Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥ, ΛΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΙΝ(17/5) ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΕΛΑΦΡΟ
ΕΡ: Η κυβέρνηση λέει ότι διαπραγματεύεται σκληρά. Ποια είναι η πραγματικότητα;
ΑΠ: Από τις 20 Φλεβάρη επισήμως, αλλά και πριν από αυτή την ημερομηνία ανεπισήμως, η κυβέρνηση αποδέχτηκε τη λογική των προγραμμάτων λιτότητας, με άλλα λόγια τη λογική του Μνημονίου. Στο συγκεκριμένο Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση ενέδωσε σε επίπεδο γραπτής συμφωνίας στη γνώριμη οικονομική πολιτική που συσχετίζει τον περιορισμό του δημόσιου χρέους με το σχηματισμό πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τους οπαδούς αυτής της άποψης, ο υψηλός λόγος χρέους/ΑΕΠ προκαλεί αδικαιολόγητα υψηλές τιμές που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Με αυτή τη λογική η πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» επιδιώκει, μέσα από το κουτσούρεμα των μισθών, τη μείωση των τιμών και την αποκατάσταση της «ανταγωνιστικότητας». Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση είχε καταγγείλει αυτή την πολιτική για να την αποδεχτεί ως κυβέρνηση στην αποστροφή περί «κατάλληλων πλεονασμάτων» του κοινού ανακοινωθέντος της 20ης Φεβρουαρίου 2015. Άρα οι όποιες διαπραγματεύσεις ακολούθησαν την 20η Φεβρουαρίου αφορούν περισσότερο την επικοινωνιακή διαχείριση του επικείμενου Μνημονίου. Στόχος της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει την όποια συμφωνία επιτύχει ως επωφελέστερη του email Χαρδούβελη και τίποτε περισσότερο.
EΡ: Τι έχει «δώσει» ήδη η κυβέρνηση;
ΑΠ: Πριν ακόμη καθίσει στο τραπέζι του Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση αποδέχτηκε το σύνολο του δημόσιου χρέους βγάζοντας τη λέξη «κούρεμα» από το λεξιλόγιό της. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την προεκλογική θέση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μιλώντας για πλεονάσματα από 1,4% έως 3,9% του ΑΕΠ. Ακολούθησε η αποδοχή των ήδη δρομολογημένων ιδιωτικοποιήσεων και η εξέταση των υπόλοιπων «κατά περίπτωση». Η δέσμευση για κατάργηση των δυνατοτήτων πρόωρης συνταξιοδότησης ήταν η επόμενη διακήρυξη (επιστολή Βαρουφάκη, 23 Φλεβάρη 2015). Ακολούθησε η παραδοχή ότι η ρήτρα «μηδενικού ελλείμματος» για τις επικουρικές συντάξεις συνεπάγεται μείωση από 25% έως 85% και το αίτημα για αναβολή εφαρμογής για το 2016 (κείμενο Ομάδας Βρυξελλών, 27/03/2015). Στο ίδιο κείμενο η κυβέρνηση αποδέχεται και την αναγκαιότητα ενοποίησης των ταμείων. Τέλος, στην ομιλία Βαρουφάκη (Βρυξέλλες, 7/5/2015) αναφέρεται πρώτη φορά η «συμπίεση από πάνω προς τα κάτω των πιο ψηλών συντάξεων κατά 100 ή 150 ευρώ (συμβολική κίνηση που δείχνει ότι συζητάμε ακόμα και τις κόκκινες γραμμές μας)». Στο παζάρι βρίσκονται ο ΦΠΑ και τα εργασιακά. Για τα εργασιακά φέρεται να έχουν συμφωνήσει στην αναστολή επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων με αντίστοιχη απόσυρση του αιτήματος ομαδικών απολύσεων από την πλευρά των δανειστών.
ΕΡ: Οδηγούν όλα αυτά σε έναν έντιμο συμβιβασμό ή σε νέο Μνημόνιο;
AΠ: Όταν αποδέχεσαι τη λογική των Μνημονίων, είναι προφανές ότι θα πάρεις νέο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση επέλεξε να υπονομεύσει την όποια διαπραγματευτική της θέση πληρώνοντας πάνω από 5,5 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ και αρνούμενη ακόμα και στα λόγια να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι η όποια συμφωνία προκύψει από τις συζητήσεις κυβέρνησης δανειστών θα οδηγεί σε παράταση της ύφεσης και των τραγικών συνεπειών της για τα λαϊκά στρώματα. Η ένταση της λιτότητας θα εξαρτηθεί από το στόχο του «πρωτογενούς πλεονάσματος». Αυτό φέρεται να έχει συμφωνηθεί στο 2% του ΑΕΠ, κάτι που συνεπάγεται περιστολή δαπανών της τάξης των 2 δισ. ευρώ και εισπρακτικά μέτρα της τάξης των 5 δισ. ευρώ. Επειδή η επικοινωνιακή «μάχη» της κυβέρνησης θα δοθεί στο επίπεδο της έντασης της λιτότητας, ενδέχεται να πάνε τις περικοπές στο ασφαλιστικό για μετά το καλοκαίρι, να αναβάλλουν τη λήψη κάποιων μέτρων κ.λπ. Η ουσία όμως της πολιτικής θα είναι ένα νέο Μνημόνιο.
ΕΡ: Τελικά υπάρχει δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής εντός του ευρώ και της ΕΕ;
ΑΠ: Το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης από τη σκοπιά του κεφαλαίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διατήρηση δεξαμενών φθηνής εργασίας σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Ο ευρωπαϊκό Νότος είναι σίγουρα μια τέτοια περιοχή. Από τη σκοπιά αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μηχανισμός επιβολής λιτότητας για τους πολλούς, όπως έγινε προφανές με την πολιτική των Μνημονίων. Το ερώτημα είναι εάν αυτό είναι το αποτέλεσμα αρνητικών πολιτικών συσχετισμών εντός της ΕΕ ή είναι σύμφυτο με τον ίδιο τον θεσμό. Είναι το δεύτερο. Η ΕΕ, το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν συγκροτηθεί στη βάση του λεγόμενου «νέου κλασικού οικονομικού υποδείγματος» του Σικάγου. Αυτό σημαίνει ότι σε μια ελεύθερη καπιταλιστική αγορά το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι αρχές οικονομικής πολιτικής είναι να ορίζουν το κατάλληλο επιτόκιο που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών. Η αγορά θα φροντίσει στη συνέχεια. Στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης τούτο σημαίνει μακροχρόνια λιτότητα για τους πολλούς, ιδιαίτερα σε χώρες με ανταγωνιστικό μειονέκτημα όπως η Ελλάδα.
EΡ: Οι συστημικές δυνάμεις αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν πως η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ θα είναι καταστροφή…
AΠ: Προς το παρόν η παραμονή στο ευρώ έχει αποδειχθεί καταστροφή. Μια καταστροφή που απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ακόμα και το λάιτ σοσιαλδημοκρατικό Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μοιάζει πλέον μακρινό όνειρο στο πλαίσιο της ΕΕ και του ευρώ.
EΡ: Υπάρχει άλλος δρόμος υπέρ των εργαζομένων και κατά του κεφαλαίου; Ποιες είναι οι συντεταγμένες του;
ΑΠ: Μια μεταβατική πολιτική σε όφελος των εργαζομένων πρέπει να στοχεύει σε κρατικές επενδύσεις που θα ενισχύουν απευθείας τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Είναι προφανές ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι υλοποιήσιμη στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Η άμεση στάση πληρωμών, η αποχώρηση από το ευρώ και την ΕΕ, η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και βασικών τομέων της οικονομίας είναι απαραίτητες πολιτικές σταθεροποίησης της παραγωγής. Η όποια οικονομική μεγέθυνση όμως θα προέλθει από κρατικές επενδύσεις που θα στοχεύουν πρωτίστως στην υποκατάσταση εισαγωγών. Θα χρηματοδοτηθούν δε από τη νομισματική κυκλοφορία που με τη σειρά της βασίζεται στα αποθεματικά της Κεντρικής Τράπεζας. Με άλλα λόγια η σημερινή νομισματική κυκλοφορία σε ευρώ που ανέρχεται σε 35 δισ. περίπου θα είναι ο χρηματοδότης της μεγέθυνσης. Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η συγκέντρωση και αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας, άρα η μονομερής άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελεί επίσης προϋπόθεση αυτής της πολιτικής.
ΕΡ: Πώς συνδέεται η αντιΕΕ στάση με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα;
ΑΠ: Η ΕΕ είναι ο βασικός φορέας επιβολής των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων για την έξοδο του συστήματος από την κρίση. Δεδομένου ότι η κρίση καθαυτή πηγάζει από τη βασική αντίθεση του συστήματος, την αντίθεση «κεφάλαιο-εργασία», μπορούμε να πούμε ότι η αντιΕΕ στάση είναι τμήμα της γενικότερης αντικαπιταλιστικής πάλης. Πρέπει όμως να έχουμε ξεκάθαρο ότι ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της πάλης για αποδέσμευση πηγάζει από το χαρακτήρα της κρίσης. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι σε κρίση γιατί είναι στην ΕΕ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρέπει να βγει από την ΕΕ, για να αντιμετωπίσει την κρίση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης.
EΡ: Γιατί η Αριστερά δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά σε αυτό το κύμα μετά την έκρηξη της κρίσης το 2008;
AΠ: Η Αριστερά δεν ανάδειξε το χαρακτήρα της κρίσης ούτε πρότεινε πολιτικές που να αμφισβητούν την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Παρουσίασε την κρίση ως κρίση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, με αποτέλεσμα οι πολιτικές που πρότεινε να περιορίζονται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή των ροών ανάμεσα σε πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες. Αυτές οι πολιτικές πολύ λίγο είχαν να κάνουν με τα συμφέροντα και τις ανάγκες του λαού. Όταν το θέμα έφτανε στη χάραξη οικονομικής πολιτικής, οι αριστερές προτάσεις περιορίζονταν σε λάιτ σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές κεϊνσιανής έμπνευσης. Το στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι η ικανότητα της Αριστεράς να αμφισβητήσει το κίνητρο του κέρδους σαν μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης και αυτό να το κάνει στο πλαίσιο ενός άμεσου πολιτικού προγράμματος.
EΡ: Σήμερα βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά στο όνομα της Αριστεράς και δεν σκίζει τα Μνημόνια αλλά το πρόγραμμά του. Μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να ταυτιστεί η Αριστερά με αντιλαϊκή διαχείριση πώς τίθεται το ζήτημα της ανασυγκρότησής της;
AΠ: Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς περνά μέσα από την ανάδειξη ενός πολιτικού προγράμματος, ενός πολιτικού στίγματος εάν προτιμάτε. Νομίζω ότι η ιστορία του κομμουνιστικού ρεύματος έχει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Πριν από 150 χρόνια δύο νέοι τότε άνθρωποι, ο Μαρξ και Ένγκελς, στο πλαίσιο της μεγάλης κρίσης του 1850 ανέδειξαν το χαρακτήρα της κρίσης και τις αντιφάσεις που την πυροδοτούν. Κατόρθωσαν έτσι να δημιουργήσουν ένα πολιτικό ρεύμα που σημάδεψε την ιστορία. Το πολιτικό τους μανιφέστο, το κομμουνιστικό μανιφέστο, ακόμα και σήμερα είναι επίκαιρο. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μια επαναστατική μειοψηφία και ας την έλεγαν πλειοψηφία, οι μπολσεβίκοι, κατόρθωσε να συγκλονίσει τον κόσμο δρώντας πάνω στα ερείπια της 2ης Διεθνούς. Το πέτυχε διότι κατόρθωσε να αναδείξει το χαρακτήρα του πολέμου και να τον εκφράσει σε άμεσο πολιτικό πρόγραμμα. Θεωρώ ότι είμαστε εξοπλισμένοι πολιτικά και ικανοί να αναδείξουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα ρήξης με την ΕΕ και εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού. Φρονώ ότι ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα θα αποτελέσει τη βάση της ανασυγκρότησης της Αριστεράς στις πολιτικές εξελίξεις που αναπόδραστα θα ξετυλιχτούν το επόμενο διάστημα.
πηγη: iskra.gr
ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ 2015 - Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος πραγματοποιείται 4ήμερο εκδηλώσεων από τις 20 έως τις 23/5/2015 στην ΑΣΟΕΕ με θέμα «Η Αριστερά στην Κυβέρνηση, οι εργάτες στους δρόμους».
Στα πλαίσια αυτών των εκδηλώσεων προσκλήθηκε και έλαβε μέρος την πρώτη μέρα και ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ Αντώνης Νταλακογεώργος.
Μαζί με τον Πρόεδρο της ΠΕΝΕΝ στο πάνελ συμμετείχαν ο Πρόεδρος της ΠΡΟΣΠΕΡΤ, η Πρόεδρος των Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών, ο επικεφαλής του Συντονισμού Εργατικών Σωματείων ενάντια στις διαθεσιμότητες και τα κλεισίματα και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας».

Στην ομιλία - παρέμβασή του ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ αναφέρθηκε διεξοδικά στους αγώνες της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων την μνημονιακή περίοδο των τελευταίων 5 χρόνων και επεσήμανε ότι, παρά την υπονομευτική στάση των ηγεσιών ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, οι αγώνες αυτοί εξασφάλισαν μαζικότητα, μαχητικό και αγωνιστικό πνεύμα, διάρκεια, συνοχή, ενώ κατά περιόδους είχαν ευρύτατη συμμετοχή και άλλων κοινωνικών στρωμάτων.
Κυρίαρχα αιτήματα που έβγαλαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους ήταν οι περικοπές στις συντάξεις, η σφαγή των επικουρικών ταμείων και των εφάπαξ παροχών, η κατάργηση της ΕΣΣΕ, των κλαδικών συμβάσεων, της μετενέργειας, της απλήρωτης εργασίας, των απολύσεων, των ελαστικών μορφών απασχόλησης, της αντιμετώπισης της ανεργίας αλλά και στα μεγάλα προβλήματα της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας.
Η καταστροφική πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων και της τρόικα (Ε.Ε – Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ) συνέθλιψε κατακτήσεις και δικαιώματα τα οποία είχαν κερδηθεί με μακροχρόνιους αγώνες.
Η εργατική τάξη παρά τις δυσκολίες, έδωσε δείγματα υψηλής αγωνιστικότητας, ταξικής ενότητας, συσπείρωσης και αλληλεγγύης όλο αυτό το διάστημα που ήταν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους και στον αγώνα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.
Η ανάπτυξη των αγώνων των εργαζομένων και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος συνέβαλαν αποφασιστικά στην ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής συνείδησης και συμπεριφοράς ευρύτατων τμημάτων της κοινωνίας και του λαού.
Οι αγώνες αυτοί έστω και αν σε πολλά στάδια και φάσεις ήταν αναντίστοιχοι της σφοδρής επίθεσης Τρόϊκας – Μεγάλου κεφαλαίου – Κυβερνητικών πολιτικών, είναι φανερό ότι έβαλαν την σφραγίδα τους για την καταδίκη, την αποδοκιμασία και τελικά την απόρριψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου των πολιτικών των κυβερνήσεων Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ.
Η αντίσταση της εργατικής τάξης και μεγάλου τμήματος των λαϊκών στρωμάτων όλη την προηγούμενη περίοδο εκφράστηκε και στις βουλευτικές εκλογές στις 25/1/2015 όπου ο λαός με την ψήφο του ανέτρεψε την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου και έστειλε σαφές μήνυμα στους τοκογλύφους δανειστές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού (Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ - Ε.Ε) ότι πρέπει να τερματισθεί η πολιτική της εξαθλίωσης, της φτώχειας και της ισοπέδωσης της κοινωνίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αριστερά αναδείχθηκαν κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας και με την λαϊκή εντολή σχηματίστηκε κυβέρνηση στην χώρα μας με κορμό και βασική δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ.
Οι προεκλογικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτές έγιναν γνωστές στην Διεθνή Έκθεση στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 2014 είναι σαφές ότι συνιστούν μέτρα που δεν θίγουν το βάθρο του καπιταλιστικού συστήματος, δεν αμφισβητούν τους στρατηγικούς προσανατολισμούς της χώρας μας (ΝΑΤΟ – Ε.Ε) και το κυριότερο, το πρόγραμμα αυτό δεν θίγει τα συμφέροντα και την ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου και του μεγάλου πλούτου. Πρόκειται για μέτρα και ρυθμίσεις τα οποία (χωρίς να υποτιμούμε την σημασία τους) από την μια αποκαθιστούν μερικώς ορισμένες από τις πιο ακραίες πολιτικές επιλογές των μνημονιακών κυβερνήσεων όπως η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, η επαναφορά των κατώτερων μισθών, η 13η σύνταξη, το αφορολόγητο κάτω από τα 12.000 ευρώ, η ρύθμιση των κόκκινων δανείων, η αντιμετώπιση της φτώχειας, της ανθρωπιστικής κρίσης κ.λπ. από την άλλη είναι φανερό ότι η πολιτική αυτή δεν ξηλώνει και δεν καταργεί το σύνολο των μνημονιακών μέτρων και πολιτικών που βιώνουν οι εργαζόμενοι και ο λαός την τελευταία 5ετία.
Στην συνέχεια ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ έκανε μια αποτίμηση της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής των 3,5 μηνών και σημείωσε ότι η στρατηγική στην διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» έως και σήμερα έχει αποτύχει οικτρά και σημειώνονται βήματα τα οποία οδηγούν σε ξεκάθαρο πισωγύρισμα της κυβέρνησης.
Η ίδια η συγκρότηση της κυβέρνησης με σύμμαχο δύναμη τους ΑΝΕΛ είναι ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση, όπως επίσης η επιλογή του Προκόπη Παυλόπουλου στην θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ η συμφωνία κυβέρνησης με το EUROGROUP στις 20/2/2015 αποτέλεσε μια ποιοτική και καθοριστική στροφή της κυβέρνησης με την εναρμόνισή της με τις επιλογές και τους στόχους των τοκογλύφων δανειστών.
Συνέχεια στην κυβερνητική αφήγηση της νέας κυβέρνησης ήταν η άτακτη υποχώρηση στις ιδιωτικοποιήσεις, τον ΦΠΑ που δέχθηκε απόλυτα και υποχώρησε από τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές προς τους δανειστές.
Η κυβέρνηση εγκλωβισμένη στο αδιέξοδο μιας διαπραγματευτικής στρατηγικής, η οποία συνίσταται στο πάση θυσία μέσα στο ευρώ, οδηγείται συστηματικά σε βήματα πίσω.
Και είναι πλέον φανερό ότι οδεύει σε μια συμφωνία με τους «συμμάχους και εταίρους» που αλλοιώνει και υπονομεύει και αυτό το ελάχιστο προεκλογικό της πρόγραμμα, οδηγεί το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ σε αποτυχία και ήττα.
Στις συνθήκες αυτές είναι προφανές ότι χρειάζεται η παρέμβαση, η δράση και ο ενωτικός συντονισμένος αγώνας της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και ευρύτερα των κοινωνικών κινημάτων και συλλογικοτήτων.
Η παρέμβαση του εργατικού κινήματος, η ανάπτυξη των αγώνων μπορεί να βάλει φρένο στις κυβερνητικές υπαναχωρήσεις, να αποκρούσει τους εκβιασμούς των μερκελιστών της Ε.Ε και της ευρωζώνης αλλά και του Δ.Ν.Τ.
Η παρέμβαση αυτή του κινήματος πρέπει να γίνει, να σχεδιασθεί, να οργανωθεί από τα κάτω με σκοπό να ενώσει και να συσπειρώσει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Πρέπει άμεσα να σημάνει πανεργατικός παλλαϊκός συναγερμός.
Το εργατικό κίνημα πρέπει να δράσει και να παρέμβει με δικούς του στόχους και διεκδικήσεις που δεν θα συμπορεύονται με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, πρέπει να αναδείξει στόχους και αιτήματα τα οποία θα οδηγούν στην έξοδο της χώρας από την κρίση, που θα απευθύνονται σε πλατιές λαϊκές μάζες όπως είναι:
- Η διαγραφή του χρέους
- Η κατάργηση και το ξήλωμα των αντιλαϊκών μνημονιακών μέτρων
- Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος
- Η παύση πληρωμών προς τους δανειστές
- Η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε
Οι στόχοι, τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις αυτές μπορούν να συσπειρώσουν σε όλο το εύρος τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς οι οποίες οφείλουν και πρέπει να βγουν στο προσκήνιο και να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Τέλος ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ έκανε εκτενή αναφορά για την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, των υπόλοιπων λιμανιών, των αεροδρομίων και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ που βρίσκονται στον σχεδιασμό των θεσμών και της κυβερνητικής πολιτικής το επόμενο χρονικό διάστημα.
Πρόταση της ΠΝΟ για την σίτιση των εγκαταλειμμένων Ναυτικών από την Εστία Ναυτικών

Δημοσιεύουμε το έγγραφο – απόφαση της ΠΝΟ που απευθύνεται στο Δ.Σ της Εστίας Ναυτικών:
Όχι στην μεταφορά των αποθεματικών του Ταμείου μας στην Τράπεζα της Ελλάδος

Η Διοίκηση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Συνταξιούχων ΝΑΤ Κατωτέρων Πληρωμάτων σε συνεδρίασή του στις 19/5/2015 αποδοκιμάζει ως απαράδεκτη την ενέργεια της κυβέρνησης και του Προέδρου του ΝΑΤ να θέση ως θέμα στο Δ.Σ την λήψη απόφασης για την μεταφορά όλων των αποθεματικών του Ταμείου στην Τράπεζα της Ελλάδος σε εφαρμογή τηςΠράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της κυβέρνησης.
Η συνεδρίαση του Δ.Σ του ΝΑΤ δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της μη προσέλευσης όλων των μελών του Δ.Σ που εκπροσωπούν τους εν ενεργεία Ναυτεργάτες και τους Συνταξιούχους, γεγονός με το οποίο συμφωνούμε προκειμένου να μην περάσει η επιδρομή της κυβέρνησης στα διαθέσιμα και αποθεματικά του ΝΑΤ.
Η θέση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Συνταξιούχων ΝΑΤ Κατωτέρων Πληρωμάτων, ο οποίος στην πολύχρονη διαδρομή του έχει ζήσει πάμπολλες αντιλαϊκές πολιτικές, οι οποίες στην πράξη δημιούργησαν τεράστια οικονομικά προβλήματα σε ένα από τα πιο εύρωστα οικονομικά ασφαλιστικά ταμεία, είναι τα πενιχρά αυτά αποθέματα, που υπάρχουν για τις λειτουργικές ανάγκες του Ταμείου, να τα αφήσουν ανέγγιχτα και όχι να πάνε και αυτά υπέρ των τοκογλύφων δανειστών.
Το μήνυμα προς την κυβέρνηση το οποίο θα πρέπει να δοθεί είναι η αλλαγή πλεύσης της πολιτικής του Υπουργείου Ναυτιλίας σε σύγκρουση με το εφοπλιστικό κεφάλαιο και στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, κυρίως στην ποντοπόρο ναυτιλία όπου τα κατώτερα πληρώματα είναι πλέον είδος προς εξαφάνιση, αφού όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις κατά το παρελθόν υλοποιούσαν με αποφάσεις τους όλες τις αξιώσεις και θέσεις του εφοπλιστικού κεφαλαίου αδιαφορώντας για τις μελλοντικές συνέπειες στο θέμα της απασχόλησης και των επιπτώσεων στα ασφαλιστικά ταμεία μας, ΝΑΤ κ.λπ.
Για το Δ.Σ
Ο Πρόεδρος Ο Αντιπρόεδρος Ο Γεν. Γραμματέας
Καββαδίας Γιώργος Μελέτης Γεράσιμος Προβατάς Βασίλης
Το πιο πάνω έγγραφο εστάλει:
Αναπληρωτή Υπουργό Ναυτιλίας κ. Θοδωρή Δρίτσα
Πρόεδρο ΝΑΤ κ. Ανδρέα Κομματά
ΠΝΟ – Ναυτεργατικά Σωματεία
Σωματεία Συνταξιούχων
Ημερήσιο Τύπο και λοιπά ΜΜΕ
- Τελευταια
- Δημοφιλή