Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Το κουρδικό πετρέλαιο στο μάτι πολλών μνηστήρων

Η Deloitte δημοσίευσε πρόσφατα τα ευρήματά της από την έκθεση που πραγματοποίησε αναφορικά με την πορεία του ενεργειακού κλάδου του ιρακινού Κουρδιστάν. Συγκεκριμένα ο διεθνής ελεγκτικός οίκος μετά από ψήφισμα της περιφερειακής κυβέρνησης του ιρακινού Κουρδιστάν προχώρησε σε μια ενδελεχή μελέτη για το πως κινήθηκε η κατανάλωση, οι εξαγωγές και τα έσοδα από την παραγωγή πετρελαίου στην αυτόνομη περιοχή κατά το β’ εξάμηνο του 2017.
Έτσι λοιπόν σύμφωνα με την Deloitte, οι εξαγωγές αργού του Κουρδιστάν μέσω αγωγού ανήλθαν στα 81.548.972 βαρέλια για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 31 Δεκεμβρίου 2017, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι παραδόσεις αργού πετρελαίου στα διυλιστήρια της περιοχής για λογαριασμό της περιφερειακής κυβέρνησης ανήλθαν στα 1.457.965 βαρέλια.
Από την άλλη, οι εξαγωγές αργού μέσω φορτηγών κινήθηκαν στα 4.913.910 βαρέλια και η ακαθάριστη αξία του συνολικού εξαγόμενου αργού πετρελαίου ανήλθε στα $3.853.777.857.
ΠΗΓΗ: naftikachronika.gr
Ο Ιούδας «τσάταρε» υπέροχα…

του Δημήτρη Κούλαλη (από το nostimonimar.gr)
ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ
Ο Ιούδας «τσάταρε» υπέροχα…» είναι μια έρευνα σε δύο μέρη με αυτονομία το ένα από το άλλο.
Μέρος Α’
Η ιστορία μας ξεκινά μερικούς αιώνες πριν. Εκεί, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Ήταν το 1874, όταν ο Σκωτσέζος επιστήμονας και πρωτοπόρος εφευρέτης Αlexander Graham Bell ανακάλυπτε την αρχή λειτουργίας του τηλεφώνου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1876, δίνεται στον Bell η πρώτη πατέντα τηλεφώνου (US Patent No. 174,465). Στη συνέχεια βέβαια, ένας άλλος εφευρέτης, ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Elisha Gray διεκδίκησε την πατρότητα της εφεύρεσης του τηλεφώνου. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, τα οποία δικαίωσαν τον πρώτο. Στις 10 Μαρτίου 1876, το τηλέφωνο του Bell μεταδίδει την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση της ιστορίας. «Mr. Watson», έλεγε ο Bell απευθυνόμενος στον βοηθό του, «come here. I want to see you»!
Το 1877, όλος ο πλανήτης συνδεόταν με μία μόνο τηλεφωνική γραμμή, διαμέσου της οποίας έρχονταν σε επαφή 778 τηλεφωνικές συσκευές μεταξύ Βοστόνης και Μασαχουσέτης.
Σήμερα, στις ΗΠΑ ο αριθμός των τηλεφώνων ξεπερνά αυτόν των κατοίκων.
***
Ενδεχομένως να αναρωτιέστε πού ωφελεί αυτή η μικρή ιστορική αναδρομή.
Αν λέγαμε ότι σχεδόν ταυτόχρονα με την εξάπλωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας, αναπτύχθηκε και η υποκλοπή των συνομιλιών ίσως να σας εισάγαμε καλύτερα στο θέμα μας…
Τα πρώτα σκάνδαλα υποκλοπών έκαναν την εμφάνισή τους στα 1914. Οι υποκλοπές πήραν τέτοια έκταση ώστε το αμερικανικό Κογκρέσο τις απαγόρευσε, παρά την υπαρκτή απειλή που αποτελούσαν οι ξένοι κατάσκοποι. Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γαρ!
Βέβαια, στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης, δεδομένου ότι οι Αρχές επιθυμούσαν να παρακολουθούν τους παράνομους διακινητές αλκοόλ παραβίαζαν τακτικά τη σχετική νομοθεσία.
Με τη σύμφωνη στάση της κοινής γνώμης, ο Γενικός Εισαγγελέας, Χάρλαν Φ. Στόουν απαγόρευσε το 1924 στο υπουργείο Δικαιοσύνης να πραγματοποιεί υποκλοπές. Ματαιοπονούσε βέβαια. Το υπουργείο Οικονομικών και το Γραφείο Ερευνών (υπηρεσιακός πρόγονος του FBI) συνέχισαν μυστικά τις δραστηριότητές τους.
Το 1926, έπειτα από το σκάνδαλο της παρακολούθησης του διακινητή ρουμιού και πρώην υπαστυνόμου Ρόι Όλμστεντ, η Δικαιοσύνη έκρινε υπέρ της Αστυνομίας καταδικάζοντας τον.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις. Ο δικαστής Φρανκ Ράντκιν δήλωσε: «Κανένας ομοσπονδιακός πράκτορας δεν έχει το δικαίωμα να ακούει τις τηλεφωνικές συνομιλίες συμπολιτών του και να τις χρησιμοποιεί εναντίον τους» [« Minority opinion on the appeal of the Olmstead defendants », Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών για την 9η Περιφέρεια, 9/5/1927].
Το 1928, η υπόθεση Όλμστεντ παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, μαζί με τους πολέμιους των υποκλοπών συντάχθηκαν και επιχειρήσεις, όπως η Pacific Telephone and Telegraph Company του Σιάτλ [« Amicus curiae brief of telephone companies submitted to the Supreme Court in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].
Σ’ αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι όταν έσκασε η βόμβα Σνόουντεν, οι Facebook, Google και MSN έκαναν τις ανήξερες αναφορικά με τις κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.
Κλείνει η παρένθεση.
Τελικά, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δικαίωσε τον Όλμστεντ. Ένας από τους δικαστές, ο Λούις Μπραντέις, εξέφρασε τη σφοδρή αντίθεσή του. Κατά τη γνώμη του, « το έγκλημα είναι μεταδοτικό. Εάν το κράτος παρανομεί, ενθαρρύνει και τους πολίτες να πράξουν το ίδιο.(…) Το να δηλώνει κανείς ότι στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (…)θα έχει τρομερές συνέπειες» [« Dissenting opinion of justice Louis D. Brandeis in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].
Η οπτική των Αμερικανών αλλάζει τη δεκαετία του ‘40. Αφενός, εξαιτίας του πολέμου, και, αφετέρου, επειδή το τηλέφωνο δεν αποτελεί πλέον κεκτημένο μιας ελίτ. Αυτό οδηγεί τις Αρχές να επανεξετάσουν το ζήτημα της νομιμότητας των υποκλοπών. Όπως σημείωνε πριν μερικά χρόνια η γαλλική “Le Monde’’, «λίγο πριν από την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, ο διευθυντής του FBI, Τζον Έντγκαρ Χούβερ, απαιτεί από το Κογκρέσο να αναγνωρίσει στην υπηρεσία του ακόμα ευρύτερες αρμοδιότητες για διεξαγωγή παρακολουθήσεων των τηλεφωνικών συνομιλιών. Παρά την αντίθεση του Τζέιμς Φλάι, του προέδρου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), ο Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ επιτρέπει μυστικά στο υπουργείο Δικαιοσύνης να επιτηρεί- διάβαζε παρακολουθεί- τα «ανατρεπτικά στοιχεία» και τους υπόπτους για κατασκοπία». (Πολλές φορές, στα μάτια του αμερικανικού κράτους, το ένα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το άλλο).
Καθώς το τι αποτελούσε «ανατρεπτική δραστηριότητα» ήταν ασαφές, ο Χούβερ δεν χρησιμοποίησε τις νεοαποκτηθείσες αρμοδιότητές του για να διεξαγάγει έρευνες για τον εντοπισμό των ναζί. Μιλάμε άλλωστε για την εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ άρχισαν να σχεδιάζουν την επόμενη μέρα. Την μέρα που εκατοντάδες φυγάδες-εγκληματίες πολέμου ναζί θα στρατεύονταν κάτω από την αστερόεσσα ενάντια στον διαχρονικό και μεταπολεμικά ισχυρό εχθρό τους: Τους κομμουνιστές και την ΕΣΣΔ (βλ. http://www.imerodromos.gr/oi-nazi-sthn-c-i-a/) .
Ο βοηθός του Χούβερ, Ουίλιαμ Σάλιβαν, θα διηγηθεί αργότερα ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, το FBI πραγματοποιούσε τακτικά υποκλοπές χωρίς να διαθέτει εισαγγελική άδεια : «Δεδομένου ότι διακυβευόταν το μέλλον της χώρας, η άδεια της Ουάσιγκτον δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια άχρηστη τυπική διαδικασία. Πολλά χρόνια μετά [το τέλος του πολέμου], το FBI συνέχιζε να υποκλέπτει τηλεφωνικές συνομιλίες χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Γενικού Εισαγγελέα», παραδεχόταν.
Όπως ακριβώς έπραξε μερικές δεκαετίες αργότερα ο «αόρατος πρόεδρος» των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι μαζί με την υπόλοιπη παρέα των νεο- συντηρητικών γερακιών της Ουάσινγκτον. Όπως εξηγούσε ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γέιλ, David Bromwich, είχε τη φαντασίωση ενός κράτους σε διαρκή συναγερμό, «με την ευρύτερη δυνατή γνώση (total information awareness) για τις σκέψεις και τις προθέσεις των πολιτών του. Γνωρίζοντας ωστόσο, πως ένα τέτοιο σχέδιο έπρεπε να μείνει μυστικό, κινήθηκε στο παρασκήνιο και μαζί με τον δικηγόρο του, Ντέιβιντ Άντινγκτον, που κατέγραψε την όλη συλλογιστική του εγχειρήματος, και τον Τομ Χέιντεν της NSA άρχισε να εφαρμόζει πρακτικά μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα των “TNYork Times” στις 16/12/2005, η κυβέρνηση Μπους αγνοώντας την υποχρέωσή της να γίνονται παρακολουθήσεις έπειτα από σχετικό ένταλμα ειδικού δικαστηρίου, όπως οριζόταν από το νόμο του προέδρου Κάρτερ- νόμος FISA (Foreign Intelligence Surveillance Act), προχώρησε σε μαζικές παρακολουθήσεις Αμερικανών πολιτών. Πρωτεργάτης αυτής της οργουελιανής επιχείρησης ήταν ο Τσένι.
Δεν πατούσε ωστόσο σε αχαρτογράφητα νερά. Αρκεί απλώς να αναφερθεί ότι ο αριθμός των απορριπτικών απαντήσεων στο αίτημα των μυστικών υπηρεσιών για παρακολούθηση ήταν 5 για 22.990 αιτήματα υποκλοπών, την περίοδο 1979-2006.
Από το 1950, όταν ο γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι δρομολόγησε το κυνήγι μαγισσών, το FBI πάτησε επάνω στους φόβους που προκαλούσε ο Ψυχρός Πόλεμος για να επεκτείνει τις τηλεφωνικές υποκλοπές.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, οι επιτροπές Τσερτς και Πάικ αποκάλυψαν το μέγεθος διείσδυσης των υπηρεσιών πληροφοριών στη ζωή των Αμερικανών και τις ευρύτατες εκστρατείες παρακολούθησης πολιτών που συμμετείχαν σε καθόλα νόμιμες πολιτικές δραστηριότητες.
Πιθανότατα, το βεβαρημένο παρελθόν της υπηρεσίας να είχαν στο μυαλό τους οι ερευνητές της εφημερίδας «USA Today», η οποία δύο μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο τίτλο : « 4 στους 10 Αμερικανούς δεν εμπιστεύονται το FBI» (20 Ιουνίου 2001)…
«Η Google μας κατασκοπεύει και μας παραδίδει στις ΗΠΑ»*
Τζούλιαν Ασάνζ
Η παρέμβαση του κράτους- ντετέκτιβ, όμως, στην προσωπική ζωή των πολιτών δεν έμεινε στα παλαιά μέσα. Όσο εξελισσόταν η τεχνολογία αυξανόταν και ο ρυθμός μόχλευσής της με σκοπό την προστασία και τη διατήρηση του πολιτικού, μα κυρίως του οικονομικού status quo. Δεν είναι μόνο οι δυστοπικές φαντασιώσεις του κ. Τσένι, αλλά ολόκληρη η βιομηχανία επιτήρησης, επιρροής και κερδοφορίας που στήθηκε μέσα από τη δυναμική είσοδο του διαδικτύου στην καθημερινότητα με άμεσο αντίκτυπο σε εμάς. Θα λέγαμε δηλαδή, ότι από τη μία πλευρά κατασκευάζονται «κατηγορίες υπόπτων» και από την άλλη «κατηγορίες προσέλκυσης».
Όπως πολύ εύστοχα αναφέρεται στο βιβλίο του Michael Margolis: «Τα εκτός Ιστού συμφέροντα καθορίζουν τα εντός Ιστού, ενώ σε ό, τι αφορά τις πολιτικές διεργασίες, αυτές μπορούν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της φράσης «politics as usual» [Resnick, D. &Margolis, M. (2000), Politics as usual: The Cyberspace “Revolution”, London: Sage Publications].
Παράλληλα, το διαδίκτυο αποδείχτηκε πεδίο αντανάκλασης των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη.
«Για τη διατήρηση της ευημερίας η Γερμανία πρέπει να συμβαδίσει με τον ξένο ανταγωνισμό», προειδοποιούσε η Άνγκελα Μέρκελ αναφορικά με την προστασία των δεδομένων.
Συνεπώς, σχολίαζε ο οικονομικός αναλυτής της Handelsblatt Νόρμπερτ Χέρινγκ, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, αν «οι αμερικανικές εταιρείες συλλογής δεδομένων δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη κατά παράβαση όλων των υφιστάμενων ευρωπαϊκών νόμων(…) θα πρέπει να διευκολύνονται και οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες (…) δηλαδή να – μας- εκμεταλλεύονται ως πρώτη ύλη δεδομένων».
Τον περασμένο Απρίλιο, με μια πιο επιθετική γραμμή, δια στόματος της υπ. Προστασίας Καταναλωτών Καταρίνα Μπάρλεϊ, η γερμανική πλευρά ζητούσε τη λήψη άμεσων μέτρων πανευρωπαϊκά μετά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica.
Μπορεί βέβαια, μετά το νέο σκάνδαλο διαρροής, οι Γερμανοί να ήταν λάβροι απέναντι στη Facebook, «κάνοντας έξυπνη αντίσταση», κατά την προσέγγιση του «Spiegel», απέναντι στις ΗΠΑ, όπως και στην περίπτωση των ενδονατοϊκών προστριβών· ωστόσο, τρία χρόνια πριν, αγνοήθηκε επιδεικτικά η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδίκαζε την σύμπραξη των Ευρωπαίων με τους Αμερικανούς συλλογείς δεδομένων, παραβιάζοντας τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μη αποθήκευσης δεδομένων Ευρωπαίων πολιτών σε χώρες με χαμηλότερο δίκτυο προστασίας αυτών. (Οι ΗΠΑ, δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δεδομένων[1981]).
«Buisiness as usual», θα ‘λεγε κάποιος…
***
Το γεωπολιτικό διακύβευμα του Διαδικτύου ξεδιπλώθηκε καθαρά τoν Δεκέμβριο του 2012, κατά τη διάρκεια διεθνούς διάσκεψης στο Ντουμπάι (WCIT), σχετικά με την εποπτεία ή μη του διαδικτύου από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, υπό την αιγίδα της οποίας λάμβανε χώρα η διάσκεψη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είπαν όχι και η θέση τους υπερίσχυσε. Το ίδιο έκαναν, μεταξύ άλλων, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία. Μολοταύτα, περισσότερα από τα δύο τρίτα των παρισταμένων κρατών –89 εν συνόλω– επικύρωσαν το έγγραφο.
Πρόκειται για μια κοσμοϊστορική σύγκρουση μεταξύ των υποστηρικτών ενός ανοιχτού διαδικτύου και των επίδοξων σφετεριστών της ελευθερίας και των κυβερνητικών λογοκριτών, όπως υποστήριζαν αρκετοί, μήνες πριν τη Διάσκεψη; Ή απλά για την επιβολή της θέλησης της πρωτοπορίας της παγκοσμιοποιημένης κεφαλαιοκρατίας έναντι των ανταγωνιστών της;
Απάντηση στο ερώτημά μας ίσως δώσει ο νεοφιλελεύθερος θιασώτης της πολιτικής της μη παρέμβασης Λάρι Σάμερς, ο άνθρωπος που ως υπ. Οικ. των ΗΠΑ, μαζί με τον Α. Γκρίνσπαν και τον Ρ. Ρούμπιν, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κρίση των subprimes. «Οι νόμοι της οικονομίας», έλεγε, «είναι σαν αυτούς της μηχανικής. Οι ίδιοι νόμοι ισχύον παντού». Kαι αν αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα κελεύσματα ενός κατ’ εξοχήν μονεταριστή με το θέμα μας, μια αρκετά πειστική απάντηση δίνει ο ακαδημαϊκός Μιχάλης Λιανός. Πρόκειται για την κρυφή πλευρά του κυρίαρχου δόγματος, αναφέρει, σύμφωνα με την οποία «δεν μπορεί το κράτος να κυβερνά ενάντια στην οικονομία» και κατ’ επέκταση «δεν μπορεί το κράτος να ελέγχει (…)την κοινωνία χωρίς την οικονομία».
Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει στρατιές καραβανάδων λογοκριτών ή κάποιον ηλεκτρονικό «γύψο». Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η ρητορική της «ελεύθερης ροής των δεδομένων», αυτή η υποδόρια μορφή χειραγώγησης, αποτελεί κεντρικό θεμέλιο τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στοχεύοντας σε έναν ιδιότυπο ομοφρονισμό. Έναν ομοφρονισμό για τον οποίο όλες οι κοινωνικές σχέσεις αποτελούν εμπορεύματα, ενώ οι επιθυμίες και οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από την αγορά. Παράλληλα, η σύνδεση της ιδιωτικότητας με την ελευθερία υλοποιεί και κάτι άλλο, απόλυτα σημαντικό για την καπιταλιστική κοινωνική διαστρωμάτωση. «Να παρουσιάζεται(…) η κοινωνική θέση ως αποτέλεσμα ατομικής επιλογής (…) και όχι ως αποτέλεσμα δομικών συνθηκών και των πολιτισμικών αναπαραστάσεων που τις νομιμοποιούν»**.
****
«Καμία γωνιά του κόσμου δεν είναι αρκετά απομακρυσμένη, κανένα βουνό αρκετά ψηλό, καμία σπηλιά και κανένα καταφύγιο δεν είναι αρκετά βαθύ για να κρύψει τους εχθρούς μας»
Αυτά ήταν τα λόγια με τα οποία ο πρώην υπουργός Άμυνας της πολεμοχαρούς κυβέρνησης Μπους του νεότερου, Ντόναλντ Ράμσφελντ, είχε επιλέξει να δείξει το ιμπεριαλιστικό του θράσος.
Στην ψηφιακή εποχή, η αυτοκρατορία δεν οργανώνει αμέσως πολυαίμακτες πολεμικές επιχειρήσεις προκειμένου να επιβάλλει το δίκαιο. Μπορεί, αρχικά, να επιστρατεύσει άλλα μέσα, όπως τους αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Πρόκειται για «απολίτικους» μηχανισμούς, θα ισχυριστούν κάποιοι. Θα μας επιτρέψετε να αμφιβάλουμε.
Όπως εξηγούσε ο συγγραφέας Φράνκλιν Φόερ στο βιβλίο με τίτλο «World Without Mind», «(…)οι φαινομενικά ουδέτεροι αλγόριθμοι της σημερινής εποχής (…)έρχονται να αντικαταστήσουν την ουτοπία και τον μύθο των πρώτων τεχνοκρατών. (…)Κάθε αλγόριθμος κρύβει τεράστιες ποσότητες πολιτικής (…)και πολιτικής οικονομίας ανάλογα με τις επιδιώξεις των δημιουργών του»-.
***
Κι αν κάποιος έχει ενστάσεις σχετικά με τις φήμες (;) περί αγαστής συνεργασίας εταιρειών όπως η FΒ, η Google, η Twitter, η Αmazon κ.ά. με τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δεν έχει παρά να ανατρέξει:
- Στα λόγια του Mark Zuckerberg στο απολογητικό «διάγγελμά» του για την υποτιθέμενη ανεμπόδιστη δημοσίευση πληρωμένων κοινοποιήσεων Ρώσων χάκερ που επηρέασαν τις αμερικανικές εκλογές, όπου δεσμεύτηκε ότι θα προσφέρει σε επιτροπή του Κογκρέσου στοιχεία των χρηστών του. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα θέλαμε να σκεφτούμε τι υλικό δεδομένων μπορεί να φτάσει στα χέρια των Υπηρεσιών Πληροφοριών για την ιδιωτική ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν από το 2013 βρίσκεται στην κατοχή της Facebook η εταιρία αναλυτικών δεδομένων κινητής τηλεφωνίας “Onavo”, η οποία, σύμφωνα με τη Wall Street Journal , επιτρέπει στη Facebook «να παρακολουθεί την ηλεκτρονική συμπεριφορά των χρηστών του διαδικτύου, παρέχοντας (…) μια ασυνήθιστα λεπτομερή ματιά στο τι κάνουν συλλογικά οι χρήστες στα τηλέφωνά τους».
- Στα όσα δήλωνε ο Ισραηλινός υπουργός Δικαιοσύνης Ayelet Shaked, ο οποίος έχει δημοσιεύσει ρατσιστικά σχόλια σχετικά με τα παλαιστινιακά «μικρά φίδια» (παιδιά) και τους «Αφρικανούς εισβολείς» (μετανάστες), μετά τη συμφωνία με τη FB το 2016 για τη σύσταση ομάδων παρακολούθησης και απομάκρυνσης επικριτικών προς την κατοχή αναρτήσεων. Σε αδρές γραμμές, καυχιόταν ότι ο κολοσσός των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης ικανοποιεί το 95% από τα 158 αιτήματα για την απομάκρυνση παλαιστινιακού περιεχομένου.
- Στα όσα αναφέρουν στη μελέτη τους οι Richard Ericson και Κevin Haggerty, σχετικά με την πληθώρα ενδείξεων ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες συμβάλλουν στο έργο της αστυνομίας στον Καναδά, καθώς οι «λογικές κινδύνου» και ταξινόμησης εξωτερικών οργανώσεων την καθιστούν εν τέλει συνεργάτη τους στην παροχή πληροφοριών. Βιογραφικά στοιχεία διάφορων πληθυσμών τίθενται στο στόχαστρο, ώστε να σχηματίζεται το προφίλ τους με όρους πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Σύμφωνα μάλιστα με τον διακεκριμένο ακαδημαϊκό κοινωνιολόγο David Lyon: «Η γνώση των κινδύνων είναι πιο σημαντική από την ηθική ενοχή και ο καθένας υποτίθεται ότι είναι ένοχος μέχρι το σύστημα κοινοποίησης των κινδύνων να αποφανθεί διαφορετικά».
- Στην απενεργοποίηση του λογαριασμού στο Twitter της φυλακισμένης Παλαιστίνιας έφηβης Ahed Tamimi έπειτα από τη σύλληψή και τη φυλάκισή της από τις ισραηλινές Αρχές.
- Στο παράδειγμα της τεχνητής μείωσης της κατάταξης των ειδήσεων του ρωσικού δικτύου RT από τη Google.
- Στην επιβεβαίωση από (ανώνυμο) εκπρόσωπο της FB στην «Washington Post» ότι η απενεργοποίηση του λογαριασμού του –κατά τα άλλα αμφιλεγόμενου- ηγέτη της Τσετσενίας, Ramzan Kadyrov στο –εξαγορασμένο από τη Facebook- Instagram, έγινε όχι λόγω παραβίασης των κανόνων λειτουργίας, αλλά εξαιτίας της ένταξής του στη λίστα των «Specially Designated Nationals», η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε εμπορική ή και οικονομική συναλλαγή μαζί του. Κάτι το οποίο, σύμφωνα με την εφημερίδα του ιδιοκτήτη της Amazon, Jeff Bezos, «φαίνεται να συνδέει την πολιτική του Facebook πιο στενά με αυτή της εξωτερικής πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης».
- Στα όσα γράφονται στην επιστολή που απέστειλαν τον περασμένο Μάιο το Κέντρο Δικαιοσύνης στα Μέσα Ενημέρωσης, η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών και περισσότερες από είκοσι οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Amazon, Jeff Bezos, όπου μεταξύ άλλων λέγεται ότι: «Η Amazon …ενθαρρύνει τη χρήση του Rekognition (2016) για την παρακολούθηση «σημαντικών προσώπων», αυξάνοντας την πιθανότητα να στοχοποιηθούν από την υπηρεσία παρακολούθησης(… )όσοι χαρακτηρίζονται ως ύποπτοι από τις κυβερνήσεις – όπως οι άτυποι μετανάστες ή οι μαύροι ακτιβιστές. Η Amazon έχει ακόμη διαφημίσει το Rekognition για χρήση με κάμερες σώματος της αστυνομίας, οι οποίες θα μεταμόρφωναν πλήρως αυτές τις συσκευές σε κινητές κάμερες παρακολούθησης που καταγράφουν το κοινό».
- Στα πρωτόκολλα συμφωνίας μεταξύ διαδικτυακών επιχειρήσεων και ακαδημαϊκών με υπηρεσίες όπως η αμερικανική υπηρεσία IARPA, η οποία χρηματοδοτεί από το 2011 ένα έργο, σκοπός του οποίου είναι η αυτόματη καταγραφή των διαδικτυακών δεδομένων από τις λατινοαμερικανικές χώρες, ώστε να «αναπτύξει μαθηματικές μεθόδους πρόβλεψης και πρόληψης πιθανών εξεγέρσεων». Παρόμοια προγράμματα έχει αναπτύξει κατά καιρούς και η ΕΕ, όπως το FuturICT, αποσκοπώντας στην αποτροπή κρίσεων «που συστηματικά κλονίζουν τον κόσμο –διαμέσου της λειτουργίας- παρατηρητηρίων κρίσεων και συστημάτων, υποστήριξης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εκ μέρους των επιχειρηματικών και πολιτικών ιθυνόντων» ( από τον ιστότοπο της ΕΕ σχετικά με τους στόχους του προγράμματος).
- Στην πρόσφατη συνάντηση, σύμφωνα με τους «ΤNYork Times» και την «Washington Post», μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και των εκπροσώπων των Amazon, Apple, Google, Microsoft, Snap, Twitter, Oath και του τηλεπικοινωνιακού δικτύου Verizon, προκειμένου να διασφαλιστεί το αδιάβλητο των ενδιάμεσων εκλογών του ερχόμενου Νοεμβρίου.
- Στις συνομιλίες της Cambridge Analytica με την κυβέρνηση Τραμπ για την αποστολή στοχευμένων πολιτικών μηνυμάτων προς όφελος του τελευταίου. Όπως η ίδια η εταιρεία ομολογεί: «έχει συνθέσει ψυχολογικά προφίλ, χρησιμοποιώντας 5.000 διαφορετικές αλυσίδες δεδομένων από 220 εκ. Αμερικανούς ψηφοφόρους. Γνωρίζει τις ιδιομορφίες, τις μικροδιαφορές και τις καθημερινές τους συνήθειες και έχει την ικανότητα να απευθύνεται στον καθέναν προσωπικά». Να σημειωθεί ότι ο Steve Bannon, πρόσφατα διορισμένος επικεφαλής στρατηγικής του Τραμπ, μετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της Cambridge Analytica.
«Κάποιος», σημείωνε σε άρθρο του ο δημοσιογράφος Glenn Greenwald, «μπορεί να δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο, (…) στον οποίο τα στελέχη της Silicon Valley χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να προστατεύσουν τους περιθωριοποιημένους λαούς σε όλο τον κόσμο, λογοκρίνοντας εκείνους που θέλουν να τους βλάψουν, (…) αλλά στον πραγματικό κόσμο, αυτό δεν είναι παρά ένα θλιβερό όνειρο. Όπως ακριβώς οι κυβερνήσεις, αυτές οι εταιρείες θα χρησιμοποιήσουν τη λογοκρισία τους για να εξυπηρετήσουν και όχι για να υπονομεύσουν τις πιο ισχυρές φατρίες του κόσμου».
Μέρος Β’
«Τα δεδομένα είναι η πρώτη ύλη του μέλλοντος»
Άνγκελα Μέρκελ, συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Σεπτέμβριος 2015
(Το συνέδριο ήταν μια… ευγενική χορηγία της Google, της Facebook, της Γερμανικής Ένωσης για την Ψηφιακή Οικονομία και του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικών Εταιρειών Συμμετοχών).
Όταν ο αλγόριθμος «PageRank» της Google άρχισε να αποκτά τον έλεγχο του διαδικτύου το 1996, σε ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, ο Larry Page και ο Sergey Brin ξεκίνησαν μια διαδικασία που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα στην πηγή της πληροφορίας. Με την αρχειοθέτηση μιας όλο και πιο διευρυμένης μνήμης cache των διευθύνσεων URL βάσει της πυκνότητας συνδέσεων και των λογιστικών-στατιστικών στοιχείων συμμετοχής των χρηστών, αναπτύχθηκε ένας αλγόριθμος ο οποίος ανέθεσε τη βελτίωση της μηχανής αναζήτησής τους στους ίδιους τους πελάτες. Δηλαδή, τους χρήστες μιας εκ των πολλών δωρεάν υπηρεσιών της Google. Έτσι, οι χρήστες ισχυροποίησαν και βελτίωσαν τον αλγόριθμο απλά «σερφάροντας», προσελκύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο περισσότερους καταναλωτές στο βελτιωμένο προϊόν , δημιουργώντας παράλληλα μια μεγαλύτερη βάση για την τελειοποίηση της μηχανής αναζήτησης.
Η κίνηση μέσω του φυσικού χώρου (Google Maps), τα αναμενόμενα μελλοντικά γεγονότα (Google Calendar) και οι μετρήσεις στην καθημερινή χρήση του Διαδικτύου (Google Chrome) είναι τα κοινά κομμάτια ενός βιογραφικού πάζλ που συνθέτουν όσα αναφέρονται στη σελίδα απορρήτου της εταιρείας ως «πράγματα που σας κάνουν αυτό που είστε».
Ομοίως και η Αmazon. O παντοκράτορας του λιανικού εμπορίου, ήδη από το 2003, καθιερώθηκε ως πρωτοπόρος στην στοχοθετημένη διαδικτυακή διαφήμιση, χρησιμοποιώντας μια ογκωδέστατη σειρά από επιμέρους ιστορικά αγοράς προκειμένου να τροφοδοτήσει αλγόριθμους που δημιουργούν δείκτες ομοιότητας (για κάθε ψηφιακό στοιχείο) και εργαλεία δημιουργίας καταναλωτικών προφίλ.
Πρόκειται για μια τεράστια συλλογή μεταδεδομένων με κρυφό και έμμεσο τρόπο, συμφωνούν αρκετοί αναλυτές, δικαιώνοντας, έστω λίγο παραφρασμένα, τη ρήση της κριτικού ταινιών Annette Michelson το 1979 ότι στην «εποχή των ψηφιακών επικοινωνιών, τα δεδομένα σας – και όχι εσείς οι ίδιοι – είναι το προϊόν που παραδίδεται μαζικά».
Εν ολίγοις, τα λεπτομερή προφίλ των χρηστών των διαδικτυακών πλατφορμών συσκευάζονται και πωλούνται στους διαφημιστές μαζικά, χωρίς έσοδα για τους καταναλωτές-παραγωγούς, των οποίων η εργασία τούς αποφέρει κέρδος.
Το φάντασμα της «υπεραξίας» πλανιέται πάνω από τα κεφάλια των ταγών του τέλους της Ιστορίας, ίσως ισχυριζόταν κάποιος σ’ αυτό το σημείο…
Η εκτεταμένη υλική υποδομή που διαθέτουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι της πληροφορίας είναι το κλειδί που ανοίγει τα ξέχειλα θησαυροφυλάκιά τους. Όπως εξηγούσε ο Έντουαρντ Σνόουντεν το 2015: «Τα μεγάλα δεδομένα έχουν χαρακτηριστεί ως το νέο πετρέλαιο: είναι άχρηστα στην ωμή μορφή τους, αλλά εξελίσσονται σε ολόκληρη περιουσία με το σωστό ραφινάρισμα». Για να συνεχίσει μετά: «Τα μεταδεδομένα μοιάζουν πολύ με αυτά που κάνει ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ όταν ακολουθεί κάποιον. Δεν είναι καν κοντά σας, όταν κάθεται πίσω σας σε ένα καφέ, για να πιάσει κάθε λέξη που λέτε σε μια ψιθυριστή συνομιλία. Αλλά θα ξέρει πού ήσαστε, θα γνωρίζει με ποιον συναντηθήκατε, θα ξέρει πότε συνέβη, θα ξέρει πώς φύγατε, θα ξέρει πού πήγατε. Και αν το δείτε συνολικά, λέτε την πλήρη ιστορία της ζωής κάποιου. Το Facebook δεν γνωρίζει μόνο την κατάσταση της σχέσης σας, τα πράγματα που σας αρέσουν και πού βγάλατε τις φωτογραφίες προφίλ σας – συνδέει επίσης αυτές τις πληροφορίες με οτιδήποτε κάνετε σε μια εξωτερική εφαρμογή στην οποία έχετε πρόσβαση μέσω ενός Facebook login ή σε μια οποιαδήποτε ιστοσελίδα στην οποία έχετε πρόσβαση από εκεί. Αυτό του επιτρέπει να συσχετίζει τις επιλογές σας στο Tinder με τις συναλλαγές σας στο Venmo, τις βόλτες σας με το Uber με τους ακολούθους σας στο Instagram, τις παραγγελίες σας στο Seamless με τις προτιμώμενες πηγές ειδήσεων και τον τρόπο με τον οποίο έχετε πρόσβαση σε αυτές».
https://i2.wp.com/www.nostimonimar.gr/wp-content/uploads/2018/08/mon.jpg?resize=150%2C150 150w, https://i2.wp.com/www.nostimonimar.gr/wp-content/uploads/2018/08/mon.jpg?resize=300%2C300 300w" alt="" width="500" height="500">
Για να γίνει κατανοητή η συσσώρευση κεφαλαίου που υποκρύπτει αυτή η εξαγωγή του πλούτου των δεδομένων, αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι:
- Η Twitter μισθώνει με σύμβαση leasing περίπου το 1/5 από ένα κέντρο δεδομένων 990 χιλιάδων τ.π. στην Ατλάντα, όπου αποθηκεύει πάνω από πεντακόσια πεταμπάιτς δεδομένων και επεξεργάζεται, αναλύει και αποθηκεύει σε κρυφή μνήμη μισό εκατομμύριο tweets /ημέρα.
- Τα επτά κέντρα δεδομένων της Facebook κυμαίνονται από 160- 487 χιλ. τ.π., με την εταιρεία να δαπανά πάνω από 3,6 δισ. δολάρια σε “εξοπλισμό δικτύωσης” στο τέλος του 2015,
- Η Google δαπανά άνω των 5 δισ. δολαρίων/τρίμηνο για τα 16 μαζικά κέντρα δεδομένων της που βρίσκονται σε τέσσερις ηπείρους και στεγάζουν πάνω από ένα εκατομμύριο διακομιστές.
Ενδεχομένως, τα δαπανώμενα ποσά για τη «διύλιση» των μεταδεδομένων να φαίνονται μεγάλα. Αν λέγαμε όμως, ότι μόνο για το 2016 οι τεχνολογικοί γίγαντες: Facebook, Amazon και Google είχαν απολαβές που ξεπερνούσαν τα 250 δισ. δολάρια, έχοντας παράλληλα «πνίξει» όποιον νέο παίκτη προσπαθούσε να εισέλθει στην αγορά (το 2011, η Google εξαγόραζε μια εταιρεία την εβδομάδα, το 2012, η Facebook εξαγόρασε το Instagram και το 2014 το WhatsApp, ενώ όλοι θυμούνται την ιστορία με τη λιανική εταιρεία πώλησης βρεφικών προϊόντων «diapers.com», την οποία η Amazon εξαφάνισε, αρχικά μειώνοντας τις τιμές της στα ίδια προϊόντα και στη συνέχεια εξαγοράζοντάς την) θα βλέπαμε ότι τα λεφτά που επενδύονται είναι ελάχιστα μπροστά στα υπερκέρδη που αποκομίζουν καθημερινά.
Πρόκειται για «ψηφιακή φεουδαρχία», έγραφε πριν από μερικά χρόνια ο Αντόνι ντε Ρόσα, διευθυντής περιεχομένου στο Ρόιτερς. «Μας πιάνουν κορόιδα για να ταΐζουμε το θηρίο, για να δημιουργούμε περιεχόμενο που καταλήγει να αποφέρει υπέρογκα κέρδη για λογαριασμό άλλων», σχολίαζε δηκτικά.
Ενώ, ο Robert Epstein, ερευνητής ψυχολόγος στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Έρευνας Συμπεριφοράς και Τεχνολογίας, σε έρευνά του για τον τρόπο κατάταξης των αποτελεσμάτων αναζήτησης και επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς κατέληγε ότι: «(…)Μιλάμε για την πιο ισχυρή μηχανή ελέγχου του νου που ανακαλύφθηκε ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου γένους».
Η πραγματικότητα αδιάψευστος μάρτυράς τους.
Ο μέσος χρήστης του Facebook είχε αξία περίπου 15 δολ/έτος στις αρχές του 2016. Για την Google, ο αριθμός αυτός ήταν περίπου 33 δολάρια. Αυτοί μπορεί να φαίνονται μικροί αριθμοί, όμως γίνονται τεράστιοι όταν πολλαπλασιάζονται σε μια τεράστια βάση καταναλωτών- περίπου 2 δισεκατομμυρίων- και θα συνεχίσουν να αυξάνονται καθώς βελτιώνεται η ικανότητα των εταιρειών να μετατρέπουν «απλές» πληροφορίες σε κερδοφόρες γνώσεις, όπως αναφέραμε προηγουμένως.
Αναρωτιέται μήπως κανείς γιατί μιλάμε για μονοπώλιο;
Μα γιατί οι ίδιοι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους.
Η Facebook, φερεπείν, κατέχει το 77% της κίνησης κινητής κοινωνικής δικτύωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2017, σε συνδυασμό με τη Google ήλεγχαν το 70% της παραπομπής εξωτερικής κυκλοφορίας στις ιστοσελίδες ειδήσεων. Οι μετοχές της Amazon και της Alphabet ξεπέρασαν τα 1.000 δολάρια τον μήνα- ενώ η πρώτη, αναμένεται να συγκεντρώσει το ήμισυ των online πωλήσεων των ΗΠΑ μέχρι το 2021.
Παράλληλα, η εταιρεία του Mark Zuckerberg βάζει στη τσέπη, χοντρικά, το ¼ όλων των διαφημίσεων στο διαδίκτυο και την κινητή τηλεφωνία, το οποίο μόνο μία χρονιά ανήλθε γύρω στα 40 δισ. δολάρια.
Ο ιδρυτής του Facebook, αναγνωρίζει ξεκάθαρα πόση εξουσία έχει συγκεντρώσει η εταιρεία του. «Το Facebook μοιάζει περισσότερο με κυβέρνηση παρά με παραδοσιακή εταιρεία», δήλωνε γεμάτος κομπασμό. Για να συνεχίσει: «Έχουμε μια τεράστια κοινότητα ανθρώπων, και περισσότερο από κάθε άλλη τεχνολογική εταιρεία εμείς επιβάλλουμε πολιτικές». Άποψη με την οποία φαίνεται να συμφωνεί και ο άρτι αφιχθείς πρόεδρος της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), Joe Simons, ο οποίος έχει καταθέσει ότι πιστεύει ότι τα μονοπώλια της πλατφόρμας έχουν τη δύναμη «να χρησιμοποιήσουν ακατάλληλα μέσα για να παραμείνουν μεγάλα».
Το «επιθετικό» λόμπινγκ κατά του Νόμου περί Έντιμων Διαφημίσεων (Honest Ads Act), μιας απλής πρότασης δημοσιοποίησης που τέθηκε επί τάπητος από τους Γερουσιαστές Amy Klobuchar και Mark Warner, είναι ένα παράδειγμα. Για χρόνια ολόκληρα η Facebook ασκούσε επιτυχώς πίεση με σκοπό να μπλοκάρει κανονισμούς απορρήτου, όπως τους κανονισμούς που θα ρύθμιζαν τις τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου.
Ποιο το κέρδος από μια τέτοια καταφανή καταπάτηση του δημοσίου συμφέροντος; Όταν το Facebook το 2011 υπέγραψε το «διάταγμα συγκατάθεσης» με την FTC, τα ετήσια έσοδά του ανέρχονταν σε 3,7 δισ. δολάρια. Το 2017 ήταν πάνω από 10 φορές μεγαλύτερα.
***
«Η δύναμή σας μερικές φορές με τρομάζει. (…)Το πρόβλημα είναι ότι οι εταιρείες γνωρίζουν πάρα πολλά για εμάς, και πολύ λίγa για τον εαυτό τους»
Γερουσιαστής Τζον Κένεντι της Λουιζιάνα, Οκτώβριος 2017, προς τους γενικούς συμβούλους της Facebook και της Google
Tα λόγια του γερουσιαστή έρχονται να ματώσουν την οικονομίστικη ψυχή κάθε νεοφιλελεύθερου θιασώτη του πρωτοπόρου και καινοτόμου ρόλου των ισχυρών επιχειρήσεων της πληροφορίας. Κι αυτό, διότι, θίγει, έστω έμμεσα, το ζήτημα ελέγχου τέτοιου είδους επιχειρήσεων: Μονοπωλιακών.
Είναι ουρανόμηκες σφάλμα να πιστεύει κάποιος ότι τα προσωπικά δεδομένα, όπως αυτά των δύο εκατομμυρίων Λονδρέζων πολιτών-καταγεγραμμένων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας που δόθηκαν στην εταιρεία «DeepMind» δεν θα αποτελέσουν πρώτη ύλη πλουτισμού για την επιχείρηση;
Η απάντηση είναι, ναι! Εντός του υπάρχοντος πολιτικού, κυρίως, όμως, οικονομικού πλαισίου, δεν υπάρχει το περιθώριο για μια επιχείρηση να συλλέξει τα δεδομένα- με όποιο πρόσχημα και αν το κάνει- παρά μονάχα εις βάρος της κοινωνίας.
Και αν δεν πιστεύετε εμάς, που έχουμε κάποια παλιά χρωστούμενα με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, ο Μάικλ Τσέρτοφ, πρώην υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα (2005-2009) και συσσυγραφέας του περιβόητου PATRIOT ACT, ίσως τα λέει καλύτερα: «(…)O αριθμός των ευαίσθητων δεδομένων που συλλέγονται από τις ψηφιακές εταιρείες είναι πολύ ανησυχητικός. Φανταστείτε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα διαφοροποιούν σύντομα την προσφορά τους με βάση τα δεδομένα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής – κάτι που κάνει τον Big Brother του Όργουελ να μοιάζει παιδικός».
****
Άραγε, ποιος ο σκοπός αυτού του σημειώματος; Να ξιφουλκήσει ενάντια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ); Να αναδείξει την πλαστότητα του εταιρικού ψηφιακού κόσμου που εκμεταλλεύεται τη δουλειά άλλων για να πλουτίζει ασύστολα, αψηφώντας ταυτόχρονα κάθε έννοια δημοκρατίας, ηθικής, γνώσης και ορθού λόγου; Να αναρωτηθεί αν η αντικατάσταση του ν. 2472/1997 από τον νέο ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων [2016/79]*** είναι αρκετή για την προστασία των Ευρωπαίων; Να προτείνει την κατάργηση των ΜΚΔ ή ακόμη και του ίδιου του διαδικτύου; Του τηλεφώνου, μήπως (!);
Η απάντηση είναι λίγο πιο περίπλοκη.
Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς στο γεγονός ότι η τεχνολογία μπορεί και οφείλει να σταθεί αρωγός στην ανθρωπότητα. Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς ότι σκοπός του κάθε καπιταλιστή είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους και ο περιορισμός της ζημίας.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν μια σπουδαία τεχνολογική εφαρμογή όπως τα ΜΚΔ τίθενται, ως μονοπώλιο, στην υπηρεσία μιας δράκας ολιγαρχών καθιστώντας παράλληλα την κοινωνία καθημαγμένο δούλο του μέγιστου κέρδους τους;
***
Οι προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι μέχρι τώρα για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου κινδύνου για τους πολίτες είναι ανεπαρκείς. Οι νόμοι προσχηματικοί. Ο αναλυτής Ames McQuivey, αναφέρει ότι οι πρόσφατες δραματικές αυξήσεις στις τιμές των μετοχών θα μπορούσαν να είναι ένα σημάδι ότι οι επενδυτές υποτιμούν την πιθανότητα λήψης μέτρων από οποιαδήποτε ρυθμιστική αρχή.
Τείνουμε να συμφωνήσουμε μαζί του.
Ο Μαρκ Αντρέσεν, επενδυτής της Silicon Valley, έχει δηλώσει ότι ο καπιταλισμός «τρώει τον κόσμο».
Γνώμη του γράφοντος είναι ότι καμία πραγματική λύση δεν μπορεί να δοθεί από ένα κράτος που λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή ιδιωτικών συμφερόντων.
Μα, θα αναρωτηθεί πολύ σωστά κάποιος, ακόμη και αν άλλαζε ο εξουσιαστικός πυρήνας του σύγχρονου κράτους, ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δεν θα συνεχιστεί, τουλάχιστον, η παρακολούθηση και η προσπάθεια πρόληψης και de facto καταστολής οιασδήποτε λαϊκής διεκδίκησης;
Κανείς, είναι η απάντηση. Φευ, μιλάμε για την εξουσία. Για αυτό ενδεχομένως, ακόμη και τώρα- με τον υπάρχοντα αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων- η πίεση για αμεσότερη εμπλοκή του κόσμου της εργασίας στον έλεγχο του κράτους και των υπηρεσιών του να ήταν ένα πρώτο βήμα διαμόρφωσης των συνθηκών για το πέρασμα σε μια άλλου είδους εξουσία. Με τους εργαζόμενους στο προσκήνιο. Όχι θεατές.
Τροφή για σκέψη και πολιτική εγρήγορση.
Θα επανέλθουμε.
Σχετικά Με Το Συντάκτη
Κανένα δίδαγμα: Το όργιο του πολιτικού χρήματος των εκλογών ξεκίνησε

Το πάρτυ ξεκίνησε πρόωρα, λες και δεν συνέβη τίποτα σε αυτήν την χώρα και προϊδεάζει για το όργιο που θα ακολουθήσει ως τις εκλογές. Λες και όλο αυτό το βρώμικο παιχνίδι του πολιτικού χρήματος δεν ρήμαξε αυτό τον τόπο και αυτόν τον λαό.
Αυγουστιάτικα και χωρίς καν να έχουν προκηρυχθεί εκλογές, αναρτήθηκε στην Πλ. Ελευθερίας, κεντρική πλατεία του Κορυδαλλού στην πολύπαθη και εξαθλιωμένη Β’ Πειραιά, πελώρια διαφημιστική ταμπέλα φιλόδοξου πολιτευτή.
Η διαφημιστική ταμπέλα ανήκει στον κ. Σούτα Νικόλαο, πολιτευτή (!), όπως, γράφει, της Β’ Πειραιά, με το νεότευκτο κρυφο-ακροδεξιό κόμμα της «Ελληνικής Λύσης» του Κυρ. Βελόπουλου (και οι δύο στην ταμπέλα), ενός κόμματος που, όπως φαίνεται, διαθέτει δικές του τηλεοπτικές προσβάσεις(!) και όπως λένε οι κακές γλώσσες, ξοδεύει χρήματα με άνεση και ιδιαίτερη ευκολία.
Ο αρχηγός της «Ελληνικής Λύσης» Κυριάκος Βελόπουλος, υπενθυμίζουμε ότι υπήρξε, μαζί τότε με τους Μάκη Βορίδη και Άδωνι Γεωργιάδη, βουλευτής του ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη και στυλοβάτης, επίσης, της μνημονιακής κυβέρνησης του σωτήρα ευρωπαϊστή και μέγα «εκσυγχρονιστή» Λουκά Παπαδήμου, την οποία στήριζαν από κοινού ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και οι καμπαλέρος του ΛΑΟΣ, που σχεδόν επέβαλλαν το κελεπούρι του τραπεζίτη Παπαδήμου στην πρωθυπουργία.
Επανερχόμαστε, όμως, στην περίοπτη ταμπέλα του κ. Νικόλαου Σούτα, γιατί μας προετοιμάζει για το τσουνάμι των διαφημίσεων που θα ακολουθήσει από κόμματα και πολιτευτές εν όψει εκλογών και τον πακτωλό χρημάτων που θα ξοδευτούν για να κάνουν πλύση εγκεφάλου στον ελληνικό λαό με τους επίδοξους σωτήρες του.
Πολλοί, μάλιστα, λένε ότι τώρα, παρά την κρίση και τον ξεπεσμό των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων και των παραφυάδων τους, οι εκλογές αυτές, με το πολιτικό χρήμα που θα σκορπιστεί και τις διαπλοκές που θα ανθίσουν, θα ρημάξουν κυριολεκτικά έναν τόπο που αυτοί που θα πρωταγωνιστούν σε απλοχεριά, τον έχουν, ήδη, καταστρέψει.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι οι εκλογές αυτές θα είναι όσο ποτέ εκλογές πελατειακής ψήφου, μίζας, διαπλοκής, αισθητικής κατάπτωσης και πολιτικού εκχυδαϊσμού.
Αλοίμονο στον τόπο, αν δεν εξεγερθούμε. Σε μια εξέγερση που θα πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να είναι πολιτιστική και σε έναν ξεσηκωμό που οφείλει, κυρίως, να είναι αρχών, αξιών, αισθητικής και αξιοπρέπειας.
Υ.Γ.: Αν προσέξετε την ταμπέλα, μέσα σε ελάχιστες λέξεις, έχει τρεις φορές αναφορές στην Ελλάδα: «Ελληνική Λύση», «Πρώτα οι Έλληνες» και «Πρώτα η Ελλάδα». Φυλαχτείτε από αυτές τις επιδείξεις «ελληνικότητας», που μοιάζουν πολύ με πώληση «νεοεθνικοφροσύνης». Όσο περισσότεροι κάποιοι μας πουλάνε Ελλάδα, τόσο πιο διατεθειμένοι είναι να την ξεπουλήσουνε!
Μ.Ι.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Ο Revelli, ο ΣΥΡΙΖΑ και «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»…

Από τον φίλο του Εργατικού Αγώνα Σταύρο Μαυρουδέα ένα ενδιαφέρον άρθρο που έγραψε ο ίδιος μαζί με τον Ιταλό καθηγητή Sergio Cesaratto. Το άρθρο δημοσιεύεται στο braveneweurope.com, στο Counterpunch και στο ιστολόγιο του Σταύρου Μαυρουδέα στην αγγλική γλώσσα. Ο Ε.Α. πήρε την πρωτοβουλία να το μεταφράσει και να το παρουσιάσει στους αναγνώστες του.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην ελληνική και την ιταλική γλώσσα, ο Μάρκο Ρεβέλλι - ένας από τους τακτικούς φιλοξενούμενους του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης στην Ελλάδα - έγραψε έναν λίβελλο ενάντια σε αυτό που ονόμασε «ψευδοαριστερά», δηλαδή αυτά τα τμήματα της Αριστεράς που θεωρούν τον Τσίπρα προδότη και την οικονομική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αποτυχία. Σε αυτή την απρόκλητη πολεμική (που περιλάμβανε και έναν από τους υπογράφοντες αυτής της απάντησης, εδώ το άρθρο του Sergio Cesarrato στο Brave New Europe), κατηγόρησε αυτή την «ψευδοαριστερά» ότι είναι εθνικιστική κι ότι βοηθά τη λαϊκιστική και εθνικιστική ΝΔ στην Ελλάδα. Ο Ρεβέλλι εξισώνει αβασάνιστα κάθε αριστερή κριτική στις πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ με τις νεοφιλελεύθερες απόψεις της ΝΔ.
Ο Ρεβέλλι χρησιμοποιεί ως τίτλο του πονήματος του το ευαγγελικό ρητό «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Ας δούμε αν αυτά που αποδίδει στον Καίσαρα του ή στον Θεό του (στην προκειμένη περίπτωση στον ΣΥΡΙΖΑ) είναι σωστά ή όχι.
Αρχίζει επαινώντας την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειρίζεται το πρόγραμμα λιτότητας της τρόικας έτσι ώστε να αποφύγει μια μεγαλύτερη κοινωνική ζημία. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσφέρει είναι, τουλάχιστον, λιγοστά ή απλά λανθασμένα. Οι ιατρικές υπηρεσίες παραμένουν υποχρηματοδοτούμενες και με μεγάλη έλλειψη προσωπικού. Εκτός αυτού, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υπογράψει (στο 3ο μνημόνιο) και προωθεί βαθιές περικοπές τόσο στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας όσο και στις συντάξεις (σημειώστε ότι το 51% των νοικοκυριών βασίζονται σε συντάξεις). Συγκεκριμένα, προβλέπεται μια τεράστια νέα περικοπή για τον Ιανουάριο του 2019. Αυτές οι περικοπές έχουν αυξήσει τα επίπεδα φτώχειας στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο από ό, τι στο παρελθόν (περίπου το 37% του πληθυσμού κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό). Η προστασία της πρώτης ιδιοκτησίας από τους πλειστηριασμούς αποσύρεται (σύμφωνα με το μνημόνιο που έχει υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ) και οι πλειστηριασμοί των λαϊκών κατοικιών προχωρούν με γρηγορότερο ρυθμό, με τη βοήθεια ηλεκτρονικών δημοπρασιών που έχουν θεσπιστεί από το ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αποφευχθεί η δημόσια αντίσταση και οι διαμαρτυρίες. Αυτό είναι κάτι που ακόμη και οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν τολμούσαν να προωθήσουν. Εισάγονται νέοι φόροι στην εργατική και τη μεσαία τάξη επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο την κατανομή του εισοδήματος. Από την άλλη πλευρά, η ναυαρχίδα του ελληνικού καπιταλισμού - οι πλοιοκτήτες - όχι μόνο παραμένουν σκανδαλωδώς αφορολόγητοι, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ (όπως και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις) τους έχει αγκαλιάσει θερμά και προστατεύει τα προνόμιά τους. Τέλος, ο Ρεβέλλι, αντί να λέει ανοησίες σχετικά με τον τομέα της υγείας, θα πρέπει να εξετάσει καλύτερα τα αποδεικτικά στοιχεία: νέες περικοπές που έχουν επιβληθεί από το ΣΥΡΙΖΑ και οι δαπάνες για την υγεία έχουν περιοριστεί τόσο σοβαρά ώστε δεν είναι βιώσιμες.
Ο Ρεβέλλι χρησιμοποιεί μια σοφιστεία για να μασκαρέψει αυτή την απάτη. Υποστηρίζει ότι πρέπει να μετρούμε την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας όχι από την αρχή της κρίσης αλλά από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση. Ισχυρίζεται ότι έτσι μπορούμε να δούμε πως η ανάπτυξη έχει επιστρέψει και η ανεργία πέφτει. Ο Ρεβέλλι (και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα) ξεχνά ότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι μία και συνεχής: η πολιτική λιτότητας της τρόικας. Αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από τις μικρές διαχειριστικές διαφορές των τριών διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) που ήταν απλώς διακοσμητικές. Ο μεγάλος όγκος της δημοσιονομικής συρρίκνωσης του προγράμματος είχε πραγματοποιηθεί υπό τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Έτσι, το μέρος που έμεινε να υλοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μικρότερο, αν και οι ασυνάρτητη πολιτική του το επιδεινώνει. Η ύφεση επιβραδύνθηκε ήδη από τα προηγούμενα χρόνια και οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης πλησίαζαν. Αυτό δεν ήταν κάτι απροσδόκητο. Οι καπιταλιστικές οικονομίες λειτουργούν με κύκλους. Το μη φυσιολογικό ήταν το μήκος και το βάθος της ελληνικής ύφεσης. Ωστόσο, η επιστροφή των θετικών ρυθμών ανάπτυξης δεν εγγυάται ούτε το μέγεθος τους, ούτε τη μακροημέρευση τους.
Αλλά η ανάπτυξη που βλέπει ο Ρεβέλλι υπό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι λανθασμένη ακόμα και με τους δικούς του όρους. Η επιστροφή στην ανάπτυξη είναι πενιχρή και συνεχώς πέφτει χαμηλότερα από τα επίσημα στοιχεία. Το κενό παραγωγής παραμένει πολύ υψηλό (25% χαμηλότερο από το επίπεδο της παραγωγής κατά την έναρξη της κρίσης). Τα καλύτερα από τα προβλεπόμενα πρωτογενή πλεονάσματα οφείλονται στην αυξημένη φορολογία και τον αυστηρό περιορισμό των δημόσιων δαπανών. Και οι δύο αυτές πολιτικές που εφαρμόζει ο ΣΥΡΙΖΑ μειώνουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες καθώς η Ελλάδα παραμένει μια οικονομία που βασίζεται στην κατανάλωση. Επίσης, η πολυδιαφημισμένη από τον ΣΥΡΙΖΑ «έξοδος στις διεθνείς ιδιωτικές αγορές δανείων» είναι απάτη, όπως ακριβώς και της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Αφορά κυρίως την εξυπηρέτηση του χρέους, έρχεται σε πολύ υψηλό κόστος (περίπου 4% επιτόκιο) και δεν εκτείνεται πέρα από την περίοδο εποπτείας της τρόικας στην Ελλάδα. Και μόλις εμφανίστηκαν προβλήματα στην ΕΕ με τη νέα κυβέρνηση της Ιταλίας και τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, πάγωσε.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κηρύττει επίσης ότι είχε μειώσει την ανεργία. Αυτό είναι επίσης ένα ψεύτικο επιχείρημα. Η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή (πάνω από 20% με την ανεργία των νέων να φθάνει το 40%). Έχει ελαφρώς μειωθεί λόγω της μείωσης του εργατικού δυναμικού λόγω της συρρίκνωσης του πληθυσμού και της μετανάστευσης στο εξωτερικό (πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ότι το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας θα μειωθεί κατά 35% κατά την περίοδο 2020-2060* σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 710.000 Έλληνες πολίτες μετανάστευσαν κατά την περίοδο 2010-2016). Επιπλέον, οι νέες θέσεις εργασίας είναι θέσεις άθλιας εργασίας: λίγοι μήνες απασχόλησης που είναι αρκετοί για να σας βγάλουν από τους καταλόγους ανεργίας (οι θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης μειώνονται από το 2017 μέχρι σήμερα, οι 3 από τους 4 άνεργους βρίσκονται σε μακροχρόνια ανεργία), με πενιχρούς μισθούς και βάρβαρες συνθήκες εργασίας.
Ο Ρεβέλλι χρησιμοποιεί και μια άλλη σοφιστεία. Ενώ διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι η ΕΕ δεν αποδέχτηκε την περικοπή του χρέους για την Ελλάδα, υποστηρίζει ότι η αναδιαμόρφωση του χρέους (με τη μορφή παράτασης της περιόδου χάριτος που δεν αποπληρώνεις δάνεια και εξομάλυνση των διακυμάνσεων του επιτοκίου) ισοδυναμεί με κούρεμα. Αυτό είναι το επιχείρημα που διατυπώνει η Γερμανία και η ΕΕ και ο Ρεβέλλι (και ο ΣΥΡΙΖΑ) το αποδέχονται ολόψυχα. Ωστόσο, όπως δείχνει ακόμη και η πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ (1η Αυγούστου 2018), τα αποτελέσματά είναι αμφισβητήσιμα (η Ελλάδα θα έχει ελάφρυνση του χρέους εάν εφαρμόσει νέες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και καταφέρει να διατηρήσει το πρόγραμμα λιτότητας σε καλό δρόμο, πράγμα όμως που θα καθιστούσε περιττή την ελάφρυνση του χρέους) και ο πραγματικός αντίκτυπος δεν είναι ουσιαστικός. Για το λόγο αυτό, κάθε σοβαρή Ανάλυση Βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του ΔΝΤ του 2018) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ παραμένει υψηλότερος από 180% (έχει αυξηθεί κατά τους τελευταίους μήνες λόγω των νέων δανειακών δόσεων) και θα αυξηθεί μετά το τέλος της δεκαετούς παραπομπής του χρέους (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ 2018). Στην πιθανή περίπτωση του χειρότερου σεναρίου (μικρότερη ανάπτυξη, υψηλότερα επιτόκια, χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα), το ΔΝΤ εκτιμά ότι το 2023 θα αυξηθεί στο 198%.
Επιπλέον, η ΕΕ και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, διότι η Ελλάδα θα επιτύχει θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης (κατά μέσο όρο 2% για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο όλως περιέργως (;) δεν έχει ποτέ προσδιορισθεί με ακρίβεια) και πρωτογενή πλεονάσματα (3,5% έως το 2022 και 2,2% έως το 2060) για πολύ παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Όπως είναι γνωστό στην οικονομική βιβλιογραφία (και ακόμη και το ΔΝΤ το επαναλαμβάνει), αυτό είναι εντελώς μη ρεαλιστικό. Μόνο πολύ λίγες πετρελαιοπαραγωγικές οικονομίες κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους αυτούς. Σημειώστε επίσης ότι η μη επίτευξη αυτών των στόχων θα ενεργοποιήσει τους αυτόματους «κόπτες» στους μισθούς, τις συντάξεις και τις δημοσιονομικές δαπάνες που συμφώνησε ο ΣΥΡΙΖΑ (ήδη κατά τη διάρκεια της υπουργίας Βαρουφάκη).
Αυτό που συνέβη στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις για το χρέος είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συμμορφώθηκε πλήρως με το δόγμα της ΕΕ ότι δεν θα πραγματοποιηθεί κούρεμα χρέους και δεν προσπάθησε καν να το διαπραγματευθεί.
Υπάρχει ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ. Ότι τον Αύγουστο του 2018 θα υπάρξει έξοδος από την εποπτεία της τρόικας και αυτό θα επιτρέψει στον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει πιο δραστήριες δημοσιονομικές πολιτικές που θα ενισχύουν την ανάπτυξη. Αυτό είναι εντελώς αναληθές. Όπως ακόμη και ο Ε. Τσακαλώτος δήλωσε, η εποπτεία από μια νέα τρόικα (με το ESM αντί του ΔΝΤ) θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια. Επιπλέον, δεδομένου του πολύ υψηλού στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος, το περιθώριο για πιο ενεργό δημοσιονομική πολιτική είναι ανύπαρκτο.
Ένα τελευταίο σημείο άμυνας για τους υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση πέρα από την προσαρμογή στις απαιτήσεις της ΕΕ. Κι αυτό είναι επίσης ένα ψέμα. Μια αληθινή αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα πρέπει να αναμετρηθεί με την ΕΕ και να αποδεσμευθεί από αυτήν. Η ελληνική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της οικονομικής αναδιάρθρωσης της Ελλάδας λόγω της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά. Αυτή οδήγησε στην αποβιομηχάνιση, τη συρρίκνωση και την παραμόρφωση του πρωτογενούς τομέα και την δημιουργία ενός υπερδιογκωμένου και εύθραυστου κλάδου των υπηρεσιών. Αυτό το παραγωγικό μοντέλο απέτυχε εντελώς, έχει προκαλέσει την κρίση του χρέους και δεν μπορεί να διορθωθεί εντός της ΕΕ. Επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ και τη μεταγενέστερη εκχώρηση κρίσιμων οικονομικών πολιτικών (π.χ. νομισματική πολιτική και τελικά δημοσιονομική πολιτική) στην ΕΕ.
Αυτή η εναλλακτική πορεία είναι απόλυτα βιώσιμη αλλά απαιτεί μια βαθιά αλλαγή στην ελληνική κοινωνία και μια αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ο ΣΥΡΙΖΑ -αφήνοντας κατά μέρος τους πολλούς αντιφατικούς και ασυνεπείς προεκλογικούς παληκαρισμούς του - δεν ήταν ποτέ πρόθυμος να ακολουθήσει αυτή την πορεία. Τη θεωρούσε πολύ επικίνδυνη για τον ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γνωστούς δεσμούς με σημαντικά τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα με τμήματα του εφοπλιστικού κεφαλαίου καθώς και με κεφάλαια που κυριαρχούσαν στον ελληνικό καπιταλισμό τη δεκαετία του 1970 και του '80 (που στην Ελλάδα τα αποκαλούν «παλιά τζάκια»). Αυτά τα «παλιά τζάκια» ευνοούσαν την ανάδυση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και, μέσω αυτής, πήραν την εκδίκησή τους ενάντια στα «νέα τζάκια» που τα είχαν ξεπεράσει στη δεκαετία του 1990.
Η δυστυχία στην ελληνική περίπτωση ήταν ότι η ελληνική αριστερά (όλα τα τμήματα της) απέφυγε να προτείνει με συγκεκριμένο τρόπο το προαναφερθέν εναλλακτικό πρόγραμμα και περιορίστηκε στην απλή προώθηση λαϊκών κινητοποιήσεων (που αντιστέκονταν στις αλλαγές της τρόικας αλλά χωρίς να προτείνουν εναλλακτική λύση) και σ’ έναν αφηρημένο αντικαπιταλιστικό λόγο (που, παρά τις φωνές, απέτυχε να αμφισβητήσει συγκεκριμένα τον καπιταλισμό). Αυτό διευκόλυνε τον ΣΥΡΙΖΑ να υποκλέψει τη λαϊκή υποστήριξη και φυσικά, στη συνέχεια, να προδώσει το λαό.
Η σημερινή πρόκληση για την Ελληνική Αριστερά είναι να κατορθώσει να αναζωογονήσει αυτή την εναλλακτική λύση και έτσι να εμποδίσει την υπερίσχυση ακροδεξιών δυνάμεων που τροφοδοτούνται από την εξωφρενική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ.
Συμπερασματικά, ο λίβελλος του Ρεβέλλι στηρίζεται σε εντελώς ανυπόστατα επιχειρήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ κηρύττει, πολύ παρόμοια με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, ότι δημιουργεί ένα «success story». Και τα δύο «success stories» είναι εξίσου ψεύτικα. Η Ελλάδα και ο λαός της είναι καταδικασμένοι μέσα στα δεσμά της ΕΕ.
Μια τελική σημείωση σχετικά με την αληθινή αριστερά και την ψευδοαριστερά. Θα ήταν σκόπιμο την επόμενη φορά που ο Μ. Ρεβέλλι ετοιμάζεται να κατηγορήσει άλλους ως ψευδοαριστερούς να ρίξει πρώτα μια ματιά στον καθρέφτη του.
Ο Σέρτζιο Τσεζαρράτο είναι Καθηγητής Οικονομικών της Ανάπτυξης και των Νομισματικών και Φορολογικών Πολιτικών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης στο Τμήμα Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου της Σιένα.
Ο Σταύρος Μαυρουδέας είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή