Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΥ ΛΑΦΑΖΑΝΗ

Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΤΕΡΟΥ*
Αξιότιμε κύριε Μπακουνάκη. Διαπράξατε την πρωτοτυπία να συγκρίνετε στο Βήμα τον Λεωνίδα Καβάκο, με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη. Εις διπλούν μάλιστα. Το μεν υπό τον πολεμικό τίτλο "Καβάκος vsΛαφαζάνης". Το δε υπό τον σαββοπουλικό τίτλο "Η Ελλάδα που αντιστέκεται". Αυτή η Ελλάδα, σύμφωνα με σας, είναι η Ελλάδα του Καβάκου. Ενώ η Ελλάδα του Λαφαζάνη είναι φοβική, δουλοπρεπής, τριτοκοσμική, μεταξύ του αραβικού κόσμου και της Αφρικής.
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε. Αλλά πρώτα-πρώτα κακώς σύρατε τον Καβάκο σε μια τόσο χαμηλού επιπέδου σύγκριση. Αν μάλιστα διαβάζετε το δικό σας Βήμα, θα έπρεπε να έχετε προσέξει όσα εκεί δηλώνει τον Φεβρουάριο του 2012: Η Ελλάδα είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τα αρνητικά. Ενώ κάποτε ήταν ο θετικός, ο λαμπερός καθοδηγητής της, σήμερα έχει καταντήσει στο άλλο άκρο. Πάλι πρωτοπόρα, βέβαια, αλλά από την ανάποδη...Παντού κυριαρχεί η απόλυτη παρακμή.
Σεις βέβαια υποστηρίζετε ότι με τη συναυλία Καβάκου και Φιλαρμονικής του Βερολίνου, η Ελλάδα έδειξε ένα άλλο πρόσωπο, πολύ διαφορετικό από τα στερεότυπα, από τους αριθμούς των στατιστικών αλλά και από τον λόγο, τη στάση και τη συμπεριφορά των κυβερνώντων της. Πολύ διαφορετικό και από αυτό που περιγράφει ο ίδιος ο Καβάκος θα έπρεπε να προσθέσετε. Εκτός πια κι αν ασπαστούμε το συμπέρασμα που υπαινίσσονται τα γραπτά σας, ότι για την παρακμή φταίνε οι σημερινοί κυβερνώντες και πρωτίστως ο Λαφαζάνης.
Και εν τέλει, βεβαίως ο Καβάκος δικαιούται το σεβασμό μας για την προσφορά του. Καλό όμως θα ήταν να στέκεστε με σεβασμό και απέναντι στην προσφορά του Λαφαζάνη. Γιατί πολιτισμό ποιεί κι εκείνος που δίνει τη μάχη της ελευθερίας στην ασφάλεια, στα βασανιστήρια, στις φυλακές. Που διώκεται για να έχουν όλοι το δικαίωμα να τον αδικούν ελεύθερα, όπως καλή ώρα εσείς. Που αγωνίζεται επί δεκαετίες για την κοινωνική απελευθέρωση. Που δέχεται άπειρες συκοφαντικές επιθέσεις χωρίς να υποχωρεί. Σε μουσική απόδοση, το βιολί σας εσείς. Αλλά το βιολί του κι αυτός.
Συνεπώς: Δικαίωμά σας να διαφωνείτε με όσα ο Λαφαζάνης υποστηρίζει. Αλλά όταν επιστρατεύετε τον Καβάκο στον πόλεμό σας εναντίον του, τότε τους αδικείτε και τους δυο. Δεν αδικείτε ευτυχώς την απόλυτη παρακμή. Που προφανώς έχει και τη δημοσιογραφική της πλευρά....
*Δημοσιεύθηκε στην ''ΑΥΓΗ''
YΠΑΡΞΙΑΚΑ… ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*
Την ερχόμενη Πέμπτη, οι Βρετανοί ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν την επόμενη κυβέρνηση τους, ύστερα από μια υποτονική προεκλογική εκστρατεία χαμηλών προσδοκιών και ανούσιων αντιπαραθέσεων. Συντηρητικοί και φιλελεύθεροι, τα δυο κόμματα της απερχόμενης κυβέρνησης συνασπισμού, υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα συνεχίσουν την πολιτική της λιτότητας και μείωσης των ελλειμμάτων , η οποία καταδίκασε την οικονομία σε μια αναιμική ανάπτυξη – μόλις 0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2014. Όπως σημείωνε όμως, ο Αμερικανό οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν στον Guardian της περασμένης Πέμπτης, το εργατικό κόμμα του Εντ Μίλιμπαντ «ακολουθεί βασικά την ίδια πολιτική», έτσι που «και τα δυο μεγάλα κόμματα ουσιαστικά υπόσχονται ένα νέο γύρο λιτότητας, ο οποίος απειλεί να υπονομεύσει την όποια ανάκαμψη».
Το κενό της κοινωνικής ελπίδας έρχεται να καλύψουν πραγματικοί και ανορθολογικοί φόβοι γύρω από το θέμα της «εθνικής ταυτότητας», δίνοντας ένα μάλλον ανησυχητικό «σασπένς» στην κατά τα άλλα ανιαρή αναμέτρηση. Η πρώτη βραδυφλεγής βόμβα, που απειλεί να ενεργοποιηθεί ύστερα από αυτές τις εκλογές, αφορά την πάντα προβληματική σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον έχει υποσχεθεί ότι, εφόσον σχηματίσει εκ νέου κυβέρνηση, θα οργανώσει δημοψήφισμα με το ερώτημα της παραμονής ή της εξόδου της χώρας του από την Ένωση 2017. Καθώς παραμένει αμφίβολο αν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες αποδεχθούν τις αξιώσεις του για αναθεώρηση της σχέσης Βρετανίας-Ε.Ε., ενώ η πίεση του ευρωπαϊκού κόμματος Ανεξαρτησίας(UKIP) υπό τον Νάιτζελ Φάρατζ μάλλον θα ενισχυθεί μετά τις εκλογές (οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φέρνουν το UKIP στην Τρίτη θέση, εκτοξεύοντας το στο 15%), το ενδεχόμενο του Brexit κάθε άλλο παρά θεωρητικό ακούγεται.
Βεβαίως, η νίκη του Κάμερον, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, με βάση της άκρως αντιφατικές δημοσκοπήσεις της τελευταίας εβδομάδας: κάποιες από αυτές έδιναν προβάδισμα μιας εώς τριών μονάδων στους εργατικούς, ενώ άλλες προέβλεπαν νίκη των Συντηριτικών με διαφορά μέχρι και έξι μονάδων. Όλες όμως οι δημοσκοπήσεις συνέπιπταν στην εκτίμηση πως κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα δεν θα είχε απόλυτη πλειοψηφία στην Βουλή των Κοινοτήτων. Μάλιστα, οι Συντηρητικοί του Κάμερον κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουν πλειοψηφία ακόμα και αν υποστηριχθούν από τους Φιλελεύθερους του Κλέγκ, οι οποίοι συρρικνώνονται. Σε αυτή την περίπτωση, θα χρειαστούν υποστήριξη από μερίδα, τουλάχιστον, των βουλευτών που θα εκλέξει το UKIP, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Από την άλλη πλευρά, ούτε οι εργατικοί φαίνεται πιθανόν να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ακόμη και αν έχουν την στήριξη των ανερχόμενων Πρασίνων. Ο δρόμος του Έντι Μίλιμπαντ προς τον σχηματισμό μιας φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης περνάει πάνω από τη δεύτερη υπόγεια «βόμβα» αυτής την αναμέτρησης: το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα(SNP) της Νίκολα Στέρτζεον, που έκλεψε την παράσταση σε αυτή την αναμέτρηση.
Πολλοί είχαν σπεύσει να πιστέψουν ότι το SNP θα έμπαινε σε τροχιά συρρίκνωσης από τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν έχασε το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας με 55% έναντι 45%. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη, καθώς το σοσιαλδημοκρατικό SNP κατάφερε να εκπορθήσει τους Εργατικούς από την Σκωτία, που αποτελούσε μέχρι πρότινος ένα από τα πιο ισχυρά οχυρά τους. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το SNP αναμένεται να σαρώσει στις 59 περιφέρειες της Σκωτίας, κερδίζοντας (χάρη στο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών) τις 57 από αυτές ή και το σύνολο τους. Αν έτσι εξελιχούν τα πράγματα, οι εργατικοί πρέπει να στηριχθούν στις ψήφους των Σκωτσέζων αυτονομιστών για να σχηματίσουν κυβέρνηση στο Λονδίνο, κάτι που θα τους φέρει σε πολύ δύσκολη θέση.
Με το φάσμα της ακυβερνησίας να πλανιέται πάνω από την Βρετανία, ο Ντέιβιντ Κάμερον εξαπέλυσε, στην τελική ευθεία της αναμέτρησης, μια έντονα κινδυνολογική εκστρατεία. Δεν δίστασε, μάλιστα, να διακηρύξει ότι έχει μπροστά του λίγα μόνο εικοσιτετράωρα «για να σώσει το Ηνωμένο Βασίλειο» από τον κίνδυνο διάλυσης, τον οποίο θα αντιπροσώπευε, κατά τη γνώμη του, μια κυβέρνηση των εργατικών με τη στήριξη του SNP. Περισσότερο ωμός, ο ηγέτης του UKIP, Nίατζελ Φάρατζ, διέρρηξε τα ιμάτια του για το γεγονός ότι «η σκωτσέζικη ουρά κουνάει τον αγγλικό σκύλο». Αν θα ανταμειφθεί από τους ψηφοφόρους αυτή η κυνική επένδυση στο φόβο και στον αγγλικό εθνικισμό, θα το ξέρουμε σε τέσσερις μέρες.
*Δημοσιεύθηκε στην ''ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ''
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ "ΚΑΤΙ" ΚΑΙ ΣΤΟ "ΤΙΠΟΤΑ"

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
Έτυχε μεγάλης αναπαραγωγής άρθρο του Mark Gilbert στο Bloomberg που, ξεκινώντας από ένα απόφθεγμα του Βιτγκενστάιν, υπογραμμίζει την αβεβαιότητα της διεθνούς ελίτ των αγορών απέναντι στην τελευταία φάση της ελληνικής κρίσης: «Η Ελλάδα δεν είναι κάτι, αλλά δεν είναι και τίποτα», είναι ο τίτλος που συμπυκνώνει το συμπέρασμά του. Ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν έλεγε ότι «το να προσπαθήσεις να συζητήσεις για προσωπικά βιώματα όπως ο πόνος δεν είναι κάτι, αλλά ούτε και τίποτα».
Το βασανιστικό δίλημμα ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα» διατρέχει το θρίλερ της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους δανειστές. Η κυβέρνηση επένδυσε πολλά στην ενδιάμεση συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου επιδιώκοντας να κερδίσει «κάτι»: λίγο χρόνο και λίγο χρήμα. Τουλάχιστον τα 7,2 δισ. ευρώ της υπό παράταση δανειακής σύμβασης με τα οποία θα μπορούσε να ελαφρύνει δανειακές υποχρεώσεις άνω των 24 δισ. ευρώ εντός του έτους. Απέναντι σ’ αυτό το «κάτι» οι δανειστές αντιπαράθεσαν ένα μεγαλοπρεπές «τίποτα». Αφενός έχουν ροκανίσει το μισό και πάνω της τετράμηνης παράτασης, καταλογίζοντας μάλιστα στην κυβέρνηση την ευθύνη. Αφετέρου δεν έχουν δώσει ίχνος χρήματος. Αντιθέτως, έχουν εξωθήσει την κυβέρνηση να στραγγίξει τα διαθέσιμα των δημόσιων φορέων προκειμένου να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές.
Τελικά, η σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ δανειστών και Ελλάδας υπερβαίνει το πλαίσιο εκτέλεσης ακόμη και μιας κανονικής τοκογλυφικής δανειακής σύμβασης. Ενώ ο οφειλέτης δεν έχει καθυστερήσει ούτε ευρώ ώριμου χρέους, ο δανειστής έχει εδώ και ένα χρόνο κηρύξει «στάση δανεισμού», απαιτώντας από τον οφειλέτη πράγματα που ουδεμία σχέση με την καλή εκτέλεση της δανειακής σύμβασης έχουν. Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι έχετε ένα στεγαστικό δάνειο υπό τμηματική εκταμίευση και με παράλληλη εξόφλησή του. Η τράπεζα, ενώ πληρώνεται κανονικά και διασφαλίζεται επαρκώς με την υποθήκη στο ακίνητό σας, απαιτεί προκειμένου να σας χορηγήσει τις επόμενες δανειακές δόσεις να περιοριστείτε σε ένα γεύμα τη μέρα, να κόψετε το χαρτζιλίκι στα παιδιά σας, να πουλήσετε τα έπιπλά σας, ή να βγάλετε στο κλαρί την ή τον σύζυγό σας.
ΈΝΑΝΤΙ ΤΟΥ «ΤΙΠΟΤΑ» ΖΗΤΟΥΝ «ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
Για το «τίποτα» που μέχρι στιγμής παρέχουν οι δανειστές απαιτούν από την κυβέρνηση όχι απλώς «κάτι», αλλά σχεδόν τα πάντα. Απαριθμούμε: Πρώτον, ενώ η κυβέρνηση επιχείρησε να αναγάγει τη συμφωνία σε πολιτική διαδικασία κορυφής, το «άτυπο» Eurogroup επέβαλε ως κατ’εξοχήν πολιτική διαδικασία την «τεχνική διαβούλευση» με τους θεσμούς της πρώην τρόικας («πρώτα συμφωνία με τους θεσμούς και ύστερα πολιτική απόφαση»). Δεύτερον, ενώ η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει έντονη επικοινωνιακή χροιά στη διαπραγματευτική ομάδα, με τη φιλοδοξία να προκαλέσει σύγχυση και ρήγματα μεταξύ των εταίρων, κατέληξε η ίδια θύμα της μετωπικής, επικοινωνιακής αντεπίθεσης των δανειστών και υποχρεώθηκε να αλλάξει ρόλους και πρόσωπα στη διαπραγμάτευση (bulling κατά Βαρουφάκη και ανασύνθεση ομάδας). Ανεξαρτήτως προθέσεων, η εξέλιξη καταγράφεται ως επικοινωνιακή ήττα. Τρίτον, ενώ η «τεχνική» διαπραγμάτευση ξεκίνησε με την προϋπόθεση ότι δεν συζητούνται νέα λιτότητα και νέα μέτρα «εσωτερικής υποτίμησης», η πλευρά των δανειστών έχει μεταθέσει τη συζήτηση ακριβώς σε αυτό το πεδίο (συντάξεις, εργασιακά, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ), επιδιώκοντας υποχώρηση της κυβέρνησης. Η συζήτηση για δημοσιονομικά «ισοδύναμα» σχεδόν εξαφανίστηκε, παρότι η τελευταία λίστα Βαρουφάκη εκπλήρωνε το πρόσχημα της κοστολόγησης που απαιτούσαν οι δανειστές. Τέταρτον, ακόμη και η λογιστική βάση της συζήτησης, η μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα, έχει προφανέστατα υπονομευτεί από τον χρηματοδοτικό στραγγαλισμό. Η επίτευξη πλεονάσματος 1,2% -1,5% καθίσταται πολύ δυσκολότερη χωρίς πρόσθετες περικοπές ή φόρους, καθώς οι μακροοικονομικές προβλέψεις επιδεινώνονται, το δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό διευρύνονται.
ΕΚΤΡΟΠΗ ΣΤΗ «ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ»
Το αποτέλεσμα της τακτικής των δανειστών, στην οποία ζωτικό ρόλο έχει παίξει το ιδιότυπο μέτωπο που έχει συγκροτήσει ο Σόιμπλε με τις ηγεσίες ΕΚΤ και ΔΝΤ, είναι ότι έχουν εκτρέψει την επαναδιαπραγμάτευση σε μια διαδικασία «συμμόρφωσης» στο πνεύμα του μνημονίου, έξω από το οποίο υπάρχει μόνο χρεοκοπία και Grexit. Ακόμη κι αν στο κορυφαίο επίπεδο της ευρωπαϊκής ηγεσίας (Μέρκελ, Ολάντ, Γιούνκερ) επικρατεί μια πιο διαλλακτική και ρεαλιστική προσέγγιση αυτού που αποκαλείται «έντιμος συμβιβασμός», δεν είναι διόλου βέβαιο ότι αυτός είναι αποδεκτός από τα εξαιρετικά αυτονομημένα κέντρα ισχύος της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, όπως είναι το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, η Κομισιόν και οι γραφειοκράτες- τεχνοκράτες που τα πλαισιώνουν. Τελευταίες χαρακτηριστικές ενδείξεις: ο επίτροπος Ντομπρόβσκις προαναγγέλλει αναθεώρηση του στόχου για την ανάπτυξη, γνωρίζοντας ότι αυτό θα επιδεινώσει τα «λογιστικά» της διαπραγμάτευσης. Το ΔΝΤ επιμένει μετ’ επιτάσεως σε περικοπές συντάξεων και περαιτέρω απορύθμιση της εργασίας και των αγορών, γνωρίζοντας ποια πολιτική πίεση ασκούν αυτά στην κυβέρνηση. Και πάνω απ’ όλους η ΕΚΤ αγνοεί επιδεικτικά τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης για το «στράγγισμα» των ταμείων, επιμένοντας στο «δόγμα»: ρευστότητα (ELA) μόνον όσο είναι φερέγγυες και κεφαλαιακά επαρκείς οι τράπεζες. Ποιος το κρίνει αυτό; Μα, η ίδια η ΕΚΤ, φυσικά.
Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ-GREXIT
Οι τρεις αυτονομημένοι θεσμοί -οι δυο τους, ΕΚΤ και ΔΝΤ, εξ ορισμού πολιτικά ανεξέλεγκτοι- κάνουν χοντρό παιχνίδι γύρω από το «κάτι» και το «τίποτα» που μπορεί να προκαλέσει στην Ευρωζώνη μια ελληνική χρεοκοπία ή ένα συνακόλουθο (;) Grexit. Αποκρύπτοντας τη σύγκρουση συμφερόντων που προκύπτει από τη διπλή τους ιδιότητα ως δανειστές (του 80% του ελληνικού χρέους) και ως «ανεξάρτητοι αξιολογητές» του οφειλέτη, τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο αυτοεκπληρούμενης προφητείας, στην οποία επιχειρούν να εγκλωβίσουν την κυβέρνηση. Στο ένα άκρο του φαύλου κύκλου είναι το «τίποτα», ή «σχεδόν τίποτα», δηλαδή μια αθέτηση πληρωμής, την οποία η ΕΚΤ και το ΔΝΤ πολύ θα ήθελαν να αντιμετωπίσουν ως χρεοκοπία εντός ευρώ, χωρίς συνέπειες σε κανένα άλλο πλην της Ελλάδας. Στο άλλο άκρο του κύκλου είναι το «κάτι» (αλλά πόσο ακριβώς;), δηλαδή το Grexit. Το οποίο καθίσταται οδυνηρός μονόδρομος αν, έπειτα από μια χρεοκοπία και ενώπιον ενός bank run, η ΕΚΤ σταματήσει να δέχεται ελληνικά ομόλογα και κλείσει και την τελευταία στρόφιγγα ρευστότητας, τον ELA. Τότε η προφητεία θα έχει εκπληρωθεί. Αλλά ως προμελετημένος φόνος (της Ελλάδας) και ως κατά λάθος βαρύς αυτοτραυματισμός (της Ευρωζώνης).
Ο φαύλος κύκλος θα μπορούσε να σπάσει, αν υπήρχε ίχνος ειλικρίνειας στη στάση και στις διακηρύξεις των δανειστών, με δυο απλά βήματα. Πρώτον, μια συμφωνία μείωσης και αναδιάρθρωσης του χρέους εδώ και τώρα θα καθιστούσε περιττή μια ελληνική χρεοκοπία, ακόμη κι αν τον Μάιο δεν πληρωνόταν η οφειλή 1 δισ. στο ΔΝΤ. Δεύτερον, αν η ΕΚΤ παίξει το ρόλο του δανειστή έσχατης καταφυγής και εγγυητή των τραπεζών, τότε οφείλει να ανακοινώσει εδώ και τώρα ότι διαθέτει όλους τους αναγκαίους πόρους για να ακυρώσει μια «έφοδο στο γκισέ». Ούτε το ένα θα γίνει ούτε το άλλο, αν και θα ήταν αυτονόητα στο πλαίσιο μιας νομισματικά κυρίαρχης χώρας ή μιας κυρίαρχης νομισματικής ένωσης. Δεν θα γίνει πριν οι δανειστές επιβάλουν στην κυβέρνηση έναν όχι έντιμο, αλλά πολιτικά οδυνηρό συμβιβασμό. Η μόνη λύση που έχει η κυβέρνηση είναι να τα προκαλέσει. Και μοναδικό της μέσο τώρα είναι να μην πληρώσει το χρέος προς το ΔΝΤ, τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Οι δανειστές απαιτούν από την κυβέρνηση «τα πάντα», υποσχόμενοι «το τίποτα», για να αποφευχθεί «το κάτι». Για να απεγκλωβιστεί απ’ αυτή την παγίδα η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να την αντιστρέψει. Να κάνει «το κάτι» και να μην δεσμευτεί για «τίποτα» που να περιέχει λιτότητα ή ολίγη από μνημόνια. Ύστερα, «τα πάντα» είναι πιθανά.
*Πηγή: rproject.gr
ΑΤΙΜΩΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΝΕΟ ΔΑΝΕΙΟ 20-30ΔΙΣ. ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΑΪΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Tου ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ*
Θέτοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όλα τα θέματα ξεκίνησαν την Πέμπτη 30 Απριλίου και αναμένεται να ολοκληρωθούν σήμερα οι συζητήσεις στην ομάδα των Βρυξελλών. Βασικό γνώρισμα τού εν εξελίξει γύρου διαπραγματεύσεων είναι τα θετικά σχόλια στον διεθνή Τύπο και εκ μέρους παραγόντων της ΕΕ, για το «εποικοδομητικό πνεύμα» που επιδεικνύει η ελληνική πλευρά. Πίσω από τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη δεν βρίσκεται τίποτε άλλο παρά η ενθάρρυνση των υποχωρήσεων του Μεγάρου Μαξίμου, που περιλαμβάνουν την αλλαγή στη σύνθεση της διαπραγματευτικής ομάδας, με την αναβάθμιση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Γιώργου Χουλιαράκη και την παράλληλη περιθωριοποίηση του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και του γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Νίκου Θεοχαράκη, που κρίθηκαν… πολύ σκληροί για να διαπραγματευθούν.
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκονται οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Στο ένα άκρο της διελκυστίνδας οι Ευρωπαίοι κατεβάζουν τον πήχη του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ σε μηδενικά επίπεδα κι ακόμη χαμηλότερα προβλέποντας έλλειμμα για το τρέχον έτος ενδεχομένως και 1%, κι αφού μάλιστα εισπραχθεί ο ΕΝΦΙΑ, επανέλθει η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στα ασφαλιστικά ταμεία κι αναβληθεί η πληρωμή της 13ης σύνταξης για το αόριστο μέλλον. Κι έτσι ζητούν τη λήψη νέων μέτρων ύψους ακόμη και 3 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση από την άλλη μεριά προβλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για την οικονομία φέτος, που δεν καθιστούν αναγκαία τα νέα μέτρα. Αποδέχεται ωστόσο την προώθηση της ιδιωτικοποίησης των επιχειρήσεων ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΔΕΣΦΑ, ΟΔΙΕ, Αστέρα Βουλιαγμένης ακόμη και του Ελληνικού με ορισμένες, περιθωριακής σημασίας τροποποιήσεις της νεοαποικιακής σύμβασης μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ.
Αν υπάρξει μια καταρχήν έστω συμφωνία σήμερα, τότε δεν αποκλείεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διευκολύνει την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, χαλαρώνοντας το καθεστώς ασφυξίας που έχει επιβάλει στην ελληνική οικονομία. Αυτό ακριβώς το καθεστώς ασφυξίας αποδείχτηκε άλλωστε και το μέσο εκβιασμού της κυβέρνησης που την οδήγησε στην υποχώρηση από τις αρχικές της θέσεις και τον διαφαινόμενο, ατιμωτικό συμβιβασμό με τους πιστωτές.
Άμεσο αποτέλεσμα των πιέσεων της ΕΚΤ ήταν η βύθιση της ελληνικής οικονομίας στην ύφεση. Το κλίμα των τελευταίων μηνών περιγράφεται παραστατικά στην τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής: Αναμενόμενος αρνητικός ρυθμός μεγέθυνσης για το πρώτο τρίμηνο του 2015 που πλέον απειλεί κι όσες επιχειρήσεις άντεξαν τα προηγούμενα χρόνια, φυγή καταθέσεων από τις αρχές Νοέμβρη ύψους 26 δισ. ευρώ, αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο κατά 3,47 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2015, κ.α. Όσο αναμφισβήτητα είναι όμως αυτά τα στοιχεία, άλλο τόσο είναι κι η αιτία τους: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που χορηγώντας έκτακτη ρευστότητα με το σταγονόμετρο (μέσω του ELA) και απαγορεύοντας στην πράξη στις εμπορικές τράπεζες να παράσχουν την αναγκαία ρευστότητα στο Δημόσιο επιδεινώνει καθημερινά το οικονομικό περιβάλλον. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλούνται ακόμη και κύματα μαζικών αναλήψεων από τις τράπεζες, όπως συνέβη την Τρίτη 28 Απριλίου, όταν χιλιάδες συνταξιούχοι έσπευσαν στα ΑΤΜ να προλάβουν να σηκώσουν τις συντάξεις τους.
Ωστόσο οι καταστροφικές ευθύνες της ΕΚΤ, που παίρνει μια το ρόλο του πυρομανούς και μια του πυροσβέστη, αποκρύπτεται από την παραπάνω έκθεση, που φτάνει στο σημείο να κρίνει ότι «η χώρα θα χρειαστεί πρόσθετη βοήθεια (= νέα δανειακή σύμβαση) ύψους 20-30 δισ. ευρώ μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα του χρέους. Αλλά και η βοήθεια αυτή θα δοθεί υπό όρους οικονομικής πολιτικής, όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».
Η αλήθεια είναι πως παρότι οι αυξημένες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους για τα επόμενα χρόνια προϋπήρχαν (2016: 13,11 δισ. ευρώ, 2017: 13,89 δισ. ευρώ, 2018: 11,26 δισ. ευρώ, 2019: 16,57 δισ. ευρώ, 2020: 13,41 δισ. ευρώ, 2021: 18,13 δισ. ευρώ, 2022: 33,36 δισ. ευρώ, 2023: 28,74 δισ. ευρώ, κ.ο.κ.), η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τους τελευταίος μήνες, με ευθύνη των Ντράγκι – Σόιμπλε – Μέρκελ, δημιούργησαν τους όρους ώστε η βαθύτερη υπερχρέωση της χώρας να φαίνεται περισσότερο αναγκαία και δικαιολογημένη. Ακόμη κι ως σωτηρία! Κοινή συνισταμένη κι επιστέγασμα όλων των παραπάνω είναι ένα νέο Μνημόνιο, που θα συνοδεύεται από επαχθείς όρους οικονομικής πολιτικής (μείωση συντάξεων, νέα φορολογία, μείωση κοινωνικών δαπανών), οι οποίοι θα αυξήσουν τη φτώχεια στην κοινωνία.
Απέναντι σε αυτήν τη ζοφερή προοπτική η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε άμεση παύση πληρωμών του χρέους, επικαλούμενη την απροθυμία των δανειστών να καταβάλλουν τη δόση των 7,2 δισ. ευρώ, και σε διαγραφή του χρέους. Όλα τ’ άλλα διαιωνίζουν την εξαθλίωση…
*Πηγή: prin.gr
Κυριακή 3 Μαίου 2015
- Τελευταια
- Δημοφιλή