Αν έχουμε σήμερα δελτία πρόγνωσης καιρού, τα χρωστάμε σε δύο ανθρώπους
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ακριβώς επειδή σήμερα είναι κοινός τόπος, παίζοντας σε κάθε δελτίο ειδήσεων, δεν συνειδητοποιούμε πόσο υπεράνθρωπος άθλος είναι η πρόβλεψη του αυριανού καιρού.
Πλέον μιλάμε εύκολα για βαρομετρικά χαμηλά και έχουμε μετεωρολογικούς χάρτες που δείχνουν σε πραγματικό χρόνο τις κινήσεις του καιρού, λες και πρόκειται για φανταστικούς στρατούς που κινούνται σε σχηματισμούς και συγκρούονται στον αέρα.
Η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία μάς εξηγεί μάλιστα πώς να διαβάζουμε σωστά έναν χάρτη καιρού: «Ο μετεωρολόγος φέρνοντας τις καμπύλες που συνδέουν τόπους με ίδια τιμή ατμοσφαιρικής πίεσης φέρνει τις ισοβαρικές καμπύλες και προσδιορίζει τα βαρομετρικά χαμηλά (L) και βαρομετρικά υψηλά (H), ως και τις περιοχές με ομαλό βαρομετρικό πεδίο. Στη συνέχεια τοποθετεί τα μέτωπα και εξετάζει τις περιοχές που θα επηρεασθούν από τα βαρομετρικά χαμηλά και τα μέτωπα».
Όλα είναι πια στη διακριτική ευχέρεια του πολίτη που θέλει να ενημερώνεται για τον καιρό των επόμενων ημερών. Θα βρέξει ή θα κάνει καύσωνα; Απέχεις μόλις ένα «κλικ» για να μάθεις.
Μόνο που δεν ήταν πάντα έτσι…

Παρά το γεγονός ότι η πρώτη επιτροπή που στήθηκε ποτέ για τη συλλογή μετεωρολογικών δεδομένων λειτουργούσε ήδη από το 1831 στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, όλοι οι χάρτες που έφτιαχναν δημιουργούνταν αναγκαστικά εκ των υστέρων. Η πρόγνωση του καιρού δεν ήταν άλλωστε επιστήμη παρά προλήψεις και δεισιδαιμονίες, μια σωστή μεταφυσική που θα έπρεπε η νέα εποχή να απαλλαγεί από δαύτη και μάλιστα τάχιστα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1840 εξάλλου, ο νεοεκλεγείς γραμματέας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν εξέφρασε ανοιχτά τη δυσφορία του γι’ αυτό που έβλεπε ως κατάφωρη έλλειψη προόδου στον κλάδο της μετεωρολογίας. Κι έτσι έστησε ένα νέο πρόγραμμα που θα επικεντρωνόταν «στην επίλυση του προβλήματος των αμερικανικών καταιγίδων», όπως γράφει ο Τζέιμς Φλέμινγκ στο βιβλίο του «Η μετεωρολογία της Αμερικής», αν και παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις οι αμερικανικές καταιγίδες συνέχισαν να αποτελούν πρόβλημα.
Και ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα-αρχές 20ού όταν ένας πατέρας και ένας γιος θα έβαζαν σκοπό να τα αλλάξουν όλα αυτά. Ο νορβηγός γεωφυσικός Vilhelm Bjerknes και ο υιός Jacob δηλαδή, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προσπάθεια να κατανοήσουν πώς δουλεύει η γήινη ατμόσφαιρα. Κατανοώντας την ατμόσφαιρα σήμαινε βέβαια και μετεωρολογική γνώση, κι έτσι το δίδυμο θα άφηνε κληρονομιά όλα αυτά τα μοντέλα πρόγνωσης καιρού που ξέρουμε και χρησιμοποιούμε σήμερα.
Τις ίδιες της βάσεις της μετεωρολογίας δηλαδή, στις οποίες πατά ακόμα και σήμερα γερά η πρόγνωση του καιρού, παρά το γεγονός ότι μας χωρίζουν εκατό περίπου χρόνια από τότε…

Ο Jacob Bjerknes και οι βάσεις της πρόγνωσης του καιρού γεννήθηκαν την ίδια χρονιά. Γιατί την ώρα που το νεογέννητο ερχόταν στη ζωή το 1897, ο πατέρας του, Vilhelm, είχε μια στιγμή «εύρηκα»: είχε μόλις αναπτύξει ένα θεώρημα που περιέγραφε την κίνηση μιας δίνης σε ένα μη ομοιογενές υγρό, όπως οι αέριες μάχες που αλληλεπιδρούν με την ατμόσφαιρα.
Πολυσχιδής νους καθώς ήταν, ο Vilhelm ήταν σίγουρος πως οι υπολογισμοί του -σε όλη τους τη μεγαλοπρεπή πολυπλοκότητα- θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα πρόγνωσης του καιρού, ένα σύστημα πολύ μπροστά από την εποχή του. Αυτός έγινε τώρα ο σκοπός της ζωής και της δουλειάς του, όπως μας εξομολογείται το 1902: «Ο σκοπός είναι να προβλέψεις τη δυναμική και φυσική κατάσταση της ατμόσφαιρας σε μια μετέπειτα χρονική στιγμή, αν σε οποιοδήποτε προηγούμενη φάση αυτές οι συνθήκες είναι γνωστές».
Εφαρμόζοντας μάλιστα το θεώρημά του στις κινήσεις όχι μόνο της ατμόσφαιρας αλλά και της θάλασσας, ο Vilhelm ήταν πεπεισμένος πως το σύστημά του είχε μετατρέψει τη μεταφυσική πρόγνωση του καιρού σε απλό φυσικομαθηματικό πρόβλημα, σαν να υπολογίζεις δηλαδή την τριβή ή τη βαρύτητα. Απλή σκέψη σήμερα, κολοσσιαία και επαναστατική σύλληψη στα χρόνια του!
Σοβαρός και ταγμένος επιστήμονας καθώς ήταν, ο Vilhelm γίνεται το 1913 διευθυντής του νέου γεωφυσικού ινστιτούτου του γερμανικού Πανεπιστημίου της Λειψίας, το οποίο είχε μαζέψει στις δομές του μερικά από τα μεγαλύτερα νεαρά μυαλά του κόσμου. Ένας από τους μαθητές του Νορβηγού ήταν μάλιστα ο Vagn Walfrid Ekman, ο οποίος θα γινόταν γνωστός για την ομώνυμη θεωρία του που περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους ο αέρας επηρεάζει την κίνηση των θαλάσσιων ρευμάτων (μια ιδέα που, παρεμπιπτόντως, του ήρθε ουρανοκατέβατη σε ένα βραδινό παρτάκι).
Η μικρή κοινότητα που έστησε ο Vilhelm στη Λειψία θα περιλάμβανε μέχρι το 1915 και τον γιο του, Jacob, τον οποίο όλοι φώναζαν Jack. Οι περιστάσεις μόνο ευνοϊκές δεν ήταν όμως για τις μελέτες του Bjerknes, καθώς τον Ιούλιο του 1914 η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία και η Γερμανία μπήκε στη μάχη λίγες μέρες αργότερα, πυροδοτώντας αυτό που θα έμενε τότε γνωστό ως Μεγάλος Πόλεμος και λίγες δεκαετίες αργότερα ως Α’ Παγκόσμιος.

Το ερευνητικό ινστιτούτο του νορβηγού ακαδημαϊκού έμεινε ξαφνικά χωρίς κόσμο, μιας και οι γερμανοί φοιτητές στρατολογήθηκαν και κάποιοι άλλοι έτρεχαν να γλιτώσουν από την αναποδιά. Η πρόοδος που σημείωνε ο καθηγητής ανακόπηκε, την ίδια ώρα που και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η όποια εξέλιξη αναχαιτίστηκε. Οι Αμερικανοί, έχοντας πιστέψει στις πρώιμες διακηρύξεις του Bjerknes, είχαν στήσει τους πρώτους καθημερινούς μετεωρολογικούς χάρτες με παγκόσμια μάλιστα εμβέλεια, αν και τώρα το Γραφείο Καιρού των ΗΠΑ έπρεπε να παρατήσει το πρόγραμμα -εφτά μήνες μετά την έναρξή του-, μιας και τα τηλεγραφήματα από την μπαρουτοκαπνισμένη Ευρώπη είχαν σταματήσει να καταφτάνουν.
Ο Vilhelm είχε δεχτεί ένα αποφασιστικό πλήγμα, παρά το γεγονός ότι η έρευνά του φαινόταν να πείθει την επιστημονική κοινότητα. Λίγα χρόνια πρωτύτερα εξάλλου ο ίδιος είχε προτείνει πως οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις και οι υπολογισμοί θα μπορούσαν να συνδυαστούν πάνω σε γεωγραφικούς χάρτες, επιτρέποντας στην επιστήμη να χαρτογραφεί τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην οικουμένη. Και θα γινόταν με τρόπο απλό, «όπως συνάγει κάποιος μια εξίσωση από μια άλλη», όπως έγραφε χαρακτηριστικά.
Σε επιστολή του εξάλλου το 1914 στο Ίδρυμα Κάρνεγκι, έναν από τους βασικούς χρηματοδότες της έρευνάς του, ο Vilhelm παρατηρεί με πρόδηλη ανησυχία: «Ελπίζω ότι ο πιο αχρείαστος και πιο απάνθρωπος απ’ όλους τους πολέμους δεν θα διαταράξει τη δουλειά που επιτελώ»…
Δεν ήξερε βέβαια πως ο Α’ Παγκόσμιος δεν θα ήταν για τον ίδιο παρά μια παράξενη εμπλοκή του στρατού και του πολέμου με την έρευνά του! Το 1916 ένας από τους πιο φωτεινούς διδακτορικούς φοιτητές του Νορβηγού και βασικός μοχλός της δουλειάς του, ο Herbert Petzold, σκοτώθηκε στη Μάχη του Βερντέν του Δυτικού Μετώπου. Κάτι που ανάγκασε τον ακαδημαϊκό να επιστρατεύσει άρον άρον τον γιο του στις μελέτες του, παρά το γεγονός ότι μόλις έναν χρόνο πριν ο Vilhelm παρατηρούσε ότι ο Jack «είναι ακόμα πολύ μικρός για να αφιερωθεί σε αυτή τη δουλειά».

Ήταν ο πόλεμος αυτός που θα έφερνε τον υιό Bjerknes στο πλευρό του πατρός, όταν του εμπιστεύτηκε την ευαίσθητη έρευνα του Petzold για τις «γραμμές σύγκλισης», τις διακριτές αέριες μάζες δηλαδή που κινούνταν στην ατμόσφαιρα. Ο μικρός αποδείχθηκε ταλέντο και σύντομα θα είχε στα χέρια του την πρώτη του επιστημονική δημοσίευση, στην οποία μας λέει πως αυτές οι γραμμές αέρα μπορεί κάλλιστα να έχουν μήκος μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, τείνουν να κινούνται ανατολικά και ενδέχεται να έχουν σχέση με τα νέφη και τις βροχοπτώσεις.
Και πάλι ήταν ο Α’ Παγκόσμιος αυτός που ανάγκασε τους Bjerknes να εγκαταλείψουν εσπευσμένα τη Γερμανία το 1917, επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη: «Είμαι και πάλι πίσω στη Νορβηγία, όχι για ένα καλοκαιρινό ταξίδι, αλλά για πάντα», γράφει λυπημένος στο ημερολόγιό του ο Bjerknes ο Πρεσβύτερος, ο οποίος ανέλαβε αμέσως ακαδημαϊκή θέση στο Γεωφυσικό Ινστιτούτο της Νορβηγίας. Κι έτσι το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να αναπτύξει μια σχολή μετεωρολογικής ανάλυσης (θα γινόταν γνωστή ως Bergen School).
Και βέβαια οι ακτές της Νορβηγίας έγιναν το καλύτερο εργαστήριο για τη σχολή. Επιμένοντας φορτικά στην κυβέρνηση, κατάφερε κάποια στιγμή να πείσει τους κυβερνώντες της χώρας του να αυξήσουν τους μετεωρολογικούς σταθμούς του νότου σε τουλάχιστον… δεκαπλάσια νούμερα. Κι έτσι, ξαφνικά και μαγικά, ο Jack και δύο ακόμα σπουδαστές έγιναν οι πρώτοι μετεωρολόγοι της Ιστορίας με τη σημερινή έννοια του όρου!
Κι αν μέχρι τότε ο πόλεμος είχε σταθεί μεγάλο εμπόδιο στα πόδια τους, τώρα ήταν ώρα να μετατραπεί στον μεγαλύτερο -αν και κάπως απροσδόκητο- σύμμαχό τους. Ο χειμώνας του 1916-1917 ήταν βλέπετε ιδιαιτέρως σκληρός για τη Νορβηγία, με τις πολεμικές ανάγκες να έχουν περιορίσει δραστικά τις προμήθειες, κι έτσι ο στόχος του Vilhelm να προβλέπει τον καιρό δεν ήταν πια επιστημονικό καπρίτσιο, αλλά πρακτική ανάγκη. Και επιτακτική, καθώς όλοι κατάλαβαν πως η πρόγνωση του καιρού θα «βοηθούσε στην παραγωγή του ψωμιού».
Η πληθώρα των καιρικών δεδομένων που έφταναν τώρα στο γραφείο των Bjerknes επέτρεπε στον Jack να παρατηρεί καλύτερα τις γραμμές του και να ραφινάρει τη θεωρία του. Μέχρι το φθινόπωρο του 1918, ο υιός είχε κάνει τη δική του ανακάλυψη: οι γραμμές του αέρα συνδέονταν τώρα με το φαινόμενο των κυκλώνων, που δεν ήταν πια παρά μεγάλες μάζες αέρα που κινούνταν κυκλικά γύρω χαμηλές ατμοσφαιρικές πιέσεις.

Ο Jack δημοσίευσε τις παρατηρήσεις του το 1919 και χωρίς να το ξέρει ακόμα, είχε μόλις αναγνωρίσει ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά των μετεωρολογικών χαρτών και της ίδιας της πρόγνωσης του καιρού. Όσο για τα ίδια τα χαρακτηριστικά, έμελλε να επηρεαστούν κι αυτά από τον πόλεμο, καθώς έμοιαζαν με γραμμές στρατών που προελαύνουν. Ο Jack Bjerknes είχε ανακαλύψει το «μέτωπο», έναν από τους κύριους όρους της μετεωρολογίας (ψυχρό μέτωπο, θερμό μέτωπο, συνεσφιγμένο μέτωπο).
Το Bergen School συνέχισε να δουλεύει πάνω στην πεπατημένη του Jack καθ’ όλη τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου, αλλά και του πατρός Vilhelm, ο οποίος επέμενε στη φυσικομαθηματική ανάλυση των καιρικών δεδομένων. Οι φοιτητές, πατώντας στις δύο αυτές γραμμές σκέψεις (παρατήρηση και μαθηματική ανάλυση), έφτιαχναν τώρα τους χάρτες που παρατηρούμε σήμερα αδιάφορα στην τηλεόραση, περιλαμβάνοντας κι αυτές τις διαφορετικές γραμμές σύγκλισης που θα ονομάζονταν αργότερα «ψυχρά μέτωπα» και «θερμά μέτωπα».
Όσο γίνονταν αυτά, ο υιός ανακάλυπτε ότι τα μέτωπα συγκρούονται με συγκεκριμένα μοτίβα, την ίδια ώρα που ένας άλλος μαθητής της σχολής, κάποιος Tor Bergeron, πρότεινε να υιοθετηθούν προκαθορισμένα σύμβολα για τα διαφορετικά είδη των μετώπων. Παρά το γεγονός ότι θα έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες για να καταλήξει η μετεωρολογική κοινότητα σε κοινά σύμβολα…

Μέχρι το τέλος του πολέμου, η σχολή του Vilhelm είχε αναπτύξει ρεαλιστικότατα μοντέλα που έθεταν τα πρότυπα για τις κινήσεις και τις συμπεριφορές των καταιγίδων. Ο επιστήμονας του Bergen School μπορούσε τώρα να διακρίνει πότε και πώς θα δημιουργηθεί μια καταιγίδα, προς τα πού θα κινηθεί και, κυρίως, αν θα κοπάσει ή θα ενταθεί το φαινόμενο.
Vilhelm και Jack δεν έκαναν όμως μόνο αυτά. Φτιάχνοντας ένα τέτοιο αυστηρό σώμα κανόνων, που ονομάστηκε τελικά «νορβηγικό πρότυπο κυκλώνων», οι δυο ερευνητές έψαχναν να απαλλάξουν τη μετεωρολογία από την υποκειμενικότητα, κάνοντάς τη επιτέλους επιστήμη.
Μόνο που στις αρχές της δεκαετίας του 1920, πατέρας και γιος τράβηξαν δρόμους χωριστούς, αν και επιστημονικά μιλώντας ο στόχος τους παρέμενε κοινός. Ο Jack Bjerknes έγινε επικεφαλής του Γραφείου Καιρικών Προγνώσεων της Νορβηγίας (1920-1931), ενώ το 1926 ο Vilhelm ανέλαβε ακαδημαϊκή θέση στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, όπου και παρέμεινε μέχρι την απόσυρσή του από την ενεργό δράση το 1932. Ερευνητικά ενεργός θα έμενε βέβαια μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής του, εκεί στα 1951.
Όσο για τον γιο, όταν εγκατέλειψε το Γραφείο Καιρικών Προγνώσεων, βάδισε στα χνάρια του πατέρα του, διδάσκοντας μετεωρολογία στη σχολή που είχε στήσει ο πιονέρος του καιρού. Έχοντας στρώσει τα θεμέλια μιας επιστήμης που περίμενε να αναδυθεί σε πείσμα των προβλέψεων, η δεκαετία του 1920 έμελλε να γίνει ορόσημο για την πρόοδο της μετεωρολογικής γνώσης.
Η ανάπτυξη της ραδιοφωνίας επέτρεψε την ταχύτερη και πιο λεπτομερή μετάδοση των καιρικών δεδομένων. Μέχρι το 1922, για παράδειγμα, οι 98 μετεωρολογικοί σταθμοί των 35 αμερικανικών πολιτειών μετέδιδαν προφορικά δελτία καιρού και συμβουλές σε αγρότες και ψαράδες. Εκείνη τη χρονιά έγινε ωστόσο και κάτι ακόμα, εξίσου σπουδαίο για την πρόβλεψη του καιρού: Γαλλία και ΗΠΑ συνεργάστηκαν ανταλλάσσοντας τις ημερήσιες μετεωρολογικές παρατηρήσεις τους. Το γαλλικό δελτίο καιρού μεταδιδόταν από την κορυφή του Πύργου του Άιφελ σε πλήθος ευρωπαϊκών υπηρεσιών.

Μέχρι το 1924, καιρικοί χάρτες σχεδιάζονταν καθημερινά για τον Βόρειο Πόλο και το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου ημισφαιρίου. Και πάνω που όλα πήγαιναν καλά για τη μετεωρολογία, θα ήταν και πάλι ο πόλεμος, ο Β’ Παγκόσμιος αυτή τη φορά, που θα έμπαινε σφήνα στα δελτία καιρού και την ίδια τη ζωή και τη δουλειά του νεότερου Bjerknes!
Τον Ιούλιο του 1939, ο Jack, η σύζυγος και τα δυο του παιδιά πήγαν στις ΗΠΑ για μια σειρά διαλέξεων του κυρίου καθηγητή που θα κρατούσε ένα οχτάμηνο. Μόνο που τον Απρίλιο του 1940 η ναζιστική Γερμανία θα εισέβαλε στη Νορβηγία, κάτι που ανέκοψε αμέσως τα καιρικά δελτία και τη μετάδοσή τους. Η επίσκεψη των Bjerknes στην Αμερική έμελλε να γίνει μόνιμη, κάτι που έκανε τους Συμμάχους να τρίβουν τα χέρια τους από την απροσδόκητη εξέλιξη να έχουν μαζί τους τον πρωτεργάτη της μετεωρολογίας, τον εκπατρισμένο πια και σύντομα αμερικανό πολίτη Jack.
Τα συμμαχικά στρατεύματα χρειάζονταν εξάλλου ακριβείς εκτιμήσεις για τον καιρό και η αμερικανική αεροπορία δεν έχασε τον καιρό της, ζητώντας του να ηγηθεί μιας νέας σχολής που στήθηκε επιτόπου για την εκπαίδευση κάποιων αξιωματικών στη μετεωρολογία. Ο Τζακ επέλεξε ως έδρα της νέας του σχολής μια πανεπιστημιακή δομή του Λος Άντζελες, τμήμα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια. Η νέα σχολή θα γινόταν τελικά το πανεπιστημιακό Τμήμα Μετεωρολογίας και σύντομα θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης στην πρόγνωση του καιρού παγκοσμίως (ατμοσφαιρικές επιστήμες, στον καιρό τους), μια θέση που δεν έχει απωλέσει ως τα σήμερα.
Εντωμεταξύ, το μοντέλο που είχε αναπτύξει ο Jack στην παλιά του σχολή, το Bergen School, υιοθετούνταν τώρα μαζικά από τις επιστημονικές κοινότητες του πλανήτη, καθώς ο πόλεμος παραμέριζε τις ιδεολογικές και μεθοδολογικές αντιρρήσεις. Τον πρώτο λόγο είχαν πια οι ΗΠΑ, οι οποίες έστησαν το 1942 μια στρατιωτική υπηρεσία συλλογής και ανάλυσης καιρικών δεδομένων, η οποία συνεργάστηκε κάποια στιγμή με το εκτεταμένο δίκτυο μετεωρολογικών σταθμών του αμερικανικού Ναυτικού, αλλάζοντας για τα καλά τη μοίρα της μετεωρολογίας.

Την ίδια χρονιά, βασισμένοι πάντα στο νορβηγικό μοντέλο του, οι Αμερικανοί του Bjerkness άρχισαν να αναλύουν επισήμως τον καιρό στην επιφάνεια της Γης, φτιάχνοντας τους πρώτους καιρικούς χάρτες επιφάνειας, μια διάσταση που υπάρχει μέχρι σήμερα (σε αντίθεση δηλαδή με τους χάρτες καιρού ανώτερης ατμόσφαιρας).
Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία, καθώς η μετεωρολογία θα έκανε άλματα στις επόμενες δεκαετίες. Όσο για τον Jack, έριχνε τώρα το βάρος σε μεγαλύτερα ερωτήματα για την ατμόσφαιρα. Και εξίσου σημαντικά. Ήταν, ας πούμε, ο πρώτος που αναγνώρισε ότι το El Niño, ένα τοπικό όπως θεωρούνταν φαινόμενο του Περού, είχε στην ουσία σημαντικές και παγκόσμιες επιπτώσεις!
Όταν πέθανε το 1975, έφυγε από τον κόσμο ως ο άνθρωπος που κατάφερε να φτιάξει τάξη και σύστημα σε μια χαοτική και απρόβλεπτη μέχρι τότε ατμόσφαιρα. Και παρά τις τεράστιες επαναστάσεις της μετεωρολογίας και τις σημερινές δορυφορικές τεχνολογίες που μόνο να ονειρευόταν θα μπορούσε ο μεγάλος πρωτεργάτης, κάθε φορά που παρακολουθούμε ένα δελτίο πρόγνωσης καιρού, είναι τα δικά του χνάρια πάνω στα οποία βαδίζουν οι σύγχρονοι μετεωρολόγοι…
Πηγή: newsbeast.gr

Ανακοινώθηκε η έκδοση πενταετούς ομολόγου από το ελληνικό δημόσιο
Η πολυθρύλητη έξοδος στις αγορές είναι πλέον γεγονός! Ο νέος κύκλος δανεισμού της χώρας, με επαχθή επιτόκια και νέες δεσμεύσεις στους παράγοντες της «αγοράς», για την πιστή εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, εμφανίζεται από την κυβέρνηση, περίπου ως η αρχή του τέλους των μνημονίων….
Το υπουργείο Οικονομικών έδωσε εντολή στις 6 διεθνείς τράπεζες (BNP Paribas, Bank of America-Merrill Lynch, Citigroup, Deutsche Bank, Goldman Sachs και HSBC) να ξεκινήσουν τη διαδικασία έκδοσης 5ετούς ομολόγου ύψους έως 4 δισ. ευρώ.
Στην επίσημη ανακοίνωση για την έκδοση του ομολόγου αναφέρεται ότι το Ελληνικό δημόσιο απευθύνει πρόσκληση σε επενδυτές για αγορά τίτλων ενώ παράλληλα, απευθύνει πρόσκληση στους κατόχους των ομολόγων που ωριμάζουν το 2019, για ανταλλαγή των τίτλων, με νέους λήξης το 2022. Η τιμή εξαγοράς των προηγούμενων τίτλων, έχει οριστεί στο 102,6% της ονομαστικής αξίας του κάθε ομολόγου.
Σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού αναφέρεται ότι «η επιλογή αυτή αποτελεί ένα σημαντικό βήμα της στρατηγικής της Ελλάδας για να ανακτήσει βιώσιμη και σταθερή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές».
Οι πανηγυρικοί τόνοι των κυβερνητικών ανακοινώσεων και η δεδομένη συναίνεση της μνημονιακής αντιπολίτευσης στο εγχείρημα, κρύβουν τις οδυνηρές συνέπειες μιας κίνησης που συντηρεί το φαύλο κύκλο του δανεισμού της χώρας με επαχθείς όρους και επιτόκια, που θα πληρώσουν (όπως πάντα) οι εργαζόμενοι.
Ο πολιτικός στόχος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ είναι να πετύχει, σ΄ αυτή τη νέα έξοδο, επιτόκιο μικρότερο του 4,95%, το οποίο είχε «πετύχει» η κυβέρνηση Σαμαρά με το ομόλογο που εξέδωσε το Μάρτιο του 2014.
Έτσι, η κυβέρνηση είναι έτοιμη να πανηγυρίσει για ένα επιτόκιο μεγαλύτερο του 4%, την ώρα που τα επιτόκια στις διεθνείς αγορές έχουν καταρρεύσει λόγω της υπερπροσφοράς κεφαλαίων. Όταν η Γερμανία δανείζεται με αρνητικό επιτόκιο και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδίδουν ομόλογα μηδενικού επιτοκίου, η ελληνική κυβέρνηση ετοιμάζεται να θριαμβολογήσει για ένα ληστρικό επιτόκιο, τέσσερεις και πεντε φορές μεγαλύτερο από το μέσο επιτόκιο για τα κράτη- μέλη της Ε.Ε.
Όμως δεν είναι μόνον η πτυχή της αμφισβητούμενης οικονομικής απόδοσης του κυβερνητικού εγχειρήματος. Είναι ένας νέος φαύλος κύκλος που αρχίζει με τις αξιολογήσεις των περιβόητων οίκων αξιολόγησης (Μοody’s, Standard and Poor’s και Fitch), από τις οποίες εξαρτάται εν πολλοίς η έκβαση του δανεισμού. Οι απαιτήσεις των συγκεκριμένων οίκων για μια καλή βαθμολογία είναι τόσο σκληρές (αν όχι σκληρότερες) όσο αυτές των δανειστών της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.
Όσον αφορά το διαδικαστικό μέρος της έκδοσης του ομολόγου σημειώνουμε:
- Το βιβλίο προσφορών για την έκδοση του 5ετούς ομολόγου άνοιξε σήμερα.
- Η έκδοση απευθύνεται σε κατόχους του ομολόγου λήξεως το 2019, καθώς και σε νέους επενδυτές.
- Οι τίτλοι θα εκδοθούν αύριο, Τρίτη, και η εκκαθάριση τοποθετείται στην 1η Αυγούστου.
- Όλες οι απαιτούμενες διεργασίες θα διεκπεραιωθούν από τις τράπεζες BNP Paribas, Goldman Sachs,Citigroup, Deutsche Bank και HSBC.
*Ο τίτλος της ανάρτησης είναι παράφραση μιας ατάκας από το σπουδαίο έργο του Άντον Τσέχοφ «Οι τρεις αδελφές», «Στη Μόσχα αδελφές μου, στη Μόσχα!», που εκφράζει το ανεκπλήρωτο όνειρων των τριών ηρωϊδων, για μια επιστροφή στα παλιά μεγαλεία, για κάτι που δεν πρόκειται να γίνει, αφού πλέον δεν υπάρχει.
Πηγή: imerodromos.gr
Μόνον η μείωση της ανεργίας θα σώσει τις συντάξεις
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ενεργές πολιτικές για μείωση της ανεργίας αντί για συνεχή μείωση των συντάξεων ως μέσο για την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος της χώρας προτείνει ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββας Ρομπόλης. Η μείωση της ανεργίας κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2027 θα οδηγούσε σε αύξηση των εσόδων του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης κατά 800 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο τον χρόνο, καθιστώντας εφικτή την αποτροπή των νέων μειώσεων των συντάξεων μέσω της περικοπής στις προσωπικές διαφορές το 2019.
Σύμφωνα με μελέτη των καθηγητών Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση (υποψήφιου διδάκτορα του Παντείου Πανεπιστημίου), εφόσον η ανεργία περιοριζόταν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες – από το 23,5% που είναι σήμερα μέχρι το 2027 – θα δημιουργούνταν 500.000 θέσεις πλήρους και σταθερής απασχόλησης, και ως εκ τούτου τα έσοδα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 800 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο τον χρόνο.
«Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται μόνιμα και ισοπεδωτικά μέτρα περικοπών στις συντάξεις για συγκυριακούς λόγους και να μην συνυπολογίζονται οι απώλειες εσόδων που προκάλεσε η παρέμβαση» σημειώνει ο Σ. Ρομπόλης.
Σχέδιο εκκίνησης
Ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου επισημαίνει πως αν εφαρμοζόταν μια στοχευμένη πολιτική το 2018 γενναίας χρηματοδότησης της απασχόλησης με ένα δισ. ευρώ κυρίως σε επιδοτούμενες θέσεις εργασίας, πέραν της πρόσθετης απασχόλησης που θα δημιουργούσε η διαδικασία ανάπτυξης της οικονομίας, θα δημιουργούνταν 200.000 επιπλέον θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα τα έσοδα του ΕΦΚΑ να αυξηθούν κατά 500 εκατ. ευρώ.
Έτσι θα καλυπτόταν ήδη από τον πρώτο χρόνο το μισό προϋπολογισθέν έλλειμμα του Ασφαλιστικού για το 2017, πέραν των πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων στην οικονομία από τις νέες επιπλέον θέσεις εργασίας. Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη αυτής της προοπτικής -επισημαίνει ο Σ. Ρομπόλης- αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ενός αναπτυξιακού σχεδίου εκκίνησης της οικονομίας και στήριξης του στόχου της μείωσης της ανεργίας (για 15% περίπου το 2027).
Οι νέες περικοπές στις κύριες συντάξεις μέσω του επανακαθορισμού αυτών, με βάση τα νέα-μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης γίνεται με στόχο τη μείωση της κρατικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση του Ασφαλιστικού.
Λάθη του ΔΝΤ
Στη μελέτη σημειώνεται ότι το ΔΝΤ θεωρεί λανθασμένα ως έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης τη διαφορά εσόδων που προκύπτουν μόνο από τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, χωρίς την τριμερή χρηματοδότηση και την κρατική επιχορήγηση, καθώς και των δαπανών.
Αντίθετα, τονίζουν οι ειδικοί, το έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της ΕΕ είναι η διαφορά εσόδων -που προκύπτει από τις εισφορές εργαζομένων, εργοδοτών αλλά και τη συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης- και των δαπανών.
Το έλλειμμα αυτό που καλύπτει η κρατική επιχορήγηση στην Ελλάδα το 2016 ήταν 5% του ΑΕΠ – 8,7 δισ. ευρώ (ΑΕΠ 173,4 δισ. ευρώ το 2016) και όχι 11% του ΑΕΠ (19 δισ. ευρώ), όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ.
Η ευελιξία της απασχόλησης αποκρύπτει
την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες
Οι δύο καθηγητές σε άλλη μελέτη περιγράφουν την εικόνα της αγοράς εργασίας η οποία δείχνει τα εξής (εδώ για τη σχετική ανάρτηση).
– Η μερική απασχόληση αποτελεί, κατά το 2016, το 50,3% των νέων προσλήψεων.
– Η ανασφάλιστη εργασία αφορά έναν στους 5 εργαζομένους (500.000 άτομα).
– 300.000 εργαζόμενοι, ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται ως μισθωτοί, στην πράξη απασχολούνται ως αυτοαπασχολούμενοι.
– 200.000 άτομα, ενώ εργάζονται 8 ώρες, καταχωρίζονται ως μερικά απασχολούμενοι.
– 38% των εργαζομένων έχουν αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό.
Πηγή: ergasianet.gr

Ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Η εξάρτηση ή η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν καθορίζεται βασικά από τη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία αλλά από τη σχέση της με τη διεξαγωγή της ταξικής πάλης και με τη συμπυκνωμένη επιβολή των κυρίαρχων επιλογών.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΛΑΝΤΗΣ
Η αντιπαράθεση κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και δικαστών το τελευταίο διάστημα για μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης (απόφαση Αρείου Πάγου για τα δεδουλευμένα, υπόθεση μη αναστολής εκτέλεσης ποινής για την Ηριάνα Β., υπόθεση πρόσληψης της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού, υποθέσεις φορολογικής ασυλίας επιχειρηματιών κ.α.) αναδεικνύει για άλλη μια φορά το πολυσυζητημένο σε όλη τη μεταπολίτευση ζήτημα της «ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης». Η μεν αντιπολίτευση καταγγέλλει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι επιδιώκει να καθυποτάξει τον μηχανισμό της Δικαιοσύνης και να παραβιάσει τη συνταγματικά προβλεπόμενη ανεξαρτησία της, η δε κυβέρνηση επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες είτε δεν συμφωνεί είτε επιδιώκει –αυτό βασικά συμβαίνει– να αποσείσει από πάνω της την πολιτική ευθύνη. Ταυτόχρονα, ως Πόντιος Πιλάτος, φαίνεται να λέει «εγώ έχω διαφορετική άποψη αλλά μην μου ζητάτε να παρέμβω».
Η αλήθεια είναι ότι για μια και μόνο φορά η μνημονιακή και νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει κάποιο δίκιο. Δεν μπορείς από τη μια πλευρά να κατηγορείς την κυβέρνηση ότι «υποτάσσει» τη Δικαιοσύνη σε αρνητική κατεύθυνση και, από την άλλη εσύ, να της ζητάς να την «υποτάξει» σε θετική κατεύθυνση. Η υπαρκτή Αριστερά συχνά πέφτει και αυτή σε αυτό το λογικό λάθος. Είναι σαν να λες: έ, αφού την κάνεις ούτως ή άλλως ό,τι θέλεις, κάνε τουλάχιστον το σωστό ή δώσε της τη σωστή εντολή (βλ. την αντίληψη ορισμένων συντρόφων στα 2013-2015 ότι η κυβέρνηση και η Δικαιοσύνη μπορούσαν και έπρεπε να καταστείλουν από κοινού τη ναζιστική Χρυσή Αυγή). Όμως, η κυβέρνηση δεν «παρεμβαίνει» συνήθως στη Δικαιοσύνη για να «κάνει το σωστό».
Προφανώς, το πρόβλημα της φύσης της Δικαιοσύνης δεν είναι, κυρίως, λογικό αλλά πολιτικό. Για όποιον μοιράζεται με τον μαρξισμό τις βασικές του έστω έννοιες, είναι αυτονόητο ότι ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Πάντοτε, ως γενική συνισταμένη εκφράζει τα συμφέροντα του συλλογικού κεφαλαίου και του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Αυτό εκφράζεται ιδίως στην κορυφή του δικαστικού μηχανισμού, υπό την έννοια ότι τα Ανώτατα Δικαστήρια και οι ηγεσίες τους (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) συμμερίζονται και κατά κανόνα –όχι όμως πάντοτε– επικυρώνουν την κεντρική στρατηγική γραμμή του πλέγματος εκτελεστική-νομοθετική εξουσία.
Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτά τα ανώτατα δικαστήρια επικύρωσαν τη συνταγματικότητα του Α’ Μνημονίου (απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ 668/2012), επικύρωσαν τη συνταγματικότητα των χαρατσιών και του ΕΝΦΙΑ, όπως επίσης και το καθεστώς ΤΑΙΠΕΔ και τη συνταγματικότητα της ολοσχερούς ιδιωτικοποίησης του δημοσίου πλούτου από το ελληνικό και το πολυεθνικό κεφάλαιο. Όσο κατεβαίνουμε την ιεραρχία των δικαστηρίων προς τα κατώτατα, εκεί η ταξική πάλη των «κάτω τάξεων» φαίνεται αρκετές φορές να διαπερνά τη δικαστική κρίση και να αμβλύνει την επιβολή της κυρίαρχης βούλησης (ελαφρύνσεις ιδιωτικών δανείων, αποφάσεις που κρίνουν ως αντισυνταγματικές ορισμένες μερικές μνημονιακές επιλογές, απαλλαγές σε ποινικές υποθέσεις με πολιτικό υπόβαθρο, ακυρώσεις παρανόμων απολύσεων κλπ).
Υπάρχουν μορφές ή περιπτώσεις «εξάρτησης» και «καθοδήγησης» από την εκτελεστική εξουσία; Σε κρίσιμες στιγμές και δικαστικές διαμάχες, όπως λ.χ. η κρίση για τη συνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου στα 2010-2012, θεωρώ δεδομένο ότι ασκούνται τέτοιες πιέσεις και υποδείξεις. Όμως, η κύρια πλευρά της ταξικότητας της δικαιοσύνης δεν συμπίπτει πλήρως ούτε και συμπυκνώνεται κυρίως στις «κυβερνητικές υποδείξεις» και στην υποταγή σε αυτές. Ο δικαστικός μηχανισμός –ιδίως δε αυτός των ανωτάτων δικαστηρίων– συγκλίνει και συμπαρατάσσεται πολιτικοϊδεολογικά με το πλέγμα κυβέρνηση-νομοθετική λειτουργία στην επικύρωση ενός ορισμένου ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ του κεφαλαίου. Υπάρχει βασικά «συναντίληψη» και «σύγκλιση» και δευτερευόντως «μονομερής επιβολή». Επίσης, «μονομερής επιβολή» υπάρχει περισσότερο στο εσωτερικό της ιεραρχίας του δικαστικού μηχανισμού και λιγότερο μεταξύ της κυβέρνησης και των δικαστών.
Εάν τα παραπάνω ισχύουν από στρατηγική άποψη, δεν είναι καθόλου αναγκαίο τακτικά οι δικαστές μεταξύ τους ή οι δικαστές σε σχέση με την κυβέρνηση να συμπίπτουν και να ταυτίζονται σε όλες τις στιγμές και σε όλα τα ζητήματα. Μπορεί, ακόμη, ο τρόπος εφαρμογής της κυρίαρχης βούλησης καθώς και η στάθμιση της κυρίαρχης βούλησης με αντίθετα κοινωνικά ή δημοκρατικά ρεύματα να οδηγούν και σε αντιφατικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η εκφραζόμενη διαφωνία της κυβέρνησης με την απόφαση μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής για την Ηριάνα δεν είναι απόλυτο ότι είναι προσχηματική. Βεβαίως, υπάρχει και η διάσταση της μετάθεσης της πολιτικής ευθύνης, πέρα από τον μηχανισμό της εκτελεστικής εξουσίας.
Τέλος, η διακριτή (κατασταλτική βασικά) λειτουργικότητα του δικαστικού μηχανισμού ως προς την κυβέρνηση, το γεγονός ότι δεν είναι «γρανάζι» της, δεν αποκλείει καθόλου τάσεις φεουδοποίησης και κατακερματισμού του μηχανισμού αυτού από τα αστικά κόμματα διακυβέρνησης καθώς και στρατηγικές συμμαχίες με τους επικεφαλής τους (σχέση κ. Θάνου με ΣΥΡΙΖΑ). Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το ότι η παρούσα κυβέρνηση στην περίπτωση της κ. Θάνου έδειξε τελείως «αποενοχοποιημένη».
Τελικά, η «πρώτη φορά Αριστερά» ίσως αυτό ακριβώς να σημαίνει. Την πλήρη δηλαδή απελευθέρωση των μανιασμένων για εξουσία επί δεκαετίες στελεχών της «Αριστεράς» από κάθε «αστική» ενοχή και κάθε «αστικό» συναίσθημα ντροπής. Την οργανωμένη δηλαδή ξεδιαντριοπιά.
Πηγή: prin.gr
Το γερμανικό κράτος κερδίζει 1,34 δισ ευρώ από τα δάνεια στην Ελλάδα

Κέρδη 1,34 δισεκατομμυρίων ευρώ αποκομίζει το γερμανικό κράτος από τα δάνεια στην Ελλάδα, αλλά και τις αγορές ελληνικών ομολόγων.
Η είδηση δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung (SZ) (1) και προκάλεσε μεγάλη συζήτηση, αφού ανατρέπει τον ισχυρισμό της γερμανικής κυβέρνησης ότι τα δάνεια προς την Ελλάδα επιβαρύνουν τους Γερμανούς φορολογούμενους. Ταυτοχρόνως δίνει ισχυρό πλήγμα στα περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».
Η εφημερίδα του Μονάχου αναφέρεται σε ένα έμβασμα ύψους 412 εκατομ. ευρώ, τα οποία προορίζονταν για την Ελλάδα, όπως προέβλεπε ο γερμανικός προϋπολογισμός του 2015 υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πληρωμή προς την Ελληνική Δημοκρατία». Ωστόσο, όπως σημειώνει η SZ, «τα χρήματα δεν έφθασαν ποτέ στην Αθήνα. Και ως προς αυτό δεν προβλέπεται να αλλάξει κάτι. «H γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν σχεδιάζει αυτή την ώρα κανένα τέτοιο έμβασμα», έγραψε ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών Γενς Σπαν απαντώντας στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο των Πρασίνων για θέματα Προϋπολογισμού, Σβεν-Κρίστιαν Κίντλερ».
Όπως διευκρινίζει η SZ, το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου ποσού, «η ύπαρξη του οποίου μόνο σπανίως λαμβάνεται υπόψη στη Γερμανία: Πρόκειται για κέρδη από δάνεια και αγορές ομολόγων προς όφελος της Ελλάδας (σ.σ. για τη χρηματοδότηση της χώρας)». Το κέρδος ανέρχεται συνολικά σε 1,34 δις ευρώ, όπως προκύπτει από στοιχεία που έθεσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών στη διάθεση του κόμματος των Πρασίνων.
Όμως, από τα μνημονιακά δάνεια προς την Ελλάδα δεν βγαίνει κερδισμένη μόνο η Γερμανία, αλλά όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, στο μέτρο της συμμετοχής τους στα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και την αγορά ελληνικών ομολόγων. Για μεγάλες οικονομίες, όπως της Γαλλίας και της Ιταλίας, το ύψος των κερδών ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, ακόμα και η μικρή και φτωχή Μάλτα κερδίζει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο (2).
Σημειώνουμε ότι αυτά τα ποσά είναι μικρό μέρος των συνολικών κερδών που αποκομίζουν οι δανειστές της Ελλάδας από την εφαρμογή των προγραμμάτων – μνημονίων, αφού αφορούν μόνο στο διάστημα 2010- 2016 και δεν συνυπολογίζονται τα κέρδη που προκύπτουν είτε από ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών, είτε από τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, είτε από τη διαφορά των επιτοκίων δανεισμού.
Ειδικότερα για τη Γερμανία, θα πρέπει να συνυπολογίζονται ως κέρδη και τα ποσά που οφείλει στο ελληνικό κράτος για τις πολεμικές αποζημιώσεις και την κλοπή των αποθεματικών της Τράπεζας της Ελλάδος στην περίοδο της κατοχής. Ποσά τα οποία, η γερμανική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να διεκδικήσει.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα περί θυσιών των υπολοίπων εταίρων για τη σωτηρία της Ελλάδας είναι ένας μύθος που συντηρείται είτε για εσωτερική κατανάλωση στις χώρες των δανειστών, είτε για την δικαιολόγηση των σκληρών μνημονιακών μέτρων στην Ελλάδα.
Μάλιστα, αυτός ο μύθος παρουσιάζεται κατά καιρούς με τον πιο προκλητικό και χυδαίο τρόπο, όπως, πριν λίγους μήνες από τον επικεφαλής του Eurogroup, Γερούντ Ντάισελμπλουμ, ο οποίος δήλωσε: «Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, οι χώρες του Βορρά έδειξαν αλληλεγγύη στις χώρες που επηρεάσθηκαν από την κρίση. Ως σοσιαλδημοκράτης, αποδίδω εξαιρετική σημασία στην αλληλεγγύη. (Αλλά) και αυτοί έχουν υποχρεώσεις. Δεν μπορούν να ξοδεύουν όλα τα χρήματα σε ποτά και γυναίκες και μετά να ζητούν βοήθεια»!(3)
Με πιο κομψό τρόπο, αλλά στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανκ Σόιμπλε, δήλωσε ότι οι Έλληνες «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους. Έχουν σε σχέση με το ΑΕΠ τους σημαντικά υψηλότερες κοινωνικές παροχές και συντάξεις από ό,τι για παράδειγμα οι Γερμανοί πολίτες»…(4)
Υπάρχουν, βεβαίως, δεκάδες παρόμοιες δηλώσεις κρατικών, ή κοινοτικών αξιωματούχων, με προφανή σκοπιμότητα, να δικαιολογήσουν τις πολιτικές λιτότητας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν ονόματι της «αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα, φθάνοντας στο σημείο να επιρρίπτουν την ευθύνη στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό.
Τα νεώτερα στοιχεία έρχονται να προστεθούν σε όσα κατά καιρούς έχουν γίνει γνωστά, όπως τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, τον Αύγουστο του 2013 (5), σύμφωνα με τα οποία, τα κρατικά θησαυροφυλάκια στο Βερολίνο από το 2010 ως το 2014, μόνο, γέμισαν και θα γέμιζαν με επιπλέον έσοδα 40,9 δις ευρώ, επειδή η Γερμανία δανειζόταν με χαμηλά επιτόκια. Μάλιστα, η σχετική εγγραφή στον προϋπολογισμό είχε τον τίτλο «διαφορά επιτοκίων» και υπολογιζόταν κατ’ έτος από 8 ως 17 δις ευρώ.
Τα παραπάνω έρχονται να υπογραμμίσουν την υποκρισία και τον κυνισμό εκείνων που μιλούν για «αλληλεγγύη», την ώρα που αποκομίζουν τεράστια κέρδη, βγαλμένα από τη δυστυχία και την εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα και αλλού. Όπως του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξη του στην εφημερίδα «Τα Νέα» είπε: «Σέβομαι την κυριαρχία της Ελλάδας. Η Ελλάδα χρειάζεται την αλληλεγγύη μας και εμείς την παρέχουμε. Έζησα για αυτό αρκετές επικριτικές συζητήσεις με τους πολίτες στη χώρα μου, στο κόμμα μου, στη Βουλή. Πρέπει να δείξουμε αλληλεγγύη για το κοινό μας συμφέρον, διαφορετικά δεν μπορεί να επιτύχει συνολικά η Ευρώπη. Οι ισχυρότεροι πρέπει να βοηθούν τους ασθενέστερους. Αλλά οι ασθενέστεροι πρέπει φυσικά οι ίδιοι να εργάζονται για την εξάλειψη των αιτίων που τους έφεραν τώρα σε αυτή τη θέση» (6).
Θα ήταν όμως λάθος να επιρρίπτουμε στον Σόιμπλε, τον Ντάισελμπλουμ και γενικότερα στους εκπροσώπους των δανειστών τις ευθύνες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνυπέγραψαν, εφάρμοσαν και εφαρμόζουν τα εξοντωτικά προγράμματα των μνημονίων, εξυμνώντας την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» και με δηλώσεις ευγνωμοσύνης για τους δανειστές- ευεργέτες. Αποδεχόμενες και όλες τις αιτιάσεις που προσβάλλουν βάναυσα τους Έλληνες εργαζόμενους.
Πηγή: imerodromos.gr
Πυρ ΔΝΤ: Νωρίτερα μείωση αφορολόγητου, αργότερα αντίμετρα, αντεργατικές ρυθμίσεις, εντατικοί πλειστηριασμοί
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Πιο νωρίς η μείωση του αφορολογήτου, το 2023 τα αντίμετρα, όχι στην επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων, «στοπ» στους συμβασιούχους του Δημοσίου, μεγαλύτερη κάλυψη τραπεζών στους πλειστηριασμούς.
Ένα χρόνο νωρίτερα, δηλαδή το 2019, «βλέπει» το ΔΝΤ την εφαρμογή του νέου μειωμένου αφορολογήτου, που θα αφήσει «ακάλυπτο» το 20% των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων, ενώ όσον αφορά στα περιβόητα αντίμετρα, το Ταμείο δεν βλέπει φως πριν από το 2023, δηλαδή πριν χαλαρώσουν οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Αν και η έκθεση του ΔΝΤ επιχειρήθηκε να περάσει στα «ψιλά», ως «μια από τα ίδια», η προσεκτική ανάγνωση των διαπιστώσεων, των προβλέψεων και των συστάσεων που περιλαμβάνει, προμηνύει ένα «θερμό» Φθινόπωρο, με αμφίβολα τα χρονοδιαγράμματα της τρίτης αξιολόγησης, καθώς αμφισβητούνται βασικές παραδοχές των όσων ψηφίστηκαν μόλις πριν από ενάμιση μήνα.
Κατ’ αρχάς, το Ταμείο σημειώνει ότι «περιμένει την πλήρη εφαρμογή της μείωσης του αφορολογήτου το 2019», τινάζοντας στον αέρα τον προγραμματισμό της κυβέρνησης, που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να μεταθέσει το εν λόγω μέτρο το 2020. Όπως αναλύεται στην έκθεση του ΔΝΤ, το «ψαλίδισμα» της έκπτωσης φόρου κατά 650 ευρώ, δηλαδή του αφορολογήτου κατά περίπου 3.000 ευρώ, συνεπάγεται ότι εφεξής θα καλύπτει το 35% των μισθωτών και των συνταξιούχων, έναντι 55% που καλύπτονται αυτή τη στιγμή. Επιπλέον, το νέο αφορολόγητο θα καλύπτει το 40% του μισθού ενός μέσου εργαζόμενου, αντί 60%, μείωση που σύμφωνα με το Ταμείο δεν είναι αρκετή, καθώς ο μέσος όρος στην Ευρώπη βρίσκεται περίπου στο 22%. Αυτό που τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου είναι ότι αποτελεί αντικείμενο ανησυχίας πως βαίνει αυξανόμενος ο αριθμός των φορολογούμενων με εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο, λόγω της έξαρσης της μερικής και περιστασιακής απασχόλησης, επισήμανση που ανοίγει το «παράθυρο» για νέα μείωση του αφορολογήτου ορίου.
«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στο αφήγημα των αντίμετρων, καθώς αναφέρει ως βασικό του σενάριο ότι οι ψηφισμένες μειώσεις συντελεστών φυσικών- νομικών προσώπων, η μείωση της έκτακτης εισφοράς και το υπόλοιπο «πακέτο» κοινωνικών δαπανών, δεν θα ισχύσουν παρά μόνο το 2023, όταν χαμηλώνει ο πήχης των πρωτογενών πλεονασμάτων. Το ΔΝΤ «καρφώνει», μάλιστα, την Αθήνα ότι συμπεριέλαβε στα αντίμετρα την έστω μικρή μείωση του ΕΝΦΙΑ, παρά την αντίθετη άποψη του Ταμείου.
Υπενθυμίζεται ότι το αν η μείωση του αφορολογήτου θα έρθει το 2019 και το αν θα εφαρμοστούν τα αντίμετρα, θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση που θα λάβει χώρα λίγο πριν από την ολοκλήρωση του Προγράμματος κι αφού συνεκτιμηθούν οι προοπτικές επίτευξης πλεονασμάτων 3,5%.
«Βόμβα» ρίχνει το Ταμείο και στα Εργασιακά, στέλνοντας έτσι σαφές μήνυμα ότι η επόμενη αξιολόγηση, που ούτως ή άλλως συμπεριλαμβάνει τη θεσμοθέτηση αυξημένης πλειοψηφίας (50% + 1) για την προκήρυξη απεργιών στα πρωτοβάθμια σωματεία, θα είναι περιπετειώδης και σε αυτό το πεδίο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η αντιστροφή των όσων ισχύουν από το 2011 στο πεδίο των συλλογικών συμβάσεων (κατάργηση επεκτασιμότητας κλαδικών συμβάσεων), θα είναι «μεγάλο βήμα προς τα πίσω», καθώς όπως υποστηρίζει, θα περιορίσει την ευελιξία σε επίπεδο επιχειρήσεων, θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα, θα καθυστερήσει την πολυαναμενόμενη αύξηση απασχόλησης- επενδύσεων.
«Συμβουλεύουμε τις Ελληνικές Αρχές να το ξανασκεφτούν» τονίζουν οι αναλυτές του Ταμείου, σημειώνοντας ότι όντως η εσωτερική υποτίμηση απέτυχε και σημειώθηκε εκτεταμένη μείωση των πραγματικών αποδοχών, αλλά αυτό οφείλεται στις ανεπαρκείς μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ υπεραμύνεται της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας των επιχειρησιακών συμβάσεων, δείχνοντας να αγνοεί ότι με την κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, υπήρξε στροφή στις ατομικές συμβάσεις, με αποτέλεσμα η αγορά εργασίας να αποκτήσει χαρακτηριστικά «ζούγκλας».
Από τα πυρά του ΔΝΤ δεν γλίτωσαν ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο, οι οποίες σύμφωνα με το Ταμείο αυξάνονται δραματικά και τείνουν να ακυρώσουν τη μείωση του δημόσιου τομέα από το 2010 και μετά, με βάση τον κανόνα αποχωρήσεων- προσλήψεων. Σύμφωνα, μάλιστα, με το Ταμείο, «οι κανόνες για τις συμβάσεις πρέπει επειγόντως να σφίξουν», επισήμανση που έρχεται στον έντονο απόηχο των κινητοποιήσεων στην καθαριότητα και των σχεδιασμών της κυβέρνησης στους ΟΤΑ.
Η χαριστική βολή έπεσε στο «ευαίσθητο» πεδίο των πλειστηριασμών, όπου κατά το Ταμείο θα πρέπει να ενισχυθεί η κάλυψη των πιστωτών, δηλαδή των τραπεζών, έναντι του επίσης μνημονιακού κανόνα που ισχύει σήμερα και εγγυάται το 65% των απαιτήσεων. «Είναι μοναδικός κανόνας στην Ευρώπη», τονίζει το ΔΝΤ και ανάβει φωτιές, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναθεωρήσει τη σειρά (των καλύψεων), με στόχο ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας στα νέα δάνεια, με βάση τις βέλτιστες πρακτικές. Ποιες είναι αυτές; Οι απαιτήσεις των τραπεζών καλύπτονται πλήρως στην Αυστρία, στη Βουλγαρία, στη Γερμανία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Σουηδία, ενώ προβλέπεται μια κάποια ελάχιστη προστασία για τις αποδοχές των εργαζομένων μόνο στη Γαλλία, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία.
Ως παγίδα μπορεί να εξελιχθεί και η διαφορά εκτιμήσεων μεταξύ ΔΝΤ- Ευρωπαίων για το πλεόνασμα του 2018. Το Ταμείο επιμένει ότι δεν θα είναι υψηλότερο του 2,2%, αντί 3,5%, αφήνοντας έτσι μια «τρύπα» περίπου 2,5 δισ ευρώ. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, υπάρχει συμφωνία με τους Ευρωπαίους ότι αν τελικά επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις του, τότε και οι Ευρωπαίοι θα αναθεωρήσουν το στόχο του 3,5%, δηλαδή δεν θα χρειαστεί να ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Ποια είναι, όμως, η προϋπόθεση; Οι Ελληνικές Αρχές να έχουν εφαρμόσει πλήρως όλα τα συμφωνηθέντα.
Πηγή: iskra.gr
Τα προτεινόμενα μέτωπα και ο αγώνας για τα λαϊκά συμφέροντα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Του Γεράσιμου Αραβανή.
Καιρό τώρα στο χώρο της αριστεράς πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες για συνεργασίες, η αρθρογραφία και οι εκδόσεις για την ανάγκη δημιουργίας μετώπων, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια μετωπολογία.
Προφανώς το φαινόμενο αυτό το τροφοδοτούν οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, η μεγάλη αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος και η κατάσταση στο χώρο της αριστεράς κυρίως της κομουνιστικής. Οι μεγαλύτεροι κομματικοί σχηματισμοί της είτε δεν θέλουν καμία συνεργασία ή έστω κοινή δράση, είτε την βλέπουν με βάση την πολιτική τους πρόταση. Οι πολιτικές συνεργασίες και τα μετωπικά σχήματα βέβαια δεν είναι πρόβλημα των περιόδων που στο κίνημα εμφανίζονται δυσκολίες, αλλά και των περιόδων ανάπτυξής του, πάντα θα είναι, αλλά για σήμερα η καθίζηση του κινήματος, ή «παρέλαση» της πολιτικής του κεφαλαίου χωρίς ουσιαστική αντίσταση, ο κατακερματισμός των δυνάμεων της μαχόμενης και της κομμουνιστικής αριστεράς και η αγωνία των αγωνιστών για τα οξύτατα προβλήματα του λαού και την προοπτική της υπόθεσης του σοσιαλισμού οδηγεί σε πρωτοβουλίες και εναγώνιες προσπάθειες να συγκεντρωθούν κάποιες δυνάμεις, κάτι να αρχίσει να γίνεται.
Κατά μία έννοια όλες αυτές οι επεξεργασίες, οι πρωτοβουλίες και οι συμφωνίες για κοινή δράση κάτι θετικό περιέχουν και κατά τούτο είναι χρήσιμες. Κάποιες πλευρές ορισμένα πλαίσια δράσης τις επεξεργάζονται πιο ολοκληρωμένα π.χ. τα οικονομικά προβλήματα που θα δημιουργηθούν κατά την εφαρμογή φιλολαϊκής ριζοσπαστικής πολιτικής εξόδου από την κρίση, τα αναγκαία βήματα και τις προϋποθέσεις τους, κάπου αλλού προτείνονται αποσαφηνίσεις όρων και ιδεών κλπ. Επειδή όμως ότι σπείρουμε σήμερα θα το θερίσουμε στο μέλλον και τις λάθος απόψεις, τις ουτοπικές και μεσοβέζικες θέσεις θα τις βρούμε μπροστά μας ιδιαίτερα αν αποκτήσουν κάποια επιρροή, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και ευθύνη.
Τα πολιτικά προγράμματα και ιδιαίτερα των κομμάτων της αριστεράς και δη της Κομμουνιστικής που αναφέρονται στην απελευθέρωση των εργαζομένων, δηλαδή στην κομμουνιστική κοινωνία, πρέπει να είναι ολοκληρωμένα.
Να αναφέρονται στις επιδιώξεις του συγκεκριμένου φορέα, ποιος είναι ο τελικός σκοπός του και να τον περιγράφουν.
Θα είναι αγώνας για την βελτίωση της ζωής των εργαζομένων απλώς ή η ανατροπή της αστικής τάξης και η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Συγκροτείται εξαρχής το μέτωπο, γίνεται πάνω στην επιδίωξη του τελικού σκοπού ή είναι εξελισσόμενο και αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν, το βάθος της συνειδητότητας των εργαζομένων, την ισχύ του κινήματος και τον συσχετισμό δύναμης και στην πορεία της δράσης εξελίσσεται βαθαίνει και ριζοσπαστικοποιείται ο χαρακτήρας του όσον αφορά τους στόχους, ενδεχομένως στενεύει το πολιτικό εύρος της σύνθεσής του, αν και αυτό δεν είναι αναγκαίο να συμβεί.
Αναφέρεται, επίσης, στα μέσα και στις μορφές που χρησιμοποιεί, σε γενικές γραμμές στην τακτική που θα ακολουθήσει. Στις κοινωνικές δυνάμεις που αντικειμενικά εκφράζει και επιδιώκει να αποσπάσει την υποστήριξή τους, αποσπώντας τες από την αστική επιρροή. Αναφέρεται στην εξουσία που δημιουργεί μετά την επικράτησή του. Αν όλα αυτά δεν λύνονται πολύ συγκεκριμένα, παρακάμπτονται ή αποσιωπούνται, πολύ φοβόμαστε ότι μπορεί να αποτελέσει το εισιτήριο για τον εκφυλισμό του.
Βέβαια δεν είναι πάντα αναγκαίο και δυνατό κάθε μέτωπο να έχει ολοκληρωμένο πρόγραμμα και ρητά διατυπωμένο τελικό σκοπό, συνήθως για το λόγο ότι δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις και επιδιώκεται μέσα από τις συνεργασίες και την κοινή δράση να δημιουργηθούν. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος γίνεται για μια μετωπική συμφωνία τακτικού χαρακτήρα, ενδεχομένως μεγάλης σημασίας, που δεν υπερβαίνει όμως ένα στενό ορίζοντα. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει ο χαρακτήρας του να αποσαφηνιστεί και να δηλωθεί ανοικτά. Ότι δηλαδή η συμφωνία έχει στόχο την δράση από κοινού πάνω σε σοβαρά ζητήματα, αλλά πιο περιορισμένου χαρακτήρα χωρίς μεγάλα λόγια και αναφορές στο σοσιαλισμό.
Μπορεί να είναι συμφωνία πολιτικών φορέων ή συνδικαλιστών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων για ζητήματα τοπικού ή γενικότερου ενδιαφέροντος, ακόμη και εκλογική συνεργασία. Κλασσικό παράδειγμα είναι η πρόταση της Κομιντέρν προς τις σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού διεθνείς για ενιαίο μέτωπο και δράση πάνω στα εξής πέντε ζητήματα: Υπεράσπιση των εργαζομένων από την επίθεση του κεφαλαίου, πάλη ενάντια στην αντίδραση και την προετοιμασία νέων ιμπεριαλιστών πολέμων, βοήθεια στη σοβιετική Ρωσία, εναντίον της συνθήκης των Βερσαλλιών και για την ανόρθωση των κατεστραμμένων περιοχών. Ούτε η στρατηγική ούτε ο σοσιαλισμός τέθηκε ως προϋπόθεση για την συγκρότηση του μετώπου.
Πιστεύουμε ότι ο ανοιχτός συντροφικός και ειλικρινής διάλογος είναι απόλυτα αναγκαίος, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες γι αυτό και θα προχωρήσουμε σε ορισμένες παρατηρήσεις πάνω στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο των Θ. Μαργιόλη, Δ. Καλτσώνη, και Κ. Παπουλή με τίτλο «Μετωπικό πρόγραμμα δι-εξόδου από την κρίση». Το βιβλίο περιέχει πολλές ενδιαφέρουσες επεξεργασίες πάνω σε οικονομικά κυρίως προβλήματα, αναπτύσσοντας μια οικονομική πρόταση που την ονομάζει «Νέα οικονομική πολιτική».
Στα καθαρά πολιτικά, όμως ζητήματα αυτά που συγκροτούν και τον χαρακτήρα του προγράμματος έχουμε σημαντικές επισημάνσεις και διαφωνίες. Πρώτο: Για ποιο λόγο και με ποιό στόχο επιδιώκουν οι δυνάμεις του «λαϊκού μετώπου» να πάρουν την κυβέρνηση, να την αξιοποιήσουν πως και για πιο σκοπό; Είναι καίριο ζήτημα θεωρούμε στο οποίο δεν χωρούν εκπτώσεις. Την ιδέα να υποστηρίξουν ή και να συμμετάσχουν υπό προϋποθέσεις οι κομμουνιστές σε εργατική κυβέρνηση πριν την επανάσταση την εισήγαμε η ίδια η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν το 1922, σε συνθήκες υποχώρησης του επαναστατικού κύματος, ανάκαμψης της αστικής τάξης και πέρασμα της εργατικής τάξης στην άμυνα εφαρμόζοντας την πολιτική του ενιαίου μετώπου. Η θέση ήταν η εξής: «Η εργατική κυβέρνηση πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι πολύ λίγο ασφαλής και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη…… Μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, αν στηριχθεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αγώνα και δημιουργημένα από τα πιο πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων μαζών. Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το εργατικό λαϊκό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως και σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει επαναστατικούς αγώνες .…».
Επίσης το 4ο συνέδριο της Κομιντέρν σχολιάζοντας εσφαλμένες θέσεις του Κ.Κ. Γερμανίας έγραφε ότι αυτές οδηγούν στην διάδοση δεξιών οπορτουνιστικών αυταπατών για την δυνατότητα μακράς ύπαρξης της εργατικής κυβέρνησης, στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, την στιγμή που η Κομιντέρν θεωρούσε την κυβέρνηση αυτή ως μέσο πάλης ενάντια στην αστική τάξη για την οριστική ανατροπή της.
Από αυτή και άλλες τοποθετήσεις της Κομιντέρν συνάγεται ότι η ανάδειξη εργατικής κυβέρνησης είναι μια πιθανότητα όχι η μεγαλύτερη στα πρόθυρα της επαναστατικής κατάστασης ή τουλάχιστον σε μεγάλη αδυναμία της αστικής τάξης και ισορροπίας δυνάμεων, όταν στο λαό η ιδέα μιας άλλης διακυβέρνησης πέρα από την αστική έχει κατακτήσει σημαντικό έδαφος, γίνεται λαϊκή απαίτηση και πάλι με πολύ μεγάλη προσοχή και αίσθηση των κινδύνων. Ο λόγος της υποστήριξής της είναι να αξιοποιήσει η εργατική τάξη την κυβερνητική εξουσία για να ανοίξει ο δρόμος προς την επανάσταση. Η διάρκεια της θα είναι περιορισμένου χρόνου ως συνέπεια της οξύτατης επίθεσης της αστικής τάξης και του δυσμενούς για την εργατική τάξη συσχετισμού δύναμης, ειδάλλως στο βάλτωμα της διαδικασίας αυτής και η ανατροπή της κυβέρνησης κάτω από το βάρος των προβλημάτων και των αδιεξόδων που θα δημιουργούσαν ήταν πολύ πιθανή.
Η ιστορική εμπειρία το επιβεβαίωσε. Η περίπτωση της Χιλής 1970-73, της Πορτογαλίας κατά την επανάσταση των «γαρυφάλλων», οι σύγχρονες περιπτώσεις της Βενεζουέλας και άλλες. Επιτυχία είχε η διαδικασία αυτή στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο 1945-48 σε εξαιρετικά ευνοϊκές όμως συνθήκες, με ένα Κομμουνιστικό κόμμα πανίσχυρο και εκλογικά, την εργατική τάξη οργανωμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό κάτω από την επιρροή των Κομμουνιστών και τη δυνατότητα επέμβασης του ιμπεριαλισμού μηδαμινή.
Το πρόγραμμα στο οποίο αναφερόμαστε και περιέχεται στο συγκεκριμένο βιβλίο προτείνει να υποστηριχθεί η ανάδειξη Λαϊκής Δημοκρατικής κυβέρνησης ως μοναδικό δρόμο για την έξοδο από την κρίση υπέρ του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό, κάτι σαν νομοτελειακή εξέλιξη. Η κυβέρνηση αυτή θα διαρκέσει χρόνια, τουλάχιστον εφτά χρόνια θα διαρκέσουν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, χρόνος υπερβολικά αισιόδοξος, οικονομικό πρόγραμμα που θα εξελιχθεί σε τρεις φάσεις, κοντοπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο, μέσω των διαδικασιών αυτών θα δημιουργηθούν βαθιές αλλαγές στο εποικοδόμημα και όλα αυτά θα αποτυπωθούν σε νέο «λαϊκό δημοκρατικό» σύνταγμα.
Τις διαδικασίες αυτές ουσιαστικά το πρόγραμμα τις περιγράφει να εξελίσσονται σε συνθήκες απουσίας ταξικής πάλης, κάτι σαν να είναι η κυβέρνηση μόνη της, να μην υπάρχει πανίσχυρη ακόμη αστική τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής και ουσιαστικά την εξουσία και οι λαϊκές δυνάμεις μόνο την κυβέρνηση. Πρέπει να είναι σε όλους σαφές ότι αν απειλείται πράγματι η αστική κυριαρχία θα ακολουθήσει λυσσαλέα αντίδραση της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών με στόχο την παρεμπόδιση της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος και μεταστροφής των λαϊκών διαθέσεων. Εξ αυτού συνάγεται ότι η νίκη και ο σχηματισμός λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης πρέπει να αξιοποιηθεί για την ωρίμανση των προϋποθέσεων της επαναστατικής ανατροπής και εκεί να κριθεί το ζήτημα της εξουσίας και όχι για μια λαϊκή δημοκρατική αλλαγή στην κοινωνία μακρόχρονη και ύστερα να επιδιωχθεί η κατάκτηση της εξουσίας και η πορεία στον σοσιαλισμό.
Όλη αυτή η διαδικασία έχει προϋπόθεση την ανάδειξη λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης, κάτι σαν νομοτελειακή εξέλιξη όπως ήδη σημειώσαμε. Τέτοια κυβέρνηση μέσω εκλογικών διαδικασιών είναι κατ’ αρχήν πολύ δύσκολο να προκύψει. Ιστορικά οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ περιορισμένες, δεν καταγράφονται αντίστοιχες στον αναπτυγμένο καπιταλισμό και συνδέονται σχεδόν πάντα με ιδιαίτερες συνθήκες, πράγμα που σημαίνει ότι ουσιαστικά η προοπτική ανάδειξης λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης με μια τέτοια τακτική δεν είναι πιθανή.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι εκλογές και συνολικά οι αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και οι κρατικοί θεσμοί δεν είναι φτιαγμένοι για να αξιοποιηθούν για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, αλλά για την στερέωση της κυριαρχίας του. Ταξική συνείδηση διαμορφώνει η ταξική πάλη μέσα στους αγώνες με την επίδραση του μαρξισμού λενινισμού και της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, αντίθετα οι εκλογές και η δράση κυρίως στο αστικό πολιτικό σύστημα ομογενοποιούν τον εργαζόμενο λαό στο επίπεδο της συνείδησης του πολίτη, αμβλύνοντας την αίσθηση των ταξικών διακρίσεων και των ταξικών συμφερόντων υπέρ μιας αντίληψης που κυριαρχείται από το εθνικό συμφέρον και γενικά την πορεία της χώρας. Η εκλογική νίκη μέσω των συνηθισμένων εκλογικών διαδικασιών οδηγεί στο στρογγύλεμα των θέσεων ώστε να διευρυνθούν οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στο μέτωπο θέτοντας πιο ελαστικά κριτήρια για να εισρεύσουν στην κάλπη του λαϊκού μετώπου περισσότερες ψήφοι. Χάριν της εκλογικής επιτυχίας νοθεύεται ο ριζοσπαστισμός και ο ταξικός προσανατολισμός. Η αξιοποίηση των εκλογών υπέρ του λαού είναι «μια στιγμή» και δεν μπορεί να είναι το κύριο στον προσανατολισμό του.
Ισχυρή ταξική συνείδηση, ισχυρό εργατικό κίνημα ταξικά προσανατολισμένο και προσανατολισμός στις εκλογικές διαδικασίες και στη δράση στους αστικούς θεσμούς είναι σε αντίθεση, δύσκολα μπορούν να συνδυαστούν.
Η επιδίωξη της εκλογικής νίκης του μετώπου και του σχηματισμού κυβέρνησης πρέπει να υπάρχει στο οπλοστάσιό μας, όχι ως αναγκαία διαδικασία, αλλά επικουρικά. Αν προκύψει τέτοια δυνατότητα το κίνημα πρέπει να την αξιοποιήσει.
Η εκλογική νίκη των λαϊκών δυνάμεων μέσα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες είναι μάλλον η εξαίρεση και δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ως η διαδικασία προσέγγισης στην κοινωνική ανατροπή. Επιπλέον το μακροχρόνιο μιας λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης που πρώτα θα μετασχηματίσει την ελληνική κοινωνία με κοινοβουλευτικές διαδικασίες κατά βάση και με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό μοιάζει απίθανο και μπορεί να αποδειχθεί κίνδυνος θάνατος.
Εντύπωση προκαλεί επίσης ο τρόπος που το συγκεκριμένο πρόγραμμα αντιλαμβάνεται το μέτωπο που προτείνει. Στο μέτωπο αυτό πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, εργατική τάξη και μικροαστικά στρώματα, κόμμα της εργατικής τάξης και κόμματα έκφρασης των μικροαστικών στρωμάτων που συμμετέχουν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν βλέπει το κείμενο έναν ιδιαίτερο ρόλο της εργατικής τάξης, της δύναμης που είναι φορέας των νέων, των σοσιαλιστικών κοινωνικών σχέσεων και στο κόμμα της, ρόλο που αντικειμενικά έχουν και πρέπει φυσικά να τον κατακτήσουν στην πράξη.
«Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις των εργαζομένων αποτελούν βάση και διαμέσου του μετωπικού προγράμματος, τις συνιστώσες ανάδειξης της λαϊκής κυβέρνησης», αναφέρει το κείμενο, που σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις έχουν αντίστοιχο πρωτοπόρο ρόλο είναι εξίσου πρωτοπορία. Ιστορικά όμως στα μεγάλα γεγονότα και ακόμη περισσότερο στις επαναστάσεις αυτό δεν υπήρξε ποτέ. Ανάλογα με τον χαρακτήρα κάθε επανάστασης ή βαθιάς κοινωνικής τομής κάποια κοινωνική τάξη είχε τον πρωτοπόρο ρόλο. Τις αστικές επαναστάσεις κατά την περίοδο της ανόδου της, τις καθοδήγησε η αστική τάξη και οι υπόλοιπες τάξεις εργατική, αγρότες και μικροαστοί, αγωνίστηκαν για την εγκαθίδρυση αστικών κοινωνικών σχέσεων, για εξ’ αντικειμένου ξένα προς αυτές συμφέροντα που όμως η επιβολή τους διαμόρφωνε καλύτερες συνθήκες και για τις ίδιες. Στην πορεία όμως ανάπτυξης του καπιταλισμού και όπου παρέμεναν φεουδαρχικά υπολείμματα όταν η εργατική τάξη είχε δυναμώσει αρκετά και είχε αποκτήσει συνείδηση της αποστολής της και μια ικανή πολιτική πρωτοπορία τότε επεδίωξε στην αστική επανάσταση να μην μπει η σφραγίδα της αστικής τάξης αλλά της εργατικής και εκμεταλλευόμενη τις επαναστατικές διαθέσεις του λαού να μετεξελιχτεί η αστική επανάσταση σε σοσιαλιστική. Σε όλες αυτές τις επαναστάσεις ο ρόλος των μικροαστικών δυνάμεων ήταν επικουρικός και όχι πρωτοπόρος.
Η ίδια σύγχυση επικρατεί και σε άλλα σημεία του προγράμματος. «Το παρόν μετωπικό πρόγραμμα στοχεύει κατ’ αρχάς στην ανάταξη και εν συνεχεία στην ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής και τελικά των παραγωγικών δυνάμεων με γνώμονα τα γενικά εθνικά συμφέροντα αλλά δίνοντας, όταν απαιτείται, προτεραιότητα σε κείνα των μισθωτών εργαζομένων». Εδώ πρόκειται για ανάπτυξη επ’ ωφελεία του συνόλου της κοινωνίας και θα προσθέταμε ιδιαίτερα των επιχειρηματιών και δευτερευόντως των εργαζομένων.
Θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει σχέδιο εξόδου από την κρίση υπέρ των εργαζομένων και να οδηγήσει σε βαθιές τομές στο δρόμο του σοσιαλισμού.
Επισημαίνοντας τα παραπάνω επιδιώκουμε να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται και καθόλου δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθούν οι καλές προθέσεις των συγγραφέων. Αυτές για μας είναι δεδομένες. Επειδή όμως η ιστορία δεν γράφεται με βάση τις προθέσεις κανενός αλλά με βάση τις ιδέες και τα προγράμματα που κινούν τους ταξικούς αγώνες θεωρήσαμε αναγκαίο να προβούμε σ’ αυτές τις παρατηρήσεις.
Πηγή: ergatikosagwnas.gr
Η κρίση «βάζει φρένο» στο προσδόκιμο ζωής
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια υπήρξε αύξηση της θνησιμότητας σε κάποιες ηλικίες και αυτό πιθανότατα σχετίζεται με τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν να επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανόδου του προσδόκιμου ζωής, ο οποίος υπό αυτές τις συνθήκες θα παραμείνει χαμηλός».
Με αυτές τις λέξεις, ο Έλληνας επιστήμονας, Βασίλης Κόντης, που έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Cambridge, στο Bath και στο Imperial και εργάζεται ως στατιστικός αναλυτής στη Βρετανία, περιγράφει στην «Καθημερινή» τα σημερινά δεδομένα για το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας.
Ο ίδιος, πριν από λίγους μήνες, πήρε μέρος σε μια πολύ σημαντική έρευνα που δημοσίευσε μία μικρή ομάδα ερευνητών του Imperial College του Λονδίνου για το προσδόκιμο σε 35 χώρες του πλανήτη, μέχρι το 2030. Ανάμεσα σε αυτές, ήταν και η Ελλάδα, που εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής κρίσης από την οποία δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει για τους επιστήμονες ειδικό ενδιαφέρον.
Ανοδική πορεία
Από το 1960 μέχρι και τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, η καμπύλη που αποτυπώνει το προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας έχει πορεία ανοδική. Τα στοιχεία για τη θνησιμότητα που είχε η ομάδα των ερευνητών στη διάθεσή της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έφταναν μέχρι το 2012, έτος κατά το οποίο το προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες ήταν περίπου στα 83 έτη και για τους άνδρες στα 78.
Αβεβαιότητα
Ωστόσο ο καθηγητής Βασίλης Κόντης εξηγεί πως στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον, είναι δύσκολο να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις.
«Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι σημαντικές, καθώς η Ελλάδα έχει μειώσει δραματικά τις δαπάνες για την Υγεία. Οι χώρες με γρήγορη αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι αυτές με ισχυρά συστήματα υγείας και επιτυχίες στους τομείς της περίθαλψης και της δημόσιας υγείας, όπως για παράδειγμα η πρόγνωση και αντιμετώπιση χρόνιων παθήσεων ή η μείωση της παχυσαρκίας και του καπνίσματος», λέει στην «Κ».
Και αν στην Ελλάδα η κατάσταση περιγράφεται έτσι, στην άλλη άκρη του πλανήτη, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η έρευνα του Imperial College, έδειξε ότι η Νότια Κορέα είναι η χώρα που παρουσιάζει εντυπωσιακή αύξηση την τελευταία δεκαετία στο προσδόκιμο ζωής.
«Αν συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς θα σπάσει το φράγμα των 90 ετών στις γυναίκες, ξεπερνώντας την Ιαπωνία, χώρα που κατέχει εδώ και πολλά χρόνια την πρώτη θέση», λέει ο κ. Κόντης.
Στο πέρασμα των δεκαετιών, το προσδόκιμο της ζωής στις ανεπτυγμένες χώρες έχει διαγράψει μια πορεία σταθερά ανοδική. Η πρόοδος της ιατρικής, η πρόσβαση των πολιτών σε καλύτερη περίθαλψη, αλλά και η βελτίωση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, είναι παράγοντες που έχουν συντελέσει στη μακροζωία.
Η αύξηση αυτή, εκτιμούν οι επιστήμονες του Imperial που εργάστηκαν επί ενάμιση χρόνο πάνω σε αυτή την έρευνα, αναμένεται να συνεχιστεί σε όλες τις χώρες, σε άλλες λιγότερο και σε άλλες περισσότερο, ενώ η «ψαλίδα» ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες (που ζουν περισσότερα χρόνια) θα κλείσει περισσότερο, προστίθεται στο δημοσίευμα της Καθημερινής.
Μετατόπιση «βάρους»
«Οι ανεπτυγμένες χώρες», λέει ο κ. Κόντης, «έχουν αντιμετωπίσει σε μεγάλο βαθμό τη βρεφική και παιδική θνησιμότητα και το “βάρος” έχει μετατοπιστεί στα χρόνια νοσήματα που εμφανίζονται κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Αν καταφέρουμε να προσπεράσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, όπως για παράδειγμα τα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας, μπορούμε να ελπίζουμε ότι στο μέλλον θα ζούμε ακόμη περισσότερο».
Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, καταλήγουν οι επιστήμονες, θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές που θα εξασφαλίζουν καλή ποιότητα ζωής στους ηλικιωμένους και θα βοηθήσουν να μην επιβαρυνθεί πολύ το σύστημα υγείας κάθε χώρας.
Το 66% των ψαρικών στην Ελλάδα είναι εισαγόμενα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι Έλληνες τρώνε λιγότερο ψάρι από τους Ευρωπαίους
Η Ελλάδα, με τόσο μεγάλη παράδοση στην αλιεία, εισάγει σήμερα το 66% των ψαριών που καταναλώνει.
Τα Μεσογειακά κράτη της ΕΕ - Κροατία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Σλοβενία, Ισπανία και Πορτογαλία - τα οποία αναλύονται στη νέα έκθεση του WWF, Seafood and the Mediterranean: local tastes, global markets (Θαλασσινά και Μεσόγειος: τοπικές προτιμήσεις, παγκόσμιες αγορές), συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους καταναλωτές ψαρικών παγκοσμίως.
Η περιοχή έχει ετήσια μέση κατανάλωση 33,4 κιλών ψαρικών κατ’ άτομο, τη στιγμή που ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 22,9 κιλά και ο διεθνής μέσος όρος 19,2 κιλά.
Αναφορικά με την Ελλάδα, ιδιαίτερα υψηλή είναι η ετήσια κατανάλωση ψαρικών κατ’ άτομο, η οποία αγγίζει τα 19,6 κιλά, εκ των οποίων το 66% είναι εισαγόμενα, το 22% προϊόντα εγχώριας υδατοκαλλιέργειας και μόνο το 12% προϊόντα εγχώριας αλιείας. Αντίστοιχα, η κατανάλωση στην Πορτογαλία είναι 56,8 κιλά, τα οποία αντιστοιχούν σε πάνω από ένα κιλό ψαρικών κατ’ άτομο την εβδομάδα, ενώ η Ισπανία έχει την επόμενη υψηλότερη κατανάλωση, με 42,4 κιλά ψαριών.
Επιπλέον, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μελέτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των ψαρικών που πωλούνται στις αγορές της Μεσογείου είναι εισαγόμενα και προέρχονται, κυρίως από αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ σημειώνεται παράλληλα, ότι για κάθε κιλό ψαρικών που αλιεύονται ή εκτρέφονται στα μεσογειακά κράτη της ΕΕ, σχεδόν δύο ακόμα κιλά εισάγονται από άλλες χώρες.
Για να κατανοήσει κανείς την κλίμακα του εμπορίου αρκεί να αναφέρουμε ότι τα μεσογειακά κράτη της ΕΕ καταναλώνουν σχεδόν 7,5 εκατομμύρια τόνους ψαρικών ετησίως. Παρόλα αυτά, εξ αυτών μόνο οι 2,75 εκατομμύρια τόνοι προέρχονται από εγχώριες πηγές. Αυτό σημαίνει ότι αφενός για να καλύψουμε τη ζήτηση, κάθε χρόνο αναζητούμε από άλλες χώρες 5 εκατομμύρια τόνους ψαρικών και αφετέρου, ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στις αναπτυσσόμενες χώρες κυρίως, εξαρτώνται από αυτήν την υψηλή ζήτηση ψαρικών στη Μεσόγειο. Σημειώνεται μάλιστα ότι τα μεσογειακά κράτη της ΕΕ απορροφούν το 36% όλων των ψαρικών που εισάγονται από τρίτες χώρες. Μεγάλο μέρος των εισαγωγών προέρχεται από τη Βόρεια Αφρική (Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία, Λιβύη), ενώ σημειώνεται ότι το 2014, τα μεσογειακά κράτη της ΕΕ εισήγαγαν περίπου 1,8 εκατομμύρια τόνους από αναπτυσσόμενες χώρες της περιοχής (Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία, Λιβύη, Μαυριτανία, Αίγυπτος και Τουρκία).
Τα πράγματα όμως, δεν ήταν έτσι και στο παρελθόν. Παλαιότερα, η Μεσόγειος είχε μεγάλη επάρκεια ψαρικών, σε αντίθεση με σήμερα που η υπεραλίευση, η παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία, αλλά και η μη υπεύθυνη κατανάλωση ψαρικών θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή στις θάλασσές μας.
Πηγή: newsbeast.gr

Απογοητευμένοι είναι σε γενικές γραμμές οι πολίτες από την κατάσταση των χώρων πρασίνου σε όλη τη χώρα. Στη βάση δεδομένων που δημιούργησε η περιβαλλοντική οργάνωση WWF και στην οποία έχουν καταγραφεί από πολίτες περί τους 1.700 χώρους σε 126 πόλεις, η μέση βαθμολογία μόλις ξεπερνάει το 6 στα 10. Ωστόσο, 261 χώροι έχουν «αριστεύσει», ανάμεσα στους οποίους το Πάρκο «Σταύρος Νιάρχος», το Πάρκο Οινόης Ορεστιάδας, το Πάρκο «Αλκηστις Αγοραστάκη» στα Χανιά και το Πάρκο Φλοίσβου στο Παλαιό Φάληρο.
Η καταγραφή και η αξιολόγηση των χώρων πρασίνου στις ελληνικές πόλεις ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2016 μέσω της εφαρμογής WWF GreenSpaces. Περίπου 8.500 πολίτες «κατέβασαν» την εφαρμογή, κατέγραψαν 1.700 χώρους και τους βαθμολόγησαν ως προς την κατάσταση του πρασίνου, την καθαριότητα και τις υποδομές τους. Σύμφωνα με στοιχεία της WWF, την υψηλότερη βαθμολογία –συνολικά σε επίπεδο δήμου– συγκέντρωσαν οι χώροι πρασίνου στην Καλαμάτα (μ.ό. 7,8), στην Πετρούπολη (μ.ό. 7,7), στο Ιλιον (7,7), στον Δήμο Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης (7,5), στην Τρίπολη (7,4), στον Δήμο Φιλοθέης - Ψυχικού (7,3) και στον Δήμο Λυκόβρυσης - Πεύκης (7,2). Αντίθετα, τον χαμηλότερο μέσον όρο έλαβαν από τους πολίτες οι χώροι πρασίνου στους δήμους Κασσάνδρας (μ.ό. 3,6), Θέρμης (4,3), Ρεθύμνου (4,7), Λάρισας (4,8) και Ζωγράφου (4,8).
Οσον αφορά συγκεκριμένους χώρους, εκτός από τους προαναφερθέντες, υψηλή βαθμολογία συγκέντρωσαν και το Πάρκο Ασυρμάτου στον Αγιο Δημήτριο, το Αλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι και το Παυσίλυπο στην Καρδίτσα. Αντίθετα ο χειρότερος χώρος πρασίνου στη χώρα βρίσκεται στον Δήμο Κορδελιού - Ευόσμου (Περικλέους 37), συγκεντρώνοντας μέσον όρο 0,7/10, ενώ ακολουθούν χώροι πρασίνου στη Γλυφάδα (Παν. Λάσκαρη 113, βαθμολογία 0,9), στον Βόλο (Γεωργιάδου 174, βαθμολογία 1), στην Καλαμαριά (Κίου 20, βαθμολογία 1,2) και στην Τρίπολη (Παναρκάδων 16, βαθμολογία 1,6).
Χώροι ζωντανοί
«Αυτό που χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν όλοι, δημοτικές αρχές και πολιτεία, είναι πως το πράσινο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Χρειάζεται επίσης να συνειδητοποιήσουν πως οι χώροι πρασίνου δεν πρέπει να είναι μαυσωλεία, αλλά χώροι ζωντανοί για τους πολίτες», αναφέρει ο Αχιλλέας Πληθάρας, υπεύθυνος προγραμμάτων ευαισθητοποίησης του WWF Ελλάς. «Η άποψη των πολιτών, όπως καταγράφεται μέσα από την εφαρμογή WWF GreenSpaces, δείχνει ότι όλες οι δημοτικές αρχές μπορούν να κάνουν πολύ περισσότερα για να προσφέρουν ένα καλύτερο περιβάλλον στους δημότες και να τους φέρουν ξανά στο πράσινο της γειτονιάς και της πόλης τους. Καλούμε λοιπόν τις δημοτικές αρχές να μελετήσουν εποικοδομητικά την άποψη των πολιτών και να προβούν άμεσα σε πρωτοβουλίες για περισσότερο και καλύτερο πράσινο». Η εφαρμογή δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλύτερη Ζωή» του WWF με μεγάλο δωρητή το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και υποστηρικτή το Κοινωφελές Ιδρυμα Ιωάννη Λάτση.
Πηγή: kathimerini.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή