων κλάδων, τμήματα εργαζομένων εναντίον άλλων. Σε αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι τα μέτρα είναι υπέρ των φτωχότερων τμημάτων και επιβαρύνονται περισσότερο οι εύποροι.

Μια τρίτη πλευρά είναι το δηλητηριώδες κύμα προπαγάνδας που η κυβέρνηση εξαπέλυσε κυρίως εναντίον των αγροτών, τόσο τραβηγμένο από τα μαλλιά που γίνεται φανερό με την πρώτη ματιά. «Οι αγρότες δεν πληρώνουν φόρους, φοροδιαφεύγουν, δηλώνουν ελάχιστο εισόδημα», ενώ είναι γνωστό ότι φορολογούνται με βάση το τεκμήριο, των 12.000 ευρώ ετησίως. Ότι οι αγρότες και οι αγώνες τους είναι χειραγωγημένοι από αγροτοπατέρες και κομματικούς εγκάθετους. Αυτά λέει η κυβέρνηση, ακριβώς εκείνα που της καταλόγιζε παλαιότερα η σημερινή αντιπολίτευση. Αλήθεια πώς έρχονται τα πράγματα;

Σήμερα οι αγρότες, αύριο οι υπόλοιποι αγωνιζόμενοι κλάδοι θα διαπιστώσουν ιδίοις όμασι ότι απέναντί τους δεν έχουν μόνο την κυβέρνηση, έχουν το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου απόλυτα συσπειρωμένο και αποφασισμένο εναντίον τους. Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, ο Λεβέντης αφού ψήφισαν καλά καλά το 3ο μνημόνιο, το οποίο περιλαμβάνει όλα αυτά τα μέτρα, σήμερα δηλώνουν γενικά υπέρ των αγροτών, δέχονται ότι τα μέτρα θα είναι επώδυνα για αυτούς, τους καλούν όμως να διαλύσουν τα μπλόκα γιατί βλάπτουν την οικονομική δραστηριότητα και την ομαλότητα και θίγουν τον υπόλοιπο πληθυσμό και ως μοναδική μορφή αγώνα τους προτείνουν τον αέναο και ατέρμονα διάλογο. Δηλαδή παρατήστε τα, υποταχθείτε και συντριβείτε. Οι περιβόητες προτάσεις της ΝΔ για να μην επιβαρυνθούν υποτίθεται οι αγρότες με υπέρογκες αυξήσεις είναι να περικοπούν οι κρατικές δαπάνες, δηλαδή να διαλυθεί ολοκληρωτικά ό,τι απέμεινε από το «κοινωνικό κράτος» και να απολυθούν επιπλέον δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι. Εξάλλου ο νέος αρχηγός της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει πείρα σ’ αυτά.

Αστικά κόμματα και μηχανισμοί επειδή αντιλαμβάνονται ότι έρχεται η φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και μεγάλου μέρους της επιρροής του, βαθιά δυσαρεστημένοι πολίτες θα διαρρήξουν τις σχέσεις μαζί του και θα κάνουν διαφορετικές επιλογές, πιθανόν να ακολουθήσουν αγωνιστικούς δρόμους παίρνουν από σήμερα τα μέτρα τους. Φτιασιδώνουν τη ΝΔ για να λειτουργήσει ως πόλος συσπείρωσης τους. Προβάλλουν τον «μεταρρυθμιστή» Μητσοτάκη ως λύση που μπορεί να βγάλει τη χώρα από το τέλμα και σ' αυτή την προσπάθεια ηγούνται οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί. Έβαλαν επιπλέον μπροστά ολόκληρη βιομηχανία δημοσκοπήσεων για να πείσουν την κοινή γνώμη ότι ο νεοφιλελεύθερος Μητσοτάκης είναι η λύση, είναι πρωθυπουργός εν αναμονή.

Στη βάση αυτή διαμορφώνονται τα σχέδια χειραγώγησης του λαού και του κινήματος που αναπτύσσεται, ο εκφυλισμός του σε ανώδυνους δρόμους, στη βάση της εναλλαγής κυβερνήσεων, ενώ η πολιτική θα παραμείνει ίδια, το μνημόνιο, τα ίδια συμφέροντα θα παραμείνουν στα πράγματα, οι πραγματικοί υπαίτιοι της κρίσης αυτοί που πλούτισαν από τη διαχείριση της. Θα συνεχίσουν να ασκούν την πραγματική εξουσία η ΕΕ, η Κομισιόν, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το ΔΝΤ, οι πραγματικοί κυρίαρχοι και μαζί τους η άρχουσα τάξη της χώρας.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να υπάρξει λύση υπέρ των εργαζομένων. Αν υπάρχει δυνατότητα, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, να ακολουθήσουν οι εξελίξεις διαφορετικό δρόμο πέρα τους σχεδιασμούς τους. Παρά τις δυσκολίες, που κυρίως της διαμορφώνουν οι αδυναμίες και συνολικά τα μεγάλα προβλήματα του εργατικού και του λαϊκού κινήματος και η αδυναμία της αριστεράς να παρέμβει, να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει τους λαϊκούς αγώνες, θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Τουλάχιστον η σύγκρουση να μην δοθεί με άσφαιρα πυρά, αλλά να αμφισβητηθεί σθεναρά η ψήφιση και η εφαρμογή του μνημονίου, να μπουν οι βάσεις για έναν νέο συσχετισμό δύναμης υπέρ του λαού.

Ο μόνος δρόμος για κάτι τέτοιο είναι οι αγώνες να προσλάβουν μαζικά χαρακτηριστικά, να κινητοποιήσουν την πλειοψηφία των εργατοϋπαλλήλων και όλων των εργαζομένων, να είναι αγώνες ενωτικοί και αποφασιστικοί.

Τα αιτήματα και συνολικά το περιεχόμενο των αγώνων να είναι αιτήματα απόρριψης των μνημονιακών μέτρων, να περιλαμβάνουν όμως και νέες διεκδικήσεις και να αμφισβητούν συνολικά αυτή την πολιτική. Πέραν της απόρριψης δηλαδή των μέτρων που προωθούνται να διεκδικούνται νέες κατακτήσεις, να διατυπώνονται επιθετικά αιτήματα.

Ο αγώνας να είναι ανυποχώρητος με επιδίωξη τη νίκη και όχι για την τιμή των όπλων για τη συντήρηση της επιρροής κάθε παράταξης. Είναι φανερό ότι οι επιδιώξεις αυτές δεν προωθούνται με εικοσιτετράωρες επετειακές απεργίες, αλλά με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο πολύμορφης δράσης που καθημερινά κλιμακώνεται.

Οι αγώνες να ξεφύγουν από την πολυδιάσπαση και να πάρουν ένα ενωτικό ανατρεπτικό χαρακτήρα, να συσπειρώνουν τους εργάτες και τους υπαλλήλους πάνω στις ζωτικές διεκδικήσεις και στην προοπτική τους, να προωθούν τη συμμαχία με τους αγρότες και τους επαγγελματίες της πόλης, τους εργαζόμενους επιστήμονες και τη νεολαία.

Εκεί βρίσκεται η προοπτική και εκεί όλοι θα κριθούν.

Ο Γεράσιμος Αραβανής ήταν επί σειρά ετών μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και βουλευτής του κόμματος.

Αρχική δημοσίευση: lefkadanews.com και lefkadaweb.gr

koinianakoin.jpg

Για μια ακόμα φορά οι εργαζόμενοι και ο λαός βρίσκονται μπροστά σε μια μεγάλη επίθεση. Η «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» που προωθείται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το «κουαρτέτο» των «θεσμών» των ΕΕ-ΔΝΤ, στο πλαίσιο των τριών μνημονίων και των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων, επιχειρεί να επιφέρει μια βαθύτερη και ποιοτική αντιδραστική τομή υπέρ του κεφαλαίου για την υπέρβαση της κρίσης του, με μακροπρόθεσμες καταστροφικές επιπτώσεις για τα ασφαλιστικά δικαιώματα, την εργασία, το εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις, την υγεία και γενικότερα τη ζωή της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Στην κατεύθυνση αυτή, το κεφάλαιο, η κυβέρνηση, η ΕΕ, το ΔΝΤ, τα κόμματά τους, οι εργοδοτικές ενώσεις, τα καθεστωτικά ΜΜΕ, οι παρατάξεις τους στους εργασιακούς χώρους κ.ά., παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συνασπίζονται στην κατεύθυνση της επιβολής της ουσίας αυτής της αντιδραστικής μεταρρύθμισης. Η νεοφασιστική Χρυσή Αυγή, παρά τις αντιπολιτευτικές κορώνες της, ουσιαστικά ευθυγραμμίζεται με το κεφάλαιο και την ΕΕ.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία με τον συνδικαλισμό τύπου ΓΣΕΕ αλλά και οι ηγεσίες των επιμελητηρίων, και των αγροτικών ομοσπονδιών, όλες οι δυνάμεις που στήριξαν έως τώρα την κυρίαρχη πολιτική και το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, δεν μπορούν ή και δεν θέλουν να οργανώσουν και να κλιμακώσουν ένα νικηφόρο αγώνα.

Είμαστε πεισμένοι ότι το εργατικό και λαϊκό κίνημα έχει τη δύναμη να μπλοκάρει και να ανατρέψει την αντιασφαλιστική επίθεση, όπως το έχει καταφέρει και στο παρελθόν, και συνολικά την επίθεση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: Με στήριξη των αγώνων που ξεσπούν και ξεπερνούν τον «εθιμοτυπικό» χαρακτήρα και τη γραφειοκρατία. Με άμεση πολύμορφη κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, ξεκινώντας από απεργίες με στόχο να μην τολμήσει η κυβέρνηση καν να καταθέσει το νομοσχέδιο. Με μια μεγάλη απεργία στις 4 Φλεβάρη που θα είναι η αρχή και όχι το τέλος των αγώνων. Με συνέχιση και κλιμάκωση με 48ωρη απεργία και απεργίες διαρκείας, ώστε ακόμα κι αν η κυβέρνηση φέρει το νομοσχέδιο ή το περάσει στη Βουλή, να αναγκαστεί να το αποσύρει υποχωρώντας στον πανεργατικό-παλλαϊκό ξεσηκωμό.

Σε αυτή την βάση, ο πολιτικός συντονισμός των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς για την κοινή δράση στο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα ενάντια στην αντιδραστική «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και των ΕΕ-ΔΝΤ, είναι απολύτως αναγκαία για τη νίκη των αγώνων, αλλά και εφικτή.

Υποστηρίζουμε ανεπιφύλακτα τους ενωτικούς, δυναμικούς και ανένδοτους αγώνων των ταξικών δυνάμεων στο εργατικό και λαϊκό κίνημα: Τους αγώνες και τα μπλόκα της μικρομεσαίας αγροτιάς. Τις κινητοποιήσεις των ελαστικά εργαζόμενων με «μπλοκάκι», των εργαζόμενων ελευθεροεπαγγελματιών και των νέων επιστημόνων που δεν αγωνίζονται για να κρατήσουν την «γραβάτα τους», όπως λένε τα καθεστωτικά ΜΜΕ, αλλά για να ασκούν με αξιοπρέπεια το επάγγελμά τους και να ζουν από την δουλειά τους. Επιδιώκουμε να πάρουν χαρακτηριστικά παλλαϊκού ξεσηκωμού, με προεξάρχοντα τα αιτήματα που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας –απέναντι στην κυβερνητική προσπάθεια διάσπασης και κατακερματισμού– με πρωταγωνιστικό ρόλο των εργατικών και φτωχών λαϊκών στρωμάτων

Το πλαίσιο για τον πολιτικό συντονισμό κοινής δράσης διαμορφώνεται με τις παρακάτω πολιτικές κατευθύνσεις και διεκδικήσεις:

  1. Αποφασιστική πάλη για την ανατροπή της αντιασφαλιστικής τομής που προωθούν κυβέρνηση, ΕΕ και ΣΕΒ. Καμία συναίνεση, καμία ανοχή στην κατακρεούργηση των λαϊκών δικαιωμάτων.
  2. Καθολική, δημόσια, υποχρεωτική ασφάλιση και δημόσια, δωρεάν, υποχρεωτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους-ες, χωρίς εξαιρέσεις και προϋποθέσεις, που να αντιστοιχούν στις σύγχρονες ανάγκες εργαζομένων, νεολαίας και λαού. Κατάργηση όλων των παλιών και νέων αντιασφαλιστικών και αντεργατικών νόμων, των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων που τους επιβάλλουν.
  3. Εξασφάλιση για όλους και όλες, με κατώτερη σύνταξη, που να αντιστοιχεί στις ανάγκες και τα δικαιώματα της εποχής μας για αξιοπρεπή ζωή, είναι ίση με τον κατώτερο μισθό. Κατάργηση των περικοπών που έχουν γίνει από το 2009 σε μισθούς και συντάξεις. Επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης και μισθού. Ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις, αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις με μείωση των κερδών του κεφαλαίου.
  4. Αποφασιστική μείωση των ανώτατων ηλικιακών ορίων και των χρόνων συνταξιοδότησης. Υποστήριξη των διεκδικήσεων των ταξικών συνδικάτων για παραπέρα μείωση στα όρια γυναικών και εργαζομένων σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
  5. Πλήρης ασφαλιστική και υγειονομική κάλυψη για κάθε άνεργο και για όλες τις μορφές ελαστικής απασχόλησης, μαθητείας κ.λπ. Η ανεργία να μετράει ως χρόνος ασφάλισης.Δουλειά για όλους, σταθερή, πλήρης και με ασφάλιση. Κατάργηση της μαύρης εργασίας -με αυστηρές ποινές στους εργοδότες. Ενιαίες σχέσεις και αμοιβές στην ίδια εργασία, χωρίς καμιά διάκριση σε βάρος των νέων, των γυναικών και των μεταναστών.
  6. Δραστική μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών με κατάργηση των μορφών ελαστικής εργασίας και μερικής απασχόλησης.
  7. Προστασία των ασφαλιστικών, επαγγελματικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των αυτοαπασχολούμενων και των μικρομεσαίων αγροτών -όχι στη λεηλασία που προωθείται.
  8. Αποφασιστική μείωση των εργατικών εισφορών μέχρι που το κόστος της ασφάλισης να βαρύνει κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο και το κράτος, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους ανέργους.
  9. Να επιστραφούν στα ασφαλιστικά ταμεία τα αποθεματικά που υπεξαίρεσαν οι τράπεζες, οι εργοδότες και το κράτος, τα 70 δισ. ευρώ που λεηλατήθηκαν έως το 2010, τα δεκάδες δισ. που χάθηκαν με τα δομημένα ομόλογα και το «κούρεμα» του PSI, αλλά και τα δισ. που αρπάχτηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2015 για να αποπληρωθεί το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.Απόσυρση των Ταμείων από κάθε λογής «τζόγο». Να περάσουν τα ασφαλιστικά ταμεία στα χέρια των εργαζομένων.
  10. Για να χρηματοδοτηθεί το ασφαλιστικό σύστημα: άμεση παύση πληρωμών στους δανειστές και διαγραφή του δημόσιου χρέους.

Η πάλη για τα αιτήματα αυτά μπορεί να ανοίξει έναν άλλο δρόμο για τους εργαζόμενους, το λαό και τη νεολαία. Χωρίς χρέος, μνημόνια και ευρωενωσιακά σύμφωνα πανευρωπαϊκής λιτότητας και αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων». Για να απελευθερωθεί ο λαός από τους εκβιασμούς και τα δεσμά της ΕΕ και του ΔΝΤ, σε ρήξη με την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

 Στη βάση της πλήρους αυτοτέλειας κάθε πολιτικής δύναμης, προτείνουμε τις εξής κοινές ενέργειες των δυνάμεών μας στο εργατικό και λαϊκό κίνημα:

  1. Συντονισμός στα συνδικάτα και τις μαζικές οργανώσεις, στις απεργίες, τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις.
  2. Συμβολή στις διαδικασίες και αποφάσεις των συνελεύσεων των συνδικάτων για να περάσουν οι αγώνες στα χέρια των εργαζομένων.
  3. Συμβολή στη δημιουργία συντονισμών «από κάτω» που θα προωθούν την αγωνιστική ενότητα της εργατική τάξης, κέντρων αγώνα και επιτροπών ταξικών και αγωνιστικών συνδικάτων, φτωχών αγροτών, εργαζόμενων επαγγελματιών και αυταπασχολούμενων κατά τόπους, στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ενιαίου κέντρου αγώνα ενάντια στην αντιδραστική ασφαλιστική μεταρρύθμιση και σε διάκριση από τον κάθε είδους γραφειοκρατικό, κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό.
  4. Σεβασμός στην αυτοτέλεια των μαζικών οργάνων του ταξικού συνδικαλιστικού και μαζικού κινήματος.

πηγη: ergatikosagwnas.gr

tarpagkos.jpg

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Σε ολόκληρη την τελευταία 35ετία οι αστικές κυβερνήσεις, του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, έφερναν προς ψήφιση και εφάρμοζαν αναπτυξιακούς νόμους ( από το Ν.1262 / 1982 μέχρι το Ν. 3294 / 2004), προκειμένου να ενισχύσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας ένα σχετικό περιβάλλον ενθαρρυντικό για την επενδυτική δραστηριότητα της ιδιωτικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Προφανώς σε κάθε περίπτωση δεν επρόκειτο για διαδικασίες εθνικής παραγωγικής δημοκρατικής ρύθμισης και σχεδιασμού, αλλά για δευτερογενείς παρεμβάσεις, παράλληλα με την κύρια διαδικασία ανάπτυξης του ιδιωτικού ελληνικού καπιταλισμού, προς την οποία έρχονταν να λειτουργήσουν ενισχυτικά, και με περιθωριακά πάντοτε αποτελέσματα. Έτσι λ.χ. η εργατική απασχόληση, είτε προσαυξάνονταν, όπως στη δεκαετία του 1990, είτε συρρικνώνονταν όπως στην τελευταία επταετία της κεφαλαιοκρατικής κρίσης, σε ελάχιστο βαθμό επηρεάζονταν από αυτές τις αστικές κρατικές δράσεις. Αρκεί να δει κανείς ότι στη διάρκεια της περιόδου 1982 – 2008, οι θέσεις απασχόλησης που δημιουργήθηκαν, και οι οποίες μάλιστα ήταν πάντοτε βραχύβιες, δεν ξεπερνούν συνολικά τις 160 χιλιάδες. Και μάλιστα το ίδιο το κόστος των πενιχρών και σύντομων σε διάρκεια θέσεων εργασίας, ήταν δυσθεώρητο, φτάνοντας τις 362 χιλιάδες ευρώ, ως επί το πλείστον με χρήματα του ελληνικού δημοσίου που κατευθύνονταν στο ιδιωτικό κεφάλαιο, και που επιβάρυναν τον κάθε φορά κρατικό προϋπολογισμό [ Χ. Λιάγγου «Η πρόταση του ΣΕΒ για τον νέο αναπτυξιακό νόμο», Οικονομική Καθημερινή, 24-1-2016 ].

Ορόσημα μιας αστικής αναπτυξιακής επενδυτικής πολιτικής

Στην πορεία μιας τέτοιας κατεύθυνσης έρχεται να προστεθεί αυτή την περίοδο η πρόταση αναπτυξιακού νόμου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να ξεφεύγει από τις κατευθύνσεις της πεπατημένης όλων των προηγούμενων αστικών κυβερνήσεων. Πολύ περισσότερο που στη σημερινή συγκυρία ηοικονομική καταστροφή που έχει πλήξει τη βιομηχανία, το εμπόριο και τις υπηρεσίες είναι πρωτοφανής, παράλληλα με την εξολόθρευση του ενός τρίτου της ζωντανής εργασίας με την ανεργία, σε σχέση με την αναπτυξιακή νομοθεσία στην προηγούμενη περίοδο, που χαρακτηρίζονταν από μια σχετική καπιταλιστική ανάπτυξη και ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% - 3%. Μ’ άλλες λέξεις παρόλο που οι ανάγκες οικονομικής ανάταξης της χώρας είναι τεράστιες, το μέγεθος της νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Από μια γενική άποψη αυτό που κάνει αυτή η πολυδιαφημισμένη αναπτυξιακή πρωτοβουλία της κυβέρνησης είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης όρων για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, μια και εκτιμάται ότι το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργήσει η καπιταλιστική κρίση φτάνει τα 103 δισεκατ. ευρώ. Έτσι παρέχονται κίνητρα με την μορφή των φοροαπαλλαγών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως και άμεσες κεφαλαιακές ενισχύσεις : Κίνητρα επιχορηγήσεων, φορολογικών απαλλαγών και επιδοτήσεων leasing στα ανώτατα επιτρεπόμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ποσοστά [ Α. Γκίτση « 5+2 κίνητρα για την προσέλκυση επενδύσεων », Αυγή 24-1-2016 ]. Αυτή είναι με δυο λέξεις η αναπτυξιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο σημερινό τοπίο οικονομικού ολέθρου : κίνητρα, επιδοτήσεις, απαλλαγές, ενισχύσεις στην υπηρεσία του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

Μ’ αυτά τα δεδομένα της αναπτυξιακής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης, και με δεδομένα επίσης όλα τα προγραμματικά στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ που εγκαταλείφθηκαν (αποκατάσταση κατώτερου μισθού και αμοιβών συλλογικών συμβάσεων κλπ.), επόμενο είναι να διαμορφώνεται μια σύγκλιση, σχεδόν πλήρης ταύτιση με τους προσανατολισμούς της καπιταλιστικής εργοδοσίας. Έτσι, διαπιστώνοντας ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν μια πλατειά χρηματοδοτική ενίσχυση των βιομηχανικών επενδύσεων, εκείνο που επιδιώκει ο ΣΕΒ, σε παραλληλία με την πολιτική της κυβέρνησης, είναι η καθιέρωση ισχυρών φορολογικών απαλλαγών για κάθε επιχείρηση που πραγματοποιεί παραγωγικές επενδύσεις. Οι φοροαπαλλαγές αυτές υποτίθεται ότι μετατρέπονται σε νέες επενδύσεις, μια διαρκής δηλαδή «επιβράβευση» κερδοφορίας του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα επιζητείται η άρση αντικινήτρων όπως είναι οι ασφαλιστικές και εργοδοτικές εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση, και η ριζική τους μείωση, πράγμα που σε συνδυασμό με τις απαλλαγές φόρου, θα οδηγήσουν υποτίθεται, σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας και σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.

Τέλος πάγιος στόχος του ΣΕΒ είναι η οριοθέτηση συγκεκριμένων γεωγραφικών ζωνών, στις οποίες ισχύουν κυριολεκτικά υψηλά ποσοστά φοροαπαλλαγής, και εντελώς χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές που φτάνουν μέχρι το 9% επί των καθαρών κερδών. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι κατ’ αυτό τον τρόπο όχι μόνον δεν φορολογούνται τα κέρδη του επιχειρηματικού κεφαλαίου, όχι μόνον δεν διασφαλίζονται οι πόροι για την κοινωνική ασφάλιση, όχι μόνον μειώνεται δραστικά η φορολόγηση των επενδύσεων, αλλά η αρχή της δίκαιης φορολόγησης παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Πρόκειται για μια οικονομική πολιτική που συρρικνώνει τα μέγιστα τα δημοσιονομικά έσοδα, αναδιανεμητική από την μισθωτή εργασία προς όφελος του επιχειρηματικού κεφαλαίου, «ταξικά μεροληπτική» προς το συμφέρον της καπιταλιστικής εργοδοσίας. Και προφανώς και αφετηρία συνεχούς διόγκωσης του δημόσιου χρέους, εφόσον το κεφάλαιο, προκειμένου να τεθεί σε παραγωγική κίνηση, απαιτεί κάθε διευκόλυνση, κίνητρο, ενίσχυση, αποφεύγοντας νόμιμα την καταβολή της φορολόγησης που του αντιστοιχεί.

Αυτή η ταύτιση επιδιώξεων και η σύγκλιση πολιτικών ΣΥΡΙΖΑ και ΣΕΒ είναι άλλωστε εμφανέστατη και ανοιχτά ομολογημένη, όπως συμβαίνει με τους πολιτικούς εκπροσώπους του Υπουργείου Ανάπτυξης [ Λ. Λαμπριανίδης, Γ.Γ. Ιδιωτικών Επενδύσεων «Οδικός χάρτης για τον αναπτυξιακό νόμο», Ναυτεμπορική, 26-1-2016 ]. Ρητά δηλώνεται ότι δεν υπάρχει άλλη προοπτική για να αντιστραφεί το κλίμα στη χώρα, πέρα από την πραγματοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων. Προβλέπεται απροσχημάτιστα η χορήγηση φορολογικών απαλλαγών από την καταβολή φόρου εισοδήματος επί των πραγματοποιουμένων προ φόρων κερδών για το σύνολο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων. Επίσης η επιδότηση του κόστους της όποιας δημιουργούμενης απασχόλησης ,με την κάλυψη από το Δημόσιο του μισθολογικού κόστους των νέων θέσεων εργασίας, που δημιουργούνται και συνδέονται με το κάθε φορά επενδυτικό σχέδιο. Μάλιστα ακόμη και το σχετικό επιχειρηματικό ρίσκο καλύπτεται με χρηματοδοτήσεις του επιχειρηματικού κινδύνου, μέσω ταμείου συμμετοχών, με παροχή ιδίων κεφαλαίων, δανείων ή εγγύησης κάλυψης ζημιών. Η φορολογική απαλλαγή μάλιστα μπορεί να φτάσει και στο 100% της επιχορήγησης, ομοίως και η επιδότηση του μισθολογικού κόστους κλπ. Δεν θα μπορούσε προφανώς να υπάρξει άλλη, τόσο «ταξικά μεροληπτική» πολιτική προς όφελος του επιχειρηματικού κεφαλαίου, με απαλλαγές και ενισχύσεις που γίνονται σε βάρος των λαϊκών τάξεων.

Στήριξη της δημόσιας επενδυτικής αναδιανεμητικής πολιτικής

Προφανέστατα και τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής θα είναι εξαιρετικά πενιχρά, όπως συνέβη και με τους προηγούμενους αναπτυξιακούς νόμους της τελευταίας τριακονταετίας, με εξαιρετικά ακριβό κόστος για τις όποιες δημιουργούμενες θέσεις εργασίας, προσωρινού ως επί το πλείστον χαρακτήρα, που βρίσκονται σε εντελώς χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την συνολική σημερινή ανεργία. Ο μόνος λόγος που προωθούνται αυτά τα μέτρα δεν είναι άλλος από την χορήγηση μέγιστων διευκολύνσεων προς τις ήδη κερδοφόρες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να πραγματοποιήσουν μικρές επενδυτικές επεκτάσεις, μεταθέτοντας το βάρος χρηματοδότησης στον κρατικό προϋπολογισμό, και ταυτόχρονα αφαιρώντας του πόρους από την υπερμεγέθη φορολογική ασυλία.

Ποια είναι κατά συνέπεια τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από μια τέτοια κριτική ανάλυση του σχεδίου του νέου αναπτυξιακού νόμου της μνημονιακής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ;

Πρώτα από όλα ότι η οικονομική ανάταξη της χώρας από την καταστροφή της τελευταίας πενταετίας εναποτίθεται για μια καινούρια φορά στην προαίρεση του ιδιωτικού επιχειρηματικού κεφαλαίου. Αυτό τη στιγμή που οι μέχρι σήμερα εκκαθαρίσεις εκατοντάδων μεγάλων επιχειρήσεων, δεν είναι προϊόν των ενεργειών της εργατικής τάξης, αλλά των συμφερόντων της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο είναι αυτό, που με την κρίση αναπαραγωγής του, έχει δημιουργήσει τις στρατιές εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων, έχει επιβάλλει πολιτικά (από κοινού με τα ευρωπαϊκά οικονομικά και νομισματικά κέντρα) τα αλλεπάλληλα μνημόνια, έχει επιφέρει την εξαθλίωση της λαϊκής πλειονότητας προκειμένου να ενισχυθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Και μετά από όλα αυτά, μια κυβέρνηση που ακυρώνει κάθε αριστερή ιστορική παρακαταθήκη, εναποθέτει εκ νέου τις τύχες οικονομικής ανάπτυξης της χώρας στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία. Δεν πρόκειται για πολιτικό μαζοχισμό, ανοησία ή αστοχία, αλλά για το ξεδίπλωμα του οικονομικού αναπτυξιακού σχεδίου μιας κυβερνητικής εξουσίας που εξυπηρετεί ευθέως και απροσχημάτιστα την αστική πολιτική.

Αν πραγματικά υπήρχε η πολιτική βούληση για την προώθηση της ανάταξης της ελληνικής οικονομίας μέσα από την κυβερνητική αναπτυξιακή πολιτική, τότε σ’ αυτή την περίπτωση, οι κάθε μορφής επιδοτήσεις και κίνητρα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις δημόσιες κοινωφελείς επιχειρήσεις, αντί να ιδιωτικοποιούνται (Περιφερειακά αεροδρόμια, ΟΛΠ, ΟΛΘ, Θριάσιο Πεδίο κλπ.). Μάλιστα αν στην δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχο περιέρχονταν το σύνολο αυτών των εταιριών που έχουν αποκρατικοποιηθεί, τότε μια τέτοια επενδυτική πολιτική θα ήταν σε θέση να στηρίξει την κοινωνική παραγωγή ενός σημαντικού τμήματος της οικονομικής δραστηριότητας, με κοινωφελή κριτήρια και λαϊκό έλεγχο. Αντί γι’ αυτό συνεχίζεται και από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η μνημονιακή πολιτική που επιδιώκει την εκχώρηση των δημόσιων επιχειρήσεων στο ιδιωτικό κεφάλαιο, με εισπρακτική καθαρά λογική για την εξυπηρέτηση του υπέρογκου δημόσιου χρέους. Άλλωστε η κερδοφόρα δραστηριότητα των τριών και μόνον επιχειρήσεων που έχουν ιδιωτικοποιηθεί στην προηγούμενη περίοδο, και που βρίσκονται στην κορυφή του τομέα των υπηρεσιών (ΟΤΕ, COSMOTE και ΟΠΑΠ), έχει οδηγήσει για την οικονομική χρήση 2014 σε συνολική κερδοφορία 1,347 δισεκατ. ευρώ, έσοδα που θα μπορούσαν, εφόσον ανήκαν στο δημόσιο, να χρηματοδοτήσουν και άλλες δημόσιες επενδυτικές δράσεις [ ICAP «Η Ελλάδα σε αριθμούς 2015» ] . Το ότι δεν συμβαίνει αυτό, αλλά απεναντίας όλες οι ενισχύσεις και διευκολύνσεις παραχωρούνται στο ιδιωτικό κεφάλαιο, δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την «ταξική μεροληψία» του ΣΥΡΙΖΑ προς όφελος του επιχειρηματικού κόσμου, και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

Επιπρόσθετα, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι δεν αναδεικνύονται επενδυτικά κύματα στην καπιταλιστική οικονομία, γιατί η λιτότητα και τα μνημόνια, έχουν συρρικνώσει τα μέγιστα την καταναλωτική ισχύ των εργατικών νοικοκυριών, πράγμα που ευθέως αντανακλάται στην σοβαρή πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, του εμπορίου και των υπηρεσιών. Άρα, οποιεσδήποτε φορολογικές απαλλαγές και οποιαδήποτε χρηματοδότηση των ήδη κερδοφόρων ελληνικών επιχειρήσεων, που προβλέπει ο αναπτυξιακός νόμος, δεν θα έχουν καμία ευεργετική επίδραση στην τόνωση και ανάπτυξη της παραγωγής της ιδιωτικής οικονομίας. Απεναντίας, μόνον η κατάργηση των τριών μνημονίων της περιόδου 2010 – 16, και έτσι η αποκατάσταση των μισθών και των συντάξεων, δηλαδή μια ισχυρή αναδιανεμητική πολιτική προς όφελος των λαϊκών τάξεων, μπορούν να επιφέρουν αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και των συνταξιούχων, και έτσι να προκαλέσουν αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής και των εμπορικών δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά η ενίσχυση των επενδύσεων, από τις ίδιες τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην διεύρυνση της ζήτησης, και έτσι στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

πηγη: iskra.gr

Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2016 00:00

Περί «ταξικής μεροληπτικότητας»…

isodima.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής

Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μια τυπική επιχείρηση αντιστροφής της πραγματικότητας,  επιχειρεί να παρουσιάσει την αντεργατική τομή στο ασφαλιστικό, ως «ταξική μεροληπτικότητα» υπέρ των  φτωχών εργατικών και λαϊκών στρωμάτων!

Στη συλλογιστική αυτή εισοδήματα άνω των 12.000 ανήκουν σε …πλούσιους εργαζόμενους, μεταξύ 5.500 και 12.000 συνωστίζονται οι ..μεσαίου εισοδήματος και πιο κάτω  κινούνται αυτοί για τους οποίους  έχει δήθεν έγνοια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η φιλολογία περί ‘’προστασίας των πλέον αδυνάτων’’, εν μέσω συνολικής κοινωνικής γενοκτονίας, όχι μόνο  δεν αποτελεί  (μίνι έστω) αντι-νεοφιλελεύθερη πολιτική «ανακούφισης», αλλά, αντίθετα, αναδεικνύει την πλήρη ηγεμονία της τελευταίας-σε εκδοχή Μπλερισμού- στον πολιτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ και την πολιτική της κυβέρνησης.

Η κλασσική εκδοχή του «κράτους πρόνοιας» στον καπιταλισμό, αφορούσε την παροχή κάποιας ασφάλειας στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα. Ακριβώς επειδή οι  βασικοί κανόνες έδιναν προτεραιότητα στην ελευθερία δράσης τους κεφαλαίου, υπήρχε παράλληλα η υπόσχεση της κάλυψης των «παράπλευρων απωλειών» (ανεργία, χαμηλά εισοδήματα σε τμήματα των εργαζομένων, αποκατάσταση υγείας κ.α.) από το κράτος πρόνοιας.

Η μερική αναδιανομή αποτελούσε  συμπληρωματική λειτουργία, ενώ προϋπόθετε φυσικά σκληρούς κοινωνικούς αγώνες. Συνιστούσε ταυτόχρονα τη νομιμοποιητική βάση λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας.

Η εποχή αυτή ανήκει  στο παρελθόν. Στο σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό, ειδικά σε συνθήκες παροξυσμού της κρίσης του και της εφαρμογής προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, συντελείται μαράζωμα όλων των θεσμών του παλιού κράτους πρόνοιας, ταυτόχρονα με την απογείωση των «ελευθεριών της αγοράς».

Οι προστατευτικές λειτουργίες περιορίζονται πλέον σε οριακά χαμηλά επίπεδα και μόνο σε ειδικές κατηγορίες (απόλυτα εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού, κοινωνικά αποκλεισμένοι, ανάπηροι κ.α.).

Την ίδια ώρα αλλάζει ο χαρακτήρας τους καθώς από κοινωνικό δικαίωμα, μετατρέπονται σε φιλεύσπλαχνες χάριτες προς «ανίκανους» ή «δύστυχους» ταπεινωμένους ανθρώπους.

Το κόστος δε για αυτές δεν αποτελεί πλέον προϊόν αναιμικής ανακατανομής πλούτου μεταξύ αστών και εργατικών στρωμάτων, αλλά αποτέλεσμα εσωτερικής αναδιανομής εντός της εργατικής τάξης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Τρίτο Μνημόνιο ρητά αναφέρεται ότι η σταδιακή εφαρμογή πολιτικών Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος , θα γίνει με μηδενικό δημοσιονομικό κόστος, δηλαδή θα πληρωθεί εξ ολοκλήρου από τους υπόλοιπους εργαζόμενους  με τις ταπεινωμένες αποδοχές!

Όσο θα δυναμώνει η γενική εικόνα της συνολικής καθίζησης του εργατικού εισοδήματος με ταυτόχρονη μαζική μόνιμη ανεργία, θα πολλαπλασιάζονται οι φανφάρες για ‘’προστασία των αδυνάτων». Είναι το «δίχτυ προστασίας» όχι των ιδίων, αλλά της συνοχής του συστήματος.

Τα έχει πει και ο Χάγιεκ, εκ των  πατριαρχών του νεοφιλελευθερισμού…

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ 31/1/16

Σελίδα 4056 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή