Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
11 Σεπτέμβρη 2001: Ενα χτύπημα που μπορούσε να αποφευχθεί…

Θα χρειαστεί πολύς καιρός ακόμη για να μάθουμε τι ακριβώς έγινε, ή δεν έγινε, στις 11 Σεπτέμβρη του 2001. Το γεγονός παραμένει ότι το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και το Πεντάγωνο έδωσε στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών την αφορμή να κηρύξει την «παγκόσμια αντιτρομοκρατική σταυροφορία», τον «πρώτο πόλεμο του 21ου αιώνα», όπως τον χαρακτήρισε ο πρόεδρος Μπους στις 11 Οκτώβρη του 2001.
Τα πρώτα ερωτήματα
Μετά το πρώτο πάγωμα της παγκόσμιας κοινής γνώμης μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής και των ανθρώπινων απωλειών αρχίζουν να τίθενται τα πρώτα και εύλογα ερωτήματα. Μεταξύ των άλλων, ανακύπτει το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν ένας μηχανισμός όπως αυτός που συγκροτούν το FBI, η CIA και τόσες άλλες επίσημες και μυστικές υπηρεσίες δεν εντόπισε έγκαιρα αυτούς που σχεδίαζαν μια τέτοιας έκτασης επιχείρηση; Ηταν, επομένως, δυνατόν να αποτραπεί αυτό το χτύπημα;
Τις πρώτες ώρες και τις πρώτες μέρες μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη οι αξιωματούχοι τόσο της αμερικανικής κυβέρνησης, όσο και των υπηρεσιών ασφαλείας, απαντούσαν με μισόλογα αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι υπηρεσίες είχαν λίγες και συγκεχυμένες πληροφορίες και ότι, επομένως, δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί το χτύπημα.
«Μπορούσαμε να το αποτρέψουμε..!»
Στις 30 Μάη του 2002, πριν περάσουν οκτώ μήνες από το χτύπημα, ο επικεφαλής του FBI Ρόμπερτ Μίλερ δήλωσε: «Είχαμε στα χέρια μας πληροφορίες που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στους αεροπειρατές. Υπήρχαν «κόκκινες σημαίες» και κομμάτια του παζλ, τα οποία θα μπορούσαμε να τα έχουμε ενώσει». Ηταν η πρώτη φορά που οι αμερικανικές υπηρεσίες ομολογούσαν ανοιχτά ότι το χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη μπορούσε να αποτραπεί.
Της ομολογίας αυτής προηγήθηκε ένας καταιγισμός αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων, αμερικανικών, κυρίως, και βρετανικών εφημερίδων, με τα οποία αποδεικνυόταν ότι οι υπηρεσίες είχαν εντοπίσει εγκαίρως τις ύποπτες κινήσεις των αεροπειρατών και ότι είχαν εγκαίρως ενημερώσει τόσο τους πολιτικούς προϊσταμένους, όσο και την κυβερνητική ηγεσία. Μάλιστα, όπως αποκάλυψε η «Νιου Γιορκ Τάιμς», ο ίδιος ο πρόεδρος Μπους είχε ενημερωθεί στις 6 Αυγούστου του 2001 από έναν αξιωματούχο των κατώτερων κλιμακίων της CIA για επικείμενες αεροπειρατείες από μέλη της «Αλ Κάιντα». Και όμως, δεν έγινε τίποτα…
FBI και CIA γνώριζαν
Σύμφωνα, λοιπόν, με τις αποκαλύψεις του Τύπου, τον Ιούλιο του 2001, σημείωμα του FBI από την Αριζόνα προειδοποιούσε την κεντρική υπηρεσία ότι μεγάλος αριθμός Αράβων από τη Μέση
Ανατολή παίρνει μαθήματα πτήσεων, ασφάλειας και λειτουργίας αεροδρομίων. Το γραφείο Αριζόνας ζήτησε έρευνα σε όλες τις σχολές πιλότων, αλλά «τα κεντρικά» δεν ανταποκρίθηκαν. Αποκαλύφθηκε ακόμη ότι πληροφορίες για τις δραστηριότητες μελών της «Αλ Κάιντα» είχαν δώσει στη CIA και το FBI οι υπηρεσίες της Αιγύπτου, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Φιλιππίνων.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ολιγωρία υπηρεσιών και κυβέρνησης οφείλεται σε κακή εκτίμηση, στη γραφειοκρατία, σε ανικανότητα. Αυτά υποστηρίζουν σήμερα οι αμερικανικές αρχές. Ομως, αυτή η εκδοχή καταρρίπτεται με μια καταγγελία που έκανε η πράκτορας του FBI Κόλιν Ρόουλιν από τη Μινεάπολη, σχετικά με τις έρευνες για έναν από τους υπόπτους, τον Ζακαρία Μασαουί.
«Σταματήστε την έρευνα»
Στις 16 Αυγούστου, η Ρόουλιν γράφει στην αναφορά της προς τον επικεφαλής του FBI, Ρόμπερτ Μίλερ, αποσπάσματα της οποίας δημοσίευσε το περιοδικό «Νιούσγουικ» το Μάη του 2002, ότι ένας από τους εκπαιδευτές στη σχολή πιλότων της Μινεάπολης ενημέρωσε το FBI για τις υποψίες που είχε για τον Μασαουί. Την επόμενη μέρα ο Μασαουί συνελήφθη με κατηγορίες που αφορούσαν την είσοδό του στη χώρα. Δύο ημέρες αργότερα πράκτορες στη Μινεσότα ζήτησαν από την Ουάσιγκτον την έκδοση ειδικού εντάλματος για να ερευνήσουν το προσωπικό κομπιούτερ του Μασαουί, αίτημα το οποίο απερρίφθη επανειλημμένως από το αρχηγείο του FBI. Στην αναφορά της, η Ρόουλιν τονίζει ότι «κάποιος αξιωματούχος στο αρχηγείο του FBI ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει τις προσπάθειές της να εξασφαλίσει το ένταλμα». Δηλαδή, δεν επρόκειτο για αβλεψία, ή κακή εκτίμηση, αλλά για ρητή διαταγή τερματισμού της έρευνας.
Τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται και οι απαντήσεις (όταν δίνονται) είναι ελάχιστα πειστικές. Παρ’ όλα αυτά η «μηχανή του πολέμου» συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία της. Μαζί μ’ αυτήν συνεχίζει το έργο του, ως απαραίτητο συμπλήρωμα, ο μηχανισμός της παραπληροφόρησης και της χειραγώγησης. Ενας μηχανισμός που ποτέ δε σταμάτησε και κάθε φορά προσαρμόζεται στις ανάγκες και τους στόχους των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Γραφείο Παραπληροφόρησης…
Στο αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας αναφέρεται ότι αποστολή αυτής της υπηρεσίας είναι να «παραπλανά τον «εχθρό» για να προκαλεί σύγχυση στις τάξεις του, αλλά και να διοχετεύει παραπληροφόρηση ακόμη και σε φίλους και συμμάχους. Στόχος είναι τα ξένα Μέσα Ενημέρωσης, που επικρίνουν την αμερικανική πολιτική»..!
Πηγή: Ριζοσπάστης (23/6/2002)
Το φθηνό χρήμα τελειώνει, η ώρα της κρίσης έρχεται

Γιάννης Αγγέλης
Καθώς η ΕΚΤ κινείται στα βήματα της Fed, οι ευρω-τράπεζες ανησυχούν
Πρόσφατα, ένας από τους κεντρικούς τραπεζίτες που είχαν βρεθεί στην καρδιά της κρίσης το 2008 ως επικεφαλής της ΕΚΤ, ο Ζαν Κλοντ Τρισέ, ρωτήθηκε πόσο επικίνδυνη εκτιμά ότι είναι η κατάσταση σήμερα, δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. H απάντησή του ήταν εκπληκτικά… σαφής: «Τόσο επικίνδυνη όσο και την στιγμή της κατάρρευσης της αμερικάνικης τράπεζας, τον Σεπτέμβριο του 2008».
Όπως ο ίδιος θύμισε, ένα περίπου μήνα πριν την κατάρρευση της Lehman, στις 9 Αυγούστου 2008, κάπου 50 ευρωπαϊκές τράπεζες με διασυνοριακή δραστηριότητα ζητούσαν από την ΕΚΤ ρευστότητα 95 δισ. ευρώ… για να μη κλείσουν. Και τα πήραν. Ηταν η πρώτη φορά που η ΕΚΤ είχε υποχρεωθεί να κινηθεί έξω από κάθε όριο για να εμποδίσει την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, καθώς δεν υπήρχε πλέον καμία κανονική δραστηριότητα, καμία συναλλαγή ανάμεσα σε τράπεζες, ούτε επιτόκια στην αγορά…
Γιατί όμως ο Τρισέ προειδοποιεί με τόσο σαφή τρόπο για την αμεσότητα των κινδύνων σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες – πρώτη η Fed και η ΕΚΤ ακολουθεί – προχωρούν με την αναστροφή της νομισματικής τους πολιτικής (τέλος ποσοτικής χαλάρωσης, αύξηση των επιτοκίων) σε μία χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του καπιταλισμού συρρίκνωση της διαθέσιμης ρευστότητας, επιχειρώντας να ανακτήσουν τον έλεγχο εργαλείων που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν το σκάσιμο της φούσκας του χρέους. Έχουν δρομολογήσει, δηλαδή, την μεγαλύτερη κεφαλαιακή άμπωτι, που προκαλεί μαύρες τρύπες και «καταπίνει» χώρες ολόκληρες, με πρώτες στην λίστα τις αποκαλούμενες αναδυόμενες οικονομίες που έχουν τα μεγαλύτερα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όπως η Αργεντινή, η Τουρκία, αλλά και η Ν. Αφρική, η Ινδία, το Πακιστάν.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ άνοιξε τον κύκλο της ποσοτικής χαλάρωσης όταν η Fed έκλεινε την «κάνουλα» της ρευστότητας, το 2014-’15, προσπαθώντας (με επιτυχία, είναι αλήθεια) να καλύψει τις ανάγκες των ευρωπαϊκών τραπεζών – οι οποίες ήδη, είχαν απορροφήσει άμεσα και έμμεσα το μεγαλύτερο μέρος του τρίτου προγράμματος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Τα προγράμματα αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί ως το πλέον αποτελεσματικό ανάχωμα απέναντι στο τσουνάμι της κρίσης στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα μετά την κατάρρευση της Lehman και άλλων μεγάλων ομίλων στις ΗΠΑ. Συνολικά εκτιμάται ότι οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες έχουν ρίξει από το 2008 περί τα 15 τρισ. δολάρια, τα οποία έκτοτε έχουν «μοχλευθεί» από το σύστημα σύστημα δεκάδες φορές, προκαλώντας μία τρομακτικής έκτασης επέκταση του κρατικού και κυρίως του ιδιωτικού χρέους…
Το μεγάλο ερώτημα για τις κυβερνήσεις και τους υπουργούς Οικονομικών είναι αν οι ευρω-οικονομίες είναι σήμερα σε θέση να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτής της διακοπής της «τροφοδοσίας» από την ΕΚΤ, στα τέλη του 2018, με μηδενικού ή και αρνητικού κόστους χρηματοδότηση. Σημειώνεται ότι το ποσό που έχει διαθέσει η ΕΚΤ είναι κάτι περισσότερο από 2,4 τρισ. ευρώ, που αποτελούν και την βάση του ιδιωτικού και κρατικού χρέους της Ευρωζώνης, για όσο διάστημα η κεντρική τράπεζα εξακολουθεί να αγοράζει τα ομόλογά τους και να αναχρηματοδοτεί το χρέος τους (πλην της Ελλάδας).
Η ίδια η ΕΚΤ δεν έχει ξεκαθαρίσει πότε θα σταματήσει να ανακυκλώνει στην ευρωπαϊκή αγορά τα ποσά των τίτλων που έχει ήδη αγοράσει όταν λήγουν. Εχει όμως προειδοποιήσει ότι είναι πολύ πιθανό να αρχίσει να αυξάνει το βασικό επιτόκιο από τα μέσα του 2019. Για τις διεθνείς αγορές, όπως έχει αποδείξει η εμπειρία της Fed, το σημείο εκείνο θα αποτελέσει την εκκίνηση μιας μεγάλης αναστροφής στην συμπεριφορά τους σε δύο κατευθύνσεις. Αφενός, θα διαφοροποιήσουν την στάση τους έναντι της τιμολόγησης του ρίσκου κάθε χώρας, αφού πλέον δεν θα τα «καλύπτει» όλα η ΕΚΤ και αφετέρου θα αρχίσουν να κινούνται – όπως συνέβη και με τις ΗΠΑ – σε πεδία μεγαλύτερων αλλά ασφαλέστερων αποδόσεων, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την ασφυκτική πίεση που ήδη εκδηλώνεται στις αναδυόμενες αγορές.
Η Αργεντινή και η Τουρκία είναι μόνο η προειδοποίηση για το τσουνάμι που έρχεται.
πηγη: prin.gr
Η εκλογή της Εφορευτικής Επιτροπής και οι εκλογές στην ΠΕΝΕΝ

Με απόλυτη επιτυχία και μαζική συμμετοχή των μελών πραγματοποιήθηκε η Έκτακτη Γενική Συνέλευση για την εκλογή 3μελούς Εφορευτικής Επιτροπής η οποία αναλαμβάνει την ευθύνη για την διενέργεια των αρχαιρεσιών στην ΠΕΝΕΝ.
Η πρόταση της Διοίκησης (Ταξική Αγωνιστική Συσπείρωση Ναυτών) εξέλεξε και τα 3 μέλη στην Εφορευτική Επιτροπή.
Σύμφωνα με την ψηφοφορία εκλέγονται:
- ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗΣ
- ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΓΓΕΛΟΣ
- ΡΕΝΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Επίσης εξελέγησαν και 3 αναπληρωματικά μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής
Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η Εφορευτική Επιτροπή θα ανακοινώσει τις ημερομηνίες για την κατάθεση των υποψηφιοτήτων.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα που ομόφωνα ενέκρινε η Συνέλευση, η έναρξη της ψηφοφορίας ορίστηκε για τις 26/10/2018 και η λήξη της ψηφοφορίας στις 12/2/2019.
Στο πλαίσιο αυτό ο συνολικός χρόνος των εκλογών ορίστηκε στο μέγιστο διάστημα που προβλέπει το καταστατικό με σκοπό την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή των μελών στις εκλογές του ιστορικού μας Σωματείου.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ καλεί τα μέλη της να πάρουν μαζικά μέρος στις αρχαιρεσίες και με την ψήφο τους να αναδείξουν νέα Διοίκηση η οποία θα στηρίζει την ταξική – αγωνιστική πορεία της ΠΕΝΕΝ ώστε αυτή να εξακολουθήσει τον δρόμο της ταξικής πάλης για τα συμφέροντα του κλάδου, συνολικά των Ναυτεργατών και της εργατικής τάξης της χώρας μας.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Ιντλίμπ, η «τελική μάχη» που ίσως να μην έρθει ποτέ

Η επαρχία Ιντλίμπ υπήρξε τα τελευταία χρόνια του πολέμου στη Συρία η μοναδική επιλογή που έδινε ο Μπασάρ Αλ Άσαντ στους αντικαθεστωτικούς για να διαφύγουν. Κοινώς το δίλημμα που τους έθετε κατά την επέλαση του Συριακού στρατού για την ανακατάληψη της χώρας ήταν «Ιντλίμπ ή θάνατος».
Έτσι πλήθος αντικαθεστωτικών, τζιχαντιστές ή μαχητές της αντιπολίτευσης, κατέφυγαν, μέσα από διαδρομές ασφαλείας που προσφέρονταν, στην βορειοδυτική επαρχία της Συρίας, η οποία έχει εξελιχθεί στο τελευταίο μέτωπο του Συριακού πολέμου, το τελευταίο οχυρό των αντικαθεστωτικών. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν πως στην επαρχία βρίσκονται σήμερα περισσότεροι από 2,9 εκατομμύρια άνθρωποι, εκ των οποίων 1,4 εκατομμύρια είναι αντικαθεστωτικοί από άλλες περιοχές.
Η συγκέντρωση των αντικαθεστωτικών στην Ιντλίμπ δεν ήταν συγκυριακή. Αντίθετα αποτέλεσε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, ώστε σε πρώτη φάση να στριμωχτούν όλοι οι αντικαθεστωτικοί στα σύνορα με την Τουρκία. Η δεύτερη φάση του σχεδίου είναι ξεκάθαρη: Η ανακατάληψη της Ιντλίμπ με όποιο κόστος. Και ο Μπασάρ Αλ Άσαντ γνωρίζει πως αυτό το κόστος θα είναι πολύ μεγάλο, καθώς στην περιοχή βρίσκονται πλέον ισχυρές αντικαθεστωτικές δυνάμεις, καλά εξοπλισμένες, αλλά και ο τουρκικός στρατός, που έχει άλλες «διαθέσεις».
Μέχρι τώρα τα χτυπήματα στην επαρχία Ιντλίμπ είναι πολύ προσεκτικά. Αναλυτές σημειώνουν πως η «τελική επιχείρηση» μόνο απλή υπόθεση δεν είναι και κυρίως οι τελικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται στη Δαμασκό αλλά μάλλον στη Μόσχα. Πρόκειται για μια περιοχή στην οποία έχει ενεργή παρουσία η Τουρκία και τα συμφέροντα της Άγυρας είναι αντικρουόμενα. Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ εμφανίζονται να ενδιαφέρονται επίσης για τις εξελίξεις και να αναζητούν μια αφορμή για να παρέμβουν.
Παράλληλα ο Βλαντιμίρ Πούτιν, κατά ορισμένους αναλυτές, ενδέχεται να έχει ένα ακόμη σχέδιο στο πίσω μέρος του μυαλού του: Η διατήρηση των εγκλωβισμένων αντικαθεστωτικών στην Ιντλίμπ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πίεση προς την ΕΕ. Η έναρξη της επιχείρησης θα δημιουργούσε ένα προσφυγικό κύμα, που θα περνούσε από την Τουρκία και θα κατέληγε στην Ευρώπη.
Ο Πούτιν, σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την «απειλή» για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα. Επιπλέον η Ρωσία δεν φαίνεται διατεθειμένη να συγκρουστεί με την Τουρκία σε αυτή τη φάση και στη Δαμασκό υπάρχει η ανησυχία πως η Μόσχα θα μπορούσε να εγκαταλείψει την περιοχή, γεγονός που θα άλλαζε δραματικά την εξέλιξη του πολέμου. Εξάλλου για τη Ρωσία η Ιντλίμπ δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Όμως και η Τουρκία, που πλήττεται από την οικονομική κρίση και βρίσκεται σε ανοιχτή ρήξη με τις ΗΠΑ, δεν έχει μεγάλο περιθώριο ελιγμών και σίγουρα δεν έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει διπλό μέτωπο με Ουάσινγκτον και Μόσχα. Όμως θα ήθελε να χρησιμοποιήσει τουλάχιστον ένα μέρος της Ιντλίμπ ως ορμητήριο κατά των Κούρδων στη Βόρεια Συρία, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την περιοχή για τον έλεγχο των προσφυγικών ροών.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο Βλαντιμίρ Πούτιν φαίνεται πως δεν απορρίπτει ένα σχέδιο για κατάτμηση της Ιντλίμπ. Βάσει αυτού του σχεδίου η Τουρκία θα ελέγχει το βόρειο μέρος της επαρχίας, δημιουργώντας ένα ακόμη προτεκτοράτο αντίστοιχο με αυτό που έχει αναπτύξει ήδη στο βόρειο Χαλέπι. Το νότιο τμήμα της επαρχίας θα περάσει στον έλεγχο του συριακού καθεστώτος, ενώ το κεντρικό τμήμα, θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Ρώσων, ως μια ζώνη ασφαλείας ανάμεσα σε Συρία και Τουρκία.
Το εν λόγω σχέδιο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, έχει συζητηθεί αρκετές φορές στις τριμερής Συνόδους (Ρωσία, Ιράν, Τουρκία) ωστόσο μέχρι τώρα δεν θα επιτευχθεί συμφωνία και κυρίως δεν είναι σαφές εάν η Ρωσία έχει καταλήξει για τις προθέσεις της σχετικά με το μέλλον της περιοχής.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο τουρκικός στρατός, με τη ρωσική ανοχή, έχει εισχωρήσει σε βάθος στην επαρχία, αναπτύσσοντας δυνάμεις και καταλαμβάνοντας συγκεκριμένες στρατηγικές θέσεις. Στα ανταλλάγματα για τη συναίνεση του Κρεμλίνου, ήταν η Τουρκία, κατά την προώθησή της, να πολεμήσει την τζιχαντιστική οργάνωση Hayat Tahrir al-Sham (HTS), η οποία γεννήθηκε από την Αλ Νούσρα και αποτελεί τη δεύτερη ισχυρότερη δύναμη στο Ιντλίμπ μετά τους μαχητές της αντιπολίτευσης του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου.
Η οργάνωση HTS έμοιαζε ως ένας κοινός εχθρός για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Ακόμη και οι αντάρτες της αντιπολίτευσης εμφανίζονται διατεθειμένη να στραφούν για κάποιο διάστημα στην μάχη για τη διάλυση της τζιχαντιστικής οργάνωσης. Όμως οι Τούρκοι μέχρι τώρα έχουν αποδειχθεί απρόθυμοι να εφαρμόσουν αυτό το μέρος της συμφωνίας. Αυτό ίσως να αλλάξει, ακόμη και στο άμεσο μέλλον, καθώς η Τουρκία έχει συμφέρον να ικανοποιήσει τα αιτήματα των Ρώσων και η Μόσχα ενδιαφέρεται να συνεργαστεί στενότερα με την Άγκυρα, όσο αυτή απομακρύνεται από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ.
Όμως σήμερα υπάρχουν πληροφορίες ακόμη και για στενές σχέσεις των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας με την εν λόγω οργάνωση. Παρατηρητές εκτιμούν πως ενδεχομένως ο Ερντογάν επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τους μαχητές της HTS ως μυστική εφεδρική δύναμη εναντίον των Κούρδων στη Βόρεια Συρία. Εξάλλου μετά το Ιντλίμπ, η προσοχή όλων θα στραφεί στους Κούρδους στις βορειοανατολικές περιοχές της Συρίας - που εδώ και καιρό έχουν την υποστήριξη των ΗΠΑ - και στο εάν θα διατηρήσουν την αυτονομία τους ή αν θα καταλήξουν και πάλι υπό την κυριαρχία του Μπασάρ Αλ Άσαντ.
Η επίθεση στην Ιντλίμπ, η «τελική μάχη», όπως πολλοί την αποκαλούν, ίσως τελικά να μην πραγματοποιηθεί σε αυτή τη φάση καθώς δεν συμφέρει κανέναν. Αντίθετα η «ισορροπία τρόμου» στην περιοχή φαίνεται να τους εξυπηρετεί όλους. Υπάρχει όμως και ο κίνδυνος της κατάρρευσης, μέσα από δύο σενάρια:
- Το πρώτο είναι αν οι αντικαθεστωτικοί αρνηθούν να τεθούν υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση της Τουρκίας και κυρίως αν αρνηθούν να τερματίσουν τον πόλεμο κατά του συριακού καθεστώτος. Ο Μπασάρ Αλ Άσαντ θα αναγκαζόταν σε αυτήν την περίπτωση να ξεκινήσει μια επιχείρηση που θα δημιουργούσε νέα δεδομένα και θα προκαλούσε γενικευμένη σύρραξη.
- Το δεύτερο σενάριο προβλέπει την άρνηση του Άσαντ να παραδώσει μέρος της Ιντλίμπ στην Τουρκία. Αυτό το σενάριο προβλέπει και τη συμμετοχή του Ιράν, καθώς η Ρωσία στην παρούσα φάση αναμένεται να επέλεγε την ουδετερότητα. Όμως η Τεχεράνη έχει αρκετά προβλήματα αυτή την περίοδο, μετά τις αμερικανικές κυρώσεις και τις εσωτερικές αντιδράσεις για την πορεία της οικονομίας, και δεν φαίνεται να έχει την «πολυτέλεια» να σπαταλήσει δυνάμεις σε μια σύγκρουση εκτός συνόρων.
πηγη: tvxs.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή


