Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Χωρίς μετρό, τραμ και Ηλεκτρικό η Αθήνα την Τρίτη 28 Μαρτίου – 24ωρη απεργία

Εικοσιτετράωρη απεργία προκηρύσσει η ΣΕΛΜΑ για το Μετρό, τον Ηλεκτρικό και το Τραμ την ερχόμενη Τρίτη 28 Μαρτίου, επισημαίνοντας πως πρόκειται για προειδοποιητική και θέτουν ξανά ζητήματα ασφαλείας στα μέσα σταθερής τροχιάς.
ΣΕΛΜΑ: Η ανακοίνωση
«Προειδοποιητική 24ωρη απεργία των εργαζομένων για προβλήματα που δυσχεραίνουν την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου των Σταθερών Συγκοινωνιών (ΣΤΑ.ΣΥ) και την εξυπηρέτηση του 1,5 εκατομμύριου επιβατών καθημερινά.
Θέματα:
1) Έλλειψη 847 Εργαζομένων: Οδηγών, Τεχνικών, Σταθμαρχών και εξειδικευμένου Σιδηροδρομικού Προσωπικού.
2) Έλλειψη νέων συρμών και ανταλλακτικών των τρένων και υλικών των σιδηροδρομικών υποδομών του δικτύου.
3) Μη τήρηση των συμφωνηθέντων.
4) Κατοχύρωση και κρατική αναγνώριση σιδηροδρομικών επαγγελμάτων και ειδικοτήτων για όλο το προσωπικό που ασχολείται με τον σιδηρόδρομο.
5) Επικαιροποίηση και αναθεώρηση διαδικασιών, για εργασίες σε συρμούς και για εργασίες στο δίκτυο όλων των γραμμών της ΣΤΑ.ΣΥ.
Για όλα τα παραπάνω προκηρύσσουμε για Τρίτη 28/3/22, 24ωρη προειδοποιητική απεργία.
ΥΓ1: ΒΑΖΟΥΜΕ ΠΡΟ ΤΩΝ ΕΥΘΥΝΩΝ ΤΟΥΣ και θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μας απαντήσουν οι υπεύθυνοι της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, αν τα αιτήματα των εργαζομένων, είναι καθόλα νόμιμα και δίκαια ή αν θα πάρουν για άλλη μια φορά το κρίμα στο λαιμό τους και θα μας θεωρήσουν αδίκους και παράνομους που διεκδικούμε την εξασφάλιση του επιβατικού κοινού μέσω της απεργίας μας.
Μέσα στο ζοφερό περιβάλλον της διεθνούς τραπεζικής κατάρρευσης και του πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης, οι φλόγες της γαλλικής εξέγερσης μεταδίδουν σαν αστραπή την ανάταση των εργαζομένων στο ύψος των καθηκόντων που τους αναθέτει η ιστορία. Για εμάς τους σιδηροδρομικούς είναι η κατάλληλή στιγμή σε συμφωνία με τα αιτήματα των Γάλλων εργαζομένων και μετά το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, να αναδείξουμε τις συνέπειες των πολιτικών των ιδιωτικοποιήσεων, των αντεργατικών νόμων για το ασφαλιστικό, για τις συμβάσεις εργασίας, για την φτώχια και ανεργία που απειλεί πλέον όλο τον πλανήτη».
πηγη: enikos.gr
Συνταξιοδοτικό στη Γαλλία: Μύθοι και πραγματικότητα

Γιώργος Παυλόπουλος
Η αλλαγή του συνταξιοδοτικού συστήματος στη Γαλλία αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που οδήγησε σε μια κοινωνική έκρηξη διαρκείας, φέροντας στην επιφάνεια τη σωρευμένη οργή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ήταν το συνταξιοδοτικό αυτό που «πάτησε τον κάλο» των Γάλλων δεν είναι τυχαίο.
Ο Μακρόν και η κυβέρνησή του γνώριζαν εξαρχής ότι θα ξεκινούσαν μια κορυφαία μάχη, της οποίας το διακύβευμα είναι τεράστιο, ουσιαστικά και συμβολικά. Οι προτεραιότητες και τα συμφέροντα, άλλωστε, του ίδιου και της κοινωνίας είναι διαφορετικά και ευθέως αντικρουόμενα σε αυτό το θέμα.
Για τον πρόεδρο, το κεφάλαιο και την ΕΕ που τον στηρίζουν, συγκεκριμένα, η κατώτερη ηλικία συνταξιοδότησης στη χώρα είναι απαράδεκτα χαμηλή σε σύγκριση με τους εταίρους της, με αποτέλεσμα να πλήττεται η ανταγωνιστικότητά της. Έτσι, επιβάλλουν την αύξηση από τα 62 στα 64 έτη, τονίζοντας μάλιστα ότι και το νέο όριο είναι συγκριτικά χαμηλό.
Ταυτόχρονα, όμως, αποκρύπτουν ότι η παραπάνω ηλικία αφορά την πλήρη σύνταξη και έχει ως προϋπόθεση 43 χρόνια αδιάλειπτης εργασίας και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (έναντι 42 που ίσχυε). Όπως, επίσης, ότι η πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης των Γάλλων διαφέρει ελάχιστα (μόλις λίγους μήνες) από εκείνη Γερμανών και Ιταλών.
Για τον λαό, από την άλλη, η συνταξιοδότηση σε μικρότερη ηλικία αποτελεί όχι απλώς κατάκτηση, αλλά και αναγκαιότητα για όσους θέλουν να ζήσουν και όχι απλώς να επιβιώσουν. Με άλλα λόγια: Οι Γάλλοι θεωρούν πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα το γεγονός ότι εργάζεται μόνο ο ένας στους τρεις με ηλικία άνω των 60 ετών, έναντι του 61% στη Γερμανία και του 69% στη Σουηδία. Και καλά κάνουν!
Τούτων δοθέντων, σε κάθε περίπτωση, ο μηχανισμός προπαγάνδας ήταν αναγκασμένος να βρει τρόπους ώστε, από τη μία, να προκαλέσει ρωγμές στην κοινωνία και να φέρει αντιμέτωπες τις διάφορες ομάδες και, από την άλλη, να ενσπείρει τον φόβο ότι κινδυνεύει με χρεοκοπία η ίδια η χώρα εάν δεν αλλάξει η κατάσταση.
Οι «προνομιούχοι» και το χρεοκοπημένο σύστημα
Στο πρώτο μέτωπο, κεντρική θέση στην επιχείρηση χειραγώγησης είχε η προβολή των «προνομίων» που απολαμβάνουν ορισμένες «ελίτ εργαζομένων», κυρίως στον δημόσιο τομέα, που επωφελούνται από τα 42 διαφορετικά συνταξιοδοτικά μοντέλα. Όπως επίσης, τα ειδικά καθεστώτα που επιτρέπουν την πρόωρη αποχώρηση από την εργασία (αν και σε αυτά συγκαταλέγονται αστυνομικοί, στρατιωτικοί, δεσμοφύλακες και άλλοι κλάδοι των «πραιτωριανών» του κράτους…).
Η προσπάθεια αυτή φαίνεται, όμως, ότι κατέρρευσε παταγωδώς στην πράξη. Πέρα από την ενότητα που αποδεικνύεται καθημερινά στους δρόμους, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα των Γάλλων τάσσονται κατά της μεταρρύθμισης και υπέρ των κινητοποιήσεων.
Όσον αφορά στο αφήγημα του χρεοκοπημένου και μη βιώσιμου συστήματος, που μπορεί να παρασύρει όλη τη χώρα στον γκρεμό, αυτό προκύπτει από μια προκλητική αλλοίωση των στοιχείων. Και μάλιστα των επίσημων, που προέρχονται από το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων, τα οποία παρουσίασε πρόσφατα σε ρεπορτάζ του το κρατικό δίκτυο France 24.
Σύμφωνα με αυτά, λοιπόν, το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα της Γαλλίας κατέγραψε πλεόνασμα τόσο το 2021 όσο και το 2022, της τάξης των 900 εκατομμυρίων και των 3,2 δισ. ευρώ αντιστοίχως. Παρά δε το γεγονός ότι την επόμενη δεκαετία αναμένεται όντως επιδείνωση της εικόνας, με ελλείμματα που θα αντιστοιχούν στο 0,3-0,4% του ΑΕΠ (κάπου 10-12 δισ. ευρώ ετησίως), το σύστημα είναι σε θέση να ισοσκελίσει μόνο του, χωρίς να είναι αναγκαίες οι σημερινές μεταρρυθμίσεις.
Η κάλυψη του παραπάνω ελλείμματος, εκτιμά το ίδιο Συμβούλιο, δεν είναι ανέφικτη ούτε συνεπάγεται υπέρμετρο κόστος, δεδομένου ότι κάθε χρόνο το συνταξιοδοτικό κοστίζει στον προϋπολογισμό κάπου 340 δισ. ευρώ. Θα μπορούσε, επίσης, να καλυφθεί με μια ελάχιστη αύξηση των εργοδοτικών εισφορών – μόνο που ο Μακρόν και η κυβέρνησή του όχι απλώς δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο, αλλά στοχεύουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Μπόνους στο κεφάλαιο
Ό,τι γίνεται «δεν έχει να κάνει με τη διάσωση του συνταξιοδοτικού συστήματος, αλλά για να βρεθούν οι πόροι προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις», δήλωσε κατηγορηματικά ο Μισέλ Ζεμούρ, οικονομολόγος και ειδικός στα συνταξιοδοτικά στο πανεπιστήμιο Paris 1.
Με απλά λόγια: Ο Μακρόν θέλει να προχωρήσει σε μια ακόμη βίαιη αναδιανομή πλούτου σε βάρος των εργαζομένων και της κοινωνικής πλειοψηφίας και υπέρ του κεφαλαίου, με ένα ποσό που υπολογίζεται σε περίπου 18 δισ. ευρώ ετησίως. Τηρώντας, ταυτόχρονα, τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, που απαιτούν περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος και χρέους.
Τέλος, σε σχέση με το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι με τη μεταρρύθμιση θα υπάρξει αύξηση των κατώτερων συντάξεων κατά 2,5-5%, πρόκειται προφανώς για «τυράκι» που πετάει, προκειμένου να περιορίσει τις αντιδράσεις, το οποίο όμως υπολείπεται κατά πολύ των απωλειών εξαιτίας του πληθωρισμού και της ακρίβειας.
πηγή: prin.gr
Μακρά περίοδο ύφεσης και χρεοκοπιών φέρνει ο ανένδοτος κατά του πληθωρισμού

του Λεωνίδα Βατικιώτη
Απαθής και ασυγκίνητη παρακολουθεί η οικονομική και πολιτική ηγεσία το ντόμινο καταρρεύσεων που πυροδότησε η άνοδος των επιτοκίων! Στο ερώτημα δε που αυθόρμητα προκύπτει αν οι κεντρικές τράπεζες θα σταματήσουν τις αυξήσεις των επιτοκίων δανεισμού, τώρα που έγιναν ορατές οι καταστρεπτικές, υφεσιακές επιπτώσεις τους η απάντηση είναι αρνητική. Η άνοδος των επιτοκίων θα συνεχιστεί!
Το πολύ – πολύ με ένα μικρότερο ρυθμό ή με χαμηλότερη ένταση όπως για παράδειγμα έκανε η αμερικανική κεντρική τράπεζα στις 2 Φεβρουαρίου και στις 22 Μαρτίου αυξάνοντας τα επιτόκια κάθε φορά μόνον κατά 0,25% για να φτάσουν στο 4,75%-5% που είναι το υψηλότερο σημείο τους από τον Οκτώβριο του 2007. Πριν δηλαδή ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων δανείων που στη συνέχεια γενικεύτηκε για να εξελιχθεί στην ευρωζώνη σε κρίση του ευρώ και στην Ελλάδα σε δημοσιονομική κρίση.
Είμαστε μόνο στην αρχή
Η αποφασιστικότητα των κεντρικών τραπεζών να συνεχίσουν την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, αδιαφορώντας για το οικονομικό και πολιτικό κόστος, υπογραμμίστηκε από μια σειρά γεγονότων. Από κοινού επιβεβαιώνουν ότι είμαστε μάρτυρες μιας κρίσης που θα κρατήσει χρόνια. Εντελώς ενδεικτικά:
- Την δήλωση του γερμανού κεντρικού τραπεζίτη Χοακίμ Νάγκελ στις 24 Μαρτίου (αφού δηλαδή η μετοχή της Ντόιτσε Μπανκ είχε πέσει κατά 14%) ότι όχι μόνο πρέπει να συνεχιστούν οι αυξήσεις των επιτοκίων του ευρώ, αλλά πρέπει επίσης να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Με άλλα λόγια, η άνοδος να διατηρηθεί κι όχι να ακολουθήσει μια ραγδαία πτώση.
• Την κριτική του ισχυρού άνδρα της JPMorgan προς τον επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Τζ. Πάουελ, κι ενώ μάλιστα σε 11 ημέρες είχαν καταρρεύσει 4 τράπεζες στις ΗΠΑ (Silicon Valley Bank, Signature Bank, Credit Suisse και First Republique), «με όλο τον σεβασμό, αλλά η κατάσταση με τον πληθωρισμό έχει ξεφύγει από τον έλεγχό του»…
• Την προτροπή του ΟΟΣΑ προς τις κεντρικές τράπεζες, στις 17 Μαρτίου μια μέρα δηλαδή μετά την αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά 0,5% στο 3,5%, να μην παρεκκλίνουν από την αύξηση των επιτοκίων που έχουν αποφασίσει, μέχρι να τιθασευθεί και ο δομικός πληθωρισμός.
• Τέλος, τις προβλέψεις που διατυπώνονται και συντείνουν ότι η τρέχουσα αναστάτωση θα διαρκέσει τουλάχιστον 12 ως 18 μήνες. Ο ΟΟΣΑ για παράδειγμα εκτιμά ότι τα επιτόκια δεν θα μειωθούν πριν το 2024. Το ίδιο «ψήφισαν» κατά 53% και άνθρωποι της αγοράς στους οποίους απευθύνθηκε το πρακτορείο Bloomberg.
Ο λόγος για τον οποίο όλες οι κεντρικές τράπεζες επιστρέφουν σιγά – σιγά στα επιτόκια δανεισμού που υπήρχαν πριν την κρίση του 2008 είναι η τιθάσευση του πληθωρισμού ή η μονεταριστική ορθοδοξία, δεδομένου ότι στις ΗΠΑ, στην Ευρωζώνη και σε όλο σχεδόν τον δυτικό κόσμο τα επίπεδα του πληθωρισμού τα τελευταία δύο χρόνια είναι πρωτοφανή για τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι αυξήσεις μάλιστα των επιτοκίων, που ξεκίνησαν το 2022, όπως και τα συνοδευτικά μέτρα περιορισμού της ρευστότητας μέσω της σταδιακής αναίρεσης των μέτρων νομισματικής χαλάρωσης, έχουν μέχρι τώρα επιδράσει θετικά στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός δηλαδή οριακά μεν, αλλά μειώθηκε. Ως αποτέλεσμα η αργή, αλλά ορατή πορεία επανόδου του πληθωρισμού στα προγενέστερα επίπεδα λειτουργεί κι ως πράσινο φως για τους διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής ώστε να συνεχίσουν την αύξηση των επιτοκίων, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις.
Μια πιο προσεκτική ματιά ωστόσο στις πηγές προέλευσης του πληθωρισμού δείχνει ότι κυρίως στη ευρωζώνη (στο αριστερό διάγραμμα) η άνοδος των τιμών προήλθε από την αύξηση στις τιμές της ενέργειας (κίτρινο χρώμα στα διαγράμματα), αρχής γενομένης από το 2021. Όταν συγκεκριμένα η ΕΕ εξήγγειλε ένα νέο πακέτο επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης, υπό τον γενικό τίτλο «προσαρμογή στο 55%» που περιλαμβάνει πλήθος νεοφιλελεύθερων και αντιλαϊκών μέτρων για την μείωση των εκπομπών επικίνδυνων αερίων του θερμοκηπίου κατά 55%. Στη συνέχεια οι κυρώσεις στη Ρωσία οδήγησαν σε περαιτέρω αύξηση των τιμών ενέργειας. Μιλώντας ωστόσο για την ευρωζώνη αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι το πρόβλημα του πληθωρισμού ξεκινάει από την ενέργεια, ενώ (προς επίρρωση του προηγούμενου συμπεράσματος) ο δομικός πληθωρισμός αυξήθηκε δευτερογενώς ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών στην ενέργεια, όταν οι επιπτώσεις τους άρχισαν να διαχέονται σε όλη την οικονομία παράγοντας νέα κύματα ανατιμήσεων.
Κατά συνέπεια, αν κυβερνήσεις και οργανισμοί πράγματι ήθελαν να μειώσουν τον πληθωρισμό σε ευρωζώνη, ΗΠΑ, Αγγλία κ.λπ. θα έπρεπε να αναιρέσουν τις αιτίες που τον δημιούργησαν, δηλαδή να τιθασεύσουν τις τιμές στην ενέργεια αλλάζοντας τα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κι ανακαλώντας τις κυρώσεις στη Ρωσία.
Στο απυρόβλητο οι αιτίες του πληθωρισμού
Αντίθετα, η ακολουθούμενη οδός, αύξηση του κόστους του χρήματος μέσω της αύξησης των επιτοκίων που επιλέγουν Fed, ΕΚΤ και λοιποί μπορεί να κριθεί στο τέλος, πχ το 2024, αποτελεσματική, στο ενδιάμεσο όμως θα έχει προκαλέσει αλλεπάλληλες δραματικές αλλαγές στην οικονομία. Η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης των στεγαστικών και άλλων δανείων από εκατομμύρια νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι η πρώτη συνέπεια και ισοδυναμεί με φτωχοποίηση. Επίσης, ισοδυναμεί με μεταφορά πλούτου από εργαζόμενους, αυτοαπασχολούμενους και μικρομεσαίους προς τους τραπεζίτες που θα επωφεληθούν με την είσπραξη επιπλέον τόκων για κεφάλαια τα οποία έχουν εδώ και καιρό καταβάλει.
Υπάρχουν ωστόσο και ζημιές για τους τραπεζίτες κι είναι αυτές ακριβώς οι ζημιές που οδήγησαν στις τραπεζικές καταρρεύσεις και τις απώλειες των τραπεζικών μετοχών την προτελευταία εβδομάδα του Μαρτίου. Η άνοδος των επιτοκίων προκαλεί απώλειες στα ομόλογα σταθερού επιτοκίου όσο εκδίδονται νέα ομόλογα με υψηλότερες αποδόσεις, που παίρνουν υπόψη τους το νέο επίπεδο των επιτοκίων. Για να μπορέσουν οι τράπεζες να ανταποκριθούν στις τρέχουσες υποχρεώσεις του, πχ αναλήψεις που μάλιστα θα είναι σημαντικά αυξημένες στο εξής επειδή ειδικά οι επιχειρήσεις όλο και περισσότερο θα χρησιμοποιούν τα αποθεματικά τους για επενδύσεις αντί του σχεδόν δωρεάν τραπεζικού χρήματος του παρελθόντος, είναι αναγκασμένες να ρευστοποιούν ομόλογα σταθερού εισοδήματος με ζημιά. Σε αυτό το πλαίσιο πίσω από τις ειδήσεις για αυξημένες αναλήψεις, όπως πχ συνέβη στις ΗΠΑ όπου οι καταθέσεις πραγματοποίησαν την μεγαλύτερη πτώση εδώ κι ένα χρόνο, κατά 98,4 δισ. ευρώ φτάνοντας στα 17,5 τρισ. δολ., σημασία έχουν οι ζημιές που αναλαμβάνουν οι τράπεζες πουλώντας ομόλογα για να καλύψουν τις αυξημένες αναλήψεις. Αυτή ακριβώς είναι η εστία των κλυδωνισμών που ταράσσουν τις τράπεζες, εδώ και λίγες εβδομάδες.
Κατά συνέπεια, οι εφησυχαστικές υποτίθεται διαβεβαιώσεις του γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς για τα κέρδη της Ντόιτσε Μπανκ ή ακόμη και των Ελλήνων πολιτικών για την ισχυρή κεφαλαιακή βάση των ελληνικών τραπεζών είναι από παντελώς άσχετες έως εντελώς παραπλανητικές. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ριψοκίνδυνες τραπεζικές τοποθετήσεις, που παραπλανούσαν ρυθμιστές αρχές και πελάτες στο πλαίσιο ενός απορυθμισμένου χρηματοπιστωτικού τοπίου γενικευμένης ασυδοσίας, όπως συνέβαινε με τα δομημένα ομόλογα την πρώτη δεκαετία του 21ο αιώνα. Το πρόβλημα τον Μάρτιο του 2023 έγκειται στις πιο «καθαρές» και συνηθισμένες επενδύσεις, σε βαθμό κοινοτοπίας, που κάνουν οι τράπεζες: τις επενδύσεις σε ομόλογα.
Olaf Scholz dismisses fears over Deutsche Bank https://t.co/uX4OGd1k1L
— Financial Times (@FT) March 24, 2023
Αυτές οι επενδύσεις είναι που επέφεραν απώλειες της τάξης του 14% όχι μόνο στην Ντόιτσε Μπανκ (υπόδειγμα διεφθαρμένης τράπεζας που έχει εμπλακεί στα κορυφαία σκάνδαλα των ημερών μας· από πορνεία και παιδοφιλία της παγκόσμιας ελίτ μέχρι μαζικό ξέπλυμα βρόμικου χρήματος) αλλά και σε όλες σχεδόν τις τράπεζες: από την γερμανική Commerzbank και την γαλλική Societe General που οι μετοχές τους έχασαν την Παρασκευή 24/3 αντίστοιχα 5,4% και 3,7%, μέχρι όλες τις ελληνικές συστημικές. Η διαφορά με τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι λόγω των διαφημίσεων που αφειδώς μοιράζουν σε ιστοσελίδες και εφημερίδες ελάχιστα γίνονται γνωστές οι απώλειες τους. Μόνο λοιπόν την Παρασκευή 24 Μαρτίου οι ελληνικές τράπεζες – ζόμπι (που δεν έχουν χρεοκοπήσει επειδή πρώτο, δεν πληρώνουν φόρους εδώ και 10 χρόνια και δεύτερο τις έχουμε ανακεφαλαιοποιήσει 4 φορές) έχασαν: Alpha: -6%, Eurobank: -6%, Εθνική: -6% και Τράπεζα Πειραιώς: -5%.
Πολιτικοί και οικονομικοί αξιωματούχοι επικαλούνται και μια δεύτερη γραμμή άμυνας για να καθησυχάσουν τους πολίτες, που αποδεικνύεται εξίσου πορώδη με την επίκληση στην ισχυρή κεφαλαιακή βάση ή τη ρευστότητα των τραπεζών: Το κεφάλαιο έκτακτης ανάγκης που έχει δημιουργηθεί στο πλαίσιο της ΕΚΤ από εισφορές των ίδιων των ευρωπαϊκών τραπεζών για να λειτουργήσει σαν σωσίβιο στην περίπτωση νέων τραπεζικών χρεοκοπιών. Ξεχνούν ωστόσο να πουν ότι η αξία του ανέρχεται μόλις σε 66 δισ. ευρώ! Το ποσό είναι σταγόνα στον ωκεανό. Οι αργυρώνητοι Έλληνες τραπεζίτες, που έχουν στραγγίσει την ελληνική οικονομία το έχουν για …κολατσιό. Η άνοδος των επιτοκίων εγκυμονεί τον κίνδυνο να απαιτηθούν επομένως πολλές δεκάδες δισ. ευρώ σε όλη την ευρωζώνη για να σωθούν οι τράπεζες που θα εγγράφουν συνεχώς ζημιές από την ρευστοποίηση ομολόγων με ζημιά.
Ακόμη ωστόσο κι αυτό το κόστος ο καπιταλισμός προθυμοποιείται ανεπιφύλακτα και χωρίς δεύτερης σκέψη να το αναλάβει για να πετύχει κάτι πολύ πιο σημαντικό: Την διασφάλιση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ως σύνολο, συλλογικά. Σε αυτό το βωμό μπορεί να θυσιάσει όχι μόνο την Silicon Valley Bank αλλά ακόμη και την εμβληματική Credit Swiss που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ελβετίας κι έχει μια ιστορία 167 ετών!
Μόνο τυχαία δεν ήταν η σύμπτωση της ανάδυσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, την δεκαετία του ’80 ακόμη, με την μέχρι εσχάτων και νικηφόρα μάχη κατά του πληθωρισμού που έδωσε ο πρώιμος νεοφιλελευθερισμός, οδηγώντας στα ύψη τα επιτόκια και στα Τάρταρα τους μισθούς μαζί με κάθε έννοια σταθερότητας στην εργασία. Η διαφορά ωστόσο είναι ότι αν η μετεωρική άνοδος των επιτοκίων (ακόμη και στο επίπεδο του 20% το 1980) την περίοδο 1979 – 1982, που έμεινε γνωστή ως σοκ Βόλκερ από το όνομα του τότε επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, προκάλεσε κρίση χρέους και αλλεπάλληλες κρατικές χρεοκοπίες σε όλον τον κόσμο, σήμερα το κόστος το πληρώνει κυρίως η Δύση, μόνη της, «τρώγοντας» αποκλειστικά και μόνο τα παιδιά της.
Η σταθερότητα των τιμών, ακόμη κι αν σημαίνει ύφεση, αποτελεί την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την επέλαση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που θα μπορεί να δίνει την μάχη για τις αποδόσεις στα εταιρικά και κρατικά ομόλογα σταθερού και μη εισοδήματος, τις μετοχές, τα νομίσματα, τα παράγωγα, κοκ, χωρίς να κατατρώγει τις αποδόσεις και τις προσδοκίες ο πληθωρισμός. Το πάγωμα των τιμών έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για το ευρώ, όπως δείχνει κι η φαινομενικά δογματική προσήλωση της ΕΚΤ στον στόχο του 2%, κι αυτό αποδείχτηκε με την άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου από το Οκτώβριο μέχρι σήμερα, οπότε και κατάφερε να διαβεί το ψυχολογικό όριο της 1 προς 1 ισοτιμίας. Τα αυξημένα επιτόκια επομένως βοήθησαν το ευρώ να ανακτήσει το στάτους του ως επενδυτικό προϊόν. Κι όσο για τους δανειολήπτες που πρέπει να πληρώνουν 100 ευρώ κάθε μήνα επιπλέον ποιος τους λογαριάζει…
Η πολιτική απόφαση της ευρωπαϊκής ηγεσίας να επιδεινωθούν οι συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας προκαλώντας πτώση του ΑΕΠ, εταιρικές χρεοκοπίες και ανεργία, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα ως σύνολο δεν θα ήταν τόσο οδυνηρή για τους λαούς αν ταυτόχρονα δεν επανέφεραν σε λειτουργία τις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της λιτότητας. Η συμφωνία επιστροφής στο Σύμφωνο Σταθερότητας από 1/1/2024 με τα συμπαρομαρτούντα, όπως για παράδειγμα η δέσμευση μείωσης του δημόσιου χρέους που υπερβαίνει το 60% κατά 5% ετησίως, επιβάλλεται σε μια περίοδο ραγδαίας και πρωτοφανούς αύξησης του δημόσιου χρέους ως αποτέλεσμα των δαπανών που καταβλήθηκαν για την διαχείριση της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης. Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε το 2020 στο 256% από 227% το 2019. Ούτε την χρονιά της πρώτης κρίσης του 21ου αιώνα, το 2008, δεν καταγράφηκε τέτοια αύξηση του δημόσιου χρέους παρότι ούτε και τότε δεν τσιγκουνεύτηκαν δημοσιονομικών δαπανών οι κυβερνήσεις για να διαχειριστούν την κρίση. Το 2021 και 2022, παρότι δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα συγκεντρωτικά στοιχεία, η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Η δε, αύξηση του χρέους το 2020 αποκλειστικά και μόνο στις προηγμένες οικονομικά χώρες ήταν ακόμη μεγαλύτερη από την παγκόσμια αύξηση που αποτυπώνεται στο κάτωθι διάγραμμα κι έφτασε το 300% του ΑΕΠ!
Η επιστροφή στην δημοσιονομική πειθαρχία, όπως συμφωνήθηκε στο πρόσφατο συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, με πρώτο θύμα τις κρατικές επιδοτήσεις στην ενέργεια, ισοδυναμεί με νέες μειώσεις δημοσίων δαπανών και επιπλέον φτώχεια για τους λαούς. Ή, με νέα Τέμπη και θυσία του δημόσιου συστήματος υγείας στο βωμό των κερδών…
πηγη: kommon.gr
Οι πραγματικοί «σουλατσαδόροι»

Οι μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις στη χώρα μας, με αφορμή το έγκλημα στα Τέμπη, όπως και οι συνεχιζόμενοι αγώνες στη Γαλλία, προκαλούν «αλλεργία» σε μια σειρά δημοσιογράφους-δημοσιολόγους του αστικού Τύπου.
Δεν μπορούν άλλωστε να «χωνέψουν» πως τα «επιχειρήματα τους», παρά το βήμα που τους προσφέρεται απλόχερα στα αστικά ΜΜΕ, δεν έχουν την αποτελεσματικότητα που θα ήθελαν αυτοί αλλά και τα μεγάλα «αφεντικά» της ενημέρωσης. Έτσι αφήνουν την «γαλατική ευγένεια» που θέλουν να εμφανίζουν στα γραπτά τους και εμφανίζουν μία γλώσσα «πεζοδρομίου», δείγμα και του πανικού που τους κατέχει.
Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ο γνωστός Γ. Πρετεντέρης που με άρθρο του στα ΝΕΑ (24/3) με τίτλο «Ο νόμος των σουλατσαδόρων αναφέρει:
-Για τις μεγάλες κινητοποιήσεις στη χώρα μας: «…Πρόκειται απλώς για ένα καθεστώς σουλατσαδόρων, των ίδιων πάντα σουλατσαδόρων που για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά σουλατσάρουν Προπύλαια – Σύνταγμα…»
-Για δε τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία (υποστηρίζοντας τον Μακρόν) αναφέρει: «…Άλλαξε το Συνταξιοδοτικό. Απέδειξε δηλαδή ότι οι «κοινωνικές αντιδράσεις» μπορεί να παίζουν ωραία στα δελτία ειδήσεων αλλά αφορούν μετρίως τη διακυβέρνηση της χώρας. Όταν φυσικά οι κυβερνήτες είναι σοβαροί και έχουν μια αίσθηση καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία…»
Προφανώς και η σπίθα που άναψε στη χώρα μας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και έχει τις ρίζες της στη ακολουθουμένη πολιτική του κεφαλαίου κα των αστικών κυβερνήσεων δεν θα σβήσει εύκολα. Οι ελπιδοφόρες διεργασίες θα συνεχιστούν, η οργή για τη φτώχεια, την εκμετάλλευσης, τις «θυσίες» κάθε είδους, θα συνεχιστούν. Και αυτό θα οδηγεί στους δρόμους του αγώνα, όσο κι αν ενοχλεί τον αρθρογράφο.
Όσο για τον ίδιο απλά θα συνεχίσει να … «σουλατσέρνει» στα διάφορα αστικά σαλόνια προσφέροντας τις ιδεολογικές του υπηρεσίες σ’ένα σάπιο σύστημα που δεν έχει να προσφέρει τίποτε καλό στη ανθρωπότητα!
πηγη: atexnos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή