Σήμερα: 12/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

2015_sindikalistes_maskes-mple-prasini2.jpg

Με μια προκλητική ανακοίνωση η πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ απευθύνεται στα πρωτοβάθμια σωματεία (με πρόσχημα δικαστική απόφαση για το Αγ. Σοφία) και τους ζητά ουσιαστικά την διαγραφή των συμβασιούχων από τα πρωτοβάθμια σωματεία αφού σύμφωνα με την πλειοψηφία «η πάγια θέση της ΠΟΕΔΗΝ η οποία έχει εγκαίρως ενημερώσει τα μέλη της ότι σύμφωνα με το ισχύον καταστατικό στα σωματεία μέλη της ΠΟΕΔΗΝ συμμετέχουν μόνο οι μόνιμοι και οι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εργαζόμενοι

Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί μαύρη σελίδα για το υγειονομικό συνδικαλιστικό κίνημα και εκθέτει ανεπανόρθωτα για μια ακόμα φορά την μνημονιακή πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ.

Η πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ ενώ κοκορεύεται ότι εκπροσωπεί δήθεν τους συμβασιούχους, τους καλεί σε κινητοποιήσεις και δηλώνει ότι αγωνίζεται για την μονιμοποίηση τους, την ίδια ώρα κάνει ότι μπορεί προκειμένου οι ελαστικά εργαζόμενοι να μην εκφραστούν ώστε να μη διαταραχθεί και στο επόμενο συνέδριο της ΠΟΕΔΗΝ η «καθεστηκυία τάξη» προκειμένου να κυριαρχήσουν πάλι οι δυνάμεις του παλιού κυβερνητικού και μνημονιακού συνδικαλισμού που χρησιμοποιούν για χρόνια την Ομοσπονδία ως «λάφυρο» χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα.

Για να πετύχει αυτό το στόχο έχει επιδοθεί σε μια σειρά δικαστικές παρεμβάσεις σε διάφορα σωματεία προκειμένου να αποτρέψει την αλλαγή των συσχετισμών και να αποκλείσει την εγγραφή των συμβασιούχων σε αυτά.

Είναι βαθιά υποκριτικό ο Πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ να εκλέγεται στο Σωματείο του και με τους ψήφους των συμβασιούχων, παράλληλα να μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος από αυτούς για να οργανώσει συγκεντρώσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα και την ίδια ώρα αυτός και η πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ να κουνάνε το δάχτυλο στα σωματεία και να τους ζητούν ουσιαστικά να βγάλουν έξω από τις γραμμές τους αυτούς τους εργαζόμενους.

Ταυτόχρονα με την ανακοίνωση αυτή η πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ υπονομεύει ανοικτά τον αγώνα των συμβασιούχων για μονιμοποίηση σε μια κρίσιμη στιγμή που η κυβέρνηση ετοιμάζει απολύσεις χιλιάδων συμβασιούχων και την επιστροφή των εργολάβων.

Το ΜΕΤΑ Υγειονομικών καλεί όλες τις αγωνιστικές δυνάμεις, κάθε έντιμο συνδικαλιστή στα πρωτοβάθμια σωματεία να γυρίσουν την πλάτης τους σε αυτές τις μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας της ΠΟΕΔΗΝ και να μην επιτρέψουν τον αποκλεισμό των συμβασιούχων από τα πρωτοβάθμια σωματεία.

Να αποκρούσουν τις απειλές δίνοντας όχι μόνο το δικαίωμα εγγραφής των συμβασιούχων στα σωματεία των νοσοκομείων και των μονάδων πρόνοιας αλλά και τη δυνατότητα αυτοί οι εργαζόμενοι να εκφραστούν με την ψήφο τους.

Ο αγώνας για την στήριξη των ελαστικά εργαζομένων για μόνιμη και σταθερή εργασία να γίνει υπόθεση όλων των σωματείων και των εργαζομένων, κόντρα στις μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας της ΠΟΕΔΗΝ.

πηγη:  ergasianet.gr

Koronaios1253-2-696x419.jpg

Εκρηκτική αύξηση παρουσιάζουν τα κρούσματα κορονοϊού στη χώρα μας το τελευταίο 24ωρο.

Πέρα από το γεγονός ότι έχουμε τριψήφιο αριθμό για έκτη συνεχή ημέρα, καταγράφεται ρεκόρ κρουσμάτων από την αρχή της πανδημίας με 203 νέα, εκ των οποίων τα 29 εντοπίστηκαν κατόπιν ελέγχων στις πύλες εισόδου της χώρας.

Παράλληλα, σημειώθηκε ένας ακόμη θάνατος, ανεβάζοντας τον τραγικό απολογισμό σε 212. Ακόμη ένα ανησυχητικό στοιχείο που παρατηρείται είναι ότι αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς οι διασωληνωμένοι.

O σημερινός απολογισμός είναι ο πιο αρνητικός για την Ελλάδα από την αρχή της πανδημίας, καθώς η προηγούμενη μεγαλύτερη είχε καταγραφεί στις 21 Απριλίου με 156 κρούσματα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με ανακοίνωση του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων είναι 5.623, εκ των οποίων το 54.8% αφορά άνδρες.

Από αυτά, 1.438 (25.6%) θεωρούνται σχετιζόμενα με ταξίδι από το εξωτερικό και 2.705 (48.1%) είναι σχετιζόμενα με ήδη γνωστό κρούσμα

22 διασωληνωμένοι

Την ίδια στιγμή, 22 συμπολίτες μας νοσηλεύονται διασωληνωμένοι. Η διάμεση ηλικία τους είναι 63 ετών.

Από αυτά, πέντε (22.7%) είναι γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες. To 59.1% έχει υποκείμενο νόσημα ή είναι ηλικιωμένοι 70 ετών και άνω.

Παράλληλα, 129 ασθενείς έχουν εξέλθει από τις ΜΕΘ.

Ένας θάνατος

Τέλος, έχουμε έναν ακόμα καταγεγραμμένο θάνατο και 212 θανάτους συνολικά στη χώρα. 69 (32.5%) είναι γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες.

Η διάμεση ηλικία των θανόντων συμπολιτών μας ήταν τα 76 έτη και το 95.8% είχε κάποιο υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω.

Ηλικιακή κατανομή

Η ηλικιακή κατανομή των (α) συνολικών κρουσμάτων, (β) των περιστατικών που κατέληξαν σε θάνατο και (γ) των ασθενών που νοσηλεύονται διασωληνωμένοι, είναι η ακόλουθη: 

Γεωγραφική διασπορά

Ο χάρτης αποτυπώνει τη γεωγραφική κατανομή των συνολικών κρουσμάτων COVID-19 (από την αρχή της επιδημίας) ανά Περιφερειακή Ενότητα της χώρας, με βάση την δηλωθείσα διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του ασθενούς, ή τη διεύθυνση προσωρινής διαμονής για τους τουρίστες και άλλους προσωρινά διαμένοντες στην Ελλάδα.

Συμπεριλαμβάνονται τόσο κρούσματα με ιστορικό ταξιδιού («εισαγόμενα») όσο και κρούσματα με πιθανή εγχώρια μετάδοση.

πηγη: iskra.gr

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020 07:18

Το πορτραίτο του «παππού» μου

vladpapous.jpg

Του Χρήστου Τρικαλινού.
Φθινόπωρο του 1965. Η τελευταία κυβέρνηση των αποστατών έχει πάρει ψήφο εμπιστοσύνης. Οι μεγάλες διαδηλώσεις της Αθήνας καταλαγιάζουν. Μένει η πικρή γεύση των δακρυγόνων, ο πόνος για το Σωτήρη, που πριν λίγες μόλις μέρες ζούσε ανάμεσά μας και τώρα δεν υπάρχει πια κι η αγανάκτηση.

Έχω επιστρέψει, μετά το γεμάτο αγωνία καλοκαίρι που πέρασα στον Αλμυρό, στην Αθήνα για να συνεχίσω τις σπουδές μου. Τα πανεπιστήμια βράζουν, Ύστερα από κάμποσα χρόνια οι δυνάμεις της ΕΡΕΝ σηκώνουν ξανά κεφάλι, αλλά δυναμικά συνεχίζουν να αναπτύσσονται η ΕΔΗΝ κι η Νεολαία Λαμπράκη.
Έχει αλλάξει κι η δική μου ζωή. Οι θείες μου, που στο πρώτο έτος είχαν έρθει μαζί μου στην Αθήνα, για να «φροντίζουν το παιδί», μετά τη 10μηνη παραμονή τους σε ένα ημιυπόγειο της οδού Κίου στην Κυψέλη, δεν άντεξαν. Έτσι μάζεψαν ξανά όλα τα πράγματα κι επέστρεψαν στο πατρικό. Ήρθε η ώρα να ζήσω μόνος. Νοικιάσαμε ένα δωμάτιο στο διαμέρισμα μιας τετραμελούς οικογένειας, αντρόγυνο και δυο μικρά κοριτσάκια 8 και 9 χρονών, στην οδό Μπουμπουλίνας, λίγα μέτρα από το διαβόητο κτήριο της Ασφάλειας, που αργότερα αγοράστηκε από το ΚΚΕ, για να ξαναπουληθεί και να είναι σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού. Το οικογενειακό συμβούλιο κατέληξε ότι θα μου δινόταν για όλα τα έξοδά μου, συμπεριλαμβανομένου και του ενοικίου, 900 δραχμές. Δεν ήταν μικρό για την εποχή το ποσό. Τότε το εισιτήριο στα αστικά λεωφορεία κόστιζε 1,20 δραχμές (0,60 για τους φοιτητές), ενώ οι εφημερίδες 1,50. Οι 160 δραχμές πήγαιναν στο ενοίκιο και με τα υπόλοιπα έπρεπε να καλύψω όλα τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν απαραίτητα για το Πανεπιστήμιο: βιβλία, υλικά χημείας, γραφική ύλη κ.τ.λ.
Το βασικό έξοδο ήταν το φαγητό. Δεν είχα κουπόνια σίτισης, γιατί στο πρώτο έτος δεν μου χρειάζονταν και τώρα ήταν πια αργά. Πάντως μια φορά που χρησιμοποίησα τα κουπόνια ενός συμφοιτητή μου για να φάω σε ένα από τα εστιατόρια του κέντρου που τα δεχόταν, κατάλαβα, ότι το φαγητό μόνο για ανθρώπους δεν ήταν. Έτσι βρήκα ένα φτηνό και καθαρό εστιατόριο κοντά στο σπίτι μου, στην αρχή της οδού Ηπείρου. Εκεί έτρωγα μεσημέρι βράδυ πληρώνοντας κάθε φορά 10-13 δραχμές. Ευτυχώς που τότε μπορούσαν να σερβίρουν και μισές μερίδες, γιατί η μία (συνήθως λαδερά και κιμάδες) δεν έφτανε. Γνώρισα εκεί και το μικρό 15χρονο ηπειρωτάκι, τον συνονόματο Χρηστάκη, που είχε έρθει απ΄ το χωριό του αναζητώντας καλύτερη ζωή και δούλευε βοηθός σερβιτόρου. Χαμογελαστός και σβέλτος με συμπάθησε και τον συμπάθησα. Έτσι πάντα, ανεξάρτητα από τις δυνατότητές μου, του άφηνα μια δραχμή για φιλοδώρημα. Τι να απόγινε άραγε μετά από τόσα χρόνια…
Όσο για τα άπλυτα. Αυτά κάθε δυο εβδομάδες έμπαιναν σε μια βαλίτσα και έφευγαν από τον σταθμό των ΚΤΕΛ, που τότε ήταν σε πάροδο της Αγίου Κωνσταντίνου, για Αλμυρό, για να παραληφθούν πεντακάθαρα και σιδερωμένα μερικές μέρες αργότερα.
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς, πως τα χρήματα δεν μου επέτρεπαν να ξανοιχτώ σε παρέες και διασκεδάσεις, που, σα νέος, τόσο πολύ ήθελα. Ακόμα κι ο κινηματογράφος ήταν πολυτέλεια.
Ευτυχώς η λύση βρέθηκε γρήγορα. Ήταν τα ιδιαίτερα στα Μαθηματικά και τη Φυσική για παιδιά του Γυμνασίου. Την αξιοποίησα, χωρίς υπερβολές. Στόχος μου ήταν απλά να μπορώ να έχω κάποια χρήματα για να χαρώ λίγο τη ζωή μου. Βέβαια ήταν κι αυτό μια εμπειρία. Στα δυο χρόνια που ασχολήθηκα μπήκα σε διάφορα σπίτια. Ήρθα αντιμέτωπος με διάφορα παιδιά όχι πολύ μικρότερα από μένα και είδα στάσεις γονιών που τότε μου φάνηκαν περίεργες. Κάποιος γονιός απαίτησε να καρπαζώνω τον 14χρονο γιο του αν ήταν αδιάβαστος κι απρόσεχτος. Κάποιοι άλλοι πάλι μόλις με είδαν μ’ έδιωξαν φοβούμενοι, όπως εκ των υστέρων έμαθα, ότι την 15χρονη κόρη τους την απασχολούσαν πολύ περισσότερο άλλα πράγματα εκτός από τα Μαθηματικά και τη Φυσική… Τέλος θυμάμαι την τελευταία μαθήτριά μου που με κοίταζε με μάτια λιγωμένα και όπως μου εξομολογήθηκε πολλά - πολλά χρόνια μετά κάθε άλλο παρά με έβλεπε σαν καθηγητή. Ήταν η μαθήτρια από τα μαθήματα της οποίας εξαφανίστηκα ξαφνικά, όταν ξεκίνησα το μακρύ ταξίδι μου για την ξενιτιά. Αλλά γι’ αυτά άλλη φορά.
Στο Πανεπιστήμιο η ζωή συνεχιζόταν. Τα μαθήματα, τα εργαστήρια κι όλη η φοιτητική ζωή, που τη ζούσα πιο έντονα μέσα από τις γραμμές της Νεολαίας Λαμπράκη. Ανέλαβα καθήκοντα στο Γραφείο της Φυσικομαθηματικής κι έγινα και γραμματέας στην οργάνωση του Φυσικού. Προσπαθούσαμε να αντιμετωπίσουμε προβλήματα εκπαιδευτικά, πολιτικά, αλλά και ζητήματα πολιτισμού. Επίκεντρο της δουλιάς μας έγινε το περιοδικό «Θετική Σκέψη», που εξέδιδε η οργάνωση της Φυσικομαθηματικής με τη συνεργασία όχι μόνο των μελών, αλλά και πολλών ανήσυχων συμφοιτητών μας. Ήταν ένα περιοδικό με επιστημονικά, κοινωνικά άρθρα και με θέματα πολιτισμού (κινηματογράφος, βιβλία, παραστάσεις κ.τ.λ). Ύστερα ήταν κι οι προβολές της Φοιτητικής Κινηματογραφικής Λέσχης στην «Ίριδα», τον κινηματογράφο που ανήκει στο Πανεπιστήμιο. Προβολές που συνήθως συνοδεύονταν από πολύωρες συζητήσεις για το καλλιτεχνικό περιεχόμενο και τα πολιτικά μηνύματα των ταινιών.
Τότε η εργάσιμη εβδομάδα ήταν εξαήμερη κι η μόνη ελεύθερη μέρα ήταν η Κυριακή. Όλη η παρέα, συμφοιτητές και φίλοι, κάπου πήγαιναν να ξεδώσουν. Εγώ κάθε απόγευμα Κυριακής είχα μια συνηθισμένη διαδρομή. Το λεωφορείο με έφερνε στη Μεσογείων. Εκεί που ήταν το Σανατόριο Σωτηρία. Όχι δεν πήγαινα σ’ αυτό καθ’ αυτό το νοσοκομείο. Έπαιρνα το δρόμ που το χώριζε από το σημερινό Υπουργείο Συγκοινωνιών, δεν θυμάμαι τι ήταν τότε, μάλλον άδειο οικόπεδο, και έμπαινα από μια μικρή σιδερόφρακτη πόρτα. Εκεί ήταν οι φυλακές Σανατόριο Σωτηρία. Φύλακες ήταν αστυνομικοί κι όταν περνούσες την πόρτα, μετά από το σχετικό έλεγχο έφτανες σε ένα σιδερένιο πλέγμα. Εκεί, πίσω από αυτό το πλέγμα με περίμενε ο πατέρας μου. Ύστερα από πολλές φυλακές, στην ηπειρωτική Ελλάδα και σε νησιά βρέθηκε εκεί. Μαζί του κάμποσα ακόμη στελέχη του κόμματος. Ο Κώστας ο Λουλές, ο Σπύρος ο Κωτσάκης, ο Κυριάκος Τσακίρης, ο νεαρός ακόμη Νίκος Οικονομάκος και κάμποσοι άλλοι, τα ονόματα των οποίων δεν θυμάμαι πια. Όλοι τους με μια πραγματική η πλασματική ασθένεια βρέθηκαν εκεί, όπου οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες από πολλές άλλες φυλακές, παρ’ όλο που κι εκεί φυλακή ήταν…
Εκείνες τις Κυριακές γινόταν το επισκεπτήριο. Εκεί γνώρισα κι άλλα παιδιά, σχεδόν συνομήλικούς μου, που είχαν βιώσει κι αυτά την οδύνη του εμφύλιου και τη πίκρα της ζωής κι έρχονταν να δουν τους γονιούς τους, που είχαν χρόνια και χρόνια να σφίξουν στην αγκαλιά τους. Ήταν η Κατερίνα του Κωτσάκη κι η Νίτσα του Λουλέ με το μικρότερο αδερφό της το Δημήτρη, που τόσο πρόωρα κι άδικα έφυγε από τη ζωή. Εκεί σμίξαμε κι εκείνες οι στιγμές μας δένουν όπου κι αν βρεθούμε, ότι κι αν πιστεύουμε. Εκεί σμίξαν οι νεανικές μας ελπίδες και τα όνειρα, πίσω από ένα σιδερένιο πλέγμα…
Με τον πατέρα συζητούσα για την καθημερινότητά μου. Του διηγιόμουν το τι έκανα, τι έφαγα, ποιον συνάντησα. Μικρές λεπτομέρειες που, όπως πιστεύω, τον έκαναν κι αυτόν να δραπετεύει, έστω και νοερά, από τον εγκλεισμό του. Εκεί συνέβη και το περιστατικό που έδωσε αφορμή για το κείμενο αυτό.
Στα χρόνια της φυλακής ο πατέρας μου προσπαθούσε να γεμίζει το χρόνο του με διάφορες ασχολίες, εκτός από τα κομματικά καθήκοντα που και μέσα εκεί τηρούσαν ευλαβικά. Έτσι ασχολήθηκε με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ζωγράφιζε πέτρες κι έκανε απλά σχέδια με ψάθα πάνω σε μαύρο χαρτί. Στη Σωτηρία του ήρθε η ιδέα να κάνει πιο περίπλοκα ψηφιδωτά, χρησιμοποιώντας δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες χρωματισμένες μικροσκοπικές ψηφίδες από ψαθί - άχυρο. Οι πρώτες του δοκιμές, που περιελάμβαναν θέματα κυρίως από τη φύση, ή εικόνες που έβλεπε πίσω από το συρματόπλεγμα, στέφθηκαν με επιτυχία. Και τότε ήταν που σκέφτηκε να φτιάξει την προσωπογραφία του ανθρώπου, που καθόρισε όλη του τη ζωή, του Λένιν. Τρεις μήνες δούλευε. Τρεις μήνες παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις, γιατί αν το αντιλαμβανόταν η φρουρά είναι σίγουρο πως το έργο δεν θα τέλειωνε. Παρ’ όλες τις προφυλάξεις, δεν τα κατάφερε. Μια μέρα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, μπήκε στο θάλαμο ο γιατρός της φυλακής. Μαρτέν τον έλεγαν κι αγαπούσε τη ζωγραφική. Το μισοτελειωμένο έργο τράβηξε αμέσως την προσοχή του. Όλοι πάγωσαν. Φοβήθηκαν το κακό. Εκείνος πλησίασε, το πήρα στα χέρια του και με μεγάλη αφέλεια κι ενθουσιασμό είπε απευθυνόμενος στον πατέρα μου:
- Πολύ ωραίο! Ποιος είναι; Ο πατέρας σου;
Ο πατέρας μου αμέσως έπιασε το νόημα.
- Ναι, ο πατέρας μου.
- Πολύ ωραίος πίνακας, είπε ο Μαρτέν. Θαυμάσια μορφή, κι επέστρεψε με προσοχή τον πίνακα στα χέρια του πατέρα μου.
Έτσι το έργο τέλειωσε. Ο πίνακας έπρεπε να φυγαδευτεί. Μια μέρα ο Σπύρος ο Κωτσάκης ένιωσε αδιαθεσία. Έτσι επέτρεψαν τη Κατερίνα να περάσει από την άλλη μεριά του σιδερένιου πλέγματος. Τότε ο πατέρας μου βρήκε ευκαιρία και της έδωσε το πορτραίτο. Ο φύλακας που στεκόταν όλη την ώρα για να βλέπει και να ακούει τα πάντα, δυσανασχέτησε.
- Τι είναι αυτό! Απαγορεύεται!
- Είναι το πορτραίτο του πατέρα μου. Αν δεν με πιστεύετε ρωτήστε και τον κύριο Μαρτέν. Θέλω να το στείλω στις αδελφές μου.
Στο άκουσμα του ονόματος του Μαρτέν ο φύλακας ηρέμησε. Η Κατερίνα που αμέσως αναγνώρισε το πρόσωπο με δυσκολία κράταγε τα γέλια της. Το πήρε μαζί της κι έφυγε σα να μη συνέβη τίποτε.
Έτσι το πορτραίτο έφτασε στα χέρια μου, παραδόθηκε σε συγκεκριμένους ανθρώπους σύμφωνα με τις οδηγίες του πατέρα μου και στάλθηκε στο εξωτερικό από αυτούς. Λίγους μήνες μετά, προσφέρθηκε ως δώρο στο Μουσείο Λένιν της Μόσχας. Όταν πια βρέθηκα εκεί, στη πρώτη μου επίσκεψη στο μουσείο, το είδα σε μια από τις βιτρίνες του και με περηφάνεια διηγήθηκα την ιστορία στους ξένους συμφοιτητές μου με τους οποίους είχα πάει.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι μεγάλες αλλαγές που συντελέστηκαν είναι σε όλους γνωστές. Κάποια στιγμή το Μουσείο Λένιν έκλεισε. Η οικογένεια ζήτησε να μας επιστραφεί το πορτραίτο. Πολύ ευγενικά μας εξήγησαν, πως το μουσείο καταργήθηκε μεν ως φυσική οντότητα, εξακολουθούσε όμως να υπάρχει ως διοικητική μονάδα του Μουσείου Ιστορίας της Ρωσίας και διατηρούσε όλα τα εκθέματά του σε αποθήκες, χωρίς δικαίωμα να εκχωρήσει κάποιο από αυτά.
Εκεί λοιπόν, σε μια από αυτές τις αποθήκες υπάρχει το πορτραίτο του «παππού» μου, η φωτογραφία του οποίου δεν αποδίδει σωστά την πραγματική γκάμα των χρωμάτων του.

πηγη: ergatikosagwnas.gr

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020 07:03

Το Καφενείον

kafeneio-672x430.jpg

Το Καφενείον


Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

«Κουβέντες του καφενείου», συνηθίζεται να λένε για να υποβαθμίσουν γνώμες, προτάσεις και λεγόμενα, κυρίως εκείνοι που υποτίθεται ότι μιλάνε με «επιχειρήματα». Εμπεριστατωμένα δηλαδή, τεκμηριωμένα που λένε.

Όντως στα καφενεία μπορεί να ακούσει κάποιος μεγάλα ψέματα, παραμύθια ασυναγώνιστα λες και ο Αίσωπος δεν πέθανε ποτέ, μα και μεγάλες αλήθειες, πικρές τις περισσότερες φορές.

Σάματις σε άλλους χώρους «επίσημης συνάθροισης ανθρώπων» και μάλιστα αξιωματούχων δεν συμβαίνουν τα ίδια;

Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις;

Υπουργικά συμβούλια, συσκέψεις κυβερνητικών στελεχών, Βουλή,
Ευρωβουλή, Γιούρογκρουπ, κεντρικές επιτροπές, πολιτικά γραφεία και δεν συμμαζεύεται.

Τουλάχιστον στα καφενεία τα ψέματα που ειπώνονται δεν έχουν επίπτωση σε κανέναν άλλον εκτός από αυτόν που τα λέει.

Σε ένα μικρό και συνηθισμένο καφενείο έτυχε να βρεθώ τούτες τις μέρες.

Η πινακίδα έγραφε:
ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ-ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Κοίταξα γύρω μου. Πουθενά δεν υπήρχε ούτε για δείγμα κάποιος νεολαίος.

Ο καφετζής έρχεται για παραγγελία.

– Το όνομα του μαγαζιού είναι ειρωνικό; Τον ρωτάω.

– Τώρα ναι. Όταν το πρωτανοίξαμε όχι, μου απαντάει. Δεν βρίσκεις νεολαία στο χωριό. Τι να κάνει ο νέος εδώ;

– Μάλιστα! Φέρε μου σε παρακαλώ ένα κατοσταράκι τσίπουρο με τίποτε μεζεδάκια.

– Μην περιμένεις πολλά πράγματα. Ό,τι υπάρχει θα βάλω. Καμιά ντομάτα, καμιά ελίτσα, λίγο τυρί, ψωμί ζυμωτό. Ε, αυτά.

– Πιάσε και για μένα ένα. Που’ σαι Θωμά. Σκέτο, ακούστηκε μια παραγγελία από το διπλανό τραπέζι. Ήταν ένας ηλικιωμένος, όχι πολύ, γύρω στα εβδομήντα, με μουστάκι παχύ γκρίζο και μπόλικα γκρίζα μαλλιά στο κεφάλι.
Στα χέρια του κρατούσε στριφτό τσιγάρο και τα δυο του δάχτυλα όπως και το μουστάκι είχαν κιτρινίσει από τον καπνό και τη νικοτίνη.

– Εντάξει Σταμάτη, του απάντησε ο Θωμάς ο καφετζής.

– Για δεν παραγγέλνεις με μεζέ και να κεράσεις κι εμένα ένα; Πετάχτηκε από το άλλο τραπέζι ένας αδύνατος, γύρω στα σαράντα, αξύριστος που όλη την ώρα έπαιζε με ένα κομπολόι, από αυτά τα φτηνιάρικα, χτυπώντας ρυθμικά τις χάντρες προκαλώντας έτσι έναν εκνευριστικό θόρυβο. Τόσα αναδρομικά θα πάρεις, συνέχισε.

– Αναδρομικά τα λες εσύ;

-Γιατί τι είναι;

– Κλεμμένα είναι βρε κουτάβι. Α ρε Γιώργο! Ντιπ χαμένος είσαι! Τα’ χω χιλιοδουλεμένα και χιλιοπληρωμένα. Από δέκα χρονών δουλεύω, πρώτα στα χωράφια και μετά όπου εύρισκα. Αλλά να ήταν τα μόνα κλεμμένα, ποιος διάολος το’ σκαγε1

– Σου έκλεψαν κι άλλα θες να πεις; Είπε ο Γιώργος με μια δόση ειρωνείας στη φωνή του.

– Τι να πρωτοθυμηθώ; Θα ακούει και ο ξένος από δω-εγώ ήμουν ο ξένος που βρήκα την ευκαιρία να συστηθώ-και θα νομίσει ότι γκρινιάζω.

– Κανένα πρόβλημα. Συνεχίστε κύριε Σταμάτη, απάντησα περιμένοντας τη συνέχεια της αφήγησης.

– Ήμουνα που λέτε γύρω στα είκοσι πέντε, συνέχισε ο Σταμάτης, είχα απολυθεί από το στρατό, άλλο παραμύθι ετούτο, κι είπα να πάω στον μπάρμπα μου, από το σόι της μάνας μου, να δουλέψω στο κεραμαριό που είχε. Μικρό μεροκάματο με όλα τα ένσημα ήταν η συμφωνία. Στον τρίτο χρόνο πάνω χτυπάω το πόδι μου στη δουλειά. Με μαζεύει ο μπάρμπας μου και με πάει στο νοσοκομείο. Κάθισα μια βδομάδα μέσα. Έρχονται στο τέλος από το νοσοκομείο και μου λένε πως είμαι ανασφάλιστος και πρέπει να πληρώσω.

Μου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τα είχε αναλάβει όλα ο μπάρμπας μου όταν πήγα στη δούλεψή του. Ένσημα, βιβλιάρια και τα λοιπά. Πάω στο σπίτι του και τον βρίσκω στο τραπέζι να τρώει. Το και το του λέω. Του έπεσε το κουτάλι από τα χέρια. Άρχισε να μου δικαιολογείται πως φταίει ο λογιστής του και κάτι τέτοια.
Βρε ζαγάρι, του λέω, το αίμα σου βρήκες να κλέψεις; Φαντάσου τι κάνεις στους άλλους! Του δίνω μια και τον ξαπλώνω χάμω. Ουρλιάζει η θκια μου, μαζεύονται οι γείτονες. Να μην τα πολυλογώ, έρχονται οι μπάτσοι και με παίρνουν μέσα. Ειδοποιώ το Γιάννη από το σωματείο. Μη σε νοιάζει, μου λέει, άλλη νυφίτσα εκείνος, θα το βρούμε το δίκιο σου. Την έκανε καλά τη δουλεία του και δαύτος. Μέχρι και βουλευτή τον κάναν για ένα φεγγάρι.

Με πήγε λοιπόν ο μπάρμπας μου στο δικαστήριο. Γιατί το ’κανες; Με ρωτάει ο εισαγγελέας. Έκλεψε τον ιδρώτα μου, το λέω. Αυτός έπρεπε να δικάζεται και όχι εγώ. Ναι αλλά δεν παίρνει ο καθένας το νόμο στα χέρια του. Υπάρχει αστυνομία, δικηγόροι, δικαστήρια, μου λέει ο εισαγγελέας. Και που ήταν όλοι αυτοί όταν μ’ έκλεβε εμένα και τους υπόλοιπους; Τον ρωτάω.

Το μετάνιωσες όμως έτσι δεν είναι; Πετάγεται ο πρόεδρος. Εμένα ρωτάς κύριε πρόεδρε; Τον μπάρμπα μου πρέπει να ρωτήσεις. Αυτός μας ήπιε το αίμα.

Τρία χρόνια με αναστολή μου έριξαν και πρόστιμο χρηματικό.

Προσφέρθηκε ο μπάρμπας μου να πληρώσει το πρόστιμο αλλά τον διαολόστειλε η μάνα μου σαν ήρθε στο σπίτι να της το πει. Φεύγα κιαρατά μην το μάθει ο Γιάννης-ο πατέρας μου-πως ήρθες, του είπε και τον έσπρωχνε έξω από το σπίτι.

Ήρθαν και τα τσίπουρα και η αφήγηση του Σταμάτη διακόπηκε.

Στην άλλη άκρη του μικρού υπόστεγου του καφενείου, δίπλα στην πόρτα της εισόδου καθόταν ένας μεσόκοπος κύριος. Τα μαλλιά του ήταν τόσο πυκνά που ξεκινούσαν να φυτρώνουν λίγο πάνω από τα φρύδια.

Δεν είχε πολλή ώρα που ήρθε. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να μπαίνει στο καφενείο την ώρα που ο Σταμάτης μοιραζόταν μαζί μας τις εμπειρίες του.

– Στην υγειά σας, είπα κάποια στιγμή κατεβάζοντας μια γουλιά απόσταγμα. Ήταν δυνατό. Πάνω από σαράντα βαθμούς σίγουρα.
Ο Θωμάς το κατάλαβε από τον μορφασμό που έκανα.
– Είναι λίγο δυνατό ε; Δικό μου είναι. Δεν του ρίχνω τίποτα μέσα. Ούτε νερό. Όπως βγαίνει από το καζάνι. Καθαρό πράμα. Ή πίνεις ή δεν πίνεις. Καλώς τον Διαμαντή, είπε στον μεσόκοπο κύριο με τα πυκνά μαλλιά. Τι έχεις ρε Διαμαντή; Γιατί είσαι έτσι σκεπτικός;

– Τι θες να’ χω; Είπε εκείνος. Δεν τα μάθατε;

– Τι να μάθουμε;

– Να. Με την καινούργια την αρρώστια.

– Ε, τι; Φοβάσαι μην κολλήσεις;

– Όλα ψέματα. Θέλουν να μας βάλλουν τζιπάκια στα κεφάλια μας και να μας ελέγχουν.

– Τσιπάκια, πετάχτηκα αυθόρμητα να διορθώσω.

– Ε τζιπάκια. Αυτό λέω κι εγώ.

– Σιγά μην έχουν και ρόδες, ακούστηκε κάποιος από ένα άλλο τραπέζι.

– Αφού μας ψέκασαν καλά-καλά τα προηγούμενα χρόνια, συνέχισε ο Διαμαντής, τώρα μας έριξαν κι αυτόν τον ιό για να μας βάλουν τα τζιπάκια και να μην αντιδρούμε καθόλου από δω και πέρα. Δεν είδατε με το ψέκασμα που τα προηγούμενα χρόνια μας φόρτωσαν με μνημόνια;

– Ωραία είναι αυτή η δικαιολογία Διαμαντή, ακούστηκε ο Σταμάτης. Γι’ αυτό και δεν κουνήθηκες από το σπίτι σου ε;

– Πώς να κουνηθεί κάποιος άμα τον έχουν ψεκάσει μ’ αυτά τα καινούργια χημικά;

– Ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια όλο στους δρόμους ήσουνα και στις απεργίες. Πόσες φορές βρε ζουλάπι έκανες απεργία στη ζωή σου; Να σου πω εγώ. Καμία.

– Είχα οικογένεια να κοιτάξω Σταμάτη. Παιδιά να μεγαλώσω, να τα σπουδάσω, να τα τακτοποιήσω.

– Ενώ εμείς είχαμε απόπαιδα, ακούστηκε πάλι η φωνή από το διπλανό τραπέζι.
Σε λίγο ο Σταμάτης σηκώθηκε από την καρέκλα. Φώναξε το Θωμά μέσα στο καφενείο και μετά βγήκε έξω. Πέρασε από μπροστά μου.

– Χρήστος είπαμε ε;

– Ναι, Χρήστος, του απάντησα.

– Πρέπει να φύγω τώρα. Ίσως ξανανταμώσουμε αν κάτσεις μέρες. Εμείς τα ψωμιά μας λίγο-πολύ τα φάγαμε. Φταίμε όμως γιατί δεν σας αφήνουμε κληρονομιά καλή. Εμείς παραλάβαμε αγώνες και σε σας αφήνουμε πολιτικούς συμβιβασμούς και «νομιμότητες».

Μας χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού του και έφυγε.

Βγήκε μετά κι ο Θωμάς από το μαγαζί.

– Ό,τι πήρατε είναι από το Σταμάτη. Κέρασε όλο το μαγαζί.

– Γιατί το έκανε; Ρωτάω το Θωμά.

– Σαν σήμερα, πριν δεκαπέντε χρόνια, σκοτώθηκε ο γιος του στα ορυχεία από φουρνέλο. Έναν τον είχε. Μονάκριβο. Είπαν πως η εταιρία δεν είχε βάλει υποστυλώματα πριν την έκρηξη όπως έπρεπε. Αυτός κι άλλα τρία παλικάρια χάθηκαν τσάμπα.

Έγινε τότε χαμός. Διαμαρτυρίες, απεργία, κανάλια τηλεοράσεις. Μπορεί να το θυμάσαι. Αποτέλεσμα μηδέν. Κανείς δεν τιμωρήθηκε. Σε ένα χρόνο έκλεισε το ορυχείο. Εκεί θα πάει τώρα. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα πάει και κάθεται εκεί μέχρι το σούρουπο. Παίρνει δυο ποτήρια και λίγο τσίπουρο μαζί του και κάνει παρέα στο γιο του.

Βουβαμάρα έπεσε στο καφενείο.

Μετά από λίγο σηκώθηκα, τους χαιρέτησα και έφυγα με έναν κόμπο στο στήθος που δεν έλεγε να φύγει και ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού να προσπαθεί να υπερνικήσει τη βαρύτητα.

Μάταια όμως…

πηγη: pandiera.gr

 

Σελίδα 2276 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή