Σήμερα: 10/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Süddeutsche_Zeitung_Τσίπρας_o_φίλος_των_εφοπλιστών.jpg

Απίστευτο δημοσίευμα της γερμανικής ΣΖ επιβεβαιώνει τις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του πρωθυπουργού με το εφοπλιστικό λόμπι – Κύριε πρωθυπουργέ, ως πότε θα παρέχετε φορολογική ασυλία στους πλοιοκτήτες;

Από την έναρξη λειτουργίας του, το 2010, το Newsbomb.gr έχει παρουσιάσει μέσα από δεκάδες αποκαλυπτικά ρεπορτάζ, το σκανδαλωδώς ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που ισχύει -μόνο- για τους Έλληνες εφοπλιστές, με τις δεκάδες φοροαπαλλαγές, τις δυνατότητες φοροαποφυγής μέσω off-shore και τα «φέσια» εκατομμυρίων στα ασφαλιστικά ταμεία των Ελλήνων ναυτεργατών.

AdTech Ad

Με το μύθο της φιλοπατρίας των «ιερών αγελάδων» του εφοπλισμού να καταρρίπτεται από την πραγματικότητα, εύλογο ερώτημα αποτελεί γιατί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ στο θέμα της φορολόγησης των εφοπλιστών, ακόμα και με τον κίνδυνο να επιβληθούν πρόστιμα στη χώρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ο πρωθυπουργός της «Αριστερής» κυβέρνησης κ. Αλέξης Τσίπρας, όσο ήταν στην αντιπολίτευση ξεστόμιζε κορώνες κατά των εφοπλιστών υποσχόμενος ότι θα τους φορολογήσει σκληρά και θα άρει τις αδικίες.

Όταν ήρθε όμως στην εξουσία προφανώς «ξέχασε» και αυτή την προεκλογική δέσμευση και όχι μόνο δεν φορολόγησε τους εφοπλιστές αλλά προσκύνησε στα συνέδρια και στις ημερίδες του εφοπλιστικού λόμπι.

Τον πήρανε... χαμπάρι!

Την μεταστροφή του Έλληνα πρωθυπουργού πήραν... χαμπάρι και οι «φίλοι» του οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν αντιληφθεί πως ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν είναι διατεθειμένος να έρθει σε καμία ρήξη με το κεφάλαιο, την ώρα που ο ελληνικός λαός βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη φτώχεια και στην ανέχεια.

Με αφορμή την κατάργηση των φοροαπαλλαγών που ζητά η Κομισιόν για τους έλληνες πλοιοκτήτες, η Süddeutsche Zeitung φιλοξενεί εκτενές άρθρο για το ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης των ελλήνων εφοπλιστών υπό τον τίτλο «Ο φίλος των εφοπλιστών».

2539760

Σχολιάζοντας την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην πρόσφατη ναυτιλιακή έκθεση «Ποσειδώνια», η SZ παρατηρεί:

«Μέχρι πρότινος το αριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα ήταν τόσο αγαπητό στους κύκλους των ελλήνων εφοπλιστών όσο και μια αβαρία σε παγωμένα νερά. Πλέον όμως πνέει ένας διαφορετικός άνεμος. Στην έκθεση Ποσειδώνια στις αρχές Ιουνίου ο Τσίπρας επαίνεσε τους εφοπλιστές για τα ‘οράματα’ και τα ‘σχέδιά’ τους. Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών Θεόδωρος Βενιαμής τον ευχαρίστησε λέγοντας ότι τα λόγια του πρωθυπουργού ήταν “ό,τι καλύτερο”. Ένας άλλος πλοιοκτήτης μάλιστα χαρακτήρισε τη συγκυβέρνηση του αριστερού κόμματος και των δεξιών λαϊκιστών τη “φιλικότερη προς τους εφοπλιστές “ από την απαρχή της ευρωδιάσωσης πριν από έξι χρόνια».

Η παρέμβαση της Βεστάγκερ

Τι συνέβη, διερωτώνται οι αρθρογράφοι, προσπαθώντας να αναλύσουν και να εξηγήσουν τους λόγους αυτής της μεταστροφής. Στις αρχές του χρόνου, όπως αναφέρει η SZ, κατέφτασε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών επιστολή της επιτρόπου Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ.

«Δημοσιοποίησε μάλιστα την επιστολή για να εντείνει προφανώς τις πιέσεις στην Αθήνα. Η Βεστάγκερ επιρρίπτει στην ελληνική κυβέρνηση ότι με τα φορολογικά προνόμια για εφοπλιστές συμβάλλει στον αθέμιτο ανταγωνισμό. Η Κομισιόν, σύμφωνα με την ίδια, θέλει να διασφαλίσει ότι μελλοντικά η υποστήριξη της Αθήνας για τον ναυτιλιακό κλάδο θα συνάδει με τους "ευρωπαϊκούς κανόνες".

Ειδικότερα η επίτροπος επικρίνει το γεγονός ότι οι εφοπλιστές απολαμβάνουν τα ειδικά φορολογικά προνόμια -που προβλέπονται μάλιστα από το σύνταγμα- ακόμη και για οικονομικές δραστηριότητες που δεν σχετίζονται άμεσα με τη ναυτιλία, όπως για την αγορά ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων. Η Βεστάγκερ τονίζει ότι οι ενστάσεις της δεν αφορούν στην κύρια δραστηριότητα των εφοπλιστών που μπορεί να συνεχίσει να φορολογείται στη βάση του τονάζ, δηλαδή της χωρητικότητας των πλοίων και όχι του πραγματικού εισοδήματος».

Η απάντηση των εφοπλιστών

«Ο Σύνδεσμος των Εφοπλιστών ανέθεσε σε ευρωπαίους ειδικούς σε θέματα ανταγωνισμού την επεξεργασία ενός φακέλου 150 σελίδων, ως απάντηση στην Βεστάγκερ. Σύμφωνα με πληροφορίες της SZ η ελληνική κυβέρνηση προώθησε -πριν την εμφάνιση του Τσίπρα στην Ποσειδώνια- την επιστολή στις Βρυξέλλες χωρίς αξιοσημείωτες αλλαγές».

Στο σημείο αυτό η εφημερίδα προχωρά σε μια σύντομη αναδρομή: «Το 2013 αρκετοί βουλευτές του αριστερού κόμματος, ανάμεσά τους και ο νυν υπουργός Ναυτιλίας Θοδωρής Δρίτσας, ρωτούσαν τη συντηρητική κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά πότε θα "καταργήσει την απαράδεκτη φορολογική πολιτική έναντι των εφοπλιστών"

Πριν την πρώτη της εκλογική νίκη τον Ιανουάριο του 2015 η κυβέρνηση Τσίπρα ήθελε να κάνει τα πάντα διαφορετικά από τους προκατόχους της. Ο επικεφαλής των εφοπλιστών Βενιαμής απειλούσε όμως ήδη τότε ότι η διατήρηση της ευνοϊκής νομοθεσίας είναι αδιαπραγμάτευτη».

Σύμφωνα με την εφημερίδα, στις τάξεις των εφοπλιστών υπάρχει όμως και μια μειοψηφούσα άποψη, που εκφράζεται μεταξύ άλλων από τον πρόεδρο του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος Ανδρέα Δρακόπουλου, ο οποίος έλεγε ήδη το 2014 προς την Καθημερινή ότι «θα πρέπει να αυξηθεί η φορολόγηση των πλουσίων, περιλαμβανομένων και των εφοπλιστών».


ΠΗΓΗ: newsbomb.gr
Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016 06:12

Ο συνεπής Αλέξης Τσίπρας!

HMERODROMOS-1.png

Αυτή τη φορά στη ΔΕΘ ο κ. Τσίπρας (στην ομιλία του και στη συνέντευξη Τύπου) έταξε λίγα και τον πίστεψαν, μάλλον, λιγότεροι από κάθε άλλη φορά…  Ακόμα και η υπόσχεση για «πάγωμα» (όχι διαγραφή) των ασφαλιστικών οφειλών των ελεύθερων επαγγελματικών και των αυτοαπασχολούμενων, που καθίστανται ληξιπρόθεσμες έως και τις 31.12.2016, μένει να αποδειχθεί πώς κι εάν θα γίνει.

Ο πρωθυπουργός, λοιπόν, αυτή τη φορά δεν έταξε πολλά. Έκανε, όμως, κάτι άλλο: Έναν απολογισμό του έργου της κυβέρνησης του και των υποσχέσεων του. Κατάφερε να βρει το θράσος να κινηθεί σε μια γραμμή που συμπυκνώνεται στο «τα είπαμε – τα κάναμε»!  Δεν χρειάζονται και πολλά για να αντιληφθεί κάποιος τι έκανε, σε σχέση με αυτά που υποσχέθηκε. Αρκεί να δει τις εξαγγελίες του πριν τις τελευταίες εκλογές, αλλά και το περιβόητο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ, το 2014. 

Όσο για την περιγραφή της πραγματικότητας στη χώρα, με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Τσίπρας, τι να πει κανείς; Θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν ζει στην Ελλάδα ο πρωθυπουργός, αλλά αυτό μάλλον θα του έδινε το άλλοθι πως είναι εκτός τόπου (και χρόνου). Μια χαρά γνωρίζει ο πρωθυπουργός τι γίνεται στη χώρα. Γνωρίζει, επίσης, πως μόνο αυτός και η κυβέρνηση του πιστεύουν πως  «Η εικόνα της Ελλάδας αλλάζει». Η εικόνα της Ελλάδας για τη ζωή των εργαζομένων, των ανέργων, και των αυτοαπασχολούμενων, αν αλλάζει, αλλάζει προς το χειρότερο. 

Από εκεί και πέρα ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένας συνηθισμένος μνημονιακός πρωθυπουργός, όπως οι προηγούμενοι. Έταξε ανάπτυξη, προσθέτοντας και τη λέξη «δίκαιη» (όπως συνηθίζει), περιμένει να κλείσει θετικά η αξιολόγηση κ. ο.κ. Παράλληλα συνέχισε τη ρητορεία για το χρέος και έφερε ξανά (στα λόγια) το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Η εκλογολογία και ο ανασχηματισμός δεν έλειψαν, όπως δεν ξεχάστηκε και η απαραίτητη δήλωση: «Δεν είμαστε εχθροί, είμαστε φίλοι της επιχειρηματικότητας». Ο κ. Τσιπρας ήξερε σε ποιο κοινό απευθύνθηκε…

Τέλος, εκείνο το οποίο προκαλεί θυμηδία είναι ένα σημείο στην ομιλία του πρωθυπουργού. Συγκεκριμένα, όταν παραδέχτηκε πως ο απολογισμός που έκανε δεν ήταν σύντομος και πρόσθεσε: «Αλλά δεν φταίω εγώ, γιατί κάναμε αρκετά αυτόν τον χρόνο»!…

tsipras-deth-sinentefxi3.jpg

Κανονικά, το τηλεοπτικό πρόγραμμα από τη Θεσσαλονίκη, τις ημέρες της ΔΕΘ, θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα έκτακτο και πρωτότυπο σήμα καταλληλότητας των εικόνων, που φιλοξενούν οι τηλεοπτικοί μας δέκτες, ειδικά σχεδιασμένο για τις περιστάσεις.

Όπως για πα­ρά­δειγ­μα υπάρ­χει το ση­μα­τά­κι «κα­τάλ­λη­λο, επι­θυ­μη­τή η γο­νι­κή συ­ναί­νε­ση», θα έπρε­πε να υπάρ­χει ένα σύγ­χρο­νο ση­μα­τά­κι, μια έν­δει­ξη που θα ση­μαί­νει «κα­τάλ­λη­λο, υπο­χρε­ω­τι­κή η συ­ναί­νε­ση της τρόι­κας» ή ένα ση­μα­τά­κι, μια έν­δει­ξη που θα ση­μαί­νει «ακα­τάλ­λη­λο για αλ­λερ­γι­κούς στο ψέμα, την εξα­πά­τη­ση και τους πο­λι­τι­κούς Πι­νό­κιο του μνη­μο­νια­κού φά­σμα­τος».

Ει­δι­κά το θέαμα, η ει­κό­να του πρω­θυ­πουρ­γού, Αλέξη Τσί­πρα το τε­λευ­ταίο δι­ή­με­ρο, τόσο στην ομι­λία των εγκαι­νί­ων όσο και στη συ­νέ­ντευ­ξη Τύπου, θα έπρε­πε να συ­νο­δεύ­ε­ται και από ορι­σμέ­να καρ­τούν, τα οποία θα περ­πα­τού­σαν δια­δο­χι­κά στο κάτω μέρος της οθό­νης, όποτε ο Τσί­πρας άνοι­ξε το στόμα του και βγή­καν τα πολλά, παλιά και νέα, σκου­ρια­σμέ­να και φρέ­σκα, αυ­τα­πό­δει­κτα και αυ­το­δια­ψευ­σμέ­να ψέ­μα­τα, για τις συ­ντά­ξεις, την πρώτη κα­τοι­κία, τον «επα­να­σχε­δια­σμό» του ΕΝΦΙΑ, την... ανα­κού­φι­ση (!) των φτω­χών με τα λεφτά από τις τη­λε­ο­πτι­κές άδειες, την... ανάσα - φιλί της ζωής (ή μήπως φιλί του Ιούδα;) για τις οφει­λές αυ­τα­πα­σχο­λού­με­νων και ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών - οφει­λές που αφο­ρούν σε με­γά­λο βαθμό στους νέους επαγ­γελ­μα­τί­ες ή ου­σια­στι­κά μι­σθω­τούς που απα­σχο­λού­νται με δελ­τία πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών (μπλο­κά­κι).

Εκεί­νες τις στιγ­μές, λοι­πόν, τις στιγ­μές των με­γά­λων ψε­μά­των, θα έπρε­πε να εμ­φα­νί­ζο­νται με­ρι­κοί κι­νού­με­νοι λαγοί με πε­τρα­χή­λια, με ποι­μα­ντο­ρι­κές ρά­βδους και μή­τρες στο κε­φά­λι τους, προ­κει­μέ­νου να κα­τα­λα­βαί­νει και ο τε­λευ­ταί­ος τη­λε­θε­α­τής τη βα­σι­μό­τη­τα, τη... βιω­σι­μό­τη­τα και την αλή­θεια των λόγων του πρω­θυ­πουρ­γού - όσο θα βρε­θεί ποτέ, λαγός να δια­φε­ντεύ­ει την Ιερά Σύ­νο­δο, τόσο θα εκ­πλη­ρω­θούν και οι «υπο­σχέ­σεις» Τσί­πρα από τη ΔΕΘ.

Το κυ­βερ­νη­τι­κό κα­ρα­βά­νι συ­νε­χί­ζει να βα­δί­ζει, με απο­κλει­στι­κό σύμ­βου­λο τον οδικό χάρτη της κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής, με πυ­ξί­δα την πιστή τή­ρη­ση του Μνη­μο­νί­ου, της λι­τό­τη­τας και της βί­αι­ης κα­πι­τα­λι­στι­κής ανα­διάρ­θρω­σης και θα συ­νε­χί­σει να το κάνει για τα επό­με­να, δύο του­λά­χι­στον χρό­νια, εφό­σον έως τότε πα­ρα­μεί­νει στις κυ­βερ­νη­τι­κές κα­ρέ­κλες και τις άμα­ξες της εξου­σί­ας. Σε αυτόν τον οδικό χάρτη και με αυτή την πυ­ξί­δα, πα­ρεκ­κλί­σεις τύπου «προ­γράμ­μα­τος της Θεσ­σα­λο­νί­κης» του 2014, «πα­ράλ­λη­λου προ­γράμ­μα­τος» του 2015, και προ­γράμ­μα­τος «λαγοί με πε­τρα­χή­λια σε ορί­ζο­ντα διε­τί­ας» φέτος, πολύ απλά, δεν χω­ρά­νε, δεν υφί­στα­νται, δεν υλο­ποιού­νται - τόσο απλά.

Ας πε­ρά­σου­με σε ορι­σμέ­να κρί­σι­μα ση­μεία, όσων ισχυ­ρί­στη­κε ο Τσί­πρας, στη διάρ­κεια της συ­νέ­ντευ­ξης Τύπου.

Με­γά­λος εμπαιγ­μός, για τους τε­λευ­ταί­ους, πι­στούς ΣΥ­ΡΙ­ΖΑί­ους, ήταν η απο­στρο­φή του, για τη δήθεν «συλ­λο­γι­κή λήψη των απο­φά­σε­ων», την οποία ο ίδιος ο Τσί­πρας εγ­γυά­ται (!!!) και την πα­ρα­πο­μπή κρί­σι­μων απο­φά­σε­ων στο Συ­νέ­δριο, το οποίο έχει προ­γραμ­μα­τι­στεί για τον Οκτώ­βριο, όταν είναι πολύ πρό­σφα­τα τα δείγ­μα­τα «σε­βα­σμού» των συ­νε­δρια­κών απο­φά­σε­ων του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, με τον Τσί­πρα, το κα­λο­καί­ρι του 2015, αντί να σκί­ζει τα μνη­μό­νια, να σκί­ζει το κα­τα­στα­τι­κό και τις πο­λι­τι­κές απο­φά­σεις τόσο των Συ­νε­δρί­ων όσο και των Κε­ντρι­κών Πο­λι­τι­κών Επι­τρο­πών, προ­κει­μέ­νου να προσ­δε­θεί στο ευ­ρω­ε­νω­σια­κό άρμα της λι­τό­τη­τας και της κοι­νω­νι­κής εξου­θέ­νω­σης και συ­ντρι­βής.

Στο θέμα της ΕΛ­ΣΤΑΤ, προ­σπά­θη­σε άγαρ­μπα να ισορ­ρο­πή­σει ανά­με­σα στο τότε και το σή­με­ρα, το τότε, του 2009-2010, όταν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ήταν πο­λι­τι­κό «βα­τρά­χι» ανά­με­σα στη δια­μά­χη των «βου­βα­λιών» ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, οπότε, κατά την λο­γι­κή Τσί­πρα, ο «μι­κρός» ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ήταν αθώος του αί­μα­τος, που έρρεε στη μάχη των «με­γά­λων», και ενώ πα­ρα­δέ­χθη­κε ότι η κυ­βέρ­νη­ση του, σή­με­ρα, δεν αμ­φι­σβη­τεί τα στοι­χεία που έχουν επι­κυ­ρω­θεί από την Eurostat. Από την άλλη, είπε ότι η ελ­λη­νι­κή δι­καιο­σύ­νη πρέ­πει να προ­χω­ρή­σει στη διε­ρεύ­νη­ση - και με τον χω­ρο­φύ­λα­κα, και με τον αστυ­φύ­λα­κα, στο ση­μείο αυτό ο Τσί­πρας.

Δεν αμ­φι­σβή­τη­σε επί­σης τον στόχο των πρω­το­γε­νών πλε­ο­να­σμά­των (ακόμη και του 3,5%), στόχο που θε­ώ­ρη­σε «εφι­κτό», για τον οποί­ον «η κυ­βέρ­νη­ση θα σφί­ξει τα δό­ντια προ­κει­μέ­νου να τον πε­τύ­χει», επει­δή δήθεν έρ­χε­ται με γορ­γούς ρυθ­μούς το... ρη­μπά­ουντ της ανά­πτυ­ξης και της εκτί­να­ξης των δει­κτών της οι­κο­νο­μι­κής απο­δο­τι­κό­τη­τας.  

Υπε­ρα­σπί­στη­κε πλή­ρως την κα­τά­πτυ­στη και απάν­θρω­πη με­τα­χεί­ρι­ση των προ­σφύ­γων σε ελ­λη­νι­κό έδα­φος, με βάση τις προ­βλέ­ψεις της συμ­φω­νί­ας με την Τουρ­κία, και εξέ­φρα­σε την απο­γο­ή­τευ­ση του, επει­δή από ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς, δεν έχουν προ­χω­ρή­σει με πιο γορ­γούς ρυθ­μούς, οι δια­δι­κα­σί­ες επα­να­προ­ώ­θη­σης και επα­νε­γκα­τά­στα­σης στην Τουρ­κία - ου­σια­στι­κά δί­νε­ται πρά­σι­νο φως για την πε­ραι­τέ­ρω στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­ση του ζη­τή­μα­τος και άμεση απέ­λα­ση αγε­λη­δόν των προ­σφύ­γων.

Με αφορ­μή την ερώ­τη­ση - το­πο­θέ­τη­ση από τη δη­μο­σιο­γρά­φο του ALPHA [ο σταθ­μός δεν πήρε τη­λε­ο­πτι­κή άδεια, ο Κο­ντο­μη­νάς έχει πε­ρά­σει όψιμα στην αντι­κυ­βερ­νη­τι­κή πλευ­ρά, με ασπί­δα και την τύχη των ερ­γα­ζό­με­νων, ενώ πα­ράλ­λη­λα κάνει δια­πραγ­μα­τεύ­σεις με τον Κα­λο­γρί­τσα για την πα­ρα­χώ­ρη­ση του σταθ­μού και προ­χω­ρά σε δι­κα­στι­κά μέσα ενα­ντί­ον του Ιβάν Σαβ­βί­δη, λόγω των δη­λώ­σε­ων του ότι υπήρ­ξε ‘’λα­γό­ς’’(χωρίς... πε­τρα­χή­λι) για τα τε­λι­κά τι­μή­μα­τα], ο Τσί­πρας ισχυ­ρί­στη­κε χωρίς αιδώ ότι η κυ­βέρ­νη­ση που συ­νε­χί­ζει στον δρόμο και τον οδικό χάρτη της κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής, «υπε­ρα­σπί­ζε­ται όλες τις θέ­σεις ερ­γα­σί­ας στη χώρα». Μά­λι­στα, ρητά πα­ρέ­πεμ­ψε το θέμα της κα­τα­πο­λέ­μη­σης της ανερ­γί­ας στον κλάδο του Τύπου - και συ­νο­λι­κά της ανερ­γί­ας στη χώρα - στην αυ­τορ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς (και της τη­λε­ο­πτι­κής) και στα υπο­τι­θέ­με­να «κί­νη­τρα» απα­σχό­λη­σης μέσω της επι­δό­τη­σης ασφά­λι­σης και απο­λα­βών μόνο στους τέσ­σε­ρις, αδειο­δο­τη­μέ­νους σταθ­μούς και απο­κλει­στι­κά για τα δύο, επό­με­να χρό­νια. (Πα­ρέν­θε­ση : Όλοι θυ­μό­μα­στε την... αυ­τορ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς όταν έρ­χο­νταν τα αλ­λε­πάλ­λη­λα, στο­χευ­μέ­να προ­ε­δρι­κά δια­τάγ­μα­τα και οι μνη­μο­νια­κές, υπουρ­γι­κές απο­φά­σεις από το 2010 και μετά, είτε για τον κα­τώ­τα­το μισθό, είτε για την κα­τα­στρα­τή­γη­ση των συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σε­ων, είτε για την ασφα­λι­στι­κή κα­τά­στα­ση, είτε για τις απο­λα­βές, τα δώρα και τις ωρι­μάν­σεις, στον δη­μό­σιο και τον ιδιω­τι­κό τομέα).

Επέ­μει­νε στο ψέμα ότι τα έσοδα από τις τη­λε­ο­πτι­κές άδειες είναι «έκτα­κτα» (εξ ου και δήθεν θα κα­τευ­θυν­θούν σε «έκτα­κτες» δρά­σεις) και επο­μέ­νως δεν έχουν συ­νυ­πο­λο­γι­στεί στους μνη­μο­νια­κούς προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς, δεν προ­ο­ρί­ζο­νται για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του χρέ­ους και δεν προ­α­παι­τεί­ται η έγκρι­ση των δα­νει­στών για την οποια­δή­πο­τε άλλη χρήση τους - πρω­θυ­πουρ­γι­κά ψεύδη που κα­ταρ­ρί­πτο­νται από το κεί­με­νο του Με­σο­πρό­θε­σμου Προ­γράμ­μα­τος του 2011, τα συ­νο­δευ­τι­κά έγ­γρα­φα των προ­ϋ­πο­λο­γι­σμών από το 2012 έως σή­με­ρα και τις δη­λώ­σεις των εκ­προ­σώ­πων της Κο­μι­σιόν ήδη από τον πε­ρα­σμέ­νο Φε­βρουά­ριο, όταν η Επι­τρο­πή ανέ­με­νε να δει τι θα ει­σπρά­ξει η κυ­βέρ­νη­ση από τις δη­μο­πρα­σί­ες (καθώς τα δυ­νη­τι­κά έσοδα από τις άδειες δεν ολο­κλη­ρώ­νο­νται με τη δη­μο­πρά­τη­ση μόνο των εθνι­κής εμ­βέ­λειας και γε­νι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου τη­λε­ο­πτι­κών σταθ­μών).

Εν­δια­φέ­ρον είχε η ερώ­τη­ση - το­πο­θέ­τη­ση της δη­μο­σιο­γρά­φου, Ελέ­νης Κα­λο­γε­ρο­πού­λου (Πα­ρα­πο­λι­τι­κά), καθώς η ατάκα της ότι «εμείς πή­ρα­με (τη­λε­ο­πτι­κή) άδεια», για να σπεύ­σει να συ­μπλη­ρώ­σει ότι το εμείς αφορά «στους Πει­ραιώ­τες», απο­κα­λύ­πτει πολύ ανοι­κτά και κα­θα­ρά, αφε­νός τις εκλε­κτι­κές, οι­κο­νο­μι­κές και όχι απλώς φι­λι­κές σχέ­σεις του Βαγ­γέ­λη Μα­ρι­νά­κη με τον Γιάν­νη Κουρ­τά­κη και τον όμιλο ΜΜΕ που δια­τη­ρεί με πυ­ρή­να την εφη­με­ρί­δα «Πα­ρα­πο­λι­τι­κά» και αφε­τέ­ρου το σύ­νο­λο των δρα­στη­ριο­τή­των και των πλο­κα­μιών, που έχει απλώ­σει στην πόλη του Πει­ραιά, ο εφο­πλι­στής κα­τη­γο­ρού­με­νος για την εγκλη­μα­τι­κή ορ­γά­νω­ση στο πο­δό­σφαι­ρο. Πα­ράλ­λη­λα, ο Τσί­πρας απέ­φυ­γε να απα­ντή­σει κα­θα­ρά στο τι θα πρά­ξει η κυ­βέρ­νη­ση, την επό­με­νη μέρα, αν ο νόμος 4339/2015 (ο νόμος Παππά) κα­τα­πέ­σει στο Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τεί­ας ως αντι­συ­νταγ­μα­τι­κός, στη συ­ζή­τη­ση επί των προ­σφυ­γών και των ασφα­λι­στι­κών μέ­τρων της προ­σε­χούς Πα­ρα­σκευ­ής.

Για την τύχη της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΔΑΘ, υπεν­θύ­μι­σε την πρό­τα­ση για την κα­το­χύ­ρω­ση στο Σύ­νταγ­μα του δη­μό­σιου ελέγ­χου στο νερό, σπεύ­δο­ντας, όμως να το­νί­σει ότι αυτό «δεν θα ση­μαί­νει ότι δεν ανα­ζη­τού­με στρα­τη­γι­κούς επεν­δυ­τές. Ζούμε στην εποχή της ελεύ­θε­ρης οι­κο­νο­μί­ας της αγο­ράς, και πρέ­πει να το κα­τα­λά­βουν όλοι» - κα­τα­λά­βα­με ποια θα είναι η τύχη των νερών και των δη­μό­σιων επι­χει­ρή­σε­ων συ­νο­λι­κά, στον κα­τά­λο­γο ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων, που έχει στα χέρια του το ΔΣ του ΤΑΙ­ΠΕΔ, από το φθι­νό­πω­ρο του 2015, και την επι­και­ρο­ποί­η­ση του, την πε­ρα­σμέ­νη άνοι­ξη.

Στην τε­λευ­ταία ερώ­τη­ση, που αφο­ρού­σε στην εν­δε­χό­με­νη, διεύ­ρυν­ση και συ­νερ­γα­σία της κυ­βέρ­νη­σης με­τα­ξύ άλλων με το ΠΑΣΟΚ, ο Τσί­πρας, ου­σια­στι­κά και τε­λε­σί­δι­κα, πλα­σα­ρί­στη­κε αυτός, προ­σω­πι­κά, ως το νέο πρό­σω­πο της ευ­ρω­παϊ­κής νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας στην Ελ­λά­δα, χωρίς όμως να κλεί­σει την πόρτα σε «προ­σω­πι­κό­τη­τες» ή άλ­λους πο­λι­τι­κούς ορ­γα­νι­σμούς, αν και ισχυ­ρί­στη­κε ότι «δεν υπάρ­χει θέμα κυ­βερ­νη­τι­κής στα­θε­ρό­τη­τας».

Η συ­νέ­χεια, όχι στην οθόνη, αλλά στους δρό­μους και τα συλ­λα­λη­τή­ρια, ενό­ψει των μέ­τρων στα Ερ­γα­σια­κά και το νέο πα­κέ­το φο­ρο­λο­γι­κής αφαί­μα­ξης της ερ­γα­τι­κής τάξης και των πλα­τιών, λαϊ­κών στρω­μά­των.

ΠΗΓΗ: rproject.gr

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016 06:08

Λαϊκισμός: Η πορεία μιας έννοιας

laikismos-populism.jpg

Δημήτρης Γρηγορόπουλος

Πολιτικές χρήσεις στην ελληνική κοινωνία
Από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ

Στη χώρα μας, ο όρος λαϊκισμός έχει ευρεία χρήση απ’ τη μεταπολίτευση και εντεύθεν, ιδίως μέχρι το 1989 (περίοδος ανόδου και κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ) και στη μετά το 2009 περίοδο μέχρι σήμερα. Στη δεύτερη περίοδο η οξύτατη κρίση και η μνημονιακή λύση συνδέθηκαν με την καταδημαγώγηση του λαού, από εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις (ιδίως ΠΑΣΟΚ και ΝΔ του νεότερου Κ. Καραμανλή) που εκμαύλισαν τον «άπραγο» λαό στην κραιπάλη ενός καταναλωτισμού με πήλινα πόδια. Αλλά και με τις αλληλοκατηγορίες κατά τη συνεχιζόμενη μνημονιακή περίοδο, των συστημικών κομμάτων, βάσιμες για αφειδή υποσχεσιολογία, η οποία στην άσκηση της διακυβέρνησης διαψευδόταν πανηγυρικά.

Πρώτος ο Γ. Παπανδρέου καθησύχασε το λαό για τα λεφτά που «υπήρχαν», στη συνέχεια η συγκυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων με τις παχυλές επαγγελίες για την απαλλαγή απ’ τα μνημόνια, που ζουν και βασιλεύουν όμως και για το «κούρεμα» του χρέους που απεναντίας όμως διογκώθηκε.

Και τελευταία η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που επάξια κατέκτησε τον κολοφώνα του λαϊκισμού υποσχόμενη μια εκδοχή κεϊνσιανής διαχείρισης, έχοντας όμως γνώση ότι το πλέγμα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, της κοινοβουλευτικής δικτατορίας και των ιμπεριαλιστικών κέντρων (ΕΕ-ΝΑΤΟ) αποκλείει και μια ήπια εκδοχή αυτής της διαχείρισης και ομνύει στην απόλυτη κυριαρχία της νεοφιλελευθερισμού!

Για τον όρο και τις πολιτικές συνεπαγωγές του, την πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ διεξήχθη σοβαρός διάλογος, σε σχέση ιδίως με το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ χαρακτηριζόταν λαϊκίστικο κόμμα ιδίως στο χώρο του ΚΚΕ εσ. και της πεφωτισμένης Δεξιάς.

Απεναντίας, στη σύγχρονη περίοδο ο όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον απ’ τη Δεξιά και τα άλλα συστημικά κόμματα όχι ως αντικείμενο επιστημονικής και ιδεολογικής διαμάχης, αλλά ως ηθική κατηγορία στιγματισμού κοινωνικοπολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών, σχεδόν ως μετωνυμία της δημαγωγίας με κατ’ εξοχήν στόχο τον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια καθημερινή πολεμικού τύπου αντιπαράθεση, αφοριστική και απαξιωτική, χωρίς αναλυτική αξία.

Η στοχοποίηση του λαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ απ’ τις συστημικές δυνάμεις υπηρετεί τα ιδιαίτερα πολιτικά τους συμφέροντα, αλλά εξέφραζε και την ταξική ανησυχία για την εδραίωση μιας ισχυρής ριζοσπαστικής δύναμης πριν απ’ την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την αμετάκλητη όπως φαίνεται υποταγή του στα κελεύσματα του συστήματος, ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός του λαϊκισμού περιορίζεται στα υπολείμματα κυρίως της σοσιαλρεφορμιστικής ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αναγωγή του ΣΥΡΙΖΑ και του λαϊκισμού του απ’ τη ΝΔ κυρίως και τις λοιπές αστικές δυνάμεις σε «εχθρό» του συστήματος και των «μεταρρυθμίσεων» δεν έχει αντικειμενική βάση. Εξυπηρετεί την ανάγκη του συστήματος για πλήρη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις του, τα σχετικώς αυτοτελή συμφέροντα των συνιστωσών του κομματικού συστήματος και τον ψευδο-πολωτικό χαρακτήρα του δικομματισμού.

Οι κατηγορίες περί λαϊκισμού και ο εξοβελισμός των λαϊκών διεκδικήσεων

Οι παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις θεωρούν ότι η αποποίηση της «ιδιοκτησίας» του μνημονιακού προγράμματος από κορυφαία κυβερνητικά και πολιτικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, η θέση ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι δική τους πολιτική (ιδιοκτησία τους), αλλά μια πολιτική που τους επιβλήθηκε από ένα συντριπτικό συσχετισμό δύναμης, αποτελούν παράγοντες που ναρκοθετούν τις «μεταρρυθμίσεις».

Παραδειγματικά, αναφέρονται σε υπουργούς (Σπίρτζης, Δρίτσας) που θέτουν φαρδιά πλατιά την υπογραφή τους σε ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικής σημασίας εθνικού πλούτου (αεροδρόμια, λιμάνι Πειραιά) «δακρυρροούντες» όμως. Η απαξίωση του συριζαϊκού λαϊκισμού στο επίπεδο επουσιωδών φιλολαϊκών ρυθμίσεων (πρόγραμμα Θεσσαλονίκης) που δεν απειλούν τη μνημονιακή προσαρμογή, αλλά δεν υποτάσσονται απόλυτα στη νεοφιλελεύθερη «κοινωνική πολιτική» (ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) ή απλώς στο επίπεδο ιδεολογικής διαφοροποίησης (ρητορικός αντινεοφιλελευθερισμός, που όμως και απ’ το ΠΑΣΟΚ ακόμη αρθρώνεται σε κάποιο βαθμό) αποκαλύπτει τη βαθιά αντιδραστικότητα και δυσανεξία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και σε δευτερεύουσες (ενδοσυστημικές) αντιθέσεις, την ανασφάλεια και φοβία του ότι αυτές οι διαφοροποιήσεις (έστω και ρητορικές) δύνανται να μετεξελιχθούν σε αντισυστημική στάση, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης του συστήματος.

tsipras-komotΗ αποτροπή όμως αυτής της δυνατότητας στο βαθμό που επιτυγχάνεται συγκροτεί διαλεκτική αντίθεση με τη δυνατότητα του κεφαλαίου να αναπαράγει και να ανασυγκροτεί τις κοινωνικές συμμαχίες του, όρος sine qua non για την κυριαρχία του με τη διαμεσολάβηση «αριστερών» συστημικών δυνάμεων, που αυτοπροβάλλονται ως εναλλακτικές. Αυτή η ολοκληρωτική στάση, που αναγκαία εμπεριέχει και τη λυσσαλέα προσπάθεια συρρίκνωσης του αριστερού ριζοσπαστισμού, έχει ήδη προκαλέσει κρίση ταυτότητας και περιορισμό της εμβέλειας της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, που σε μεγάλο ή και κύριο βαθμό επωμίστηκε τα βάρη της νεοφιλελεύθερης προσαρμογής, με συνέπεια ακόμη και την κατάρρευσή της (περίπτωση ΠΑΣΟΚ).

Αυτός ο κίνδυνος απειλεί και τα νεοσυστημικά κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, Ποδέμος, Μπλόκο, Εργατικοί υπό τον Κόρμπιν) στα οποία το σύστημα επιβάλλει ασφυκτική σχεδόν προσήλωση στα νεοφιλελεύθερα θέσφατα. Έτσι, η αναγωγή του ΣΥΡΙΖΑ και του λαϊκισμού του απ’ τη ΝΔ κυρίως και τις λοιπές αστικές δυνάμεις και τα φιλικά τους μέσα σε «εχθρό» του συστήματος και των «μεταρρυθμίσεων» δεν έχει αντικειμενική βάση. Εξυπηρετεί την ανάγκη του συστήματος για πλήρη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις του, τα σχετικώς αυτοτελή συμφέροντα των συνιστωσών του κομματικού συστήματος, κυρίως της ΝΔ και τον συνήθη στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα ψευδο-πολωτικό χαρακτήρα του δικομματισμού (ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ, στη συγκυρία).

Η αστική ιδεολογία αποδίδοντας κακοσημία στην έννοια του λαϊκισμού, με παραδειγματική αναφορά στον ΣΥΡΙΖΑ, υπηρετεί έναν ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό στόχο: να συνδέσει τα αρνητικά γνωρίσματα του λαϊκισμού όχι μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με τη ριζοσπαστική Αριστερά. Υποστηρίζει ότι στις δυσκολίες του σύγχρονου οικονομικοκοινωνικού τοπίου, ιδιαίτερα στις χώρες που επλήγησαν δεινά απ’ την κρίση, όπως η Ελλάδα, η αριστερή πολιτική με τις παχυλές υποσχέσεις της προς τις υποτελείς τάξεις και την εχθρότητά της προς το σύστημα εκφράζει μια πολιτική δημαγωγική, ανεύθυνη, ουτοπική ή δυστοπική (εδώ αξιοποιούν καταχρηστικά και μηδενιστικά το παράδειγμα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και εχθρική προς τη δημοκρατία.

Αν κύριος εχθρός αναγορευθεί κάποια εθνοτική ομάδα τότε ο λαϊκισμός προσλαμβάνει ακροδεξιά και εθνικιστική χροιά, τοποθετώντας στη θέση του «αγνού λαού» το «αγνό έθνος».

Ο λαϊκισμός δεν αποτελεί μια συνεκτική και μονοσήμαντη πολιτικά και ταξικά ιδεολογία. Παρά την ποικιλία όμως ορισμών και προσεγγίσεων από ιδεολογικά ρεύματα και μελετητές, υπάρχει σημαντική σύγκλιση στα γνωρίσματά του, που περιορίζει τον χαμαιλεοντικό χαρακτήρα του.

Συγκεκριμένα: στις ποικίλες εκδοχές του ο λαϊκισμός θεωρεί την κοινωνία διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, τον «αγνό λαό» ενάντια στις «διεφθαρμένες ελίτ» και υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να θεωρείται έκφραση της γενικής βούλησης του λαού, ενώ προνομιακή και καθοριστική θεωρεί τη σχέση του λαού με τον χαρισματικό ηγέτη του, που δεν δεσμεύεται απ’ τους θεσμούς σύμφωνα και με την περίφημη δήλωση του Α. Παπανδρέου.

Πρόκειται από ταξική άποψη για ιδεολογία που ανταποκρίνεται στην ενδιάμεση θέση των μεσοστρωμάτων. Εκφράζει την αντίθεσή τους προς τις ηγετικές κοινωνικές ομάδες. Η αντίθεση αυτή όμως δεν προσδιορίζεται με αντικειμενικά ταξικά κριτήρια, αλλά με ηθικά. Ο αγνός λαός αντιπαρατίθεται στις διεφθαρμένες ελίτ, που με αθέμιτα μέσα καταλαμβάνουν και ασκούν την εξουσία, εκμεταλλευόμενες και παρασιτώντας εις βάρος του μόχθου του λαού.

Είναι προφανές, όπως εν γένει στα ιδεολογικά μικροαστικά μορφώματα, ότι ο λαϊκισμός μπορεί να οδηγήσει σε μιαν αριστερή αλλά και σε μια δεξιά πολιτική.

Αν στη θέση του εχθρού τοποθετήσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, την αστική τάξη που εκμεταλλεύεται την εργατική και τις υποτελείς γενικά τάξεις, τότε στρέφεται σε μιαν αριστερόστροφη κατεύθυνση, που μπορεί να επαναστατικοποιηθεί με την ηγεμονία του προλεταριάτου και της ιστορικής αποστολής του.

Αν στη θέση του βασικού εχθρού τοποθετούνται με υποκειμενικά ηθικά κριτήρια διεφθαρμένες ελίτ, επίορκοι πολιτικοί, η παράνομη και ανήθικη διαπλοκή, το πελατειακό κράτος ή ακόμη χειρότερα, οι ξένοι, τότε ο λαϊκισμός ακολουθεί μια δεξιόστροφη πορεία. Εντάσσεται στις πολιτικές δυνάμεις προστασίας και αναπαραγωγής του συστήματος, με προώθηση, στην καλύτερη περίπτωση, ορισμένων δευτερευουσών βελτιωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως συνέβη στην πρώτη (1981-85) τετραετία του ΠΑΣΟΚ. Ενώ στη χειρότερη περίπτωση, αν κύριος εχθρός αναγορευθεί κάποια εθνοτική ομάδα (Εβραίοι απ’ το ναζισμό), οι μετανάστες (Χρυσή Αυγή), οι κομμουνιστές κ.ά. τότε ο λαϊκισμός προσλαμβάνει ακροδεξιά και εθνικιστική χροιά (Χρυσή Αυγή, Ανεξάρτητοι Έλληνες) τοποθετώντας στη θέση του «αγνού λαού» το «αγνό έθνος».

Αριστερόστροφος λαϊκισμός εμφανίστηκε κυρίως στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ και πριν το 2012 στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο συμβιβασμός των ηγεσιών τους για τη διαχείριση του συστήματος προοιώνισε την αποριζοσπαστικοποίησή τους. Στις συνθήκες κρίσης και μνημονιακής λαίλαπας, που δεν επιτρέπει παραχωρήσεις στο λαϊκό συμφέρον, οι συστημικές δυνάμεις (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ιδιόμορφα η Χρυσή Αυγή) ιδιοποιούνται το λαϊκισμό στη μορφή αγοραίας καταδημαγώγησης για υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 11.9.2016

Σελίδα 3923 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή