Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος και η ανασυγκρότηση του

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής.
Ο Εργατικός Αγώνας σε πρόσφατη ανάρτηση του σχολίασε το εκλογικό αποτέλεσμα του 29ου συνεδρίου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας. Σήμερα θα σταθούμε σε ορισμένες επιπλέον πλευρές, καθώς φαίνεται ότι από το αποτέλεσμα αυτό σε συνδυασμό με αυτό του πρόσφατου συνεδρίου της ΓΣΕΕ και αποτελέσματα Ομοσπονδιών, Εργατικών κέντρων και σωματείων μπορούν να συναχθούν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και για τις σοβαρές δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει το επόμενο διάστημα.
Επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η μεγάλη απαξίωση των σωματείων και του συνδικαλιστικού κινήματος συνολικά στη συνείδηση των εργατών και των υπαλλήλων και σε μεγάλο βαθμό από συντηρητική και αντιδραστική σκοπιά. Δεν περιβάλλουν οι εργαζόμενοι με καμία εμπιστοσύνη του σωματεία, έχουν διαρραγεί οι όποιοι δεσμοί υπήρχαν. Αυτό δείχνει η μεγάλη μείωση των αντιπροσώπων που αντιστοιχεί σε περισσότερους από 26.000 ψηφίσαντες στα σωματεία του ΕΚΑ.
Από την απομάκρυνση αυτή των εργαζομένων έχουν πληγεί οι παρατάξεις ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Τα τελευταία χρόνια και ως συνέπεια των «ανομημάτων» τους, ότι την εποχή των μνημονίων τάχθηκαν ανοιχτά με την κυβέρνηση, την εργοδοσία και τους θεσμούς οι παρατάξεις αυτές διασπάστηκαν. Οι επίσημες καθώς και οι νέες παρατάξεις που προήλθαν από τη διάσπαση τους έχουν πολύ μεγάλη μείωση των δυνάμεων τους.
Το ΜΕΤΑ και τμήμα του ΕΜΕΙΣ που κατέβηκαν σε κοινό ψηφοδέλτιο είχαν σημαντική αύξηση και ήρθαν δεύτερη δύναμη, γεγονός που υπογραμμίζει ότι όσες δυνάμεις αποχώρησαν από την ΠΑΣΚΕ δεν πήραν αγωνιστικό, ταξικό δρόμο, αλλά τροφοδότησαν τον ρεφορμισμό και το συμβιβασμό, ελπίζοντας στην άμβλυνση των επιθέσεων από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ο ισχυρισμός μας αυτός στηρίζεται στο γεγονός της συνύπαρξης στο ΜΕΤΑ δυνάμεων του νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού με δυνάμεις που καταγγέλλουν το μνημόνιο, αλλά δεν κάνουν βήμα διάρρηξης των δεσμών τους μαζί του προς μια πορεία με ταξικά χαρακτηριστικά.
Το ψηφοδέλτιο που στήριξε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ξέφυγε από τον κανόνα, έχοντας σημαντικές απώλειες. Δύο νέες παρατάξεις που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά συγκέντρωσαν έναν αριθμό ψήφων κάθε μία, χωρίς να εκλέξουν στη διοίκηση.
Αξιοπρόσεκτη και με γενικότερη σημασία είναι η εκλογική επίδοση του ΠΑΜΕ, το οποίο παρότι αναδείχθηκε ξανά πρώτη δύναμη, απώλεσε το 20% των αντιπροσώπων το όσο η ΔΑΚΕ και περισσότερο από την ΠΑΣΚΕ. Ουσιαστικά η μείωση του αριθμού των αντιπροσώπων του ακολουθεί επακριβώς τη γενική μείωση του συνόλου των αντιπροσώπων του ΕΚΑ. Από τον εκφυλισμό και τη διάσπαση των παρατάξεων του αστικοποιημένου συνδικαλισμού δεν κατάφερε να καρπωθεί τίποτε.
Με δύο λόγια οι εργάτες και οι υπάλληλοι της Αθήνας τιμωρούν τις παρατάξεις των αστικών κομμάτων για τις τεράστιες ευθύνες τους, ουσιαστικά για το ξεπούλημα των αγώνων και της εργατικής τάξης και στον ίδιο βαθμό αποστρέφονται και τιμωρούν το ΠΑΜΕ, όχι φυσικά γιατί στήριξε τα μνημόνια και την αντεργατική επίθεση, αλλά γιατί στάθηκε ανίκανο να οργανώσει τους αγώνες, να ενώσει τους εργάτες στη δράση με στόχο την απόκρουση της επίθεσης που δέχθηκαν.
Επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η απαξίωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στα μάτια των εργαζομένων, γυρίζουν την πλάτη στα σωματεία και στις διαδικασίες τους, ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός υφίσταται μεγάλη φθορά αλλά οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που βρίσκονται στον αντίποδα του αδυνατούν να δώσουν τη διέξοδο και ακολουθούν αντίστοιχη πορεία απαξίωσης.
Προφανώς υπάρχουν αιτίες γι’ αυτό. Είναι καταρχήν οι μεγάλες δυσκολίες επιβίωσης των εργαζομένων, η τεράστια ανεργία, η μεγάλη μείωση αποδοχών και συντάξεων με αποτέλεσμα την άνοδο της φτώχειας, αλλά υπάρχει και η τεράστια απογοήτευση από την πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος και των αγώνων μέχρι σήμερα και αυτό οι εργαζόμενοι το εκφράζουν με μαζικό τρόπο.
Από την πορεία αυτή του συνδικαλιστικού κινήματος και της αγωνιστικής δράσης πρέπει να βγουν τα αναγκαία συμπεράσματα και στη βάση αυτών και της μεγάλης συσσωρευμένης πείρας από αγώνες πολλών δεκαετιών να χαραχθεί η πορεία προς το μέλλον που αναμένεται δύσκολη. Εν τάχει, πέραν από τις αντικειμενικές συνθήκες σημειώνουμε ως κύριες αδυναμίες το γεγονός ότι:
Οι αγώνες στα χρόνια του μνημονίου, τουλάχιστον από το ΠΑΜΕ, δεν αναπτύχθηκαν με στόχο την αμφισβήτηση και την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου. Σε πλείστες περιπτώσεις έδιναν την εντύπωση ότι στόχος ήταν η παρουσία στις εξελίξεις και η συντήρηση της επιρροής. Το περιεχόμενο των αγώνων και των διεκδικήσεων ήταν αφενός μεν μια ατέλειωτη παράθεση οικονομικών αιτημάτων που σε ορισμένες περιπτώσεις διανθιζόταν με τη Λαϊκή Εξουσία και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ένα κράμα οικονομισμού και σεχταριστικής στενότητας. Φυσικά το οικονομικό στοιχείο κυριαρχούσε. Έλλειπε η σαφής διατύπωση μιας συνολικής πρότασης διεξόδου, όσο τουλάχιστον μπορεί να γίνει αυτό στο συνδικαλιστικό κίνημα, τα μέσα και οι μορφές που θα αξιοποιούνταν, οι δυσκολίες που η εργατική τάξη είχε μπροστά της και πως θ’ ανταποκρίνονταν.
Οι πολυδιασπασμένες δραστηριότητες. Αντί να δημιουργηθεί ένα αγωνιστικό κέντρο το οποίο θα προωθούσε τη συσπείρωση όσο το δυνατόν περισσότερων σωματείων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων και θα κρατούσε σταθερό μέτωπο απέναντι στις ηγεσίες του αστικοποιημένου συνδικαλισμού, κάθε κόμμα και συνδικαλιστική παράταξη έκανε μέσω των σωματείων που είχε στον έλεγχο του εντελώς ξεχωριστές δραστηριότητες και ξεχωριστές συγκεντρώσεις. Η απόλυτη άρνηση της κοινής δράσης και των συνεργασιών μεταξύ των συνδικάτων και των παρατάξεων που κρατούσαν μια συνεπή αντιμνημονιακή και αντικυβερνητική στάση.
Το συνδικαλιστικό κίνημα και γενικότερα το λαϊκό κίνημα δρα και θα δράσει το επόμενο διάστημα σε ένα πολύ διαφορετικό και περισσότερο δύσκολο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Τα μνημόνια άλλαξαν βαθιά τις συνθήκες ζωής και δράσης της εργατικής τάξης. Πέραν από τις οικονομικές δυσκολίες, την ανεργία, την περικοπή μισθών και συντάξεων έχουν ουσιαστικά διαλυθεί οι συλλογικές συμβάσεις, αποδυναμωθήκαν οι κλαδικές και οι επιχειρησιακές συμβάσεις έγιναν ο κανόνας, καθώς αποτελούν περισσότερο από 90% των συμβάσεων σήμερα. Καταργήθηκε ουσιαστικά ο κατώτατος μισθός που προέβλεπε η ΕΓΣΣΕ, ελαστικοποιήθηκαν οι σχέσεις εργασίας. Το επόμενο διάστημα αναμένεται ο συνδικαλιστικός νόμος που θα αλλάξει τα δεδομένα της αγοράς εργασίας στην κατεύθυνση μείωσης ακόμη περισσότερο του κόστους εργασίας και των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζομένων. Αρχίζει η εφαρμογή των μέτρων του 3ου μνημονίου που θα επιφέρουν νέα πλήγματα στο λαϊκό εισόδημα.
Η κατάσταση έχει φθάσει σε σημείο οριακό. Αν το συνδικαλιστικό κίνημα δεν καταφέρει να ανασυγκροτηθεί και να δράσει αποτελεσματικά το πλήγμα για τον εργαζόμενο λαό και το κίνημα θα είναι μεγάλο.
Τίθεται όμως ένα μεγάλο ερώτημα: Αν ο στόχος αυτός είναι εφικτός, πώς θα υλοποιηθεί και ποια προοπτική επιτυχίας έχει. Στο ερώτημα αυτό θα καταθέσουμε ορισμένες σκέψεις.
Σημείο εκκίνησης είναι η εξέταση τη κατάστασης της εργατικής τάξης σήμερα. Η εργατική τάξη και οι άνεργοι αποτελούν την πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, περισσότερο από το 60%. Παράλληλα όμως οι διαφοροποιήσεις και οι αντιθέσεις στις γραμμές της είναι πολύ μεγάλες και συνεχίζουν να αυξάνονται. Εργαζόμενοι και άνεργοι, εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα και εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, εργαζόμενοι με την τάδε σύμβαση ή με τη δείνα εντός της ίδιας επιχείρησης και φυσικά με πολύ διαφορετικές αποδοχές, νεοεισερχόμενοι στην παραγωγική και παλαιότεροι, Έλληνες και αλλοδαποί κ.λπ. Το φαινόμενο δεν είναι σημερινό, είναι πολύ παλιό, σήμερα όμως παίρνει πολύ μεγάλες διαστάσεις. Δημιουργεί μια πολυδιάσπαση σε σημείο που μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης δεν αντιλαμβάνονται τη θέση του στην παραγωγή και στην κοινωνία και θεωρούν αντίπαλο όχι τον επιχειρηματία και το κράτος αλλά τους καλύτερα αμειβόμενους εργαζόμενους ή τους ανέργους που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν την απασχόληση τους. Ως συνέπεια του γεγονότος αυτού και αναφερόμαστε μόνο στις αντικειμενικές συνθήκες, μια μικρή μειοψηφία ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα είναι οργανωμένη σε σωματεία και πολύ λιγότεροι παίρνουν μέρος στη ζωή και στη δράση τους.
Στις συνθήκες αυτές δρα το κράτος και οι μηχανισμοί του και αξιοποιεί τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό με στόχο τον επηρεασμό και την ενσωμάτωση των εργαζομένων, την ένταση της πολυδιάσπασης την ιδεολογική και πολιτική υποταγή τους στο κεφάλαιο. Σε προηγούμενες περιόδους η καταστολή ήταν η κύρια μέθοδος αντιμετώπισης του εργατικού κινήματος, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα, ιδιαίτερα σε ορισμένες φάσεις. Κυρίως όμως σήμερα ο έλεγχος των εργαζομένων και η ενσωμάτωση τους επιτυγχάνεται κυρίως με την ιδεολογική επίδραση και την ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης. Το γεγονός αυτό και στην εποχή του είχε επισημάνει με κρυστάλλινο τρόπο ο Καρλ Μαρξ. Στον Α’ τόμο του Κεφαλαίου γράφει: Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί να αφεθεί στην επενέργεια των «φυσικών νόμων της παραγωγής», δηλαδή στην εξάρτηση του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεκινάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυώνται και τη διαιωνίζουν.[1]
Πολύ σημαντικό ρόλο στη διαδικασία ενσωμάτωσης των εργαζομένων έχει ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός, το μεγάλο μέρος του συνδικαλιστικού κινήματος, που φροντίζει να κρατούνται οι αγώνες και οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις στα πλαίσια του εφικτού, όπως αυτό του οριοθετεί η αστική τάξη. Για το σκοπό αυτό αξιοποιεί τη διπλή φύση της εργατικής τάξης, τις δύο τάσεις που συνυπάρχουν στα πλαίσια της. Αυτή της ενσωμάτωσης, της συνεργασίας με τον εργοδότη, την αστική τάξη και την κυβέρνηση και η οποία τροφοδοτείται από τις ανάγκες της επιβίωσης και αυτή της αντίθεσης και της αντίστασης στον εργοδότη και το σύστημα που τροφοδοτείται από την τεράστια εκμετάλλευση ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, από τις απώλειες κεκτημένων τη στιγμή που τα κέρδη απογειώνονται, από τις επιθυμίες και τις διεκδικήσεις με βάση τις ανάγκες, όπως προσδιορίζονται από την εποχή, που δεν εκπληρώνονται, από τους αγώνες που αποκαλύπτουν βαθύτερα στοιχεία του συστήματος και της αστικής κυριαρχίας, από τα συνολικά, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Είναι οι δύο τάσεις, η μια που οδηγεί στον κατακερματισμό, την υπερίσχυση των ενδοταξικών αντιθέσεων σε βάρος της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας και αυτή της αντίστασης, της βαθύτερης συνειδητοποίησης, της ταξικής συνείδησης.
Με βάση τα προηγούμενα η επικράτηση της ταξικής, ριζοσπαστικής γραμμής στο συνδικαλιστικό κίνημα, στα κορυφαία όργανα του σε συνθήκες αργών-ομαλών εξελίξεων δεν είναι καθόλου εύκολη. Κάτι που μπορεί να συμβεί όμως ευκολότερα σε συνθήκες κρίσης, επιτάχυνσης των εξελίξεων και έντονης λαϊκής αγωνιστικής δραστηριοποίησης, κάτω από τη δράση των πρωτοπόρων πολιτικών δυνάμεων και των συνδικάτων ταξικού προσανατολισμού. Σε κάθε περίπτωση όμως μπορεί μέσα από τη συνεπή ταξική δράση να διαμορφωθεί μια κρίσιμη και πολύ υπολογίσιμη μάζα με πρωτοπόρα χαρακτηριστικά και ταξική αντίληψη, η οποία μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο.
Προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος και την ενίσχυση των ταξικών χαρακτηριστικών του είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού και αποκτά πολύ μεγάλη σημασία. Η αποτελεσματική σύγκρουση με το κράτος και τους μηχανισμούς του, η αποκάλυψη και η αντιμετώπιση του αστικοποιημένου συνδικαλισμού μπορεί να δώσει αποτελέσματα. Αυτά προϋποθέτουν την ενότητα δράσης καταρχήν της εργατικής τάξης και των εργαζομένων και την πολιτική και ιδεολογική ενότητα στη συνέχεια. Και επειδή η κινητοποίηση των εργαζομένων και η αποτελεσματική δράση τους, η απόσπαση τους από την επιρροή του κεφαλαίου δεν είναι δυνατόν να γίνει με μαθήματα και ιδεολογική προπαγανδιστική δουλειά, αλλά μέσα στους ταξικούς αγώνες, πρέπει οι εργαζόμενοι να δράσουν από κοινού. Με μόνη στην πρωτοπορία δεν μπορούμε να νικήσουμε. Θα ήταν όχι απλώς ανοησία αλλά έγκλημα να ρίξουμε μόνη την πρωτοπορία στην αποφασιστική μάχη, προτού όλη η τάξη, προτού οι πλατείες μάζες να έχουν πάρει θέση ανοιχτής υποστήριξης της πρωτοπορίας… για να φτάσει πραγματικά όλη η τάξη, για να φτάσουν πραγματικά οι πλατιές μάζες των εργαζομένων και καταπιεσμένων από το κεφάλαιο στο σημείο να πάρουν μια τέτοια θέση δεν αρκεί μόνο η προπαγάνδα, μόνο η ζύμωση. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η πολιτική πείρα των ίδιων των μαζών, έγραφε ο Λένιν.[2]
Σήμερα οι θέσεις αυτές αμφισβητούνται. Προκειμένου να στηριχθεί η θέση για ξεχωριστή δράση πάση θυσία, να μην προχωρήσει καμία συνεργασία εφεύραν το επιχείρημα ότι καταλύεται η αυτοτέλεια του κομμουνιστικού κόμματος με τις συνεργασίες. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Καρλ Μαρξ: Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολο του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές αρχές, που σύμφωνα με αυτές θα ήθελαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μονάχα κατά τούτο: Ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο και ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στον προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του.[3]
Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και παγκόσμια έχει συγκεντρώσει πλούσια πείρα από την προσπάθειά του για επίτευξη της κοινής δράσης και ενότητας της εργατικής τάξης στη σύγκρουση της με το κεφάλαιο. Αυτή η πείρα δεν πρέπει να παραμερίζεται, αλλά να αξιοποιείται δημιουργικά με βάση και τις σύγχρονες συνθήκες. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με πλατιά ενωτική δράση και τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση που στην πορεία θα αυξάνεται σε πρωτοβάθμιες κυρίως και δευτεροβάθμιες οργανώσεις και θα αγκαλιάζει ευρύτερα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Άμεσος στόχος δεν μπορεί να είναι τίποτε λιγότερο από την αντιμετώπιση της επίθεσης με όσα μέσα το κίνημα διαθέτει, η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με την αστική τάξη, ο εξοπλισμός των εργαζομένων και η συγκέντρωση και μετάδοση της πείρας, η δημοκρατική λειτουργία, ο σεβασμός στην αυτοτέλεια κάθε φορέα, τα πάντα να μπαίνουν στη δοκιμασία της ανοιχτής συζήτησης και της κριτικής.
Το πολιτικό πλαίσιο πρέπει να είναι η αντιπαράθεση στα μνημόνια προηγούμενα και τωρινά, η υπεράσπιση και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού και μέσω της αλλαγής της σχέσης μισθών-κερδών υπέρ των μισθών η γενικότερη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων.
Η σύγκρουση με κορυφαίες, στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης και της ΕΕ, με τα βάθρα της αστικής πολιτικής και κυριαρχίας. Η διεκδίκηση της διαγραφής του δημόσιου χρέους ως προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί η κρίση στη χώρα, η ανάδειξη του χαρακτήρα και του ρόλου της ΕΕ, το σταθερό μέτωπο εναντίον των ερωενωσιακών πολιτικών, στην προοπτική της αποδέσμευσης.
Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών, ο αγώνας εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων, η εθνικοποίηση στρατηγικής σημασίας μονοπωλίων και καταρχήν των τραπεζών κ.λπ. Φυσικά όλα τα προηγούμενα δεν μπορούν να τεθούν ως προϋπόθεση για την κοινή δράση, αλλά σταδιακά θα μπαίνουν στο συνδικαλιστικό κίνημα ανάλογα με τις συνθήκες και το βαθμό ωρίμανσης τους, δεν είναι όμως δυνατόν να μένουν έξω από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τους αγώνες του.
Η δράση εναντίον της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των κινδύνων που εγκυμονεί για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή.
Σταθερό μέτωπο εναντίον της σημερινής κυβέρνησης και όλων των αστικών κυβερνήσεων.
Βασική πλευρά του πλαισίου δράσης είναι να μην υπάρξει η παραμικρή ανοχή απέναντι στους συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό, αλλά αμείλικτο ξεσκέπασμα του, η υπονόμευση και η διάλυση της επιρροής του, η αλλαγή των συσχετισμών. Ο στόχος αυτός καμιά σχέση δεν έχει με την οργανωτική διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, αντίθετα θα πρέπει να υπερασπίσουμε την οργανωτική ενότητα του.
Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει τουλάχιστον ένα μίνιμουμ συνεννόησης ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις που στον ένα ή τον άλλο βαθμό τάσσονται υπέρ της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων. Εννοούμε το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη ΛΑΕ και πολλές μικρές οργανώσεις και συλλογικότητες που υπάρχουν και λειτουργούν στο χώρο της αριστεράς, όσες τουλάχιστον συμφωνούν σε αυτή την κατεύθυνση.
Τέλος έχει πολύ μεγάλη σημασία για την πορεία του ΕΚΑ και όχι μόνο, η ανάδειξη προεδρείου έξω από τις δυνάμεις του αστικοποιημένου συνδικαλισμού. Υπάρχουν οι δυνατότητες για την ανάδειξη ενός προγραμματικού προεδρείου στη βάση της αντιμετώπισης των προβλημάτων των εργατοϋπαλλήλων και της αντιμετώπισης του εκφυλισμού και της διαφθοράς. Η επανάληψη των προ τριετίας χειρισμών, που ενώ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις ανάδειξης προεδρείου με επικεφαλής το ΠΑΜΕ παραδόθηκε το ΕΚΑ στις δυνάμεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού και αδρανοποιήθηκε για τρία ολόκληρα χρόνια θα είναι εντελώς απαράδεκτη. Το ΠΑΜΕ πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία για το σχηματισμό προεδρείου στη βάση συγκεκριμένου πλαισίου, να απευθυνθεί σε όλες τις παρατάξεις εκτός αυτών που φέρουν τις μεγάλες ευθύνες για την κρίση και τον εκφυλισμό, με στόχο να βγει το συνδικαλιστικό κίνημα της Αθήνας από την απαξίωση και το διασυρμό και να αναπτυχθούν οι αγώνες και ας πάρει καθένας τις ευθύνες του.
Ο Γεράσιμος Αραβανής ήταν επί σειρά ετών μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και βουλευτής του κόμματος.
[1] Καρλ Μαρξ, Το Κεφαλαίο τόμος πρώτος σελίδα 762
[2]Λένιν Άπαντα τόμος 41, σ. 77-78
[3] Μαρξ Έγκελς Διαλεχτά έργα τόμος Α, σ. 34 -35
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Η ΔΑΣ (ΠΑΜΕ) φυγομαχεί ξανά στο ΕΚΑ

Γράφει ο Ιάσωνας Μπελίδης.
Με μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση 1460!!! λέξεων, (Ριζοσπάστης 14/6/2016), η ΔΑΣ, η παράταξη του ΠΑΜΕ στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), επιχειρεί να πείσει τους εργαζόμενους για την άρνησή της να λάβει μέρος και την τρέχουσα τριετία, στο προεδρείο της διοίκησης του ΕΚΑ.
Αναφερόμενη για την ίδια στάση που τήρησε και την προηγούμενη τριετία, προσπαθεί, με αερολογίες, να αποδείξει ότι η στάση της αυτή δικαιώθηκε γιατί τα προσκείμενα σε αυτήν σωματεία έκαναν κάποιες δραστηριότητες!!! Επί λέξει αναφέρει: «Τα ταξικά συνδικάτα της Αθήνας πρωταγωνίστησαν σε μεγάλες εργατικές και λαϊκές πρωτοβουλίες, όπως το συλλαλητήριο της 1ης Νοέμβρη του 2014, στο θέμα του Ασφαλιστικού, στην πρόταση για απεργία στις 12 Νοέμβρη του 2015, που αποτέλεσε και αφετηρία των αγώνων όλης αυτής της περιόδου». Πρόκειται για δραστηριότητες του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ.
Το ερώτημα συνεπώς που ανακύπτει, με βάση τη λογική του προαναφερόμενου αποσπάσματος αλλά και όλης της ανακοίνωσης της ΔΑΣ, είναι: η συμμετοχή της ΔΑΣ στο προεδρείο του ΕΚΑ θα εμπόδιζε να γίνουν αυτές οι δραστηριότητες του ΠΑΜΕ; Μάλιστα αν αυτές οι δραστηριότητες προτείνονταν να γίνουν μέσα και από το ΕΚΑ, θα είχαν μικρότερη ή μεγαλύτερη απήχηση; Ασφαλώς μεγαλύτερη. Επίσης την άρνησή της η ΔΑΣ να συμμετέχει στο προεδρείο του ΕΚΑ προσπαθεί να την θεμελιώσει σε μια ακατάσχετη καταγγελιολογία ενάντια στον παλιό και νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό.
Όσο σωστές και αν είναι αυτές οι καταγγελίες, δυστυχώς η ίδια η στάση της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ τις ακυρώνει αφού και οι ηγεσίες της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ “συνέπραξαν” αντεργατικά, με αυτόν το παλιό και νέο εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό στο κρίσιμο ζήτημα του ασφαλιστικού καθώς και σε άλλα ζητήματα. Συγκεκριμένα από κοινού οι δυνάμεις της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ με τον παλιό και νέο κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό συμφώνησαν και συναποφάσισαν, μετά την απεργία στις 4 Φλεβάρη 2016, να μη γίνει καμιά κινητοποίηση για να εμποδιστεί η εισαγωγή στη βουλή του κυβερνητικού αντιασφαλιστικού εκτρώματος, παρά να γίνει μονάχα μια 48ωρη απεργία όταν θα ετίθετο για συζήτηση στη βουλή αυτό το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο, δηλαδή κατόπιν εορτής.
Έτσι, για πάνω από τρεις ολόκληρους μήνες, η κυβέρνηση, ανεμπόδιστη και απερίσπαστη, μεθόδευσε τις κινήσεις της και τελικά το ψήφισε στη βουλή αυτό το νομοσχέδιο, χωρίς να συναντήσει δυσκολίες. Μαζί επίσης με αυτόν τον πουλημένο εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, οι δυνάμεις της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ στους συνταξιούχους συνέπραξαν και σε συμφωνία με τον υπουργό Κατρούγκαλο, περιέλαβαν σε αυτό το νομοσχέδιο!!! το 102 άρθρο, με βάση το οποίο παρακρατείται!!! υποχρεωτικά συνδικαλιστική εισφορά από τους συνταξιούχους και έτσι μετατρέπεται ο συνταξιουχικός συνδικαλισμός σε κρατικό συνδικαλισμό, με γενικότερες αντισυνδικαλιστικές παρενέργειες ενόψει και του νέου νόμου για το συνδικαλισμό.
Κατά τ΄άλλα, η ΔΑΣ νομίζει ότι «καθαρίζει» βάζοντας στην ανακοίνωσή της τους εξής τρεις υπότιτλους-συνθήματα: «ο αρνητικός συσχετισμός για τους εργαζόμενους στο ΕΚΑ παραμένει», «τέρμα πια στις αυταπάτες ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες». «δε νομιμοποιούμε τον αντεργατικό συσχετισμό και τον εκφυλισμό στο ΕΚΑ». Από εκεί και πέρα η ΔΑΣ θεωρεί ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στο ΕΚΑ: «Είναι ένα θετικό αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι ο αρνητικός συσχετισμός στο ΕΚΑ δεν άλλαξε» Τώρα πώς γίνεται να είναι και θετικό το αποτέλεσμα και ταυτόχρονα να έχουμε αρνητικό συσχετισμό, μόνο οι «φωστήρες» της ΔΑΣ μπορούν να το εξηγήσουν.
Επίσης οι ίδιοι «φωστήρες» θα πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί, το να συμμετέχουν στο προεδρείο του ΕΚΑ σηματοδοτεί αυταπάτες και σύμπραξη με το κεφάλαιο, όπως υπονοούν με τον δεύτερο υπότιτλο-σύνθημα τους; Όσο δε για τον τρίτο υπότιτλο-σύνθημά τους, δεν μπορούν να πείσουν κανέναν ότι δε νομιμοποιούν τον εκφυλισμό στο ΕΚΑ αφού οι ίδιοιως πρώτη δύναμη στο ΕΚΑ και την προηγούμενη τριετία, συνέπραξαν και συνετέλεσαν στον εκφυλισμό και στην απαξίωση του ΕΚΑ, αρνούμενοι τη συμμετοχή τους στο προεδρείο, αφήνοντας έτσι τις υπόλοιπες αντεργατικές δυνάμεις να «αλωνίζουν».
Γεγονός πάντως είναι ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους και παρά την ακατάσχετη κούφια πολυλογία της ανακοίνωσής τους, η ηγεσίες και οι καθοδηγητές της ΔΑΣ και του ΠΑΜΕ δεν μπορούν, όσο και αν στρουθοκαμηλίζουν, να κρύψουν την πραγματικότητα που λέει ότι οι εργαζόμενοι και στη ΓΣΕΕ και στο ΕΚΑ τους δίνουν την πρέπουσα απάντηση για αυτήν την τακτική τους. Γι’ αυτό στο 36ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, τον περασμένο Μάρτη, τους γύρισαν την πλάτη και δεν τους ψήφισαν 11.000 ψηφοφόροι τους αλλά και στο πρόσφατο 29ο συνέδριο του ΕΚΑ τους απέρριψαν και δεν τους ψήφισαν 5.850 ψηφοφόροι τους.
Στο ερώτημα που εύλογα πλανάται: “γιατί αυτή η συμπεριφορά των δυνάμεων του ΠΑΜΕ; Υπάρχει τόση ανικανότητα στην ηγετική και καθοδηγητική του ομάδα;”. Ασφαλώς και μπορεί να υπάρχουν και τέτοια στοιχεία ανικανότητας και ανεπάρκειας. Το κύριο όμως είναι ότι το ΠΑΜΕ έχει μετατραπεί σε έναν κακέκτυπο γραφειοκρατικό ιμάντα του πολιτικού του φορέα, του ΚΚΕ, που, με αναρχοσυνδικαλιστική λογική, αντιμετωπίζει το συνδικαλιστικό κίνημα ως πολιτικό υποκείμενο της επανάστασης!!! μιας επανάστασης που θα προκύψει με έναν μεταφυσικό τρόπο και από συνδικάτα που όπως και ο πολιτικός φορέας του ΠΑΜΕ, χωρίς μέτωπα ωρίμανσης της συνείδησης για την επανάσταση, χωρίς συμμαχίες, αιτήματα και βήματα ωρίμανσης αυτής της συνείδησης, με «καθαρότητα» ιδεολογική, οργανωτική, πολιτική δηλ. με αμιγή ταξικά συνδικάτα!!! θα οδηγηθούμε στην επανάσταση.
Στα πλαίσια αυτά και στο ΕΚΑ οι δυνάμεις της ΔΑΣ (ΠΑΜΕ) φυγομαχούν, δεν θέλουν να μπουν στο προεδρείο του αν και ως πρώτη δύναμη θα μπορούσαν να πάρουν τον πρόεδρο του και αυτό το κάνουν, γιατί δεν μπορούν να το ελέγξουν απόλυτα και μη έχοντας εμπιστοσύνη στις θέσεις τους, έχοντας δηλ. επίγνωση ότι δεν μπορούν να πείσουν τους εργαζόμενους, με αυτές τις άκαιρες και άστοχες θέσεις τους, αναλώνονται σε αλλοπρόσαλλη πολυλογία, αρνούνται τις θέσεις ευθύνης που τους χρεώνουν, με την ψήφο τους, οι εργαζόμενοι και προτιμούν τη σιγουριά της αποχής, αφήνοντας τους άλλους να «αλωνίζουν» αντεργατικά σε βάρος των εργαζομένων. Αντικειμενικά δηλ., δια της αποχής τους από θέσεις ευθύνης, γίνονται συνένοχοι στις αντεργατικές τακτικές των άλλων δυνάμεων.
Μετά απ’ όλα αυτά, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να βγάλουν τα συμπεράσματά τους και να πάρουν οι ίδιοι την υπόθεση των συνδικάτων στα δικά τους τα χέρια.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Παγκόσμια Ημέρα των Ωκεανών: Ο βυθός της θάλασσας είναι λιγότερο γνωστός από το σεληνιακό έδαφος

Η μορφολογία του βυθού της θάλασσας σε αντίθεση με το σεληνιακό έδαφος εξακολουθεί να είναι ελάχιστα γνωστή, δηλώνουν με λύπη διεθνείς ειδικοί οι οποίοι, με την ευκαιρία σήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας των Ωκεανών, ζητούν να γίνουν δημόσιες επενδύσεις στον τομέα αυτό.
«Είναι ωστόσο λίγο παράδοξο να μην ξέρουμε πως είναι διαμορφωμένος ο βυθός του ωκεανού σήμερα», διαμαρτύρεται η Φρανσουάζ Γκαΐλ, γαλλίδα ερευνήτρια, μέλος της πλατφόρμας Ωκεανός και Κλίμα, μιας συμμαχίας μη κυβερνητικών οργανώσεων και επιστημονικών που προασπίζει τις προκλήσεις των ωκεανών έναντι των πολιτικών.
Σήμερα, λιγότερο από το 10% της μορφολογίας του θαλάσσιου βυθού, πέραν των 200 μέτρων βάθους, είναι γνωστή, σύμφωνα με τον Διεθνή Υδρογραφικό Οργανισμό, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα του εδάφους του πλανήτη καλύπτεται από νερό.
«Δεν υπάρχει λόγος να ξέρουμε καλύτερα τη Σελήνη από τον βυθό των ωκεανών», εκτιμά η Φρανσουάζ Γκάιλ. «Η απόκτηση μιας τέτοιας γνώσης θα στοίχιζε ακριβά, αλλά αυτό δεν είναι παρά θέμα προτεραιοτήτων», δήλωσε αναφέροντας ότι το θέμα θα είναι φέτος στο επίκεντρο της Παγκόσμιας Ημέρας Ωκεανού, που διοργανώνεται από την πλατφόρμα αυτή και την UNESCO.
Σύμφωνα με αμερικανική μελέτη του 2001, θα μπορούσε να χαρτογραφείται το σύνολο του θαλάσσιου βυθού, πέραν των 500 μέτρων βάθους, με ένα πλοίο επί 200 χρόνια.
«Με 40 πλοία, αυτό θα έπαιρνε πέντε χρόνια!», δήλωσε με ενθουσιασμό ο γεωφυσικός Ουόλτερ Σμιτ της Αμερικανικής Γεωφυσικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας εκτιμώντας το κόστος μιας τέτοιας επιχείρησης σε 2 ή 3 δισεκατομμύρια δολάρια.
«Μπορεί να φαίνεται πολύ, αλλά είναι λιγότερο από το ποσό που προβλέπεται να δαπανήσει η NASA για την μελλοντική εξερευνητική αποστολή της Europa, τον μυστηριώδη δορυφόρο του Δία, τονίζει ο επιστήμονας.
Παρά πολύ αργά
«Έχουμε μια συνολική εικόνα του βυθού από τους δορυφόρους, αλλά δεν είναι πολύ ακριβής», σημειώνει ο Τιερί Σμιτ, ειδικός στη βαθυμετρία (την επιστήμη της μέτρησης των βαθών των ωκεανών και του βυθού τους) στο γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό. «Μόνο η απόκτηση δεδομένων στη θάλασσα με ηχητικά βυθόμετρα επιτρέπει να υπάρχει καλύτερη ακρίβεια. Ωστόσο, αυτές οι τεχνικές είναι γενικά αργές», δήλωσε ο ερευνητής.
Συνέπεια: τα μαύρα κουτιά της Air France AF447 πτήση από το Ρίο στο Παρίσι, που εξαφανίστηκε στη θάλασσα την 1η Ιουνίου του 2009, περισυνελέγησαν έπειτα από 23 μήνες βυθισμένα σε βάθος 3.900 μέτρων, σε μια ιδιαίτερα χαώδη περιοχή του Ατλαντικού Ωκεανού.
Μια καλύτερη γνώση του βυθού επιτρέπει να γνωρίσουμε επίσης περισσότερα για τους θαλάσσιους πόρους που είναι διαθέσιμοι στην προοπτική της εκμετάλλευσης ή της προστασίας τους, για την αιτία των υποβρυχίων κατολισθήσεων και των κυμάτων που προκαλούνται από το τσουνάμι ή τους τυφώνες.
Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα των Ωκεανών έχει σύνθημα «Υγιείς Ωκεανοί, Υγιής Πλανήτης». Ο θεσμός άρχισε το 1992 με την πρωτοβουλία «The Ocean Project» της κυβέρνησης του Καναδά και καθιερώθηκε επίσημα από τον ΟΗΕ ως Παγκόσμια Ημέρα Ωκεανού το 2008.
ΠΗΓΗ: zougla.gr
Βρετανικό δημοψήφισμα: Ρατσισμός, οικονομισμός και προοπτικές

Το βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιούνη είναι μια μάχη που προκάλεσε η αντι-ΕΕ πτέρυγα των Τόρηδων (η κυβερνητική Δεξιά) μαζί με το ακροδεξιό UKIP. Οι μικρές και σκόρπιες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής ή έστω μη κυβερνητικής Αριστεράς στη χώρα έχουν ως αποτέλεσμα η δημόσια συζήτηση για το δημοψήφισμα του «Brexit» να γίνεται με τελείως αντιδραστικούς όρους και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Ήδη η σύνθεσή τους το μαρτυρά, καθώς σε αμφότερα συμμετέχουν πρωτοκλασάτα στελέχη και των δύο μεγάλων κομμάτων, της Δεξιάς και των σοσιαλφιλελεύθερων Εργατικών.
Ποιοι μιλάνε;
Η κύρια καμπάνια των «ευρωπαϊστών», η «Πιο Δυνατή Εντός» (Britain Stronger In), είναι η επίσημα αναγνωρισμένη για κρατική επιχορήγηση. Το συντονιστικό της απαρτίζεται από μεγαλοεπιχειρηματίες, υπουργούς και των δυο κομμάτων της Δεξιάς (Τόρηδες, Φιλελεύθεροι), Πράσινους και Εργατικούς, πολιτικούς και αρχισυνδικαλιστές. Αναμφίβολα, πολιτικός ηγέτης της είναι ο ίδιος ο Τόρης πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον. Στους χορηγούς συγκαταλέγονται οι Citibank, Goldman Sachs και τελικά το μεγαλύτερο τμήμα της βρετανικής άρχουσας τάξης που βλέπει την ΕΕ ως αναγκαιότητα για να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό.
Μετά τη συμφωνία του Κάμερον με τις άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άλλωστε, φαίνεται ότι διατηρείται αλώβητη η «εθνική κυριαρχία» του βρετανικού κεφαλαίου και η ικανότητά του να μπορεί αναστέλλει τα εργασιακά δικαιώματα των ευρωπαίων μεταναστών για επτά χρόνια, να απαγορεύει την επανένωση οικογενειών εκτός ΕΕ και να εξαιρείται από όποια ευρωπαϊκή πολιτική ή οικονομική απόφαση πλήττει τα συμφέροντά του, όπως η «διάσωση» χρεοκοπημένων ευρωπαϊκών χωρών.
Από την άλλη, η επίσημη καμπάνια της Εξόδου είναι η «Ψηφίζω Έξοδο» (Vote Leave). Συμμετέχουν και εκεί όλα τα συστημικά κόμματα, Δεξιοί πρώην και νυν υπουργοί του Κάμερον, η μειοψηφία των επιφανών Εργατικών βέβαια και το ακροδεξιό UKIP. Ούτε εδώ δεν λείπουν οι καπιταλιστές αυτοπροσώπως. Η Salamanca Group, η Reebok, ο κάποτε πλουσιότερος άνθρωπος του City, Peter Cruddas, κανονικά χορηγός των Τόρηδων, όπως και ο χορηγός των Εργατικών, μεγαλέμπορος John Mills, ενισχύουν την κατάσταση ποικιλοτρόπως.
Η καμπάνια αλληλεπικαλύπτεται με τις υπόλοιπες για την «Έξοδο», όπως η «Leave.Eu» ή η «Εργατική Έξοδος» (Labour Leave). Ενδεικτικό της κατάπτωσης διαχωριστικών και πολιτικής ηθικής μεταξύ των συστημικών κομμάτων είναι ότι μέχρι και στην «Leave.Eu», που ίδρυσε πέρσι ο ίδιος ο ηγέτης του UKIP, Νάιτζελ Φάραζ, το 13% των δημοτικών συμβούλων που συμμετέχουν είναι στελέχη των Εργατικών, έναντι μόλις 18% του ίδιου του UKIP –και 50% των Τόρηδων!
Πολιτικές Πλατφόρμες
Κεντρικό επιχείρημα της «Εξόδου» είναι η εκροή βρετανικών πόρων προς τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και τη «βοήθεια» στους «τεμπέληδες» του Νότου. Η ταύτιση της Παραμονής με υπασπιστές της λιτότητας δίνει την ευκαιρία στους ακροδεξιούς «ευρωσκεπτικιστές» να λαϊκίζουν υπέρ του Συστήματος Υγείας, που «χάνει έτσι ένα νοσοκομείο το χρόνο» και κατά της JP Morgan και «των πλουσίων που δεν καταλαβαίνουν τους φτωχούς». Τα λένε αυτά υπουργοί της Δεξιάς, όπως ο Μάικλ Γκόουβ.
Οι «σάλτσες» περί απώλειας της εθνικής κυριαρχίας και αγγλικής ιστορίας τελικά δένουν στον βασικότερο ίσως πυλώνα της αντι-ΕΕ προπαγάνδας, τη συκοφάντηση των μεταναστών, τόσο ευρωπαίων όσο και άλλων. Αυτοί φταίνε για την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους, αλλά και για τα χαμηλά μεροκάματα προσθέτουν οι «Εργατικοί» της Εξόδου.
Ο προστατευτισμός υιοθετείται εξίσου από την «Εργατική Έξοδο»: η Έξοδος θα κάνει καλό στις εξαγωγές, τη γεωργία και τη βιομηχανία χάλυβα που διαλύεται από τον ανταγωνισμό της Κίνας. Γενικά οι ευρωσκεπτικιστές φαίνεται να εκπροσωπούν μια άρχουσα μειοψηφία που υπολογίζει να διαπραγματευτεί καλύτερα με τον διεθνή καπιταλισμό εκτός της ΕΕ παρά εντός, μάλλον υποτιμώντας τις αδυναμίες του αγγλικού καπιταλισμού.
Πώς απαντούν στα παραπάνω οι οπαδοί της Παραμονής; Λέγοντας τα ίδια με άλλη κατάληξη. Ο Κάμερον ισχυρίζεται ότι εκτός ΕΕ «θα μας έρθει όλο το Καλαί», αφού είναι οι ευρωπαϊκές συμφωνίες που «μας προστατεύουν» τόσο από τους Πολωνούς, όσο και από τους μουσουλμάνους μετανάστες! Δύσκολα αντικρούεις μια τέτοια χρησιμότητα των ευρωπαϊκών θεσμών…
Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία των επιχειρηματιών συμφωνούν ότι η συμμετοχή στην ΕΕ είναι δύναμη –όχι γι’ αυτούς, αλλά για την «οικονομία», τις… δουλειές και τους μισθούς.
Η ψεύτικη Αριστερά
Ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατία έχει τεράστια ευθύνη για την κατάντια της δημόσιας συζήτησης. Αξίζει αναφορά η κινδυνολογία της Φράνσις Ογκρέιντι, ηγέτιδας της TUC (συνδικάτο 6 εκατ. εργατών): «εκτός της ΕΕ οι μισθοί θα πέσουν 150 λίρες και θα αυξηθεί η ανεργία». Βέβαια, οι μισθοί έχουν πέσει 160 λίρες μέσα στην Κρίση, εντός ΕΕ...
Αλλά το δηλητήριο κρύβεται αλλού. Κοινός στόχος τόσο της Δεξιάς όσο και κάθε επαγγελματία «αριστερού» μεταρρυθμιστή είναι να ταυτίσουν τα συμφέροντα εργοδοτών και εργατών με όρους περί «οικονομίας». Αν όποια δυσκολία αντιμετωπίσει το κεφάλαιο θα βαρύνει τους εργάτες, τότε φαίνεται λογικό αυτό που επιθυμεί η πλειοψηφία του κεφαλαίου να είναι αυτό που πρέπει και οι εργάτες να ψηφίζουν. Έτσι βέβαια δεν δικαιολογείται μόνο η «νεοφιλελεύθερη» Παραμονή ή η «προτεξιονιστική» Έξοδος, αλλά το οτιδήποτε: ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή για να έχουν οι επιχειρήσεις φτηνό πετρέλαιο ή η σκληρότερη λιτότητα. Καλύτερα να είσαι κακοπληρωμένος σε μια κερδοφόρα επιχείρηση, παρά απολυμένος από μια κλειστή επιχείρηση! Πέρα από το διαζύγιό του απ’ την πραγματικότητα της κρίσης, το σκεπτικό ποντάρει στην υπαρκτή αδυναμία των εργατών να φορτώσουν τα βάρη στα αφεντικά τους και την ενισχύει, «ξεχνώντας» τις προηγούμενες νίκες του εργατικού κινήματος.
Πάντως, χαρακτηριστικό της πλήρους σύγχυσης που σπέρνουν όλοι είναι η απάντηση στην Ογκρέιντι από μια βουλευτίνα των Εργατικών, συντονίστρια του «Ψηφίζω Έξοδο», παρέα με τους άλλους μισούς Τόρηδες. Η Γκιζέλα Στιούαρτ επισήμανε ότι η ΕΕ υπερθεματίζει τη λιτότητα και έχει αυξήσει την ανεργία, άρα η λύση είναι η Έξοδος για να πάψουμε να της πληρώνουμε ενισχύσεις, όπως και για να διώξουμε τους μετανάστες που ρίχνουν τα μεροκάματα!
Ταυτόχρονα, ο Λόρδος Ρόουζ, μεγαλέμπορος και πρόεδρος της καμπάνιας του «Εντός», εκδήλωσε τους επιχειρηματικούς του φόβους ότι τυχόν απελάσεις ευρωπαίων μεταναστών μετά από μια Έξοδο θα… ανέβαζαν τους μισθούς!
Σε τελική ανάλυση οι δυο δεξιοί πόλοι, φιλο-ΕΕ και αντι-ΕΕ, πρακτικά προετοιμάζουν τον κόσμο ότι είτε εντός, είτε εκτός, λιτότητα και ρατσισμός θα κλιμακωθούν. Προετοιμάζουν τη δική τους «ερμηνεία» του δημοψηφίσματος, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που Παραμονή και Έξοδος περίπου ισοψηφούν στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Ο κόσμος ξέρει ότι «εντός ΕΕ» και χωρίς να παραβιάζεται καμία «εθνική κυριαρχία», ο Κάμερον έκοψε τα επιδόματα των ανάπηρων, αποδυνάμωσε την εργατική διαιτησία, έφερε τις συμβάσεις μηδενικών ωρών και με τις περικοπές δισεκατομμυρίων από το κοινωνικό κράτος έστειλε ένα εκατομμύριο κόσμο στα συσσίτια κι αύξησε 40% τους άστεγους.
Αν και πολλοί μπορεί να καταλήξουν στην «Παραμονή» από απέχθεια στο UKIP, άλλοι τόσοι δεν βρίσκουν νόημα σε οτιδήποτε δεν απαντά καθαρά στα προβλήματά τους.
Γι’ αυτό όσο μεγαλώνει το βάρος της αποχής, μεγαλώνει και η πίεση να πάρει σαφή θέση η ηγεσία των Εργατικών, που σχετίζεται με την εργαζόμενη πλειοψηφία. Ο «αριστερός» Κόρμπιν φαίνεται ότι συνθηκολόγησε με τον βαθιά νεοφιλελεύθερο κομματικό μηχανισμό. Έστω αργά, στις 2 Ιούνη, δήλωσε στήριξη στην καμπάνια «Εργατικοί Μέσα» (Labour In For Britain). Στην ομιλία του χρησιμοποίησε δεξιά κλισέ υπέρ της ΕΕ: τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και οι εξαγωγές, οι χαμηλές τιμές, η συνεργασία των αστυνομιών κατά του… εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Βασική ήταν η παμπάλαια ιδέα της μεταρρύθμισης εκ των έσω. Περιέγραψε την ΕΕ ως εγγυήτρια των εργατικών κατακτήσεων, τετριμμένη αυτούς τους μήνες λαθροχειρία που παραγνωρίζει τόσο την πραγματική πολιτική της ΕΕ, όσο και τα συγκεκριμένα στοιχεία. (Π.χ. στην Αγγλία οι άδειες μητρότητας και διακοπών, που επικαλούνται οι ευρωπαϊστές, είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι προβλέπει η ΕΕ, 39 αντί 28 και 259 αντί 98 ημέρες αντίστοιχα).
Από την άλλη, ο Κόρμπιν πήρε σαφείς αποστάσεις από την αντιμεταναστευτική μανία των υπόλοιπων, κατηγορώντας κυβέρνηση και εργοδότες για τα χαμηλά μεροκάματα των μεταναστών, ενώ υποσχέθηκε επανακρατικοποίηση των τρένων στο συνδικάτο των σιδηροδρομικών που τάσσεται με το «Έξω». Αυτό άραγε είναι μεταρρύθμιση με την άδεια της ΕΕ ή σύγκρουση μαζί της;
Παρόλο που η βοήθεια που προσέφερε κατηγορείται εκ δεξιών ότι δεν ήταν θερμή, το κέρδισμα της εμπιστοσύνης με αριστερές υποσχέσεις και αποστασιοποίηση από τα ακροδεξιά επιχειρήματα μπορεί να είναι καλή τακτική για να πειστεί ένα κρίσιμο ακροατήριο εχθρικό στη λιτότητα. Πάντως είναι καλύτερη απ’ την ανοιχτή στήριξη της Παραμονής εκ μέρους λαομίσητων στελεχών, όπως o παλιός υπουργός των Εργατικών, Μάντελσον εντός (ένας Άγγλος Γιαννίτσης), ή οι Ραχόι, Τουσκ και Μέρκελ εκτός.
Η κουστωδία αξιωματούχων εντός και εκτός χώρας, «στατιστικών» του ΟΟΣΑ και επιχειρηματικών ομίλων προσπαθούν να πείσουν ότι μετά από ένα Brexit θα επέλθει «αντικειμενικά» μεγάλη καταστροφή –στις πλάτες των φτωχών ψηφοφόρων. Εκ πρώτης όψεως, απλά υπερασπίζονται άγαρμπα την επιλογή των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων, μαζί και της βρετανικής. Στην πραγματικότητα δικαιολογούν τα νέα μέτρα που θα έρθουν, διασφαλίζουν πολιτικά την επίταση της λιτότητας, της παγκόσμιας σταθερότητας, είτε μέσα είτε έξω απ’ την ΕΕ.
Προοπτικές
Ακόμη κι αν η λαϊκή βούληση εκφραζόταν συντριπτικά κατά της ΕΕ, έστω κι αν ήταν με τα σωστά ταξικά επιχειρήματα, ξέρουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγνοηθεί. Για παράδειγμα, ανακοινώνοντας εκλογές για να αναιρέσουν το δημοψήφισμα, όπως στην Ελλάδα. Ή παραπέμποντας την υλοποίηση του Brexit στις καλένδες μιας δεκαετούς περιόδου προσαρμογής, όπως ήδη υπάρχουν σκέψεις. Ή απλώς κάνοντας νέο δημοψήφισμα, όπως είχε γίνει για τη συνθήκη της Λισαβόνας στην Ιρλανδία το 2009, ενδεχομένως μετά από μια εμπειρία αντιποίνων για τη «λάθος» ψήφο. Παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα έχει σημασία και είναι λάθος η προπαγάνδιση της αποχής, όπως λέει μια μειοψηφία Βρετανών συντρόφων.
Είναι σωστό ότι η εξέλιξη θα κριθεί τελικά από τους αγώνες. Αλλά αν υπερισχύσει το Brexit, σίγουρα το αγγλικό πολιτικό σύστημα θα περιέλθει σε κρίση. Κάμερον και Κόρμπιν θα χρεωθούν την ήττα τους και τα κόμματά τους θα κινδυνέψουν να διασπαστούν. Στους δε Εργατικούς αυτό θα σημαίνει ανακοπή της ομαλής ενσωμάτωσης του Κόρμπιν στο μπλερικό κομματικό σύστημα. Δευτερευόντως, θα υπάρξει ζήτημα και στις υπόλοιπες χώρες μιας ΕΕ που δεν θα μοιάζει τόσο απαραίτητο μέρος της λύσης κάθε προβλήματος.
Πρόκειται για ενδεχόμενα που ανοίγουν παράθυρο ευκαιρίας για καλύτερη παρέμβαση της ταξικής πάλης και της πραγματικής Αριστεράς. Εξάλλου, αν ο Κάμερον μείνει αλώβητος, αναμένονται 12 δισ. λίρες νέων περικοπών και νέος νόμος που θα κατάσχει τους μισθούς από παράνομους μετανάστες και θα σταματά τις εφέσεις των απελάσεων. Γι’ αυτό μάλλον έχουν δίκιο οι περισσότερες αριστερές οργανώσεις της Βρετανίας, μιλώντας για «Αριστερή Έξοδο». Ωστόσο, η ανάσα θα είναι σύντομη, χωρίς «έξοδο» της Αριστεράς από το περιθώριο. Οι μικρές και διασπασμένες αριστερές δυνάμεις θα πρέπει να βρουν τρόπο συνεννόησης μεταξύ τους. Διαφορετικά ο αντίπαλος με κατάλληλες μανούβρες θα καταφέρνει να κλείνει πάντα το καπάκι.
Είναι πιθανό η τοποθέτηση του Κόρμπιν να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της ΕΕ στις 23/6. Ακόμα κι έτσι όμως, ένα μόνο χρόνο μετά την προδοσία του Τσίπρα, ο νεοφιλελεύθερος οδοστρωτήρας συναντά απροσδόκητες νάρκες στα εργοστάσια της Γαλλίας ή την πολιτική τύρβη της Ιβηρικής.
ΠΗΓΗ: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή