Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Μελέτη βόμβα για το κλίμα: "Μεγάλες πόλεις της Μεσογείου θα γίνουν έρημοι"

Αν η άνοδος της θερμοκρασίας εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής ξεπεράσει τον ενάμιση βαθμό Κελσίου, το ιδανικό όριο που έχει θέσει η διεθνής συμφωνία του Παρισιού του 2015, τότε πολλά εδάφη γύρω από τη Μεσόγειο, στη Νότια Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, κινδυνεύουν με ξηρασία και ερημοποίηση, σύμφωνα με μια νέα γαλλική επιστημονική μελέτη.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον παλαιοκλιματολόγο Ζοέλ Γκιγιό του Πανεπιστημίου της Αιξ-Μασσαλίας και του Κολλεγίου της Γαλλίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science», προειδοποιούν ότι στη Μεσόγειο ίσως εμφανισθούν οικοσυστήματα που δεν έχουν υπάρξει εδώ και 10.000 χρόνια. Μεγάλες πόλεις της Μεσογείου μπορεί να βρεθούν να περιβάλλονται από ξηρά εδάφη ή και έρημο έως το τέλος του αιώνα μας.
Ήδη οι θερμοκρασίες στη λεκάνη της Μεσογείου είναι περίπου 1,3 βαθμούς Κελσίου μεγαλύτερες από εκείνες της περιόδου 1880-1920, ενώ την ίδια περίοδο η μέση αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας ήταν μικρότερη, γύρω στους 0,85 βαθμούς Κελσίου. Αυτό δείχνει ότι η Μεσόγειος είναι πιο ευαίσθητη και άρα ευάλωτη στην κλιματική αλλαγή.
Οι Γάλλοι επιστήμονες μελέτησαν δείγματα γύρης από διαδοχικά γεωλογικά ιζήματα του παρελθόντος, βγάζοντας έτσι συμπεράσματα για την πορεία του μεσογειακού κλίματος και των οικοσυστημάτων κατά τα τελευταία 10.000 χρόνια. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας υπολογιστικά μοντέλα, έκαναν προβλέψεις για την εξέλιξη των οικοσυστημάτων στο μέλλον, με βάση διάφορα σενάρια.
Μόνο αν η θερμοκρασία δεν ανέβει πάνω από 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, τότε τα μεσογειακά οικοσυστήματα θα συνεχίσουν λίγο-πολύ να έχουν τη γνώριμη εικόνα τους των τελευταίων χιλιετιών.
Αν όμως η άνοδος της θερμοκρασίας φθάσει και ξεπεράσει τους δύο βαθμούς Κελσίου, τότε ολόκληρες περιοχές, όπως η νότια Ισπανία, μετατρέπονται σε ερήμους, τα όποια δάση φυλλοβόλων δέντρων εξαφανίζονται σταδιακά και μετακινούνται σε πιο ορεινά και βόρεια μέρη, ενώ στη θέση τους, σε ένα μεγάλο μέρος της Μεσογειακής λεκάνης, εμφανίζονται θαμνώδη φυτά.
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι αυτές οι αλλαγές στα οικοσυστήματα θα οφείλονται καθαρά στην κλιματική αλλαγή και δεν λαμβάνουν καν υπόψη τους άλλες ανθρωπογενείς επιδράσεις, όπως τις αλλαγές στη χρήση γης, την επέκταση των αστικών περιοχών, την υποβάθμιση του εδάφους κ.ά., που μπορεί να επιδεινώσουν περαιτέρω την καστάταση.
Ο Γκιγιό τόνισε ότι οι κλιματικές συνθήκες έπαιξαν ρόλο στην ανάδυση και στην εξέλιξη πολλών μεγάλων πολιτισμών της Μεσογείου, όπως του αιγυπτιακού, του ελληνικού και του ρωμαϊκού, πράγμα που μπορεί να συμβεί και στο μέλλον. Τόνισε ότι οι σημερινές προσφυγικές ροές, που σήμερα έχουν πολιτικά και οικονομικά αίτια, μελλοντικά μπορεί να ενταθούν λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας στα νότια της Μεσογείου.
Πηγή: ΑΜΠΕ
Ο “ΓΕΛΟΙΟΣ ΠΌΛΕΜΟΣ” ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ
ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Στην ιστορία του προηγούμενου αιώνα πολιτογραφήθηκε η έκφραση “γελοίος πόλεμος” (drole de guerre για τους Γάλλους ή phony war για τους Βρετανούς). Ο όρος καλύπτει την περίοδο από τις 3 Απριλίου 1939, όταν οι δύο χώρες κήρυξαν πόλεμο στη Γερμανία, με αφορμή την εισβολή της στην Πολωνία, μέχρι τις 10 Μαΐου του 1940, ημερομηνία έναρξης της ναζιστικής επίθεσης κατά της Γαλλίας. Ο “πόλεμος” υπήρξε πραγματικά γελοίος, καθώς την περίοδο αυτή δεν έπεσε ούτε μια ντουφεκιά. Αυτό που ακολούθησε, βέβαια, δεν ήταν καθόλου αστείο, όπως πρώτη θα το διαπίστωνε η Γαλλία, που υποδουλώθηκε απίστευτα γρήγορα, αφού τα ναζιστικά στρατεύματα παρέκαμψαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία την περίφημη Γραμμή Μαζινό.
Μια ελληνική εκδοχή του “drole de guerre” εκτυλίσσεται από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) περί αντισυνταγματικότητας του νόμου για τις τηλεοπτικές συχνότητες. Κυβερνητικά στελέχη διαπιστώνουν “δικαστικό πραξικόπημα” και “πόλεμο” εγχώριων και ξένων κέντρων με στόχο την ανατροπή της αριστερής κυβέρνησης και την παλινόρθωση του Παλαιού Καθεστώτος. Από την πλευρά της, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει εαυτήν “δικαιωμένη” και αξιώνει την παραίτηση της κυβέρνησης και προκήρυξη πρόωρων εκλογών, διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά της για τις υποτιθέμενες “ολοκληρωτικές” μεθοδεύσεις του κυβερνητικού επιτελείου σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών.
Υπάρχει σ' όλα αυτά μια τόσο ισχυρή δόση υπερβολής που φτάνει τα όρια της ιλαρότητας. Σε καμία χώρα του δυτικώς “πολιτισμένου” κόσμου μια απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας ενός συγκεκριμένου νόμου δεν προκαλεί πτώση κυβέρνησης. Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά των ανώτατων, ακυρωτικών δικαστηρίων, όπως είναι το ΣτΕ: να ακυρώνουν νόμους, ύστερα από προσφυγές όσων έχουν έννομο συμφέρον, επιβάλλοντας την αναθεώρησή τους, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι γιατί η πολιτική κρίση προϋπήρχε και η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου έδρασε απλώς ως καταλύτης, που της έδωσε πιο άγρια μορφή. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωσή μας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας πολιτικής κρίσης, μεταβαλλόμενης μορφής και έντασης, από το 2010. Διαδοχικοί ηγέτες αναδεικνύονται με φιλολαϊκά συνθήματα, από το “λεφτά υπάρχουν” του Γιώργου Παπανδρέου, μέχρι τις αντιμνημονιακές διακηρύξεις του πρώιμου Αντώνη Σαμαρά, για να γίνουν τελικά βορά των μνημονίων που οι ίδιοι υπέγραψαν. Από τη θλιβερή αυτή μοίρα δεν ξέφυγε ο Αλέξης Τσίπρας, με αποτέλεσμα την επιταχυνόμενη συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, που έφερε προ των πυλών το φάσμα της ΠΑΣΟΚοποίησης.
Με την κήρυξη πολέμου εναντίον των καναλαρχών και γενικώς των ολιγαρχικών συμφερόντων, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε, πέραν της διαμόρφωσης ενός κάπως πιο φιλικού, ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, τον αποπροσανατολισμό από τα καυτά οικονομικά και κοινωνικά θέματα, όπως και την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους ψυχικής επαφής με τους απογοητευμένους και εξοργισμένους αριστερούς πολίτες που την εγκαταλείπουν.
Μα δεν βρίσκετε τίποτα το θετικό στην κυβερνητική απόπειρα να βάλει τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, θα διερωτηθεί ο καλόπιστος (ή εύπιστος) οπαδός της. Ασφαλώς, η ανάγκη να τεθεί τέλος στην “πειρατεία των συχνοτήτων” για την οποία μιλά η κυβέρνηση ήταν πρόδηλη και η είσπραξη κάπου 250 εκατομμυρίων από το δημόσιο, σε βάθος δεκαετίας, ήταν κάποιο κέρδος για το λαό – παρότι ωχριά απελπιστικά μπροστά σ' αυτά του παίρνει η κυβέρνηση με το τρίτο μνημόνιο. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν νομιμοποιεί την κεντρική επιλογή της κυβέρνησης να συγκεντρώσει σε ελάχιστα, ιδιωτικά χέρια την τηλεοπτική αγορά, αντί να την ανοίξει στην κοινωνία και τους φορείς της, επιβάλλοντας αυστηρά κριτήρια ποιότητας, πολυφωνίας και αξιοπιστίας.
Δηλαδή, δεν βλέπετε τίποτα μεμπτό στην απόφαση του ΣτΕ; Ή μήπως ταυτίζεστε, στον αντιπολιτευτικό σας οίστρο, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους υποστηρικτές του, θα συνεχίσει ο υποθετικός συνομιλητής μας. Και πάλι, ασφαλώς το ΣτΕ έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση που προέκυψε. Θα μπορούσε κάλιστα να έχει εκδώσει απόφαση από τον Ιούλιο, πριν γίνει ο διαγωνισμός, ώστε και η κυβέρνηση και οι υποψήφιοι καλανάρχες να ξέρουν πού βαδίζουν. Ακόμη περισσότερο, θα έπρεπε να σπεύσει να πάρει έγκαιρα απόφαση, από τη στιγμή που έβλεπε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέβαλε στη Νέα Δημοκρατία τη γραμμή του για σκόπιμο μποϊκοτάζ του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, εκβιάζοντας τη Βουλή είτε να διατηρήσει την καταφανώς αντισυνταγματική κατάσταση πραγμάτων, είτε να νομοθετήσει η ίδια τα του διαγωνισμού.
Ωστόσο, το να επικαλείται η κυβέρνηση την απόφαση του ΣτΕ ως απόδειξη “πραξικοπήματος” εναντίον της και να καλεί το λαό σε συστράτευση για να προστατέψει τη “δική του” κυβέρνηση από τα στρατεύματα της αντεπανάστασης που βρίσκονται προ των θυρών, ξεπερνά τα όρια της πολιτικής σοβαρότητας. Η προσπάθεια αποκατάστασης της ψυχικής επαφής με την προδομένη λαϊκή της βάση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Το γυαλί έχει ραγίσει από καιρό. Γιατί μπορεί η Όλγα Γεροβασίλη να έχει δίκιο να καυτηριάζει το ΣτΕ γιατί “έκρινε συνταγματικά τα μνημόνια που κατέστρεψαν τη χώρα”, μόνο που καθένας που την ακούει σκέφτεται αμέσως ότι το τρίτο και φαρμακερό από αυτά τα μνημόνια το πέρασε η δική της κυβέρνηση. Μπορεί ο Θοδωρής Δρίτσας να μη θέλει “να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο για ένα τέταρτο πρόγραμμα”, αλλά ο πολίτης ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχή του υπουργού και περισσότερο για τα δημόσια έσοδα, τις τράπεζες, τους σιδηροδρόμους, τα αεροδρόμια και – ναι! – το “λιμάνι της αγωνίας” που έχει πουλήσει η κυβέρνησή του στους δανειστές και τα ξένα funds.
Για τη Γαλλία, τον “γελοίο πόλεμο” ακολούθησε η συντριβή στον πραγματικό πόλεμο και η ταπείνωση από τη συνθηκολόγηση του δωσιλογικού καθεστώτος Πετέν. Ευτυχώς, η γαλλική Αντίσταση έσωσε την τιμή και τη διεθνή υπόληψη της χώρας. Στην περίπτωσή μας, η ταπεινωτική συνθηκολόγηση έχει προηγηθεί της αναπόφευκτης πολιτικής συντριβής. Το μόνο ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι ποιοι μπορούν ακόμη να ξεπλύνουν τη ντροπή της πρώτης και να αποφύγουν να ζήσουν και τη δεύτερη.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Κοινωνικοποίηση της πληροφόρησης: Ιδιωτική, κρατική ή κοινωνικοποιημένη ενημέρωση;

Στη μνημονιακή μικροαστική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε ολόκληρο το ιστορικό ρεύμα της ανανεωτικής Αριστεράς που την τροφοδοτεί, είναι κυρίαρχη η λογική ότι η κυβερνητική παρέμβαση της εκσυγχρονιστικής μικροαστικής τεχνοκρατίας, που αποτελεί και τον πυρήνα της, έχει ως θεμελιακή κατεύθυνση την «ορθολογικοποίηση και εκσυγχρονισμό» της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όλων των πλευρών που την συνοδεύουν.
Αυτή ήταν η λογική προαγωγής της διαμόρφωσης του νέου τηλεοπτικού τοπίου της χώρας το τελευταίο διάστημα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ : Παραχώρηση τηλεοπτικών αδειών μέσα από πλειοδοτικό διαγωνισμό με εξονυχιστικές διαδικασίες, εκ των πραγμάτων κλείσιμο των υπολοίπων καναλιών, με βάση την οικονομική αποκλειστικά ισχύ των παραγόντων που διεκδικούσαν τις τέσσερεις τηλεοπτικές άδειες. Ως εάν επρόκειτο για τον διαγωνισμό (μειοδοτικό αυτή τη φορά) για την ανάληψη της εκτέλεσης δημόσιων έργων, ή αντίστοιχο διαγωνισμό για την προμήθεια ιατρικού υλικού των νοσοκομείων. Αποκλειστικό κριτήριο η οικονομική επιφάνεια των επιχειρηματιών που επεδίωκαν να μονοπωλήσουν το καινούριο τηλεοπτικό τοπίο.
Προφανώς αυτό που συνέβη, κάτω από την ίδια την ασφυκτική πίεση της αστικής τάξης, των ιδιοκτητών τηλεοπτικών σταθμών, της συντηρητικής παράταξης, του συντηρητισμού των ανωτάτων δικαστηρίων (ως μηχανισμών του αστικού κράτους), ήταν η ακύρωση ουσιαστικά του σχετικού νόμου 4339/2015, ως αντισυνταγματικού, και η ματαίωση προς ώρας αυτού του αστικού εκσυγχρονισμού, που σε κάθε περίπτωση δεν έχει, ακόμη και αν υλοποιούνταν, καμία σχέση με οποιαδήποτε αριστερή λαϊκή επιδίωξη. Το γνωστικό πεδίο ενός μέρους του λαϊκού πληθυσμού διαμορφώνεται από τους δημόσιους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς όλων των βαθμίδων, και μάλιστα κατά έναν τρόπο σύμφυτο με την αστική ιδεολογία, και κυρίως μιας περιχαρακωμένης εξειδίκευσης. Αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία που για ορισμένους φθάνει μέχρι την ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών, και για την πλειονότητα σε κατώτερα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος (από αποφοίτους δημοτικού μέχρι τους αποφοίτους των περισσοτέρων ΤΕΙ), εξαντλείται και ολοκληρώνεται σε ένα σαφές χρονικό σημείο, μεταξύ 22 – 25 ετών. Από εκεί και πέρα, και μέχρι του τέλους του εργάσιμου βίου της, η κοινωνική πλειονότητα εκείνο που έχει μπροστά της και χρησιμοποιεί δεν είναι άλλο από την ιδιωτική (περισσοτέρων ή λιγότερων τηλεοπτικών σταθμών) τηλεόραση, στο επίπεδο της καθολικής της διαμόρφωσης και χειραγώγησης, πολιτιστικά, πολιτικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, καλλιτεχνικά κλπ.
Τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναδειχθεί άρα στον κύριο και κυρίαρχο ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους για την διαμόρφωση των λαϊκών συναινέσεων, την αποδοχή των κυβερνητικών πρακτικών, την στρέβλωση της ίδιας της αντιμετώπισης των κοινωνικών πραγμάτων κλπ. Δίπλα στους άλλους ιδεολογικούς αστικούς κρατικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης συνείδησης και πρακτικών (σχολείο, εκκλησία, στρατός, οικογένεια, εργοστάσιο κλπ.), ο τηλεοπτικός μηχανισμός έγινε ο ισχυρότερος και αποτελεσματικότερος. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εκείνο που ήρθε να κάνει με το διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών ήταν να επικυρώσει, και να ενδυναμώσει μάλιστα, τον ακραιφνώς ιδιωτικό χαρακτήρα αυτού του μηχανισμού πληροφόρησης, καθιστώντας τον πιο «ορθολογικό και εκσυγχρονισμένο». Εντούτοις δεν επιτεύχθηκε ούτε αυτό, γιατί η αντίληψη της «ορθολογικοποίησης» του καπιταλισμού και των διαφόρων συνοδευτικών αστικών θεσμών και μηχανισμών, δεν μπορεί να υπακούει σ’ αυτή την μυθολογία της μικροαστικής διανόησης, αλλά έχει τους δικούς της κανόνες και τρόπους λειτουργίας, οι οποίοι και είναι αδιατάρακτοι, τουλάχιστον απέναντι στα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα.
Το «χάος», η «ανομία», η «διαπλοκή» και άλλα χαρακτηριστικά, δεν αποτελούν παρά σταθερές της λειτουργίας της αστικής κυριαρχίας, και δεν μπορούν να κλονιστούν με αστικές πολιτικές παρεμβάσεις όπως η πρόσφατη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η λειτουργία των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, ψυχαγωγίας κλπ. δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως μια μακρά μορφωτική διαδικασία, όπως ακριβώς η ίδια η δημόσια εκπαίδευση, από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο. Κατά συνέπεια η λειτουργία τους υπό καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ελέγχου, και μάλιστα από ισχυρές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, η πλειονότητα των οποίων έχει στην ιδιοκτησία της και σημαντικές ποδοσφαιρικές ΑΕ, είτε με το προηγούμενο καθεστώς της «ανομίας», είτε με το καθεστώς του αστικού εκσυγχρονισμού, είτε το πιθανότερο σήμερα μέσα από ένα καθεστώς συμβιβαστικού χαρακτήρα, αυτή είναι το πρόβλημα εφόσον επιβάλλει την αστική χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων.
Από αυτή την άποψη εύστοχα είχε προταθεί από την Αριστερή Πλατφόρμα στο 1ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, η αναλυτική πρόταση για την κοινωνικοποίηση των μέσων μαζικών ενημέρωσης, η οποία και απορρίφθηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του σώματος, η οποία και διέπονταν από τα μικροαστικά σύνδρομα του «εξορθολογισμού και εκσυγχρονισμού» και σε σημαντικό βαθμό έχει περιέλθει στη λήθη στο ενδιάμεσο μέχρι σήμερα διάστημα. Εντούτοις πρόκειται για την μοναδική πρόταση, στρατηγικού προφανώς χαρακτήρα, η οποία και δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά σε παραλληλία με την κοινωνικοποίηση συνολικότερα της γνώσης για το σύνολο των εργαζομένων, την κοινωνικοποίηση παραγωγικών διαδικασιών κλπ. Σε κάθε άλλη περίπτωση, παρ’ όλες τις όποιες αστικές «εξορθολογιστικές» ρυθμίσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και εφόσον το τηλεοπτικό δίκτυο συνεχίζει να βρίσκεται ανοιχτά και επίσημα στα χέρια του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου, αυτά δεν θα μπορούν να λειτουργούν παρά ως ιδεολογικοί μηχανισμοί χειραγώγησης συνειδήσεων, και πέραν αυτού ουδέν.
Εκείνο άρα στο οποίο χρειάζεται να στοχεύει η ελληνική Αριστερά είναι η ανάδειξη του δημόσιου χαρακτήρα των μέσων μαζικής πληροφόρησης και ενημέρωσης, με κοινωνικοποιημένα χαρακτηριστικά ιδιοκτησίας, ελέγχου και λειτουργίας. Αυτή η στόχευση διαφέρει από το τρίπτυχο των κρατικών τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι και βρίσκονται κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία εξίσου έχει ρόλο ιδεολογικής χειραγώγησης των λαϊκών τάξεων. Η στρατηγική άρα διαμόρφωση ενός δημόσιου κοινωνικού τηλεοπτικού τοπίου, είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει εκπομπές, προγράμματα, ενημέρωση και τηλεοπτικά κανάλια που αναδεικνύουν το αντικειμενικά κοινωνικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο με τα κατάλληλα κοινωνικά υποκείμενα. Π.χ. ένα κανάλι τέτοιου είδους, που να αφορά την τέχνη, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, μπορεί να στηρίζεται σε έναν πολυφωνικό και πλουραλιστικό συνεταιρισμό που να περιλαμβάνει ενώσεις σκηνοθετών, συγγραφέων, ηθοποιών, κινηματογράφου, εκπαιδευτικών οργανώσεων, μουσικών καλλιτεχνών, κριτικών, θεατρικών σκηνών, εκδόσεων, δηλαδή όλο το φάσμα των παραγωγών του σύγχρονου πολιτισμού, με όρους γνωστικής χειραφέτησης των εργαζομένων στρωμάτων. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με ένα δημοκρατικά οργανωμένο τηλεοπτικό σταθμό που θα είχε ως δημιουργικό υποκείμενο εργατικά σωματεία και οργανώσεις, οικονομικές αναλύσεις, κοινωνικές αντιπαραθέσεις, συνδικαλιστικές παρατάξεις, συνεταιριστικά εγχειρήματα, αγροτικούς συλλόγους, διεθνείς αναφορές για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, την παραγωγή, την απασχόληση κλπ.
Όπως το εκπαιδευτικό σύστημα έχει δημόσια χαρακτηριστικά, όπως εξίσου αυτό χρειάζεται να είναι ανοιχτό σε όλες του τις βαθμίδες στο σύνολο των εργαζομένων και της νεολαίας, έτσι και οι μηχανισμοί πληροφόρησης, ψυχαγωγίας, ενημέρωσης κ.ά., δεν μπορούν παρά να βρίσκονται σε δημόσια ιδιοκτησία και κοινωνική οργάνωση και διαχείριση. Μπορεί το επιχειρηματικό κεφάλαιο, ιδιαίτερα το πολυεθνικό, να ελέγχει όλες τις βασικές πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, στον ίδιο τίτλο με τις μεγάλες εταιρίες πληροφορικής, έχουν στα χέρια τους όχι μόνον την χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων αλλά και τον προσδιορισμό της ίδιας της πορείας και εξέλιξης των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων. Άλλωστε αναγνωρίζεται με σαφήνεια, και από την ίδια την συντηρητική ανώτατη δικαστική εξουσία ότι οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι «δημόσιο αγαθό» (και μήπως η επεξεργασία και διανομή του νερού, οι συγκοινωνίες, η παραγωγή φαρμάκων κλπ. δεν είναι «δημόσια αγαθά ;).
Το ζήτημα είναι ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η ΝΔ καθώς και η δικαστική εξουσία αναγνωρίζουν ταυτόχρονα ότι ως τέτοιο (δημόσιο αγαθό) χρειάζεται να οδηγεί στην αποκομιδή οφέλους για το κράτος, μια και είναι πλεονεκτική επιχειρηματική δραστηριότητα (απόφαση του ΣτΕ 2597 / 2015). Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι αν η ιδιωτική εκμετάλλευση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται με «ορθολογικούς» όρους τακτικής πληρωμής ενός σχετικού ενοικίου, ή αν αυτό πραγματοποιείται με το μέχρι σήμερα υπάρχον καθεστώς, αλλά αν η χρήση αυτού του «δημόσιου αγαθού» χρησιμοποιείται με βάση τη φύση του ως «δημόσιου», δηλαδή με όρους κοινωνικής διαχείρισής του. Γιατί άλλωστε η εκπαιδευτική διαδικασία βρίσκεται στον κύριο έλεγχο του δημόσιου (πέραν βέβαια της λειτουργίας της ως ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους), και δεν θα έπρεπε οι ραδιοσυχνότητες να χρησιμοποιούνται από τους κοινωνικούς φορείς, αντί των μεγάλων καπιταλιστών επιχειρηματιών; Αυτό είναι το «διαρκές σκάνδαλο» και όχι ο τρόπος αδειοδότησης, το ύψος του τιμήματος ή οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ έναντι της κυβερνητικής εξουσίας.
Η λειτουργία του τηλεοπτικού συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά ως μια διαρκής διαδικασία μορφωτικής χειραφέτησης των λαϊκών τάξεων, με την ίδια την αυτενέργεια και δημιουργικότητα των κοινωνικών, διανοητικών, καλλιτεχνικών, πολιτιστικών, επιστημονικών δυνάμεων, και δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια των ιδιωτών επιχειρηματιών να λειτουργεί εκ των πραγμάτων, ούτως ή άλλως, ως μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης των εργαζομένων ως «παθητικών δεκτών – ακροατών». Μια τέτοια επιδίωξη στρατηγικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να συνοδεύεται παρά από μια ορισμένη τακτική παρέμβαση στη συγκυρία, οι μορφές της οποίας δεν μπορεί παρά να προσδιορίζονται από τα κοινωνικά υποκείμενα των λαϊκών τάξεων, άσχετα αν βρίσκονται σήμερα, εξαιτίας της παρατεταμένης μνημονιακής πολιτικής σε κατάσταση περιθωριοποίησης και αδρανοποίησης, παρόλο όμως που καταβάλουν σημαντικές διανοητικές προσπάθειες, έστω περιορισμένου χαρακτήρα. Και από την άλλη πλευρά, αν τα τρία κανάλια της κρατικής τηλεόρασης χρηματοδοτούνται κυρίαρχα από την γενικευμένη είσπραξη τελών, μέσω των τιμολογίων κοινής ωφέλειας, γιατί αυτό να μην ισχύσει κατά μείζονα λόγο για τηλεοπτικούς σταθμούς δημόσιους (και όχι κρατικής προπαγάνδας) με κοινωνικοποιημένα χαρακτηριστικά ;
ΠΗΓΗ: rproject.gr
Η νέα ανασκολόπιση στα εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα και η πρέπουσα απάντηση

Γράφει ο Ιάσωνας Μπελίδης.
Όλο το προηγούμενο διάστημα είδαμε την κυβέρνηση να προβαίνει σε μια έντονη κινητικότητα για να προετοιμάσει το έδαφος, ώστε να προβάλλει και να υποβάλλει στην κοινή γνώμη την εντύπωση, ότι τάχατες βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα για να υπερασπιστεί τα εργασιακά δικαιώματα στο πεδίο των τωρινών διαπραγματεύσεων της με τους λεγόμενους «θεσμούς», το ευρωενωσιακό κουαρτέτο. Έτσι επιδιώκει και προς τους εργαζόμενους να φαίνεται φιλική αλλά, κατά κύριο λόγο, και να καταφέρει να την αξιολογήσουν θετικά οι «θεσμοί» και να της δώσουν την πολυπόθητη «ελάφρυνση» του χρέους και την ένταξη της χώρας μας στο «πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ». Επιστράτευσε μάλιστα και μια διεθνή «Επιτροπή Ανεξάρτητων Ειδικών για τα Εργασιακά», τη λεγόμενη επιτροπή σοφών(;), της έδωσε τις υπαγορευμένες από το κουαρτέτο επιθυμίες του, αφού πρώτα έκανε ένα μικρό, για τα προσχήματα, ρετούς και οι «σοφοί» της έδωσαν το πόρισμα τους που στην ουσία ξεθεμελιώνει ό,τι έχει απομείνει από τα εργασιακά δικαιώματα αλλά ο υπουργός, ο κος Κατρούγκαλος πανηγυρίζει περιχαρής!!!
Στη συνέχεια, με αφορμή τις συναντήσεις του πρωθυπουργού και άλλων κυβερνητικών παραγόντων, με παράγοντες της Ευρωένωσης αλλά και των ΗΠΑ, στα περιθώρια διάφορων διεθνών και ευρωενωσιακών συναντήσεων, διαρρέονται από του Μαξίμου διάφορα δημοσιεύματα, ότι τη μια ο Γιούνγκερ, την άλλη ο Ντράκι και την παράλλη η Μέρκελ, δήλωσαν την υποστήριξη τους στην Ελλάδα για θετική αξιολόγηση και τα παρελκόμενα της, που όμως οι ίδιοι στη συνέχεια το διέψευδαν ή ότι ο Ολάντ είναι σταθερός φίλος και σε λίγο θα έρθει ο Ομπάμα και θα παρέμβει θετικά για τη χώρα μας. Όλα αυτά βέβαια χρησιμοποιούνται για κατανάλωση και για να κρύψουν το γεγονός, ότι με ελάφρυνση του χρέους ή μη, με ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ ή μη, οι εργαζόμενοι και ο λαός της χώρα μας θα μπουν στο ζυγό και τέταρτου μνημονίου, όπως ωμά το έχει διαμηνύσει και το ΔΝΤ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, θέλουν να αποκρύψουν ότι μας επιφυλάσσουν έναν διαρκή κοινωνικό και εργασιακό μεσαίωνα, ανεξάρτητα από την ονομασία που κάθε φορά θα δίνουν στις πολιτικές και στα μέτρα που θα εφαρμόζουν σε βάρος μας. Το ότι η απαίτηση του ΔΝΤ για μνημόνιο είναι υποχρεωτική για τη χώρα μας, είναι γεγονός, αφού η τρόικα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο δανειακό πρόγραμμα της Ευρωένωσης για την Ελλάδα, μια συμμετοχή που το ΔΝΤ την κάνει αποδεκτή, μόνο με τον όρο του νέου μνημονίου για τη χώρα μας, για το οποίο άλλωστε δεν διαφωνεί και η τρόικα.
Αυτή είναι μια σκληρή πραγματικότητα που η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ καλείται να τη χειριστεί και να τη διαχειριστεί, χωρίς να έχει περιθώρια για τερτίπια, κόλπα και υπεκφυγές, πέρα από το κούφιο, τετριμμένο και δηλωτικό αδυναμίας, παλαιοκομματικό κόλπο του κυβερνητικού ανασχηματισμού. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι, με βάση τη γενική κυβερνητική αρχή και πρακτική, του, «πάση θυσία» μένουμε στην Ευρωένωση και στο Ευρώ, θα λειτουργήσει και πάλι η κυβέρνηση, ως υπάκουη, νομοταγής, μνημονιακή αστική κυβέρνηση. Απλά οι μεθοδεύσεις πασαρίσματος αυτής της λειτουργία της, θα διαφέρουν από τις μεθοδεύσεις των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων. Η γνωστή και πλέον προσφιλής μεθόδευση της, είναι να προβάλλει το επιχείρημα ότι οι καταστάσεις γίνονται και πάλι διλημματικές και ότι μπροστά στο δίλημμα να μείνει η χώρα στο, γιαυτήν, «ιδεώδες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να προκύψει ένα Grexit με τη μη υπογραφή ενός νέου μνημονίου, η κυβέρνηση θα επιλέξει ξανά, «μετά πολλής θλίψεως», την υπογραφή και αυτού του μνημονίου. Επειδή όμως θα ήθελε και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να συνυπογράψουν, όπως έκαναν και στο τρίτο μνημόνιο, που τώρα βέβαια, αν και δε διαφωνούν, όμως για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες, δεν συνυπογράφουν, ενδέχεται η κυβέρνηση να παραιτηθεί, να επακολουθήσουν εκλογές, να μην μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση αυτοδύναμη ή με δορυφόρους και τότε, όλες οι μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, στο όνομα της «σωτηρίας του έθνους» εντός της Ευρωένωσης, θα συγκυβερνήσουν και θα συνυπογράψουν και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα ενός νέου μνημονίου, ή, ανεξάρτητα αν συγκυβερνήσουν όλες οι κάποιες, οπωσδήποτε όμως θα συνυπογράψουν όλες. Έτσι θα επαληθευτεί και η «προφητεία» του προέδρου της Ένωσης Κεντρώων (ΕΚ) για την οικουμενική κυβέρνηση που την επιθυμεί διακαώς αφού, όπως λέει ο ίδιος, του το είπαν οι Γερμανοί στην πρεσβεία τους εδώ στην Αθήνα, ότι τέτοια κυβέρνηση θέλουν και η επιθυμία τους αυτή για τον πρόεδρο της ΕΚ, κ. Λεβέντη είναι νόμος απαράβατος. Το ίδιο θα συμβεί και αν η κυβέρνηση παραιτηθεί, επικαλούμενη την αθέτηση της δέσμευσης των εταίρων της στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συζητήσουν την ελάφρυνση του χρέους εντός του 2016. Μια τέτοια όμως συζήτηση για ελάφρυνση δεν την θέλει και δεν θα την κάνουν η Μέρκελ και άλλοι Ευρωεταίροι, γιατί θα τους κοστίσει πολιτικά στις εκλογές που θα γίνουν στις χώρες τους μέσα στο 2017. Αυτήν την παραίτηση της μάλιστα, η κυβέρνηση της χώρας μας, θα θελήσει να την παρουσιάσει ως πράξη γενναίας αντίστασης στη Μέρκελ και στο κουαρτέτο. Ταυτόχρονα μάλιστα η κυβέρνηση θα μπορεί να διατείνεται ότι, μια τέτοια ελάφρυνση του χρέους, ως στρατηγικός στόχος της, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της κυβερνητικής «νίκης» στις γνωστές «17ωρες» διαπραγματεύσεις του έλληνα πρωθυπουργού για το τρίτο μνημόνιο με το κουαρτέτο. Θα μπορεί να διατείνεται πως αυτή η «ελάφρυνση» θα οδηγούσε τη χώρα σε ευημερία για το λαό, αποκρύβοντας βέβαια ότι οποιαδήποτε ελάφρυνση του χρέους θα γίνει με τους εταίρους του κουαρτέτου, θα γίνει μόνο και ταυτόχρονα με νέα αντιλαϊκά μέτρα. Άλλωστε και το ΔΝΤ λέει να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας μας, αλλά μόνο με νέο μνημόνιο, με νέα αντιλαϊκά μέτρα. Η δε Παγκόσμια Τράπεζα, συνεταίρος του ΔΝΤ και βασικός βραχίονας του παγκόσμιου καπιταλισμού, με πρόσφατα δημοσιεύματα της, λέει ότι θα πρέπει στην Ελλάδα να γίνουν νέες περικοπές των συντάξεων (εστιάζοντας μάλιστα στο φάγωμα της προσωπικής διαφοράς μετά τον επαναϋπολογισμό των συντάξεων) αλλά λέει ακόμα και να μειωθεί στα 5000€ το ετήσιο αφορολόγητο εισόδημα του έλληνα φορολογούμενου. Φυσικά, αν το κουαρτέτο, στο ενδεχόμενο πρόωρων βουλευτικών εκλογών, δεν βλέπει βιώσιμη εναλλακτική κυβερνητική λύση ή αν δεν μπορέσει να διασφαλίσει μια τέτοια λύση στο εγγύς μέλλον, πράγμα που ίσως δημιουργήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις, ύστερα και από το πρόσφατο Brexit, τότε, ίσως προβεί σε συγκατάθεση να γίνει κάποια συζήτηση για το χρέος μέσα στο 2016 που θα σώζει κάπως τα προσχήματα στην κυβέρνηση, αλλά και θα διασφαλίζει τη συνέχιση των αντεργατικών σχεδιασμών του σε βάρος των εργαζομένων και του λαού μας. Ήδη δειλά δειλά, κάποια κυβερνητικά στελέχη σε τηλεοπτικές συζητήσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι, αν το κουαρτέτο επιβάλλει τώρα νέα αντεργατικά μέτρα αλλά μας υποσχεθεί μια συγκεκριμένη αναδιάρθρωση του χρέους, έστω από το 2018 και μετά, τότε «ας πάει και το παλιάμπελο» με τέταρτο μνημόνιο. Άλλωστε και τα μέχρι τώρα αντιλαϊκά «έργα και ημέρες» της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εγγυούνται την προώθηση αυτών των σχεδιασμών. Σήμερα λοιπόν που είναι εδώ οι εκπρόσωποι του ευρωενωσιακού κουαρτέτου, ξέρουμε ότι θα απαιτήσουν την πλήρη ανασκολόπιση των όποιων ελάχιστων εργασιακών δικαιωμάτων έχουν απομείνει. Θα απαιτήσουν την πλήρη κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, τη γενίκευση των ευέλικτων και ελαστικών εργασιακών σχέσεων εργασίας, τη θεσμοθέτηση του υποκατώτατου μισθού των 400€, την παραπέρα μείωση όλων των μισθών και συντάξεων, το δικαίωμα της εργοδοσίας για ομαδικές απολύσεις, την κατάργηση βασικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων κλπ. Στη συνέχεια θα αποχωρήσουν και θα επανέλθουν στις 7 Νοέμβρη και ως τις 5 Δεκέμβρη θα πρέπει να τελειώσουν οι συζητήσεις, οπότε η κυβέρνηση θα αναλάβει να επικυρώσει με νόμο αυτή τη «βρώμικη δουλειά» είτε άμεσα είτε δια της τεθλασμένης σύμφωνα με τα προαναφερόμενα μας σ’ αυτό το άρθρο.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, οι πολιτικές δυνάμεις του ευρωμονόδρομου, άμεσα ή έμμεσα, σιγοντάρουν αυτές τις αντιλαϊκές εξελίξεις. Το ΚΚΕ από την πλευρά του, δέσμιο της αδιέξοδης θέσης του: «τώρα σοσιαλισμός» για να λυθούν άμεσα όλα τα προβλήματα, ουσιαστικά, με αυτή την ουτοπική, για τώρα θέση του, αντικειμενικά αβαντάρει την επέλαση του ευρωενωσιακού και ντόπιου καπιταλιστή ενάντια στους εργαζόμενους. Και τον αβαντάρει αφού, το ΚΚΕ σήμερα, δε βάζει στόχο και δεν κάνει μέτωπο για άμεση έξοδο από την Ευρωένωση και επομένως δεν ενοχλεί την κύρια μήτρα αυτής της επέλασης που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, λέγοντας ότι μόνο με την, για τώρα αόρατη, λαϊκή εξουσία πρέπει να γίνει η έξοδος από την Ευρωένωση, άρα, καλύτερα τώρα μέσα με μνημόνια, παρά έξω χωρίς λαϊκή εξουσία!!! Τώρα μάλιστα που πυκνώνουν και τα σύννεφα του πολέμου, επικαιροποιεί και την άλλη αδιέξοδη και όχι μόνο, θέση του, ότι σε περίπτωση πολέμου οι κομμουνιστές, φτιάχνοντας δικό τους στρατό, δεν θα πολεμήσουν μόνο τον επιτιθέμενο στα σύνορα της χώρας μας εισβολέα αλλά και τον κρατικό στρατό της χώρας αφού είναι στρατός της ντόπιας άρχουσας αστικής τάξης, οπότε, μετά το νικηφόρο αυτό πόλεμο τους, οι κομμουνιστές, οσονούπω, εγκαθιδρύουν τη λαϊκή εξουσία!!! και, άρα έτσι, συντομότατα έχουμε και τη «σωστή» έξοδος από την ευρωπαϊκή ένωση και από τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς!!! Και όλα αυτά, και το δικό του στρατό, θα τα κάνει το κομμουνιστικό κόμμα, με ένα εκλογικό ποσοστό 5% διαρκώς συρρικνούμενο λόγω της νέας αδιέξοδης πολιτικής του που, σε οργανωμένα και συνειδητά κομματικά μέλη, αυτό το ποσοστό γίνεται ένα ελάχιστο υποπολλαπλάσιο;;; Και βέβαια, όσο αυτή θέση του κόμματος μένει ως ένας ανόητος βολονταρισμός, προσπερνιέται, ως γραφικότητα κάποιων γραφικών. Αν όμως γίνει πράξη, τότε πρόκειται για τραγωδία που πρώτα θα την υποστούν οι κομμουνιστές. Με τέτοιες θέσεις είναι δυνατόν να γίνει ποτέ πράξη ο στρατηγικός στόχος και το όραμα της σοσιαλιστικής Ελλάδας; Φυσικά και ποτέ, γι’ αυτό και ο ταξικός αντίπαλος, όχι μόνο δεν ενοχλείται από τέτοιες «απειλές» αλλά χαίρεται κιόλας, γιατί ξέρει ότι πρόκειται για υποθετικό λόγο του απραγματοποίητου. Γι’ αυτό άλλωστε συχνά πυκνά και τα κρατικά και τα ιδιωτικά κανάλια φιλοξενούν το ΓΓ του ΚΚΕ καθώς και άλλα στελέχη και ουδέποτε, σ’ αυτές τις εμφανίσεις τους, δεν τα «κοντράρουν» γι’ αυτές τους τις θέσεις. Αν όμως το ΚΚΕ δημιουργούσε ή συνέπραττε για το αναγκαίο σήμερα σύγχρονο ΕΑΜ, με στόχο την άμεση έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη σημερινή ιμπεριαλιστική μήτρα της εξελισσόμενης επίθεσης ενάντια στο λαό μας, ένα ΕΑΜ που θα άνοιγε και το δρόμο για την προοπτική του σοσιαλισμού, τότε σίγουρα θα βλέπαμε το πραγματικό αποκρουστικό πρόσωπο του ταξικού αντίπαλου που όμως, η μαζικότητα και η μαχητικότητα ενός τέτοιου μετώπου, θα το μούδιαζε και θα το παραμέριζε.
Όσον αφορά στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι γεγονός ότι ο εργοδοτικός και ο παλιός και νέος κυβερνητικός συνδικαλισμός, με τον κοινωνικό εταιρισμό του και τη σύμπραξή του στους διαβόητους κοινωνικούς διαλόγους για χρόνια, συνέπραξε με τις κυβερνήσεις και την ΕΕ και είναι συνένοχος για το αντεργατικό έγκλημα που εξελίσσεται σε βάρος των εργαζομένων της χώρας μας. Άμοιρο ευθυνών όμως δεν είναι ούτε και το ΠΑΜΕ, γιατί, ως συνδικαλιστική έκφραση του ΚΚΕ και λειτουργώντας με την αδιέξοδη λογική των αδιέξοδων θέσεων του, κινήθηκε και κινείται σ’ ένα μοναχικό δρόμο με ακτιβισμούς, με επαναστατική φρασεολογία με γενικολογίες, με τη στρατηγική της λαϊκής εξουσίας, το στρατηγικό στόχο του ΚΚΕ!!!, με παλινωδίες και αμηχανίες, κάνοντας κάποιες φορές συμμαχίες, ακόμα και με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό!!!, όπως στην περίπτωση της 48ωρης απεργίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, που έγινε κατόπιν εορτής, όταν ο νόμος του Κατρούγκαλου ψηφιζόταν στη βουλή. Το ώριμο πολιτικό αίτημα για έξοδο τώρα από την ΕΕ που, με δεδομένες και βιωμένες τις αντεργατικές μνημονιακές επιθέσεις της στο λαό μας είναι παραπάνω από αναγκαίο να πρυτανεύσει στην πολιτικοποίηση των αγώνων, το ΠΑΜΕ, κατ’ αντανάκλαση της προαναφερόμενης θέσης του ΚΚΕ για την ΕΕ, το έχει εξοβελίσει. Αντ’ αυτού, αρκείται σε μια αιτηματολογία για απόκρουση των μέτρων που υπαγορεύει και επιβάλλει η Ευρωένωση, όχι όμως και στην ανάγκη να φύγουμε τώρα από αυτήν. Αυτό το είδαμε και στην αφίσα και στις ομιλίες που έγιναν στο πρόσφατο συλλαλητήριο των ελεγχόμενων από το ΠΑΜΕ συνδικάτων που έγινε στις 17 Οκτώβρη, στην πλατεία Συντάγματος. Μια τέτοια τακτική που είναι αποδεδειγμένα άκρως αναποτελεσματική αφού στα επτά χρόνια της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης δεν απέτρεψε ουτ’ κατ’ ελάχιστο τις μνημονιακές πολιτικές, απορρίπτεται ως αδιέξοδη και δεν πείθει πλέον ούτε και τους ίδιους τους φιλικά προσκείμενους στο ΠΑΜΕ. Μια τέτοια απόρριψη σηματοδοτείται και από τη σημαντικά μικρή συμμετοχή στη συγκέντρωση των συνδικάτων του ΠΑΜΕ στο Σύνταγμα στις 17 Οκτώβρη, όπου οι συγκεντρωμένοι δεν ξεπέρασαν τα 2500 άτομα, πράγμα που σημαίνει ότι ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος και από το άθροισμα των μελών των διοικητικών συμβουλίων των 516 συνδικάτων του ΠΑΜΕ που συνδιοργάνωσαν το συλλαλητήριο. (500 συνδ. Χ 7 μέλη Δ.Σ. κάθε συνδικάτου = 3500 μέλη). Ούτε βέβαια οι πομπώδεις διακηρύξεις του ΠΑΜΕ για «ανασυγκρότηση» παλιότερα και τώρα «ανασύνταξη» του κινήματος που εδώ και 17 χρόνια μένουν ένα κενό γράμμα αλλά και ούτε οι τρεις και μία τέταρτη που θα κάνει τώρα το Νοέμβρη, συνδιασκέψεις του, που αναπαράγουν τον εαυτό του, μπόρεσαν και μπορούν να αντικρούσουν τον ταξικό εχθρό.
Με αυτά τα δεδομένα, στο πολιτικό πεδίο, με τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις του ευρωμονόδρομου αλλά και με την μη αμφισβήτηση αυτού του εργατοκτόνου και ανθρωποκτόνου ευρωμονόδρομου ούτε από το ΚΚΕ, αφού μια τέτοια αμφισβήτηση το ΚΚΕ την παραπέμπει στο αόρατο μέλλον μιας αόρατης λαϊκής εξουσίας, δημιουργείται ένα τεράστιο πολιτικό κενό. Αντίστοιχα, με την αντίστοιχη τακτική του ΠΑΜΕ, δημιουργείται ένα ανάλογο συνδικαλιστικό κενό. Στη ζώσα όμως κοινωνία, όπως και στη φύση, τέτοια κενά, που μάλιστα η ύπαρξή τους αφήνει ασύδοτες τις πιο καταστρεπτικές δυνάμεις που καταστρέφουν τους πιο δυναμικούς ζωντανούς οργανισμούς της νομοτελειακής διαλεκτικής κίνησης και έτσι φρενάρεται η κοινωνική εξέλιξη, πάντα γεννιούνται εκείνες οι δυνάμεις που τα καλύπτουν.
Εκείνο συνεπώς που προέχει, ως άμεση επιτακτική και αδήριτη ανάγκη για την κάλυψη αυτών των κενών, είναι η ενεργοποίηση και συσπείρωση εκέινων των δυνάμεων, «των τέκνων της ανάγκης και της οργής», που με ενιαίο ΑΝΤΙ-ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟ ΜΕΤΩΠΟ για άμεση έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη μήτρα της εξαθλίωσης του λαού μας σήμερα, και στο πολιτικό και στο συνδικαλιστικό και γενικότερα στο λαϊκό επίπεδο, θα κάνουν πράξη τη μαρξιστική ρήση ότι, οι πρωτοπόροι αγωνιστές, οι κομμουνιστές, πάντα λύνουν τα ώριμα ζητήματα που η κάθε ιστορική στιγμή θέτει επί τάπητος, στην εκάστοτε κοινωνία.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή