Σήμερα: 07/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

12-13_Kosmas_site1696-Αντιγραφή-678x381.jpg

Του Πάνου Κοσμά

Στην έκταση και το βάθος, αλλά και την ποικιλία των μορφών με την οποία εμφανίζεται η φτώχεια στην ελληνική κοινωνία, αναφερθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο του «Κόκκινου Νήματος». Στη σημερινή συνέχεια εξετάζουμε την «πηγή του κακού»: τη λιτότητα για εργαζόμενους και κοινωνικό κράτος, που κλιμακώνεται επί σχεδόν 4 δεκαετίες μέχρι σήμερα και έχει πλέον γίνει «καθεστώς». Δεν είναι «κοινωνική μάστιγα», δεν είναι η «αναμενόμενη» τιμωρία των «τεμπέληδων του Νότου» (που όπως θα δούμε παρακάτω, κάθε άλλο παρά «τεμπέληδες» είναι), δεν είναι οι αναπόφευκτες «παρενέργειες» της «οικονομίας» σε κρίση, δεν είναι κάποιος απρόβλεπτος-εξωγενής παράγοντας με τη μορφή του «μαύρου κύκνου». Είναι τα δεινά που επισώρευσαν σταδιακά για τις εργαζόμενες τάξεις οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στα χρόνια της παγκόσμιας στροφής και επικράτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης του κεφαλαίου˙ είναι η κλιμάκωσή τους ύστερα από την κρίση του 2008˙ είναι η απογείωση ως την ασυδοσία του «διευθυντικού δικαιώματος» του καπιταλιστή εργοδότη˙ είναι οι κυβερνητικές πολιτικές, που δεν ανέχθηκαν απλώς αλλά βοήθησαν αποφασιστικά και «καθοδήγησαν» αυτή την ασυδοσία, διέλυσαν τις εργασιακές κατακτήσεις των εργαζομένων, επέβαλαν τη λιτότητα για το εργατικό εισόδημα και το κοινωνικό κράτος. Προκειμένου για την Ελλάδα, είναι επιπλέον η ιστορική απόδειξη για τη βουλιμία και τον τυχοδιωκτισμό της αστικής τάξης, που αφού επωφελήθηκε μονομερώς από σχεδόν μία δεκαπενταετία υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής κερδοφορίας μέχρι και το 2007, βρέθηκε πλήρως εκτεθειμένη και ανίκανη μπροστά στην κρίση του 2008 και όχι μόνο μετέφερε, με τη συνδρομή των διεθνών εταίρων και προστατών της, όλα τα βάρη της κρίσης στις εργαζόμενες τάξεις, αλλά αξιοποίησε την κρίση σαν ευκαιρία για να διαλύσει το κοινωνικό κράτος και το σύστημα εγγυήσεων και εργατικών κατακτήσεων.

Ανεργία, «ευέλικτη» εργασία και εργατικό εισόδημα

Πίσω από την επέκταση της φτώχειας και την εγκαθίδρυση μιας δυναμικής χρόνιας κρίσης αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων, βρίσκονται τα «πάθη» της εργασίας. Τα δεδομένα του πίνακα 1 μας αποκαλύπτουν: Το ποσοστό ανεργίας, που το 2008 ήταν 7,8% και το 2010 12,7%, εξακοντίστηκε στη συνέχεια σε επίπεδα πάνω από 25% για να μειωθεί το «μεταμνημονιακό» 2019 σε 17,3% – επίπεδο, παρ’ όλα αυτά πολύ υψηλότερο σε σχέση με τα προ της κρίσης. Πρόκειται, ξανά, για στατιστική οφθαλμαπάτη: αν προσθέσουμε στον πληθυσμό των ανέργων τις πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέων και ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που μετανάστευσαν στα χρόνια των μνημονίων στο εξωτερικό, το ποσοστό της ανεργίας εκτοξεύεται ξανά σε επίπεδα πολύ πάνω του 20%. Το Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν, που δείχνει το ποσοστό του ΑΕΠ που επιμερίζεται στην εργασία, μειώθηκε δραστικά στα χρόνια μετά το 2010. Ο/η αναγνώστης/ρια που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον συγκεκριμένο δείκτη, ας έχουν υπόψη τους ότι επειδή είναι ποσοστό επί του ΑΕΠ, ακόμη και φαινομενικά μικρές ποσοστιαίες μεταβολές είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, η απώλεια ποσοστού 1,4% ανάμεσα στο 2010 και το 2011 μεταφράζεται σε απώλεια εργατικού εισοδήματος 2,846 δισ. ευρώ. Ο αριθμός (και το ποσοστό) των ανθρώπων που ενώ έχουν απόλυτη ανάγκη να εργαστούν, αποθαρρύνονται επειδή δεν βρίσκουν και παύουν να αναζητούν εργασία αυξήθηκαν σημαντικά στα χρόνια ύστερα από το 2010. Επειδή «τα παρατάνε», δεν καταγράφονται στις στατιστικές της ανεργίας – τα ευρήματα των οποίων είναι, έτσι, υποτιμημένα. Το ποσοστό του 2010 αυξήθηκε 2,5 φορές μέχρι και το 2016 για να μειωθεί το 2019 αλλά σε επίπεδα πολύ υψηλότερα σε σχέση με το 2010. Ξανά, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις μεταβολές του ποσοστού, ακόμη και όταν φαίνονται μικρές. Για παράδειγμα, για το 2019 μεταφράζεται σε 160.630 αποθαρρημένους ανέργους. Ο αριθμός (και το ποσοστό) του εργατικού δυναμικού που ενώ εργάζονται, είναι φτωχοί, δηλαδή έχουν εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας, αυξήθηκε επίσης σημαντικά στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008. Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων (άνεργοι για διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών) υπε-πενταπλασιάστηκε σε σχέση με το 2008. Στο «μεταμνημονιακό» 2019 εξακολουθούσε να είναι 3,3 φορές πάνω από το ποσοστό του 2010. Το ποσοστό των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το ποσοστό των υποαπασχολούμενων και το ποσοστό της μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν επίσης σημαντικά στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008 και έκτοτε παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Είναι οι διαφορετικές εκδοχές της «ευέλικτης» εργασίας, που όλο και περισσότερο υποκαθιστούν την εργασία με πλήρες ωράριο, με το ανάλογο εισόδημα και δικαιώματα. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλες πτυχές που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στατιστικά: την αδήλωτη ή μισο-δηλωμένη εργασία, τις παράνομες ή και απλήρωτες υπερωρίες, την παράνομη επιμήκυνση του ωραρίου, τις απότομες ή και συνεχείς αλλαγές χρονικής ζώνης απασχόλησης (βάρδιας) κ.λπ. Αφήσαμε για το τέλος αυτού του κεφαλαίου το ζήτημα των ωρών εργασίας. Εδώ οι στατιστικές είναι αποκαλυπτικές και καταρρίπτουν θεαματικά τους ισχυρισμούς Ευρωπαίων και Ελλήνων αξιωματούχων, πολιτικών και μίντια περί «τεμπέληδων του Νότου». Ο τελευταίος δείκτης του πίνακα 2 δείχνει το μέσο επίπεδο των ωρών εργασίας ανά εβδομάδα πλήρους απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι/ες στην Ελλάδα, όχι μόνο το 2019, όχι μόνο το 2010, αλλά και το 2008, δηλαδή προ της κρίσης, ήταν οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι στην Ευρώπη! Ο σχετικός ελληνικός δείκτης ήταν και παραμένει πιο ψηλά ακόμη και σε σχέση με χώρες «υψηλής εργασιακής οδύνης» όπως η Βουλγαρία… Η καμπάνια περί «τεμπέληδων του Νότου», παραπλανητική και σε πλήρη αντίθεση με τα επίσημα στατιστικά δεδομένα, ήταν και πολιτικά ανήθικη! Συμπέρασμα; Η υψηλή ανεργία, η άδηλη (αποθαρρημένοι) και μακροχρόνια ανεργία και η διαρκής επέκταση των ποικίλων μορφών «ευέλικτης» εργασίας αυξάνουν τον αριθμό των εργαζόμενων φτωχών, των ανέργων και των αποθαρρημένων που σταματούν να αναζητούν εργασία ενώ την έχουν απόλυτη ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ζουν σε συνθήκες φτώχειας και πολυποίκιλης κοινωνικής δυστυχίας. Το «μυστικό» της φτώχειας βρίσκεται στις οδύνες της εργασίας – κι αυτές, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στις κυβερνητικές πολιτικές και στην εργοδοτική ασυδοσία, που όχι μόνο ενθαρρύνεται αλλά ενισχύεται και «καθοδηγείται».

Δημόσιο: πρωτοπόρο στην «ευέλικτη» εργασία

Οι μισθοί -και οι συντάξεις- στον δημόσιο τομέα υπέστησαν τρομερές περικοπές στα μνημονιακά χρόνια – που πλέον θεωρούνται «δεδομένες». Δεν πρόκειται όμως μόνο γι’ αυτό: Η απόσταση από τον ιδιωτικό τομέα καλύπτεται ταχύτατα και όσον αφορά την «ευέλικτη» εργασία. Όπως δείχνει πολύ εύγλωττα ο πίνακας 3, η «ευέλικτη» εργασία καλπάζει και στον δημόσιο τομέα, με πρωτοβουλία όλων των κυβερνήσεων. Ο πληθυσμός -και αναλόγως το ποσοστό- των εργαζομένων με «ευέλικτες»-επισφαλείς μορφές εργασίας, συμβασιούχοι και ωρομίσθιοι, αυξάνεται διαρκώς – κι εδώ, ο ένοχος είναι προφανής: οι κυβερνήσεις, κι όχι κάποιες αόρατες «δυνάμεις της αγοράς». Το ποσοστό των «ευέλικτων» θέσεων εργασίας στο σύνολο των θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα σχεδόν διπλασιάστηκε στην πενταετία 2016-2020 και τείνει προς το εντυπωσιακό 20%. Και όχι μόνο αυτό: Το ποσοστό της «ευέλικτης» εργασίας στον δημόσιο τομέα αυξάνεται με τέτοιους ρυθμούς, ώστε τείνει πλέον να ξεπεράσει το αντίστοιχο στον ιδιωτικό τομέα. Τα συμπεράσματα από αυτό το γεγονός είναι δύο: Πρώτο, αποδεικνύεται ότι πίσω από το προπαγανδιστικό επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων περί «προνομιούχων» εργαζόμενων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι έπρεπε να υποστούν εισοδηματική και εργασιακή υποβάθμιση ώστε να αποκατασταθεί η… αδικία σε βάρος των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα, κρύβεται ο στόχος της εισοδηματικής και γενικότερης εργασιακής υποβάθμισης του συνόλου της εργατικής τάξης μέσα από μια κοινή, αμφίδρομη δυναμική υποβάθμισης. Φτάσαμε πλέον στο σημείο που η εργασιακή υποβάθμιση στον δημόσιο τομέα όχι μόνο συναγωνίζεται ευθέως την αντίστοιχη στον ιδιωτικό, αλλά τείνει, ως προς την πτυχή της «ευελιξίας», να τον ξεπεράσει. Δεύτερο, η συναφής προσπάθεια να υποδαυλιστεί ο λεγόμενος κοινωνικός αυτοματισμός, δηλαδή ο ανταγωνισμός και η εχθρότητα μεταξύ εργαζόμενων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, δεν ήταν παρά η χυδαία πολιτική προέκταση της μνημονιακής προπαγάνδας. Είναι πλέον φανερό ότι οι κυβερνήσεις και οι «εκκαθαριστικές» λειτουργίες της καπιταλιστικής κρίσης προωθούν τη συστηματική ομοιογενοποίηση του εργατικού εισοδήματος και των εργασιακών σχέσεων προς τα κάτω, με βάση τον διπλό κανόνα «χαμηλότερα και δυσμενέστερα».

Οι νέοι εργαζόμενοι, στο στόχαστρο

Στις στατιστικές της ανεργίας για τις επιμέρους ηλικιακές ομάδες, τα ποσοστά ανεργίας και μερικής απασχόλησης των νέων κυμαίνονται σε τρομακτικά επίπεδα. Ο προηγούμενος πίνακας 2 δείχνει ότι η μερική απασχόληση στην ηλικιακή ομάδα 14-24 ετών είναι, γα τα αντίστοιχα έτη, 2,5 έως 3,3 φορές πάνω από ό,τι στο σύνολο της απασχόλησης! Ο πίνακας 3, με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία για το 2020, αποκαλύπτει ότι το ποσοστό ανεργίας των νέων της ίδιας ηλικιακής ομάδας κυμάνθηκε σε επίπεδα πάνω από 30% από τις αρχές του 2020. Ξεκινώντας από 31,7% τον Ιανουάριο, αυξήθηκε μέχρι σχεδόν 40% τον Ιούνιο για να καταλήξει κοντά στο 36% τον Οκτώβριο. Ενώ τα παιδιά των πιο αδύναμων εισοδηματικά τμημάτων των εργαζόμενων τάξεων πετιούνται έξω από την εκπαίδευση ή και την κατάρτιση, η μεγάλη πλειονότητα των νέων δοκιμάζεται σκληρά από ανεργία και «ευέλικτη» απασχόληση σε επίπεδα τουλάχιστον δυόμισι φορές πάνω σε σχέση με τα επίπεδα του αντίστοιχου συνολικού πληθυσμού, υφίσταται στην πιο σκληρή της εκδοχή την εργοδοτική ασυδοσία, είναι αντικείμενο ταχύρρυθμης και σκληρής «εκπαίδευσης» στην εργασιακή «άγρια Δύση» του νεοφιλελευθερισμού της κρίσης. Μέσα από μια τέτοια εργασιακή «εκπαίδευση» η ελληνική άρχουσα τάξη προετοιμάζει την εργατική τάξη του μέλλοντος, υπολογίζοντας και ελπίζοντας ότι θα αποδειχθεί πειθαρχημένη και υποταγμένη. Οι οδύνες των σημερινών νέων εργαζόμενων προδιαγράφουν το μέλλον που προετοιμάζει ο καπιταλισμός για την εργατική τάξη ως σύνολο. Κατ’ αναλογία με το προπαγανδιστικό τέχνασμα για τους «προνομιούχους» εργαζόμενους του δημόσιου τομέα, έτσι και προκειμένου με τους/τις νέους/ες εργαζομένους/μενες: το προπαγανδιστικό τέχνασμα περί «προσωρινότητας» των απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών «μαθητείας» για τους/τις νέους/ες -μέχρι, υποτίθεται, να ωριμάσουν εργασιακά αποκτώντας «εργασιακή εμπειρία»- αποκρύβει τον ευρύτερο πραγματικό στόχο: τη διάχυση της εργασιακής υποβάθμισης σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες των εργαζομένων, στο σύνολο της εργατικής τάξης.

Οι κυβερνήσεις «καθοδηγούν» τη φτώχεια

Η τέτοιας έκτασης ανεργία, φτώχεια και κοινωνική δυστυχία απαιτεί ανάλογα αυξημένες δαπάνες κοινωνικής προστασίας. Το γεγονός ότι οι σχετικοί δείκτες αποκλιμακώνονται πολύ αργά σε συνθήκες θετικών ρυθμών ανάπτυξης (από το 2017 έως και το 2019), επομένως σταθεροποιούνται σε υψηλά επίπεδα και προσλαμβάνουν χρόνιο χαρακτήρα, είναι η «εκ του αποτελέσματος» απόδειξη ότι η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων αποτυγχάνει να αντισταθμίσει τις αιτίες του προβλήματος. Η αποτυχία αυτή δεν είναι προϊόν ανικανότητας αλλά συνειδητής επιλογής. Η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων έχει προ πολλού πάψει να διέπεται από οποιουδήποτε είδους κοινωνικά προτάγματα και ιδιαίτερα από το πρόταγμα της προστασίας του εργατικού εισοδήματος και της αντιμετώπισης της κοινωνικής δυστυχίας. Ιδιαίτερα στα χρόνια ύστερα από τη διεθνή κρίση του 2008 και το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα το 2009, το κυρίαρχο και απαραβίαστο πρόταγμα των κυβερνήσεων ήταν η επάνοδος στη «δημοσιονομική σταθερότητα» μέσα από το καθαρτήριο της «εσωτερικής υποτίμησης», πολιτικής που επιδίωξε συνειδητά την ύφεση και επεξέτεινε την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική δυστυχία. Στη μετα-μνημονιακή περίοδο τα προτάγματα παρέμειναν τα ίδια. Οι ελπίδες για την «επούλωση των πληγών» της κρίσης και της ύφεσης εναποτέθηκαν κυρίως στην «ανάπτυξη», δηλαδή στις «αυθόρμητες» τάσεις της αγοράς εργασίας. Το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων για την «κοινωνική συνοχή» υπήχθη στη λογική του «διχτυού ασφαλείας» για τους πεπτωκότες και «ατυχήσαντες» της καπιταλιστικής αγοράς. Στο επίπεδο της εργασίας, Η συγκριτική εξέταση των δαπανών για συντάξεις και των συνολικών δαπανών για κοινωνικές μεταβιβάσεις με την πορεία των μεγεθών της ανεργίας και της φτώχειας (πίνακας 4) αποδεικνύουν όχι μόνο την ανεπάρκεια αλλά και τον προκλητικό χαρακτήρα των κυβερνητικών πολιτικών: Τα ποσοστά της φτώχειας αφορούν τη φτώχεια μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα δύο πράγματα: Πρώτο, ότι η πολιτική των κυβερνήσεων αποτυγχάνει σε διαρκώς διευρυνόμενη βάση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Δεύτερο, ότι αν τα πράγματα αφήνονταν πραγματικά στις «φιλάνθρωπες» τάσεις της αγοράς, η κατάσταση θα ήταν τραγική. Η καπιταλιστική αγορά αποδεικνύεται μια καλολαδωμένη μηχανή ανθρωποθυσιών σε διευρυνόμενη κλίμακα. Μέχρι και το 2018, η ανεργία εκτινάχθηκε σε τόσο υψηλά επίπεδα όχι παρά αλλά σύμφωνα με τις κυβερνητικές στοχεύσεις: οι μνημονιακές πολιτικές της «εσωτερικής υποτίμησης» είχαν συνειδητά στόχο την εκκαθάριση των αδύναμων κεφαλαίων αλλά ακόμη περισσότερο την υποτίμηση της εργασίας μέσω των περιοριστικών πολιτικών και της ύφεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η υψηλή ανεργία, η επέκταση της «ευέλικτης» εργασίας και η φτώχεια ήταν τουλάχιστον προϋπολογισμένες – αν όχι και επιθυμητές. Παρά τους υποκριτικούς κλαυθμούς και οδυρμούς για το brain drain, που συνεχίζεται, η πολιτική αυτή των κυβερνήσεων «επιδοτήθηκε» ανακουφιστικά από τη μεγάλη έξοδο εργατικού δυναμικού (νέων και ειδικευμένης εργασίας) στο εξωτερικό. Χωρίς αυτήν, η κοινωνική έκταση και ένταση του προβλήματος της ανεργίας θα ήταν, εκτός από κοινωνικά, και πολιτικά πολύ επώδυνη. Η δαπάνη για συντάξεις υπέστη σημαντική μείωση κατά λίγο περισσότερο από 3 δισ. ευρώ σε απόλυτους αριθμούς μεταξύ 2010 και 2019 ή κατά ποσοστό 10,16%! Αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο αριθμός των συνταξιούχων αυξάνεται και ότι μεγάλος αριθμός ώριμων συντάξεων δεν εκδίδεται συνειδητά για να ωραιοποιούνται τα στοιχεία για τις δαπάνες και το έλλειμμα (εκκρεμείς συντάξεις), στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με κατάρρευση της κοινωνικής πολιτικής όσον αφορά τις συντάξεις. Και παρ’ όλα αυτά, η έκθεση Πισσαρίδη προϊδεάζει για πιθανές νέες «παρεμβάσεις». Οι δαπάνες για κοινωνική προστασία (στις οποίες περιλαμβάνεται και η δαπάνη για συντάξεις) υπέστησαν στο ίδιο διάστημα εξίσου θηριώδη μείωση, κατά 13,74 δισ. ευρώ ή 24,5%. Αν αφαιρέσουμε τις δαπάνες για συντάξεις από τις δαπάνες για κοινωνική προστασία, προκύπτει ένα ποσοστό δαπανών για όλες τις υπόλοιπες δράσεις κοινωνικής προστασίας εντελώς αναιμικό και δυσανάλογα χαμηλό σε σχέση με την έκταση της ανεργίας, της φτώχειας και των πολυποίκιλων μορφών κοινωνικής δυστυχίας. Οι δαπάνες αυτές μειώθηκαν κατά 10,67 δισ. ευρώ ή 41%! Το γενικό συμπέρασμα αυτού του κεφαλαίου είναι ότι η λιτότητα στις πολιτικές για το κοινωνικό κράτος δεν υποκρύπτει κυβερνητική ανικανότητα, αλλά συνειδητή πολιτική με διπλό στόχο: Πρώτο, την αποθάρρυνση, παθητικοποίηση και εξατομίκευση των πλέον εκτεθειμένων στην ανεργία, τη φτώχεια και τη δυστυχία τμημάτων των εργαζόμενων τάξεων. Δεύτερο, τη θωράκιση της δημοσιονομικής «ορθοδοξίας» με την καθολίκευση της πολιτικής του «διχτυού ασφαλείας» – με επιτομή αυτής της πολιτικής τα ψιχία του Εισοδήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης των 200, στην καλύτερη περίπτωση, ευρώ τον μήνα. Οι κυβερνήσεις δεν «ανέχονται» απλώς, αλλά «καθοδηγούν» την κοινωνική δυστυχία, στον βαθμό που καθοδηγούν τη λιτότητα στο εργατικό εισόδημα, την «ευελιξία», την υποβάθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων και τη λιτότητα όσον αφορά το κοινωνικό κράτος˙ η πολιτική του «διχτυού ασφαλείας» σηματοδοτεί μια στρατηγική διαχείρισης των «περιττών» πληθυσμών και της διευρυνόμενης κοινωνικής δυστυχίας, με πολιτικές «διευθέτησης» και «στοχευμένων» παρεμβάσεων που έχουν στόχο την αποφυγή ακραίων εκδηλώσεων και προβλημάτων τόσο στο ζήτημα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης σε επιθυμητά για το κεφάλαιο πλαίσια όσο και στο ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας του συστήματος. *Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μέρος συνολικότερου κειμένου με τίτλο «Κρίση αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων και Αριστερά».

Σημειώσεις-παραπομπές:

1. Βλέπε σε αυτό τον φάκελο στο Commune, Δώρα Σταθοπούλου «Γιατί το Βασικό εισόδημα πανδημίας».

2. Βλέπε: Ηλίας Ιωακείμογλου «Αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο και τον μαρξισμό», στο Commune: https://commune.org.gr/blog-32/index.html

 

_1.jpg

 

_2.jpg

 

 

_4.jpg

ΠΗΓΗ: redtopia.gr

grafi1.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής

Ο νόμος Χατζηδάκη εφαρμόστηκε πριν ψηφιστεί. Και μάλιστα, υλοποιήθηκε ως προς την ουσιώδη του πλευρά που είναι το αλυσόδεμα των εργαζομένων. Αυτό έδειξε η δικαστική απαγόρευση απεργιών  τη μέρα της συζήτησης στη Βουλή.

Αγωνιστικές διαθέσεις αντίστασης καταγράφηκαν και με το παραπάνω το προηγούμενο διάστημα. Ας σταματήσει η ελεεινολογία περί δήθεν αδιαφορίας.

Ξεχωριστό στοιχείο των πρόσφατων πολυπληθών εργατικών διαδηλώσεων η μεγάλη συμμετοχή νέων ανθρώπων, ειδικά από τον ιδιωτικό τομέα.

Στο σπάσιμο της δυναμικής για αποφασιστικό αγώνα έπαιξε σημαντικό ρόλο η στρατευμένη υπέρ του νόμου (στην ουσία) στάση του εργοδοτικού και υποταγμένου συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.

Η ΓΣΕΕ έσπασε την απεργία στις 3 Ιούνη που μπορούσε να αποτελέσει σινιάλο για πραγματικό αγώνα για απόσυρση του νομοσχεδίου. Έβαλε μια απεργία μια βδομάδα μετά, που θα έπρεπε να ήταν η ενδιάμεση κλιμάκωση της πρώτης, ενώ αρνήθηκε την επόμενη  απεργία! Με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια :

  • υπονόμευση του αγώνα πριν,
  • περιορισμό της δυναμικής του μετά,
  • εξασφάλιση του πολιτικού ελέγχου.

ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ, σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο, απέδειξαν για άλλη μια φορά πως άλλο πράγμα η κοινοβουλευτική αντιπολιτευτική κρεβατομουρμούρα και άλλο η εργατική λαϊκή αντιπολίτευση με την απεργία και το δρόμο του “δρόμου”.

Η ευθύνη του ΠΑΜΕ είναι κάτι παραπάνω από τεράστια σε όλη αυτή τη μανούβρα της ΓΣΕΕ. Θεωρώντας ότι δήθεν “χειρίζεται” τις αντιφάσεις της ΓΣΕΕ και ακόμη χειρότερα ότι κατάφερε και να την “πιέσει”, τη διευκόλυνε απόλυτα σε ένα σχεδιασμό που ήταν απολύτως γνωστός, δεδομένος, προβλέψιμος και καταστροφικός. Η μανία με την οποία λοιδώρησε την απεργία της ΠΕΝΕΝ στις 3 Ιούνη φανέρωνε ταξική ανευθυνότητα, ενοχή για την υποταγή του στο σχεδιασμό της ΓΣΕΕ, αλλά και πλήρη αδιαφορία για το ξενέρωμα των μελών του ΠΑΜΕ που πασχίζουν να δοθεί αγωνιστική ελπίδα στον κόσμο.

Η κυβέρνηση δούλεψε ένα τρικ:

“Είμαστε υπέρ του δικαιώματος της απεργίας, αλλά κατά τής ανευθυνότητας κάθε Νταλακογιώργου που δεν αφήνει τον κόσμο να ταξιδέψει”.

Δε σηκώθηκαν οι πέτρες για αυτό, ούτε από τη ΓΣΕΕ, ούτε από το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από το ΠΑΜΕ.

Θεώρησαν λίγο ως πολύ ότι αυτούς  δεν τους αφορά, καθότι είναι υπέρ των υπεύθυνων κοινωνικά αγώνων.

Μετά όμως ήρθε η ίδια ιστορία με δικαστική απαγόρευση και ακύρωση απεργίας σε καθηγητές και συγκοινωνίες στο όνομα των εξετάσεων. Με συμφωνία μάλιστα και του ΠΑΜΕ στην ΑΔΕΔΥ.

Είναι τα προηγούμενα εξαιρέσεις ή ειδικές περιστάσεις; Τι σημαίνει αλήθεια απεργία; Σημαίνει διακοπή της εργασίας και του αποτελέσματός της, ακριβώς για να αναγκαστούν εργοδότες ή/και κράτος σε υποχωρήσεις.

Κάθε απεργία, αν είναι απεργία, έχει κόστος. Αν δεν έχει κόστος, δεν είναι απεργία. Και δεν πιέζει κανένα.

Φαίνεται πικρή διαπίστωση αλλά δύσκολα μπορεί να την αντικρούσει κάποιος : Η ουσία της κυβερνητικής και εργοδοτικής φιλοσοφίας που λίγο ως πολύ λέει

“την εργασία και το αποτέλεσμα της αγαπούμε, αλλά τον εργάτη και παραγωγό της τον  μισούμε”,

είτε γίνεται ρητά αποδεκτή, είτε δεν αμφισβητείται στην ουσία της παρά μόνο συμβολικά.

Και τώρα τι κάνουμε;

Αντί για ένα ουσιαστικό απολογισμό και νέο αγωνιστικό σχεδιασμό η  κοινοβουλευτική αριστερά και “αριστερά”, προτείνουν η καθεμία της δική της παρηγορητική προσέγγιση.

Για το ΣΥΡΙΖΑ το πράγμα είναι απλό:

“Ψηφίστε με και – αν το επιτρέψουν οι συνθήκες βέβαια-  θα καταργήσουμε το νόμο αν βγούμε στην κυβέρνηση”.

Κατά τα άλλα, μάλλον τώρα είναι μια στιγμή ανακούφισης, καθώς αν σταματήσουν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, δε θα μπορεί να τον κατηγορήσει η ΝΔ ότι δημιουργεί κοινωνική αναστάτωση.

Για το ΚΚΕ η υπόθεση είναι επίσης απλή:

“Μην ανησυχείτε, ο νόμος θα καταργηθεί στην πράξη. Εν τω μεταξύ βγάλτε τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα και ενισχύστε το Κόμμα. Άλλωστε, συγνώμη, είχατε αυταπάτες ότι υπήρχε περίπτωση να μη  ψηφιστεί ο νόμος;”

Και σε αυτή την περίπτωση μια κάποια ανακούφιση δεν κρύβεται: Σεμνά, προσεκτικά, χωρίς ακρότητες και τυχοδιωκτισμούς και πάντα με κομματικό έλεγχο, αποστειρωμένων από δυναμισμό και εμπλοκή “ανεξέλεγκτων” διαθέσεων, κινητοποιήσεων.

Τα επιχειρήματα αυτά είναι απολύτως λογικά και συνεπή προς τη συγκεκριμένη (διαφορετική) κοινοβουλευτική λογική αυτών των πολιτικών δυνάμεων. Παρακάμπτουν όμως την ουσία του ζητήματος και συσκοτίζουν τις βαριές (διαφορετικές) πολιτικές ευθύνες τους:

Άλλοι δεν ήθελαν, άλλοι δεν πίστεψαν ποτέ, ότι είναι δυνατόν να γίνει ένας πραγματικός εργατικός αγώνας που να κλιμακωθεί κινηματικά και πολιτικά με συγκεκριμένη σχέδιο και να συντρίψει την αντεργατική επίθεση κυβέρνησης και εργοδοτών. Αυτό κάνει “μπάμ”…

Αν πάρει κανείς στα σοβαρά την επιχειρηματολογία αυτών των δυνάμεων, η απεργιακή δράση στην ουσία είναι άσκοπη  ή με δεδομένο αρνητικό αποτέλεσμα. Βοηθάει άραγε αυτό τον εργατικό αγώνα ή την επίθεση των ταξικών και πολιτικών αντιπάλων του;

Η ψοφοδεής συνδικαλιστική πρακτική με επιτομή το κρύψιμο πίσω από το δήθεν “μαζικό συντονισμό” μέσω μιας άθλιας ΓΣΕΕ, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων όσο και καταστροφικών για το εργατικό κίνημα πολιτικών λογικών και όχι “ατύχημα”.

Η ανατροπή αυτής της συνθήκης υποταγής του εργατικού κινήματος, είναι αδύνατη αν αναζητηθεί αποκλειστικά και κυρίως με ανασύνθεσή του εκ των έσω.

Χρειαζόμαστε νέο εργατικό κίνημα, με στόχους ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, αγωνιστική λογική, στήριξη σε δημοκρατικές διαδικασίες βάσης, πολιτικό προσανατολισμό ενάντια στην κυβέρνηση, το κράτος, τη λογική της συναίνεσης και της κοινοβουλευτικής ανάθεσης. Χρειαζόμαστε λογική αγωνιστικής απεργιακής κλιμάκωσης και άνοδο του αυτοτελούς πολιτικού ρόλου του εργατικού κινήματος, μακριά από το να είναι υποχείριο κοινοβουλευτικών επιλογών και κινήσεων.

Ειδικά η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, είναι αυτή που καλείται να απαντήσει αν θα κάνει τη μεγάλη τομή στο ίδιο το εργατικό κίνημα ή αν θα επιτρέψει να της κάνει ο σύγχρονος καπιταλισμός τη μεγάλη χειρουργική τομή για ένα αλυσόδεμα διάρκειας.

16/6/21

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

vouli.jpg

Όταν οι «γαλάζιοι» βουλευτές βρήκαν ευκαιρία να «βγάλουν το άχτι τους» κατά του συνδικαλισμού και των κοινωνικών διεκδικήσεων

Αν πιστέψουμε τις δεσμεύσεις της αντιπολίτευσης και ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ, τότε ο χρόνος ζωής του νομοσχεδίου για τα εργασιακά, θα είναι ίσος με αυτόν της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ιδίως από την στιγμή που οι αντιδράσεις δείχνουν ότι το νομοθέτημα δεν έχει κοινωνική αποδοχή.

Όμως ότι κι αν γίνει στο μέλλον με αυτό το νομοθέτημα, η πρώτη μέρα της συζήτησής του στην Βουλή, έδειξε ότι οι βουλευτές της Ν.Δ – ιδίως αυτοί που ανήκουν στην «φιλελεύθερη» πτέρυγα- το …απολαμβάνουν στο παρόν.

Όπως φάνηκε από τις τοποθετήσεις τους μάλλον περίμεναν από καιρό, δεκαετίες ίσως, την ψήφιση ενός τέτοιου νόμου. Ενθουσιώδους υποδοχής έτυχαν οι διατάξεις που περιορίζουν το δικαίωμα στην απεργία.

Έτσι λοιπόν προκειμένου να στηρίξει το νομοσχέδιο η Ντόρα Μπακογιάννη αναθυμήθηκε την δεκαετία του ’80 όταν – όπως είπε- ήταν συνδικαλίστρια. Εξιστόρησε πως «το 1982 ήμουνα συνδικαλίστρια στο Υπουργείο Συντονισμού. Η Νέα Δημοκρατία είχε τότε το συνταρακτικό ποσοστό του 12% και το ΠΑΣΟΚ είχε πάντα περίπου 80%. Ήμασταν μια θλιβερή, θλιβερότατη μειοψηφία. Επειδή, όμως, είχαμε «κέφι» αντιπολιτευτικό αποφασίσαμε στη γενική συνέλευση των υπαλλήλων του Υπουργείου Συντονισμού να πάρουμε τη γενική συνέλευση». Έτσι είπε «αρχίσαμε να μιλάμε επί της διαδικασίας από τις 15.00΄ το μεσημέρι μέχρι τις 03.00΄ τη νύχτα» και «πήραμε τη γενική συνέλευση διότι οι άλλοι είχαν εξοντωθεί και είχαν φύγει».

 
Το
Τον καιρό που όπως είπε ήταν συνδικαλίστρια θυμήθηκε η Ντόρα Μπακογιάννη EUROKINISSI

Στο ίδιο μήκος κύμματος και η Φωτεινή Πιπιλή. Αναφέρθηκε στην δεκαετία του ’90 λέγοντας πως «η αυλαία από την εποχή των Σταμουλοκολλάδων έχει πέσει οριστικά» αναφερόμενη προφανώς στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην ΕΑΣ όταν αποφάσισε την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων λεωφορείων η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990-1993) . Είπε μάλιστα πως «επιτέλους γλιτώνουμε από το «νταβατζιλίκι», όπως το λέει ο λαός, του πάσα ένα συνδικαλιστή».

Το
Στις απεργίες της ΕΑΣ στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993 αναφέρθηκε η Φωτεινή Πιπιλή EUROKINISSI

Τις συνελεύσεις της ΕΣΗΕΑ αναπόλησε ο Θοδωρής Ρουσόπουλος. Περιγράφοντας πως «έπαιρνα συνεχώς προσκλήσεις για τις γενικές συνελεύσεις. Ερχόταν η πρώτη πρόσκληση, γενική συνέλευση την τάδε του μηνός, απαιτείται παρουσία του 75% των εργαζομένων. Δεύτερη, νέα: παρουσία 50%, 35%. Φτάναμε σε ένα σημείο όπου από τους σχεδόν πέντε χιλιάδες τότε δημοσιογράφους εμφανίζονταν γύρω στους εκατόν πενήντα με διακόσιους στην αίθουσα της Ενώσεως Συντακτών και αποφάσιζαν για το σύνολο των υπολοίπων». Βέβαια ο πρώην υπουργός των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή δεν εξήγησε για ποιόν λόγο η κυβέρνηση της Ν.Δ από το 2004 έως το 2009 δεν προχώρησε στην νομοθέτηση ανάλογων διατάξεων με τις σημερινές. Ένα ερώτημα που θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να απαντηθεί.

Ο Γιάννης Λοβέρδος πάλι υποστήριξε ότι «οι συνδικαλιστές έχουν πολλές φορές φέρει πολλά δεινά σε αυτή την κοινωνία και την οικονομία» ενώ υποστήριξε ότι όσοι απεργούν αυτές τις μέρες μάλλον έχουν …παρασυρθεί. Όπως είπε «ο μέσος πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς περιλαμβάνει το νομοσχέδιο και μπορεί να παρασύρεται από κάποιες κουβέντες που ακούει. Το τι θα γίνει και το τι θα ισχύσει θα το αντιληφθεί στην πράξη».

Το
Παρασύρετε ο κόσμος από τους συνδικαλιστές και απεργεί υποστήριξε ο Γιάννης Λοβέρδος, όμως ...θα δεί το φώς το αληθινό στο τέλος. EUROKINISSI

Με μένος κατά του συνδικαλισμού εμφανίστηκε και ο Φίλιππος Φόρτωμας υποστηρίζοντας πως «σεβαστό πρέπει να είναι και το δικαίωμα των πολιτών να μην γίνονται όμηροι στην αυθαιρεσία των διαφόρων –θα έλεγα- συνδικαλιστών. Ποτέ άλλοτε τόσοι λίγοι δεν ταλαιπωρούσαν τόσους πολλούς».

Ανάλογη τοποθέτηση και από τον βουλευτή Γιώργο Κοτρώνια. Είπε πως πλέον «χάνεται η επί πολλά χρόνια ασυλία και η δυνατότητα άσκησης πίεσης μέσα από την απορρύθμιση της οικονομικής ζωής και την αφόρητη ταλαιπωρία του κοινωνικού συνόλου».

«Κερασάκι στην τούρτα» και ο γνωστων πεποιθήσεων Θάνος Πλέυρης που δήλωσε πως «είμαστε στην εποχή – ως δικηγόρος το λέω- που αν πάρει απόφαση το συνδικαλιστικό μας όργανο, είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχήσουμε. Εκεί δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της εργασίας; Δεν υπάρχουν συμπεριφορές συνδικαλιστών εκβιαστικές και εκφοβισμού στους ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να εργαστούν;». Τοποθέτηση που προφανώς απευθύνεται προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Το
Πιεσμένος ώς μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, φαίνεται πως νοιώθει ο Θάνος Πλεύρης, όταν κηρύσσονται απεργίες στον κλάδο EUROKINISSI

Τον τόνο πάντως σε αυτού του είδους την ρεβανσιστική προσέγγιση έχει δώσει εδώ και μέρες ο ίδιος ο εισηγητής- υπουργός του νομοσχεδίου. Τοποθετούμενος στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων στην πρώτη φάση επεξεργασίας του νομοσχεδίου ο Κωστής Χατζηδάκης είχε δηλώσει αγανακτισμένος με τις αντιρρήσεις των κομμάτων της αριστεράς. Είπε πως «εδώ και δεκαετίες, δηλαδή από τότε που ήμουνα φοιτητής το θυμάμαι αυτό, ισχυρίζεστε όλοι μαζί, ότι έχετε το μονοπώλιο της καρδιάς, το μονοπώλιο της ευαισθησίας. Εγώ εκείνο το οποίο βλέπω, είναι, ότι έχετε το μονοπώλιο στο δογματισμό και στη στασιμότητα».

ΠΗΓΗ: news247.gr

201446545_1378833569168127_4381148487564727435_n-1.jpg

Στο κενό έπεσε η προσπάθεια των εφοπλιστών (με την συνεργασία ΥΕΝ - Κεντρικού Λιμεναρχείου Πάτρας) να υπονομεύσουν την απεργία των Ναυτεργατών.

Όπως είχαμε καταγγείλει το μεσημέρι με δελτίο  τύπου στο λιμάνι της Πάτρας σε δύο πλοία που κατέπλευσαν σε αυτό από την Ιταλία (ΑΝΕΚ - Super Fast) οι εφοπλιστές σε συνεργασία με το ΥΕΝ και το τοπικό λιμεναρχείο επιχείρησαν στο όνομα ότι η απεργία έχει κηρυχθεί παράνομη να την τορπιλίσουν!

Στο πλαίσιο του σχεδιασμού τους άνοιξαν από νωρίς τις δυο πύλες εισόδου του λιμανιού με σκοπό να εισέλθουν μέσα  σ’ αυτό τα φορτηγά αυτοκίνητα ώστε να μπουν ανενόχλητα στα πλοία.

Η ισχυρή παρουσία του κλιμακίου με τη συμπαράσταση του Ε.Κ Πάτρας και η μαζική παρέμβαση δυνάμεων της νεολαίας που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της ΠΕΝΕΝ (αριστερές συσπειρώσεις φοιτητών) στις πύλες του λιμανιού, απέτρεψαν και ματαίωσαν τους εφοπλιστικούς σχεδιασμούς.

Έως αυτή την ώρα δεν έχει σημειωθεί το παραμικρό πρόβλημα και όλα τα πλοία παραμένουν ακινητοποιημένα στο λιμάνι.

Παράλληλα με τη άμεση και δυναμική παρέμβαση της ΠΕΝΕΝ αποσοβήθηκε ο κίνδυνος και στα τρία RO/RO (ΤΑΛΟΣ, ΠΕΛΑΓΙΤΗΣ, B.S. CARRIER) που επιχείρησαν φόρτωση νωρίς το απόγευμα στην Δραπετσώνα.

Το Δ.Σ της ΠΕΝΕΝ

IMG20210616171220_00.jpg

 

Σελίδα 1816 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή