Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Τα ερωτήματα του Δεκέμβρη είναι ανοιχτά

Παναγιώτης Μαυροειδής
Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, στη συμβολή των οδών Τζαβέλα και Μεσολογγίου, ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, έπεφτε νεκρός μετά από πυροβολισμό ειδικού φρουρού της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ξαφνικά, σα να έπιασε φωτιά σε ένα κάμπο γεμάτο ξηρασία αλλά και κατάφορτο με συσσωρευμένο καύσιμο υλικό, μια νεολαιίστικη έκρηξη συγκλόνισε την Ελλάδα από άκρη ως άκρη. Οι λέξεις οργή, εξέγερση, θυμός, κράτος, επανάσταση, μπήκαν ξανά στη συζήτηση. Τα πράγματα έφτασαν στο παραπέντε της κήρυξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και αυτό παρά το γεγονός ότι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα και τα επίσημα συνδικάτα, είδαν τα εξεγερτικά γεγονότα με εχθρότητα ή –στην καλύτερη περίπτωση- με επιφύλαξη και φόβο για ‘’το ανεξέλεγκτο και αδιέξοδο της βίας’’
Από τότε, έχουν έρθει τα πάνω κάτω, μένοντας ίδια μόνο στην τελευταία τους ανάλυση.
Ήταν άραγε εκείνος ο Δεκέμβρης απλά μια έκρηξη τυφλής βίας που έσβησε; Διαψεύστηκαν ίσως όσοι αναζήτησαν σε αυτόν το ιστορικό νόημα μιας εξέγερσης που διατηρούν ως φαντασίωση;
Δικαιούται κανείς να φωτογραφίζει από όποια γωνία θέλει τον άγριο Δεκέμβρη του 2008, δεν θα καταφέρει ωστόσο να τον αποσπάσει ούτε από το «παρελθόν» που τον επώασε, ούτε κυρίως από το «μέλλον» που προεικόνισε απελπιστικά ορθά.
Οι φωτιές δεν ανάβουν έτσι ξαφνικά. Στο διάστημα 1977-79, τα πανεπιστήμια φλέγονταν ενάντια στο νόμο 815. Το 1980 η Αθήνα καιγόταν θρηνώντας τους δολοφονημένους Κουμή και Κανελλοπούλου. Το 1985 ο «Γρηγορόπουλος» είχε και πάλι δολοφονηθεί στο πρόσωπο του Μ. Καλτεζά, έχοντας και τότε πυρπολήσει την Αθήνα. Στη διετία 1987-88 τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονταν με τις πρώτες «υποψίες» για το θανατηφόρο «εκσυγχρονισμό» που έφερναν οι ΕΟΚικές οδηγίες, Το 1991 ένα τεράστιο κύμα καταλήψεων σε σχολεία και πανεπιστήμια, ήρθε αντιμέτωπο με τη δολοφονία Τεμπονέρα. Στη διετία 1998-1999 οι μαθητές προχωρούσαν κατά κύματα σε καταλήψεις και διαδηλώσεις. Το 1999 , με αφορμή την επίσκεψη Κλίντον, χιλιάδες ανθρώπων συγκρούστηκαν με την αστυνομία, ενώ το 2006 ήταν η χρονιά μαζικότατων αγώνων με αφορμή το «άρθρο 16» για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Όλα αυτά δεν γράφονται μόνο για να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι αγωνιστικές και συγκρουσιακές πρακτικές στην Ελλάδα, ειδικά στο χώρο της νεολαίας, έχουν μακρά παράδοση. Ίσως μεγαλύτερη αξία έχει η επισήμανση ότι στο πλαίσιο και χάρη στην ύπαρξη αυτής της εμπειρίας με μαζικούς όρους, ωρίμασε και η συνείδηση πως «αυτές οι μορφές δε φτάνουν». Όπως και νάναι, κανείς δεν πανηγυρίζει για τους «αγώνες», όσο θα χαιρόταν για μια αληθινή νίκη, απέναντι σε ένα σύστημα που αποδεικνύεται άδικο, άτεγκτο, δολοφονικό. Η μορφή του Δεκέμβρη, ότι και να επισημάνει κανείς για τα πολιτικά του όρια, ανέστησε τη συγκρουσιακή πρακτική και διεκδίκησε μια φιλοσοφία επαναστατικής ρήξης και νίκης, σπάζοντας παράλληλα την αίσθηση αήττητου για το κράτος.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη, έκφρασε τη βαθειά πεποίθηση της νεολαίας ότι το μέλλον της είναι ήδη λεηλατημένο. Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πρωταγωνιστές ήταν ακριβώς οι «απόβλητοι» του κύκλου της καπιταλιστικής κρίσης που έκαψε την Ελλάδα στα χρόνια μετά το Δεκέμβρη: Νέοι, άνεργοι, παιδιά μεταναστών, επισφαλώς εργαζόμενοι. Αυτοί δηλαδή τους οποίους τα μνημόνια που ακολούθησαν, τους «περιποιήθηκαν» με ακόμη σκληρότερο τρόπο, μειώνοντας για παράδειγμα το βασικό μισθό των νέων όχι 22% αλλά 32%.
Δεν ήταν ωστόσο και δεν είναι μόνο η στενά οικονομική πλευρά. Η κραυγή του Νοέμβρη ήταν πραγματικά ιδιαίτερα νεολαιίστικη: ήταν μια απόρριψη της μετατροπής της ήττας της εργατικής τάξης των προηγούμενων γενιών σε μια επένδυση (ανύπαρκτης, αλλά υποχρεωτικής) επιτυχίας των νέων παιδιών μέσα από ένα αμόκ υποχρεώσεων χωρίς αντίκρισμα αλλά με κόστος στο νόημα ζωής. Όποιος δε βλέπει τον ιδιαίτερο ρόλο της νεολαίας, όχι απλά ως χωριστή συμβολή στην ανατρεπτική πάλη, αλλά και ειδικότερα ως δημιουργική συνιστώσα μετασχηματισμού μιας ανεπαρκούς γραμμής που επαγγέλλεται κατά τα άλλα την επανάσταση, μάλλον φοβάται την ίδια την επανάσταση.
Όλα τα πολιτικά κόμματα, και ιδιαιτέρως η κοινοβουλευτική αριστερά, επεσήμαναν την «απουσία πολιτικών στόχων» του Δεκέμβρη. Αυτή όμως η έλλειψη έχει ένα διπλό χαρακτήρα.
Οπωσδήποτε, αντανακλά την απουσία επαναστατικής εργατικής πολιτικής που να συνέχει τη συνολική δράση κατά του συστήματος και να τη συνδέει με την καθολική αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση. Ποικίλα αναρχικά ρεύματα, όχι μόνο δεν μπορούν να υπερβούν αυτή την αδυναμία, αλλά αιχμαλωτίζονται σε μια φαντασιακή «συνεχούς επαναστατικής δράσης» αντι-κρατισμού και «κατά των αφεντικών», χωρίς στόχο επανάστασης και σε πλήρη αφαίρεση από τον καπιταλισμό ως όλο, τις αστικές κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα.
Από την άλλη, αυτή η «έλλειψη» αιτημάτων «συγκεκριμένης» μορφής περιέχει την απόρριψη των αυταπατών των αέναων μεταρρυθμίσεων που η ρεφορμιστική αριστερά θεωρεί ως «σκαλοπάτια», αλλά και την τάση μαζικού αγκαλιάσματος του προτάγματος της ρήξης και της επαναστατικής τομής, ως αυτοτελούς προϋπόθεσης για να αλλάξει η ζωή. Το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό την πλευρά αυτή την εξέφρασε ο αντεξουσιαστικός και αναρχικός χώρος, την ίδια ώρα που η τότε ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα, δήλωνε ότι «με την πραγματική λαϊκή εξέγερση, δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι», οφείλει να προβληματίσει το σύνολο των ρευμάτων της αριστεράς και ιδιαίτερα την αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά.
Την ίδια στιγμή, ο Δεκέμβρης απέδειξε ότι το επαναστατικό πρόταγμα δεν ταυτίζεται με τη θεολογική, μεταφυσική μορφή που του προσδίδει ο κομμουνιστικός ρεφορμισμός, αλλά αντίθετα, μπορεί να νοηματοδοτήσει εκρηκτικά την άμεση δράση. Όσο είναι αληθινό πως η επαναστατική συνείδηση που οφείλει με τη δράση της να διαμορφώνει η πρωτοπορία, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι «δρώντας, μαθαίνουμε και συνειδητοποιούμε».
Αυθόρμητο, βία και επανάσταση
Η Αριστερά δεν πήρε το μήνυμα
Συνηθισμένη είναι και κριτική που στήνει στο εδώλιο τον «αυθόρμητο» χαρακτήρα του Δεκέμβρη. Χίλιες δυο σωστές επισημάνσεις γίνονται, που ωστόσο δεν πρέπει να κρύψουν την πλήρη ανυποληψία των υπαρχουσών μορφών «οργανωμένης» έκφρασης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η αυθόρμητη και ημιτελής εκ νέου ανακάλυψη μορφών οργάνωσης, πλούτου πρακτικών και δράσης τις καυτές μέρες του Δεκέμβρη, αποτελούν μια εμβρυακή ψηλάφηση της συνειδητής ανάγκης για την οργάνωση του λαού και της επαναστατικής πάλης, πέρα και έξω από τις συνήθεις διαδρομές του κοινοβουλευτισμού. Και εδώ, οφείλουμε να σκάψουμε βαθύτερα… Στο κάτω κάτω θα πρέπει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι από το 2004 έως σήμερα, δύο εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη στάση του εκλογέα και μετατοπίστηκαν προς την αποχή.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η αριστερά δεν πήρε το μήνυμα, το «αίτημα» του Δεκέμβρη για άλλη απάντηση στο ζήτημα της οργάνωσης και της επαναστατικής δράσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, ούτε και όταν τέθηκε για δεύτερη φορά με μαζικούς όρους, με «ειρηνική» μορφή μέσω του κινήματος των «πλατειών» λίγα χρόνια αργότερα.
Αυτό αποδεικνύει επώδυνα ότι η πολιτική απόσταση από το Δεκέμβρη δεν είχε να κάνει κυρίως με το άρωμα «βίας» που αυτός περιείχε, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη κληρονομημένη ενσωμάτωση της ρεφορμιστικής αριστεράς σε ένα αστικό κοινοβουλευτισμό που σαπίζει, βυθιζόμενη η ίδια στο τέλμα του.
Ο Δεκέμβρης ήταν πράγματι βίαιος, χωρίς φυσικά να έχει σχέση με την αστική πολιτική και οικονομική βία της καθημερινής ζωής σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εκεί ‘’δε μιλάμε για βία, αλλά για βιασμό’’.
Βλέποντας ωστόσο αυτοκριτικά την έκβαση της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης που σηματοδότησαν τα «μνημονιακά» χρόνια, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν προετοιμαστήκαμε για αυτήν, πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά.
Το ποιος και πόσο θα ματώσει, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ανευθυνότητα, συνθήματα ή ξόρκια αποφυγής της βίας. Το 99% της κοινωνίας, σε αντίθεση με την άρχουσα κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά ολιγαρχία, ούτε έχει ανάγκη, ούτε θέλει τη βία και τα αίματα. Όλα όμως εξαρτώνται από την αδυσώπητη λογική του συσχετισμού. Από το εύρος, το βάθος και τη διάταξη του δικού μας ‘’στρατοπέδου’’, του εργατικού κοινωνικού μπλοκ της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και επανάστασης, απέναντι στο αστικό μπλοκ και την δικτατορία των αγορών.
Και για αυτό είναι μεγαλύτερη η συζήτηση που πρέπει να γίνει μέσα στην κομμουνιστική αριστερά.
πηγη: pandiera.gr
Οι εγκληματικές ευθύνες της αριστεράς που αρνείται να δει το ευρωπαϊκό ακροδεξιό τσουνάμι

Του Γιώργου Μητραλιά
Εδώ και 3-4 χρόνια, δεν περνάει μέρα χωρίς να ακούσουμε κάποιον υπεύθυνο του Σύριζα να μας καθησυχάζει και να διαλαλεί ότι στην Ευρώπη όλα βαίνουν καλώς και πάντως καλύτερα από πριν, ότι το «καλό παράδειγμα» του Σύριζα ακολουθούν ανερχόμενες δυνάμεις άλλων χωρών, ότι διευρύνονται οι ρωγμές που άνοιξε ο Σύριζα στις νεοφιλελεύθερη πανευρωπαϊκή παντοδυναμία, κλπ. κλπ. Αν όλη αυτή η ακατάσχετη μπουρδολογία δεν είχε πρακτικό αντίκρισμα θα μπορούσε να προκαλέσει μόνο γέλια. Επειδή όμως η κατάσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη και μάλλον εφιαλτική, όσο ποτέ άλλοτε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η αντίδραση δεν μπορεί παρά να είναι οργή, αγανάκτηση … και απελπισία. Γιατί; Μα, επειδή όλη αυτή η χαζοχαρούμενη αερολογία έχει χειροπιαστές καταστροφικές συνέπειες, επειδή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ήδη διαφαινόμενη σαρωτική επικράτηση της πιο μαύρης, ρατσιστικής και συχνά νεοφασιστικής και νεοναζιστικής άκρας δεξιάς σχεδόν παντού στη Γηραιά μας ήπειρο. Και μάλιστα, χωρίς μάχη, με ό,τι απομένει από την αριστερά να σφυρίζει περίπου αδιάφορα, και να τυρβάζει περί άλλα, δηλαδή να θριαμβολογεί ανέξοδα ενώ το ευρωπαϊκό μας σπίτι έχει ήδη πιάσει φωτιά και αρχίζει να λαμπαδιάζει!…
Δυστυχώς, η ευρωπαϊκή πραγματικότητα είναι διαμετρικά αντίθετη από εκείνη που μας περιγράφει ο Σύριζα και η κυβέρνησή του. H προ πολλού γκρίζα Ευρώπη γίνεται όλο και πιο μαύρη, ή μάλλον φαιά όπως η πανούκλα του (νεο)φασισμού! Και ιδού ευθύς αμέσως ένα σύντομο πανόραμα αυτής της εφιαλτικής πραγματικότητας που μόνο τυφλοί και εθελοτυφλούντες αδυνατούν να διακρίνουν. Φυσικά, λόγω και επικαιρότητας, αρχίζουμε από τη Γαλλία, όπου το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λε Πεν δεν περίμενε βέβαια τις τελευταίες τρομοκρατικές σφαγές αμάχων για να γίνει πρώτο σε δύναμη πολιτικό κόμμα της χώρας. Αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό και το ζητούμενο, τουλάχιστον από πέρυσι, είναι πλέον η έκταση της σαρωτικής προέλασής του: 35%; 40%; 50%; Ακόμα και αυτό το 50% δεν είναι πια –δυστυχώς- εξωπραγματικό καθώς το Εθνικό Μέτωπο δεν έχει αντίπαλο. Και όταν μιλάμε για αντίπαλο, δεν αναφερόμαστε πρωτίστως ούτε στη σχεδόν ομογάλακτη σαρκοζική Δεξιά, ούτε στη νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία των Ολάντ και Βαλς, που ανέκαθεν διακρινόταν για την εγκληματικά κοντόφθαλμη αντιμετώπιση του Εθνικού Μετώπου ως χρήσιμου εργαλείου για την αποδυνάμωση της παραδοσιακής δεξιάς προκειμένου οι διάφοροι Ολάντ να μπορούν εκλέγονται επωφελούμενοι από τη διαίρεση της δεξιάς. Εφαρμόζοντας το γαλλικό γνωμικό «να σκουπίζεις μπροστά από τη πόρτα σου πριν σκουπίσεις τα σπίτια των άλλων», μιλάμε για την πέραν της σοσιαλδημοκρατίας γαλλική αριστερά που τα “κατάφερε” τόσο καλά ώστε να είναι πλέον ουσιαστικά ανύπαρκτη και να περνάει τη μεγαλύτερη κρίση της στα τελευταία 120-130 χρόνια!
Εδώ δεν πρόκειται να κάνουμε τον (οικτρό) απολογισμό δεκαετιών δεξιόστροφων πολιτικών και υποταγής στη σοσιαλδημοκρατία αυτής της γαλλικής αριστεράς. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε το τελευταίο και νιοστό της αμάρτημα μόλις πριν από ένα μήνα, δηλαδή το γεγονός ότι οι βουλευτές του ΚΚ Γαλλίας υπερψήφισαν την επιβολή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δηλαδή του στρατιωτικού νόμου, που αμέσως χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές αποκλειστικά και μόνο ενάντια σε εκατοντάδες (Γάλλους και ξένους) ακτιβιστές του οικολογικού κινήματος προκειμένου να μην γίνουν οι κινητοποιήσεις με την ευκαιρία της διεθνούς συνάντησης κορυφής για τη κλιματική αλλαγή στο Παρίσι! Συμπέρασμα: Όταν οι κομμουνιστές βουλευτές υπερψηφίζουν ένα πάγιο αίτημα του Εθνικού Μετώπου, που στρέφεται μάλιστα ενάντια στις στοιχειώδεις ελευθερίες των πολιτών, δεν είναι να απορούμε γιατί οι ψηφοφόροι –αλλά και τα μέλη- αυτής της αριστεράς την εγκαταλείπουν μαζικά και προσχωρούν συν γυναιξί και τέκνοις στο κόμμα της Κας Λε Πεν…
Μήπως όμως η Γαλλία είναι η εξαίρεση του κανόνα; Μήπως αλλού τα πράγματα είναι καλύτερα; Δυστυχώς, όχι. Αν κρίνουμε μάλιστα από αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν στην Ιταλία, είναι σε αυτή τη τόσο γειτονική μας χώρα που τα τεκταινόμενα προκαλούν το μεγαλύτερο φόβο. Στη χώρα λοιπόν όπου η αριστερά δεν εκπροσωπείται στο Κοινοβούλιο εδώ και χρόνια (!), το μόνο κόμμα που καλπάζει και τριπλασιάζει –σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις- τις δυνάμεις του είναι η Λέγκα του Ρέντσο Σαλβίνι, μπροστά στον οποίο η Μαρίν Λε Πεν μοιάζει με φιλήσυχη νοικοκυρά. Αυτή λοιπόν η Λέγκα, που δεν είναι πια «του Βορρά» αλλά ολάκερης της Ιταλίας συμπεριλαμβανομένου και του φτωχού Νότου όπου αυξάνει θεαματικά τα ποσοστά της, έχει κάνει «σημαία» της τα πογκρόμ κατά των μεταναστών, ενώ ο ηγέτης της Σαλβίνι συνηθίζει να επαίρεται, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, για τις δολοφονικές του διαθέσεις ενάντια στους Ρομά, τους καταυλισμούς των οποίων αρέσκεται να πυρπολεί με τα ίδια του τα χέρια!…
Μήπως όμως, όλα αυτά είναι θλιβερό «προνόμιο» του ταλαίπωρου ευρωπαϊκού Νότου και αλλού τα πράγματα είναι καλύτερα; Δυστυχώς, και πάλι όχι. Ειδικά στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τα «πράγματα» είναι σίγουρα ακόμα χειρότερα. Στη μεγάλη –από κάθε άποψη- ευρωπαϊκή χώρα που είναι η Πολωνία, οι πρόσφατες εκλογές είδαν τη σαρωτική νίκη της ρατσιστικής αντιευρωπαΪκής άκρας δεξιάς επί της σκληρής νεοφιλελεύθερης δεξιάς! Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν στη Τσέχικη Δημοκρατία και στη Σλοβακία, ενώ στην Ουγγαρία η σκληρή ρατσιστική κυβερνητική πλειοψηφία ροκανίζεται σταδιακά από το νεοναζιστικό κόμμα που ξεπερνάει πια το 20% των ψήφων. Και όλα αυτά χωρίς να αναφερόμαστε σε –καθόλα ευρωπαϊκές- χώρες όπως Ουκρανία και η Ρωσία όπου σαρώνει ο πιο αγριανθρωπικός σωβινισμός και οι ρατσιστές και λοιποί νοσταλγοί του Τρίτου Ράϊχ τυγχάνουν της προστασίας των κυβερνητών, ενώ ο αντιφασισμός είναι πια …ποινικό αδίκημα!…
Και στον ευρωπαϊκό βορρά, στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή δύση, εκεί όπου η κρίση δεν είναι τόσο έντονη και η ανεργία περίπου «ασήμαντη» σε σύγκριση με τη δική μας; Δυστυχώς, και εκεί, δηλαδή στη Γερμανία και στη Δανία, στη Σουηδία και στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στην Αυστρία και εν μέρει στη Βρετανία, η ρατσιστική και απομονωτική άκρα δεξιά είναι παντού η ανερχόμενη δύναμη τόσο στις κάλπες όσο και στους δρόμους. Και παντού, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η ραγδαία άνοδος των μεν ακροδεξιών συνδυάζεται με την ακόμα πιο θεαματική πτώση ή ακόμα και εξαφάνιση των κάθε λογής αριστερών!…
Όσο τέλος, για τις χώρες της Ιβηρικής, που οι θριαμβολόγοι μας αρέσκονται να παρουσιάζουν ως ατμομηχανές της (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής στροφής προς τα αριστερά, η κατάστασή τους είναι τουλάχιστον αρκετά αντιφατική και σίγουρα όχι τόσο ρόδινη όσο μας την περιγράφουν. Στη Πορτογαλία, η νέα κυβέρνηση δεν είναι «της αριστεράς», όπως μας λένε, αλλά της σοσιαλδημοκρατίας, που κυβερνάει μόνη της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το πρόγραμμά της που παραμένει, στις γενικές του κατευθύνσεις, προσκολλημένο στη λιτότητα. Εξάλλου, στην Ισπανία, που εξακολουθεί –ευτυχώς- να αποτελεί τη μεγάλη κινηματική όαση της Ευρώπης, το δίδυμο Ιγκλέσιας-Ερεχόν που μονοπωλεί την ηγεσία του Podemos έχει ήδη κάνει τα πάντα για να κόψει τα φτερά αυτού του κόμματος που ξεκίνησε με άλλα όνειρα και άλλη δυναμική. Συνέπεια αυτής της καταστροφικής πορείας, είναι ότι η ισπανική δεξιά, που βρισκόταν πέρυσι τέτοιο καιρό λίγο πριν την κατάρρευσή της, ολοκληρώνει σήμερα την ανάρρωσή της και ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Πώς συμβαίνει αυτό; Απλούστατα, χάρη στην απρόσμενη επιτυχία του κόμματος των Πολιτών (Ciudadanos), που το ισπανικό κατεστημένο έβγαλε κυριολεκτικά από το μανίκι του όταν διαπίστωσε ότι η μεν παραδοσιακή δεξιά του κ. Ραχόϊ είναι ανεπανόρθωτα φθαρμένη, το δε κόμμα των Podemosαπειλεί να εκφράσει το μεγαλύτερο μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας. Ωστόσο, όποιες κι αν είναι οι –σίγουρα τεράστιες- δυνατότητες του ισπανικού κατεστημένου, το πείραμα των Ciudadanos δεν θα είχε τη σημερινή του πρωτοφανή επιτυχία αν η ηγεσία των Podemos δεν είχε κάνει, τους τελευταίους 15 μήνες, τα πάντα για να τη διευκολύνει…
Όμως, πέρα και πίσω από όλα αυτά, το μεγάλο γεγονός που ανοίγει λεωφόρους στην άκρα δεξιά είναι η απογοήτευση που προκαλεί σε δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες που δεν βολεύονται ούτε με τις πολιτικές λιτότητας ούτε με τη διαφθορά των παραδοσιακών νεοφιλελεύθερων κυβερνητικών κομμάτων, η προδοσία των ελπίδων που είχαν επενδύσει στην Ελλάδα του Σύριζα και στην Ισπανία των Podemos. Στις 21 Αυγούστου όταν κάναμε ήδη λόγο για τις «εγκληματικές ευθύνες του κ. Τσίπρα» στις «διεθνείς καταστροφικές συνέπειες της προαναγγελθείσας συνθηκολόγησης του Σύριζα» [1], λίγοι καταλάβαιναν για τι ακριβώς επρόκειτο. Σήμερα που αυτές οι «διεθνείς καταστροφικές συνέπειες» εμφανίζονται σε όλη την εφιαλτική τους μεγαλοπρέπεια, ποιος άραγε θα τολμούσε να αμφισβητήσει τις «εγκληματικές ευθύνες» που έχει ο κ. Τσίπρας αλλά και όλη η ηγεσία του Σύριζα στην εξάλειψη της τελευταίας ελπίδας και συνάμα του τελευταίου αναχώματος που υπήρχε στην Ευρώπη ενάντια στην ακροδεξιά παλίρροια;
Συμπέρασμα: ο εκ των ουκ άνευ όρος για να αντιμετωπιστεί –έστω και τώρα- το ευρωπαϊκό ακροδεξιό τσουνάμι είναι να σταματήσει πάραυτα η ευρωπαϊκή αριστερά να πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες μιλώντας για ανύπαρκτες αριστερές επιτυχίες, και να αναγνωρίσει τη κρισιμότητα των ημερών και την φοβερή απειλή που μας χτυπάει τη πόρτα. Όμως, αυτό –φυσικά- δεν αρκεί αν δεν βγουν αμέσως τα απαραίτητα (αντιφασιστικά και αντισυστημικά) καθήκοντα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Δηλαδή, οι κινηματικές και άλλες πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν αμέσως και ενωτικά για να δοθεί σε δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες που θέλουν να αντισταθούν, το σινιάλο ότι υπάρχει ακόμα μια αριστερά που δεν το βάζει κάτω και τους καλεί στον αντιφασιστικό αγώνα!…
Σημειώσεις
[1]. Βλέπε: http://www.contra-xreos.gr/arthra/900-2015-08-21-15-05-57.html
Πηγή : contra-xreos.gr
Μετά το Γενάρη «πάει» ο διαγωνισμός του ΟΛΠ;

Μετά τον Ιανουάριο φαίνεται ότι θα εξετάσει η Cosco τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για την πώληση του ΟΛΠ καθώς από τον Αύγουστο έχει «παγώσει» τις επενδυτικές κινήσεις της λόγω των εν εξελίξει συνομιλιών για συγχώνευση με την China Ocean Shipping Company.Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα Guardian η κινέζικη κυβέρνηση αναμένεται να λάβει αποφάσεις, μέσα στον Ιανουάριο, για το θέμα της συγχώνευσης, των οποίων η διαπραγμάτευση των μετοχών έχει ανασταλεί από τον Αύγουστο.
Όπως αναφέρεται σε ανακοινώσεις των δύο εταιρειών προς τα Χρηματιστήρια του Χόνγκ Κόνγκ και της Σαγκάης οι μακρές διαπραγματεύσεις για «εξυγίανση του ενεργητικού» επεκτάθηκαν στις 10 Ιανουαρίου
Σύμφωνα με την Wall Street Journal, η China Ocean Shipping Company ή Cosco Group, και η China Shipping Group Company έχουν εργαστεί, επί μήνες, για να επιτευχθεί μια συμφωνία, με επίκεντρο το συνδυασμό μονάδων εμπορευματοκιβωτίων-ναυτιλίας των δύο εταιριών.
Επίσης, αναζητούν τρόποι τη συγχώνευσης στους τομείς δεξαμενόπλοιων, ξηρού φορτίου και των λιμανιών, δήλωσαν πηγές στην εφημερίδα.
Η αξία της συγχώνευσης θα μπορούσε να υπερβαίνει τα 20 δισεκατομμύρια $, ανάλογα με το συνδυασμό των μονάδων, είπε η ίδια πηγή ενώ σύμφωνα με την εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρειών ναυτιλιακών αναλυτών Drewry Shipping Consultants Ltd κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, οι μονάδες εμπορευματοκιβωτίων και των δύο εταιρειών έχουν υποστεί ζημίες ύψους 911.000.000 $.
Είναι προφανές, λοιπόν, ότι μέχρι να κλείσει το «ντίλ» ανάμεσα στις δύο μεγάλες κινέζικες εταιρείες το ενδιαφέρον της Cosco θα μείνει «παγωμένο» για να προχωρήσει την επένδυσή της στον Πειραιά και κατά συνέπεια φαίνεται ότι η διαδικασία μπορεί να καθυστερήσει ακόμα μερικούς μήνες.
Αυτό φαίνεται ότι εξυπηρετεί την κυβέρνηση διότι πέρα από το γεγονός ότι «κερδίζει» χρόνο, θα έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει το νέο Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων ώστε όπως είπε και σε πρόσφατη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός να μην πάνε όλα τα έσοδα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους αλλά ένα μέρος να κατευθυνθεί στην πραγματική οικονομία.
πηγη: PIREAS2DAY.GR
Θοδωρής Δρίτσας: Κανένα κύμα φυγής ναυτιλιακών επιχειρήσεων από τον Πειραιά δεν έχει εκδηλωθεί. Αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο. Υπάρχουν ναυτιλιακές επιχειρήσεις που έχουν διαγραφεί από τα σχετικά μητρώα. Υπάρχει όμως και πολύ μεγαλύτερο

- Τελευταια
- Δημοφιλή