Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Αξιολόγηση στις ΗΠΑ: Τα καταστροφικά αποτελέσματα για μαθητές και εκπαιδευτικούς

«Γιατί άλλαξα γνώμη»
Το παρακάτω άρθρο είναι ένα αποκαλυπτικό κατηγορώ της εκπαιδευτικής πολιτικής των κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα προερχόμενο από την υπεράνω υποψίας υφυπουργό παιδείας του Μπους. Η Diane Ravitch είναι ιστορικός της εκπαίδευσης, ακαδημαϊκός και συγγραφέας δεκάδων βιβλίων για την εκπαίδευση. Με το κείμενό της «Γιατί άλλαξα γνώμη» (2010) περιγράφει την πλήρη μεταστροφή της από υποστηρίκτρια της “ελευθερίας επιλογής” σχολείων και της “λογοδοσίας” εκπαιδευτικών, σε κατήγορο της πολιτικής που λειτούργησε τιμωρητικά ενάντια στους πιο αδύναμους μαθητές των φτωχότερων και μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων.
Η “ελευθερία επιλογής σχολείου”, η “αυτονομία της σχολικής μονάδας”, η “λογοδοσία” και η “αξιολόγηση” των εκπαιδευτικών και των σχολείων, ήταν η σημαία της μεταρρύθμισης που σάρωσε τα σχολεία των ΗΠΑ στις αρχές του εικοστού αιώνα και δημιούργησε τα καταστροφικά για την εκπαίδευση αποτελέσματα που περιγράφονται από την Diane Ravitch.
Η αντιγραφή της πολιτικής των αμερικανικών κυβερνήσεων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και η εμμονική προσπάθεια της υπουργού Κεραμέως να ενοχοποιήσει τους εκπαιδευτικούς για να μπορέσει να περάσει την κατηγοριοποίηση των σχολείων, έχει στόχο να χτυπήσει το δημόσιο σχολείο και την καθολική και ισότιμη πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση. Τα αποτελέσματα της πρωτότυπης πολιτικής στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και πιο συγκεκριμένα του νόμου με τον παραπλανητικό τίτλο “No Child Left Behind”, αναγνωρίζονται πλέον, σχεδόν καθολικά, ως τραγικά για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και την εκρηκτική άνοδο της εκπαιδευτικής ανισότητας ανάλογα με την κοινωνική και οικονομική θέση των γονέων.
Αυτό ωστόσο δεν φαίνεται να πτοεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη, την υπουργό Κεραμέως και το σύστημα εξουσίας και ΜΜΕ που τους στηρίζουν λυσσαλέα. Στόχος τους είναι η δραματική υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και η επιβολή με το ζόρι, με προειλημμένες αποφάσεις δικαστηρίων και με την πυγμή του “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας.
Η Diane Ravitch περιγράφει παραστατικά την πολιτική που σήμερα αντιγράφει η Κεραμέως και επιχειρεί να επιβάλει στην ελληνική εκπαίδευση:
Όταν το 1991 ανέλαβα καθήκοντα υφυπουργού Παιδείας στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους πατρός, δεν είχα κάποια κατασταλαγμένη άποψη για το ζήτημα της «ελεύθερης επιλογής» στην εκπαίδευση ή για το πώς θα καταστούν οι εκπαιδευτικοί «περισσότερο υπεύθυνοι». Όμως, όταν δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψα την κυβέρνηση, υποστήριζα την αρχή της αμοιβής του εκπαιδευτικού ανάλογα με την αξία του: θεωρούσα ότι οι εκπαιδευτικοί των οποίων οι μαθητές επιτύγχαναν καλύτερα αποτελέσματα έπρεπε να αμείβονται καλύτερα από τους υπόλοιπους. Υποστήριζα, επίσης, τη γενίκευση των τεστ αξιολόγησης τα οποία μου φαίνονταν χρήσιμα, ούτως ώστε να εντοπίζουμε με ακρίβεια ποια σχολεία χρειάζονταν συμπληρωματική βοήθεια. Έτσι, εξέφρασα τον ενθουσιασμό μου όταν, το 2001, το Κογκρέσο ψήφισε έναν νόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, το νόμο NCLB («Νο Child Left Behind», «Κανένα παιδί δεν θα μείνει πίσω»), και όταν στη συνέχεια, το 2002, ο πρόεδρος Μπους τον έθεσε σε ισχύ με την υπογραφή του.
Σήμερα (2010), παρατηρώντας τις χειροπιαστές επιπτώσεις της συγκεκριμένης πολιτικής, έχω αλλάξει γνώμη, θεωρώ, πλέον, ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά έχει μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα διαχείρισης, οργάνωσης ή αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.
Ο νόμος NCLB απαιτεί από κάθε πολιτεία των ΗΠΑ να αξιολογήσει τις ικανότητες όλων των μαθητών στην ανάγνωση και στις μαθηματικές πράξεις, από το επίπεδο της τρίτης δημοτικού έως εκείνο της δευτέρας γυμνασίου. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα κάθε σχολικής μονάδας αναλύονται σε συνάρτηση με την εθνοτική προέλευση, το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας, την ενδεχόμενη ύπαρξη αναπηριών ή μαθησιακών δυσκολιών και το εισόδημα των γονέων. Σε κάθε μία από τις ομάδες που συγκροτούνται με αυτόν τον τρόπο, επιβάλλεται να επιτευχθεί, μέχρι το 2014, ποσοστό επιτυχίας 100% στα τεστ. Εάν σε ένα σχολείο, ακόμα και μία μονάχα από αυτές τις ομάδες δεν επιτυγχάνει συνεχείς προόδους προς την εκπλήρωση του στόχου που έχει τεθεί, η σχολική μονάδα υπόκειται σε κυρώσεις, των οποίων η σοβαρότητα αυξάνεται σταδιακά. Την πρώτη χρονιά, το σχολείο δέχεται μια επίπληξη. Την επόμενη, σε όλους τους μαθητές (ακόμα και σε εκείνους που πέτυχαν υψηλή βαθμολογία) προσφέρεται η δυνατότητα να αλλάξουν σχολική μονάδα. Την τρίτη χρονιά, οι φτωχότεροι μαθητές δικαιούνται δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία. Εάν το σχολείο δεν κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί μέσα σε διάστημα πενταετίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ενδεχόμενα της ιδιωτικοποίησής του, της μετατροπής του σε charter school (βλέπε παρακάτω), της πλήρους αναδιάρθρωσής του ή, απλούστατα, του κλεισίματός του. Το δε προσωπικό του μπορεί να απολυθεί. Αυτή τη στιγμή, περίπου το ένα τρίτο των δημόσιων σχολείων της χώρας (δηλαδή, περισσότερα από 30.000) έχουν ενταχθεί στην κατηγορία των σχολικών μονάδων που δεν επιτυγχάνουν «ικανοποιητικά ετήσια αποτελέσματα».
Το κρίσιμο σημείο του νόμου NCLB είναι ότι άφησε τις πολιτείες να ορίσουν τα δικά τους κριτήρια αξιολόγησης. Έτσι, κάποιες εκμεταλλεύθηκαν τη δυνατότητα να μειώσουν τις απαιτήσεις τους… έτσι ώστε να διευκολύνονται οι μαθητές να επιτύχουν τους στόχους που έχουν τεθεί. Όμως, η βελτίωση του σχολικού επιπέδου που προβάλλεται σε τοπικό επίπεδο δεν επιβεβαιώνεται πάντα από τα ομοσπονδιακά τεστ. Πράγματι, το Κογκρέσο υποχρεώνει τα σχολεία να υποβάλουν ορισμένους από τους μαθητές τους, επιλεγμένους με τυχαίο τρόπο, σε μια αξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο, στη National Assessment of Educational Progress (ΝΑΕΡ), ούτως ώστε να γίνεται δυνατή η σύγκριση των αποτελεσμάτων τους με εκείνα που παρουσιάζουν οι πολιτείες. Στο Τέξας, για παράδειγμα, όπου οι αρχές εμφανίζουν ότι έχουν επιτύχει ένα πραγματικό παιδαγωγικό θαύμα, οι επιδόσεις των μαθητών στο τεστ ανάγνωσης παρουσιάζουν στασιμότητα εδώ και δέκα χρόνια. Κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ η πολιτεία του Τενεσί υποστήριζε ότι το 90% των μαθητών της είχε επιτύχει τους στόχους που είχαν τεθεί για το έτος 2007, η αξιολόγηση της ΝΑΕΡ αποδείχθηκε πολύ λιγότερο κολακευτική (μόλις το 26% αρίστευσε).
Ξοδεύτηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για τη σύνταξη όλων αυτών των τεστ στα οποία στηρίζονται τα συστήματα αξιολόγησης, καθώς και για τη διεξαγωγή των αντίστοιχων εξετάσεων. Σε πολλά σχολεία, αρκετούς μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής τους, οι εκπαιδευτικοί παύουν να ασχολούνται με τη διδακτέα ύλη και αφοσιώνονται στην εντατική προετοιμασία των μαθητών τους για τα τεστ. Ωστόσο, πλήθος ειδικών απέδειξε ότι τα παιδιά δεν επωφελούνται από όλη αυτή τη διαδικασία, δεδομένου ότι μαθαίνουν τις τεχνικές με τις οποίες μπορούν να επιτύχουν καλά αποτελέσματα στα τεστ και λιγότερο το πραγματικό περιεχόμενο του εξεταζόμενου μαθήματος.
Παρά τα χρήματα και τον χρόνο που διατέθηκαν, οι επιδόσεις στη ΝΑΕΡ ελάχιστα βελτιώθηκαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έμειναν στάσιμες. Μάλιστα, στα μαθηματικά παρατηρούνταν μεγαλύτερη πρόοδος πριν από την εφαρμογή του νόμου NCLB. Σύμφωνα δε με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, όσον αφορά την ανάγνωση, το επίπεδο βελτιώθηκε στην τετάρτη δημοτικού, ενώ στη δευτέρα γυμνασίου οι επιδόσεις του 2009 ήταν ίδιες με εκείνες που είχαν καταγραφεί το 1998.
Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν οι μαθητές στα τεστ, ούτε και ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτείες και οι πόλεις κατορθώνουν να επιτύχουν τα αποτελέσματα. Το πραγματικό θύμα αυτής της επιμονής των αρχών σε παρόμοιες μεθόδους είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης. Καθώς η ανάγνωση και τα πρακτικά μαθηματικά έχουν πλέον απόλυτη προτεραιότητα, οι εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν ότι αυτά τα δύο μαθήματα καθορίζουν το μέλλον του σχολείου τους -αλλά και τη διατήρηση της θέσης τους- με αποτέλεσμα να παραμελούν τα υπόλοιπα. Η ιστορία, η λογοτεχνία, η γεωγραφία, οι φυσικές επιστήμες, οι ξένες γλώσσες, η αγωγή του πολίτη και τα καλλιτεχνικά μαθήματα υποβαθμίζονται σε εντελώς δευτερεύοντα.
Από την άλλη πλευρά, εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου, μια άλλη πρόταση έχει προσελκύσει την προσοχή ισχυρών ιδρυμάτων και πλούσιων εκπροσώπων της εργοδοσίας. Πρόκειται για την «ελεύθερη επιλογή», η οποία ενσαρκώνεται κυρίως στα charter schools που έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Από εκείνη την εποχή, έχουν δημιουργήσει ένα ευρύτατο κίνημα που περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 σχολεία με 1.500.000 μαθητές. Οι συγκεκριμένες σχολικές μονάδες χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους, αλλά διοικούνται όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και δεν υπάγονται στις περισσότερες από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.
Για παράδειγμα, η πλειονότητα (ποσοστό μεγαλύτερο του 95%) αρνείται να προσλάβει συνδικαλισμένους εκπαιδευτικούς. Κι όταν οι αρχές της πολιτείας της Νέας Υόρκης θέλησαν να πραγματοποιήσουν αξιολόγηση και έλεγχο της λειτουργίας των charter schools στα οποία είχαν χορηγήσει άδεια λειτουργίας, τα σχολεία προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη για να αποτρέψουν παρόμοιο ενδεχόμενο: η πολιτεία όφειλε να τους έχει εμπιστοσύνη και να τα αφήσει να πραγματοποιήσουν αυτοέλεγχο και αυτοαξιολόγηση.
Το επίπεδό τους είναι υπερβολικά άνισο. Σε μερικά είναι εξαιρετικό, ενώ σε άλλα είναι καταστροφικό. Συνήθως το επίπεδο κυμαίνεται ανάμεσα στα δύο άκρα. Μέχρι σήμερα, έχει επιχειρηθεί μονάχα μία προσπάθεια αξιολόγησής τους σε εθνικό επίπεδο: πρόκειται για την έρευνα της Μάργκαρετ Ρέιμοντ, οικονομολόγου στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ [1]. Παρ’ όλο που χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Walton Family Foundation, το οποίο υπεραμύνεται φανατικά των charter schools, η έρευνα απέδειξε ότι μόλις το 17% των συγκεκριμένων σχολείων έχουν επιτύχει ανώτερο επίπεδο από εκείνο που απαντάται σε ένα συγκρίσιμο δημόσιο σχολείο. Το υπόλοιπο 83% επιτυγχάνει παρεμφερείς ή κατώτερες επιδόσεις. Όσον αφορά δε τις εξετάσεις της ΝΑΕΡ στην ανάγνωση και στα μαθηματικά, οι μαθητές που φοιτούν στα charter schools επιτυγχάνουν τα ίδια αποτελέσματα με εκείνους των δημόσιων σχολείων, ανεξαρτήτως κατηγορίας (μαύροι, ισπανόφωνοι, φτωχοί, κάτοικοι μεγάλων πόλεων). Παρ’ όλα αυτά, το μοντέλο των charter schools θεωρείται ότι αποτελεί τη θαυματουργή λύση για όλα τα προβλήματα του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος, τόσο για τη δεξιά -φυσικά- όσο και για πολλούς δημοκρατικούς. Μάλιστα, οι τελευταίοι έχουν δημιουργήσει και μια ομάδα πίεσης, τους «Δημοκρατικούς για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση».
Ορισμένα charter schools αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ άλλα είναι μη κερδοσκοπικά σωματεία. Η λειτουργία τους στηρίζεται στο υψηλό ποσοστό ανανέωσης του προσωπικού τους, καθώς οι εκπαιδευτικοί τους εργάζονται απίστευτα πολλές ώρες (έως και 60 ή 70 ώρες την εβδομάδα), ενώ παράλληλα είναι υποχρεωμένοι να έχουν πάντοτε το κινητό τηλέφωνό τους ανοιχτό, έτσι ώστε να μπορούν οι μαθητές τους να έρθουν σε επαφή μαζί τους οποιαδήποτε στιγμή. Η απουσία συνδικάτων διευκολύνει την επιβολή παρόμοιων συνθηκών εργασίας.
Όταν τα μέσα ενημέρωσης ενδιαφέρονται για τα charter schools, εστιάζουν πολύ συχνά την προσοχή τους σ’ εκείνα που έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι, είτε ηθελημένα είτε όχι, δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για πραγματικούς «παραδείσους» γεμάτους νεαρούς και δυναμικούς εκπαιδευτικούς και μαθητές με στολή, άψογους τρόπους και ικανούς να συνεχίσουν όλοι τους τις σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όμως, τα ρεπορτάζ αποσιωπούν ορισμένους παράγοντες που έχουν αποφασιστική σημασία. Κατ’ αρχήν, οι μαθητές τους προέρχονται από οικογένειες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχολική επίδοση των παιδιών τους. Επιπλέον, δέχονται την εγγραφή λιγότερων παιδιών με ξένη μητρική γλώσσα, με μαθησιακές δυσκολίες ή άστεγων [2], γεγονός που τους εξασφαλίζει ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τα δημόσια σχολεία. Τέλος, έχουν το δικαίωμα να διώξουν και να στείλουν σε δημόσιο σχολείο τους μαθητές που «κηλιδώνουν» την εικόνα του σχολείου.
Όταν αναπτύχθηκε το κίνημα υπέρ των charter schools, στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι θα ιδρύονταν και θα στελεχώνονταν από εκπαιδευτικούς γεμάτους ζήλο, οι οποίοι θα ενδιαφέρονταν να βοηθήσουν τους μαθητές που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Καθώς θα είχαν ελευθερία κινήσεων, θα μπορούσαν να καινοτομήσουν και να βρουν τρόπους για να βοηθηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συγκεκριμένη κατηγορία μαθητών. Έτσι, θα ωφελούνταν το σύνολο της κοινότητας όταν οι μαθητές θα επέστρεφαν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Όμως, σήμερα, τα σχολεία αυτού του τύπου ανταγωνίζονται ανοιχτά τα δημόσια σχολεία. Στο Χάρλεμ, τα δημόσια σχολεία είναι αναγκασμένα να οργανώνουν διαφημιστικές καμπάνιες που απευθύνονται στους γονείς. Οι προϋπολογισμοί των (τουλάχιστον) 500 δολαρίων για διαφημιστικά φυλλάδια φαίνονται αστείοι μπροστά στο ποσό των 325.000 δολαρίων που διαθέτει για διαφήμιση ο ισχυρός όμιλος που προσπαθεί να διώξει τα δημόσια σχολεία από την «εκπαιδευτική αγορά».
Τον Ιανουάριο του 2009, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, ήμουν σίγουρη ότι θα καταργούσε τον νόμο NCLB και θα ξεκινούσε την προσπάθειά της πάνω σε υγιείς βάσεις. Όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο: υιοθέτησε τις πιο επικίνδυνες ιδέες και επιλογές της περιόδου Μπους. Το πρόγραμμά της -με την ονομασία «Race to the Top» (Αγώνας Δρόμου προς την Κορυφή)- υπόσχεται επιδοτήσεις 4,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πολιτείες οι οποίες αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κρίσης. Για να επωφεληθούν από αυτόν τον πακτωλό, οφείλουν να καταργήσουν κάθε νομοθετικό φραγμό που αφορά τη δημιουργία των charter schools. Έτσι, η εξάπλωσή τους υλοποιεί το παλιό όνειρο των επιχειρήσεων της εκπαίδευσης και των οπαδών της θεωρίας ότι τα πάντα πρέπει να ρυθμίζονται από την αγορά, οι οποίοι φιλοδοξούν να διαλύσουν εντελώς το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.
Όμως, είναι παράλογο να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί με βάση τα αποτελέσματα των μαθητών τους, καθώς αυτά δεν εξαρτώνται μονάχα από όλα όσα συμβαίνουν μέσα στην τάξη. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας, ο ζήλος τους για μάθηση, καθώς και η υποστήριξη την οποία πρέπει -ή μπορούν- να τους εξασφαλίσουν οι γονείς τους. Κι όμως, οι μόνοι που θεωρούνται υπεύθυνοι για τις επιδόσεις των μαθητών είναι οι εκπαιδευτικοί. Όσον αφορά δε τις «αλλαγές» στις σχολικές μονάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, πρόκειται για έναν ευφημισμό που αποκρύπτει ότι πρόκειται ακριβώς για τα μέτρα που προέβλεπε και ο NCLB. Εάν οι επιδόσεις των μαθητών δεν βελτιώνονται με ταχύ ρυθμό, τα σχολεία περνούν στην αρμοδιότητα της πολιτείας, κλείνουν, ιδιωτικοποιούνται ή μετατρέπονται σε charter schools. Όταν οι αρχές της πολιτείας του Ροντ Αϊλαντ ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να απολύσουν όλο το διδακτικό προσωπικό του μοναδικού λυκείου της πόλης Σέντραλ Φολς, η απόφασή τους επικροτήθηκε από τον υπουργό Παιδείας, Αρνε Ντάνκαν, κι από τον ίδιο τον δημοκρατικό πρόεδρο. Πρόσφατα, το προσωπικό επαναπροσελήφθη, αφού προηγουμένως δέχθηκε να εργάζεται περισσότερες ώρες και να προσφέρει περισσότερη εξατομικευμένη βοήθεια στους μαθητές.
Η έμφαση που δίνει η κυβέρνηση Ομπάμα στην αξιολόγηση ώθησε τις πολιτείες να τροποποιήσουν τη σχετική νομοθεσία τους, ελπίζοντας ότι θα τους χορηγηθούν τα ομοσπονδιακά κονδύλια που τόσο πολύ χρειάζονται. Η Φλόριντα ψήφισε πρόσφατα έναν νόμο με τον οποίο απαγορεύεται η πρόσληψη εκπαιδευτικών που δεν διαθέτουν προϋπηρεσία, το ήμισυ του μισθού τους συνδέεται με τις επιδόσεις των μαθητών τους, ενώ καταργούνται και τα κονδύλια για τη διά βίου επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, η διαδικασία αξιολόγησης των σχολικών μονάδων χρηματοδοτείται με την παρακράτηση από την πολιτεία του 5% του προϋπολογισμού κάθε περιφέρειας για την εκπαίδευση. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και κατόρθωσαν να πείσουν τον κυβερνήτη Τσάρλι Κριστ να μην υπογράψει αυτόν τον νόμο, γεγονός που, πιθανότατα, σήμανε και το τέλος της πολιτικής του καριέρας στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα [3]. Όμως, παρόμοια μέτρα λαμβάνονται σχεδόν παντού σε ολόκληρη τη χώρα.
[1] « Multiple choice : Charter school performance in 16 states », Center for Research on Education Outcomes (Credo), Stanford University, Ιούνιος 2009.
[2] (ΣτM) : Στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω του κύματος των κατασχέσεων των κατοικιών την τελευταία πενταετία, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες είναι πλέον άστεγες και ζουν -αν όχι στον δρόμο- σε τροχόσπιτα και σε σκηνές. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, μεγάλο μέρος των παιδιών τους προσπαθεί να συνεχίσει τη φοίτησή του στο σχολείο.
[3] (ΣτΜ) : Ο κυπριακής καταγωγής Τσάρλι Κριστ, κυβερνήτης της Φλόριντα από το 2006, αποφάσισε να διεκδικήσει την έδρα της πολιτείας για τη Γερουσία. Στις προκριματικές εκλογές, όμως, για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, έχασε από τον Μάρκο Ρούμπιο, εκφραστή του ακραίου κινήματος Tea Party. Ο Κριστ κατέβηκε στις εκλογές της 2ας Νοεμβρίου ως ανεξάρτητος, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Ρούμπιο.
Πηγή: The Nation – αναδημοσίευση από Le Monde Diplomatique
Πηγή: imerodromos.gr
ΠΕΝΕΝ Να μην περάσει η χαμηλόμισθη και ανασφάλιστη εργασία στην γραμμή Πάτρας - Ιταλίας

Σύμφωνα με έλεγχο που πραγματοποίησε πριν λίγες μέρες κλιμάκιο της ΠΕΝΕΝ στην γραμμή Πάτρας - Ιταλίας διαπίστωσε από τα crewlistτων πλοίων της εταιρείας συμφερόντων Γκριμάλντι (ZEUSPALACE - EUROPAPALACE) ότι σε αυτά απασχολούνται και είναι ναυτολογημένοι Ναυτεργάτες Ρουμάνοι σε ειδικότητες Μηχανοστασίου - Καταστρώματος και Ξενοδοχειακού προσωπικού.
Η είσοδος στην γραμμή και στα συγκεκριμένα πλοία ανασφάλιστων και χαμηλόμισθων Ναυτεργατών ευρωπαϊκής προέλευσης ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου αυτό να επεκταθεί στο σύνολο των πλοίων της συγκεκριμένης γραμμής Πάτρας - Ιταλίας με ολέθριες συνέπειες για τις θέσεις εργασίας και τα Ναυτεργατικά δικαιώματα.
Σημειώνουμε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία σε σειρά συμφωνιών έχει παρεκκλίνει επαναλαμβανόμενα.
Παράλληλα ΥΕΝ - Λιμενικοί ενώ γνωρίζουν το πρόβλημα σιωπούν και νομιμοποιούν την εφοπλιστική αυθαιρεσία!
Η απασχόληση χαμηλόμισθων αλλοδαπών αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της συνθήκης - συμφωνίας της πολιτικής Αθηνών όπως αυτή συνομολογήθηκε στα πλαίσια της ITF (10/1995).
Συνιστά αθέμιτη και απαράδεκτη πρακτική η οποία διαμορφώνει τις συνθήκες αυτή η πολιτική να τύχει σχετικής εφαρμογής και στα υπό ελληνική σημαία πλοία.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρέπει να ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα στην κατεύθυνση κατοχύρωσης και διασφάλισης όλων των θέσεων εργασίας με συγκροτημένα δικαιώματα στην ΣΣΕ, στην κοινωνική ασφάλιση, στα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες.
Είναι σαφές ότι το πρόβλημα δεν αφορά έναν μεμονωμένο κλάδο αλλά συνολικά βασικές και μεγάλες επιστασίες και πρέπει γι αυτό να δοθεί οργανωμένη και αγωνιστική απάντηση.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Σε ύψος ρεκόρ αυξήθηκε το χρέος των φτωχών χωρών

Σε επίπεδο άνευ προηγούμενου το χρέος χωρών με χαμηλά εισοδήματα το 2020, καθώς αυξήθηκε κατά 12%, στα 860 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας της πανδημίας του νέου κορονοϊού, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, που καλεί να καταβληθούν επειγόντως προσπάθειες για να μειωθεί.
Ο πρόεδρος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού θεσμού της Ουάσινγκτον, Ντέιβιντ Μαλπάς, δήλωσε ότι η έκθεση με τίτλο «Στατιστικές για το Διεθνές Χρέος 2022» καταγράφει δραματική αύξηση του χρέους των κρατών με μεσαία και χαμηλά εισοδήματα· ζήτησε να υιοθετηθεί «συνολική προσέγγιση» για να βοηθηθούν οι χώρες αυτές προκειμένου τα χρέη τους να γίνουν βιώσιμα.
«Χρειαζόμαστε συνολική προσέγγιση στο πρόβλημα του χρέους, που θα συμπεριλαμβάνει απομείωση χρεών, αμεσότερες αναδιαρθρώσεις, αυξημένη διαφάνεια», αναφέρει ο ίδιος σε ανακοίνωση, που συνοδεύει την έκθεση.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του θεσμού, οι μισές από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου αντιμετωπίζουν ήδη οξύ πρόβλημα ως προς την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους τους ή κινδυνεύουν να το αντιμετωπίσουν.
Και τόνισε την ανάγκη να γίνει βιώσιμο το χρέος των χωρών αυτών ως ένα απαραίτητο βήμα προκειμένου να μπορέσουν να επιτύχουν οικονομική ανάκαμψη και μείωση της φτώχειας.
Κατά την έκθεση, το εξωτερικό χρέος των κρατών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μαζί αυξήθηκε κατά 5,3% το 2020 στα 8,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, πλήττοντας χώρες σε όλο τον κόσμο.
Οι συντάκτες του κειμένου υπογραμμίζουν επίσης πως το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε ταχύτερα από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕγχΠ) καθώς και από τις εξαγωγές, με τον λόγο χρέους προς ΑΕγχΠ, εξαιρουμένης της Κίνας, να αυξάνεται κατά 5% στο 42% το 2020, ενώ ο λόγος χρέους προς εξαγωγές μεγεθύνθηκε αλματωδώς, στο 154%, από 126% το 2019.
Ο Μαλπάς επισήμανε ότι χρειάζεται επειγόντως να εξεταστούν αναπροσαρμογές χρεών, με δεδομένο ότι τερματίζεται στα τέλη της χρονιάς η Πρωτοβουλία για την Αναστολή της Εξυπηρέτησης του Χρέους (Debt Service Suspension Initiative, DSSI) της G20, που προσέφερε στις φτωχότερες χώρες ανακούφιση από την καταβολή τοκοχρεολυσίων.
Η G20 και η Λέσχη του Παρισιού –οι βασικοί πιστωτές του λεγόμενου επίσημου τομέα– ανακοίνωσαν άλλη μια πρωτοβουλία, το λεγόμενο Κοινό Πλαίσιο για τις Δανειακές Ρυθμίσεις Πέραν της DSSI, για την αναδιάρθρωση μη βιώσιμων χρεών, αλλά μόλις τρία κράτη –η Αιθιοπία, το Τσαντ και η Ζάμπια– έχουν ενταχθεί σ’ αυτό ως αυτό το στάδιο.
Κίνδυνος μεγάλης υπερχρέωσης
Σύμφωνα με τον Μαλπάς, περαιτέρω αναστολές της εξυπηρέτησης του χρέους θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο Πλαίσιο αυτό, αλλά χρειάζεται δουλειά για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, που μέχρι σήμερα διστάζουν ή αποφεύγουν να εμπλακούν σε τέτοια εγχειρήματα.
Κατά την έκθεση, οι καθαρές ροές από πολυμερείς οργανισμούς προς χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα αυξήθηκαν στα 117 δισεκ. δολάρια το 2020, στο υψηλότερο επίπεδο της δεκαετίας. Ο καθαρός δανεισμός προς χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα αυξήθηκε κατά 25% στα 71 δισεκατομμύρια δολάρια, επίσης στο υψηλότερο επίπεδο της δεκαετίας, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να χορηγεί 42 δισεκ. και ακόμη 10 δισεκ. να προέρχονται από διμερείς δανειακές συμβάσεις.
Η Κάρμεν Ράινχαρτ, επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, προειδοποίησε ότι οι προκλήσεις για τις χώρες με μεγάλα χρέη θα καταστεί ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν καθώς τα επιτόκια θα αυξάνονται.
«Ο κόσμος πρέπει να σκεφτεί τι θα πρέπει να κάνει μετά την 1η Ιανουαρίου», τόνισε ο Μαλπάς απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους κατά την παρουσίαση της έκθεσης. Διότι «ο κίνδυνος είναι τώρα πολλές χώρες να βγουν από την κρίση της πανδημίας του νέου κορονοϊού με πρόβλημα μεγάλης υπερχρέωσης, που μπορεί να τους πάρει χρόνια για να διαχειριστούν», προειδοποίησε.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ - efsyn.gr
Μπουρκίνα Φάσο: Ξεκινά η δίκη για τη δολοφονία του «Αφρικανού Τσε Γκεβάρα»

Η πολυαναμενόμενη δίκη για τη δολοφονία του «πατέρα της επανάστασης» Τομά Σανκαρά ξεκινά στην αφρικανική χώρα την Δευτέρα 11 Οκτωβρίου, 34 χρόνια μετά το θάνατό του. Δεκατέσσερα άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην προέδρου της χώρας, Μπλέζ Κομπαορέ, θα προσέλθουν ως κατηγορούμενοι.
Ο 37χρονος στρατιωτικός Σανκαρά και 12 άνδρες της ακολουθίας του έπεσαν νεκροί από πυρά στασιαστών στις 15 Οκτωβρίου 1987. Το πραξικόπημα είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο στην εξουσία και την παραμονή του εκεί για 27 χρόνια του πρώην συνεργάτη του, Μπλεζ Κομπαορέ. Ο Κομπαορέ εξωθήθηκε από την εξουσία από τον στρατό το 2014 και βρήκε καταφύγιο στην γειτονική Ακτή Ελεφαντοστού, η οποία του παραχώρησε υπηκοότητα.
Ο ίδιος και το πρώην δεξί χέρι του, ο στρατηγός Ζιλμπέρ Ντιεντερέ, ο οποίος υπήρξε επικεφαλής του επίλεκτου συντάγματος προεδρικής ασφάλειας, αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνέργεια σε φόνο, βλάβη της κρατικής ασφάλειας και συνέργεια στην απόκρυψη πτωμάτων. Ο Κομπαορέ, ο οποίος πάντα απέρριπτε τις κατηγορίες ότι οργάνωσε τη δολοφονία, δικάζεται ερήμην από το στρατοδικείο στην πρωτεύουσα Ουαγκαντούγκου.
Οι δικηγόροι του ανακοίνωσαν την περασμένη εβδομάδα ότι δεν θα παρακολουθήσει μια «πολιτική δίκη» με σωρεία παρατυπιών και είπαν ότι απολάμβανε ασυλία ως πρώην αρχηγός κράτους. Ο 61χρονος Ντιεντερέ εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών για την οργάνωση σχεδίου ανατροπής κατά της μεταβατικής κυβέρνησης το 2015, που ακολούθησε την ανατροπή του Κομπαορέ.
Γιατί μετά από 34 χρόνια
Η ανακοίνωση της δίκης τον Αύγουστο ήταν μεγάλο σοκ, καθώς η δολοφονία του Σανκαρά είναι θέμα ταμπού στη χώρα. Η κυβέρνηση του Κομπαορέ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να εμποδίσει την Δικαιοσύνη να κάνει το έργο της. Μόνο μετά την πτώση του, ήταν η μεταβατική κυβέρνηση που τον αντικατέστησε που επιτάχυνε τις νομικές διαδικασίες για την απόδοση δικαιοσύνης. Ένα διεθνές ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 για τον Κομπαορέ.
Οι δικηγόροι του πρώην προέδρου επικαλούνται την ακύρωση του εντάλματος για την απουσία του από την δίκη. Τον Απρίλιο του 2016 το Ανώτατο δικαστήριο της χώρας ανακοίνωσε την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης του Κομπαορέ, η οποία όμως αφορούσε μια άλλη υπόθεση, που είχε να κάνει με την προσπάθεια ανατροπής της μεταβατικής κυβέρνησης το 2015.
Ποιος ήταν ο Σανκαρά
Ο Τομά Σανκαρά, λοχαγός και μαρξιστής-λενινιστής, ήρθε στην εξουσία με πραξικόπημα το 1983 σε ηλικία 33 ετών, με τη βοήθεια του Κομπαορέ. Συχνά αναφερόμενος ως Αφρικανός Τσε Γκεβάρα, άλλαξε την μέχρι τότε ονομασία της χώρας από «Άνω Βόλτα» (Haute-Volta) σε Μπουρκίνα Φάσο, που σημαίνει «η χώρα των έντιμων ανθρώπων», πετώντας στον κάλαθο των αχρήστων την κληρονομιά της εποχής της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Προώθησε μια σοσιαλιστική ατζέντα εθνικοποιήσεων και απαγόρευσε τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, την πολυγαμία και τους αναγκαστικούς γάμους. Όπως ο πρώην ηγέτης της Γκάνας Τζέρι Ρόουλινγκς, έγινε ίνδαλμα στους αριστερούς κύκλους της Αφρικής, εισπράττοντας επαίνους για τις ριζοσπαστικές πολιτικές του και την αφοβία του απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις.
Ο ρόλος της Γαλλίας
Η δίκη θα εξετάσει και τον ρόλο των γάλλων πρακτόρων που ενεπλάκησαν στην δολοφονία. Σύμφωνα με αναφορές, πράκτορες βρέθηκαν στην χώρα μια μέρα μετά την δολοφονία για να καταστρέψουν αρχεία που ενέπλεκαν τον Μπλεζ Κομπαορέ και υψηλόβαθμους αξιωματούχους ασφαλείας.
Πολλοί παρατηρητές σημειώνουν ότι η κυβέρνηση του Σανκαρά ήταν εναντίον της επιχείρησης Françafrique, μια συμφωνίας μεταξύ της Γαλλίας και των πρώην αποικιών της, απορρίπτοντας την μακρόχρονη σχέση της χώρας με την πρώην αποικιοκρατική δύναμη. Επίσης είχε εξοργίσει το Παρίσι καθώς κάλεσε τη Νέα Καληδονία, που είναι γαλλικό έδαφος, να μπει στη λίστα του ΟΗΕ για τα μέρη που πρέπει να απο-αποικιοποιηθούν.
Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στη Μπουρκίνα Φάσο το 2017, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υποσχέθηκε να άρει την διαβάθμιση «μυστικό εθνικής άμυνας» όλων των γαλλικών αρχείων σχετικά με τη δολοφονία του Σανκαρά. Έκτοτε, τρεις παρτίδες αποχαρακτηρισμένων εγγράφων έχουν σταλεί στην Ουαγκαντούγκου. Αυτά όμως περιέχουν μόνο δευτερεύοντα έγγραφα και δεν περιλαμβάνουν έγγραφα από τα γραφεία του Φρανσουά Μιτεράν και του Ζακ Σιράκ, οι οποίοι ήταν αντίστοιχα πρόεδρος και πρωθυπουργός της Γαλλίας τη στιγμή της δολοφονίας.
πηγη: documentonews.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή