Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η νέα κανονικότητα της φτώχειας

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Για πρώτη φορά από την ίδρυσή τους, το 1971, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έστειλαν συνεργεία ανθρωπιστικής βοήθειας σε Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία, όπου ο πληθυσμός των αστέγων διογκώθηκε απότομα. Από τα μέσα Απριλίου, τα εστιατόρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο μοιράζουν από 1.000 γεύματα την ημέρα σε φτωχούς. Οι ουρές ανθρώπων με κουπόνια σίτισης μακραίνουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Σε πανηπειρωτική κλίμακα, οι αιτήσεις για επισιτιστική βοήθεια αυξήθηκαν κατά 25% τον περασμένο μήνα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τραπεζών Τροφίμων (FEBA).
Τα χειρότερα έπονται, καθώς η οικονομική ύφεση που έφεραν τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση του Covid-19 αποδείχθηκε βαθύτερη από ό,τι περίμεναν οι περισσότεροι και οι κοινωνικές επιπτώσεις της απέχουν πολύ από το να έχουν κορυφωθεί. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι μέχρι το τέλος της χρονιάς η ανεργία θα φτάσει το 10,4% στη Γαλλία, το 12,7% στην Ιταλία, το 14,1% στην Ισπανία και το 22,3% στην Ελλάδα. Τα συστημικά ΜΜΕ που λιβανίζουν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο τον Κυριάκο Μητσοτάκη ανακαλύπτουν τώρα ότι το ΔΝΤ έγινε διαβόητο για τις αποτυχημένες προβλέψεις του, αποσιωπώντας ότι επρόκειτο γιαυπεραισιόδοξεςπροβλέψεις, οι οποίες είχαν στόχο να δικαιώσουν τα Μνημόνια που τα ίδια συστημικά μέσα και κόμματα τότε εξυμνούσαν.
Ακόμη κι αν η πανδημία δεν γνωρίσει ένα δεύτερο, φονικό κύμα το φθινόπωρο, ακόμη κι αν οι οικονομικοί δείκτες επανέλθουν, την επόμενη χρονιά, στα προηγούμενα επίπεδα (δύο τεράστια ΑΝ για τα οποία ουδείς μπορεί να στοιχηματίσει), δεν θα συμβεί το ίδιο με τις ζωές των ανθρώπων. Για πολλούς εργαζόμενους, συνταξιούχους και ανέργους, η φτώχεια θα είναι η «νέα κανονικότητα» των επόμενων χρόνων, αν δεν υπάρξουν μεγάλης κλίμακας κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις της επικείμενης θύελλας, αλλά οι εξελίξεις θα επιταχυνθούν από την 1ηΙουνίου, καθώς θα εκπνεύσουν τα μέτρα στήριξης επιχειρήσεων σε αναστολή λειτουργίας και εργαζομένων με προσωρινή αναστολή σύμβασης.
Δεν περιμέναμε βέβαια τον Τάκη Θεοδωρικάκο για να μάθουμε ότι έχουμε καπιταλισμό κι ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να καταργήσει με διάταγμα τις απολύσεις. Εκείνο που υπονοεί η κοινοτοπία του υπουργού Εσωτερικών είναι ότι η κυβέρνησή του δεν εννοεί να προχωρήσει σε δυναμικά μέτρα έκτακτης ανάγκης για την προστασία της εργασίας και ότι εναποθέτει τις όποιες ελπίδες της για απορρόφηση της ανεργίας στις τυφλές δυνάμεις της αγοράς. Το πόσο βάσιμες είναι αυτές οι ελπίδες το γνωρίζουμε ήδη: ύστερα από εννέα χρόνια Μνημονίων και τρία χρόνια αναιμικής οικονομικής ανάκαμψης, η ανεργία στα τέλη του 2019 παρέμενε στο 17,4% του ενεργού πληθυσμού.
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση διαθέτει μια πιο συγκροτημένη και πιο κυνική στρατηγική διαχείρισης της κοινωνικής κρίσης από ό,τι υπονόησε ο κ. Θεοδωρικάκος. Στρατηγική της είναι η γενίκευση της εκ περιτροπής εργασίας (δύο εβδομάδες το μήνα) με επιδότηση μέρους των μισθολογικών απωλειών από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SURE, κατά το πρότυπο του γερμανικού συστήματος Kurzarbeit. Αυτό σημαίνει μείωση των μισθών μεγάλου μέρους των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατά 20-25% από τον επόμενο κιόλας μήνα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση μελετά ανάλογο κούρεμα μισθών για τους δημοσίους υπαλλήλους όπως αποκάλυψαν ΤΑ ΝΕΑ, μια συστημική, φιλοκυβερνητική εφημερίδα, προετοιμάζοντας ψυχολογικά την κοινή γνώμη. Βεβαίως ο κ. Σταϊκούρας δηλώνει ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται «επί του παρόντος» να κάνει κάτι τέτοιο, όλα δείχνουν όμως ότι η κυβέρνηση σφυγμομετρεί αντιδράσεις και ότι το ερώτημα δεν είναι το «αν», αλλά το «πότε». Η μείωση του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα είναι κεντρικό μέλημα της κυβέρνησης για την μετα- κορωνοϊό εποχή κι αυτόν, πρωτίστως, τον στόχο εξυπηρετούσε το αντιδραστικό νομοσχέδιο της κ. Κεραμέως για την Παιδεία, που προωθήθηκε με προκλητικά συνοπτικές διαδικασίες μεσούσης της πανδημίας. Στο μεταξύ, η προϊούσα κατάρρευση των Ταμείων- την οποία θα επιταχύνει η γενίκευση της εκ περιτροπής εργασίας- θα χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για να νομιμοποιεί νέους γύρους ακρωτηριασμού των συντάξεων και των ασφαλιστικών παροχών.
Για να αποτραπεί η επαπειλούμενη κοινωνική καταστροφή απαιτούνται πραγματικά ριζοσπαστικά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Η καθιέρωση βασικού κοινωνικού εισοδήματος αξιοπρεπούς διαβίωσης τίθεται από τα ίδια τα πράγματα στην ημερήσια διάταξη (η κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία το έχει ήδη εξαγγείλει, αν και μένει να δούμε πως και για πόσο θα εφαρμοστεί). Το κράτος οφείλει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία θέσεων εργασίας με μεγάλα προγράμματα βελτίωσης των υποδομών, με κριτήρια οικολογικά βιώσιμης ανάπτυξης. Το να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο από τον ιδιωτικό τομέα στις συνθήκες της βαθύτατης ύφεσης είναι καθαρή ουτοπία: όλα τα στοιχεία σε πανευρωπαϊκή κλίμακα δείχνουν κατάρρευση των ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς οι εταιρείες προτιμούν να χρησιμοποιούν τα δάνεια και τις επιδοτήσεις για να σωρεύουν μαξιλαράκια ρευστότητας για τους δύσκολους μήνες που έρχονται. Επιπλέον, αντί να δίνει λευκές επιταγές σε τράπεζες και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις που διασώζει για μία ακόμη φορά από την επαπειλούμενη χρεωκοπία, το κράτος οφείλει να τις θέσει υπό τον έλεγχό του, επιβάλλοντας πολιτικές στήριξης των πιο αδύναμων στρωμάτων και παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Ασφαλώς, η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για τη στήριξη παρόμοιων, φιλόδοξων προγραμμάτων θα αποτελέσει πεδίο σκληρών συγκρούσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι έκτακτες συνθήκες επιβάλλουν την έκτακτη, επιλεκτική φορολόγηση πάνω στη μεγάλη περιουσία και στα μη επενδυόμενα κέρδη όσων επιχειρήσεων όχι μόνο δεν πλήττονται, αλλά θησαυρίζουν μέσα στις συνθήκες της πανδημίας. Παράλληλα, πέρα από τη διάθεση μέρους των κονδυλίων από το περίφημο «μαξιλάρι» (ζήτημα στο οποίο επιμένει, μάλλον υπερβολικά, ο ΣΥΡΙΖΑ), το κράτος οφείλει να δανειστεί όσο ακόμη το Σύμφωνο Σταθερότητας τελεί υπό αναστολή και τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, μια και αύριο θα είναι πολύ αργά για κάτι τέτοιο.
Σε δεύτερο χρόνο, η Ελλάδα, μαζί με άλλες πληττόμενες χώρες, κυρίως του Νότου, οφείλει να απαιτήσει από τη Γερμανία και τους συμμάχους της διαγραφή των χρεών που κατέχει η ΕΚΤ και άλλα μέτρα ελάφρυνσης και αμοιβαιοποίησης του χρέους, υπό την απειλή της στάσης πληρωμών. Επιτέλους, η Γερμανία μπήκε στην ύφεση με ανεργία μόλις 3,2% και προβλέπεται να μην ξεπεράσει το 3,9% μέχρι το τέλος της χρονιάς, ενώ συνεχίζει να δανείζεται με αρνητικά πραγματικά επιτόκια, δηλαδή την πληρώνουμε για να την δανείζουμε. Κι από πάνω έρχεται το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης να θέσει εαυτό υπεράνω του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και να βάλει φρένο και σε αυτό το (ανεπαρκές) πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Αυτή η εξοργιστική κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να συνεχιστεί. Κάποια στιγμή η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει αν θα χρηματοδοτήσει τη στήριξη των δοκιμαζόμενων εταίρων της, από τους οποίους εξασφαλίζει μεγάλο μέρος των πλεονασμάτων της, ή αν θα αρκεστεί σε μια μικρή Χανσεατική Ένωση του πλούσιου Βορρά, με ένα νόμισμα που θα υπερτιμηθεί απότομα, βλάπτοντας καίρια τις εξαγωγές της.
Isabelle Mandraud, “L’ Europe face a ses nouveaux pauvres”, Le Monde, 14 mai 2020
πηγη: kommon.gr
ΣΥΡΙΖΑ: «Κοινωνική αποστασιοποίηση» από το μαζικό κίνημα

Γεράσιμος Λιβιτσάνος
▸ Προτάσεις για καλύτερη αστική διαχείριση από την Κουμουνδούρου
Αν και η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει ότι οι «λαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ» ετοιμάζονται να ακολουθήσουν τις πολιτικές συνταγές του ’12 και του ‘13 που τους έφεραν στην εξουσία το 2015, όλα δείχνουν πώς θα διαψευσθεί. Η τετραετής εφαρμογή ενός μνημονίου έχει παγιώσει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, διαβλέποντας πρόωρες εκλογές, είτε άμεσα είτε στις αρχές του 2021, αν και θα χρησιμοποιήσει πολλές φορές τον όρο «αριστερά», φροντίζει να απομακρυνθεί από ό,τι την θυμίζει.
Πολιτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ πρόκειται το επόμενο διάστημα να προβάλει την πρόταση της «προοδευτικής διακυβέρνησης», επιχειρώντας να δομήσει το αφήγημά του «πόλου» απέναντι στην κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Το περιεχόμενό της όμως θα είναι απολύτως πιστό σε μία διαχειριστική λογική, όπως άλλωστε προδίδει και το άρθρο του Αλέξη Τσίπρα με τίτλο «Τι θα γινόταν, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίζονταν την πανδημία».
Πρόκειται για μία ενιαία λογική εναλλακτικών προτάσεων, που όμως βασίζονται στις ίδιες προτεραιότητες με αυτές της Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή την διάσωση των επιχειρηματικών κερδών για το καλό της οικονομίας, τον καταμερισμό του κόστους της ύφεσης σε ευρεία κοινωνικά στρώματα και διαπραγματεύσεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον ρόλο της ελληνικής άρχουσας τάξης στα δεδομένα που θα προκύψουν μετά τη λήξη της πανδημίας. Αυτή η αντίληψη, αντικειμενικά, οδηγεί σε αναζήτηση συμμαχιών και συμπορεύσεων με το Κίνημα Αλλαγής, καθώς επίσης και στη διαμόρφωση ανάλογου «προγραμματικού λόγου», αφού αυτή την περίοδο ετοιμάζεται το οικονομικό πρόγραμμα «Μένουμε Όρθιοι ΙΙ». Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό θα έχουν οι θέσεις υπέρ ενός «κοινωνικού μισθού», στο πρότυπο αντίστοιχων επεξεργασιών που γίνονται από την κυβέρνηση Σοσιαλιστών-Podemos στην Ισπανία.
Στο κοινωνικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναζητήσει δρόμους προσέγγισης της λεγόμενης «μεσαίας τάξης», σε μία περίοδο που διαμορφώνονται οι συνθήκες για τη συρρίκνωσή της. Όπως γινεται αντιληπτό από τα παραπάνω, η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί, όπως στο παρελθόν, να έχει ρόλο στους κοινωνικούς αγώνες, εκτός ίσως από την προσπάθεια εργαλειοποίησης κάποιων εκφράσεων κοινωνικής αντίδρασης.
Η σωτηρία των επιχειρηματικών κερδών και ο «κοινωνικός μισθός» βασικά στοιχεία του προγράμματος «Μένουμε Όρθιοι ΙΙ»
Παράλληλα, στο εσωτερικό του κόμματος σωρεύονται οι αντιθέσεις που δεν μπόρεσαν να εκτονωθούν στην προγραμματισμένη συνεδριακή διαδικασία, η οποία ματαιώθηκε λόγω κορονοϊού και είναι άγνωστο αν, πότε και πώς θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί. Η μεγάλης έντασης αντιπαράθεση ανάμεσα στον γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ Πάνο Σκουρλέτη και στον δημοσιογράφο Κώστα Βαξεβάνη είναι ένα δείγμα των εσωκομματικών ισορροπιών. Αφορμή αποτέλεσε η επίκαιρη ερώτηση για αποκλεισμό της εφημερίδας Documento από την κρατική διαφημιστική δαπάνη, υπογεγραμμένη από 77 βουλευτές. Η μη υπογραφή της από τους Πάνο Σκουρλέτη, Νίκο Βούτση, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Νίκο Φίλη, δημιούργησε ένταση και δημόσια αντιδικία που, ουσιαστικά, δεν αφορά την ερώτηση αυτή καθαυτή. Σχετίζεται με την κόντρα των λεγόμενων «προεδρικών» με την τάση των 53 και τη λεγόμενη «παλιά φρουρά». Όπως φαίνεται, η αντιπαράθεση θα συνεχιστεί, παρότι η «προεκλογική συνθήκη» επιβάλλει μια ενιαία εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ. Πάντως, σε αυτές τις αντιθέσεις, ο Αλέξης Τσίπρας παίζει τον ρόλο του ενωτικού παράγοντα, όπως όλα δείχνουν. Για παράδειγμα, στην περιοδεία που πραγματοποίησε την Τετάρτη στο κέντρο της Αθήνας, συνοδεύονταν από τον γραμματέα του κόμματος.
πηγη: prin.gr
Η γαλάζια… παρτίδα

Είναι ξεκάθαρο ότι τις τελευταίες βδομάδες η Αγκυρα επιχειρεί μια ακόμη κίνηση στην παρτίδα που παίζεται εδώ και δεκαετίες στην σκακιέρα του Αιγαίου. Με την κίνηση αυτή η τουρκική ηγεσία διευκρινίζει ότι δεν είναι μόνο κάποιες μικρές νησίδες και βραχονησίδες στο Αιγαίο των οποίων το καθεστώς κυριαρχίας είναι αδιευκρίνιστο, αλλά υπάρχουν και μεγάλα νησιά – το σύνολο των νησιών στο ανατολικό Αιγαίο τα οποία η Ελλάδα κατέχει παράνομα.
Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει και επίσημα διατυπώνει η τουρκική πλευρά είναι απλή: Τα νησιά στο ανατολικό Αιγαίο αποδόθηκαν στην Ελλάδα υπό τον όρο να είναι αποστρατιωτικοποιημένα . Από τη στιγμή, λοιπόν, που η Ελλάδα τα οχύρωσε παραβιάζει τις Συνθήκες με τις οποίες τα πήρε στην κατοχή της.
Το τουρκικό αφήγημα οικοδομείται τον τελευταίο καιρό καταρχήν με θεωρητικές «επιστημονικές» προσεγγίσεις, οι οποίες διακινούνται μέσω δημοσιεύσεων και βιβλίων, στη συνέχεια αυτές οι απόψεις υιοθετούνται και διατυπώνονται δημόσια με δηλώσεις από κορυφαία στελέχη της τουρκικής πολιτικής ζωής. Στο τελικό στάδιο, την πρακτική εφαρμογή αυτών των απόψεων, αναλαμβάνουν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις οι οποίες επιχειρούν κινήσεις εντός περιοχών ελληνικής κυριαρχίας την οποία όπως είπαμε υπονομεύει με συστηματικό τρόπο η Αγκυρα.
Εχουμε ήδη συνηθίζει τις καθημερινές πτήσεις τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών επάνω από ελληνικά (και κατοικημένα) νησιά με τις οποίες η Αγκυρα υπενθυμίζει ή επιδεικνύει τις δυνατότητές της να υποστηρίξει τις απόψεις της. Από τις αρχές αυτού του μήνα η τουρκική πλευρά «επισημοποιεί» ακόμη περισσότερο τις θέσεις της, καθώς σε navtex ( δημόσια προειδοποίηση προς ναυτιλλόμενους για πραγματοποίηση στρατιωτικών ασκήσεων) με τις οποίες δεσμεύει περιοχές μεταξύ Χίου, Ψαρών και Σάμου καταγράφει την άποψή της ότι τα εν λόγω νησιά «παραβιάζουν» το καθεστώς αποστρατικοποίησης που προβλέπει η Συνθήκη της Λοζάνης του 1923.
Αξίζει εδώ παρενθετικά να σημειωθεί ότι ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία κλιμακώνεται και αναβαθμίζεται η τουρκική τακτική των διεκδικήσεων, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ματαιώσει την καθιερωμένη μεγάλη αεροναυτική άσκηση με την οποία η χώρα υπενθυμίζει και αυτή τις δυνατότητες υπεράσπισης της κυριαρχία της.
Η πραγματικότητα διαμορφώνει τις Συνθήκες
Από την σκοπιά του ιστορικού χρόνου το σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν έχει περάσει ούτε στην εφηβεία του: Ξεκινά να υπάρχει μόλις πριν δύο αιώνες με τον αγώνα (1821) της ανεξαρτησίας του και να εμφανίζεται στη διεθνή σκηνή ως προτεκτοράτο το 1832. Μόλις ένα αιώνα πριν διαμορφώθηκαν σε γενικές γραμμές τα σημερινά του όρια με τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923) και μόλις το 1946 το ελληνικό κράτος παίρνει την σημερινή του μορφή με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων, τα οποία και αυτά αποδόθηκαν υπό τον όροι της αποστρατιωτικοποίησης.
Αγνοώντας τον ιστορικό χρόνο, λησμονούμε ότι το ελληνικό κράτος διαμορφώθηκε (μετά από σκληρούς αγώνες του λαού) σε εδάφη τα οποία επί αιώνες βρίσκονταν στην κατοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα εδάφη αυτά, σύμφωνα με την τουρκική οπτική, χάθηκαν στην περίοδο κατά την οποία η Τουρκία «πλήρωσε» το τίμημα της ήττας της στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η Συνθήκη της Λοζάνης είναι, για την σημερινή τουρκική ηγεσία, το «συμβόλαιο» που υποχρεώθηκε να αποδεχτεί η χώρα ως ηττημένη…
Όμως, η παρτίδα στο Αιγαίο συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται να γράφεται και η ιστορία. Και η σημερινή τουρκική ηγεσία, θεωρεί ότι είναι σε θέση να απαιτήσει την αναθεώρηση των Συνθηκών που καθόρισαν τα όρια του σημερινού τουρκικού κράτους, διεκδικώντας τις απώλειες (και τα μεγαλεία) του παρελθόντος.
Πολλοί είναι αυτοί που θα χαρακτηρίσουν υπερφίαλες ή ανεδαφικές τις τουρκικές αξιώσεις. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι σε κάθε ιστορική περίοδο, «δικό» σου είναι αυτό που είσαι σε θέση να διεκδικήσεις και να κρατήσεις με τις δικές σου δυνάμεις και μόνο…
Πηγή: topontiki.gr
Προϋπολογισμός: Έλλειμμα 1,5 δισ. ευρώ το τετράμηνο Ιανουάριος-Απρίλιος

Σημαντικό έλλειμμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ παρουσιάζει ο κρατικός προϋπολογισμός για την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου. Τα έσοδα μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ λόγω του νέου κορονοϊού.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε έλλειμμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 783 εκατ. ευρώ και πρωτογενούς πλεονάσματος 1,4 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2019.
Το ύψος των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 14,1 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 1,3 δισ. ευρώ ή 8,7% έναντι του στόχου που έχει περιληφθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2020. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, η μείωση «οφείλεται κυρίως στην επίπτωση από τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID-19». Τα συνολικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 15,4 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 1,2 δισ. ευρώ ή 7,4% έναντι του στόχου.
Ειδικά για τον Απρίλιο τα καθαρά έσοδα ήταν 3 δισ. ευρώ και είναι μειωμένα κατά 1.1 δισ. ευρώ. Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά πως «μείωση αυτή οφείλεται αφ’ ενός στο γεγονός ότι τον Μάρτιο 2020 εισπράχτηκε ποσό 779 εκατ. ευρώ (528 εκατ. ευρώ αποτυπώνονται στην κατηγορία “Λοιποί φόροι επί παραγωγής” και 251 εκατ. ευρώ περιλαμβάνονται στην κατηγορία “Μεταβιβάσεις”) που αφορά μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος και τα έσοδα από ANFAs και SMPs, που είχαν αρχικά εκτιμηθεί ότι θα εισπραχθούν τον Απρίλιο 2020 και αφ’ ετέρου στις επιπτώσεις από τα μέτρα για τον COVID-19».
Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν στα 18,1 δισ. ευρώ και παρουσιάζονται αυξημένες κατά 1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου για 17,1 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, «οι κυριότερες αιτίες της εμφανιζόμενης απόκλισης είναι:
α) η δαπάνη αποζημίωσης ειδικού σκοπού λόγω της πανδημίας του COVID-19 ύψους περίπου 720 εκατ. ευρώ, η οποία πληρώθηκε από το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (κατηγορία μεταβιβάσεων),
β) οι αυξημένες πληρωμές του ΠΔΕ κατά 658 εκατ. ευρώ κυρίως λόγω του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους (κατά 582 εκατ. ευρώ) και
γ) οι αυξημένες πληρωμές για τόκους κατά 119 εκατ. ευρώ.
Με αντίρροπο χαρακτήρα κινήθηκε η υποεκτέλεση σε άλλες μείζονες κατηγορίες δαπανών, οι οποίες τροφοδοτήθηκαν με ανάλωση μέρους του αποθεματικού».
Σε δήλωσή του ο υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «το κίνητρο που δώσαμε στον ΦΠΑ, αλλά προπαντός η εμπεδωμένη κουλτούρα πληρωμών είχαν θετική επίπτωση στα έσοδα του Απριλίου, όπως και κάποια άλλα στοιχεία που αφορούν την πραγματική οικονομία (π.χ. τα θετικά στοιχεία για τη βιομηχανική παραγωγή που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα)» και προσθέτει πως «τα ικανοποιητικά στοιχεία του Απριλίου δεν πρέπει να δημιουργούν εφησυχασμό, αφού από πλευράς φορολογικών εσόδων οι συνέπειες του lock-down θα μεγιστοποιηθούν τον Μάιο και τον Ιούνιο, καθώς στα φορολογικά έσοδα υπάρχει χρονική υστέρηση μεταξύ όσων συμβαίνουν στην πραγματική οικονομία και των επιπτώσεων στα φορολογικά έσοδα».
πηγη: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή