Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο τρόφιμο για την καρδιά – 150 γραμμάρια εκτοξεύουν τον κίνδυνο

Ακόμη μια έρευνα αποκαλύπτει το πιο επικίνδυνο τρόφιμο για την υγεία της καρδιάς μας. Δείτε πόσα γραμμάρια την εβδομάδα είναι επικίνδυνα και τι πρέπει να αποφεύγετε
Παγκόσμια μελέτη επιστημόνων του Πανεπιστημίου McMaster βρήκε μια σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση επεξεργασμένου κρέατος και τον υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, χωρίς, όμως, να ισχύει το ίδιο και για το μη επεξεργασμένο κόκκινο κρέας και τα πουλερικά.
Όπως αναφέρεται στη σχετική δημοσιευση στο American Journal of Clinical Nutrition, οι πληροφορίες προκύπτουν από τη διατροφή και τα αποτελέσματα υγείας 134.297 ανθρώπων από 21 χώρες των πέντε ηπείρων, τους οποίους παρακολούθησαν οι ερευνητές για δεδομένα σχετικά με την κατανάλωση κρέατος και τις καρδιαγγειακές ασθένειες.
Μετά την παρακολούθηση των συμμετεχόντων για σχεδόν μία δεκαετία, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση περισσότερων από 150 γραμμαρίων επεξεργασμένου κρέατος την εβδομάδα σχετιζόταν με 46% υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και 51% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με όσους δεν κατανάλωναν καθόλου επεξεργασμένο κρέας.
Ωστόσο, οι ερευνητές βρήκαν ότι η μέτρια κατανάλωση μη επεξεργασμένου κρέατος είχε ουδέτερη επίδραση στην υγεία.
«Τα στοιχεία για τον συσχετισμό ανάμεσα στην πρόσληψη κρέατος και τις καρδιαγγειακές παθήσεις δεν είναι σαφή, γι’αυτό και θελήσαμε να κατανοήσουμε καλύτερα τους συσχετισμούς ανάμεσα στην κατανάλωση μη επεξεργασμένου κόκκινου κρέατος, πουλερικών και επεξεργασμένου κρέατος με σοβαρά καρδιαγγειακά περιστατικά και θνησιμότητα», εξηγεί ο Romaina Iqbal, πρώτος συγγραφέας της μελέτης και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Aga Khan του Πακιστάν.
«Το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων υποδεικνύει ότι η κατανάλωση μέτριας ποσότητας μη επεξεργασμένου κρέατος ως κομμάτι ενός υγιεινού διατροφικού μοτίβου πιθανότατα δεν είναι επιβλαβής», αναφέρει με τη σειρά του ο Mahshid Dehghan, ερευνητής Ερευνητικού Ινστιτούτου για την Υγεία του Πληθυσμού (PHRI) του Πανεπιστημίου McMaster.
Η μελέτη Prospective Urban Rural Epidemiology (PURE) που ξεκίνησε το 2003 είναι η πρώτη πολυεθνική μελέτη που παρέχει πληροφορίες για τον συσχετισμό ανάμεσα στην κατανάλωση μη επεξεργασμένου και επεξεργασμένου κρέατος και τα αποτελέσματα υγείας ανθρώπων από χώρες χαμηλού, μεσαίου και υψηλού εισοδήματος.
«Η μελέτη PURE εξετάζει ενδελεχώς πιο ευρείς πληθυσμούς και μοτίβα διατροφής, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να παράσχουμε νέα στοιχεία που διαχωρίζουν τις επιδράσεις του επεξεργασμένου και μη κρέατος», προσθέτουν οι επιστήμονες.
Σημειώνεται ότι οι διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων καταγράφηκαν μέσω ερωτηματολογίων για την συχνότητα του φαγητού, ενώ συλλέχθηκαν, επίσης, και δεδομένα συλλέχθηκαν για την θνησιμότητά τους και σοβαρά καρδιαγγειακά περιστατικά. Αυτό επέτρεψε στους ερευνητές να προσδιορίσουν τους συσχετισμούς ανάμεσα στα μοτίβα κατανάλωσης κρέατος και τα καρδιαγγειακά περιστατικά και τη θνησιμότητα.
Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι επιπλέον έρευνες μπορεί να βελτιώσουν τις τρέχουσες γνώσεις για τη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση κρέατος και τα αποτελέσματα υγείας, καθώς εν προκειμένω δεν ήταν σαφές το τι έτρωγαν αντί για κρέας οι συμμετέχοντες με χαμηλότερη πρόσληψη κρέατος και αν η ποιότητα αυτών των τροφίμων διέφερε από χώρα σε χώρα.
Τα υποκατάστατα τροφίμων που δεν περιλαμβάνουν κρέας μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην περαιτέρω ερμηνεία των συσχετισμών μεταξύ της κατανάλωσης κρέατος και των αποτελεσμάτων υγείας. Παρόλα αυτά, οι συγγραφείς της μελέτης πιστεύουν ότι τα ευρήματά τους «υποδεικνύουν ότι ο περιορισμός της πρόσληψης επεξεργασμένου κρέατος θα πρέπει να ενθαρρυνθεί».
ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr
Παπαστράτος: Ιδού τα …”φιλεργατικά” ρεπό

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή το νομοσχέδιο – έκτρωμα που έφερε η κυβέρνηση, πολύς λόγος γίνεται για μια σειρά από επιχειρήσεις – «πρότυπο» στην Ελλάδα που εφαρμόζουν διάφορα μοντέλα εργασίας τα οποία στόχο έχουν τη συνεχόμενη λειτουργία των τμημάτων παραγωγής για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους και την όλο και μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων. Λειτουργούν σαν οδηγός για μια σειρά άλλων κλάδων, μέχρι να έρθει η μία ή η άλλη κυβέρνηση και να νομοθετήσει αυτό που ήδη έχουν επιβάλει με τον τρόπο τους.
Μια απ’ αυτές τις εταιρείες είναι και η «Παπαστράτος» που ο υπουργός Εργασίας, Χατζηδάκης, αλλά και ο πρωθυπουργός αναφέρουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν σαν το καλό παράδειγμα εργοδότη, ώστε να πείσουν τους εργαζόμενους ότι η διευθέτηση του χρόνου εργασίας έχει θετικές πλευρές για τους ίδιους. Θέλουν να παρουσιάσουν ότι ο εργαζόμενος θα έχει τη δυνατότητα να δουλεύει 4 μέρες ενώ η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική όταν μπαίνει στη μέση η ανάγκη του εργοδότη για να βγει η δουλειά. Ποιος εργοδότης θα δίνει στον εργαζόμενο το ρεπό του όταν δουλεύουν στο «φουλ» οι μηχανές;
***
Η πραγματικότητα για την «Παπαστράτος» είναι πολύ διαφορετική από αυτή που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες από την κυβέρνηση αλλά και από τα διάφορα φιλοκυβερνητικά sites. Στην «Παπαστράτος», εταιρεία που ανήκει στην PMI, τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων, που περιλαμβάνει την 7ήμερη λειτουργία του εργοστασίου, την ολοένα αυξανόμενη παράδοση τμημάτων σε εργολάβους, την ουσιαστική μείωση του προσωπικού και άλλα πολλά.
Το 2017 η εταιρεία – «πρότυπο» κάλεσε τους εργαζόμενους να στηρίξουν τη μετατροπή του εργοστασίου για παραγωγή θερμαινόμενων ράβδων καπνού και παράλληλα απαίτησε να μετατραπούν τα τμήματα παραγωγής για 7ήμερη λειτουργία, Δευτέρα έως Κυριακή, σε αντίθεση με τη μέχρι τότε πενθήμερη λειτουργία, Δευτέρα έως Παρασκευή. Μάλιστα, αυτήν την επένδυση την είχαν χαιρετίσει και η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ο τότε πρωθυπουργός, Αλ. Τσίπρας. Για να καταφέρει λοιπόν η εταιρεία να «πείσει» τους εργαζόμενους χρησιμοποίησε το πολύ «δημοκρατικό» επιχείρημα «ή συμφωνείτε να δουλεύει το εργοστάσιο 7 μέρες τη βδομάδα ή αλλιώς δεν θα έχει μέλλον», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί και να κλείσει. Παράλληλα, επειδή οι εργαζόμενοι θα αμείβονταν παραπάνω για την κυριακάτικη εργασία απαίτησαν να μειωθεί το, κεκτημένο με αγώνες στον κλάδο του Καπνού, βραδινό επίδομα από 35% στο 30% και ακόμα να μπουν εργολαβικές εταιρείες στα τμήματα παραγωγής με σκοπό να ρίξουν το κόστος αφού οι εργολαβικοί εργαζόμενοι αμείβονται με τον βασικό μισθό. Ολα τα παραπάνω τέθηκαν προς ψήφιση στους εργαζόμενους, πάντα όμως μετά από διαπραγμάτευση με το σωματείο και την πλειοψηφία του, που έπαιξε σημαντικό ρόλο για να περάσουν οι επιθυμίες της εργοδοσίας αφού μαζί με τη διοίκηση της εταιρείας έβγαιναν παντού και έλεγαν ότι θα γίνουν 400 προσλήψεις, ότι θα δουλεύουν οι εργαζόμενοι λιγότερο και ότι «στο τέλος της μέρας μπορούμε να πούμε πως είναι μια καλή συμφωνία». Πράγματι, προσλήψεις έγιναν, αλλά έφυγαν και πάρα πολλοί εργαζόμενοι με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που ανακοίνωσε η εταιρεία, με αποτέλεσμα σήμερα οι εργαζόμενοι να είναι τσίμα τσίμα.
Την ίδια τακτική ακολούθησε και το Δεκέμβρη του 2020, οπότε η εργοδοσία παρουσίασε στους εργαζόμενους την πρότασή της για την αναδιοργάνωση της εταιρείας, που στην ουσία περιλάμβανε μείωση του προσωπικού, είτε με την μορφή της εθελουσίας είτε με τη μορφή της λύσης συνεργασίας με εργολαβικές εταιρείες που έχουν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή είτε με τη μείωση του προσωπικού ανά τεχνολογία και τη μεταφορά του σε άλλο πόστο. Θέλουν εργαζόμενους που να τα κάνουν όλα, καταργώντας στην ουσία ειδικότητες. Θέλουν να κάνουν τους τεχνικούς να δουλεύουν ως χειριστές και το ανάποδο, με αντάλλαγμα υποτυπώδεις αυξήσεις – GRADE – που τους τα στέρησαν τα προηγούμενα χρόνια, για να μην προσλάβουν νέο κόσμο. Με όλους τους τρόπους λοιπόν στοχεύει στη μείωση του προσωπικού στα τμήματα που παράγουν όλο το κέρδος για την εταιρεία. Οι εργαζόμενοι αντέδρασαν και η διοίκηση προχώρησε σε ευθείες απειλές και σε εκβιασμούς, με δηλώσεις όπως ότι «τα μέτρα θα περάσουν θέλουν δεν θέλουν οι εργαζόμενοι» και με άλλες τέτοιου τύπου δηλώσεις ή ακόμα ότι «το εργοστάσιο δεν έχει μέλλον μετά την αρνητική απόφαση των εργαζομένων». Εριχναν δηλαδή και την ευθύνη στους εργαζόμενους.
Αυτή είναι λοιπόν η πραγματικότητα για τον …καλύτερο εργοδότη της χώρας όσο και αν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο.
***
Οι εργαζόμενοι στην «Παπαστράτος» γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει η διευθέτηση του χρόνου εργασίας αφού δουλεύουν με κυλιόμενα ρεπό, χωρίς πλέον να γνωρίζουν τι σημαίνει Κυριακή, χωρίς να γνωρίζουν τι σημαίνει οικογενειακές στιγμές, έχοντας τεράστια επιβάρυνση στον οργανισμό τους λόγω των συνεχόμενων εναλλαγών της βάρδιας που πλέον είναι πιο συχνές από πριν. Παρουσιάζουν το νέο μοντέλο εργασίας 4×2 (κυλιόμενα 4 μέρες δουλειά – 2 ρεπό – 4 μέρες δουλειά) ως «καινοτομία», σαν να δουλεύουν οι εργαζόμενοι λιγότερες μέρες τη βδομάδα ή ακόμα και λιγότερες ώρες. Ομως, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα για τον εργαζόμενο είναι ότι δεν υπάρχουν ούτε λιγότερες ώρες δουλειάς ούτε λιγότερες μέρες. Λένε ότι δουλεύουν οι εργαζόμενοι στην «Παπαστράτος» 37,3 ώρες τη βδομάδα κατά μέσο όρο, κάτι που για τον εργαζόμενο πρακτικά δεν έχει καμία διαφορά. Για παράδειγμα, πλέον οι 40 ώρες δουλειάς υπολογίζονται σε κυλιόμενες βάρδιες από Δευτέρα έως Κυριακή. Οταν ένας εργαζόμενος λοιπόν δουλεύει την Κυριακή το βράδυ οι 2 ώρες (22.00 – 00.00) υπολογίζονται στην προηγούμενη εργασιακή βδομάδα και οι υπόλοιπες 6 (00.00 – 06.00) στην επόμενη. Ετσι τεχνητά παρουσιάζουν ότι ο εργαζόμενος δουλεύει λιγότερες ώρες, όμως στις 37,33 ώρες δουλειάς δεν πατάει stop στη μηχανή και σχολάει, δουλεύει μέχρι τη λήξη της βάρδιας συμπληρώνοντας στην πραγματικότητα το 40ωρό του.
Οι εργαζόμενοι στην «Παπαστράτος» γνωρίζουν ακόμα πολύ καλά ότι η εταιρεία μείωσε τα πληρώματα των μηχανών, φόρτωσε ολοένα και περισσότερες αρμοδιότητες σε λιγότερους ανθρώπους, ενώ ετοιμάζει παράλληλα νέες συμβάσεις για τους εργαζόμενους στα γραφεία που το διάλειμμά τους θα το δουλεύουν πέραν του 8ωρου.
Αυτά συμβαίνουν στον …καλύτερο εργοδότη της χώρας. Αυτά λοιπόν τα μέτρα η εταιρεία τα έχει εφαρμόσει πριν καν ψηφιστεί το νομοσχέδιο, το οποίο θα της λύσει ακόμα περισσότερο τα χέρια για να επιτεθεί στους εργαζόμενους χτυπώντας στην ουσία το μοναδικό «όπλο» που έχουν οι εργαζόμενοι, την απεργία.
Το ζητούμενο λοιπόν σήμερα για τους εργαζόμενους δεν είναι αν θα διαπραγματεύονται συλλογικά ή ατομικά ο καθένας αλλά να οργανωθούν στα ταξικά σωματεία, να παλέψουν για να μην περάσει αυτό το αντεργατικό νομοσχέδιο, να καταλάβουν ότι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη στα χέρια τους, ότι είναι εκείνοι που παράγουν όλο τον πλούτο για τους επιχειρηματικούς ομίλους, ότι χωρίς αυτούς δεν μπορεί να δουλέψει καμία μηχανή, κανένα εργοστάσιο. Να αξιοποιήσουν τη δύναμη που έχουν στα χέρια τους για να μη γίνουν σκλάβοι σε μια εποχή που η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί κατακόρυφα και που υπάρχουν οι προϋποθέσεις αντί να δουλεύουμε περισσότερο και με χειρότερους όρους να δουλεύουμε λιγότερο και με καλύτερους όρους.
*Το κείμενο αποτελεί επεξεργασία της ΚΟΒ «Παπαστράτου» της ΤΟ Βιομηχανίας Αττικής του ΚΚΕ
(Αναδημοσίευση από τη στήλη «Αποκαλυπτικά» του«Ριζοσπάστη», 15/6/21
πηγη: imerodromos.gr
Το «μυστικό» πίσω από τη φτώχεια: κρίση και λιτότητα για εργαζόμενους-κοινωνικό κράτος*

Του Πάνου Κοσμά
Στην έκταση και το βάθος, αλλά και την ποικιλία των μορφών με την οποία εμφανίζεται η φτώχεια στην ελληνική κοινωνία, αναφερθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο του «Κόκκινου Νήματος». Στη σημερινή συνέχεια εξετάζουμε την «πηγή του κακού»: τη λιτότητα για εργαζόμενους και κοινωνικό κράτος, που κλιμακώνεται επί σχεδόν 4 δεκαετίες μέχρι σήμερα και έχει πλέον γίνει «καθεστώς». Δεν είναι «κοινωνική μάστιγα», δεν είναι η «αναμενόμενη» τιμωρία των «τεμπέληδων του Νότου» (που όπως θα δούμε παρακάτω, κάθε άλλο παρά «τεμπέληδες» είναι), δεν είναι οι αναπόφευκτες «παρενέργειες» της «οικονομίας» σε κρίση, δεν είναι κάποιος απρόβλεπτος-εξωγενής παράγοντας με τη μορφή του «μαύρου κύκνου». Είναι τα δεινά που επισώρευσαν σταδιακά για τις εργαζόμενες τάξεις οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στα χρόνια της παγκόσμιας στροφής και επικράτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης του κεφαλαίου˙ είναι η κλιμάκωσή τους ύστερα από την κρίση του 2008˙ είναι η απογείωση ως την ασυδοσία του «διευθυντικού δικαιώματος» του καπιταλιστή εργοδότη˙ είναι οι κυβερνητικές πολιτικές, που δεν ανέχθηκαν απλώς αλλά βοήθησαν αποφασιστικά και «καθοδήγησαν» αυτή την ασυδοσία, διέλυσαν τις εργασιακές κατακτήσεις των εργαζομένων, επέβαλαν τη λιτότητα για το εργατικό εισόδημα και το κοινωνικό κράτος. Προκειμένου για την Ελλάδα, είναι επιπλέον η ιστορική απόδειξη για τη βουλιμία και τον τυχοδιωκτισμό της αστικής τάξης, που αφού επωφελήθηκε μονομερώς από σχεδόν μία δεκαπενταετία υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής κερδοφορίας μέχρι και το 2007, βρέθηκε πλήρως εκτεθειμένη και ανίκανη μπροστά στην κρίση του 2008 και όχι μόνο μετέφερε, με τη συνδρομή των διεθνών εταίρων και προστατών της, όλα τα βάρη της κρίσης στις εργαζόμενες τάξεις, αλλά αξιοποίησε την κρίση σαν ευκαιρία για να διαλύσει το κοινωνικό κράτος και το σύστημα εγγυήσεων και εργατικών κατακτήσεων.
Ανεργία, «ευέλικτη» εργασία και εργατικό εισόδημα
Πίσω από την επέκταση της φτώχειας και την εγκαθίδρυση μιας δυναμικής χρόνιας κρίσης αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων, βρίσκονται τα «πάθη» της εργασίας. Τα δεδομένα του πίνακα 1 μας αποκαλύπτουν: Το ποσοστό ανεργίας, που το 2008 ήταν 7,8% και το 2010 12,7%, εξακοντίστηκε στη συνέχεια σε επίπεδα πάνω από 25% για να μειωθεί το «μεταμνημονιακό» 2019 σε 17,3% – επίπεδο, παρ’ όλα αυτά πολύ υψηλότερο σε σχέση με τα προ της κρίσης. Πρόκειται, ξανά, για στατιστική οφθαλμαπάτη: αν προσθέσουμε στον πληθυσμό των ανέργων τις πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέων και ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που μετανάστευσαν στα χρόνια των μνημονίων στο εξωτερικό, το ποσοστό της ανεργίας εκτοξεύεται ξανά σε επίπεδα πολύ πάνω του 20%. Το Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν, που δείχνει το ποσοστό του ΑΕΠ που επιμερίζεται στην εργασία, μειώθηκε δραστικά στα χρόνια μετά το 2010. Ο/η αναγνώστης/ρια που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον συγκεκριμένο δείκτη, ας έχουν υπόψη τους ότι επειδή είναι ποσοστό επί του ΑΕΠ, ακόμη και φαινομενικά μικρές ποσοστιαίες μεταβολές είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, η απώλεια ποσοστού 1,4% ανάμεσα στο 2010 και το 2011 μεταφράζεται σε απώλεια εργατικού εισοδήματος 2,846 δισ. ευρώ. Ο αριθμός (και το ποσοστό) των ανθρώπων που ενώ έχουν απόλυτη ανάγκη να εργαστούν, αποθαρρύνονται επειδή δεν βρίσκουν και παύουν να αναζητούν εργασία αυξήθηκαν σημαντικά στα χρόνια ύστερα από το 2010. Επειδή «τα παρατάνε», δεν καταγράφονται στις στατιστικές της ανεργίας – τα ευρήματα των οποίων είναι, έτσι, υποτιμημένα. Το ποσοστό του 2010 αυξήθηκε 2,5 φορές μέχρι και το 2016 για να μειωθεί το 2019 αλλά σε επίπεδα πολύ υψηλότερα σε σχέση με το 2010. Ξανά, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις μεταβολές του ποσοστού, ακόμη και όταν φαίνονται μικρές. Για παράδειγμα, για το 2019 μεταφράζεται σε 160.630 αποθαρρημένους ανέργους. Ο αριθμός (και το ποσοστό) του εργατικού δυναμικού που ενώ εργάζονται, είναι φτωχοί, δηλαδή έχουν εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας, αυξήθηκε επίσης σημαντικά στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008. Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων (άνεργοι για διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών) υπε-πενταπλασιάστηκε σε σχέση με το 2008. Στο «μεταμνημονιακό» 2019 εξακολουθούσε να είναι 3,3 φορές πάνω από το ποσοστό του 2010. Το ποσοστό των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το ποσοστό των υποαπασχολούμενων και το ποσοστό της μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν επίσης σημαντικά στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008 και έκτοτε παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Είναι οι διαφορετικές εκδοχές της «ευέλικτης» εργασίας, που όλο και περισσότερο υποκαθιστούν την εργασία με πλήρες ωράριο, με το ανάλογο εισόδημα και δικαιώματα. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλες πτυχές που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στατιστικά: την αδήλωτη ή μισο-δηλωμένη εργασία, τις παράνομες ή και απλήρωτες υπερωρίες, την παράνομη επιμήκυνση του ωραρίου, τις απότομες ή και συνεχείς αλλαγές χρονικής ζώνης απασχόλησης (βάρδιας) κ.λπ. Αφήσαμε για το τέλος αυτού του κεφαλαίου το ζήτημα των ωρών εργασίας. Εδώ οι στατιστικές είναι αποκαλυπτικές και καταρρίπτουν θεαματικά τους ισχυρισμούς Ευρωπαίων και Ελλήνων αξιωματούχων, πολιτικών και μίντια περί «τεμπέληδων του Νότου». Ο τελευταίος δείκτης του πίνακα 2 δείχνει το μέσο επίπεδο των ωρών εργασίας ανά εβδομάδα πλήρους απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι/ες στην Ελλάδα, όχι μόνο το 2019, όχι μόνο το 2010, αλλά και το 2008, δηλαδή προ της κρίσης, ήταν οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι στην Ευρώπη! Ο σχετικός ελληνικός δείκτης ήταν και παραμένει πιο ψηλά ακόμη και σε σχέση με χώρες «υψηλής εργασιακής οδύνης» όπως η Βουλγαρία… Η καμπάνια περί «τεμπέληδων του Νότου», παραπλανητική και σε πλήρη αντίθεση με τα επίσημα στατιστικά δεδομένα, ήταν και πολιτικά ανήθικη! Συμπέρασμα; Η υψηλή ανεργία, η άδηλη (αποθαρρημένοι) και μακροχρόνια ανεργία και η διαρκής επέκταση των ποικίλων μορφών «ευέλικτης» εργασίας αυξάνουν τον αριθμό των εργαζόμενων φτωχών, των ανέργων και των αποθαρρημένων που σταματούν να αναζητούν εργασία ενώ την έχουν απόλυτη ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ζουν σε συνθήκες φτώχειας και πολυποίκιλης κοινωνικής δυστυχίας. Το «μυστικό» της φτώχειας βρίσκεται στις οδύνες της εργασίας – κι αυτές, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στις κυβερνητικές πολιτικές και στην εργοδοτική ασυδοσία, που όχι μόνο ενθαρρύνεται αλλά ενισχύεται και «καθοδηγείται».
Δημόσιο: πρωτοπόρο στην «ευέλικτη» εργασία
Οι μισθοί -και οι συντάξεις- στον δημόσιο τομέα υπέστησαν τρομερές περικοπές στα μνημονιακά χρόνια – που πλέον θεωρούνται «δεδομένες». Δεν πρόκειται όμως μόνο γι’ αυτό: Η απόσταση από τον ιδιωτικό τομέα καλύπτεται ταχύτατα και όσον αφορά την «ευέλικτη» εργασία. Όπως δείχνει πολύ εύγλωττα ο πίνακας 3, η «ευέλικτη» εργασία καλπάζει και στον δημόσιο τομέα, με πρωτοβουλία όλων των κυβερνήσεων. Ο πληθυσμός -και αναλόγως το ποσοστό- των εργαζομένων με «ευέλικτες»-επισφαλείς μορφές εργασίας, συμβασιούχοι και ωρομίσθιοι, αυξάνεται διαρκώς – κι εδώ, ο ένοχος είναι προφανής: οι κυβερνήσεις, κι όχι κάποιες αόρατες «δυνάμεις της αγοράς». Το ποσοστό των «ευέλικτων» θέσεων εργασίας στο σύνολο των θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα σχεδόν διπλασιάστηκε στην πενταετία 2016-2020 και τείνει προς το εντυπωσιακό 20%. Και όχι μόνο αυτό: Το ποσοστό της «ευέλικτης» εργασίας στον δημόσιο τομέα αυξάνεται με τέτοιους ρυθμούς, ώστε τείνει πλέον να ξεπεράσει το αντίστοιχο στον ιδιωτικό τομέα. Τα συμπεράσματα από αυτό το γεγονός είναι δύο: Πρώτο, αποδεικνύεται ότι πίσω από το προπαγανδιστικό επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων περί «προνομιούχων» εργαζόμενων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι έπρεπε να υποστούν εισοδηματική και εργασιακή υποβάθμιση ώστε να αποκατασταθεί η… αδικία σε βάρος των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα, κρύβεται ο στόχος της εισοδηματικής και γενικότερης εργασιακής υποβάθμισης του συνόλου της εργατικής τάξης μέσα από μια κοινή, αμφίδρομη δυναμική υποβάθμισης. Φτάσαμε πλέον στο σημείο που η εργασιακή υποβάθμιση στον δημόσιο τομέα όχι μόνο συναγωνίζεται ευθέως την αντίστοιχη στον ιδιωτικό, αλλά τείνει, ως προς την πτυχή της «ευελιξίας», να τον ξεπεράσει. Δεύτερο, η συναφής προσπάθεια να υποδαυλιστεί ο λεγόμενος κοινωνικός αυτοματισμός, δηλαδή ο ανταγωνισμός και η εχθρότητα μεταξύ εργαζόμενων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, δεν ήταν παρά η χυδαία πολιτική προέκταση της μνημονιακής προπαγάνδας. Είναι πλέον φανερό ότι οι κυβερνήσεις και οι «εκκαθαριστικές» λειτουργίες της καπιταλιστικής κρίσης προωθούν τη συστηματική ομοιογενοποίηση του εργατικού εισοδήματος και των εργασιακών σχέσεων προς τα κάτω, με βάση τον διπλό κανόνα «χαμηλότερα και δυσμενέστερα».
Οι νέοι εργαζόμενοι, στο στόχαστρο
Στις στατιστικές της ανεργίας για τις επιμέρους ηλικιακές ομάδες, τα ποσοστά ανεργίας και μερικής απασχόλησης των νέων κυμαίνονται σε τρομακτικά επίπεδα. Ο προηγούμενος πίνακας 2 δείχνει ότι η μερική απασχόληση στην ηλικιακή ομάδα 14-24 ετών είναι, γα τα αντίστοιχα έτη, 2,5 έως 3,3 φορές πάνω από ό,τι στο σύνολο της απασχόλησης! Ο πίνακας 3, με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία για το 2020, αποκαλύπτει ότι το ποσοστό ανεργίας των νέων της ίδιας ηλικιακής ομάδας κυμάνθηκε σε επίπεδα πάνω από 30% από τις αρχές του 2020. Ξεκινώντας από 31,7% τον Ιανουάριο, αυξήθηκε μέχρι σχεδόν 40% τον Ιούνιο για να καταλήξει κοντά στο 36% τον Οκτώβριο. Ενώ τα παιδιά των πιο αδύναμων εισοδηματικά τμημάτων των εργαζόμενων τάξεων πετιούνται έξω από την εκπαίδευση ή και την κατάρτιση, η μεγάλη πλειονότητα των νέων δοκιμάζεται σκληρά από ανεργία και «ευέλικτη» απασχόληση σε επίπεδα τουλάχιστον δυόμισι φορές πάνω σε σχέση με τα επίπεδα του αντίστοιχου συνολικού πληθυσμού, υφίσταται στην πιο σκληρή της εκδοχή την εργοδοτική ασυδοσία, είναι αντικείμενο ταχύρρυθμης και σκληρής «εκπαίδευσης» στην εργασιακή «άγρια Δύση» του νεοφιλελευθερισμού της κρίσης. Μέσα από μια τέτοια εργασιακή «εκπαίδευση» η ελληνική άρχουσα τάξη προετοιμάζει την εργατική τάξη του μέλλοντος, υπολογίζοντας και ελπίζοντας ότι θα αποδειχθεί πειθαρχημένη και υποταγμένη. Οι οδύνες των σημερινών νέων εργαζόμενων προδιαγράφουν το μέλλον που προετοιμάζει ο καπιταλισμός για την εργατική τάξη ως σύνολο. Κατ’ αναλογία με το προπαγανδιστικό τέχνασμα για τους «προνομιούχους» εργαζόμενους του δημόσιου τομέα, έτσι και προκειμένου με τους/τις νέους/ες εργαζομένους/μενες: το προπαγανδιστικό τέχνασμα περί «προσωρινότητας» των απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών «μαθητείας» για τους/τις νέους/ες -μέχρι, υποτίθεται, να ωριμάσουν εργασιακά αποκτώντας «εργασιακή εμπειρία»- αποκρύβει τον ευρύτερο πραγματικό στόχο: τη διάχυση της εργασιακής υποβάθμισης σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες των εργαζομένων, στο σύνολο της εργατικής τάξης.
Οι κυβερνήσεις «καθοδηγούν» τη φτώχεια
Η τέτοιας έκτασης ανεργία, φτώχεια και κοινωνική δυστυχία απαιτεί ανάλογα αυξημένες δαπάνες κοινωνικής προστασίας. Το γεγονός ότι οι σχετικοί δείκτες αποκλιμακώνονται πολύ αργά σε συνθήκες θετικών ρυθμών ανάπτυξης (από το 2017 έως και το 2019), επομένως σταθεροποιούνται σε υψηλά επίπεδα και προσλαμβάνουν χρόνιο χαρακτήρα, είναι η «εκ του αποτελέσματος» απόδειξη ότι η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων αποτυγχάνει να αντισταθμίσει τις αιτίες του προβλήματος. Η αποτυχία αυτή δεν είναι προϊόν ανικανότητας αλλά συνειδητής επιλογής. Η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων έχει προ πολλού πάψει να διέπεται από οποιουδήποτε είδους κοινωνικά προτάγματα και ιδιαίτερα από το πρόταγμα της προστασίας του εργατικού εισοδήματος και της αντιμετώπισης της κοινωνικής δυστυχίας. Ιδιαίτερα στα χρόνια ύστερα από τη διεθνή κρίση του 2008 και το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα το 2009, το κυρίαρχο και απαραβίαστο πρόταγμα των κυβερνήσεων ήταν η επάνοδος στη «δημοσιονομική σταθερότητα» μέσα από το καθαρτήριο της «εσωτερικής υποτίμησης», πολιτικής που επιδίωξε συνειδητά την ύφεση και επεξέτεινε την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική δυστυχία. Στη μετα-μνημονιακή περίοδο τα προτάγματα παρέμειναν τα ίδια. Οι ελπίδες για την «επούλωση των πληγών» της κρίσης και της ύφεσης εναποτέθηκαν κυρίως στην «ανάπτυξη», δηλαδή στις «αυθόρμητες» τάσεις της αγοράς εργασίας. Το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων για την «κοινωνική συνοχή» υπήχθη στη λογική του «διχτυού ασφαλείας» για τους πεπτωκότες και «ατυχήσαντες» της καπιταλιστικής αγοράς. Στο επίπεδο της εργασίας, Η συγκριτική εξέταση των δαπανών για συντάξεις και των συνολικών δαπανών για κοινωνικές μεταβιβάσεις με την πορεία των μεγεθών της ανεργίας και της φτώχειας (πίνακας 4) αποδεικνύουν όχι μόνο την ανεπάρκεια αλλά και τον προκλητικό χαρακτήρα των κυβερνητικών πολιτικών: Τα ποσοστά της φτώχειας αφορούν τη φτώχεια μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα δύο πράγματα: Πρώτο, ότι η πολιτική των κυβερνήσεων αποτυγχάνει σε διαρκώς διευρυνόμενη βάση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Δεύτερο, ότι αν τα πράγματα αφήνονταν πραγματικά στις «φιλάνθρωπες» τάσεις της αγοράς, η κατάσταση θα ήταν τραγική. Η καπιταλιστική αγορά αποδεικνύεται μια καλολαδωμένη μηχανή ανθρωποθυσιών σε διευρυνόμενη κλίμακα. Μέχρι και το 2018, η ανεργία εκτινάχθηκε σε τόσο υψηλά επίπεδα όχι παρά αλλά σύμφωνα με τις κυβερνητικές στοχεύσεις: οι μνημονιακές πολιτικές της «εσωτερικής υποτίμησης» είχαν συνειδητά στόχο την εκκαθάριση των αδύναμων κεφαλαίων αλλά ακόμη περισσότερο την υποτίμηση της εργασίας μέσω των περιοριστικών πολιτικών και της ύφεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η υψηλή ανεργία, η επέκταση της «ευέλικτης» εργασίας και η φτώχεια ήταν τουλάχιστον προϋπολογισμένες – αν όχι και επιθυμητές. Παρά τους υποκριτικούς κλαυθμούς και οδυρμούς για το brain drain, που συνεχίζεται, η πολιτική αυτή των κυβερνήσεων «επιδοτήθηκε» ανακουφιστικά από τη μεγάλη έξοδο εργατικού δυναμικού (νέων και ειδικευμένης εργασίας) στο εξωτερικό. Χωρίς αυτήν, η κοινωνική έκταση και ένταση του προβλήματος της ανεργίας θα ήταν, εκτός από κοινωνικά, και πολιτικά πολύ επώδυνη. Η δαπάνη για συντάξεις υπέστη σημαντική μείωση κατά λίγο περισσότερο από 3 δισ. ευρώ σε απόλυτους αριθμούς μεταξύ 2010 και 2019 ή κατά ποσοστό 10,16%! Αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο αριθμός των συνταξιούχων αυξάνεται και ότι μεγάλος αριθμός ώριμων συντάξεων δεν εκδίδεται συνειδητά για να ωραιοποιούνται τα στοιχεία για τις δαπάνες και το έλλειμμα (εκκρεμείς συντάξεις), στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με κατάρρευση της κοινωνικής πολιτικής όσον αφορά τις συντάξεις. Και παρ’ όλα αυτά, η έκθεση Πισσαρίδη προϊδεάζει για πιθανές νέες «παρεμβάσεις». Οι δαπάνες για κοινωνική προστασία (στις οποίες περιλαμβάνεται και η δαπάνη για συντάξεις) υπέστησαν στο ίδιο διάστημα εξίσου θηριώδη μείωση, κατά 13,74 δισ. ευρώ ή 24,5%. Αν αφαιρέσουμε τις δαπάνες για συντάξεις από τις δαπάνες για κοινωνική προστασία, προκύπτει ένα ποσοστό δαπανών για όλες τις υπόλοιπες δράσεις κοινωνικής προστασίας εντελώς αναιμικό και δυσανάλογα χαμηλό σε σχέση με την έκταση της ανεργίας, της φτώχειας και των πολυποίκιλων μορφών κοινωνικής δυστυχίας. Οι δαπάνες αυτές μειώθηκαν κατά 10,67 δισ. ευρώ ή 41%! Το γενικό συμπέρασμα αυτού του κεφαλαίου είναι ότι η λιτότητα στις πολιτικές για το κοινωνικό κράτος δεν υποκρύπτει κυβερνητική ανικανότητα, αλλά συνειδητή πολιτική με διπλό στόχο: Πρώτο, την αποθάρρυνση, παθητικοποίηση και εξατομίκευση των πλέον εκτεθειμένων στην ανεργία, τη φτώχεια και τη δυστυχία τμημάτων των εργαζόμενων τάξεων. Δεύτερο, τη θωράκιση της δημοσιονομικής «ορθοδοξίας» με την καθολίκευση της πολιτικής του «διχτυού ασφαλείας» – με επιτομή αυτής της πολιτικής τα ψιχία του Εισοδήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης των 200, στην καλύτερη περίπτωση, ευρώ τον μήνα. Οι κυβερνήσεις δεν «ανέχονται» απλώς, αλλά «καθοδηγούν» την κοινωνική δυστυχία, στον βαθμό που καθοδηγούν τη λιτότητα στο εργατικό εισόδημα, την «ευελιξία», την υποβάθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων και τη λιτότητα όσον αφορά το κοινωνικό κράτος˙ η πολιτική του «διχτυού ασφαλείας» σηματοδοτεί μια στρατηγική διαχείρισης των «περιττών» πληθυσμών και της διευρυνόμενης κοινωνικής δυστυχίας, με πολιτικές «διευθέτησης» και «στοχευμένων» παρεμβάσεων που έχουν στόχο την αποφυγή ακραίων εκδηλώσεων και προβλημάτων τόσο στο ζήτημα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης σε επιθυμητά για το κεφάλαιο πλαίσια όσο και στο ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας του συστήματος. *Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μέρος συνολικότερου κειμένου με τίτλο «Κρίση αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων και Αριστερά».
Σημειώσεις-παραπομπές:
1. Βλέπε σε αυτό τον φάκελο στο Commune, Δώρα Σταθοπούλου «Γιατί το Βασικό εισόδημα πανδημίας».
2. Βλέπε: Ηλίας Ιωακείμογλου «Αποχαιρετισμός στο προλεταριάτο και τον μαρξισμό», στο Commune: https://commune.org.gr/blog-32/index.html



ΠΗΓΗ: redtopia.gr
Ο νόμος θα καταργηθεί από την “επόμενη κυβέρνηση” ή “στην πράξη”. Δηλαδή;

Παναγιώτης Μαυροειδής
Ο νόμος Χατζηδάκη εφαρμόστηκε πριν ψηφιστεί. Και μάλιστα, υλοποιήθηκε ως προς την ουσιώδη του πλευρά που είναι το αλυσόδεμα των εργαζομένων. Αυτό έδειξε η δικαστική απαγόρευση απεργιών τη μέρα της συζήτησης στη Βουλή.
Αγωνιστικές διαθέσεις αντίστασης καταγράφηκαν και με το παραπάνω το προηγούμενο διάστημα. Ας σταματήσει η ελεεινολογία περί δήθεν αδιαφορίας.
Ξεχωριστό στοιχείο των πρόσφατων πολυπληθών εργατικών διαδηλώσεων η μεγάλη συμμετοχή νέων ανθρώπων, ειδικά από τον ιδιωτικό τομέα.
Στο σπάσιμο της δυναμικής για αποφασιστικό αγώνα έπαιξε σημαντικό ρόλο η στρατευμένη υπέρ του νόμου (στην ουσία) στάση του εργοδοτικού και υποταγμένου συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.
Η ΓΣΕΕ έσπασε την απεργία στις 3 Ιούνη που μπορούσε να αποτελέσει σινιάλο για πραγματικό αγώνα για απόσυρση του νομοσχεδίου. Έβαλε μια απεργία μια βδομάδα μετά, που θα έπρεπε να ήταν η ενδιάμεση κλιμάκωση της πρώτης, ενώ αρνήθηκε την επόμενη απεργία! Με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια :
- υπονόμευση του αγώνα πριν,
- περιορισμό της δυναμικής του μετά,
- εξασφάλιση του πολιτικού ελέγχου.
ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ, σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο, απέδειξαν για άλλη μια φορά πως άλλο πράγμα η κοινοβουλευτική αντιπολιτευτική κρεβατομουρμούρα και άλλο η εργατική λαϊκή αντιπολίτευση με την απεργία και το δρόμο του “δρόμου”.
Η ευθύνη του ΠΑΜΕ είναι κάτι παραπάνω από τεράστια σε όλη αυτή τη μανούβρα της ΓΣΕΕ. Θεωρώντας ότι δήθεν “χειρίζεται” τις αντιφάσεις της ΓΣΕΕ και ακόμη χειρότερα ότι κατάφερε και να την “πιέσει”, τη διευκόλυνε απόλυτα σε ένα σχεδιασμό που ήταν απολύτως γνωστός, δεδομένος, προβλέψιμος και καταστροφικός. Η μανία με την οποία λοιδώρησε την απεργία της ΠΕΝΕΝ στις 3 Ιούνη φανέρωνε ταξική ανευθυνότητα, ενοχή για την υποταγή του στο σχεδιασμό της ΓΣΕΕ, αλλά και πλήρη αδιαφορία για το ξενέρωμα των μελών του ΠΑΜΕ που πασχίζουν να δοθεί αγωνιστική ελπίδα στον κόσμο.
Η κυβέρνηση δούλεψε ένα τρικ:
“Είμαστε υπέρ του δικαιώματος της απεργίας, αλλά κατά τής ανευθυνότητας κάθε Νταλακογιώργου που δεν αφήνει τον κόσμο να ταξιδέψει”.
Δε σηκώθηκαν οι πέτρες για αυτό, ούτε από τη ΓΣΕΕ, ούτε από το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από το ΠΑΜΕ.
Θεώρησαν λίγο ως πολύ ότι αυτούς δεν τους αφορά, καθότι είναι υπέρ των υπεύθυνων κοινωνικά αγώνων.
Μετά όμως ήρθε η ίδια ιστορία με δικαστική απαγόρευση και ακύρωση απεργίας σε καθηγητές και συγκοινωνίες στο όνομα των εξετάσεων. Με συμφωνία μάλιστα και του ΠΑΜΕ στην ΑΔΕΔΥ.
Είναι τα προηγούμενα εξαιρέσεις ή ειδικές περιστάσεις; Τι σημαίνει αλήθεια απεργία; Σημαίνει διακοπή της εργασίας και του αποτελέσματός της, ακριβώς για να αναγκαστούν εργοδότες ή/και κράτος σε υποχωρήσεις.
Κάθε απεργία, αν είναι απεργία, έχει κόστος. Αν δεν έχει κόστος, δεν είναι απεργία. Και δεν πιέζει κανένα.
Φαίνεται πικρή διαπίστωση αλλά δύσκολα μπορεί να την αντικρούσει κάποιος : Η ουσία της κυβερνητικής και εργοδοτικής φιλοσοφίας που λίγο ως πολύ λέει
“την εργασία και το αποτέλεσμα της αγαπούμε, αλλά τον εργάτη και παραγωγό της τον μισούμε”,
είτε γίνεται ρητά αποδεκτή, είτε δεν αμφισβητείται στην ουσία της παρά μόνο συμβολικά.
Και τώρα τι κάνουμε;
Αντί για ένα ουσιαστικό απολογισμό και νέο αγωνιστικό σχεδιασμό η κοινοβουλευτική αριστερά και “αριστερά”, προτείνουν η καθεμία της δική της παρηγορητική προσέγγιση.
Για το ΣΥΡΙΖΑ το πράγμα είναι απλό:
“Ψηφίστε με και – αν το επιτρέψουν οι συνθήκες βέβαια- θα καταργήσουμε το νόμο αν βγούμε στην κυβέρνηση”.
Κατά τα άλλα, μάλλον τώρα είναι μια στιγμή ανακούφισης, καθώς αν σταματήσουν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, δε θα μπορεί να τον κατηγορήσει η ΝΔ ότι δημιουργεί κοινωνική αναστάτωση.
Για το ΚΚΕ η υπόθεση είναι επίσης απλή:
“Μην ανησυχείτε, ο νόμος θα καταργηθεί στην πράξη. Εν τω μεταξύ βγάλτε τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα και ενισχύστε το Κόμμα. Άλλωστε, συγνώμη, είχατε αυταπάτες ότι υπήρχε περίπτωση να μη ψηφιστεί ο νόμος;”
Και σε αυτή την περίπτωση μια κάποια ανακούφιση δεν κρύβεται: Σεμνά, προσεκτικά, χωρίς ακρότητες και τυχοδιωκτισμούς και πάντα με κομματικό έλεγχο, αποστειρωμένων από δυναμισμό και εμπλοκή “ανεξέλεγκτων” διαθέσεων, κινητοποιήσεων.
Τα επιχειρήματα αυτά είναι απολύτως λογικά και συνεπή προς τη συγκεκριμένη (διαφορετική) κοινοβουλευτική λογική αυτών των πολιτικών δυνάμεων. Παρακάμπτουν όμως την ουσία του ζητήματος και συσκοτίζουν τις βαριές (διαφορετικές) πολιτικές ευθύνες τους:
Άλλοι δεν ήθελαν, άλλοι δεν πίστεψαν ποτέ, ότι είναι δυνατόν να γίνει ένας πραγματικός εργατικός αγώνας που να κλιμακωθεί κινηματικά και πολιτικά με συγκεκριμένη σχέδιο και να συντρίψει την αντεργατική επίθεση κυβέρνησης και εργοδοτών. Αυτό κάνει “μπάμ”…
Αν πάρει κανείς στα σοβαρά την επιχειρηματολογία αυτών των δυνάμεων, η απεργιακή δράση στην ουσία είναι άσκοπη ή με δεδομένο αρνητικό αποτέλεσμα. Βοηθάει άραγε αυτό τον εργατικό αγώνα ή την επίθεση των ταξικών και πολιτικών αντιπάλων του;
Η ψοφοδεής συνδικαλιστική πρακτική με επιτομή το κρύψιμο πίσω από το δήθεν “μαζικό συντονισμό” μέσω μιας άθλιας ΓΣΕΕ, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων όσο και καταστροφικών για το εργατικό κίνημα πολιτικών λογικών και όχι “ατύχημα”.
Η ανατροπή αυτής της συνθήκης υποταγής του εργατικού κινήματος, είναι αδύνατη αν αναζητηθεί αποκλειστικά και κυρίως με ανασύνθεσή του εκ των έσω.
Χρειαζόμαστε νέο εργατικό κίνημα, με στόχους ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, αγωνιστική λογική, στήριξη σε δημοκρατικές διαδικασίες βάσης, πολιτικό προσανατολισμό ενάντια στην κυβέρνηση, το κράτος, τη λογική της συναίνεσης και της κοινοβουλευτικής ανάθεσης. Χρειαζόμαστε λογική αγωνιστικής απεργιακής κλιμάκωσης και άνοδο του αυτοτελούς πολιτικού ρόλου του εργατικού κινήματος, μακριά από το να είναι υποχείριο κοινοβουλευτικών επιλογών και κινήσεων.
Ειδικά η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, είναι αυτή που καλείται να απαντήσει αν θα κάνει τη μεγάλη τομή στο ίδιο το εργατικό κίνημα ή αν θα επιτρέψει να της κάνει ο σύγχρονος καπιταλισμός τη μεγάλη χειρουργική τομή για ένα αλυσόδεμα διάρκειας.
16/6/21
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή